Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2015

Α. Χ. ΧΑΜΟΥΔΟΠΟΥΛΟΣ :ΣΜΥΡΝΗ, Η ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΗ


....Επί των ποταμών Βαβυλώνος , εκεί εκαθήσαμεν και εκλαύσαμεν, 
εν τω μνησθήναι ημάς την Σιών....

1 Μαΐου 1919 .Ήταν όνειρο; Ήταν αλήθεια; Τα ακρογιάλια της Μεγάλης  Ελλάδος της  Μικρασιατικής  ετίναξαν το ζυγό και πετούσαν στην αγκαλιά της μικράς ελευθέρας Ελλάδος ,  που ξαναγινότανε και πάλι Μεγάλη. Η Φυλή είχε βρει τα φτερά , τα πρωτεινά της ,τα μεγάλα. Απ' την Μακεδονία στην Ήπειρο και στην Κρήτη και στα νησιά του Αιγαίου. Και τώρα  να στα ιερά χώματα  της παλαιότερης  της κληρονομιάς , εκεί που  ο ελληνικός πολιτισμός  διετηρείτο  άσβυστος και ακατάλυτος τρεις  χιλιάδες χρόνια. Μεγαλουργούσε  τώρα ο Ελληνισμός.Το Αιγαίον  ολόκληρον θάλασσα Ελληνική. Τα νερά του  Ελλησπόντου ένοιωθαν  την επιβολή του. Αύριο και η Προποντίς  θα εξυπνούσε  πέρα  ως πέρα Ελληνική. Ο Βόσπορος  εσκιρτούσε  ήδη  κι΄αυτός  στ΄αντιφεγγίσματα της γαλανόλευκης επάνω στα νερά του. Δεν ήταν όνειρο. Ήταν αλήθεια. Η Ελληνική αυτοκρατορία  είχε ξαναιδρυθεί . Ο Τούρκος έφευγε στην Κόκκινη Μηλιά. Ο Έλλην ξανάπαιρνε  την ηγεμονικήν θέσιν του στα δύο άκρα της Ευρώπης και της Ασίας. Τούτο  ανήγγειλεν ο Ελευθέριος Βενιζέλος προς την Κυβέρνησιν και το Στρατηγείον  Θεσσαλονίκης, το οποίον διέτασσε ν΄απάρουν τα μεταγωγικά που είχαν συγκεντρωθή στο Σταυρό, δια την Σμύρνην.

Ξαπλωμένη με νωχέλεια στο μυχό του κόλπου της, περίλαμπρη, πανωραία, ελαφρά, ηδονική, νανουρισμένη από το κύμα της θαλάσσης, ραντισμένη από τις ευωδιές των γιασεμιών και των ρόδων έσφυζεν από ζωήν η πόλις, που είχε μείνει ως και τα κατάβαθα της ψυχής της χριστιανική, Ελληνική, "Γκιαούρικη". 
Εχτύπησαν το άλλο πρωί, σαν αύριο, οι καμπάνες της χαρμόσυνα. Και από στόμα σε στόμα έφερεν ο αέρας  το μεγάλο  μήνυμα:" Έρχονται! ..Έρχονται!"

Χιλιάδες ανθρώπων ευρέθησαν στη στιγμή συναθροισμένοι στην Προκυμαία να χαιρετίσουν τους ελευθερωτάς. Επί κεφαλής των με τα ιερά του άμφια ο μακαριστός ιεράρχης ο Χρυσόστομος, που θα επλήρωνεν έπειτα με την ζωήν του τη χαρά της ημέρας εκείνης. Ευλογούσε με το σεβάσμιο χέρι του την σημαία και τα όπλα τα ελληνικά, που εδιάβαιναν περήφανα από την παραλιακή οδό της Σμύρνης. Και όλος ο κόσμος τρελλόςαπό χαρά έκλαιε και επευφημούσε. Η Σμύρνη ήταν ελληνική.

Κι΄αρχίζει σε λίγο η μικρασιατική εποποιία! Από νίκη σε νίκη.Από δόξα σε δόξα. Ο ελληνικός στρατός προχωρεί προς όλας τας διευθύνσεις. Σε λίγο απελευθερώνεται και η Θράκη και στην Προποντίδα ανεβαίνει το ένα άκρο της ελληνικής πρατάξεως.
Η Προύσσα Ελληνική. Ελληνική η Φιλαδέλφεια. Ελληνικό το Δορύλαιον. Και αργότερα η ηρωική προσπάθεια του Σαγγαρίου. Έχει μεθύσει από τη νίκη ο Έλλην στρατιώτης και δεν γνωρίζει πλέον όρια. Που πηγαίνει; Αύριον όλη η Μικρασία θα είναι ελληνική! Έτσι πιστεύει. Έτσι θέλει να γίνη.
Ο Πόντος ο μαρτυρικός υπομένει αγόγγυστα όλα τα μαρτύριά του με την μυστική προσδοκία , ότι δεν αργεί , η ημέρα και της ιδικής του απελευθερώσεως. Και τα σκλαβωμένα από τον Ιταλό Δωδεκάνησα σκιρτούν κι' αυτά ελπίζοντας πως η στιγμή της αποδόσεώς των στην Ελλάδα δεν είναι μακρυά. Και η Κύπρος περιμένει την υπερτάτην ώρα.

Αλλά, αλλοίμονο! Δυο κακά δαιμόνια ελλοχεύουν .Η διχόνοια των Ελλήνων και η ατιμία των Φράγκων. Δουλεύει από τη μια με πείσμα η πρώτη, με μαστοριά από την άλλη η δευτέρα. Τρώγονται τ΄αδέρφια . Βαστούν το χέρι του Τούρκου και τον οδηγούν οι δήθεν απελευθερωταί των λαών. Χρήμα θέλεις; Θέλεις όπλα; Όλα του τα προμηθεύουν! Κινούνται οι δορυφόροι Φραγκλίν Μπουγιόν και οι Σφόρτζα για να χαλάσουν τα ελληνικά μεγαλουργήματα. Και τους βοηθούμε εμείς με τα πείσματά μας.
Ποιός θα μας κρατήση στον κατήφορο; Ποιός θα μας συνετίση ; Ποιός θα μας χαλιναγωγήση; Κανένα, κανένα δεν ακούμε. Χώνουμε τα χέρια στα μάτια μας και τα βγάζουμε.
Δεν πρόφθασαν να περάσουν τρια χρόνια από την ημέρα του λυτρωμού και να το ξέφτισμα.
Που είναι η μεγάλη στρατιά των νικών και των δαφνών ; Που είναι οι αήττητοι Έλληνες ; Κρύψτε τα μάτια από καταισχύνη . Άλλοι φεύγουν και άλλοι πιάνονται σαν πουλιά από τον εχθρό. Λίγες μέρες αρκούν για να σβύση το όνειρο.Τα φτερά της Φυλής ξανάσπασαν . Οι αμαρτίες του Ελληνικού Γένους ήταν φαίνεται και πάλι πολύ μεγάλες, όπως και πριν πεντακόσια χρόνια! Κ' έπρεπε να πληρώση. Κ' επλήρωσε. 

Φλόγες ουρανομήκεις ανέβαιναν τώρα από την πόλη, που ξαπλωμένη στο μυχό του κόλπου της συνταράσσεται από την αγωνία της καταστροφής και του θανάτου.
Το κύμα που την νανούριζε πριν είναι τώρα κι αυτό εχθρικό. Στα νερά του οι στόλοι των μεγάλων λαών της Δύσεως παρακολουθούν με σαρκασμό το μαρτύριό της. Όπως στις παληές εποχές , που ο σημερινός πολιτισμός τις εθεωρούσε περασμένες για πάντα , οι Τούρκοι περνούν την μαρτυρική Σμύρνη δια πυρός και σιδήρου. Θέλουν να μη μείνη χλωρό κλαδί. Να μη θυμίζη τίποτε πως εκεί έζησαν τρεις χιλιάδες χρόνια οι Έλληνες. 
Πάνε οι εκκλησίες οι μεγαλοπρεπείς, πάνε τα καλλιμάρμαρα σχολεία, που εφώτιζαν χρόνια τώρα την Ανατολή, πάνε τα ευαγή ιδρύματα, που την θαλπωρή τους είχαν γνωρίσει εξ ίσου οι Τούρκοι με τους Έλληνας. Και οι δρόμοι γεμίζουν ακόμα αίμα ανθρώπινο. Πρώτο θύμα ο σεπτός ιεράρχης, ο εθνομάρτης Χρυσόστομος. 


(Εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ της 1 Μαΐου 1927)



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου