Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012

Α. ΣΜΠΑΡΟΥΝΗ: ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΚ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ B

Tα οικονομικά προγράμματα ταύτα, άτινα αρχικώς ενεφανίζοντο ως προσπάθεια ενός λαού,να εξέλθη της οικονομικής κρίσεως, ν' ανα­κτήση ευδαιμονίαν και να εξυψώση το εθνικόν φρόνημα, βαθμιαίως εξεδηλώθησαν ως μέσα προπαρασκευαστικά, προς εφαρμογήν αμειλί­κτου ιμπεριαλισμού.  Όνειρον κυριαρχίας επί της Ευρώπης περιεβλήθη το κήρυγμα περί «Ζωτικού Χώρου» και «Νέας Τάξεως Πραγμάτων εν Ευρώπη», με καθιέρωσιν της «αρχής του ηγέτου (Fuhrerprinzip)», υπέρ της κυριάρχου γερμανικής φυλής. 'Ονειρον δε παγκοσμίου κυριαρ­χίας ,υπεδύθη το σύνθημα περί «ανακατανομής των αποικιών και των πηγών πρώτων υλών» [12] [13]. Η επακολουθήσασα άδικος επίθεσίς της Γερμανίας και της Ιταλίας ώθησεν εις τον Δεύτερον Παγκόσμιον Πόλεμον. Με την πάροδον του χρόνου και την έκρηξιν  του πολέμου, τα οικονομικά προγράμματα της Γερμανίας περιελάμβανον ολονέν περισσοτέρους αβεβαίους παράγοντας. Αι δε θεωρητικαί μελέται εγίνοντο εντατικώτεραι [14] [15] με διακρινόμενον κλάδον την "πολεμικήν οικονομίαν" ή "οικονομίαν εν ώρα πολέμου" (Kriegswirtschaft [16] και κεντρικόν πρόβλημα την οικονομικήν υποστήριξιν του πολέμου νέας μορφής , του "ολοκληρωτικού πολέμου" [17] [18].
Η νομοθεσία [19] καθίστατο αυστηροτέρα, η δε οικονομική ζωή υπήγετο εις την πειθαρχίαν του πολέμου, με δρακοντείους ποινάς [20].
Βασική δυσχέρεια δια τον προγραμματισμόν ήτο , ότι επρόκειτο περί ρυθμίσεως οικονομίας με περιωρισμένους  πόρους, περί "ενδεούς οικονομίας" (Mangelswirtschaft) . H δυσχέρεια ενετείνετο  εκ του γεγονότος , ότι αι ανάγκαι θα ηύξανον , ως και ηύξησαν , εκ του πολέμου.
Ο απολεσθείς Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος απετέλει σκληρότατον δίδαγμα. Το πρόγραμμα θα ώφειλε, να ελέγχη την χρήσιν σχεδόν όλων των υλικών πόρων και της εργασίας εν Γερμανία και να καθορίζη την διανομήν των πόρων : δια τοποθέτησιν (συμπεριλαμβανομένου και του εξοπλισμού) [21] αφ' ενός και κατανάλωσιν αφ' ετέρου [22] δια την παραγωγήν των απαραιτήτων αφ' ενός και των δευτερευούσης ανάγκης ή των πολυτελών ειδών αφ' ετέρου· δια την εγχώριον έναντι της αλλοδαπής χρήσεως" δια την παραγωγήν πολέμου (δηλ. δια τας δυνάμεις εθνικής αμύνης) και ειρήνης (δηλ. δια τον αστικόν πληθυσμόν). Προφανώς, η κυρία προσπάθεια του προγραμματισμού ήτο η πληρέστατη χρησιμοποίησις των πόρων, προς επίτευξιν του αντικειμενικού σκοπού της μεγίστης παραγωγικότητος [23].
Δια την αποτελεσματικήν λειτουργίαν του προγραμματισμού, εδέησε, να καθορισθούν κανόνες και κριτήρια, να ληφθούν δε πολλά μέτρα : έλεγχος των βασικών βιομηχανιών [24], ιδία άνθρακος, ενεργείας, χάλυ­βος, ως και των κυριωτέρων βιομηχανιών μετασχηματισμού γεω­γραφική ανακατανομή των βιομηχανιών, εν συνδυασμώ προς ίδρυσιν νέων έντονος ενίσχυσις των βιομηχανιών, αίτινες χρησιμοποιούν γερμανικάς πρώτας ύλας [25] ' αναπροσαρμογή της βιομηχανίας, δια να δύναται, να ικανοποιήση τας πολεμικάς ανάγκας' έλεγχος των μεταφορών [26]· εναρμονισμός του χρόνου παραγωγής και διαθέσεως' κατανομή των πρώτων υλών και λοιπών πόρων, άνευ υπερβολών ή ελλείψεων ' αποφυγή αργίας των βιομηχανιών μετακίνησις του τυχόν έν πλησμονή κεφαλαίου· και εργασίας προς τας επιχειρήσεις, αίτινες έχουσιν έλλειψιν' παρακολούθησις του εθνικού εισοδήματος, δια να προσδιορίζεται εκάστοτε η κατανομή αυτού μεταξύ πολεμικών και αστικών αναγκών ποσοτική μεταξύ τών ατόμων κατανομή των τροφίμων και λοιπών ειδών κατανα­λώσεως (σύστημα ατομικού δελτίου) [27] [28]' έντασις της γεωργικής πα­ραγωγής, δια να μειωθή εις το ελάχιστον η εκ του εξωτερικού εξάρτησις δια τα τρόφιμα [29]' έλεγχος της εξωτερικής εμπορικής πολιτικής· άμεσος κρατική επιρροή επί της οικονομίας δια της φορολογικής [30], γενικώτερον δε δια της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής, δια του περιορισμού της αγοραστικής ικανότητος των καταναλωτών, δια καθιερώσεως της αρχής, ότι τα εισοδήματα πρέπει κατά προτίμησιν να διατίθενται δια την εθνικήν αποταμίευσιν, δι' ελέγχου του συναλλάγματος ελέγχου της πιστωτικής πολιτικής των Τραπεζών και ελέγχου του τόκου κλπ [31] [32] [33] 
Τοιούτος προγραμματισμός, εφαρμοζόμενος με τον γνωστόν γερμανικόν "καταναγκασμόν" [34] ,ήτο καταθλιπτικός. Το σύστημα των εμπορικών ανταλλαγών και συμψηφισμών clrarings) , εν τη εξωτερική εμπορική πολιτική, υπήρξε το προοίμιον  δια προσπάθειαν οικονομικής οργανώσεως της Ευρώπης  υπό την ηγεσίαν της Γερμανίας [35] .Ο θεωρητικός τίτλος ήτο οργάνωσις "Ευρωπαϊκής  Οικονομίας Μείζονος Χώρου" [36]


