Σάββατο, 23 Ιουνίου 2018

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΧΡΥΣΟΧΟΟΥ: ΞΕΡΙΖΩΜΕΝΗ ΓΕΝΙΑ

ΣΤΟ ΚΑΡΑΒΙ

Κάποτε σταμάτησε ο θρήνος και το μοιρολόι. Μονάχα λυγμοί κι αναφιλητά ταράζουν τ' ανθρώπινα ρημάδια. Αυλακιές στα μάγουλα η καυτή αρμύρα απ' τα μάτια. Τρεμουλιάζουν τα σφαλιγμένα στόματα. Πηχτή χολή το σάλιο. Αγκάθια, οι πρησμένες αμυγδαλές, ξεγδέρνουν το λαρύγγι. Αγκομαχά το καράβι απ' το φορτωμένο πόνο.
Όταν έκανε να μερώσει ο δαρμός της ψυχής, άρχισαν οι ανάγκες του κορμιού. Ο ένας θέλει να πάει προς νερού του. Ο άλλος διψάει. Το παιδί ζητάει να φάει. Ο γέρος πονάει. Που όμως να κουνηθείς; Ούτε μπρος, ούτε πίσω. Φίσκα αμπάρι, μηχανές, κάτω, γύρω, παντού.
Μερικοί, κουρνιασμένοι στις άκρες, ξεσκεπάσανε τα κεφάλια. Βγάλανε τα γυναικεία ρούχα. Είναι άγουρα παλικαράκια κι ώριμοι άντρες. Καταφέρανε να ξεγλιστρήσουν ανάμεσα απ' τους Τούρκους. Οι τυχερές δε σκέφτουνται τη συμφορά. Ποιος λογαριάζει αν χάθηκε το βιος; Ποιος αν ξεριζώθηκαν; Ξέρουν, γρήγορα θα γυρίσουν πίσω. Φτάνει που έχουν τους άντρες κοντά τους. Όμως ακόμα φοβούνται.......
Η Χατζηνάσαινα με τα οχτώ της παιδιά κοίτεται σε μιαν άκρη. Ο άντρας της δεν κατάφερε να μπει στο καράβι. Την τελευταία στιγμή έμεινε έξω. Πρόφτασε ν' αρπάξει ο Κλήτος απ' τα χέρια του το Λευτεράκη. Σα χαμένος απόμεινε εκείνος να κοιτάζει με τα φακιόλι και τα γυναικεία ρούχα. Φώναζε, τσίριζε η γυναίκα του απ' την κορφή της ανεμόσκαλας. Τραβούσε τους ναύτες απ' τα μανίκια. Έδειχνε με τα χέρια προς το μέρος του. Τίποτα. Κάποια στιγμή τον έχασε απ' τα μάτια της. Ρουφήχτηκε απ' τ' αλαφιασμένο μπουλούκι. 
Ξαφνικά σφύριξε η μπουρού. Έβαλε μπρος η μηχανή. Στρίγγλιζαν οι αλυσίδες. Σηκώθηκε η άγκυρα. Ξεκίνησε το καράβι. Ουρλιάζει, δέρνεται το γυναικομάζωμα. Μετά ήρθε ο θρήνος και το μοιρολόι... 
Πόσες ώρες είναι που ξεκίνησαν; Η Νάσαινα ακόμα κλαίει. Μετράει και ξαναμετράει τα παιδιά της. Δόξα σοι ο Θεός, σωστά είναι. 
Κοντά της μια μικρή γυναίκα βαστάει ένα λεχούδι. Ώρα παιδεύεται να το βυζάξει. 
—Από χτες έχει να φάει, παραπονιέται η νέα μητέρα. 
—Μη στέρεψε το γάλα σου; 
—Να, κάτι στάζει, ζουπάει με τα δυο δάχτυλα το βυζί. 
—Δοκίμασε πάλι. Τι θαρρείς; Έχασε κι αυτό τη βολή του. Το χέρι οδηγεί τη ρόγα στο σφαλισμένο στόμα. Εκείνο δε λέει να τ' ανοίξει. Η ρόγα σεργιανά στα ξασπρισμένα χειλάκια. Τα πασπατεύει. Ψάχνει να βρει δρόμο να χωθεί. Τρεμοσάλεψε το στοματάκι. Πρόφτασε η μάνα να το μπουκώσει με τη ρόγα της. Μια ρουφηξιά. Δυο ρουφηξιές. Ξαφνικά σταμάτησε τα μωρό να βυζαίνει. Ανησυχία την αντάριασε. Γυροφέρνει τη ρόγα με τα δάχτυλα μέσα στο στόμα. Την κουνά πέρα δώθε. Είναι πρωτάρα. Δεν έχει χρόνο παντρεμένη. Τώρα μπήκε στα δεκαοχτώ, θυμάται, πριν ένα μήνα, όταν της είχε βάλει για πρώτη φορά η μαμή το μωρό στο πλάι της, σαν παλαβό έψαχνε το ορθάνοιχτο στοματάκι του να βρει τη ρόγα. Κι όταν τη βρήκε, την άρπαξε λιμασμένα. Τη σφήνωσαν τα χειλάκια και την πιπίλιζαν σφιχτά - σφιχτά, λες και χρόνια το δασκάλευαν πώς να βυζαίνει. Τώρα η ρόγα της έμεινε φυλακισμένη στο στοματάκι του. Θεέ μου, σα να μη σαλεύει το μωρό! Ένα σύγκρυο γλίστρησε στα σωθικά της. Πασπατεύει το κορμάκι του. Ξυλιασμένο, μπούζι. 
—Το παιδί μου, το παιδί μου! Χριστιανοί, πέθανε το παιδί μου, φωνάζει και περιμένει να της πουν ότι είναι ψέματα. 
Η Νάσαινα κοιτάει να την παρηγορήσει. 
—Είναι αβάφτιστο, ασαράντιστο, δέρνεται η μικρή μάνα. Ψυχή μου, τζιέρι μου, ούτε παπά να σε διαβάσω, ούτε γης να σε θάψω. Τι θα πω στον πατέρα σου, όταν σμίξουμε; 
—Σταμάτα πια. Τ' αγάπησε ο Θεός, το γλίτωσε. Ποιος ξέρει τι μας μέλλεται εμάς... κλαψουρίζουν οι γυναίκες τριγύρω. 
Το πήρε μια γριά. Του σταύρωσε τα χεράκια. Το τύλιξε σ' έναν μποχτσά. Ετοιμάστηκε να το πετάξει στη θάλασσα. 
—Όχι, όχι, τ' αρπάει η μάνα. Δεν αφήνω το παιδί μου αδιάβαστο κι άταφο. 
Το σφίγγει στην αγκαλιά της. Γέρνει το κεφάλι της απάνω του και μένει ασάλευτη. 
Το μεσημέρι μοίρασαν παστές σαρδέλες, κασκαβάλι και γαλέτες. Στα μωρά δώσανε μπισκότα και γάλα του κουτιού. Ύστερα απ' το φαΐ, όλοι το ρίξανε στο νερό. ..... 
Ο αγέρας δυναμώνει. Ένα απότομο τράνταγμα τίναξε τον κόσμο. Πατάει τις φωνές η γυναίκα με το πεθαμένο μωρό στην αγκαλιά. 
—Σπλάχνο μου, καρδιά μου. 
Σα να 'ταν σύνθημα, άρχισαν κι οι άλλες. 
—Παιδί μου. 
—Πατέρα. 
— Γιόκα μου, γιόκα μου, θα σε ξαναδώ άραγε; 
—Κοριτσάκι μου, που να 'σαι; Καλύτερα να πεθάνεις παρά να τουρκέψεις. 
Μπήγουν τα κλάματα τα μωρά. Πατάνε τις φωνές τα παιδιά. Ξαναρχίζουν οι γυναίκες το μοιρολόι. Ο άνεμος δυναμώνει... Αγρίεψε η θάλασσα. Ταρακουνιέται το καράβι. Τσιριές, κλάματα, βογκητά χτυπάνε τη νύχτα. Έσμιξε ο θρήνος των ανθρώπων με το μούγκρισμα των κυμάτων, το πάλαιμα των στοιχειών. Σπάραζε το σκοτάδι. 
Το πρωί ησυχία. Ασπρογάλανη γαλήνη στην πλάση. Σε λίγο βάφτηκαν τα νερά τριανταφυλλιά. Κι όταν ο ήλιος ανέβηκε, τρεμούλιαζαν φως και ασήμι. 
Μοίρασαν γαλέτες και κεφαλοτύρι για πρωινό. 
—Ρίξε το παιδί στη θάλασσα. Δεν καταλαβαίνεις; Όπου να 'ναι θ' αρχίσει να μυρίζει, λένε στη γυναίκα με το πεθαμένο μωρό. 
—Όχι, όχι, δέρνεται εκείνη. 
—Μα αφού πέθανε πια. 
Σαν είδε ότι δε γίνεται αλλιώς, άρχισε να παρακαλεί. 
—Ας το διαβάσει τουλάχιστο ένας παπάς. 
—Καλέ, τι τον θέλετε τον παπά; Αυτό είναι αγγελούδι. Δεν έχει αμαρτίες, λέει μια μεσόκοπη με άσπρα μαλλιά. 
Αρπάει το παιδί απ' την αγκαλιά της μάνας, δένει το μποχτσά, που ήτανε τυλιγμένο, το σταυρώνει με το χέρι και το ρίχνει στη θάλασσα. Ένα «μπλουμ» ακούστηκε. Το «μπλουμ» μπουνιά χτύπησε τα σπλάχνα της Ιφιάνασσας. «Παναγίτσα μου, πάει το μωρό... Τώρα; Αν το φάνε τα ψάρια; Μπορεί να το τρώνε κιόλας...». Νιώθει τα δόντια τους στο κορμί της. Πάγωσε. Όχι, όχι... «Αυτό είναι αγγελούδι» είπε η γυναίκα με τ' άσπρα μαλλιά. Πώς είναι αγγελούδι, αφού είναι αβάφτιστο; Δεν της είχε πει η Βαγγελίτσα, τότε στο αμπέλι τους, ότι τα αβάφτιστα παιδιά δε γίνονται αγγελούδια; 
Ξαφνικά ένας γλάρος πέταξε. Ζυγιάζει τα φτερά του στο μέρος που 'πεσε το παιδί. Βουτάει στα νερά. Σε λίγο σηκώνεται. Οι κάτασπρες φτερούγες μοιάζουν με φτερούγες αγγέλου. Λες, αυτός ο γλάρος να 'ναι αγγελούδι; Και βέβαια είναι. Είναι η ψυχή του μωρού που πέθανε. Χάρηκε η Ιφιάνασσα στη σκέψη ότι το παιδί έγινε αγγελούδι. Ο γλάρος έκανε λίγους κύκλους ακόμα και πέταξε ψηλά.


Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ: ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ

XVIII
Μπήκαμε σε μια φάλαγγα, δυο χιλιάδες άντρες και ξεκινήσαμε για την αιχμαλωσία. Μας παραδώσανε δίχως καταστάσεις στο απόσπασμα που θα μας πήγαινε στη Μαγνήσια. Υποψιαστήκαμε πως μόλις βγούμε παραόξω θα μας ξεκάνουνε. Το κακό άρχισε μέσα στα σοκάκια της Σμύρνης. Δεν προλάβαμε να ξεκινήσουμε κι ένας κόσμος εξαγριωμένος, διψασμένος για εκδίκηση, έπεσε πάνω μας με ξύλα, πέτρες, σίδερα.
- Βουρ, Βουρ, κεραταλάρ!
Απ τα μπαλκόνια πετούσανε μπουκάλες και δοχεία μ' ακαθαρσίες. Ίσαμε να φτάσουμε στο Μπασμάχανε, πενήντα πέσανε νεκροί. Τους πληγωμένους τους τραβούσανε πέρα απ τη γραμμή οι ίδιοι οι φύλακες και τους λέγανε ειρωνικά:
- Ώχου! Ώχου, τους καημένους! Ελάτε να σας πάμε στο νοσοκομείο...
Και τους σκοτώνανε! Όσοι καταφέραμε και βγήκαμε ζωντανοί από τη Σμύρνη είπαμε «Δόξα σοι ο Θεός! Γλιτώσαμε...» Βιαστήκαμε. Παραόξω μας περιμένανε τα χειρότερα. Τα τουρκοχώρια, μόλις μας παίρνανε χαμπάρι, κατεβαίνανε στη δημοσιά να πάρουν εκδίκηση. Ο κάθε Τούρκος φώναζε σαν μανιακός:
- Εμένα μου σκοτώσανε το παιδί!
Εμένα τη γυναίκα!
Εμένα κάψανε το σπίτι μου!
Αρπάξανε από την τετράδα μας το Λύσαντρο, δάσκαλο απ τα μέρη του Πόντου, του σκίσανε την κοιλιά με μια μαχαιριά, τον βάλανε και βάδιζε κρατώντας τ' άντερα του στα χέρια! Τον κατηγόρησε ένας γέρος, που τα τσίμπλικα μάτια του δεν καταλάβαινες αν ήταν ανοιχτά ή κλειστά.
- Να, αυτός είναι! Αυτός, και τον έδειχνε με το δάχτυλο.
Δυο τσέτες χίμηξαν πάνω του.
- Όχι, δεν είμαι εγώ. Δεν μπορεί να λέει εμένα! φώναξε ο Λύσαντρος, που δεν ήξερε ούτε το γέρο ούτε γιατί τον κατηγορούσε.
Οι τσέτες τον χτυπούσανε με μανία, όπως χτυπάς ένα κούτσουρο που δε λέει να σπάσει.
- Κερατά, γκιαούρη, εσύ μας έκαψες το σπίτι!
- Μην κολάζεστε. Δεν είμαι εγώ. Εγώ δεν τα ξέρω τούτα τα μέρη. Ποτέ δεν ήρθα... Πο...τέ...
Η μαχαιριά άνοιξε την κοιλιά του. Ο Τούρκος χούφτιασε τ' άντερα.
- Πάρε στο χέρι την πλερωμή σου! Βάδιζε! Ακούς; Βάδιζε!
Τον άρπαξε απ το γιακά, τον έστησε ορθό. Κείνος γλιστρούσε χάμω σαν ρούχο. Λίγα βηματάκια μπόρεσε να κάνει κι ύστερα έπεσε νεκρός.
- Απαπά! έμπηξε ένα απελπισμένο κλάμα ο Αρίστος ο αλμπάνης, που ήταν πλάι στο Λύσαντρο.
Απαπά! Λάθος έγινε!
Δεν είχαμε πνοή για να βγάλουμε κρίση. Δεν είχαμε σάλιο στο στόμα. Η δίψα έκαιγε τα σωθικά. Δίψα, κάψα, κορακίλα! Περπατούσαμε τρεις μέρες δίχως γουλιά νερό. Περνούσαμε ποτάμια και βρυσούλες, πηγές, μάγγανα, ρυάκια και δε μας αφήνανε ούτε τ' αχείλι μας να βρέξουμε. Όποιος δεν άντεχε, τον σκότωναν.
Ένας μαφαζάς καβάλησε στο σβέρκο τ' αδερφού μου, για να περάσει το ποτάμι δίχως να βραχεί. Του κλώτσαγε την κοιλιά με τις αρβύλες και φώναζε χασκογελώντας.
- Ντέι! Ντε! Τσε! Τσε!
Έβλεπα τις φλέβες στο λαιμό του Κώστα να φουσκώνουνε το πρόσωπο του μπλάβο, τα μάτια του θολά. Το στήθος ανεβοκατέβαινε. Ήξερα πόσο περήφανος και λεβέντης ήταν και περίμενα με λαχτάρα να γκρεμίσει το βασανιστή του, να του δαγκώσει το λαρύγγι κι ας τον σκότωναν. Μα ο Κώστας διψούσε, μόνο διψούσε' δε θυμόντανε τίποτ' άλλο!
- Αμάν, πες πως είμαι, ζωντανό! Το ζωντανό τ' αφήνεις απότιστο;
Ντέε, ντέι! Γκιαούρη, θεριό! Τον κλοτσούσε πιο δυνατά. Τα ζωντανά είναι αθώα πλάσματα, δεν είναι μοβόρα, σαν ελόου σας.
- Αμάν, άφησε με, να βρέξω τη γλώσσα μου! Για χάρη του Αλλάχ.
Δεν τον άφηκε! Κι έκλαιγε σαν παιδί...
Θα ήτανε δυο τ' απόγεμα, πάνω στην ντάλα κάψα, όταν μας ρίξανε για ...ξεκούραση σε κάτι ανατιναγμένες μπαρουταποθήκες. Το χώμα κι οι πέτρες καίγανε λες ήτανε αναμμένο καμίνι. Λίγοι βγήκαμε ζωντανοί από κει μέσα. Άντρες δυνατοί, ψημένοι, πέφτανε χάμω, κυλιόντανε σαν λαβωμένα φίδια και φωνάζανε απελπισμένα:
- Σού-ού! Σούουου! (Νερό! Νερόοο!)
Ύστερα οι φωνές σβήσανε σιγά σιγά, τα στόματα μέναν ανοιχτά, τα μάτια ακίνητα. Ποιος είδε θάνατο από δίψα! Εμείς αντέξαμε, δεν τρελαθήκαμε. Μας βάλανε με άλλους πεντακόσιους αιχμάλωτους σ' ένα στρατόπεδο περιφραγμένο με συρματόπλεγμα. Όξω απ' το συρματόπλεγμα ήτανε μια μεγάλη βρύση με τρεις κάνουλες και τρεις γούρνες. Στεκόντανε Τούρκοι, ποτίζανε τα ζωντανά τους. Πίνανε κι ατοί τους, δροσιζόντανε και μας περιπαίζανε. Τους παρακολουθούσαμε μ' άγριο μάτι. Ύστερα - πως έγινε - δίχως συνεννόηση, χιμήξαμε όλοι μαζί, αρπάξαμε τα συρματοπλέγματα και με μια μόνη κίνηση τα ξεριζώσαμε! Τρέξαμε ατή βρύση μ' αλαλαγμούς και μουγκρητά. Αρχίσαμε ν' αρπαζόμαστε στα χέρια, ποιος πρώτος θα πιει. Όλα γίνηκαν τόσο γρήγορα! Κανένας φρουρός δεν πυροβόλησε. Μας κοιτούσανε που δερνόμαστε και δαγκωνόμαστε αναμεταξύ μας.
Πριν φτάσουμε στο Αχμετλί, πήρανε τρακόσους, στην τύχη, και τους δώσανε σε μια φρουρά που πήγαινε για τ' Αιντίνι και ζητούσε αιχμαλώτους ν' ανοικοδομηθούνε τα χωριά. Μέσα σ' αυτούς ήμουνα κι εγώ κι ο φίλος μου ο Πάνος Σωτήρογλου. Τον αδερφό μου, την τελευταία στιγμή, τον τσάκωσε ο βασανιστής ο μαφαζάς.
- Εσύ μείνε! του έκανε. Είσαι γερό μουλάρι- σε χρειάζομαι.
Δεν προλάβαμε ν' αποχαιρετιστούμε. Τον παρακολούθησα με το μάτι. Χάθηκε μέσα στο πλήθος που απλώθηκε σαν λασπονέρι στη δημοσιά. Τους πηγαίνανε για τη Μαγνησία. Εκεί τις πρώτες μέρες, μέσα σε μια ντερεδιά, θερίσανε με τα πολυβόλα  σαράντα χιλιάδες αιχμαλώτους.

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2018

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΧΡΥΣΟΧΟΟΥ:ΠΥΡΠΟΛΗΜΕΝΗ ΓΗ

Στην Πέργαμο

Αν η κατάληψη της Μαινεμένης, με επικεφαλής το λοχαγό Καβράκο, έγινε ομαλά, δε συνέβη το ίδιο με την Πέργαμο. Στην αρχή, καμιά αντίσταση απ' τους Τούρκους. Τρεις μέρες ζουν όλοι το πανηγύρι της λευτεριάς. Ξαφνικά φτάνουν άσκημα νέα. Όλοι μιλούσαν για αιφνιδιασμό των Τούρκων, για μάχες.
Ανησύχησαν οι χριστιανοί. Σφίχτηκε η καρδιά τους. Ξεσηκώθηκε η Τουρκιά της Μαινεμένης. Έτοιμη να χτυπήσει. Το σύνθημα το 'δωσε ένας Τούρκος στα Σούσα-Γιολού, κοντά στο σταθμό. Σκότωσε έναν Έλληνα στρατιώτη, και τρέχει και χώνεται στον πλαϊνό δρόμο, στο σπίτι του. Πριν προφτάσουν να κινηθούν οι άλλοι Τούρκοι, συλλαμβάνεται απ' τους Έλληνες. Κυκλώνουν και το σπίτι του Τούρκου, και τον εκτελούν επί τόπου. Στήνουν πυροβόλα γύρω απ' τον Τουρκομαχαλά. Μαζεύουν τους Τούρκους απ' το δρόμο, τα σπίτια, τα μαγαζιά και τους κλείνουν στον αυλόγυρο της Άγιας Παρασκευής, στις τάξεις του σκολειού. Ο λοχαγός Νικολινάκος, ένας άντρακλας απ' τη Μάνη, δυο μέτρα μπόι, ανοίγει την αποθήκη του πολεμικού υλικού του στρατού και μοιράζει όπλα στους Μαινεμενλήδες. Τώρα, στρατός και πολίτες μαζί, φυλάνε καραούλι στους δρόμους. Φωνές, τρεχαλητά, πιστολίδι. Έκλεισε το τσαρσί, ερημώθηκε το Ρωμέικο, σφαλίστηκαν τα γυναικόπαιδα στα σπίτια.
Πεντέξι οικογένειες μαζεύτηκαν στο σπίτι του Χατζηνάσου. Καλύτερα, σε τούτες τις ώρες, να 'ναι όλοι μαζί. Ζαρωμένοι στην κάμαρα, ζαρώνουν πιο πολύ μόλις ακούνε το οπλοπολυβόλο να ρίχνει απανωτά.
—Πού να 'ναι ο Θανάσης; κλαίει η Ελένη.
—Πού να 'ναι οι άντρες μας, κλαίνε κι οι άλλες οι γυναίκες.
Κάμποση ώρα τίποτα δεν ακούγεται. Κάπου κάπου, κάνας περαστικός στο δρόμο.
Σε λίγο έφτασε λαχανιασμένος ο Θανάσης.
—Τι τρέχει; Έπαθε κανένας τίποτα; Πού είναι οι άλλοι;
—Ησυχάστε. Κανείς δεν πειράχτηκε.
—Και το πιστολίδι που έπεσε;
—Το κάναμε για εκφοβισμό. Όλοι ρίχνανε στον αέρα.
Εκείνη την ώρα έφτασε κι ο Μήτσος.
—Σκοτώσανε τον καϊμακάμη.
—Πώς, που; κρέμονται απ' το στόμα του όλοι.
—Μέσα στο δικαστήριο. Την ώρα που δίκαζε.
—Γιατί;
—Δεν ξέρω ακριβώς. Λένε, ότι μόλις έμαθε ο καϊμακάμης τα νέα της Περγάμου, ρίχνει απ' την χαρά του στον αέρα και, προκαλώντας τους Έλληνες, φωνάζει: «Έρχεται η σειρά σας». Ύστερα μπαίνει με όλο του το πάσο στο δικαστήριο κι αρχίζει τη δίκη. Δεν το βάσταξε ο Έλληνας δεκανέας που φύλαε σκοπός. Χύνεται μέσα και τον καρφώνει με τη λόγχη. Τότε μπήκαν κι άλλοι στρατιώτες κι αρχίζουν να ρίχνουν. Δυο σκοτώθηκαν. Καλά που προφτάσαμε εμείς και τους σταματήσαμε. Δεν τα βλέπω καλά τα πράματα.
—Εσύ πάντα απαισιόδοξος ήσουνα. Τώρα θ' αλλάξεις; λέει ο Θανάσης.
—Κι αν γίνει σφαγή κι εδώ, όπως στην Πέργαμο; αγωνιούν οι γυναίκες.
—Δεν υπάρχει τέτοιος φόβος. Οι Κρητικοί φυλάνε τα γεφύρια του Γκεντιζιού. Δεν κινδυνεύει η Μαινεμένη. Ύστερα, εδώ όλους τους ύποπτους Τούρκους τους έχουν συλλάβει.
Αναθάρρεψαν όλες. Μια μια φεύγουν για τα σπίτια τους.
Ολόκληρη τη μέρα ο κόσμος είναι ξεχυμένος στους δρόμους. Όλοι ζούνε την αγωνία για την τύχη της Περγάμου. Τη νύχτα έφτασαν οι ειδήσεις: «Υποχωρεί ο ελληνικός στρατός προς τη Μαινεμένη». Πολλοί οι νεκροί κι οι τραυματίες. «Σφαγές και φωτιά στην Πέργαμο».
Ξανάρχισε το χτυποκάρδι του πολέμου.
Απ' τα ξημερώματα, αραδιασμένες οι νοικοκυρές στις άκρες του Σούσα-Γιολού για την Πέργαμο, περιμένουν τους στρατιώτες. Απ' όλα είχανε μαζί τους. Βαμβάκι, γάζες, ιώδιο, σπίρτο, τρόφιμα, κουβέρτες, σεντόνια. Οι Μαινεμενλήδες προχώρησαν μ' άλογα, μ' αραμπάδες να βοηθήσουν. Μ' ερειπωμένη την ψυχή και το κορμί γυρίζει πίσω ο στρατός. Τα οχήματα, οι αραμπάδες γιομάτα τραυματίες. Πήρανε στα σπίτια, όσους ήτανε ελαφρά τραυματισμένοι. Τους άλλους, που ήτανε βαριά, τους πήγαν στη Σμύρνη, στα νοσοκομεία. Γέμισαν τα σπίτια απ' τα χτυπημένα φανταράκια. Όλοι μιλάνε για τη συμφορά που βρήκε την Πέργαμο. Οι νοικοκυρές στα σπίτια. Οι άντρες στο δρόμο. Κανείς δεν έχει κέφι για δουλειά. Ο στρατός ανασυντάσσεται. Περιμένει βοήθεια να εξορμήσει για ανακατάληψη της Περγάμου.
Στο καφενείο, όλοι κρέμονται απ' το στόμα του Κώστα Κώστογλου, που 'χε προσφερθεί να οδηγήσει απ' τη Μαινεμένη ένα τμήμα απ' το Πέμπτο Ελληνικό Σύνταγμα Πεζικού.
—Δε θα ξεχάσω με τι ενθουσιασμό ξεκινήσαμε. Όλα τα κορίτσια της Μαινεμένης βγήκαν στο Σούσα-Γιολού να ξεπροβοδίσουν το στρατό μας με λουλούδια και τραγούδια. Ώσαμε το τέλος του δρόμου ακουγότανε το τραγούδι τους.
«Βγήτε κορίτσια, βγήτε νιες, και ράνετε λουλούδια
στο δρόμο που πηγαίνουμε, πήτε γλυκά τραγούδια».

Με το τραγούδι στ' αυτιά μας, φτάσαμε στην Πέργαμο. Μόλις είχε η πόλη καταληφθεί απ' το Όγδοο Σύνταγμα Κρητών. Τίποτα δεν έδειχνε τη συμφορά που μας περίμενε. Οι Τούρκοι ήταν ευγενικοί. Προθυμοποιήθηκαν να μας προμηθεύσουν σφάγια: βόδια, αρνιά, κατσίκια. Ζήτησαν άδειες να πηγαινοέρχονται στα γύρω χωριά, να φέρουν στο στρατό μας τρόφιμα. Για να δείξει την ευαρέσκειά του ο Έλληνας διοικητής, παράγγειλε τρακόσια ψωμιά σε Τούρκο φούρναρη. Έκανε εντύπωση στους Τούρκους, γιατί τόσα λίγα ψωμιά! Κατάλαβαν ότι η δύναμη των Ελλήνων ήτανε μικρή. Συνεννοούνται με τα γύρω τουρκοχώρια, και σε τρεις μέρες, στις τρεις του Ιούνη, κατεβαίνουν χιλιάδες, κι αρχίζουν επίθεση όξω απ' την Πέργαμο. Οι δικοί μας αιφνιδιάστηκαν, όμως δεν τα 'χασαν. Αντιστέκονται με γενναιότητα. Την ώρα που πολεμά ο ελληνικός στρατός όξω απ' την Πέργαμο, χτυπούν οι ντόπιοι Τούρκοι τους χριστιανούς της πόλης. Σε λίγο γενικεύεται το κακό. Χιλιάδες Τούρκοι χτυπάνε από παντού. Οι Έλληνες, ούτε οχτακόσιοι σωστοί, πολεμούν ολόκληρη τη μέρα, χωρίς ελπίδα. Βοήθεια από πουθενά. Κομμένος ο τηλέγραφος με τη Σμύρνη. Την νύχτα αναγκάζεται ο συνταγματάρχης Σιρμακέζης να υποχωρήσει. Δημιουργείται σύγχυση. Παρατούν εφοδιασμό, ζώα κι οχήματα και φεύγουν. Μόνο τους τραυματίες μπόρεσαν να μεταφέρουν στη Μαινεμένη. Ανενόχλητοι πια οι Τουρκοι, ενώθηκαν με τους ντόπιους, κι άρχισαν τις λεηλασίες και να υποβάλουν τους χριστιανούς σε βασανιστήρια. Ατίμασαν κορίτσια κι ύστερα τα ξεκοίλιαζαν. Γδέρναν τους νέους. Κομμάτιαζαν με το πριόνι τους γέρους, πετάλωναν και κρεμούσαν τους στρατιώτες.
— Θεέ μου, ως πότε θα πλερώνει η Ρωμιοσύνη;

Απ' τις δυο ως τις εφτά του Ιούνη η Πέργαμος ήτανε στα χέρια των Τούρκων. Τα νέα, το ένα χειρότερο απ' τ' άλλο, σπάραξαν την πρώτη χαρά και τον ενθουσιασμό του κόσμου. Πέντε μέρες ο στρατός στη Μαινεμένη, προσπαθεί ν' ανασυνταχθεί. Περιμένει βοήθεια να εξορμήσει για την ανακατάληψη της Περγάμου. Τέλος, στις εφτά του Ιούνη, αφού έφτασε βοήθεια απ' τη Σμύρνη και το Δικελή, μαζί και τα δυο τάγματα απ' τη Μαινεμένη, ξαναπήραν την Πέργαμο.

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2018

ΑΓΓΕΛΙΚΑ ΜΠΑΛΑΜΠΑΝΩΦ: Η ΑΛΛΗ ΟΨΗ ΤΟΥ ΜΟΥΣΟΛΙΝΙ

File:Angelika Balabanova.jpgΚάθε φορά που καλούμαι να μιλήσω ή να γράψω για τον άνθρωπο αυτό αισθάνομαι τον εαυτό μου βαθιά ταπεινωμένο.
Είμαι σε θέση να έχω το δικαίωμα να ομιλώ και να γράφω για τον Μουσολίνι , γιατί με τον άνθρωπο αυτό αγωνιστήκαμε μαζί και συνεργασθήκαμε στο σοσιαλιστικό κόμμα της Ιταλίας, και δικαιούμαι να στιγματίζω τον Ιταλό δικτάτορα, γιατί υπήρξε προδότης του αγώνα μας.
Πρωτογνώρισα το Μουσολίνι στη διάρκεια ενός προπαγανδιστικού ταξιδιού στη γαλλική Ελβετία, σε μια μικρή κομματική συγκέντρωση της Λαζάνης[1].
Εκτός από τα νοσηρά εξημμένα μάτια του , η εμφάνισή του δεν έχει τίποτα το ιδιαίτερο που να κινεί τη προσοχή. Έδινε την εντύπωση ενός ανθρώπου δειλού , πράγμα που προφανώς έπρεπε να αποδοθεί στη νεαρή ηλικία του και τη οικονομική δυστυχία του. Ο Μουσολίνι δεν υπήρξε ποτέ του οικοδόμος όπως ισχυρίζεται , αλλά η αλήθεια είναι , ότι για μεγάλο διάστημα έζησε σε βάρος των φτωχών Ιταλών οικοδόμων της Ελβετίας, όπου είχε καταφύγει σαν πολιτικός εξόριστος. Η δειλία του και οι υλικές στερήσεις του, μου γέννησαν την επιθυμία να του φανώ χρήσιμη. Η μεγαλύτερη φιλοδοξία του την εποχή εκείνη ήταν να μεταφράσει στην ιταλική γλώσσα το θεωρητικό έργο του Κάουτσκι. "Η επόμενη ημέρα της επανάστασης." Με τη μετάφραση αυτή, είχε την ελπίδα να κερδίσει μερικά φράγκα. Οι άλλες φιλοδοξίες του γεννήθηκαν αργότερα [2].

