Τρίτη, 28 Μαΐου 2019

ΠΩΣ ΠΑΡΕΣΚΕΥΑΣΘΗ Η 4η ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Εν ώ, κατά την ιστορικήν συνεδρίασιν της βουλής διεξήγετο μακρά συζήτησις επί των προγραμματικών δηλώσεων της υπό «ανοχήν» κυβερνήσεως του Ιω. Μεταξά, φιλελεύθερος βουλευτής, επικρίνων την νεοπαγή κυβέρνησιν δια την μη επαναφοράν εις το στράτευμα μαχίμων και εμπειροπολέμων αξιωματικών , και απευθυνόμενος προς τον πρωθυπουργόν , ηρώτα:
-Ποίος θα είναι ο υπεύθυνος απέναντι του έθνους, εάν , ό μη γένοιτο , προκύψουν συμφοραί εξ αιτίας ελλείψεως πολλών καταλλήλων στελεχών του στρατεύματος; 
Tην στιγμήν εκείνην όλων τα βλέμματα προσηλούντο προς τον πρωθυπουργικόν θώκον. 
Και τότε μέσω βαθυτάτης σιωπής ο Ιω. Μεταξάς εγερθείς και εν νευρικότητι κτυπήσας την δεξιάν του χείρα επί του στήθους του, εβροντοφώνησε προς την εθνικήν αντιπροσωπείαν. 
-Εγώ! 
Από της στιγμής εκείνης οι αντιπρόσωποι του λαού ήρχισαν διαισθανόμενοι τας δικτατορικάς τάσεις του αρχηγού της 4ης Αυγούστου.
Διάφοροι εκδηλώσεις μελών τινων της κυβερνήσεως εσημειούντο εφ όσον ο καιρός παρήρχετο , προς προπαρασκευήν του εδάφους δια την εγκαθίδρυσιν δικτατορίας , η δε ατμόσφαιρα ήρχισε πληρουμένη ανησυχαστικών φημών ότι ο κυβερνητικός παραγοντισμός εκινείτο μυστηριωδώς.

Υπό την πίεσιν του πολιτικού κόσμου ο αρχηγός των φιλελευθέρων κ. Θεμ. Σοφούλης ανήρχετο την πρωίαν της 22 Απριλίου 1936 εις τα ανάκτορα και ενημέρωνε τον Βασιλέα επί των τεκταινομένων εις τα κυβερνητικά παρασκήνια.
-Ο πολιτικός κόσμος- έλεγε- και η κοινή γνώμη , Μεγαλειότατε, ανησυχούν ζωηρώς από τας διαδόσεις ότι νέα επιβουλή κατά των λαϊκών ελευθεριών προετοιμάζεται. Και ο Βασιλεύς με προφανή έκπληξιν δια τους λόγους του κ. Σοφούλη απήντα:
-Είναι κ.Πρόεδρε, ματαιαι και αδικαιολόγητοι αι ανησυχίαι σας εξ αφορμής των διαδόσεων , εφ όσον δια των μέχρι τούδε έργων μου εξεδήλωσα αμετάτρεπτον την απόφασίν μου να διαφυλάξω τον όρκον που έδωσα εις την εθνικήν αντιπροσωπείαν. 
-Σας τονίζω , προσέθεσε με αποφασιστικόν τόνον ο Βασιλεύς, ότι εναντίον της θελήσεώς μου αυτής κανείς κίνδυνος δεν είναι δυνατόν να προκύψη εναντίον των ελευθέρων κοινοβουλευτικών θεσμών.
Οι κατηγορηματικοί βασιλικοί λόγοι έπειθον τον αρχηγόν των φιλελευθέρων ότι αι διασπειρόμρνσι σχετικαί διαδόσεις δεν είχον σοβαράν την υπόστασιν.
Ο Βασιλεύς κλείων την μετά του κ.Σοφούλη συζήτησιν , έλεγε προς τον αρχηγόν των φιλελευθέρων :
-Mα σας κάμνω , κύριε πρόεδρε, την εντύπωσιν ότι είμαι φτιαγμένος από στόφφαν δικτατόρων;
Και ο κ. Σοφούλης μειδιών είπε:
-Σεις, σας ομολογώ Μεγαλειότατε, δεν μου κάνετε την εντύπωσιν αυτήν, αλλ’ ο Μεταξάς- δεν σας το αποκρύπτω- μου την κάμνει.
Και ο Βασιλεύς συνώδευε τον απερχόμενον εκ των ανακτόρων ηγέτην των φιλελευθέρων με πολλήν εγκαρδιότητα.
Τα διαμεφθέντα μεταξύ του Βασιλέως και του κ. Σοφούλη γνωσθέντα αμέσως εις τους πολιτικούς κύκλους επροκάλεσαν τον κατευνασμόν των ανησυχιών όσον αφορά τον κίνδυνον της ιαταραχής του ομαλού πολιτικού βίου της χώρας.
Αι κατόπιν επαλολουθήσασαι αποφάσεις του Βασιλέως , διαπνεόμεναι από την επιθυμίαν του ν΄αποκατασταθή η εύρυομος λειτουργία του συνταγματικού πολιτεύματος, εδραίωναν την πεποίθησιν εις τον πολιτικόν κόσμον και την κοινήν γνώμην, γενικώτερον , ότι ο ανώτατος άρχων ήτο αποφασισμένος να μη επιτρέψη οιανδήποτε και οποθενδήποτε τυχόν εκδηλουμένην πραξικοπηματικήν ενέργειαν κατά του νομίμου πολιτεύματος. Εις επίρρωσιν της εδραίας αυτής πεποιθήσεως του πολιτικού κόσμου επί των ειλικρινών βασιλικών διαθέσεων , ήρχετο η συνομιλία την οποίαν ο πρωθυπουργός Ιω. Μεταξάς είχε με αντιπροσωπείαν του εμπορικού κόσμου: Δεν πρέπει , ετόνιζεν ο Μεταξάς προς τους εμπόρους, να λησμονήτε ότι η Ελλάς έζησε και ηυτύχησεν υπό το κοινοβουλευτικόν πολίτευμα και το σημερινόν συμφέρον της είναι να διοικήται υπό κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων. Επειδή, προσέθετεν, πολλαί σχετικαί διαδόσες κυκλοφορούν εις βάρος μου τας ημέρας αυτάς , σας λέγω ότι δεν ημπορώ να θέσω χείρα επί των ελευθεριών του ελληνικού λαού. Ο Μεταξάς αποχαιρετών δια θερμών χειραψιών τους εμπόρους έλεγε μειδιών προς αυτούς: 
-Βεβαιωθήτε φίλοι μου ότι είμαι ο σθεναρώτερος πρόμαχος των λαϊκών ελευθεριών. Αυτά διεκηρύσσοντο από μέρους του αρχηγού της κυβερνήσεως την πρωίαν της 14ης Ιουλίου 1936, είκοσι δηλαδή ημέρας προτού ανατείλη ο ήλιος της δικτατορίας!

Εν τω μεταξύ ογκόλιθος ερρίπτετο εις τα κυβερνητικά τέλματα. Ο αρχηγός της επαναστάσεως του 1922 απέστειλλεν εκ Παρισίων προς δημοσίευσιν εις την εν Θεσσαλονίκη εκδιδομένην εβδομαδιαίαν εφημερίδα «Ελληνικός Βόρράς» βαρυσήμαντον ενυπόγραφον άρθρον εις το οποίον εκηρύσσετο υπέρ της εγκαθιδρύσεως δικτατορικού καθεστώτος προς ανόρθωσιν της Ελλάδος και τελευτών έκαμεν έκκλησιν προς τον πρωθυπουργόν Ιω. Μεταξάν να μη διστάση ν΄αναλάβη τας ευθύνας της κηρύξεως της δικτατορίας.
Ως ήτο επόμενον , το απροσδόκητον αυτό άρθρον του αρχηγού της επαναστάσεως, επέδρασν επί των κεκηρυγμένων υπέρ της δικτατορίας κυβερνητικών παραγόντων , αυτός δε ούτος ο Μεταξάς καλέσας παρ’ αυτώ τον Ιωάννην Διάκον , τον εξουσιοδότησεν όπως έλθη αμέσως εις επαφήν με ωρισμένους παράγοντας του κόμματος των φιλελευθέρων και ιδιαιτέρως με τον δευτερότοκον υιόν του αποθανόντος αρχηγού των φιλελευθέρων Σοφοκλήν, οι οποίοι ως είχε γνωσθή, ευαρέστως παρηκολούθουν την εκδηλουμένην κίνησιν υπέρ της δικτατορίας.