Η εισβολή του Γερμανικού Στρατού εις την Ελλάδα εσήμαινε και εισβολήν της Γερμανίας εις την Ελληνικήν οικονομίαν[ ] . Ανεσύρθη δε, από τα βάθη της ιστορίας , η αντίληψις περι "παρασιτικής οικονομίας " και περί  " του πολέμου τρέφοντος  τον πόλεμον " εφαρμοζομένη δεσποτικώς υπέρ της Γερμανίας.     

Προτού δώσωμεν περίληψιν της ημετέρας εκθέσεως, ας ίδωμεν, υπό ποίας μορφάς ενεφανίσθησαν αι  Δαπάναι Κατοχής. Ως προς το περιεχόμενον του όρου τούτου, δεν θα επιμείνωμεν επί επιστημονικής ακριβολογίας. Απλώς σημειούμεν τί έλαβεν ο Άξων εξ Ελλάδος.
Ο Άξων :
α ) Έλαβεν, ως λείαν πολέμου, την δια τον στρατόν προοριζομένην περιουσίαν του Ελληνικού Δημοσίου και του Στέμματος της Μεγάλης Βρετανίας.
β) Εδέσμευσε προϊόντα βιομηχανικά και γεωργικά, πρώτας ύλας και διάφορα εμπορεύματα, ευρισκόμενα εις χείρας ιδιωτών ή οργανισμών, και παρέλαβεν αυτά έναντι καταβολής της αξίας αυτών εις μετρητά, μετρητά όμως, τα οποία εζήτησεν από την Ελληνικήν Κυβέρνησιν (ίδε κατωτέρω περίπτωσιν ι).
γ') Επέταξε διάφορα είδη όμοια προς τα της περιπτώσεως β και ανέθεσεν εις το Ελληνικόν Δημόσιον την υποχρέωσιν, να καταβάλη την άξίαν αυτών.
δ) Έδέσμευσε διάφορα είδη ως τα της περιπτώσεως β και παρέλαβεν αυτά, πιστώσας την Ελλάδα εις τα κλήριγκ της Ελλάδος με την Γερμανίαν και τήν Ιταλίαν.
ε) Εχρησιμοποίησε, δι' ελευθέρας συμβάσεως και επί καταβολή αντιτίμου (αλλ' από μετρητά της Ελληνικής Κυβερνήσεως), τας υπηρεσίας προσώπων, κτηνών και πραγμάτων, είτε δια κατασκευήν έργων οχυρωματικών, συγκοινωνίας ή άλλων, είτε δια διαφόρους σκοπούς.
στ )Εχρησιμοποίησε, δι' επιτάξεως ή αγγαρειών, τας υπηρεσίας προσώπων, κτηνών και πραγμάτων, χωρίς να καταβάλη την αξίαν αυτών, ή με υποχρέωσιν του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλη ταύτην.
ζ' ) Προεκάλεσε, μάλιστα ενίοτε άνευ πολλής περισκέψεως, τροποποιήσεις της χρήσεως διαφόρων περιουσιακών στοιχείων, παραπέμψας δι' αποζημίωσιν εις το Ελληνικόν Δημόσιον.
η) Επέφερε ζημίας και φθοράς περιουσίας, που μεν μικράς, που όμως μεγάλας, χωρίς να καταβάλη αποζημίωσιν.
(θ)  Ενήργησε διαφόρους άλλας πράξεις, αι οποίαι  θα δώσουν λαβήν εις την ιδιωτικήν οικονομίαν, ν' αξιώση αποζημιώσεις, κατά την οικονομικήν εκκαθάρισιν του πολέμου και
ι) Τέλος, έλαβε παρά του Ελληνικού Δημοσίου μετρητά, άτινα εδικαιολόγησεν «ως  Δαπανάς Κατοχής». [ ] [ ]
Ας είπωμεν, επίσης, ολίγα τινά δια την μέθοδον αφαιρέσεως αγαθών.
Αι θεωρίαι των ειδικών του Άξονος υπεστήριξαν, ότι, δια την ταχυτέραν αφαίρεσιν των αποθεμάτων εμπορευμάτων από τας καταλαμβανομένας χώρας, αι επιτάξεις πρέπει να είναι το τελευταίον μέτρον. Η  επίταξις, ένεκα της αναβολής της πληρωμής του αντιτίμου, της αυθαιρεσίας εν τω καθορισμώ της τιμής και άλλων λόγων, οδηγεί τον κάτοχον του εμπορεύματος εις απόκρυψιν αυτού.
Αντιθέτως, η ελευθέρα αγοραπωλησία τοις μετρητοίς, συνοδευομένη μάλιστα σκοπίμως ενίοτε με καθορισμόν γενναιοδώρων τιμών, προκαλεί προθυμίαν του κατόχου εμπορεύματος εις παράδοσιν τούτου.
Το αυτό ισχύει και δια την εξεύρεσιν εργατών, αποφευγομένης της βιαίας  χρησιμοποιήσεως  των.
Τα χρηματικά μέσα, προς πληρωμήν εμπορευμάτων και υπηρεσιών, δεν θα τα πληρώση η Γερμανία εξ ιδίων: θα τα δώσουν αι καταλαμβανόμεναι χώραι. Προς τούτο, καθωρίσθησαν δύο μέτρα: α) η υπό του Άξονος έκδοσις χαρτονομίσματος κατοχής και β) η καταβολή εθνικού χαρτονομίσματος υπό της κατεχομένης χώρας προς   τον Άξονα.
Εν Ελλάδι, ο  Άξων εχρησιμοποίησε πάσας τας μεθόδους αφαιρέσεως αγαθών, εις τινας μάλιστα περιφερείας και καταναγκαστικήν εργασίαν.
Δια την παρακολούθησιν της Ελληνικής Οικονομίας και την καθοδήγησιν (sic) τvν Ελλήνων αρμοδίων, εγκατεστάθησαν, εις το Εκδοτικόν Ίδρυμα (Τράπεζαν της Ελλάδος) και τας εν Αθήναις Πρεσβείας του Άξονος, Εμπειρογνώμονες του Άξονος, έχοντες αρνησικυρίαν, αλλά και πρωτοβουλίαν, δια τα πλείστα των οικονομικών ζητημάτων της Ελλάδος, ακόμη και δια την λήψιν σχετικών νομοθετικών μέτρων.
Εις την προαναφερθείσαν ημετέραν Έκθεσιν της 21ης Νοεμβρίου 1941 «περί των Δαπανών Κατοχής της Ελλάδος», εξετάζομεν το θέμα πρώτον από απόψεως Διεθνούς Δικαίου, και ισχυρίσθημεν, ότι απαίτησις καταβολών υπερβολικών, όχι μόνον είναι αντίθετος πρός τας ανθρωπιστικάς νεωτέρας αντιλήψεις, αλλά και αποτελεί παράβασιν ρητών διατάξεων διεθνών συνθηκών, υπογραφεισών και υπό της Γερμανίας και της Ιταλίας. Προσθέτομεν επίσης, ότι και η παράδοσις πλουσίων Ελληνικών επαρχιών εις την Βουλγαρίαν, μη σεβομένην μάλιστα εκεί ουδέ θείους ουδέ ανθρωπίνους νόμους, απετέλει, συν τοις άλλοις, ετέραν μορφήν οικονομικής επιβαρύνσεως της Ελλάδος. Περαιτέρω, ερευνώντες την δημοσιονομικήν πολιτικήν της Ελλάδος, κατελήγομεν, ότι εις ταύτην, κλείουσαν ως επι το πλείστον με ελλείμματα, ήτο αδύνατον να πλαισιωθή καταβολή υπερόγκων δαπανών κατοχής. Ως προς την νομισματικήν πολιτικήν, υπεδείξαμεν, ότι, δια της αρξαμένης εκδόσεως ακαλύπτου ελληνικού χαρτονομίσματος μεγάλων  ποσών, είσηρχόμεθα εις τον πληθωρισμόν, ο οποίος θα ωδήγει ημάς ταχέως εις καταστροφήν. Έπρεπεν όμως, να ερευνηθή και η ικανότης προς πληρωμήν της Ελλάδος. Ως προς αυτήν, παρεθέσαμεν στοιχεία από επισήμους εκθέσεις προς την Κοινωνίαν των Εθνών και από έκθεσιν επίσημον της Κ.Τ.Ε., ήτις απετέλει «πιστοποιητικόν πενίας» της Ελλάδος. Αν τοιαύτη ήτο η ικανότης της Ελλάδος προπολεμικώς, προφανώς η θέσις της είναι, χείρων μετά τας φθοράς και ζημίας του πολέμου. Άλλωστε, η τη συμπράξει Γερμανών, Ιταλών και Ελλήνων γενομένη εκτίμησις του εθνικού εισοδήματος υπελόγισεν αυτό εις 25 δισεκατομμύρια δραχμών πραγματικών (δηλ. προπολεμικών), εν ω τούτο προπολεμικώς υπερέβαινε τα 60 δισεκατομμύρια δραχμών. Σύγκρισις μάλιστα με ξένας χώρας απεδείκνυε, πόσον χαμηλόν ήτο το κατά κεφαλήν εισόδημα της Ελλάδος και πόσον μεγάλη ήτο, ήδη προπολεμικώς, η φορολογική επιβάρυνσις αυτής. Μολαταύτα, εξ Ελλάδος είχον ήδη ληφθή ή δεσμευθή υπό του Άξονος κολοσσιαίαι ποσότητες εμπορευμάτων και δή γεωργικών προϊόντων, άτινα απετέλουν τροφήν του πληθυσμού ή το σύνηθες συνάλλαγμα προς εισαγωγήν τροφίμων εκ της αλλοδαπής. Ειδικώτερον ως προς τούτο, υπεδεικνύομεν, ότι θα ώφειλε, να παρασχεθή ελευθερία εις την Ελλάδα, να οργανωση, μέχρι πέρατος του πολέμου, αυτόνομον πολιτικήν υποτυπώδους αυταρκείας. Τέλος, ηρευνήσαμεν και το καθαυτό θέμα των δαπανών κατοχής. Εν Ελλάδι, ηδύνατο τότε η κατοχή, να εδραιωθή με δεκάδας τινάς χιλιάδων ανδρών. Εν τούτοις, επειδή η Ελλάς απετέλει πλέον μέρος του Μεσογειακού μετώπου, ο εν αυτή στρατός ήτο πολυπληθέστερος. Η Ελλάς όμως έπρεπε, να επιβαρυνθή μόνον με τας απαραιτήτους διά την κατοχήν δαπάνας, αι οποίαι, επί τη βάσει του παραδεδεγμένου κώστους εμπολέμου μεραρχίας, δεν θα υπερέβαινον τα 300 εκατομμύρια δραχμών μηνιαίως. Η Ελλάς υπεχρεώθη να καταβάλλη 3,5 δισεκατ., δραχμών μηνιαίως, δηλ. πολλαπλάσια των όσων ώφειλε. Δεδομένου δε ότι, μέχρι της ημέρας εκείνης, η Ελλάς είχε καταβάλει 25 δισεκατομμύρια δραχμών, υπεστηρίξαμεν, ότι αύτη είχε προπληρώση τας δαπάνας κατοχής δια μίαν τουλάχιστον τριετίαν. Τέλος, εφιστώντες την προσοχήν των δυνάμεων του Άξονος επί της ανησυχητικώς αυξηθείσης θνησιμότητος, έποιησάμεθα έκκλησιν προς τα αισθήματα της ανθρωπίνης αλληλεγγύης, εκφράζοντες την πεποίθησιν, ότι θα εύρωμεν δικαιοσύνην.