Επειδή όμως δεν γνώριζε ούτε τη γερμανική γλώσσα , ούτε τους επιστημονικούς όρους του μαρξισμού , του πρότεινα να τον βοηθήσω στη μετάφραση.
Για το σκοπό αυτό , τον επισκεπτόμουν τακτικά κάθε φορά που ήμουν περαστική από τη Λοζάνη.
Ήδη από εκείνη την εποχή μου είχε κάνει εντύπωση η μεγάλη έλλειψη ηθικών αναστολών , και αυτή με ώθησε ν΄ασχοληθώ μαζί του από οίκτο [3] . Κατά τη πάροδο του χρόνου είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω από πολύ κοντά τη πολιτική και ψυχολογική του εξέλιξη , όταν ως απόκληρος της κοινωνίας των αστών κατόρθωσε με κόπο να αποκτήσει στοιχεία μάθησης και προσκολλήθηκε στην ιδεολογία του σοσιαλισμού, από το προπαγανδισμό του οποίου άρχισε σταδιακά τη πολιτική του δράση.
Ακόμα καλύτερα είχα την ευκαιρία να τον παρακολουθήσω στη σταδιοδρομία του στις τάξεις του ιταλικού σοσιαλιστικού κόμματος , όταν άρχισε να κερδίζει ψηλότερες εμπιστευτικές θέσεις, υπεύθυνη δικαιοδοσία και δόξα.
Τον παρακολούθησα από πολύ κοντά μέχρι τη στιγμή που η αχαλίνωτη φιλοδοξία του και το αίσθημα της εκδίκησης ενάντια στο σοσιαλιστικό κόμμα -που τον είχε ανασύρει από τα βάθη της οικονομικής και ψυχολογικής του αφάνειας και αθλιότητας προσφέροντας του τα πάντα, πλην της παντοδυναμίας , στην οποία ο Μουσολίνι υπολόγιζε υπό το κράτος της μεγαλομανίας του -τον ώθησαν να προδώσει τη σοσιαλιστική κίνηση και ιδεολογία.[4]

Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΟΥ ΙΣΧΥΡΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
Κανείς δεν πιστεύει λιγότερο από το Μουσσολίνι στο θρύλο του ισχυρού χαρακτήρα του. Εάν ομιλεί ασταμάτητα μόνο για την ισχύ του, τη θέλησή και το θάρρος του, το κάνει για να παραπλανά τον εαυτό του και τους άλλους. Τί άλλο είναι η δύναμη και το θάρρος του χαρακτήρα αν όχι η ετοιμότητά του ν΄αναλάβει μια ευθύνη, αντιμετωπίζοντας στην ανάγκη τη φορά του στιγμιαίου ρεύματος; Προκειμένου να αποφασίσει μια ενέργεια ή να ριψοκινδυνεύσει μια γνώμη, ο σημερινός κυρίαρχος της Ιταλίας πρέπει πρώτα να έχει πεισθεί ότι τον ακολουθούν άλλοι άνθρωποι, ότι άλλοι είναι έτοιμοι να αναλάβουν την ευθύνη. Η πρωτοβουλία και το θάρρος του εκδηλώνονται μόνο μέσα στο στενό κύκλο των οπαδών και των φίλων του προς τους οποίους ξέρει ότι δεν έχει ανάγκην να λογοδοτεί. Ο Μουσσολίνι μεγάλωσε μέσα σε μια επαναστατική οικογένεια εμφορούμενη από προλεταριακό πνεύμα. Ο πατέρας του ήταν σιδηρουργός και δραστήριο μέλος της πρώτης διεθνούς. Η επαρχία της Ρουμανίας , στην οποία μεγάλωσε ο αρχηγός του Φασισμού, τη περίοδο της πρώτης του νεότητας, συνταραζόταν ακόμα από ισχυρούς αγώνες μεταξύ δημοκρατικών και σοσιαλιστών. Η εκκλησία και κάθε δεσμός με τη θρησκευτική πίστη τύχαιναν βαθύτατης περιφρόνησης στη πατρίδα του. Στην Ελβετία όπου είχε καταφύγει ο Μουσσολίνι για να αποφύγει τη στρατιωτική του θητεία, γυρίζοντας τη πλάτη στη σταδιοδρομία ενός φτωχού δάσκαλου , που θα το καταδίκαζε σε πείνα για μια ολόκληρη ζωή , το περιβάλλον του αποτελούσαν σοσιαλιστές κτίστες και άλλοι εργατικοί που στη κυριολεξία μοιράζονταν το ψωμί τους μαζί του. 
Η ηθοποιός Susanne Lothar
σαν Angelica Balabanoff
στη ταινία του Gianluigi Calderone
Il giovane Mussolini (1993)
 Στο ρόλο του νεαρού Μουσολίνι
ο José Antonio Domínguez 

Bandera
Όταν ύστερα από την αμνηστία που χορηγήθηκε ο Μουσολίνι με πολλούς άλλους λιποτάκτες επέστρεψε στη Πατρίδα[5] από την Ελβετία και προσλήφθηκε σαν συντάκτης σε μια επαρχιακή εφημερίδα. ΄Οταν του προτάθηκε μισθός 150 λιρετών, θεώρησε τόσο καταπληκτική αυτή την απροσδόκητη ευκαιρία , ώστε θεώρησε καθήκον του να δηλώσει πως θα μπορούσε να ικανοποιηθεί και με πολύ λιγότερα...... Στην Ελβετία που είχε μάθει τη γαλλική γλώσσα είχε αποκτήσει και στοιχειώδεις γνώσεις γαλλικής φιλολογίας και καθώς ήταν μια φύση εξαιρετικά νευρική σχεδόν υστερική, υποκείμενη σε ξένες επιρροές κατόρθωσε να προσομοιωθεί με το γαλλικό ύφος , το οποίο μιμείται ακόμη και σήμερα τόσο στο γραπτό, όσο και στο προφορικό του λόγο. 
Αργότερα, μετά το συνέδριο της Εμίλια Ρέτζια κλήθηκε στην υπεύθυνη θέση του αρχισυντάκτη του κεντρικού δημοσιογραφικού οργάνου του κόμματος "Αβάντι" Παρ όλα αυτά, για να δεχθεί τη τιμητική θέση που του προτεινόταν ο Μουσολίνι έθεσε ένα απροσδόκητο όρο. Έχοντας προφανώς συναίσθηση της ανεπάρκειάς του και γιατί κατά βάθος αισθανόταν φόβο για τη μεγάλη ευθύνη που αναλάμβανε δήλωσε: "Δέχομαι υπό ένα όρο. Να συμμετέχει στη σύνταξη της εφημερίδας και η Μπαλαμπανώφ. 

ΕΚΜΥΣΤΗΡΕΥΣΕΙΣ. 
Η απαίτηση αυτή με παραξένεψε στο έπακρο: Ανάμεσά μας δεν υπήρχε πια ούτε προσωπική φιλία , ούτε ψυχική συγγένεια. Μόνο αργότερα κατανόησα τη σημασία του όρου του. Τη στιγμή ακριβώς κατά την οποία οι σύντροφοί του ήθελαν να τον επιφορτίσουν με ένα υπεύθυνο αξίωμα είναι φυσικό να διαισθανόταν ο Μουσολίνι το μέγεθος της αδυναμίας του . Έχοντας ζήσει πάντοτε στην επαρχία δίσταζε να εκτεθεί σε αγώνες μέσα στο νέο περιβάλλον μιας μεγαλούπολης. 
Από τη συνεργασία μου με το Μουσολίνι στη σύνταξη του "Αβάντι συναποκόμισα αδιάσειστα τεκμήρια της αδυναμίας του. O "πανίσχυρος " άνθρωπος των φασιστικών θρύλων, δεν έγραφε κανένα άρθρο δεν έπαιρνε καμία απόφαση χωρίς να ζητήσει τη γνώμη μου , και δεν μπορώ να θυμηθώ ούτε μια περίπτωση που να μην υποχώρησε,αποδεχόμενος την άποψή μου. 
Επειδή δεν εργαζόμουν στην εφημερίδα σαν απλός συντάκτης αλλά σαν γραμματέας σύνταξης και ταυτόχρονα μέλος της εκτελεστικής επιτροπής του κόμματος, ο Μουσολίνι είχε την ευκαιρία να παραπέμψει σε μένα κάθε τι που δεν του ήταν ευχάριστο και συνεπαγόταν ευθύνες. 
Αλλά η ανανδρία που χαρακτηρίζει το Μουσολίνι φάνηκε ξεκάθαρα σε μια περίπτωση που προκάλεσε και τη δική μου παραίτηση από τη σύνταξη του "Αβάντι". Μια ημέρα είχε δημοσιευθεί στην εφημερίδα μια επιθετική σημείωση , την οποία ο Μουσολίνι είχε διαβάσει τόσο το χειρόγραφο όσο και στη διόρθωση και τη τυπωμένη εφημερίδα , χωρίς να προβεί στη παραμικρή παρατήρηση. Η δημοσίευση είχε σαν αποτέλεσμα να προσέλθει στα γραφεία έξω φρενών μια επιτροπή της σοσιαλιστικής οργάνωσης η οποία ένοιωθε θιγομένη από τη δημοσίευση. Τα μέλη της επιτροπής διαμαρτυρήθηκαν σε τόνο αυθάδη και απείλησαν μάλιστα ότι οι συνδρομητές της εφημερίδας σ΄εκείνη τη περιφέρεια θα σταματούσαν να την αγοράζουν. Αντί να τους απαντήσει δειλά δειλά:
-Σας ζητώ συγγνώμην.Το πράγμα δεν θα επαναληφθεί. Από σήμερα θα αναλάβω προσωπικά τη παρακολούθηση αυτών των πραγμάτων.
Κατ επανάληψη με είχε προσκαλέσει ο Μουσολίνι να τον περιμένω τη νύκτα που γύριζε αργά στο σπίτι του. Παρά το γεγονός ότι λόγω θέσεως , εργαζόμουν   τις πρωινές ώρες και μπορούσα κατά συνέπεια να φεύγω πολύ νωρίτερα το βράδυ, πολλές φορές τον περίμενα να φύγουμε μαζί αργά τη νύχτα γιατί, όπως οι περισσότεροι συντάκτες ο Μουσολίνι ερχόταν συνήθως αργά το απόγευμα στο γραφείο του και έφευγε αναγκαστικά αργά .
-Τι φοβάσαι επί τέλους και θέλεις να σε συνοδεύω τον ρωτούσα μεταξύ σοβαρού και αστείου;
-Τι φοβάμαι  μου απαντούσε ο Μουσολίνι.Τον εαυτό μου, τη σκιά μου, ένα σκυλί , τη σκιά ενός δένδρου. 

Και σήκωνε τους ώμους του[6].

Υποσημειώσεις:
[1] Ο Μουσολίνι μετανάστευσε στην Ελβετία σε στρατεύσιμη ηλικία στις 9 Ιουλίου 1902 και εγκαταστάθηκε στη Λοζάνη .
[2]Ήταν ένα καλοκαίρι ισχυρής πνευματικής ενασχόλησης .Καταβρόχθισα , μπορεί κανείς να πει, μια ολόκληρη βιβλιοθήκη. Το πρωί πήγαινα στο  Πανεπιστήμιο, το απόγευμα μελετούσα στο σπίτι  και έπινα  απίθανες ποσότητες τσαγιού. Μετέφρασα από τα γαλλικά το "Οι μαύροι τσαρλατάνοι " του  Malot για την Βιβλιοθήκη της ρατσιοναλιστικής  προπαγάνδας και κατάφερα να τελειώσω  μαζί με τη Balabanoff τη μετάφραση  για τη Σοσιαλιστική Avanguardia , του βιβλίου του Κάουτσκι  Am Tage. nach der sozialen Revolution  . Mοιράζονταν μαζί μου τη μποέμικη ζωή  ο Serrati, εκδότης  , που είχε γυρίσει από τη Νέα Υόρκη , ο  Tomoff , ένας Βούλγαρος για τον οποίο έχω μιλήσει, ο Ρουμάνος  Eisen, ο Βούλγαρος Bontschef  ένας Παριζιάνος ο Gateaux και ο   Sigismund Bartoli, Ρωμαίος μόδιστρος. Βοηθούσαμε  ο ένας στον άλλο. Το καλό του καθενός ήταν το καλό όλων.......(B.Mussolini: La mia vita . Opera Omnia Τόμος ΧΧΧΙΙΙ σελ 257 
[3] Ο De Felice γράφει ότι η Angelica Balabanoff οδήγησε το  Mussolini "στο δρόμο του μαρξισμού  και γενικά σε μια βαθύτερη κατανόηση της σοσιαλιστικής κουλτούρας".
[4] Δεν είχε αντιληφθεί όμως μια που αισθήματα και ένστικτα ελάχιστα ακαδημαϊκά την είχαν φέρει σε διανοητική σύγχυση ότι ο  Sorel ήταν περισσότερο σπουδαίος για το  Mussolini από ότι ο Marx τον οποίο ήδη αμφισβητούσε ο Bernstein ..... φαίνεται να μη αντιλαμβανόταν  ότι οι σκέψεις πάνω στη βία , πάνω στη γενική απεργία  , με μια λέξη στον επαναστατικό συνδικαλισμό  ήσαν γι αυτόν, εμπνευστή  του πρώτου φασισμού που γεννιέται σαν εκτροπή  της αναρχικής και μαξιμαλιστικής αριστεράς , αρκετά πιο συμπαθητικά  από τον ιστορικό ή διαλεκτικό υλισμό που δίδασκε ο προφήτης του "Κεφαλαίου"  Όχι τυχαία ο Mussolini θαύμαζε το Βakunin και είχε μεταφράσει από τα γαλλικά κάποια σελίδα του Kropotkin. 
[5] Επέστρεψε τον Νοέμβριο του  1904 ύστερα από αμνηστία για τους ανυπότακτους Κλήθηκε  να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία στο 10ο Σύνταγμα βερσαλιέρων της Βερόνα Όπως  θα παραδεχθεί ο ίδιος:
"Ήταν αδύνατον να παραμείνω στην Ελβετία. Υπήρχε η λαχτάρα για την πατρίδα που ανθίζει στις καρδιές όλων των Ιταλών. Εξάλλου με καλούσε και η υποχρεωτική υπηρεσία στον στρατό. Γύρισα πίσω. Υπήρξαν καλωσορίσματα, ερωτήσεις, όλα τα συμβάντα της επιστρο­φής ενός τυχοδιώκτη - και ύστερα κατατάχθηκα στο σύνταγμα - ένα σύνταγμα Βερσαλιέρων στην ιστορική πύλη της Βερόνα. Οι Βερσαλιέροι φορούν πράσινα φτερά κόκορα στα καπέλα τους· είναι διάσημοι για τον γρήγορο βηματισμό τους, ένα κάπως μονότονο βάδισμα σκύ­λου που καλύπτει μεγάλες αποστάσεις, για την πειθαρχία τους και το πνεύμα τους.
Μου αοεσε η ζωή του στρατιώτη. (Benito Mussolini Η Αυτοβιογραφία μου σελ 28 Νέα Γενεά)"
[6] Το άρθρο αναδημοσιεύτηκε στην  εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ ΝΕΑ (31/3/1929)

Τρίτη, 29 Μαΐου 2018

ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Αυτό εδώ είναι το λαϊκό δικαστήριο  της περιφερείας Ζαμσβκβορένιε, μας λέει ο πρόεδρος Θωμάς Ιλαριόνεβιτς. Όλη η Μόσχα είναι μοιρασμένη  σε δέκα τέτοιες περιφέρειες. Κάθε περιφέρεια  έχει ένα δικαστήριο  αυτού του βαθμού Ναρόντνι Σουντ. Η δική μας περιφέρεια , ή καλύτερα αχτίνα (ραιγιόν), έχει 430.000 κατοίκους.

Δ. ΓΛΗΝΟΣ : Και τί είδους υποθέσεις δικάζετε; Αυτός είναι πρώτος βαθμός δικαιοσύνης ; 
ΘΩΜΑΣ ΙΛΑΡΙΟΝΕΒΙΤΣ: Ναι. Υπάρχουν όμως  και μέσα στα συνδικάτα και στις φάμπρικες  τα συντροφικά δικαστήρια, όπου δικάζουνε μικρές διαφορές , μικροκλοπές , μικροκαυγάδες ανάμεσα στους εργάτες . Οι δικαστές είναι εργάτες , που τους ορίζουνε τα συνδικάτα.Τα δικαστήρια αυτά  προσπαθούν να διαπαιδαγωγούν  τους εργάτες , να τους εμπνέουνε το πνέμα της συναδελφικότητας , να προλαβαίνουνε και να περιορίζουνε την εγκληματικότητα.  Οι ποινές που επιβάλλουν αυτά τα "συντροφικά"  δικαστήρια  είναι επίπληξη ,αποβολή από το συνδικάτο  από 1 ως 3 μήνες , πρόστιμο ως 25 ρούμπλια . Αν ο καταδικασμένος δε δέχεται την απόφαση , κάνει ένσταση  στην επιτροπή  του συνδικάτου  και, αν πάλι  δεν συμφωνή, έρχεται στο δικό μας δικαστήριο.Αυτά τα συντροφικά δικαστήρια  έφεραν ως τώρα  άριστα αποτελέσματα. Η ιδέα πως ένας φταίχτης θα δώση λόγο στους ίδιους τους συντρόφους του  ενεργεί με την πιό έντονη παιδαγωγική επίδραση.
Δ. ΓΛΗΝΟΣ: Μα για τους άλλους, που δεν είναι εργάτες,  δεν υπάρχουν συντροφικά δικαστήρια ;
ΘΩΜΑΣ ΙΛΑΡΙΟΝΕΒΙΤΣ:Για εκείνους που δεν είναι μέλη  στα συνδικάτα, πρώτο δικαστήριο είναι  το δικό μας. Μα πριν να σας πω ποιές υποθέσεις δικάζουμε εμείς, είναι ανάγκη να σας δώσω  μια εξήγηση. Η δικαιοσύνη μας είναι ταξική δικαιοσύνη.
Ο σύντροφος Θωμάς Ιλαριόνεβιτς σίγουρα διάβασε  στα μάτια μου κάποια απορία. Γιατί σταμάτησε λίγο, χαμογέλασε. Είπε μερικές φράσεις  ρούσικες στη συντρόφισσα Τσερνιάκ , που δεν τις κατάλαβα εγώ , και ξαναγύρισε σε μένα:
ΘΩΜΑΣ ΙΛΑΡΙΟΝΕΒΙΤΣ: Σας  ξαφνιάζει η φράση  ταξική δικαιοσύνη; Ωστόσο εμείς  πιστεύουμε, πως ως τώρα σε όλους τους λαούς η δικαιοσύνη ήτανε  και είναι ταξική, με τη διαφορά πως εκείνοι δεν το ομολογούν , ενώ εμείς τ΄ομολογούμε.
Δ. ΓΛΗΝΟΣ: Μα τι εννοείτε με αυτό; Αλλοιώς κρίνετε ένα κλέφτη ή ένα φονιά αν είναι εργάτης και αλλοιώς τον κρίνετε αν είναι αστός  ;
ΘΩΜΑΣ ΙΛΑΡΙΟΝΕΒΙΤΣ: Να πως το εννοούμε. Εμείς πιστεύουμε , πως κάθε έγκλημα έχει κοινωνικό χαρακτήρα. Δεν πιστεύουμε στη θεωρία του "γεννημένου εγκληματία". Ο κοινωνικός χαρακτήρας του εγκλήματος μας επιβάλλει να διερευνούμε και τα αίτια και τις συνθήκες  και τους σκοπούς, που δημιούργησαν το έγκλημα από κοινωνική ή από ταξική άποψη. Γιατί ένας εργάτης εγκλημάτισε; Τον έκανε η ανεργία; Η πείνα; Η κακή ανατροφή, η αμορφωσιά του; Γιατί ένας "επιχειρηματίας". ένας "αστός"  εγκλημάτισε ; Kai φυσικά ξεχωρίζουμε  και δικάζουμε ιδιαίτερα  και τιμωρούμε  ιδιαίτερα όλα τα εγκλήματα  που γίνονται από εχτρούς της εργατικής τάξης  και των φτωχομεσαίων αγροτών  και με σκοπό να βλάψουνε  το εργατοαγροτικό  προλεταριάτο. Αυτά τα εγκλήματα δεν έρχουνται στο δικό μας δικαστήριο  και οι κατάδικοι  από τέτοια εγκλήματα  δεν υπάγονται στο εργατικό -σωφρονιστικό σύστημα. Αυτά τα εγκλήματα  χαρακτηρίζονται γενικά σαν εγκλήματα "πολιτικά" και δικάζουνται ή από τα ιδιαίτερα δικαστήρια του επιτροπάτου των εσωτερικών ή από δικαστήρια  ανώτερα από το δικό μας , το "δικαστήριο της πόλεως", το " δημοκρατικό  δικαστήριο". Ένας υπάλληλος λ.χ, ένας διαχειριστής, που κλέβει  τη δημόσια περιουσία, την "κοινοχτησία" όλων των πολιτών , είναι οχτρός του προλεταριάτου και δικάζεται σαν πολιτικός εγκληματίας.
Δ. ΓΛΗΝΟΣ : Εσείς λοιπόν εδώ τί υποθέσεις δικάζετε;  
ΘΩΜΑΣ ΙΛΑΡΙΟΝΕΒΙΤΣ: Αστικές διαφορές  ως χίλια ρούμπλια και ποινικές υποθέσεις, που έχουν ως δέκα χρόνια φυλακή. Για αστικές  διαφορές περισσότερο από χίλια ρούμπλια ή για εγκλήματα που μπορεί  να έχουνε για τιμωρία το θάνατο, αρμόδιο είναι το "δικαστήριο της πόλης".Το "δικαστήριο της πόλης " δικάζει και σαν εφετείο απάνω στις αποφάσεις  του δικού μας δικαστηρίου .Υπάρχουνε σε κάθε δημοκρατία  και από κάθε δικαστήριο τρίτου βαθμού  , "το δικαστήριο της; δημοκρατίας" και ένα ανώτατο δικαστήριο για όλη τη Σοβιετική Ένωση.
Δ. ΓΛΗΝΟΣ: Εσείς δικάζετε  και τους νέους, που εγκληματούν ή υπάρχουν ιδιαίτερα δικαστήρια για τους νέους και τα παιδιά;
ΘΩΜΑΣ ΙΛΑΡΙΟΝΕΒΙΤΣ: Υπάρχουν ιδιαίτερες επιτροπές από παιδαγωγούς, γονιούς και δικαστές , που κρίνουνε τα παιδιά  κάτω των 16 χρόνων.Τα παιδιά αυτά , και αν ακόμη καταδικαστούν , δεν τα στέλνουμε στη φυλακή. Αν πρόκειται για βαριά εγκλήματα  τα στέλνουμε  σε ειδικά παιδικά άσυλα γιατροπαιδαγωγικά , αν πρόκειται για μικροεγκλήματα εξετάζονται  οι συνθήκες της ζωής του παιδιού  και γίνεται προσπάθεια  να μπή το παιδί κάτω  από την επιτήρηση ειδικών παιδαγωγών. Για τα αλητόπαιδα  υπάρχουν οι κομμούνες και οι εργατικές αποικίες των παιδιών για τους νέους από 16-18 χρονών αρμόδιο είναι το δικό μας δικαστήριο .Μα και μεις, αποβλέποντας  στον παιδαγωγικό σκοπό  της ποινής τιμωρούμε  τα ελαφρά εγκλήματα με τη μισή ποινή, παρά αν τα έκανε ένας μεγάλος.
Δ. ΓΛΗΝΟΣ: Μα εξηγείστε μου καλύτερα τι είδους αστικές υποθέσεις δικάζετε , τη στιγμή που όλη η οικονομία έχει κοινωνικοποιηθή και ο γάμος διαλύεται χωρίς δικαστική απόφαση;
ΘΩΜΑΣ ΙΛΑΡΙΟΝΕΒΙΤΣ: Μένουν αρκετά ζητήματα , βέβαια όμως πολύ πιο απλοποιημένα  παρά στο αστικό καθεστώς. Δικάζουμε κληρονομικές διαφορές  σε κινητά και ακίνητα, γιατί η ακίνητη ιδιοχτησία βρίσκεται ακόμη στα αγροτικά σπίτια και η κληρονομιά στους αγρότες  μεσονοικοκυραίους. Έχουμε τις διαφορές στα ζητήματα της κατοικίας,Έχουμε τα ζητήματα της πατρότητος και της διατροφής συζύγων  και παιδιών. Έχουμε τις διαφορές για χρέη  και άλλα παρόμοια, καθώς και όλες τις ποινικές υποθέσεις.
Δ. ΓΛΗΝΟΣ : Και πόσες υποθέσεις δικάζει σ' ένα χρόνο το δικαστήριό σας;
ΘΩΜΑΣ ΙΛΑΡΙΟΝΕΒΙΤΣ: Στα 1933 δικάσαμε 16446 υποθέσεις' απ αυτές 4.885 ποινικές και 11.561 αστικές. Eφέτος σε 7 μήνες δικάσαμε 8.150 υποθέσεις, 2.260 ποινικές και 5.890 αστικές.
Δ. ΓΛΗΝΟΣ:  Και τι είδους ποινές επιβάλλετε στα εγκλήματα;
ΘΩΜΑΣ ΙΛΑΡΙΟΝΕΒΙΤΣ: Πρόστιμο, αναγκαστική εργασία χωρίς φυλακή από ένα μήνα ως ένα χρόνο , φυλακή ως δέκα χρόνια, εξορία από την πόλη μέχρι τρία χρόνια και εξορία στη Σιβηρία από 3-5 χρόνια.
Δ. ΓΛΗΝΟΣ : Τί είδους ποινή είναι η αναγκαστική εργασία χωρίς φυλακή; Πρώτη φορά το ακούω. Έχει καμιά σχέση με τα καταναγκαστικά έργα;
ΘΩΜΑΣ ΙΛΑΡΙΟΝΕΒΙΤΣ: Όχι .Καταναγκαστικά έργα εφαρμόζονται μόνο σε άλλους βαρυποινίτες εγκληματίες και ταξικούς οχτρούς, όπως σας εξήγησα.Τα σοφρονιστικά έργα είναι μια αλαφριά ποινή, για εγκλήματα μικρά. Οι κατάδικοι δουλεύουνε σε ορισμένο εργοστάσιο κάτω από την επίβλεψη ειδικού γραφείου.Κατά τ' άλλα είναι λεύτεροι., δεν είναι "δεσμώτες". Έχουνε περιορισμένη λευτεριά. Όταν δείξουνε καλή διαταγή , τους αφίνουν ολότελα λεύτερους να δουλεύουνε στο εργοστάσιό τους με κάποια μόνο επιτήρηση και τους κρατούν 25% από το ημερομίσθιό τους.
Δ. ΓΛΗΝΟΣ: Ως προς τη φυλακή, ποιός επιβάλλει την ποινή, αν πρόκειται για περισσότερα από δέκα χρόνια;
ΘΩΜΑΣ ΙΛΑΡΙΟΝΕΒΙΤΣ: Περισσότερα από δέκα χρόνια φυλακή δεν έχουμε στον ποινικό μας κώδικα. Μετά τα δέκα χρόνια φυλακή έρχεται η θανατική ποινή.
Δ. ΓΛΗΝΟΣ: Αυτό δεν το καταλαβαίνω . Δεν έχετε λ.χ είκοσι χρόνια φυλακή; Ισόβια δεσμά;
ΘΩΜΑΣ ΙΛΑΡΙΟΝΕΒΙΤΣ: Όχι. Σας βλέπω που απορείτε, και με το δίκιο σας. Για να το καταλάβετε αυτό , πρέπει να σας εξηγήσω κάπως βαθύτερα το σωφρονιστικό μας σύστημα.

Δευτέρα, 28 Μαΐου 2018

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΑΜΜΕΛΗΣ: ΜΗΤΕΡΑ


Νύχτα! Γιορτή στην κούνια μπρος
με ασήκωτο κεφάλι,
κλαμένη κόρη τραγουδεί
λυπητερά κι' αγάλι.

-Νάνι , μικρό μου αμαρτωλό
και σπλάχνο μου αρνημένο'
για σε θρηνώ αμετάλαβη
και σκλάβα αργοπεθαίνω!

Νάνι, του πόνο μου βλαστό
κι' ανθί της αμαρτίας'
ζωντανεμένο σύμβολο
της θείας αδικίας!

Νάνι, μικρό μου και έπαρε
το μύρο σου  απ' τα ουράνια
κι' όθρισε με τα χερουβείμ
να πάψουν τα τυράννια!

Νάνι, λυγμέ και σπαραγμέ!
Της μνήμης μου άγριο χάδι!
Σκίρτημα αγνώριστου έρωτα!
Στοργή και οργή απ' τον Άδη!
Νάνι, του λάγνου συρφετού
φύτρο χωρίς πατέρα!-
Φαρμάκι γίνου , ή λησμονιά
στην άραχλη μητέρα!

Χριστέ μου, ή πάρτο, ή πάρε με,
ή σήκω με απ' το βούρκο
κι' ελέησέ με! Δε βαστώ
να νανουρίζω Τούρκο.




ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΜΑΡΤΕΛΆΟΣ : ΘΟΥΡΙΟΣ


Mπρος, παιδιά! Aς πολεμούμε!
O καιρός της δόξας ήλθε.
Aν το Γένος αγαπούμε,
στη φωτιά, μπρος, στη φωτιά!
Στας Aθήνας, μπρος, στη Πόλι.
Mπρος, παιδιά, γνήσια Eλλήνων!
Mπρος, λοιπόν, μπρος κατ’ εκείνων,
που το Γένος μας μισούν!

Tα όπλα ας λάβωμεν,
άγωμεν, πατριώτες, άγωμεν·
ας τρέξει και αθώο αίμα
για τη λευτεριά.

Mπρος, παιδιά, της Πατρίδος!
Ένα Tούρκο να μη αφήσουμε.
Nα σκοτώσουμε, να σφάξουμε
κι όποιον άλλο μας μισεί.
Στο τουφέκι χωρίς φόβο.
Eίν’ ο Γάλλος στα νησιά μας,
π’ αγαπά τη λευθεριά μας
και τυράννους κυνηγά.

Tα όπλα ας λάβωμεν,
άγωμεν, πατριώτες, άγωμεν·
ας τρέξει και αθώο αίμα
για τη λευτεριά.

Όπου φωλεύει ο Tούρκος,
ας διωχθεί με τη φωτία,
διά να λάμψει η Eλευθερία
κι ο σταυρός να υψωθεί.
Στο τουφέκι λοιπόν ούλοι,
παιδιά, γέροντες, παπάδες
και γυναίκες. Oύλοι, ούλοι,
στο τουφέκι, με καρδιά!

Tα όπλα ας λάβωμεν,
άγωμεν, πατριώτες, άγωμεν·
ας τρέξει και αθώο αίμα
για τη λευτεριά.

Όθεν είσθε των Eλλήνων
παλαιά ανδρειωμένα,
κόκκαλα εσκορπισμένα,
τώρα λάβετε πνοήν.
Στες φωνές της σάλπιγγός μου,
απ' το μνήμα αναστηθείτε,
και το Γένος μας να ιδείτε
εις τη πρώτη του τιμή.

Tα όπλα ας λάβωμεν,
άγωμεν, πατριώτες, άγωμεν·
ας τρέξει και αθώο αίμα
για τη λευτεριά.

Σηκωθείτε, για να ιδείτε
πόσοι θάν’ οι Λεωνίδες.
Σηκωθείτε, να χαρείτε
πώς η Eλλάς θα ξαναζεί.
Σηκωθείτε! Kαι θα ιδείτε
πώς ανδρείως πολεμούμε,
πώς εχθρούς καταπατούμε,
πόσο μοιάζουμε με σας!

Tα όπλα ας λάβωμεν,
άγωμεν, πατριώτες, άγωμεν·
ας τρέξει και αθώο αίμα
για τη λευτεριά.


(πηγή: ΒΙΚΙΘΗΚΗ https://el.wikisource.org/wiki/%CE%98%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82_(%CE%9C%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%AC%CE%BF%CF%85)


Αντώνιος Μαρτελάος (1754 – 1819) Επτανήσιος ποιητής. Σπούδασε Ελληνική και Ιταλική λογοτεχνία Υπήρξε δάσκαλος τόσο του Ugo Foscolo όσο και του Διονυσίου Σολωμού . Η επιρροή του Μαρτελάου στο Σολωμό είναι αισθητή και η δεύτερη στροφή του Ύμνου στην Ελευθερία το αποδεικνύει αρκετά καθαρά.



Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018

ΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΙ ΗΜΕΡΑΙ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ

(Σύντομο αφιέρωμα σε δύο συνέχειες που δημοσιεύτηκα στην εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ ΝΕΑ στα φυλα της 18 και 19 Φεβρουαρίου 1927)

1.Η ΜΑΥΡΗ 27 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
Την πρωίαν της 27 Αυγούστου 1922 οι κάτοικοι της Σμύρνης εξύπνησαν ή μάλλον ητένισαν το φως της αυγής - διότι από πολλών ήδη νυκτών δεν εκοιμώντο -ητένισαν λοιπόν το φως της αυγής με δάκρυα εις τους οφθαλμούς, διότι αι ελπίδες των πλέον οριστικώς εσβέσθησαν. 
Η Σμύρνη πάλιν δούλη! 
Από βραδύς οι Σμυρναίοι είδον τα τελευταία λείψανα της ηττηθείσης στρατιάς μας να διέρχονται την προκυμαίαν κατά μάζας. Το θέαμα των φευγόντων ήτο αξιoδάκρυτον .Δια της προκυμαίας παρήλασε υποχωρούσα και η μεραρχία Ιππικού υπό τον Σκουμπουρδήν. Αξιωματικοί και ιππείς της Μεραρχίας εφαίνοντο τόσον εύθυμοι επί των ίππων των , ώστε ενόμιζες ότι εκτελούσαν παρέλασιν επιθεωρήσεως. Ο Στεργιάδης επίσης είχε αφ' εσπέρας δραπετεύσει επιβάς αγγλικού πολεμικού. Οι Τούρκοι ακόμη δεν είχον φανή. Ανεμένετο όμως από στιγμής εις στιγμήν η είσοδός των εις την Σμύρνην .
Στιγνή μελαγχολία κατείχε τους πάντας και τα πάντα. 
Εις τας 10 το πρωί , η πρωτοπορεία του Τουρκικού στρατού, αποτελουμένη εξ' ολίγων ιππέων εισήλθεν εις Σμύρνην . Θρήνοι και κοπετοί αντήχησαν ανά πάσαν την πόλιν εις την θέαν των  Τούρκων ιππέων , οι οποίοι είχαν εις τας όψεις των κάτι από τας φυσιογνωμίας των Μογγόλων του Ταμερλάνου. Παρήλασαν δια της οδού Αλλιότη κατήλθον εις την προκυμαίαν και διασχίσαντες ταύτην με βραδέα βήματα κατηυθύνθησαν εις τους στρατώνας. Οι Τούρκοι και οι Εβραίοι υπεδέχθησαν τους νικητάς εν εξάλλω ενθουσιασμώ και αραί και βλασφημίαι και λόγοι περιφρονήσεως ηκούοντο κατά των Ελλήνων. Αυθημερόν εισήλθεν εις την πόλιν ο διοικητής ομάδος Μεραρχιών στρατηγός Νουρεδίν πασσάς , όστις προωρίσθη υπό του Κεμάλ ως δολοφόνος της Σμύρνης. Ο αιμοχαρής πασσάς εξετέλεσε το ανατεθέν εις αυτόν καθήκον μετά του μεγαλητέρου φανατισμού . 


2.Η ΕΚΔΙΚΗΣΙΣ ΤΟΥ ΝΟΥΡΕΔΔΙΝ
 Δύο ημέρας μετά την είσοδον των πρώτων τουρκικών στρατευμάτων  εις Σμύρνην εισήλθεν  εντός αυτής  θριαμβευτικώς  ο Κεμάλ  πασσάς . Η είσοδος του εις την μαρτυρικήν πρωτεύουσαν της Ιωνίας ενεθύμιζε την είσοδον του Μωάμεθ εις την Κωνσταντινούπολιν. Έτριβε τους οφθαλμούς του , μη δυνάμενος  να πιστεύση εις το θαύμα και προ της εκπάγλου(= υπερόχου Θ.Μ) ωραιότητος της ατυχούς πόλεως  έμεινε κατάπληκτος .
-Επι τέλους , εψιθύρισε .Γκιαούρ Ισμίρ , σε έχω στα χέρια μου.
Οι Χριστιανοί κάτοικοι, Έλληνες  και Αρμένιοι , ήσαν κλειστοί  εις τα σπίτια των, αναμένοντες με αγωνίαν να ίδουν την τύχην, ήτις τους ανέμενεν.
Άμα τη εισόδω του εις Σμύρνην  ο Μουσταφά Κεμάλ εξαπέλυσε προς τον Μουσουλμανικόν κόσμον ένα θριαμβευτικόν διάγγελμα δι' ου εξήγγελε κατά τον μάλλον μεγάλαυχον τρόπον την απροσδόκητον νίκην του.
Την επομένην της καταλήψεως ήρχισαν αι προγραφαί. Υπήρχε κατάλογος ονομάτων Ελλήνων Σμυρναίων , οι οποίοι  έπρεπε να φονευθούν .Πρώτος εκλήθη υπό του Νουρεδδίν ο αείμνηστος Μητροπολίτης Σμύρνης. Ο ατυχής Ιεράρχης, ενώ ηδύνατο να σωθή φεύγων, δεν έπραξε τούτο , αλλά καίτοι  βέβαιος περί της τύχης ήτις τον ανέμενε, έμεινε εν μέσω του ποιμνίου του, μη εννοών να εγκαταλείψη αυτό  εις τας κρισιμωτάτας εκείνας στιγμάς. 
Ο Νουρεδδίν είχε να κανονίση παλαιούς λογαριασμούς με τον Μητροπολίτην Χρυσόστομον. Έστειλε και τον εκάλεσε. Την ώρα που ο Μητροπολίτης άφινε την Μητρόπολιν δια να μεταβή παρά τω Νουρεδδίν  εγνώριζεν ότι δεν θα επανέλθη πλέον. Ησπάσθη τους περι αυτόν , τοις απηύθυνε λόγους παρηγορητικούς και γαλήνιος επορεύθη εις την οδόν του Μαρτυρίου.
Έξωθεν του Διοικητηρίου είχε συναχθή αμέτρητος όχλος Τούρκων και Εβραίων , συναθροισθείς  εκεί , διότι  επληροφορήθη , ότι πρόκειται  να προσαχθή ο Μητροπολίτης.
Και όταν εφάνη  το φέρον αυτόν αυτοκίνητον όλος εκείνος ο συρφετός εξέσπασεν εις γιουχαϊσμούς .
Ο Νουρεδδίν υπεδέχθη τον Μητροπολίτην με σατανικόν μειδίαμα εις τα χείλη. Αφού τον ενέπαιξε και τον έβρισε, ακολούθως του είπε:
-Έβλαψες  πολύ τον Τουρκικόν λαόν , αυτός ας σε δικάση. Και εις ένα νεύμα  του Σατράπου , ο Μητροπολίτης ωδηγήθη έξω και παρεδόθη  εις το αλλαλάζον πλήθος των Καννιβάλων.
Σημειωτέονότι ο καθολικός Αρχιεπίσκοπος είχε στείλει υπάλληλόν του  εις τον Μητροπολίτην και τω προσέφερε φιλοξενίαν  και  άσυλον  έως ότου παρέλθουναι πονηραί ημέραι.
Επίσης ο κ. Χόρτων Γεν.Πρόξενος της Αμερικής  προσεφέρθη να παράσχη άσυλον εις τον Μητροπολίτην. Αλλ' αμφοτέρας τας ευγενείς  και χριστιανικάς προσφοράς  ο αείμνηστος Χρυσόστομος τας απέκρουσε.
-Θα μείνω εδώ εις την θέσιν μου, έλεγεν εις τους παροτρύνοντας αυτόν να δεχθή τας προσφοράς. Όλοι έφυγαν από την θέσιν των. Ας μείνει κάποιος.
Και έμεινε δια να παραδοθή εις τον όχλον. 
Και αρπαγείς  ο τετιμημένος ιεράρχης από τους αναμένοντας καννιβάλους, ωδηγήθη μέσα εις τον περίβολον ενός καφενείου, παρά το Διοικητήριον, όπου εν μέσω καγχασμών, ύβρεων και προπηλακισμών διεξήχθη δήθεν η διαδικασία, ενώπιον πενταμελούς δικαστηρίου αποτελουμένου εξ αχθοφόρων όπερ κατεδίκασεν αυτόν εις θάνατον.
Από το καφενείον αυτό , αφού τον απεγύμνωσαν τελείως και ξερρίζωσαν την γενειάδα του, τον έσυραν δέροντες και υβρίζοντες αυτόν εις την συνοικίαν του Ικί Τσεσμέ, όπου απετελειώθη.
Έκαστος Τούρκος ήθελε να μπήξη το εγχειρίδιόν του εις το μητροπολιτικόν σώμα, εις τρόπον, ώστε εντός μιάς ώρας έμεινεν εις τας χείρας των δολοφόνων μόνον ο σκελετός του αειμνήστου Ιεράρχου. Έτσι απέθανεν ο Μητροπολίτης Σμύρνης. Απέθανεν όπως πρέπει να αποθνήσκουν οι άξιοι αρχηγοί. Θα δυνηθή άρα γε ποτέ το Έθνος να εκδικηθή τον θάνατον του Μητροπολίτου Σμύρνης;
Μαζί με τον Μητροπολίτην εφονεύθησαν εκ των πρώτων , αλλ' άγνωστον δια τίνος τρόπου , οι συνοδεύσαντες αυτόν Δημογέροντες Τσουρουκτσόγλου και Κιλισμπαλής.
Ο θάνατος του Μητροπολίτου Σμύρνης ήτο το σύνθημα της λεηλασίας. Υπό το πρόσχημα, ότι ζητούνται κρυμμένοι έλληνες αξιωματικοί , εις τας διαφόρους οικίας, ήρχισαν δήθεν έρευναι εντός αυτών , πράγματι όμως λεηλασίαι.
Από πάσαν γωνίαν της Σμύρνης ηκούοντο οιμωγαί σφαζομένων και κοπετοί απαγομένων παρθένων. Αι ξέναι οργανώσεις έκαναν το παν δια να μετριάσουν την συμφοράν .Τα ιδρύματα των Καθολικών και των διαμαρτυρομένων ήνοιξαν τας πύλας των και παρείχον άσυλον εις πάντα ζητούντα αυτό. Ιδιαιτέρως εθαυματούργησεν η Αμερικανική φιλανθρωπία. Ο αντίπρόσωπος της Αμερικανικής Περιθάλψεως Εγγύς Ανατολής κ. Τζέημς με κίνδυνον της ζωής του έσωσεν όλα τα ορφανά, άτινα από πάσαν γωνίαν της Ανατολής είχε περισυλλέξη.
Τα πολεμικά πλοία απεβίβασαν αγήματα προς προστασίαν των υπηκόων των, άτινα όμως επεκτείναντα τα δικαιώματα των επενέβαινον και επρολάμβαναν πολλάς βιαιότητας των Τούρκων ληστών. Ιδιαιτέρως λαμπρά υπήρξεν η διαγωγή των Ιταλών ναυτών. Είχε σιγάση η φωνή της πολιτικής και της διπλωματίας δια να ακουσθή η φωνή του αδελφικού αίματος.

3.Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΟΥ ΚΕΜΑΛ
Ο Μουσταφά Κεμάλ εισήλθεν εις την Σμύρνην  την Τρίτην. Εισερχόμενος εύρε την ωραίαν πόλιν πλέουσαν εις το αίμα. Διότι αφ' ης εκρεουργήθη ο Μητροπολίτης , ως εκ συνθήματος ήρχισαν οι φόνοι των Χριστιανών. Δεν υπήρχεν  άσυλον, το οποίον δεν παρεβιάσθη , δεν υπήρχεν ιερόν , το οποίον δεν εβεβηλώθη. Ιερείς εσφάζοντο μέσα εις τους ναούς, παρθένοι εβιάζοντο εις τους ναούς, και εβιάζοντο  επάνω εις την Αγίαν Τράπεζαν. Στρατιώται κρυμμένοι συνελαμβάνοντο  και οδηγούμενοι  εις τας φυλακάς εφονεύοντο  καθ' οδόν.
Την ημέραν εκράτει κάποια ησυχία.Την νύκτα αντήχουν από πάσαν γωνίαν της Σμύρνης θρήνοι και οδυρμοί.
Άπαντες  οι εναπομείναντες  πληθυσμοί  της υπαίθρου  χώρας συλλαμβανόμενοι  ωδηγούντο εκτός των χωρίων των, όπου εφονεύοντο.
Ουδέποτε ο θάνατος , εξυπηρετήθη τόσον, όσον την εποχήν εκείνην και ο Ταμερλάνος μέσα εις τον τάφον του θα ωμολόγησεν, ότι ο Κεμάλ  τον υπερέβη εις την θηριωδίαν.
Την ιδίαν ημέραν  της αφίξεώς του εις Σμύρνην ο Κεμάλ παρεκάθησεν  εις δείπνον, παρατεθέν  προς τιμήν του , υπό των αξιωματικών του, εις την βεράνταν του Σπόρτιν.
Προς τιμήν των Συμμάχων σημειούμεν , ότι ουδείς αξιωματικός των πολεμικών πλοίων των Συμμάχων  προσήλθεν  εις το δείπνον εκείνο , καίτοι εκλήθησαν.
Την Τετάρτην , δηλαδή την επομένην  της αφίξεως του Κεμάλ  εξερράγη η πυρκαϊά , ήτις απετέφρωσε  την Σμύρνην.
Οι ατυχείς Έλληνες της Σμύρνης , φεύγοντες  το πυρ , εξήλθον εις τους δρόμους πανοικεί .Η προκυμαία επληρώθη μέχρις ασφυξίας  κόσμου. Το νεκροταφείον επίσης .Οι τάφοι δεν εφιλοξένουν  μόνον νεκρούς αλλά και ζώντας. Και αι ορδαί των καννιβάλων , εισορμώσαι μέσα εις το αγωνιούν πλήθος και εις την προκυμαίαν και εις το νεκροταφείον , έσφαζον, διήρπαζον, ελήστευον και απήγαγον παρθένους όσας ενόμιζαν καταλλήλους  δια τας κτηνώδεις ορέξεις των [1].
Ύψωναν οι δυστυχείς Χριστιανοί τας χείρας προς τον Ουρανόν, επικαλούμενοι  το έλεος του Θείου , μη ζητούντες  παρ' αυτού , ειμή τον θάνατον , δια να λυτρωθούν  από τα δεινά.
Πρώτην φοράν ο Θεός εφάνη  εύσπλαχνος, διότι ο θάνατος λυτρωτής των πόνων επήλθε ταχύς και εθέριζεν αδιάκοπα . Οι θνήσκοντες έμενον άταφοι .Ποιός να τους θάψη και που; Απέθνησκον  άλλοι από πείναν, άλλοι από φόβο και άλλοι από πληγάς.
Εις το κατώφλι μιας οικιας  της προκυμαίας αφήκε την τελευταίαν του πνοήν  ο ιατρός Ιπποκράτης Αργυρόπουλος , ευκλεής γόνος της αρχοντικωτέρας  οικίας της Σμύρνης, αδελφός του ποιητού  και βουλευτού κ. Μ. Αργυροπούλου.Και πολλοί άλλοι που εγεννήθησαν  επάνω εις τα τρίχαπτα (τα εκ τριχών  πεπλεγμένα λίαν λεπτοφυή και σε πιο ελεύθερη ερμηνεία "μετάξια και δαντέλες" Θ.Μ) απέθανον επάνω στα πλακόστρωτα της Προκυμαίας. 
Τι θα γινόταν όλος αυτός ο κόσμος;

4.ΜΑΚΡΑΝ ΟΙ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ
Μετά την διάσπασιν του Μετώπου και δύο ή τρεις ημέρας προ της εισόδου των τούρκων  εις την Σμύρνην, η Κυβέρνησις Γούναρη παρητήθη  και εσχημάτισε τοιαύτην ο κ. Τριανταφυλλάκος με Υπουργόν των Εσωτερικών τον κ. Μπούσιον και της Εθνικής Οικονομίας  τον κ. Μανέαν.
Η Κυβέρνησις Τριανταφυλλάκου βασιζομένη επί ενός διατάγματος  της προκατόχου Κυβερνήσεως, καθ' ό απηγορεύετο η εις το Ελληνικόν Κράτος ομαδική μετανάστευσις εκ Μ. Ασίας, όχι  μόνον δεν εφρόντισε να στείλη πλοία προς παραλαβήν  των καταδιωκομένων και σφαζομένων πληθυσμών  της Μ. Ασίας, αλλ' απ' εναντίας  ημπόδιζε ν' αποβιβασθώσιν εις τας παρά τας Μικρασιατικάς ακτάς νήσους, όσοι ηδύναντο εξ ιδίων να φθάσωσιν εις αυτάς.
Ευτυχώς, οι τότε διοικηταί των νήσων κ.κ Αν Σπηλιωτόπουλος  και Σταυριανίδης  δεν εσεβάσθησαν και πολύ τας διαταγάς της Κυβερνήσεως.
Οι πρώτοι φθάσαντες εις Αθήνας πρόσφυγες , αδημονούντες δια την τύχην των αδελφών των , ήρχισαν  να ενεργούν παρά τη Κυβερνήσει, όπως αποσταλούν πλοία εις Σμύρνην  προς μεταφοράν  προσφύγων.
Η καταρτησθείσα προς τούτο  επιτροπή , αποτελουμένη εκ του Μητροπολίτου Εφέσου , νυν Καβάλλας, κ Χρυσοστόμου και των Σμυρναίων  δημοσιογράφων κ.κ. Π. Καψή  και Λ. Κοκκινίδη, επεσκέφθη κατά πρώτον  τον κ. Μπούσιον, όν ενόμιζεν  ως ενδιαφερόμενον περισσότερον των άλλων , δια την τύχην των Μικρασιατών. Ατυχώς συνήντησαν  την παγερωτέραν αδιαφορίαν. Ο κ. Μπούσιος ούτε καν ηθέλησε  να ακούση την επιτροπήν. Το ίδιον και ο Πρωθυπουργός  κ.Τριανταφυλλάκος. Ευτυχώς ο τότε υπουργός της Εθνικής Οικονομίας  κ. Μανέας, διαφωνήσας , αντιθέτως προς τον συνάδελφόν του, ανέλαβεν  υπό ατομικήν  του ευθύνην  να στείλη εις Σμύρνην  όσα ηδύνατο πλοία  προς διάσωσιν των προσφύγων  και εστάλησαν  κατά διαταγήν  του 4-5 μεγάλα Αγγλικά φορτηγά , τα οποία μετέφερον  τους πρώτους πρόσφυγας  εκτελέσαντα 2-3 ταξείδια.
Ταυτοχρόνως, τα εν τη Μεσογείω πλέοντα φορτηγά πλοία μιας Αμερικανικής Εταιρείας , ης μας διαφεύγει  το όνομα και ήτις αντιπροσωπεύεται  εν Πειραιεί υπό του κ. Μιχαληνού, διετάχθησαν να πλεύσουν εις Σμύρνην  και να παραλάβουν πρόσφυγας  δωρεάν. Κατ' αυτόν τον τρόπον εσώθησαν πολλοί. Αλλ΄υπήρχον ακόμη χιλιάδες αναμένοντες και τις οίδε τι θα εγίνοντο αν εν τω μεταξύ δεν εκηρύσσετο η επανάστασις της Χίου, ο αρχηγός της οποίας κ. Πλαστήρας  εθεώρησεν ως υποχρέωσίν του  να διατάξη όπως  άπαντα τα Ελληνικό πλοία σπεύσωσιν  εις την Σμύρνην  και τας Μικρασιατικάς ακτάς προς παραλαβήν προσφύγων.Ούτω εσώθησαν οι εναπολειφθέντες Ελληνες Μ.Ασίας.


Υποσημειώσεις:
[1] Σε μια παρόμοια τραγική ιστορία και στις ολέθριες επιπτώσεις που μπορεί να προκύψουν αναφέρεται ο ποιητής  Απόστολος Μαμμέλης (Προύσσα 1876- Αθήνα 1935) στο αιρετικό για τις ημέρες μας ποίημά του "Μητέρα"