Πράγματι ο Ιωάννης Διάκος ανέπτυσσεν έκτακτον δραστηριότητα δια την εφαρμογήν των σχεδίων των κατά του πολιτεύματος πράγμα όπερ επροκάλεσε τον θαυμασμόν και αυτού του αρχηγού της κυβερνήσεως, ο οποίος εις περιωρισμένον κύκλον φίλων του την ημέραν της κηρύξεως της δικτατορίας έλεγε χαριεντιζόμενος:
-Tα συγχαρητήριά σας δεν ανήκουν εξολοκλήρου σε μένα. Αυτός ο «σατανικός" Διάκος μας τα εμαγείρευσε τόσον καλά, ώστε να έχωμεν την 4ην Αυγούστου.
Ο Διάκος συνηντάτο αλληλοδιαδόχως με τον Σοφοκλήν, τον πρώην υπουργόν κ. Γεώργιον Μαρήν, τον έμπιστον του αρχηγού των φιλελευθέρων ιατρόν κ.Σκουλάν και με τον μετέπειτα γενικόν διοικητήν Κρήτης κ.Πότην Σφακιανάκην.
Όλοι οι ανωτέρω παράγοντες του κόμματος των φιλελευθέρων , εις τας μετά του Διάκου μακράς συνομιλίας των ενεθάρρυνον την ιδέαν της δικτατορίας Μεταξά.
Ο κ.Γεώργιος Μαρής υπερθεματίζων δια να εκδικηθή τους φιλελευθέρους δια την διαγραφήν του εκ των στελεχών του κόμματος , συνεπεία των γνωστών εναντίον του καταγγελιών , παρώτρυνε τον Σοφοκλήν να μετάσχη και αυτοπροσώπως της κυβερνήσεως. Ο ιατρός κ. Σκουλάς σφίγγων το χέρι του Διάκου παρεκάλει να διαβιβασθούν αι θερμότεραι ευχαί του προς τον Μεταξά, ο δε κ.Σφακιανάκης εδέχετο, με εντολή του Σοφοκλή , την προσφερομένην παρά του Διάκου θέσιν του γενικού διοικητού Κρήτης.
Κατάπληκτος ο Διάκος εκ της γενομένης υποδοχής από μέρους των στενωτέρων φίλων του αποθανόντος αρχηγού των φιλελευθέρων της ιδέας της δικτατορίας , έσπευσε προς τον Μεταξάν, τον οποίον ενημέρωσε επί των ικανοποιητικών συνομιλιών του μετ’ αυτών δια την προώθησιν της εφαρμογής των σχεδίων των.
Η αναφορά του Διάκου επί των κινήσεών του και των συνομιλιών του μετά των ως άνω φιλελευθέρων απετέλεσε την αποφασιστικωτέραν προσγείωσιν του Ιω,Μεταξά εις την κατάλυσιν του πολιτεύματος δια της εγκαθιδρύσεως της δικτατορίας.
Ο Μεταξάς ολόχαρος εκ των απροσδοκήτων εκδηλώσεων του υιού του αρχηγού των φιλελευθέρων , εξουσιοδότησεν τον Διάκον ίνα σπεύση εις αυτόν και του προσφέρη τη αντιπροεδρίαν της κυβερνήσεως…..
Η δελεαστική πρότασις του Διάκου , ενεργούντος κατ’ εντολήν του Μεταξά, ήνοιγε τους κρουνούς των αισθημάτων του Σοφοκλή εις το δικτατορικόν κατασκεύασμα και η επακολουθήσασα χειραψία Σοφοκλή –Διάκου επεσφράγιζε την απόφασιν της κηρύξεως της δικτατορίας ως και την συνεπεία ταύτης ανάληψιν εκ μέρους του υιού του αρχηγού των φιλελευθέρων του αξιώματος του αντιπροέδρου της δικτατορικής κυβερνήσεως. Ολίγον αργότερον επραγματοποιείτο και συνάντησις του Σοφοκλή μετά του Μεταξά.
(Εφημερίδα ΠΡΩΙΝΟΣ ΤΥΠΟΣ 21/5/41)

Κυριακή, 26 Μαΐου 2019

Ο ΚΟΔΡΟΣ

Μίαν φοράν αι Αθήναι επολιορκούντο υπό των Δωριέων. Η Πυθία είχεν ειπή ότι οι εχθροί θα καταλάβουν την πόλιν εάν δεν φονεύσουν τον βασιλέα της. Αν τον φονεύσουν , δεν θα την καταλάβουν..Ο Κόδρος ήτο βασιλεύς πατριώτης. Απεφάσισεν αμέσως να θυσιασθή. Δεν θα άφηνε να περιέλθουν αι Αθήναι εις τον εχθρόν. Αλλά ο χρησμός ήτο γνωστός και εις τους Δωριείς.Και οι Δωριείς είχαν τον νουν των να μη φονεύσουν τον βασιλέα. Ο Κόδρος εν τουτοις επέτυχε να θυσιασθή. Περιεβλήθη στολήν αγρότου , έλαβεν ένα δρέπανον , επροχώρησεν εις το στρατόπεδον των Δωριέων, και δια του δρεπάνου του, εφόνευσεν ένα εξ αυτών. Τότε είς άλλος Δωριεύς εφόνευσε τον Κόδρον. Όταν το αντελήφθησαν οι Δωριείς , εφοβήθησαν και έλυσαν την πολιορκίαν . Ο βασιλεύς είχε θυσιάσει την ζωήν του, αλλά έσωσε την πατρίδα του. Οι Αθηναίοι εθαύμασαν την άφθαστον φιλοπατρίαν του βασιλέως των. Και την εθαύμασαν τόσω ώστε κατήργησαν την βασιλείαν , κρίνοντες ότι δεν ήτο δυνατόν να ευρεθή άλλος βασιλεύς αντάξιος του Κόδρου. 
 Μετά από  εικοσιπέντε και πλέον αιώνας , ένας άλλος βασιλεύς -ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος – ευρέθη πολιορκημένος εις την πρωτεύουσάν του από τους εχθρούς. Εκείνοι του παρήγγειλαν  να παραδώση την πόλιν , να πάρη τους θησαυρούς του, τους μεγιστάνας του , την αυλήν , και να στήση αλλού το βασίλειόν του : Εις την Πελοπόννησον . 
Ο βασιλεύς ηρνήθη . Είπεν : «Όχι.» Είπε:«θα πολεμήσωμεν μέχρις εσχάτων.»
Έμεινε λοιπόν , ο βασιλεύς.
Έμεινεν , ηγωνίσθη μεtαξύ των  στρατιωτών του  ως στρατιώτης, και έπεσεν εις την πύλην του Ρωμανού. Οι βυζαντινοί  εθαύμασαν την άφθαστον  φιλοπατρίαν  του βασιλεώς των. Και την εθαύμασαν τόσω , ώστε επίστευσαν όλοι , και τότε, και επί γενεάς γενεών, ότι βασιλεύς, όπως ο Κωνσταντίνος δεν ήτο δυνατόν  να αποθάνη. Θα ξαναζούσε μίαν ημέραν: O μαρμαρωμένος βασιληάς….
Αυτά τα παραδείγματα- και ανάλογα άλλα- παρέχουν αι μυριοπληθείς  σελίδες της ελληνικής ιστορίας. Είνε λοιπόν φυσική , και εκφράζει  την οργήν και την σκέψιν  όλων ανεξαιρέτως των Ελλήνων μία παρατήρησις , την οποίαν  διατυπώνει  εις την προκήρυξιν της η σχηματισθείσα χθες κυβέρνησις. Η παρατήρησις , ότι εκείνοι , οι οποίοι έφυγαν , απαιτούν  από όλους μας  να συνεχισθή ο αγών»!
Να συνεχισθή ο αγών; Ποίος αγών ; Η καταστροφή ; Ποίος αγών;  Ο «σφαγιασμός» και η «αυτοκτονία» εις την οποίαν ερρίφθη η ατυχής χώρα , αβοήθητος τελείως , και εστερημένη  των μέσων ν’ αντεπεξέλθη εις τοιαύτην επίθεσιν;
Ποίος αγών;
Δεν υπάρχει είς άνθρωπος εις τον κόσμον , ούτε είς , ο οποίος, τουλάχιστον  εκ των υστέρων , να μη κατανοή ασφαλώς, ότι: Αυτός ο αγών απεφασίσθη , μόνον και μόνον  διότι εκείνοι  που τον απεφάσισαν , καίτοι τον εγνώριζαν απέλπιδα και άσκοπον, είχαν υπ’ όψιν των  απ’ αρχής να διεξαχθή ο αγών  από τα παιδιά του ελληνικού λαού , να υποστή τον όλεθρον  η χώρα , αυτοί δε να φύγουν εγκαίρως.
Δεν υπάρχει εις τον κόσμον  άνθρωπος, ούτε είς, αγνοών  ότι, αν είχαν καρφωθή  επί του εδάφους ττων Αθηνών  τα πόδια εκείνων  οι οποίοι έλαβαν  την απόφασιν  περί του αγώνος, δεν θα τον απεφάσιζαν. Τον απεφάσισαν διότι είχαν προαποφασίσει  να φύγουν. Και έφυγαν. Και έφυγαν  μαζί των φίλοι , συνέταιροι , φίλοι των φίλων , άνθρωποι της συντροφιάς. Και πραγματοποιούν τώρα , μερικοί εξ αυτών , ταξίδια, τα οποία ούτε μαχαραγιάδες  δεν θα απετόλμων. Και συναπεκόμισαν όλον τον χρυσόν, δια να μη τον πάρη, υποτίθεται , ο νικητής , και όλο το κάλυμμα της δραχμής , και όλα τα χαρτονομίσματα.
Όλα. Η τράπεζα  αναγκάζεται να θέτη εις κυκλοφορίαν τώρα χαρτονομίσματα τρύπια, και τραπεζογραμμάτια ακυρωθέντα, και παντός είδους «παληάτσες», διότι δεν έμεινε  χιλιόδραχμον εις τον τόπον.
Τα επήραν όλα. Δεν έγινε δε μόνον η υποτιθεμένη μεταφορά του δημοσίου θησαυρού υπό του κράτους , το οποίον , το οποίον μετεκομίζετο  χάριν της «συνεχίσεως του αγώνος». Ειδών-ειδών άνθρωποι , άλλοι με αμφιβόλους ιδιότητας, άλλοι με καμμίαν, εγέμισαν κιβώτια με χρήματα, τα επήραν , κι έφυγαν. Πώς τα επήραν; Ποίαι τράπεζαι αρνούμεναι εις τον πτωχόν κοσμάκην, δάνειον εκατόν δραχμών, τους έδωσαν;
Εκπληκτόμεθα πώς τα επήραν…. Αλλά ιδικός των ήτο ο τόπος .Ιδικά των και τα εν αυτώ.
Και πώς να μη τα πάρουν; Εκείνοι απεφάσισαν  να καή η Ελλάς και να σφαγούν οι Έλληνες, χωρίς να ερωτήσουν  κανένα. Φεύγοντες , διέταξαν  να εξακολουθήσουν  φονευόμενα τα τέκνα σας  και να μη παύσουν καιόμεναι αι ελληνικαί πόλεις. Και δεν θα έπαιρναν  το προϊόν του μόχθου σας , ό εστί  τα χρήματα των ταμείων;
Έφυγαν…Πόσα προβλήματα αφήκαν οπίσω των!...
Αυτά τα προβλήματα- όπως η τύχη του εν αιχμαλωσία  στρατού, η πρόνοια δια τα θύματα του πολέμου , η εξασφάλισις του επισητισμού , των συγκοινωνιών  και της τάξεως , ακόμη δε η παροχή εργασίας και η ανοικοδόμησις της εθνικής οικονομίας- είνε τα ακανθωδέστατα θέματα τα οποία καλείται να επιλύση η νέα κυβέρνησις με όσας δυνάμεις και μέσα απέμειναν  εις τον τόπον.
Από την Αλβανίαν έως την Αττικήν  πλανώνται εις τα βουνά. Ως αν φαντάσματα, θύματα του πολέμου: Στρατιώται που έχασαν  τον δρόμον, γυναικόπαιδα πόλεων  και χωρίων, που κατεστράφησαν. Εκατοντάδες χιλιάδων οικογενειών  δεν έχουν πλέον σπίτι.Τα ορφανά, αι χήρες, αι μητέρες που δεν πενθούν  διότι δεν έχουν μαύρα  να φορέσουν είναι μυριάδες.

Ο Θεός, ας  βοηθήση εκείνους, οι οποίοι ανέλαβαν να επουλώσουν τας πληγάς της Ελλάδος.

Πέμπτη, 2 Μαΐου 2019

ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ : ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ(1922-1923)

ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΣΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ- ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ
Από τη νέα αυτή θέση μας είδαμε κάτω μπρος μας λουρίδα θάλασσας του κόλπου της Σμύρνης. 
Σύγχρονα όμως μπρος μας, σε αρκετή απόσταση, μέσα από μικρή κοιλάδα, μάλλον χαράδρα, φάνηκαν καβαλλάρηδες, όχι περισσότεροι από 200-250, οι οποίοι ρχόντουσαν προς το μέρος μας. Οι αξιωματικοί μας που παρατηρούσαν με τα κιάλια τους είπαν ότι ήταν τούρκικο ιππικό και ότι πίσω απ’ αυτούς που φαίνονταν, έρχονταν και άλλη φάλαγγα. Διαδόθηκε σύγχρονα μεταξύ των στρατιωτών ότι στ’ αριστερά μας υψώματα ήσαν πολυβολεία. Αλλά εκ των υστέρων αποδείχτηκε ότι η διάδοση αυτή δεν ανταποκρινόταν σε αληθινά πράγματα, γιατί στρατιώτες που έφυγαν προς αυτή την κατεύθυνση, έφτασαν στη θάλασσα στον Τσεσμέ, χωρίς να προσβληθούν από εχθρικά τμήματα.
Οι συνταγματάρχες Ζεγκίνης και Θεοδώρου με τους αξιωματικούς του επιτελείου των άρχισαν να συσκέπτονται για ν' αποφασίσουν τί να κάνουν. Και ακούστηκε απ’ αυτούς η λέξη «παράδοση». Μόνος ο επιτελάρχης ταγματάρχης Σιώρης ακού­στηκε να ζητάει έναν πολυβολητή, για να βάλει κατά των επερχομένων καβαλλάρηδων. Αλλά η διά­λυση ήταν τόσο ολοκληρωτική ώστε τίποτα δεν έγινε για αντίσταση.
Αν και οι περισσότεροι στρατιώτες φώναζαν «δεν παραδινόμαστε» κανένας αξιωματικός δεν πήρε την πρωτοβουλία να μας συντάξει και να μας οδηγήσει σε αντίσταση. Αντίθετα προσπαθούσαν να μας πείσουν ότι φτάσαμε σε αδιέξοδο και ότι μόνο με την παράδοση μας θα σωνόμαστε, γιατί έτσι θα πηγαίναμε στη Σμύρνη, εκεί θα παραδίναμε τα όπλα μας και θα φεύγαμε ελεύθεροι για την πα­τρίδα μας.
Κείνες τις στιγμές είδα τον υπασπιστή του 18ου συντάγματος. Λοχαγό Πέτρο Αλεξόπουλο, χωρίς να ειπεί τίποτα, να σπιρουνίζει τα’ άλογο του και ν’ απομακρύνεται.
Όταν γύρισα από την αιχμαλωσία τον είδα στην Αθήνα και όπως έμαθα, ήταν κατήγορος της διοίκησης μας, για την αιχμαλωσία μας. Ότι όμως ο ίδιος παράτησε το σύνταγμα του κι’ έφυγε, χω­ρίς να ενεργήσει τίποτα για να το σώσει ή ν' αγωνιστεί, κανείς δεν το γνώριζε. 
Η διοίκηση μας αποφάσισε την παράδοση και στάλθηκε προς τους επερχόμενους τούρκους καβαλλάρηδες κήρυκας, με λευκή σημαία, ο ανθυπο­λοχαγός - διερμηνέας Σταυρίδης όταν αυτοί βρί­σκονταν σε μικρή απόσταση από μας, μάλλον για ν’ αναγγείλει ότι παραδινόμαστε παρά για να διαπραγματευτεί όρους.
Με τη σκέψη ότι απ’ εκείνη τη στιγμή θάμαστε αιχμάλωτοι των τούρκων έννοιωσα σαν να μη ζω πια. Αδιαφορώντας για το τι γινόταν γύρω μου, έσπασα το όπλο μου, μάνλιχερ, κτυπώντας το σε βράχο, αφού πρώτα έβγαλα το ουραίο του, το διάλυσα και σκόρπισα τά κομμάτια του και έβγανα από δερμάτινη θήκη του το στο ζωστήρα μου κρε­μασμένο πιστόλι με το δεξί μου χέρι και μ’ αυτό θ' αυτοχτονούσα.
Δίπλα μου , βρισκόταν ο φίλος μου λοχίας του επιτελείου μας Γιώργος Κωνσταντινίδης. Ακα­ριαία μ' αγκάλιασε κατά τρόπο που μούκλεισε στην αγκαλιά του τα χέρια μου, και μούπε: «Βασίλη, τί πας να κάνεις; δεν σκέπτεσαι τους δικούς σου; ότι μας συμβεί θα τα περάσουμε μαζί». Τα λόγια αυτά του Γιώργου Κωνσταντινίδη παράλυσαν τις δυνά­μεις μου και ξουθενωμένος πια διάλυσα και το πι­στόλι μου και πέταξα τα κομμάτια του.
Την ίδια στιγμή κοντά μας ακούσθηκαν διαδο­χικά δυο πυροβολισμοί και είδα δυο λεβεντόκορμους συναδέρφους να κοίτονται στο χώμα ματω­μένοι. Είχαν αυτοκτονήσει με τα όπλα τους. Ήταν ο Γιώργος Τσιτσεκλής και ο Νίκος Μαγγανιώτης, που κατάγονταν από τη Σμύρνη. Και οι δυο τους ωραία παλικάρια είχαν τελειώσει την Ευαγγελι­κή Σχολή της Σμύρνης και είχαν καταταγεί εθε­λοντές στο στρατό μας.
Ο Γιώργος Τσιτσεκλής, ψηλός, μελαχροινός με μαύρα μαλλιά και μαύρα μεγάλα μάτια. Ο Νίκος Μαγγανιώτης ψηλός καστανόξανθος με γαλανά μάτια. Και οι δυο τους δεν θα μπορούσαν ν’ ανε­χτούν αιχμαλωσία στους τούρκους και όπως ήσαν παιδιά γνωστών ελληνικών οικογενειών της Σμύρ­νης δεν τους ήταν δυνατό ν’ ανεχτούν ξευτελισμούς και βασανιστήρια από τούς τούρκους. Έ­μειναν εκεί νεκροί κοντά στους βράχους της κορφής των «Δυο Αδερφών» της Αγαπημένης των αλλά ξανασκλαβωμένης πατρίδας των Σμύρνης, που η λιγόχρονη λευτεριά της έσβυσε σαν όνειρο, αδερφωμένοι ο ένας πλάι στον άλλο, άταφοι !
Ο Ζεγκίνης και οι άλλοι αξιωματικοί που άκουγαν τους πυροβολισμούς και είδαν τους νε­κρούς άρχισαν να φωνάζουν. «Παιδιά μη το κάνε­τε αυτό' μη στενοχωριέστε, η αιχμαλωσία μας θα είναι λιγοήμερη? θα πάμε στην πατρίδα μας».
Πλησίασαν οι τούρκοι καβαλλάρηδες και η παράδοση σ’ αυτούς έγινε κατά ώρα 5 απογευματινή της 28ης Αύγουστου ημέρα Κυριακή.
Παραδόθηκε όλη η στρατιωτική δύναμη που βρισκόταν εκεί εκτός του τάγματος Βαμβακόπουλου, το οποίο σαν εμπροστοφυλακή και αριστερή πλαγιοφυλακή που είχε ταχτεί, είχε προχωρήσει μαχόμενο και όταν πλέον είχε νυχτώσει από τους βραδυπορούντες στρατιώτες του πληροφορήθηκε την παράδοση τού συντάγματος.
Όπως μάθαμε και αυτού του τάγματος τμήμα υπό τον λοχαγό Κατσίκαν παραδόθηκε την επο­μένη, και μόνο ο Βαμβακόπουλος με εξακόσιους (600) περίπου στρατιώτες και αξιωματικούς έφτα­σε στον Τσεσμέ και απ’ εκεί, όπως και άλλα τμή­ματα διεκπεραιώθηκαν στη ΧΙο.

ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΤΟ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΟ ΕΠΟΣ (1919-1922).