Υποσημειώσεις:
[12] Περί αποικιών, ίδε τας υπερπεντήκοντα μελέτας Γερμανών και Ιταλών ( κλπ.), τας μελέτας του Γερμανικού Ινστιτούτου Αποικιών (Reichskolonialinstitut) κλπ.
[13] Εις τας πλείστας περιπτώσεις, κύριον θέμα είναι η Αφρική, θεωρου­μένη ως   ζωτικός χώρος και συμπλήρωμα της Ευρώπης.
[14]
[15]
[16]
[17]
[18]
[19]
[20] Λ.χ , το διάταγμα  της 1ης Σεπτεμβρίου  1939 (δηλ. της ημέρας ενάρξεως του πολέμου) "περί πολεμικών φόρων , πολεμικών μισθών  και πολεμικών τιμών" αναγράφει εις το άρθρο 1 τα εξής: " Όστις καταστρέφει , αποκρύπτει ή παρακρατεί πρώτας ύλας ή προϊόντα , άτινα είναι απαραίτητα δια την διατροφήν του πληθυσμού , θέτων  ούτω εις κίνδυνον την κάλυψιν των αναγκών του λαού , τιμωρείται  δια φυλακίσεως ή ειρκτής. Συντρεχουσών επιβαρυντικών περιπτώσεων , δύναται  να επιβληθή η ποινή του θανάτου. Όστις, άνευ δεδικαιολογημένης αιτίας αποκρύπτει νομίσματα και αξίας (Geldzeichen) τιμωρείται δια φυλακίσεως , συντρεχουσών  δε επιβαρυντικών περιπτώσεων, δι' ειρκτής". 

Κατά το άρθρον 21, εις χρηματικάς ποινάς ή και ποινήν φυλακίσεως ή ειρκτής υπόκειται » πας όστις παρέχει, υπόσχεται ή λαμβάνει ήμερομίσθιον, μισθόν ή άμοιβήν κατά παράβασιν τοϋ Διατάγματος (ή των κατ' εξουσιοδότησιν αυτού εκδιδομένων αποφάσεων), δι'ων καθορίζονται αι αμοιβαί και οι όροι εργασίας » αναλόγως των εξ αιτίας του πολέμου προκυπτουσών συνθηκών». Το δε άρθρον 22 ορίζει, ότι «Αι τιμαί και αι αμοιβαί δι' αγαθά και υπηρεσίας πάσης φύσεως οφείλουσι να σχηματίζωνται συμφώνως προς τας γενικάς αρχάς της εκ του πολέμου επιβαλλομένης εθνικής οικονομίας».
Παλαιότεροι νόμοι είχον χαρακτηρίσει ως αδίκημα «προδοσίας» τας παραβάσεις των διατάξεων περί αλλοδαπού συναλλάγματος.
[21] Αι τοποθετήσεις ανεβιβάσθησαν ραγδαίως (ίδε τας εκθέσεις της Reichskreditgesellschaft  (αριθμοί εις δισεκατομμύρια  μάρκων).


1928
1932
1936
1938
Διοίκησις, περιλαμβανομένων των μεταφορών
  4,6
1,7
  1,6
  9,8
Κατασκευή κατοικιών
  2,8
0,7
  1,9
  2,5
Ηλεκτρισμός, φωταέριον , ύδωρ.
  1,0
0,2
  0,5
  0,7
Γεωργία, δάση κ.λ.π
  0,2
0,6
  0,9
  1,0
Βιομηχανία
  2,6
0,4
  2,1
  3,3

Εμπόριον, βιοτεχνία κλπ
  1,7
0,6
  0,8
  1,0
ΣΥΝΟΛΟΝ
13,9
4,2
13,8
18,3

[22] Λαμβανομένου προσθέτως ύπ' όψει, δτι τά μεγάλα εργα παράγουν «υπηρεσίας» καί «ουχί υλικά αγαθά».
[23] Της κατά τον παλαιότερον οικονομολόγον List αξιοποιήσεως των παραγωγικών δυνάμεων του έθνους.
[31]
[32] Ίδε ωσαύτως την εβδομαδιαίαν παρακολούθησιν  υπό του περιοδικού Wirtschaftsdienst κ.λ.π.
[33] Ιδού η εξέλιξις των τιμών κατεργασμένων προϊόντων  (1913= 100)

1934
115,8
1935
119,4
1936
121,2
1937
126,0

[34] Δηλωτικός είναι και ο όρος  "οικονομία καταναγκασμού (Ζwangswirtschaft)"
[35] Όσον αφορά  την Βαλκανικήν , ήδη και προ του πολέμου, η Γερμανική εμπορική διείσδυσις ήτο σημαντική. Το ποσοστόν του γερμανικού εμπορίου , επί του συνολικού  εξωτερικού εμπορίου,   εκάστης των χωρών  ήτο ως εξής, δια το έτος 1937.


Εισαγωγή
Εξαγωγή
Ελλάς
28,8%
38,5%
Βουλγαρία
47,6
51,8
Γιουγκοσλαβία
32,6
35,9
Τουρκία
42,1
36,5
Ρουμανία
35,2
20,8

[36] Αι σχετικαί μελέται είναι πολλαί. Από τας παλαιοτέρας και προπαρασκευαστικάς , σημειούμεν Reithinger A  μεταφρασθείσαν και γαλλιστί: Le Le visage economique de l' Europe, Paris 1937.Preface de A. Siegfried.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου