Πέμπτη, 2 Μαΐου 2019

ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ : ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ(1922-1923)

ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΣΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ- ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ
Από τη νέα αυτή θέση μας είδαμε κάτω μπρος μας λουρίδα θάλασσας του κόλπου της Σμύρνης. 
Σύγχρονα όμως μπρος μας, σε αρκετή απόσταση, μέσα από μικρή κοιλάδα, μάλλον χαράδρα, φάνηκαν καβαλλάρηδες, όχι περισσότεροι από 200-250, οι οποίοι ρχόντουσαν προς το μέρος μας. Οι αξιωματικοί μας που παρατηρούσαν με τα κιάλια τους είπαν ότι ήταν τούρκικο ιππικό και ότι πίσω απ’ αυτούς που φαίνονταν, έρχονταν και άλλη φάλαγγα. Διαδόθηκε σύγχρονα μεταξύ των στρατιωτών ότι στ’ αριστερά μας υψώματα ήσαν πολυβολεία. Αλλά εκ των υστέρων αποδείχτηκε ότι η διάδοση αυτή δεν ανταποκρινόταν σε αληθινά πράγματα, γιατί στρατιώτες που έφυγαν προς αυτή την κατεύθυνση, έφτασαν στη θάλασσα στον Τσεσμέ, χωρίς να προσβληθούν από εχθρικά τμήματα.
Οι συνταγματάρχες Ζεγκίνης και Θεοδώρου με τους αξιωματικούς του επιτελείου των άρχισαν να συσκέπτονται για ν' αποφασίσουν τί να κάνουν. Και ακούστηκε απ’ αυτούς η λέξη «παράδοση». Μόνος ο επιτελάρχης ταγματάρχης Σιώρης ακού­στηκε να ζητάει έναν πολυβολητή, για να βάλει κατά των επερχομένων καβαλλάρηδων. Αλλά η διά­λυση ήταν τόσο ολοκληρωτική ώστε τίποτα δεν έγινε για αντίσταση.
Αν και οι περισσότεροι στρατιώτες φώναζαν «δεν παραδινόμαστε» κανένας αξιωματικός δεν πήρε την πρωτοβουλία να μας συντάξει και να μας οδηγήσει σε αντίσταση. Αντίθετα προσπαθούσαν να μας πείσουν ότι φτάσαμε σε αδιέξοδο και ότι μόνο με την παράδοση μας θα σωνόμαστε, γιατί έτσι θα πηγαίναμε στη Σμύρνη, εκεί θα παραδίναμε τα όπλα μας και θα φεύγαμε ελεύθεροι για την πα­τρίδα μας.
Κείνες τις στιγμές είδα τον υπασπιστή του 18ου συντάγματος. Λοχαγό Πέτρο Αλεξόπουλο, χωρίς να ειπεί τίποτα, να σπιρουνίζει τα’ άλογο του και ν’ απομακρύνεται.
Όταν γύρισα από την αιχμαλωσία τον είδα στην Αθήνα και όπως έμαθα, ήταν κατήγορος της διοίκησης μας, για την αιχμαλωσία μας. Ότι όμως ο ίδιος παράτησε το σύνταγμα του κι’ έφυγε, χω­ρίς να ενεργήσει τίποτα για να το σώσει ή ν' αγωνιστεί, κανείς δεν το γνώριζε. 
Η διοίκηση μας αποφάσισε την παράδοση και στάλθηκε προς τους επερχόμενους τούρκους καβαλλάρηδες κήρυκας, με λευκή σημαία, ο ανθυπο­λοχαγός - διερμηνέας Σταυρίδης όταν αυτοί βρί­σκονταν σε μικρή απόσταση από μας, μάλλον για ν’ αναγγείλει ότι παραδινόμαστε παρά για να διαπραγματευτεί όρους.
Με τη σκέψη ότι απ’ εκείνη τη στιγμή θάμαστε αιχμάλωτοι των τούρκων έννοιωσα σαν να μη ζω πια. Αδιαφορώντας για το τι γινόταν γύρω μου, έσπασα το όπλο μου, μάνλιχερ, κτυπώντας το σε βράχο, αφού πρώτα έβγαλα το ουραίο του, το διάλυσα και σκόρπισα τά κομμάτια του και έβγανα από δερμάτινη θήκη του το στο ζωστήρα μου κρε­μασμένο πιστόλι με το δεξί μου χέρι και μ’ αυτό θ' αυτοχτονούσα.
Δίπλα μου , βρισκόταν ο φίλος μου λοχίας του επιτελείου μας Γιώργος Κωνσταντινίδης. Ακα­ριαία μ' αγκάλιασε κατά τρόπο που μούκλεισε στην αγκαλιά του τα χέρια μου, και μούπε: «Βασίλη, τί πας να κάνεις; δεν σκέπτεσαι τους δικούς σου; ότι μας συμβεί θα τα περάσουμε μαζί». Τα λόγια αυτά του Γιώργου Κωνσταντινίδη παράλυσαν τις δυνά­μεις μου και ξουθενωμένος πια διάλυσα και το πι­στόλι μου και πέταξα τα κομμάτια του.
Την ίδια στιγμή κοντά μας ακούσθηκαν διαδο­χικά δυο πυροβολισμοί και είδα δυο λεβεντόκορμους συναδέρφους να κοίτονται στο χώμα ματω­μένοι. Είχαν αυτοκτονήσει με τα όπλα τους. Ήταν ο Γιώργος Τσιτσεκλής και ο Νίκος Μαγγανιώτης, που κατάγονταν από τη Σμύρνη. Και οι δυο τους ωραία παλικάρια είχαν τελειώσει την Ευαγγελι­κή Σχολή της Σμύρνης και είχαν καταταγεί εθε­λοντές στο στρατό μας.
Ο Γιώργος Τσιτσεκλής, ψηλός, μελαχροινός με μαύρα μαλλιά και μαύρα μεγάλα μάτια. Ο Νίκος Μαγγανιώτης ψηλός καστανόξανθος με γαλανά μάτια. Και οι δυο τους δεν θα μπορούσαν ν’ ανε­χτούν αιχμαλωσία στους τούρκους και όπως ήσαν παιδιά γνωστών ελληνικών οικογενειών της Σμύρ­νης δεν τους ήταν δυνατό ν’ ανεχτούν ξευτελισμούς και βασανιστήρια από τούς τούρκους. Έ­μειναν εκεί νεκροί κοντά στους βράχους της κορφής των «Δυο Αδερφών» της Αγαπημένης των αλλά ξανασκλαβωμένης πατρίδας των Σμύρνης, που η λιγόχρονη λευτεριά της έσβυσε σαν όνειρο, αδερφωμένοι ο ένας πλάι στον άλλο, άταφοι !
Ο Ζεγκίνης και οι άλλοι αξιωματικοί που άκουγαν τους πυροβολισμούς και είδαν τους νε­κρούς άρχισαν να φωνάζουν. «Παιδιά μη το κάνε­τε αυτό' μη στενοχωριέστε, η αιχμαλωσία μας θα είναι λιγοήμερη? θα πάμε στην πατρίδα μας».
Πλησίασαν οι τούρκοι καβαλλάρηδες και η παράδοση σ’ αυτούς έγινε κατά ώρα 5 απογευματινή της 28ης Αύγουστου ημέρα Κυριακή.
Παραδόθηκε όλη η στρατιωτική δύναμη που βρισκόταν εκεί εκτός του τάγματος Βαμβακόπουλου, το οποίο σαν εμπροστοφυλακή και αριστερή πλαγιοφυλακή που είχε ταχτεί, είχε προχωρήσει μαχόμενο και όταν πλέον είχε νυχτώσει από τους βραδυπορούντες στρατιώτες του πληροφορήθηκε την παράδοση τού συντάγματος.
Όπως μάθαμε και αυτού του τάγματος τμήμα υπό τον λοχαγό Κατσίκαν παραδόθηκε την επο­μένη, και μόνο ο Βαμβακόπουλος με εξακόσιους (600) περίπου στρατιώτες και αξιωματικούς έφτα­σε στον Τσεσμέ και απ’ εκεί, όπως και άλλα τμή­ματα διεκπεραιώθηκαν στη ΧΙο.

ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΤΟ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΟ ΕΠΟΣ (1919-1922).

Τρίτη, 30 Απριλίου 2019

ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΞΑΣ: ΕΙΠΑΝ ΚΑΙ ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙ ΑΥΤΟΝ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΛΑΧΟΣ : O κ. ΑΝΤΙΣΤΡΑΤΗΓΟΣ!
(Το άρθρο αυτό με την υπογραφή του Γεώργιου Βλάχου δημοσιεύτηκε  στις 25 Αυγούστου 1922 στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ. Το ίδιο άρθρο αναδημοσιεύτηκε  στην εφημερίδα "ΠΑΤΡΙΣ" δώδεκα χρόνια αργότερα (27 Νοεμβρίου 1934) 


Ένας κύριος εισέρχεται εις την Σχολήν των ευελπίδων, τρέφεται εκεί και εκπαιδεύεται, όπως όλοι οι μαθηταί, δι’ εξόδων σχεδόν του Κράτους. Γίνεται ανθυπολοχαγός, φορεί γαλόνια, του κάμουν σχήματα οι στρατιώται, παραμερίζουν οι πολίται όταν περνά, είναι αξιωματικός, παίρνει μισθόν. Προάγεται. Σήμερον λοχαγός, αύριον ταγματάρχης, μεθαύριον συνταγματάρχης, έπειτα αντιστράτηγος. Και τα έτη αυτά πληρώνεται, είναι σεβαστός, είναι σπουδαίος.

Το Κράτος εις το οποίον εστοίχισε τόσα, γυρίζει τον βλέπει, τον καμαρώνει: - Ιδού ένας κύριος, τον οποίον ανέθρεψα, εμεγάλωσα, ετίμησα, επλήρωσα, δια να τον έχω την στιγμήν της ανάγκης. Οιασδήποτε ανάγκης· αυτής την οποίαν κρίνω εγώ και υπέρ ης θα θυσιασθή ασυζητητί αυτός. Διότι θυσιάζονται άλλοι: χωρικοί, εργάται, άνθρωποι του γραφείου, πολίται και πολίται μηδεμίαν πραγματικήν έχοντες προς εμέ υποχρέωσιν, όταν εγώ το ζητήσω. Αυτά σκέπτεται το Κράτος.

Και η στιγμή έρχεται: Μία εκστρατεία και το Κράτος καλεί δεξιά και αριστερά τους Έλληνας· παιδιά δεκαοκτώ ετών, αφήνουν τα θρανία, άνθρωποι οικογενειάρχαι κλείνουν το σπίτι, το μαγαζί, ζώνονται τις παλάσκες, τον γυλιόν, τα φυσέκια, αποχαιρετούν άλλοι με ενθουσιασμόν, άλλοι με δάκρυα και στενοχώριαν, και τρέχουν εκεί που τους στέλλει το Κράτος. Πού πηγαίνουν; Δεν ερωτούν! Τι θα γίνει, δεν ξεύρουν. Εμπρός παιδιά! Και πηγαίνουν εμπρός. Σκοτωθήτε παιδιά! Και σκοτώνονται. Και όλοι είναι παιδιά; Όχι. Είναι και άνθρωποι προ πολλού καταθαλόντες θαρύν τον φόρον των θυσιών προς την πατρίδα, άνθρωποι κουρασθέντες από τα πολεμικά, άνθρωποι ξένοι και προς της νίκης τα αγαθά και προς της δόξης τα κέρδη. Εν τούτοις πηγαίνουν. Διότι έτσι είναι, διότι έτσι γίνεται. Διότι ο πολίτης δεν παζαρεύει με την Πατρίδα.

Τότε έρχεται και η σειρά του κ. Αντιστράτηγου: 
- Περάστε, κ. Αντιστράτηγε. Σας χρειαζόμεθα. Αρχηγόν του στρατού. Αρχηγόν του Επιτελείου, αυτό ή εκείνο..., λέγει πνιγμένον από την ανάγκην το Κράτος. 
- Δεν πάω, λέγει ο κ. Αντιστράτηγος. 
- Διατί; 
- Διότι η εκστρατεία αυτή δεν μου αρέσει. Διότι θα αποβή ολεθρία, διότι τα πράγματα θα πάνε έτσι κι έτσι... Και ο κ. Αντιστράτηγος προμαντεύει την καταστροφήν. Και το Κράτος; Το Κράτος το οποίον εφήρμοσε τον νόμον περί ληστείας διά να συλλάθει τους ανυποτάκτους της υπαίθρου της χώρας, το οποίον εφάνη αμείλικτον όταν κανείς τσοπάνης, πατήρ τεσσάρων ή πέντε τέκνων, δεν προσήλθεν εν καιρώ, κουνεί το κεφάλι του, μετρά τα έξοδα και τους μισθούς που επλήρωσε, καμαρώνει τα γαλόνια και τους βαθμούς και τον αφήνει και φεύγει.
Τότε εις την έξοδον τον συλλαμβάνει ένας δημοσιογράφος - ο δημοσιογράφος είναι εν ζωή και γράφει αυτήν την στιγμήν - και του λέγει: 
- Κύριε Αντιστράτηγε, κάτι εκρυφάκουσα από την πόρτα: Θεωρείτε την εκστρατείαν καταστρεπτικήν; Έτσι την νομίζω και εγώ. Έρχεσθε σεις με το κύρος σας και εγώ με την πένναν μου, να το ειπούμε εις τον κόσμον; Διότι είναι φοβερόν, να ξέρετε ότι θα επέλθη μία καταστροφή και ούτε να πηγαίνετε να την καταστήσετε ίσως μικροτέραν, ούτε να επιχειρήτε να την σταματήσετε, εκ φόβου ότι θα χάσετε αγαθά της προφητείας.
Αλλ’ ο κ. Αντιστράτηγος θεωρεί τούτο καταστρεπτικόν. Και σιωπά και πηγαίνει εις το Φάληρον και κλειδώνεται και περιμένει. Τι περιμένει. Περιμένει ως κόραξ την καταστροφήν, τον θάνατον, από τον οποίον πρόκειται να τραφή η φιλοδοξία του. Κάτω εις τα πεδία των μαχών γίνονται λάθη. Ο Αντιστράτηγος τα γνωρίζει και σιωπά. Γίνονται επιχειρήσεις μέλλουσαι να φέρουν την προφητευθείσαν κατα­ στροφήν. Ο κ. Αντιστράτηγος τας γνωρίζει και σιωπά.
Και όταν η καταστροφή επήλθε, όταν κλαίουν όλα γύρω του όταν ο οίκος της Ελλάδος επληρώθη από τραυματίας, νεκρούς, πρόσφυγας, δυστυχίαν, ο κ. Αντιστράτηγος φορεί το φράκο του και της κτυπά την θύραν. 
- Τι θέλετε; 
- Είμαι ο κ. Αντιστράτηγος. Θέλω να γίνω πρωθυπουργός. Έχω τα χαρτιά μου εν τάξει: «Τα έχω ειπεί». 
Αλλ’ η Ελλάς έχει εργασίαν, μαζεύει τα τέκνα της. Αν δεν είχε, θα έπαιρνε την σκούπαν και θα του έλεγε εκεί, εις την οδόν: 
- Φύγε, απ’ εδώ. Άνθρωπε μικρέ, που περίμενες να κατασκευάσης πρωθυπουργικόν φράκον από τα ράκη. Φυγ’ απ’ εδώ, ανυπότακτε στρατιώτατων αναγκών μου, αυτόκλητε κηδεμών της ατυχίας μου, τέκνον άχρηστον, άνθρωπε μηδέν. Αυτά θα έλεγε εις τον Αντιστράτηγον κ. Μεταξάν δακρύουσα η Ελλάς, αν έστρεφε ποτέ προς τον κ. Μεταξάν η Ελλάς τα βλέμματα.









Παρασκευή, 26 Απριλίου 2019

ΑΡΙΣΤΟΣ ΚΑΜΠΑΝΗΣ: ΑΠΟ ΤΗ ΜΟΙΡΟΚΡΑΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ «ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ» ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΟΚΕΝΤΡΙΣΜΟ ΚΑΙ ΕΓΩΚΕΝΤΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΔΡΑΓΟΥΜΗ

Ύστερ’ απ τον πόλεμο του ί897 — στα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα, ένας πατριωτικός-εθνικιστικός οργασμός παρατηρήθηκε. Ο εθνικισμός αυτός είχε κάθε λογής εκδηλώσεις: Βιβλία μεγαλοϊδεατικά, όπως λ.χ του Δημήτριου Αναστασόπουλου του Αθηναίου, που ζητούσε με εύγλωττα και ωργισμένα κηρύγματα να σώσουμε την ελληνική επιρροή στα Ιεροσόλυμα (Οι Πανσλαβισταί μεγάλοι εχθροί του Γένους), του Ν. Καζάζη, του Περικλή Γιαννόπουλου που ήθελε προπάντων μια αισθητική αναγέννησι, του Ι. Δραγούμη που ήταν άνθρωπος της πράξεως και του λόγου κ’ έγραφε εθνικά βιβλία που υπογράμμιζαν την αξία του Μακεδονικού Αγώνα και των Εθνικών οργανώσεων στην Τουρκία.Έπρεπε να δοθή περιεχόμενο στον Ελληνικό πατριωτισμό. 
Σατιρικό και λιβελλογραφικό ήταν το χαωτικό τάλαντο τον πρώτου, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε απ τα σκορπισμένα στις εφημερίδες και τα περιοδικά άρθρα του κι απ τα πολεμικά του φυλλάδια «Νέον Πνεύμα» και «Έκκλησις προς το Πανελλήνιον Κοινόν». Προπαγανδίζοντας τον Ελληνισμό— την επιστροφή, στην Ελληνική γη, στο Ελληνικό χρώμα, στην Ελληνική γραμμή, ζητώντας την απαλλαγή μας από τη Φράγκικη επίδρασι με τα πιο ανθελληνικά, όπως παρατήρησε ο Νιρβάνας, φραστικά μέσα, ο Περικλής Γιαννόπουλος είχε γράψει ένα πλήθος βιβλία (Εθνικά Ιδανικά, Ελλ. Αρχιτεκτονική, Ελληνική Γλυπτική, Ελληνική Ζωγραφική, Ελληνική Μουσική, Ελληνική Γλώσσα, Ελληνική Φιλολογία, Ελληνική Γραμμή και χρώμα, Ελληνική Εκκλησία, Πολυτεχνείον, Πανεπιστήμιον, Πολίτευμα, Η Ελληνίς, Σαλπίσματα, Οι Θεοί, Ελληνική Αναγέννησις, ο Έλλην). Όλην αυτή την παραγωγή , όπου αναρίθμητα ήταν τα κεφαλαία γράμματα την εξαφάνισε, όταν είδε πως δε βρέθηκε κανένας να βοηθήση την έκδοσί της. Έπειτα αυτοκτόνησε κατά τρόπον που έδειχνε την έλλειψι ηθικής και πνευμα­τικής ισορροπίας. Την τυπωμένη εδώ κ' εκεί παραγωγή του Γιαννό­πουλου συγκέντρωσε ο Γ, Κατσίμπαλης σ’ ένα πολυσέλιδο τεύχος των «Νέων Γραμμάτων» , που παρουσιάζει ζωηρό ενδιαφέρον (αριθ. 1-3, 1938).
Η κεντρική ιδέα του αισθητικού πατριωτισμού του Γιαννόπουλου είναι δανεισμένη από τον Ταίν. Ο συγγραφέας της «Εκκλήσεως» ειν' ένας πιστός της μοιροκρατικής θεωρίας του «περιβάλλοντος». Οι Έλληνες κάθε εποχής δεν είναι τίποτε. Η Ελληνική γη είναι το παν. Γέννημά της θαυμάσιο είναι το «Ελληνικό ζώο». Αυτό το κήρυγμα ο Κώστας Χατζόπουλος το χαρακτήριζε ως αισθητικό ψευτοπατριωτισμό. «Το φύσει φύσεως τελείας Ελληνικόν Ζώον , τελειότερον παντός άλλου κτλ , ανήλθεν εντελώς εις τον τύπον άνθρωπος , κατά την Παλαιάν μας εποχήν , και τέλειος άνθρωπος –θεός κατά την Αθηναϊκήν. Ο Αρχαίος Ελληνισμός έθιξε το θείον πλάσας τας Αθήνας .
Εδώ …ημείς οι ίδιοι ερχόμενοι από τα απειράριθμα Αιώνια Ελληνικά Γένη , πολυειδείς και πολύμορφοι , εσυγκεντρώθημεν , ηνώθημεν και επλάσαμεν νέον Γένος το : Αθηναϊκόν . Και το Γένος αυτό τότε κτλ εκδηλούται θαυμάσια, τελειώνει τον Άνθρωπον ιδεολογικώς και πραγματικώς , συνθέτει , εκδηλώνει και τελειώνει τον Ανθρωπισμόν ιδεολογικώς , την υπερτάτην θρησκείαν της Οικουμένης , η οποία πριλαμβάνεται εις το ιερώτατον τριαδικόν σύμβολον: Ωραίον, Αληθές, Αγαθόν…Αι θεουργικαί θρησκείαι , όλαι ανεξαιρέτως , είναι δευτερεύουσαι , κατώτεραι , είναι δια τα πλήθη , απευθύνονται εις το αίσθημα μόνον. Οιαδήποτε θεουργική , δογματική θρησκεία άλλη , μη δεχομένη να συνυπάρχη υπό την ανωτέραν αυτήν , την Πνευματικώς πανελευθέραν , χωρίς να θέλη ν' αναμιχθή  εις τα έργα και τα δόγματα, είναι απλώς ανήθικος». Και πρέπει να πολεμιέται απ την πολιτεία. Όποια θρησκεία τέτοια θέλει να μοναρχίση είναι «κακούργα», γεννάει «παπισμούς»- σαπίζει τους λαούς ... Όλη η Ελληνική μας ιστορία ως την «Αλεξανδρινή εμφάνισι» είναι  μόνο «Ανατροφή, Εκπαίδευσις, Οργάνωσις, εξάσκησις της φυλής» σ' όλους τους ανθρώπινους αγώνες, συνείδησις, μελέτη και έκφρασις και συστηματοποίησις τους σε «φαεινότατα αξιώματα , αφθάστου διανοητικής ουσίας, δυνάμεως και καλλονής μορφής... Αι Αθήναι είναι σχολείον ανθρωποπλαστικόν και εθνοπλαστικόν. Ημείς κτλ , θέτομεν τα θεμέλια των ανθρωπίνων πολιτισμών. Είμεθα ο τρελός έφηβος , ο όλος φως, χαρά , ορμή, έρως, φίλημα, είμεθα ο ποιητής , ο ψάλτης, ο μάντις κτλ θίγομεν με απαράμιλλον ασφάλειαν τας ακροτάτας  εκδηλώσεις του Ζώου «Άνθρωπος», με διαίσθησιν και διόρασιν, ώστε μετά τόσους αιώνας  οι τωρινοί σοφοί με τα χίλια των εργαλεία και γυαλιά να είναι εμπρός ημών τότε παπουτσήδες! Νέοι και Νέαι! Αγαπήσετε με πάθος πύρινον την Μητέρα Γην.... Και τότε η Μητέρα Ελληνική Γη, αγαλλομένη έως τα βάθη των σπλάχνων  της θα αισθάνεται τα στήθη της να φουσκώνουν από τας ηδονάς της συλλήψεως!» Οι Έλληνες που εξανθρώπισαν άλλοτε την Οικουμένη θα την εξανθρωπίσουν ξανά, και η Αθήνα θα ξαναγίνη το μεγάλο πνευματικό κέντρο της Γης!...
Ακολουθούν ένας ύμνος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που ήταν «ο ώριμος ανδρικός εγκέφαλος του Ελληνισμού», μια εξήγησις της Βυζαντινής εποχής και το συμπέρασμα πως η «Ελληνική φυλή» πρέπει να περιορίση το χριστιανικό της συναίσθημα στα λογικά και πραγματικά του όρια - πρέπει να ξαναγυρίση  στον εαυτό της -στην Ελληνική Γη, «που σηκώνεται  και τρώει τον κάθε ξένο».

Από όλον αυτό το βερμπαλισμό και την ωργισμένη ωραιολογία, από τον προχειρολόγο, και σα μεθυσμένο Ελληνοπαθή ρωμαντισμό, ο στοχαστικός αναγνώστης σήμερα δεν αποκομίζει τίποτε θετικό. Δεν υπάρχει καμμιά πνευματική ισορροπία, καμμιά επιστημοσύνη, κανένας λογικός ειρμός στους παράδοξους λίβελλους του Γιαννόπουλου, που πρέπει περισσότερο να τον αντιμετωπίσουμε σαν ένα κήρυκα ωφέλιμων μύθων , μύθων που όταν τους πιστεύη κανείς, γίνεται εθνικώς πιο περήφανος. Στο θάνατο του Γιαννόπουλου επακολουθούν πολεμικοί θρίαμβοι.
Η προφορική του προπαγάνδα είχε πιο πολλούς καρπούς από τα παράδοξά του φυλλάδια και τα σατιρικά του άρθρα, όπου ο φραστικός τρόπος του δημοσιογράφου Βλάση Γαβριηλίδη (συσσώρευσις και αντίθεσις, ροπή προς κάθε εμφατική επανάλειψι) αναπτύσσει μια φτωχή φιλοσοφία δανεισμένη από τον Ιππόλυτο Ταιν , που ήταν αριστοτέχνης του λόγου.
Περισσότερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο Ίων (ή Ιωάννης ) Δραγούμης (1878-1920), φίλος και θαυμαστής του Γιαννόπουλου, προξενικός και διπλωματικός υπάλληλος , οργανωτής των δυνάμεων του σκλάβου Ελληνισμού, έτοιμος να θυσιάση τη ζωή των άλλων , ή τη ζωή του, για να εξυπηρετήση τις πολιτικές του ιδέες- συγγραφέας αντιρρητορικός που τα βιβλία του γραμμένα στην απλή γλώσσα, απερίτεχνη και στεγνή, βοηθούν είτε υπογραμμίζουν τη δράσι του, ολοκληρώνουν την πολιτική του προσωπικότητα («Μαρτύρων και ηρώων αίμα» 1907. «Σαμοθράκη» 1908 , «Όσοι Ζωντανοί»  1911, «Ελληνικός Πολιτισμός» 1914, «Σταμάτημα», «Μονοπάτι»). 
«Τα λογοτεχνικά έργα του Ίωνος Δραγούμη, παρατηρεί σωστά ο Κ. Παράσχος, δεν υπάγονται σε κανένα από τα γνωστά είδη, αλλά μάλλον συγγενεύουν με ωρισμένα ιδιότυπα έργα, σαν «Το ταξίδι στη Σπάρτη» του Μπαρρές , που είναι κράμα από κηρύγματα ιδεολογικά, κομμάτια αυτοβιογραφίας, ιδιαίτερες εντυπώσεις, σελίδες ημερολογίου, αναλύσεις ψυχικών καταστάσεων και στα οποία περισσότερο παρ’ όσο στα έργα , τον κύριο χαρακτήρα δίνει ο τόνος.  Ό,τι έγραψε ο Δραγούμης ξεχωρίζει αμέσως από τον τόνο -τόνο όχι ανθρώπου των γραμμάτων , αλλά μιας πλούσιας προσωπικότητος που θέλει προπαντός να εκφρασθή. Στα έργα του που μπορούν να ονομασθούν όπως και του Μπαρρές …idéologies passionées κτλ βρίσκει κανείς μαζί και πλάι σε πολιτικές συζητήσεις κ’ ενέργειες, και σε κηρύγματα εθνικιστικά, σελίδες αυτοβιογραφικές , ταξιδιωτικές εντυπώσεις, λυρικές περιγραφές , όπως η «θάλασσα»  στη «Σαμοθράκη» , ερωτικές εξομολογήσεις, όπως η θαυμάσια Αγνή των «Μαρτύρων καΙ Ηρώων Αίμα», σκέψεις καθαρά φιλοσοφικές όπως το «Αιώνων Διάβα στο «’Οσοι Ζωντανοί» , σχεδόν ξηρά επιστημονικές αναλύσεις ζητημάτων, όπως της Ελληνικής φυλής στο ίδιο βιβλίο. Και μαζί μ’ αυτά έναν άνθρωπο που ενθουσιάζεται , που θυμώνει , που ατονεί , που αυτοκεντρίζεται, που ρεμβάζει και δρα , που διχάζεται και κατόπι σε μια πύρινη στιγμή δράσεως βρίσκει την ενότητά του.». 
Πατριδολατρεία και εγωλατρεία, Ελληνοκεντρισμός και εγωκεντρισμός- ιδού ο Δραγούμης , εθνοκήρυκας, συγγραφέας, συνωμότης,μεγαλοϊδεάτης, επαναστάτης.

(Από την Ιστορία της Νέας Ελληνικής λογοτεχνίας. Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ 1948) 

Κυριακή, 21 Απριλίου 2019

ENNO VON RINTELEN:ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΤΗΣ 20 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1941 ΣΤΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΗΣΗΣ ΔΥΟ ΗΜΕΡΕΣ ΑΡΓΟΤΕΡΑ



Αι Ιταλικαί μεραρχίαι εις  Αλβανίαν προυχώρουν ομοίως και είχον φθάσει εις τα Αλβανικά σύνορα, ενώ αι εκ Θεσσαλονίκης γερμανικαί δυνάμεις είχον φθάσει εις Ιωάννινα δια της άνω των 1500μ. ύψους δια­βάσεως του Μετσόβου. Εκεί ο Έλλην Αρχιστράτηγος [1] επρότεινε συνθηκολόγησιν. Έλαβον από την Ανωτάτην  Διοίκησιν των Ενόπλων Δυνάμεων την διαταγήν να παρακάλεσω την Ανωτάτην Ιταλικήν Διοίκησιν όπως αποστείλη ένα πληρεξούσιον δια τας διαπραγματεύσεις της συνθη­κολογήσεως. Ο Μουσολίνι όμως αντετίθετο με την δικαιολογίαν ότι οι Έλληνες ώφειλον να ζητήσουν ανακωχήν από τα Ιταλικά στρατεύ­ματα πριν ή μετάσχη ούτος εις οιασδήποτε διαπραγματεύσεις. Δεν κατόρ­θωσα να. τον πείσω. Διετείνετο ότι οι Ιταλοί επί μήνας και εις αγώνας πλήρεις απωλειών έφερον το κύριον βάρος του πολέμου τούτου και συνε­πώς έπρεπεν εις αυτούς να προταθή η συνθηκολόγησις [[2].
Παρά την άρνησιν ταύτην, η Ανωτάτη Διοίκησις των Ενόπλων Δυ­νάμεων με διέταξε την επομένην 22αν Απριλίου, να ζητήσω την συγκατάθεσιν του Ντούτσε εις τους υπό της Γερμανικής Ανωτάτης Ηγεσίας καθορισθέντος όρους συνθηκολογήσεως. Όταν εξέθεσα εις τον Μουσο­λίνι την αξίωσιν ταύτην, ούτος ηγανάκτησε και όταν προσέτι ο Στρατηγός Γκουτσόνι ανέφερεν ότι γερμανικαί δυνάμεις της Σωματοφυλακής "Α­δόλφος Χίτλερ» ηθέλησαν δια των όπλων να εμποδίσωσιν ιταλικούς σχη­ματισμούς όπως προχωρήσωσιν πέραν της γεφύρας "Πόντε ντι Μπεράτι» (3) ο Ντούτσε εξεμάνη ώστε εφοβήθην ότι θα απεχώρουν άπρακτος. Ο Μουσολίνι εδήλωσε κατηγορηματικώς ότι θα εξηκολούθη τον αγώνα εάν οι Έλληνες δεν ζητήσωσι την συνθηκολόγησιν από τους Ιταλούς.
Προσεπάθησα να τον καθησυχάσω με την υπόδειξιν ότι πιθανόν να είχε προταθή ανακωχή και εις το ιταλικόν μέτωπον ή να προταθή τοιαύτη εντός βραχυτάτου χρόνου, και ως εκ τούτου θα ήτο σκόπιμον να συμφωνήσωμεν από τώρα επί των όρων. Ο Μουσολίνι διεσαφήνισεν ότι δύο σημεία της γερμανικής προτάσεως ήσαν απαράδεκτα· εν πρώτοις ο όρος ότι οι ανήκοντες εις τον Ελληνικόν Στρατόν θα απεστέλλοντο αμέσως μετά τον αφοπλισμόν των εις τας εστίας των και δεύτερον ότι οι αξιωματικοί θα διετήρουν τα ξίφη των. Οι Έλληνες, διετείνετο, δεν το ήξιζον. Τω απήντησα ότι η απόλυσις όλων των αιχμαλώτων ήτο ανα­γκαία διότι θα ήτο αδύνατον να διατραφή ή να μεταφερθή ο όγκος αυτών. Δεν δύναται τις να αρνηθή ότι ο Ελληνικός Στρατός υπερήσπισε με γεν­ναιότητα και αφοσίωσιν την πατρίδα του. Εάν δεν συνέβαινε τούτο, οι Ιταλοί δεν θα ήσαν ηναγκασμένοι να μάχωνται επί τόσους πολλούς μήνας εναντίον των. Και δια τα γερμανικά στρατεύματα, η διείσδυσις δια της γραμμής Μεταξά υπήρξε πολύ δυσχερής. Δια της αναγνωρίσεως ταύτης, η οποία εκφράζεται με την συγκατάθεσιν όπως οι Έλληνες αξιωματικοί φέρωσι τα ξίφη των, θα εξυψούντο μόνον τα ιδικά μας κατορθώματα.


Ο Μουσολίνι κατενόησε τούτο, ηρέμησε και εδήλωσε την συγκατάθεσίν του, επέμεινεν όμως εις το ότι οι Έλληνες ώφειλον να ζητήσωσι προηγουμένως συνθηκολόγησιν και από τους Ιταλούς[4].
Όταν οι Έλληνες απέστειλαν την ιδίαν ημέραν εις την Ανωτέραν Διοίκησιν της Ενδεκάτης Ιταλικής Στρατιάς ένα πληρεξούσιον με λευκήν σημαίαν, κατέστη δυνατή η σύναψις ανακωχής την 23ην Απριλίου εις Θεσσαλονίκην»[5].

ENNO VON RINTELEN:Mussolini als Bundesgenosse : Erinnerungen des deutschen Militärattachés in Rom 1936-1943 σελ 140



Υποσημειώσεις:
[1]
[2]
[3]
[4] Από το προσωπικό ημερολόγιο του Γερμανού στρατηγού Χάλντερ
21 Απριλίου 1941
..............
—1800—2000. Πτήσις προς τον Όλυμπον και επάνοδος προς Θεσσαλονίκην. Εσπέρα εις το Στρατηγείον της Δωδεκάτης Στρατιάς.
Ελήφθησαν νέαι διαταγαί από το Αρχηγείον των Ενόπλων Δυνάμεων. Φαίνεται ότι καθ' ον χρόνον το Αρχηγείον των Ενόπλων Δυνάμεων έδωσε την διαταγήν του τερματισμού των διαπραγματεύσεων της ανακωχής, ο Φύρερ εσκέπτετο ότι ηδύνατο να θέση τον Μουσολίνι προ τετελεσμένου γεγονότος. Τούτο δεν συνέβη όμως. Ο Μουσολίνι ετηλεφώνησεν απ ευθείας εις τον Χίτλερ και εζήτησε συμμετοχήν της Ιταλίας. Ούτω ο Φύρερ διέταξεν όπως η συναφθείσα μετά της Δωδέκατης Στρατιάς συνθηκολόγησις μη πραγματοποιηθή  προ της εγκρίσεως του.
Τούτο θα παρείχεν εις τους Ιταλούς μίαν διέξοδον όπως φανούν ως συμμέτοχοι κατά την σύναψιν της συνθηκολογήσεως. Τοιούτος ελιγμός γελοιοποιεί τον Στρατάρχην διοικητήν της Δωδέκατης Στρατιάς εις τα όμματα του Ελληνικού Στρατού και επί πλέον θέτει θεμέλια συστηματικής παραποιήσεως της Ιστορίας, προορισμένα να δημιουργήσουν τον μύθον ότι οι Ιταλοί ήσαν εκείνοι οίτινες έεξηνάγκασαν τους Έλληνας προς  συνθηκολόγησιν.
Εν τη πραγματικότητι δεν υπήρχεν επαφή μετά των Ελλήνων την στιγμήν της συνθηκολογήσεως, ως σαφώς διεπιστώθη υπό του Έλληνος Στρατηγού Διοικητού. Η συνθηκολόγησις κατέστη αναγκαία μόνον δια τον λόγον ότι τα γερμανικά στρατεύματα είχον εμφανισθή δια μέσου της γραμμής υποχωρήσεως των Ελλήνων. Δια την παραποίησιν ταύτην της Ιστορίας, από της στιγμής ακόμη καθ' ήν ελάμβανον χώραν τα γεγονότα, διεμαρτυρήθη ζωηρώς ο διοικητής της Δωδεκάτης Στρατιάς, όστις επέμενεν όπως το ανακοινωθέν του γερμανικού Αρχηγείου των Ενόπλων Δυνάμεων παράσχη ακριβή απολογισμόν τής πραγματικής καταστάσεως προς τον σκοπόν όπως τα γερμανικά στρατεύματα λάβουν τον οφειλόμενον εις αυτά φόρον τιμής δια τα κατωρθώματά των.
Συζητώ μετά του Λίστ τας ανακριβείας των εκθέσεων του Φον Ριχτόφεν,  αι οποίαι τείνουν εις την μείωσιν των κατωρθωμάτων του  Στρατού   ξηράς.
[5]

Τετάρτη, 10 Απριλίου 2019

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ: Η ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ


 H εκθρόνισις του Βασιλέως Κωνσταντίνου και η αναχώρησις αυτού  εξ Ελλάδος αφήκε πλέον ολόκληρον την χώραν υπό την εξουσίαν του Ελευθερίου Βενιζέλου.
Η εξουσία αύτη απέβη ουσιαστικώς δικτατορική, μολονότι δια την τήρησιν των προσχημάτων ανεκλήθη εις την ζωήν η αντισυνταγματικώς διαλυθείσα τον Οκτώβριον του 1915 Βουλή της 31ης Μαΐου ιδίου έτους.
Ήτο προφανές ότι το κόμμα των φιλελευθέρων μετά την επιστράτευσιν του 1915 και την δράσιν των επιστρατικών συνδέσμων του 1916, δεν ηδύνατο να στηριχθή επί της εμπιστοσύνης του Ελλη­νικού λαού. Αν εκράτει σήμερον την εξουσίαν, δεν την εκράτει δια της κοινής γνώμης, αλλά διά των λογχών του Στρατού της Εθνικής Αμύ­νης.  Άνευ αυτών ουδ' επί στιγμήν θα ηδύνατο να παραμείνη εις Αθή­νας η κυβέρνησις των φιλελευθέρων.
Η Βουλή της 31ης Μαΐου δεν ωφέλησε ποσώς τον εθνικόν αγώ­να, τουναντίον ανερρίπισε τα κομματικά πάθη και παρημπόδισε την ψυχικήν του λαού Ένωσιν.
Μολαταύτα είναι αναμφισβήτητον ότι η επιτυχία του Εθνικού κινήματος Θεσσαλονίκης, η ταχεία οργάνωσις του Στρατού της Εθνι­κής Αμύνης και η γενομένη επιτυχής απαρχή της πολεμικής αυτού δράσεως περιέβαλον τον Ελευθέριον Βενιζέλον με νέον γόητρον και τω περιεποίησαν δύναμιν μεγάλην.
Εκ της καλής ή κακής χρήσεως της δυνάμεως ταύτης εξηρτάτο η  περαιτέρω εξέλιξις της εθνικής υποθέσεως. Δυστυχώς εις την Ελλάδα δεν συμβαίνει ό,τι εις τας πολιτικώς προοδευμένας χώρας της Δυτικής Ευρώπης, ιδία εις την Αγγλίαν και την Γαλλίαν, όπου υπάρχει μια διανοουμένη τάξις πραγματικώς ιθύνουσα, ελέγχουσα τους κυβερνήτας και επιβάλλουσα. εν ανάγκη, εκάστοτε διά της υγιούς γνώμης της, τους καταλλήλους άνδρας.
Εν Ελλάδι τάξις iθύνουσα δεν υφίστατο ποτέ και δια τούτο η επιρροή του αρχηγού απέβη αείποτε τεραστία.
Δια τούτο ουσιαστικώς κατά την κρίσιμον περίοδον, της οποίας την Ιστορίαν πραγματευόμεθα, δεν βλέπομεν παρά δύο άρχοντας πανισχύρους, αλληλλοδιαδεχομένους εν τη ενασκήσει μιας εξουσίας παντοδυνάμου, τον Βασιλέα Κωνσταντίνον και τον Ελευθέριον Βενιζέλον.
Η απεριόριστος και μέχρι δουλοφροσύνης εξικνουμένη αφοσίωσις των οπαδών προς εκάτερον τούτων είχε την φυσικήν συνέπειαν να τους καταστήση εγωϊστικωτέρους και αυτογνωμονεστέρους.
Δια τούτο είπομεν ότι το παν εξηρτάτο κατά την κρίσιμον εκείνην στιγμήν της εθνικής Ιστορίας μας από την χρήσιν, την οποίαν θα έκαμνεν ο Ελευθέριος Βενιζέλος της απεριορίστου εξουσίας, δι' ης περιεβλήθη.
Άνδρες βεβαίως σκεπτόμενοι τα δέοντα γενέσθαι και διορώντες τα συμπορευόμενα λάθη δεν έλλειπον, αλλά πάσα υπόδειξίς των απέ­βαινε ματαία και ενίοτε επικίνδυνος. Η  δίωξις επί δυσμενεία κατά του καθεστώτος, περί ης περαιτέρω θα γίνη λόγος, δεν εστρέφετο μόνον κατά των αντιπάλων, εστρέφετο και κατά των φανατικωτέρων της εθνικής πολιτικής οπαδών, οσάκις ούτοι δεν έστεργον να διακηρύτ­τουν τυφλώς καί δουλοφρόνως εν παντί καί πάντοτε το αλάθητον του αρχηγού.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος έλαβε τοιαύτην ανύψωσιν δια του κινήματος τής Θεσσαλονίκης, ώστε δεν ήτο δυνατόν να μην υποστή και αυτός την επίδρασιν του μεγαλείου, την οποίαν υπέστησαν και άν­δρες πραγματικώς μεγάλοι κατά την μαρτυρίαν της Ιστορίας. Ένας στρατός ολόκληρος, τον οποίον ο μεγαλουργός πατριωτισμός του Ελληνικού λαού έστησεν εντός ολίγων μηνών εις το Μακεδονικόν μέτωπον, εκαλείτο « Στρατός Βενιζελικός » ( « ARMEE VENIΖELISTE » ), ουχί Ελληνικός. Μια χώρα ολόκληρος αποσχισθεΪσα του Ελληνικού Βασιλείου ωνομάζετο «Ελλάς Βενιζελική ». Τα πυροβόλα του Στρατού της Αμύνης ακόμη έφερον επιγραφήν αντί «Ελληνικός Στρατός», «ARMEE VENIZELISTE ». Οι Έλληνες πολεμισταί εις το μέτωπον απέθνησκον με την κραυγήν « Ζήτω ο Βενιζέλος ».
Ο παγκόσμιος τέλος θαυμασμός αφήκε δια μίαν στιγμήν τα μεγάλα του πολέμου γεγονότα δια να τιμήση τον Επαναοτάτην Αρχηγόν τον τολμήσαντα να στραφή κατά παντοδυνάμου και δημοφιλεστά­του Βασιλέως, δια να εξαγάγη βιαίως το Έθνος εκ της ουδετερότητος.

Εν τω μέσω της αποθεώσεως αυτής οφείλομεν να ομολογήσωμεν ότι εχρειάζετο υπεράνθρωπος δύναμις δια να κράτηση τις την ψυχραιμίαν του και την μετριοπάθειάν του. Το « Φίλιππε, άνθρωπος ει» δεν ήτο κάτι, το οποίον εξ ιδιοτροπίας ήθελε να ακούη ο Ισχυρός της Μακεδονίας Βασιλεύς. Επεβάλλετο από ψυχικήν ανάγκην, την οποίαν διησθάνετο ο πατήρ του Αλεξάνδρου εν τω φόβω του μη υποστή της λαμπράς τύχης του τας συνεπείας.

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2019

Δ. ΚΟΚΚΟΣ: Ο ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΟΜΕΝΟΣ


Εν μέσω της εκλογικής αυτής ανεμοζάλης, 
ενόμισα καθήκον μου κ' εγώ να εισπηδήσω,
και μετ' αγώνος φοβερού και πυρετώδους πάλης
νεκρός ή μόνον νικητής, παιδιά, να επιζήσω !
Τουτέστι « ταν ή επί τας ! », οι πάντες μ'εννοείτε,
αι δ' εξηγήσεις περιτταί μοι φαίνονται, πολίται!

Αντιπολιτευόμενος ! ιδού το πρόγραμμα μου!
Την τωρινήν κυβέρνησιν αγρίως θα πατάξω !
Πατρίς εδώ, πατρίς εκεί, πατρίς το σύνθημά μου,
πατρίς, μα τον θεόν, πατρίς - enfin θα πατριάξω!

Οράτε ότι την πτωχήν πατρίδα μας προδίδουν,
διότι τρώγουν μοναχοί και εις ημάς δεν δίδουν.
Τα οικονομολογικά ! - ιδού πρώτη φροντίς μου !
Τα στρατοναυτολογικά ! - ιδού και η δευτέρα !
Τα εξωεσωτερικά ! - εν όλω πόθοι τρεις μου,
εκ της κοιλίας θ΄ αντηχούν οξείς εις τον αιθέρα.
Το μεγαλείον, η πατρίς, η δόξα, το καθήκον,
και το ανήκον άπασι και πάσι το προσήκον !

Άλλως, μενόντων ωδέ πως των πάντων συμφερόντων, 
και των ταμείων τρομερώς συνδιασπαθιζόντων, 
κ' εκείνων πάντων, δηλαδή, τρωγόντων και πινόντων, 
ημών δε πάντων των λοιπών πεινόντων και διψώντων, 
ημείς θα καταντήσωμεν, αναμφιβόλως, τσίροι,
και νεκρικόν μετ' ου πολύ θ’ ακούσωμεν ψαλτήρι.

Λοιπόν ! Λοιπόν άπαντ' αυτά ευκόλως εννοοΰντες,
και βλέποντες πως η πατρίς επνίγη εντός έλους, 
πρέπει, εν γένει τον λαόν ορθώς ποδηγετούντες,
να φθάσωμεν εις ασφαλή λιμένα, επί τέλους. 
Τοιουτοτρόπως η πατρίς, νικώσα, μετά θάρρους 
θα πέσει ως μικρός ιχθύς εις πεινασμένους γλάρους !

Ελπίζω, συμπολίται μου, την ψήφον σας να έχω !
Ελπίζω να μ' εκλέξετε, ως αντιπρόσωπόν σας,
διότι, μα τον Ιησούν Χριστόν μας. δεν αντέχω,
και φευ ! θα μ' έχετε βαρύ φορτίον στον λαιμόν σας!
Εν τούτοις, αν μοι πέπρωται ο τάλας ν' αποθάνω,
τα κατωτέρω γράφατε στον τάφον μου επάνω :

«Αντιπολιτευόμενος ο μακαρίτης ήτο’
είχ' ευγενή αισθήματα, αρχάς και πεποιθήσεις,
και υπό τούτων πάντοτε αγνώς ενεφορείτο’
αλλ' όμως τον κατέβαλον στομαχικαί παθήσεις.
Απέθανε φιλόπατρις και ομιλών και γράφων -
με άλλους λόγους νηστικός κατήλθεν εις τον τάφον».

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2019

ΛΟΧΑΓΕ ΡΙΧΤΧΟΦΕΝ ΣΩΣΕ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 3ον

ΠΡΟΣ ΤΟ ΝΤΟΥΩΜΟΝ
Επί τέλους  τα αεροπλάνα που μετέφεραν τα εξαρτήματα προσεγειώθησαν  εις την πεδιάδα. Έτρεξα προς τα εκεί  και επελήφθην  αμέσως της επισκευής  του αεροπλάνου μου. Ο αερομηχανικός  μετά την επισκευήν το εδοκιμασε ν ο ίδιος με πιλότον τον υποφαινόμενον .Προσεγειώθημεν  και πάλιν  δια να τροφοδοτηθούν  τα τεπόζιτα της βενζίνης  και να εφοδιασθώ με πυρομαχικά  και ιδίως με ταινίας  πολυβόλων, Ο εφοδιασμός  επερατώθη  εις διάστημα ημισείας ώρας  περίπου. Κυττάζω το ωρολόγιόν  μου. 5 και 10 ακριβώς.Πρέπει να υποβάλω τα σέβη μου  εις τον πρίγκηπα και μεταβαίνω  εις την σκηνήν του. Μου σφίγγει το χέρι  και εις άκρον συγκεκινημένος  μου λέγει:
-Εύχομαι να επιστρέψετε σώος και αβλαβής προς το καλόν της Γερμανίας.
Είμαι  βέβαιος  ότι θα επιστρέψω ,Υψηλότατε.
Εχαιρέτησα και έφυγα.
Μετ’ ολίγον ευρίσκομαι  εις τον αέρα συνοδευόμενος τιμητικώς από τα δύο αεροπλάνα. Έχω κατεύθυνσιν  νοτιοδυτικήν. Τα δύο αεροπλάνα που με ακολουθούν αποχωρίζονται αφού  διήνυσαν μαζί μου αρκετήν απόστασιν. Και τώρα μόνος μου εις τον αέρα.
Υψώνομαι εις ύψος πέραν των τριών χιλιάδων μέτρων δια να αποφύγω τα ρεμού και να αναπτυξω όλην την ταχύτητα.Πρέπει να φθάσω ταχύτατα εις τον προορισμόν μου. 
Περνώ επάνω από πόλεις βελγικάς κατειλημμένας ήδη υπό των Γερμανών.Ο χάρτης μου , καλός σύμβουλος, μου δεικνύει που ευρίσκομαι. Πλησιάζω προς το μέτωπον του Ντουωμόν. 
Πετώ ήδη δύο ώρας συνεχώς.Η μηχανή μου εργάζεται θαυμάσια. Ελίσσω επί των οκριβάντων τα πολυβόλα. Λειτουργούν θαυμάσια. Δοκιμάζω ακόμη την βλητικότητα. Εκείνο που δεν είνε δυνατόν να πιστοποιήσω απολύτως είνε αν αι εμπριστικαί οβίδες δύνανται να αποσπασθούν ευκόλως από τας αρπάγας .Εις την τύχην λοιπόν. Τέσσαρας είνε όλαι. Μία εξ αυτών οπωσδήποτε θα αποσπασθή όταν επιστή η κατάλληλος ώρα. 

Η πυξίς μου πιστοποιεί ότι πετώ προς τον προορισμόν μου. 
Αι τελευταίαι ακτίνες του ηλίου λούζουν το «Πουλί του θανάτου «.
Μετ’ ολίγον θα τεθώ με σύμμαχον το σκότος. Κίνδυνος παρεκκλίσεως αυτήν την φοράν δεν υπάρχει. Έχω ρυθμίσει την πυξίδα μου μαζί με τον χάρτην και τον μετρητήν των χιλιομέτρων. Γνωρίζω εις ποίον σημείον θα αρχίση η δράσις μου.Εις μίαν στιγμήν βλέπω προς τα κάτω. Πετώ επάνω από το μέτωπον σχεδόν. 
Η παρουσία μου γίνεται αντιληπτή από τας εφεδρικάς γερμανικάς δυνάμεις. Ελίσσομαι υπέρ τας συγκεντρώσεις ολίγα λεπτά και κατόπιν προχωρώ. Μετ’ ολίγα λεπτά ο δείκτης των χιλιομέτρων μου δεικνύει ότι έφθασα εις τον προς ον όρον. Ευρίσκομαι άνωθεν των οχυρών του Ντουωμόν. Με αντελήφθησαν και ρίπτουν προβολείς, διότι ήδη άρχισε να νυκτώνη. Οι προβολείς με υποβοηθούν εις το σχέδιόν μου, καίτοι είνε επικίνδυνος η θέσις μου. Δίδω στόχον εις τους προβολείς και προχωρώ. Δια παν ενδεχόενον ανυψούμαι ολίγον και κάμνω ένα ελιγμόν δεξιά δια να επανέλθω μετ’ όλίγον εις την τροχιάν μου.Ευτυχής σύμπτωσις.Ο ελιγμός έγινε την στιγμήν , κατά την οποίαν ήρχισα να βάλλωμαι από τα αντιαεροπορικά.
Διαγράφω μερικούς κύκλους και υπό την ανταύγειαν των προβολέων διακρίνω πλήρως τα οχυρά του Ντουωμόν. 
Τα πυροβόλα βάλλουν λυσσωδώς.Σκέπτομαι να απαντήσω με μίαν εμπρηστικήν οβίδα, αλλ αμέσως μετανοώ , διότι το ύψος, εις το οποίον ευρίσκομαι , δεν με βοηθεί εις τα σχέδιά μου. 
Τώρα η επίθεσις αρχίζει από πολλά σημεία συγχρόνως. Πρέπει να κατέλθω.
Εις ενέργειαν το σχέδιον. Κάμνω παραπέτασμα καπνού προς τα άνω και κατέρχομαι ιλιγγιωδώς με το ρύγχος του αεροπλάνου.Ήδη έχω κερδίσει το χρονικόν διάστημα, το οποίον χρειάζονται τα αντιαεροπορικά να ρυθμίσουν το τηλεσκόπιον προς ολιγώτερα μέτρα. Αρχίζω να βάλλω με τα πολυβόλα επανειλημμένας ριπάς και δέχομαι εις απάντησιν ομοβροντίσν τυφεκίων .Διαφεύγω προς το δεξιόν του οχυρού. 
Οι προβολείς εξακολουθούν να ερευνούν.Αυτό με υποβοηθεί δια τας παρατηρήσεις μου. Καιρός να χρησιμοποιήσω και τας βόμβας μου.Κατέρχομαι σχεδόν εις τα διακόσια μέτρα και αποσπώ τον κρίκον αρπάγης μιας βόμβας. Πλήρης επιτυχία.Το αεροπλάνον μου ταλαντεύεται .Αυτό είνε ένδειξις ότι η βόμβα απεσπάσθη. Δεν αργεί να πιστοποιηθή τούτο , διότι ήδη εξερράγη επί των γαλλικών χαρακωμάτων και μεταδίδει πυρκαϊάν εις τι μικρόν δάσος. Με μεθά η επιτυχία μου και συνεχίζω τον εναέριον περίπατόν μου επάνω από τα χαρακώματα. Δεν συλλογίζομαι τον κίνδυνον .Βάλλομαι από όλας τας πλευράς λυσσωδώς.Σωστή κόλασις πυρός.
Η μηχανή μου συνεχίζει ρυθμικά τον ρόγχον της.Δεν εβλήθη επομένως. Εξαπολύω δευτέραν βόμβαν επιτυχώς και αυτήν. Οι εχθροί λυσσούν κυριολεκτικώς.Από την φοράν και την έκρηξιν των οβίδων αντιλαμβάνομαι ότι απέκοψαν ήδη την υποχώρησιν. Αληθή πυρά φραγμού. 
Θέτω εις ενέργειαν και πάλιν τα πολυβόλα.Φαίνεται ότι αι ριπαί είνε απολύτως επιτυχείς, διότι αντιλαμβάνομαι ότι οι τυφεκοβολισμοί έπαυσαν. 
Μου υπολείπονται δύο ακόμη βόμβαι. Πρέπει να τας χρησιμοποιήσω και αυτάς. Οι προβολείς οργιάζουν εις εκτυφλωτικόν φως.Με ανευρίσκουν και στρέφονται τα αντιαεροπορικά εναντίον μου.Σώζομαι μόνον διότι πετώ εις χαμηλόν ύψος.Εξαπολύω την τρίτην βόμβαν και ελίσσομαι εις μεγάλην ακτίνα δια να αποφύγω τας βολάς. 
Επί αρκετά λεπτά της ώρας υπεριίπταμαι ανυψούμαι και κατέρχομαι δια να κατορθώσω να αποφύγω τα πυρά φραγμού. Ανυψούμαι ολοταχώς με κατεύθυνσιν προς τα μετόπισθεν των γαλλικών γραμμών. Φθάνω ες ύψος τεσσάρων χιλιάδων μέτρων και στρέφω το πηδάλιον προς τας γερμανικάς γραμμάς.
Τώρα μόλις αντιλαμβάνομαι διατί έπαυσαν να ασχολούνται οι Γάλλοι με εμέ. Εις ολόκληρον το μέτωπον έχει αρχίσει μία τρομακτική μάχη.Φαίνεται ότι οι Γερμανοί , αντιληφθέντες τους προβολείς και καραδοκούντες την ευκαιρίαν επισημάνσεως των θέσεων των Γάλλων , ενήργησαν αιφνιδιαστικήν επίθεσιν εις την οποίαν απήντησαν οι Γάλλοι.
Αληθής κόλασις πυρός καθ’ όλην την έκτασιν του μετώπου. Ήδη κινδυνεύω και από τας φιλικάς οβίδας.Εάν υψωθώ περισσότερον των 3500 μέτρων υπάρχει κίνδυνος απωλείας των στροφών της μηχανής μου λόγω του ψύχους. Η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς.
Χαράσσω γραμμήν ευθείαν προς τας γερμανικάς θέσεις. Η αγωνία μου διαρκεί όλίγα μόνον λεπτά. Διαφεύγω τον κίνδυνον .Είμαι εκτός βολής .Δύναμαι να επιστρέψω εις την βάσιν μου και να αναφέρω την εκτέλεσιν της διαταγής την οποίαν έλαβον, αλλά το θεωρώ άσκοπον. Πρέπει να μείνω μεταξύ των μαχομένων.Δια του ασυρμάτου μου ζητώ βάσει του συνθηματικού κώδικος την αεροπορικήν βάσιν επιχειρήσεων.Μου απαντούν έπειτα από αρκετήν ώραν .Δίδω τα στοιχεία μου και ζητώ να μου καθορίσουν ακτίνα προσγειώσεως. Μου δίδεται η απάντησις ότι η βάσις προσγειώσεως θα φωτίζεται δια προβολέων και να ερευνήσω να την ανεύρω. Περιπλανώμαι επ’ αρκετήν ώραν. Επί τέλους περί την 4ην πρωινήν ανευρίσκω την βάσιν. Με κατάπληξιν δεν βλέπω τον δια καπνού καθορισμόν της φοράς του ανέμου. Ελίσσομαι ύπερθεν της βάσεως δια να τους δώσω να εννοήσουν την παράλειψιν . Επί τέλους το αντιλαμβάνονται και ανάπτουν πυράν.Προσγειούμαι.Με περιμένουν οι συνάδελφοι με επι κεφαλής τον διοικητήν ταγματάρχην Μόρχεντ. Ο διοικητής με εναγκαλίζεται και με κατασπάζεται, ενώ οι λοιποί αξιωματικοί δεν γνωρίζουν πως να εκδηλώσουν τον θαυμασμόν των.Μου αποτείνει τον λόγον ο διοικητής. 
-Σε αναζητούμεν καθ’ όλην την νύκτα, λοχαγέ. 
-Διατί αυτή η ανησυχία….
-Το Γενικόν Επιτελείον μας έχει τρελλάνει με τας ραδιογραφικάς του κλήσεις .Ο ασύρματός μας διαρκώς συνεννοείται με το Επιτελείον.
-Γιατί δεν με αναζητούσατε ραδιογραφικώς;
-Σας ανεζητήσαμεν , αλλά δεν ελαμβάναμεν απάντησιν, δι’ αυτό όταν μου ανεκοίνωσαν ότι εφάνησαν εις τον δέκτην τα στοιχεία Ρ 8 επέταξα από την χαράν μου.
-Με συγκινεί η αγάπη σας και το ενδιαφέρον σας.
Διηυθύνθημεν προς την σκηνήν του διοικητού. Καίτοι κατάκοπος , εξέθεσα δια μακρών τα της πτήσεώς μου υπέρ τα γαλλικά χαρακώματα χωρίς να παραλείψω να αναφέρω, ότι ήρχισε σφοδροτάτη μάχη. Ο διοικητής γελαστός μου ανεκοίνωσε την τελευταίαν πληροφορίαν εκ του μετώπου. Οι Γερμανοί επέτυχον να καταλάβουν το υπ’ αριθ.9 οχύρωμα του Ντουωμόν και μου προσέθεσεν:
-Aυτό είνε μεγάλη επιτυχία, αλλά πολύ φοβούμαι ότι με την ανατολήν του ηλίου θα επιχειρηθή αντεπίθεσις υπό των Γάλλων.
-Και σεις δεν κινείσθε;
-Περιττόν να υψωθώμεν καν. Μόνον δύο βομβαρδιστικά έχομεν και αυτά περιωρισμένης πτητικής δράσεως.
-Τα καταδιωκτικά σας τι κάμνουν;
-Από τα 24 μας έμειναν μόλις 18. Τα άλλα κατερρίφθησαν από τους Γάλλους, οι οποίοι εις αριθμόν αεροσκαφών υπερέχουν. Άλλως τε δεν περιλαμβάνομεν να τους αντιμετωπίσωμεν , διότι , λόγω της μεγάλης πτητικής των ακτίνος, μας προλαμβάνουν σχεδόν καθημερινώς εις την βάσιν μας.
Εσκέφθην δι’ ολίγα λεπτά και κατόπιν αποτεινόμενος προς τον διοικητήν του είπα:
-Σας παρακαλώ πολύ να ετοιμασθή το ασροπλάνον μου και αν συγκατανεύετε και όλα τα άλλα αεροσκάφη δια να υψωθώμεν άμα εξημερώση.
Δεν έχω ουδεμίαν αντίρρησιν , κύριε λοχαγέ. Με μόνην την διαφοράν, ότι θα αναλάβετε την ευθύνην της πτήσεως.
-Την αναλαμβάνω πλήρως. Ειδοποιήσατε τα πληρώματα να έλθουν εδώ. Επίσης δώσατε εντολάς να εφοδιασθούν τα αεροπλάνα με αρκετάς ταινίας πολυβόλων.
Μετ’ ολίγον οι παρατηρηταί και οι πιλότοι ευρίσκοντο  εις την σκηνήν  του Διοικητού των, ο οποίος και τους ανεκοίνωσε τας προθέσεις μου.
Παρενέβην.
-Μου επιτρέπετε, κύριε διοικητά;
-Παρακαλώ.Είσθε ο αρχηγός του σμήνους και δύνασθε να δώσετε τας οδηγίας που θέλετε.
Απευθύνομαι  προς τους συναδέλφους μου. Ενθυμούμαι ακόμη τα ολίγα λόγια , τα οποία τους απέτεινα.
-Με λύπην μου επληροφορήθην την απώλειαν των έξ αεροσκαφών της βάσεώς σας και τον θάνατον των εκλεκτών συναδέλφων . Εχω την γνώμην , ότι πρέπει να εκδικηθώμεν τον θάνατον των και να δαμάσωμεν τας γερμανικάς πτέρυγας. Μόλις χαράξη θα υψωθώμεν , και αν, όπως είνε βέβαιον συναντήσωμεν τους αντιπάλους, επ’ ουδενί λόγω θα υποχωρήσωμεν, αν δεν τους τρέψωμεν εις φυγήν. Θα χωρισθώμεν εις τρία σμήνη και την προσβολήν της επιθέσεως θα την έχω εγώ. Όσοι τυχόν από σας δεν επιθυμείτε να αποδυθήτε εις κίνδυνον δύνασθε να το δηλώσετε.
Όλοι επροθυμοποιήθησαν να δηλώσουν , ότι δεχονται να με ακολουθήσουν εις την επιχείρησιν.
Ο Διοικητής τότε επενέβη και αποτεινόμενος προς ένα νεαρόν πιλότον του είπε:
-Κύτταξε Έρικ μη κάμης πάλι καμμία βλακεία και σας προκαταλαβουν οι Γάλλοι.
Δεν εδωκα σημασίαν εις την στάσιν αυτήν του Διοικητού. Έπεσα και εκοιμήθην αφού έδωκα εντολήν να με εξυπνήσουν εις τας 6.35’.Η κόπωσις μου υπεβοήθησε τον ύπνον.
                                                                                                                                                                        ( Επιστροφή)

Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2019

ΛΟΧΑΓΕ ΡΙΧΤΧΟΦΕΝ ΣΩΣΕ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 9ον:

ΠΡΟΣ ΝΕΑΝ ΔΡΑΣΙΝ
...........................................................................
Ομολογώ ότι δεν ηννόησα πως ευρέθην εις τας χείρας των συναδέλφων μου. Με περιέφερον ως τρόπαιον  εις την βάσιν. Εις μίαν στιγμήν  ο διοικητής του αεροδρομίου  με ειδοποιεί ότι με ζητούν  εις το τηλέφωνον. Αναλαμβάνω το ακουστικόν και ερωτώ:
-Εδώ Ριχτχόφεν.
-Eδώ Γενικόν  Στρατηγείον.
-Διατάξατε.
-To Στρατηγείον  επληροφορήθη  την νέαν σας δράσιν και σας συγχαίρει.
-Έπραξα το καθήκον μου απλώς. Ποίος μου ομιλεί;
-Αρχιστράτηγος φον Κλουκ.
-Τα σέβη μου. Ευπειθώς αναφέρω  ότι η μάχη έληξεν υπέρ ημών.Οι Γάλλοι , δεκαπλάσιοι  τον αριθμόν  από ημάς, ετράπησαν εις φυγήν.
-Μου τα ανέφερε  ο διοικητής .Εντολή του Αυτοκράτορος ονομάζεσθε υπαρχηγός της Αεροπορίας.
-Επιτρέψατέ μου να μη δεχθώ τον τιμητικόν τίτλον .Μου αρκεί ο βαθμός μου και η πρωτοβουλία δράσεως  την οποίαν μου εμπιστεύεσθε.
-Πρέπει , λοιπόν , να σας διατάξω , κύριε ταγματάρχα , δια να δεχθήτε την υπαρχηγίαν; 
-Εξοχώτατε , προτιμώ να με απαλλάξετε τελείως των καθηκόντων μου παρά να δεχθώ την θέσιν αυτήν. Είμαι Γερμανός στρατιώτης και επομένως δύναμαι να γνωρίζω ότι υπάρχει φιλοτιμία μεταξύ των στελεχών του στρατεύματος.
-Υποχωρώ εις την ακαταμαχητον λογικήν σας και εις την παράκλησιν της κόρης μου , η οποία σας θαυμάζει και σας διαβιβάζει τα συγχαρητήριά της. -Ευχαριστώ την δεσποσύνην και παρακαλώ να δεχθή τα ταπεινά σέβη ενός ταπεινού πολεμιστού.
Σας παρακαλώ να τα πήτε ο ίδιος .Πάρτε την στο τηλέφωνο. 
Μια γυναικεία φωνή ακούγεται τώρα.
-Συ είσαι Εριέττα;
-Μάλιστα .Συγχαρητήρια!
-Ευχαριστώ για το γράμμα σου και αν το τηλεφωνικόν σύρμα δεν εμποδίζει την μεταβίβασιν, σου στέλλω ένα εκατομμύριο φιλιά.Προσοχή μην εκδηλωθής και το ακούση ο στρατηγός.
-Δεν είναι εδώ.Βγήκε από το γραφείο. Την ίδια επιθυμία έχω και εγώ, Μαρφρεντ. Δεν βλέπω την ώρα να ευρεθώ κοντά σου να σε σφίξω στην αγκαλιά μου.
-Δεν μου αρέσουν αυτού του είδους αι εκρήξεις έρωτος.
-Είσαι πάντα ο ίδιος .
-Είνε ακριβώς όπως το είπες. Είμαι πάντα ο ίδιος! Μου λες πράγματα που δεν ημπορούν να γίνουν, Λες δηλαδή λόγια που η πραγματοποίησίς δεν είναι εύκολος.
-Πολύ εύκολος και για να σου το αποδείξω σε δύο ώρες θα είμαι αυτού με το αυτοκίνητο του μπαμπά.
-Πως θα δικαιολογήσης το ταξίδι σου; 
-Θα του πω ότι πρόκριται να κάμετε ακροβατικά γυμνάσια και ότι θα ήθελα να παραστώ και εγώ.

-Πότε τα ωνειρεύτηκες τα γυμνάσια;
Σε παρακαλώ , να αφήσης τις αυστηρότητες και να πης ένα αθώο ψέμα του μπαμπά τώρα που θα έλθη .Αφήνω ανοικτό το ακουστικόν.
Αφήκε το ακουστικόν χωρίς να προλάβω να της φέρω αντιρρήσεις.
Μετ’ ολίγον ακούω την φωνήν του αρχηστρατήγου.
-Τι με θέλετε , κύριε ταγματάρχα;
-Ηθελα να σας έλεγα , εξοχώτατε , να εγκρίνετε την διαταχθείσαν ήδη εκτέλεσιν γυμνασίων προς εξάασκησιν των πληρωμάτων εις τας ακροβασίας.
-Και βεβαίως το εγκρίνω .Αρκεί να μην έχωμεν θύματα από το εγχείρημα αυτό.
Να είσθε απολύτως ήσυχος , εξοχώτατε.Θα ηγηθώ ο ίδιος των ακροβατισμών.
Πολύ καλά .Κάμετε όπως νομίζετε.
-Είχα την απρονοησίαν, εξοχώτατε, ομιλών με την κόρην σας, να της είπω τα των ακροβατικών γυμνασίων και εξεδήλωσε την επιθυμίαν να τα παρακολουθήση. Φυσικά, εγώ δεν ηδυνάμην να αντιτείνω.Σεις είσθε ο αρμοδιώτερος να αποφασίση. 
-Μα φίλε μου, δεν νομίζω ότι είνε δύσκολον να ικανοποιήσω την επιθυμίαν της κόρης μου .Σας την στέλλω με το αυτοκίνητόν μου.
-Θα φροντίσω να μη στεναχωρηθή από τίποτε η δεσποσύνη.
Με ηυχαρίστησε και έκλεισε το ακουστικόν.Εις τον διοικητήν εξωμολογήθην τα των σχ΄σεών μου με την κόρην του αρχιστρατήγου και την απόφασίν της να έλθη. Συγχρόνως του προέτεινα να κάμωμεν ακροβατικά γυμνάσια δια την εξάσκησιν των πληρωμάτων. Ουδεμίαν αντίρρησιν έφερεν ο διοικητής.
Μετά δύο ώρας περίπου ένα αυτοκίνητον εφάνη ερχόμενον προς την βάσιν. Από την μικράν σημαίαν που ήτο ανηρτημένη παραπλεύρως του σωφέρ αντελήφθησαν όλοι ότι κάποιος ανώτερος στρατιωτικός έρχεται.Εν τάχει κατηρτίσθη μικρόν απόσπασμα προς απόδοσιν τιμών .Μετ ολίγον το αυτοκίνητον εστάθμευε και μία ωραιοτάτη νέα κατήρχετο εξ αυτού. Ο θαυμασμός των αξιωματικών ήτο απεριόριστος, πράγμα που με έκανε να ζηλοτυπώ ολίγον. Την συνέστησα εις τους συναδέλφους μου και όλοι την εχαιρέτησαν με άπειρον σεβασμόν.

Μετά ταύτα διηυθύνθημεν εις το γραφείον του διοικητού, ο οποίος εις μίαν κατάλληλον στιγμήν μας αφήκε μόνους. Είνε περιττόν να περιγράψω την λαχτάραν, με την οποίαν με ενηγκαλίσθη και με κατησπάζετο.
Το βράδυ την εφιλοξενήσαμεν εις μίαν σκηνήν .Της εκράτησα συντροφιά έως τα μεσάνυκτα. Την επομένην το απόγευμα διετάχθησαν τα πληρώματα να είνε έτοιμα δια γυμνάσια ακροβατικά. Εις τους αξιωματικούς ανεκοίνωσα ότι μαζί μου θα επέβαινε ως παρατηρητής η κόρη του αρχιστρατήγου. Τούτο ενεθουσίασε τους αεροπόρους , οι οποίοι διεδήλωσαν τον θαυμασμόν των προς την τολμηράν νέαν με ζητοκραυγάς. 

Η Ερριέττα δεν εδέχθη ούτε αλεξίπτωτον και τούτο ίνα με μιμηθή εις την τόλμην. Εις τους άλλους είχα δώσει εντολάς να με μιμούνται.Συγχρόνως έδωσα εντολήν να είνε ανοικτοί οι δέκται των μικρών ασυρμάτων. 
Μετ’ ολίγον τα αεροπλάνα απεγειώθησαν. Ανήλθομεν εις ύψος 2 περίπου χιλιάδων μέτρων και ήρχησα πρώτος τας ακροβασίας. Μετά την πρώτην έστρεψα να ίδω την Εριέτταν. Εχαμογελούσε υπερευχαριστημένη. Την ερωτώ δια του φωναγωγού.
-Μήπως φοβάσαι;
-Τέτοιο πράγμα δεν νοιώθω όταν είμαι μαζί σου.
Εξηκολουθήσαμεν τας ακροβασίας επί ημίσειαν περίπου ώραν όταν με τα ακουστικά του ασυρμάτου , τα οποία είχα προσαρμόσει καταλλήλως , αντελήφθην ισχυροτάτας κλήσεις. 

Παύω τους ακροβατισμούς δια να ακούσω. Αι κλήσεις είνε ισχυρόταται. Επομένως ο σταθμός είνε πολύ πλησίον. Ακούω:
«Γενική επίθεσις καθ’ όλον το μέτωπον. Το δεξιόν κάμπτεται. Το κέντρον κλονίζεται .Πυροβολικόν αδυνατεί αντιμετωπίση καταιγασμόν εχθρικού.Φράγμα πυρός καθ’ όλην την γραμμήν .Διατάξατε».
Απαντά το Γενικόν Στρατηγείον:
Δεξιόν κρατήση θέσεις του πάση θυσία μέχρις αποστολής ενισχύσεων .Συρμοί αναχωρούν ταύτην στιγμήν.Το κέντρον δεν πρέπει να δώση ευκαιρίαν εις τον εχθρόν να εισχωρήση εις τας γερμανικάς θέσεις .Άλλως ο πόλεμος χάνεται».
Ο σταθμός του επιτελείου στρατιάς του κέντρου ανταπαντά: "Θα συμμορφωθώμεν προς την διαταγήν σας , έστω και δια της λόγχης. Eνισχύσατέ μας ηθικώς δι’ αποστολής αεροπορικών δυνάμεων. Ιδίως αναμένωμεν τον Ριχτχόφεν».

Το στρατηγείον πληροφορεί: 
Ταύτην την στιγμήν δίδομεν εντολήν απογειώσεως όλων των αεροπορικών δυνάμεων. Κρατήσατε τας θέσεις σας». 
Εξακολουθώ να έχω προσηλωμένην την ακοήν μου εις τον ασύρματον Ήδη καλεί το Γενικόν Στρατηγείον τας αεροπορικάς βάσεις .Το περιεχόμενον της διαταγής είνε λακωνικόν: 
Άπαντα τα αεροσκάφη να υψωθούν αμέσως και να προχωρήσουν προς το μέτωπον. Τα βομβαρδιστικά να παλαίσουν και μέχρις αυτοθυσίας. Ο Ριχτχόφεν να αναλάβη την πρωτοβουλίαν της δράσεως .Τον αναμένουν οι μαχόμενοι απεγνωσμένως στρατιώται μας. Φον Κλουκ .
Δίδω σύνθημα προσγειώσεως .Η συγκίνησίς μου είνε ζωγραφισμένη εις το πρόσωπόν μου , μέχρι του σημείου να γίνω ωχρός. Η Εριέττα με ηρώτησε κάπως ταραγμένη: 
-Τι συμβαίνει και έγινεν αυτή η εσπευσμένη προσγείωσις;
-Mας καλεί και πάλιν το καθήκον Εριέττα.

Της εξήγησα αμέσως τα όσα ήκουσα δια του ασυρμάτου. Η πληροφορία ότι οι μαχόμενοι στρατιώται με αναζητούν την κατασυγκίνησε. 
-Είμαι υπερήφανη για σένα.Θα φύγης αμέσως;
-Αν ήτο δυνατόν να ήμην τώρα εις τον αέρα…Συ Εριέττα πρέπει τώρα να φύγης….
-Δεν πρόκειται να πάω πουθενά. Θα σε περιμένω μέχρι να γυρίσης.
-Ο πατέρας σου θα ανησυχή και δικαίως. Πρέπει λοιπόν να φύγης αμέσως.
-Θα μείνω εδώ. Τας διαταγάς σου να τας αφήσης δια τους αεροπόρους σου.
-Κάνε ό.τι νομίζεις. Εγώ απεκδύομαι πάσης ευθύνης.
Εν τω μεταξύ προσεγειώθησαν όλοι οι αεροπόροι. Ο διοικητής ήλθε να μου ανακοινώση την διαταγήν .Τον επρόλαβα και του ανεκοίνωσα :
-Τα γνωρίζω , κύριε διοικητά . Δώσατε εντολήν μόνον να ετοιμασθούν τα αεροσκάφη μας.Πρέπει να εφοδιασθούν με βόμβας όσο το δυνατόν περισσοτέρας. Εν τω μεταξύ εγώ θα καλέσω τα πληρώματα. Όλοι οι αξιωματικοί συνεκεντρώθησαν .Ήρχισα να τους ομιλώ.
«-Προ ολίγου μας ειδοποίησαν , κύριοι, ότι ήρχισε γενική επίθεσις εις το μέτωπον και ότι οι Γερμανοί κάπτωνται. Δεν τους απομένει ελπίς, παρά η αεροπορία την οποίαν καλούν απεγνωσμένως εις βοήθειαν.
Φαντάζομαι ότι όλοι μας θα κάμωμεν το καθήκον μας δια να εμψυχώσωμεν τους αγωνιζομένους ήρωάς μας.Οι στρατιώται ζητούν να τους βοηθήσωμεν ηθικώς. Εμπρός λοιπόν!...»
Τους λόγους μας υπεδέχθησαν με ζητοκραυγάς υπέρ της αεροπορίας και εμού.
Τα αεροσκάφη ητοίμάσθησαν εντός ημισείας ώρας καθώς και οι αεροπόροι.Φορούν ήδη τα αλεξίπτωτά των. Δια να τους εμψυχώσω τους λέγω:
-Εγώ δεν θα φορέσω αλεξίπτωτον.Είμαι βέβαιος ότι θα επιστρέψωμεν νικηταί. Όσοι πέσωμεν , θα έχωμεν την ευγνωμοσύνην της Γερμανίας. Όλοι έσπευσαν να απορρίψουν τα αλεξίπτωτά των. 
Η Εριέττα παρακολουθεί άκρως συγκεκινημένη την σκηνήν. Είμεθα έτοιμοι να επιβώμεν .Πλησιάζω δια να την χαιρετήσω. Δεν δύναται να συγκρατηθή. Ρίπτεται εις τας αγκάλας μου και κλαίει με λυγμούς.
Άλλο που δεν ήθελαν οι σύντροφοί μου. Εχαιρέτησαν το γεγονός με ζωηράς ζητοκραυγάς. Απογειούμεθα. Σπεύδομεν προς τους αγωνιζομένους συναδέλφους μας.

                                                                                                                    (Συνέχεια και τέλος κεφαλαίου. Επιστροφή)


Σάββατο, 16 Μαρτίου 2019

ΛΟΧΑΓΕ ΡΙΧΤΧΟΦΕΝ ΣΩΣΕ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ :ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 4ον

ΜΙΑ ΓΙΓΑΝΤΟΜΑΧΙΑ
Την ορισθείσαν ώραν με εξύπνησαν. Ετινάχθην όρθιος και αφού επλύθην έσπευσα εις το αεροπλάνον μου. Τώρα μόλις έβλεπα ότι ο «Κόκκινος Αετός» ήτο κατάστικτος εις το κύριον σώμα του. Είνε θαύμα πως δεν μου απέκοψαν τους μεταλλίνους συνδετήρας του πηδαλίου. Το επεσκεύασα αυτοπροσώπως , επεθεώρησα την μηχανήν του και την εδοκίμασα. Ο ρόγχος της ήταν ρυθμικός και σαν να μου έλεγε:» Έχε εμπιστοσύνην σε μένα. Δεν θα σε εγκαταλείψω ποτέ.» 
Ώρα 6 και 52’ ακριβώς. Όλοι οι πιλότοι εις τας θέσεις των. Δίδω το σύνθημα της απογειώσεως . 
Όλοι οι αεροπόροι με ακολουθούν .Κατά το προδιαγεγραμμένον σχέδιον θα επιτεθώ πρώτος. 
Ευρισκόμεθα εις μέγα ύψος δια να κερδίσωμεν εις ταχύτητα χρόνον. Οι σχηματισμοί εκτελούν κατά γράμμα τας οδηγίας μου. 
Πετώμεν κατ’ ευθείαν προς τας γαλλικάς θέσεις αλλά επί είκοσι λεπτά περίπου δεν εμφανίζεται πουθενά ο εχθρός. Αρχίζω να απογοητεύομαι , όταν ο παρατηρητής μου με ειδοποιεί ότι αεροσκάφη ενεφανίσθησαν δεξιά μας. Δια του φωναγωγού του δίδω εντολήν να κάμη σχετικά σημεία ειδοποιήσεως προς τα σμήνη να στρέψουν τα πηδάλια προς την κατεύθυνσιν των εχθρικών αναπτυσσόμενα εις ακροβολισμόν. 
Δεν επρόλαβα να δώσω την διαταγήν και εξαίφνης βλέπω ένα αεροσκάφος του τρίτου σμήνους να αποσπάται από τα λοιπά, και να πετά κατ’ ευθείαν προς το μέρος των εχθρικών. 
Η πρωτοβουλία του πιλότου αυτού με εμβάλλει εις ανησυχίας δια την τύχην του. Ερωτώ τον παρατηρητήν μου: 
-Μα τι συμβαίνει με αυτόν;
-Είναι ο αιώνος σπεύδων ,κύριε λοχαγέ.Όταν βλέπη εχθρικά αεροπλάνα σπεύδει πρώτος να τα αντιμετωπίση χωρίς ποτέ να φέρη αποτέλεσμα.Το μόνον που επιτυγχάνει είνε ότι δίδεται ευκαιρία εις τα εχθρικά να αναπτυχθούν δια να μας επιτεθούν. 
-Δεν εβλήθη ποτέ; 
-Βεβαίως.Αλλά πάντοτε διαφεύγει .Προ ημερών μάλιστα εκυκλώθη και πάλιν διέφυγε χωρίς ούτε μια σφαίρα να εύρη το αεροπλάνον του. 
Από τον νουν μου περνά σαν σφαίρα μια ιδέα και χωρίς να είπω λέξιν προς τον παρατηρητήν αποσπώμαι του σμήνους μου και τρέπομαι προς την κατεύθυνσιν του προ ολίγου απειθαρχήσαντος πιλότου. Τον καταφθάνω , διότι η μηχανή του αεροπλάνου μου είνε ισχυροτέρα. 
Πετώ ήδη παραλλήλως του ενώ βλέπω τα γαλλικά να έχουν ήδη ανασυνταχθή εις το ίδιον ύψος με εμέ. 
Εις τον παρατηρητήν δίδω εντολήν να ετοιμάση το πολυβόλον της θέσεώς του και να βάλλη συνεχώς, όταν ιδή εμέ να επιτίθεμαι. 
Έχω καρφώσει τα βλέμματά μου επί του απειθαρχήσαντος αεροπλάνου.Αι κινήσεις του μου φαίνονται σπασμωδικαί και όχι σύμφωνοι προς την τακτικήν της πολεμικής του αέρος.
Ήδη τα γαλλικά πλησιάζουν. Μετρώ: Είνε οκτώ σμήνη εκ πέντε αεροσκαφών έκαστον. Αριθμητικώς υπερέχουν .Δεν πρέπει όμως να υποχωρήσουν αυτήν την φοράν οι Γερμανοί. Επιτίθεμαι. 
Εις το σημείον αυτό αφήνω τον παρατηρητήν μου Αντόλφ Πέριγκερ να συμπληρώση δια της περιγραφής του την αερομαχίαν εκείνην. 
«Τι είναι αυτό που είδα; Ο Ριχτχόφεν δεν είναι άνθρωπος.Είνε κάτι μεταξύ γίγαντος και δαίμονος.40 αεροπλάνα εχθρικά είνε απέναντί του .Επιτίθεται. Οι ελιγμοί του είνε κάτι το ασυλληπτον.Βάλλεται από όλας τας πλευράς και όμως το αεροπλάνον του μένει άθικτον. Η επίθεσίς του σκορπίζει τον τρόμον. Του κάμνουν κλοιόν και διαφεύγει με εκουσίαν κλήσιν απότομον. Δέκα φοράς τουλάχιστον αντίκρυσα τον θάνατον μαζί του εις επικινδύνους πτήσεις .Το αεροπλάνον τρίζει ολόκληρον .Βάλλει με λύσσαν κατά των αντιπάλων του .Καταρρίπτει έν , δύο , τέσσαρα, έξ εχθρικά. Τα άλλα σμήνη τον ακολουθούν εις την επίθεσιν ! Έχει μεταδοθή ο ηρωισμός του εις τα πληρώματα. Έχομεν το πρώτον θύμα .Έν ιδικό μας αεροπλάνον πίπτει φλεγόμενον . Ο Ριχτχόφρν το βλέπει και λυσσά. Με τον φωναγωγόν με διατάσσει: 
Βάλε συνεχώς προς τα όπισθεν. Εκδικήσου τον σύντροφόν μας.» 
Μια σφαίρα με ευρίσκει εις τον καρπόν της αριστεράς χειρός. Δεν λέγω τίποτε εις τον Ριχτχόφεν και εξακολουθώ να βάλλω. Αυτό πλέον που κάμνει εις μίαν στιγμήν ο Ριχτχόφεν δεν είνε επίθεσις. Βαδίζει προς τον βέβαιον θάνατον. Ορμά ακάθεκτος προς το κέντρον των εχθρικών αεροσκαφών , διασπά τον κλοιόν βαλλόμενος και με απότομον λούπιγκ ευρίσκεται εις τα νώτα των. Τώρα πλέον αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι ο Ριχτχόφεν είνε Τιτάν. Τα πολυβόλα του θερίζουν .Εντοπίζει την επίθεσίν του τώρα εναντίον ενός μόνον αεροσκάφους διπλασίου εις όγκον από το ιδικόν μας αεροπλάνον.Τον ακούω να μου λέγη: 
-Είναι ο αρχηγός των γαλλικών. Πρέπει να το ρίψω.» 
Και ορμά. Αλλά και ο Γάλλος είναι ψυχραιμότατος και δαιμόνιος εις χειρισμούς. Διαφεύγει και επιτίθεται. Ο Ριχτχόφεν δεν απογοητεύεται . Η πάλι συνεχίζεται επί δέκα λεπτά.Επί τέλους αι σφαίραι του Ριχτχόφεν ευρίσκουν το αεροσκάφος εις την πλευράν της βενζίνης.Το γαλλικόν πίπτει φλεγόμενον. 
Τα άλλα γαλλικά μόλις βλέπουν τον αρχηγόν των να πίπτη τρέπονται εις φυγήν.
(Συνέχεια και τέλος κεφαλαίου. Επιστροφή)

Κυριακή, 10 Μαρτίου 2019

ΛΟΧΑΓΕ ΡΙΧΤΧΟΦΕΝ ΣΩΣΕ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ :ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 8ον

ΕΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ
Έστρεψα προς τον διοικητήν μου. Ήμην εις άκρον συγκεκινημένος.
—Ώστε είμεθα λοιπόν συνάδελ­φοι, κύριε διοικητά ;
— Πολύ γρήγορα εύχομαι δια το καλόν της Γερμανίας, να σας έχω προϊστάμενόν μου, ταγματάρχα Ριχ­τχόφεν.
Οι παριστάμενοι αξιωματικοί με συνεχάρησαν επί τη προαγωγή μου.
Τους ηυχαρίστησα και προσέθεσα :
— Όταν επετούσα συνέλαβα ένα ραδιογράφημα εκ Παρισίων. Το περιεχόμενον του με ανησυχεί.
— Δηλαδή τί έλεγαν οι φίλοι μας οι Γάλλοι ;
—΄Οτι θα ενηργήτο σήμερον επίθεσις με βεβαιότητα ανατροπής των θέσεών μας.
—Εγένετο η επίθεσις και  έπαθαν αυτοί ό,τι προητοίμαζον δι' ημάς. Κατελάβομεν δύο οχυρά του Ντούωμόν. Αυτό όμως μας εστοίχισεν αρκετάς απωλείας.
Μου ήλθεν αστραπιαίως μία σκέψις και την εξεδήλωσα αμέσως. 
Απετάθην προς τους συναδέλφους μου.
— Κύριοι, πρέπει να  εκδικηθώμεν τους συνάδελφους μας. Ο  Χάϊντερ έσπευσε να απαντήση περιχαρής. 
·—Εις τας διαταγάς σας, αρχηγέ μας.
— Θα πετάξωμεν έως το Παρίσι. 
Η πρότασίς μου έγινε δεκτή με ζητωκραυγάς υπέρ της Γερμανίας.Προσέθεσα:
Το μόνον δυσάρεστον είνε ότι μόνον τα 9 βομβαρδιστικά θα έλ­θουν μαζί μου,  διότι αυτά μόνον έχουν ακτίνα πτητικής δράσεως έως το  Παρίσι. Χωρίς να χρονοτριβώμεν ετοιμασθήτε. 
Υπελόγισα την απόστασιν και διέ­ταξα προμήθειαν βενζίνης ανάλογον. Εάν συνηντώμεν εχθρικά θα κατεβάλλομεν προσπάθειαν να μη συγκρουσθώμεν μαζί των δια να κερδίσωμεν βενζίνην. Έδωκα τας τελευταίας οδηγίας και
ετοιμάσθημεν προς απογείωσιν. Θα  ανηρχόμεθα εις ύψος τριών χιλιάδων με­τρων.
Απεγειώθημεν. Σημειώ ώραν 1. 30' μετά μεσημβρίαν. Ιστορική ώ­ρα δι' εμέ.
Μόνος εξ όλων εγώ επεβάρυνα το αεροπλάνον μου με τρεις βόμβας εμπρηστικάς και πολλάς χειροβομβίδας. Δεν ηθέλησα να έχω παρατηρητήν ακριβώς δια να κερδίσω εις πολεμικόν υλικόν το βάρος του.
Πετώμεν  κατ' ευθείαν προς το Παρίσι. Ώρα 2 μ,μ, πλησιάζομεν προς τας γερμανικάς γραμμάς. Ώρα 2.10' είμεθα επάνω από τας γερμανικάς γραμμάς. Πετώμεν εν ανα­πτύξει μάχης. Ολίγον ακόμη και θα ευρισκόμεθα άνωθεν από τας  γαλλικάς γραμμάς. Δίδω το σύνθη­μα της υπερβάσεως των 4 χιλ. μέ­τρων. Ώρα 2.35' έχομεν φθάσει ε­πάνω από τας γαλλικάς γραμμάς. Βαλλόμεθα λυσσωδώς από τα αντι­αεροπορικά. Από στιγμής εις στιγ­μήν αναμένομεν ανύψωσιν των εχ­θρικών. Θα  αναγκασθώ να τους αν­τιμετωπίσω. Ευτυχώς  δεν ανυψώθησαν. Πετώμεν
βορειοδυτικά με κατεύθυνσιν προς το Παρίσι. Ουδέν εχθρικόν εμφανίζεται εις τον  ορί­ζοντα.
Ώρα 3.10'. Φαίνεται ότι το σχέδιόν μου θα επιτύχη απ' άκρου εις άκρον.
Ουδεμία ανησυχία πλέον υ­πάρχει. Αίφνης εις το αριστερόν της αναπτύξεως  βλέπω τρία εχθρικά πε­τώντα και έτοιμα να μας προσβάλ­λουν εκ των νώτων.
Αποσπώμαι από την μοίραν και χειρίζω πηδήλιον αριστερά. Με α­κολουθεί ο Χάϊντερ.
Έγινεν η σκιά μου. Ζητούν να με ακολουθήσουν και οι άλλοι, Κατορθώνω να τους ειδοποιήσω με τον πομπόν του ασυρμάτου. Πρέπει να σημειώσω εδώ ότι όλα τα
βομβαρδιστικά   έχουν συσκευήν ασυρμάτου. Δίδω διαταγήν:
— Εξακολουθήσατε εκτέλεσιν δια­ταγών. Μη με ακολουθήτε.
Μόνον ο Χάιντερ δεν υπακούει. Εΐνε ο αιώνιος παραβάτης με μέ­χρι θανάτου φίλος  μουΠλησιάζω προς τα εχθρικά. Ανυψούμαι. Δίδω στόχον. Είνε η μέ­θοδος μου.
 Με θεωρούν άπειρον αεροπόρον. Με ακολουθούν και επιτίθενται. Η παγίς επέτυχε.
Πλανάρω αποτόμως κάτω με μηχανήν προς το έδαφος. Πίπτω ως βολίς και κατό­πιν φουλ προς τα άνω. Τους έχω εμπρός μου. Βάλλω θεριστικώς. Δεν είνε δυνατόν να
 διαφύγουν. Ο Χάιν­τερ γλεντά με την περιπέτειαν των τριών εχθρικών.
Η επίθεσίς μου είνε κεραυνοβόλος. Αι κινήσεις των είνε σπασμωδικαί. Ομολογώ ότι τους λυπούμαι. Τα πολυβόλα μου είνε σκληρά. Αι κάνναι των εκσφενδονίζουν τον  θά­νατον. Πίπτει το έν. Τα άλλα τρέ­πονται εις φυγήν. Άσκοπος η καταδίωξις.
Άλλο είνε το πρόγραμμά μου. Φουλάρω την μηχανήν και ανυψούμαι όσον το δυνατόν  περισσότε­ρον.
Ώρα 3 και 45'. Έχω καταφθά­σει τους άλλους. Με ακολουθεί ο Χάιντερ. Τίθεμαι επί κεφαλής των. Οι άθλιοι θέλουν να παίξουν και σχηματίζουν τιμητικόν ημικύκλιον.
 Κάποιος με ερωτά με τον ασύρματον :       
Τί έγινε με τους φίλους τους Γάλλους ;
— Με έτρεψαν εις φυγήν !!!
— Τους δυστυχείς! Τους ερρίξατε και τους τρεις ;
—΄Οχι. Μόνον τον ένα. Οι άλλοι απηξίωσαν να με αντιμετωπίσουν και επροτίμησαν  να επανέλθουν εις τας βάσεις των. Τώρα προχωράτε προς τον σκοπόν μας.
 Ακολουθείτέ με εις το ύψος που λαμβάνω. Ό­ταν φθάσωμεν  θα διασκορπισθήτε υπέρ  την πόλιν. Επισημάνατε με τους χάρτας σας καθορισθέντα ση­μεία επιθέσεως.
Ώρα 4 και 20'. Εν όψει το Παρίσι.Μετ' ολίγον θα ευρισκόμεθα υπέρ την γαλλικήν πρωτεύουσαν. Πλησιάζομεν. Αυξάνω ύψος. Φθάνομεν. Τo Παρίσι απλώνεται κάτωθέν μας σαν πιάτο. Έχω τον χάρτην εμπρός μου. Διακρίνω καλά. Πύρ­γος Άιφελ, Ηλύσια και Όπερα. Οι σύντροφοι μου εκτελούν κατά γράμμα τας διαταγάς μου. Σκορ­πίζουν.
Δίδω το σύνθημα της μειώσεως του ύψους. Με μιμούνται τα λοιπά αεροσκάφη. Το υψόμετρον δεικνύει 1200 μέτρα. Εντός βολής όπλου δηλαδή. Είμαι επάνω από τα Ηλύσια. Εξαπολύω την πρώτην βόμβαν και φεύγω ωσάν βολίς, υψούμενος αποτόμως. Δεν δύναμαι να ίδω το απο­τέλεσμα.
Επιστρέφω νοτιοανατολικά. Συμ­βουλεύομαι τον χάρτην μου. Είμαι επάνω από το Μουσείον. Εξαπολύω την δευτέραν βόμβαν και έως ότου φθάσω εις την νοτιοανατολικήν πλευράν της γαλλικής πρωτευούσης ρίπτω και τρίτην.
Οι άλλοι περιφέρονται ακόμη ε­πάνω από το Παρίσι. Έχουν αφή­σει ήδη τα... επισκεπτήρια των και αναμένουν το σύνθημα της αναχω­ρήσεως.
Δεν έχομεν καιρόν   να χάνωμεν. Ειδοποιώ με τον ασύρματον συν­θηματικώς.
— Συγχαρητήρια. Επιτύχομεν α­πολύτως. Πηδάλιον προς την Γερμανίαν.
Με ακολουθούν. Υπολογίζω ότι η αποστολή μου επέτυχε πλήρως. Ο πανικός εις το Παρίσι ασφαλώς θα ήτο καταπληκτικός.
Ή μηχανή μου με τον ρυθμικόν της ρόγχον με ειδοποιεί ότι έχει α­ναπτύξει όλας τας στροφάς της. Μετά δύο ώρας θα είμεθα εις την βάσιν μας, εκτός απρόοπτου.
Δυστυχώς, το απρόοπτον ενεφανίσθη. Δεξιά μας στολίσκος εχθρι­κών. Αυτήν την φοράν η θέσις μας είναι δύσκολος.
Δίδω σύνθημα αναπτύξεως εις μάχην. Εις ενέργειαν τα πολυβόλα. Ελπίζω εις αιφνιδιασμόν. Εις αυτάς τας ώρας χρειάζονται πρωτοβουλίαι. Ελπίζω εις την ορμητικό­τητα του Χάιντερ και εις την ψυχραιμίαν των άλλων. Ενεργώ πρώτος τηv προσβολήν. Φαίνεται ότι δεν υπελόγισαν καλά ποίον έχουν απέναντι των και αντεπετέθησαν κατά μέτωπον. Τώ­ρα πιστεύω ότι ήμην τυχερός. Δεν ήθελα άλλο από αυτό το σφάλμα των. Μου δίδουν στόχον όλοι και βάλλουν εναντίον μου. Αντεπιτίθεμαι.
Βάλλω και βάλλομαι. Αισθάνομαι ένα ελαφρόν νυγμόν εις τον αριστερόν βραχίονα. Ύποπτεύω ότι έτραυματίσθην διότι ήδη η θύρα αναβάσεως έχει διατρηθή υπό σφαίρας. Αναδεύω την χείρα μου. Ευτυχώς δεν είνε τίποτε. Μόνον η αιμορραγία με  φοβίζει. Αποσπώ την ασφαλιστικήν ζώνην του αλεξιπτώτου και σφίγγω το μέρος όπου υποθέτω ότι έχει βληθή.
Δεν είνε καιρός να ασχοληθώ με το τραύμα αφού κινδυνεύω να καταρριφθώ. Με έχουν κυκλώσει σχεδόν και βάλλουν όλοι εναντίον μου. Με σώζουν μόνον τα ακούσια πλανσαρίσματα που επιτυγχάνω χάρις εις την αρίστην μηχανήν του αεροπλάνου μου.

Πρέπει να διαφύγω από τον κλοιόν. Λούπιγκ, κάτω πηδάλια δεξιά. Ζήτημα δευτερολέπτων είνε η σωτηρία μου. Αν διαφύγω την περιδύνησιν, σώζομαι ασφαλώς. ..Το επέτυχα.Και τώρα αντεπίθεσις.
Λυσσώ. Επτά έχουν συγκεντρωθή και βάλλουν εναντίον μου. Ανανδρία. Εάν είνε εγωιστικόν αυτό που θα είπω δεν πταίω εγώ, αλλ’ οι αντί­παλοι μου. Επτά εναντίον ενός;..Αι λοιπόν, και οι επτά θα μου το πληρώσουν.
Πηδάλια προς τα κάτω. Το πολυβόλον μου ήρχισε το ρυθμικόν τραγούδι του. Έχω ήδη το πρώτον θύμα .Ένα από τα εχθρικά έχει βληθή εις την μηχανήν του και πίπτει σαν βολίς.
Αρχή συγχύσεως. Νέα επίθεσις. Ανασυντάσσονται.
Αυτήν την φοράν δεν προλαμβάνουν να συγκεντρώσουν πυρά εναντίον μου.
Επιπίπτω εναντίον των με λύσσαν.
Εδώ αφήνω την σκιάν μου!! τον Χάιντερ, να ομιλήση. Παραθέτω την έκθεσίν του:
«Όταν είδομεν τον Ριχτχόφεν περισφιγμένον από τον κλοιόν των εχθρικών εσχηματίσαμεν την βεβαίαν αντίληψιν ότι δεν είνε δυνατόν να διασωθή. Αυτό τουλάχιστον λέγει η πο­λεμική τακτική της αεροπορίας. Και όμως μετ' ολίγον επαναβλέπομεν τον Ριχτχόφεν επιτιθέμενον μετά λύσσης. Τους πλησιάζει. Κινδυνεύουν να συγ­κρουσθούν τα σκάφη εις τον αέρα. Καταρρίπτει το έν. Και εφορμά κα­τά των άλλων. Αληθής τιτανομαχία. Ημείς είνε αδύνατον να τον βοηθήσωμεν διότι παλαίομεν προς τους άλ­λους. Έν από τα ιδικά μας καταρ­ρίπτεται φλεγόμενον. Μετ' ολίγα λε­πτά το ακολουθεί δεύτερον. Η θέσις μας είνε δύσκολος.
Ο Ριχτχόφεν συγγράφει εν τω μεταξύ την μεγαλειτέραν εποποιίαν του. Ισοφαρίζει την απώλειαν των δύο ιδικών μας καταρρίπτων και δεύτερον.
Τον βλέπομεν να ανυψούται αποτόμως. Ευτυχώς δι' αυτόν. Φαίνεται ότι αντελήφθη τον κίνδυνον εγκαίρως και τον απέφυγε δια της ανυψώσεως. Στρέφει πηδάλια δεξιά και πετά με ελαφράν κλίσιν προς τα κάτω. Ή­δη έχει όλα τα εχθρικά εύκολον στό­χον. Είνε μυστήριον πως κατώρθωσε να μετατοπίση τον οκρίβαντα του πολυβόλου ώστε να επιτύχη βολήν πλαγίαν. Και όμως το επέτυχε.
Τρίτον Γαλλικόν καταπίπτει. Αρ­χίζει ο πανικός. Οι Γάλλοι εγκατα­λείπουν την μάχην και τρέπονται δυτικώς. Είμεθα ήδη ελεύθεροι. Ο Ριχτχόφεν τίθεται και πάλιν επί κεφα­λής. Μετά πτήσιν ημισείας ώρας προσγειούμεθα κατά δύο ολιγώτεροι εις την βάσιν.
Ο Ριχτχόφεν είνε πελιδνός όταν αναφέρει εις τον διοικητήν την απώ­λειαν των δύο αεροπλάνων κατά την γιγαντομαχίαν. Όλοι το αποδίδομεν εις την συγκίνησιν και την κόπωσιν όταν εις μίαν στιγμήν τον βλέ­πομεν να σωριάζεται κάτω σχεδόν λιπόθυμος. Είχε τραυματισθή εις την αριστεράν χείρα. Επολέμησε τραυματίας και ενίκησε. Είνε ο θεός μας εις την αεροπορίαν.

Χάϊντερ»

Καθ’ όλην την διάρκειαν της αερομαχίας δεν είχον καιρόν να σκεφθώ το τραύμα μου. Ήρχισαν δριμύτα­τοι πόvoι όσον παρήρχετο η ώρα. Εις μίαν στιγμήν όταν οι Γάλλοι υπεχώρησαν αντελήφθην ότι παρ' όλον το ψύχος που υπήρχεν, είχε ρεύ­σει αρκετόν αίμα. Το ψύχος επέ­τεινε τους πόνους. Παρ' ολίγον να λιποθυμήσω. Μετά βίας συγκρατώ το πηδάλιον εις τα χέρια μου. Επί τέ­λους φθάνομεν εις την βάσιν. Παρ' ολίγον να κάμω απότομον προσγείωσιν και να συντριβώ. Ευτυχώς ευρήκα ολίγας δυνάμεις ακόμη δια να προσγειωθώ κανονικώς. Αν εξηκολούθει η πτήσις ακόμη χίλια μέτρα ασφαλώς θα έπιπτα αδόξως.
Ανέφερα εις τον Διοικητήν εν συνόψει τα της αερομαχίας και έπεσα λιπόθυμος. Από την στιγμήν εκείνην δεν γνωρίζω τι εμεσολάβησεν, ώστε να ευρεθώ εις ένα μαλακώτατον κρεβάτι ενός νοσοκομείου. Με είχαν με­ταφέρει αεροπορικώς αφού μου επέ­δεσαν το τραύμα μου προχείρως εις την βάσιν, εις το Βερολίνον. Την μετακόμισίν μου ανέλαβεν ο Χάιντερ ο αιώνιος φίλος μου. Όταν συνήλ­θα αντίκρυσα επάνω μου πέντε ια­τρούς πολλάς νοσοκόμους και τον Χάιντερ. Ομολογώ ότι η στάσις του φίλου μου αυτού με κατασυνεκίνησε. Με ενηγκαλίσθη και με εφίλησε ενώ συγχρόνως μου επεδείκνυε Γερμανικάς εφημερίδας με τεραστίας φωτο­γραφίας μου. Εις εκ τών ιατρών με ηρώτησε:
—Πώς αισθάνεσθε τώρα, ταγματάρχα μου;
—Καλύτερα γιατρέ μου.
—Ελπίζω ότι σε λίγες μέρες θα είσθε καλά.
—Ώστε δεν είνε τίποτε σοβαρόν;
—Κάθε άλλο. Ευτυχώς η σφαίρα εσεβάσθη το οστούν του βραχίονός σας. Μόνον που εχάσατε πολύ αίμα.
Οι άλλοι συνάδελφοι των έχασαν όλον των το αίμα. Δι' εμέ προέχει να γίνω ταχέως καλά.
—Μην αμφιβάλλετε γι' αυτό. Ο θεός της Γερμανίας σας έσωσεν αυ­τήν την φοράν.
Εν τω μεταξύ μία ωραιοτάτη νο­σοκόμος με επλησίασε και μειδιώσα με ηρώτησε με εξαιρετικόν ενδιαφέ­ρον αν πονώ.
—Τώρα που σας βλέπω αδελφή δεν πονώ καθόλου.
Τότε λοιπόν είμαι ο παρήγορος άγγελος; Χα ! χα ! χα !
—Μη γελάτε αδελφή.. Το πιστεύω αυτό που σας λέγω.
Ο ιατρός έσπευσε να συστήση την νοσοκόμον.
— Σας συνιστώ την φροϋλάιν Κλούκ προϊσταμένην και...
—Κόρη του αρχιστρατήγου;
—Μάλιστα κ. ταγματάρχα και εί­μαι ευτυχής που γνωρίζω τον ήρωα της Γερμανίας.
—Ευχαριστώ αδελφή προϊσταμένη δια τους κολακευτικούς λόγους σας αλλά η τιμή δεν ανήκει παρά εις τους συναδέλφους μου που επολέμησαν ωσάν λέοντες.
—Και όμως εις τας εφημερίδας, γράφουν οι ίδιοι οι συνάδελφοι σας ότι σεις τους εσώσατε.
—Θα σας παρακαλέσω να μου δώ­σετε αυτήν την εφημερίδα που γρά­φει αυτάς τας ανοησίας.
—Θα σας τις φέρω αμέσως.
Μετ' ολίγον μου προσεκόμισε τας εφημερίδας.
Με πηχυαίους τίτλους ανέγραφον τα της αερομαχίας. Και εδώ ο Χάιντερ έδωκε πολυστήλους συνεντεύξεις εις όλους τους δημοσιογράφους.
Αι λεπτομέρειαι βοηθούσης της φαντασίας των δημοσιογράφων είχον καταλάβει χώρον δύο σελίδων, τας οποίας εκόσμουν μεγάλαι εικόνες ι­δικαί μου και του αεροπλάνου μου. Επίσης εδημοσιεύοντο είκόνες της μητρός μου, την οποίαν απεκάλουν «μητέρα του ήρωος των ηρώων».
Η προϊσταμένη με παρηκολούθει ενώ ανεγίνωσκα τας εφημερίδας, όταν δε έστρεψα να την ιδώ εμειδία. Διεμαρτυρήθην εντόνως δια την πρωτοβουλίαν αυτήν του Χάιντερ και παρεκάλεσα να τον ειδοποιήσουν ότι τον θέλω. Η προϊσταμένη εφώναξε μίαν νοσοκόμον και έδωκε την παραγγελίαν. Μετά τούτο απευθυνομένη προς εμέ μου είπε:
— Σας θαυμάζει όλη η Γερμανία κ. Ριχτχόφεν δια τους άθλους σας.
—Με κολακεύετε δεσποινίς. Δεν πράττω παρά το καθήκον μου .
—Εάν όλοι εξετέλουν το καθήκον των όπως σεις, ο πόλεμος θα ετελείωνε πολύ γρηγορώτερα. .
—Όλοι κάμνουν το καθήκον των. Εις την συγκεκριμένη δε περίπτωσιν της προσβολής των Παρισίων οφεί­λω να σας είπω ότι όλοι έκαμαν το καθήκον των και μάλιστα με αυτοθυσίαν.
—Φαντάζομαι ότι η φίλη ,σας θα είνε υπερήφανη πολύ για σας.
Είπε την τελευταίαν φράσιν της με ένα αρκετά χαρακτηριστικόν μορφασμόν.
—Δεν ημπορεί να είνε υπερήφανη η φίλη μου για μένα δεσποινίς.
—Για ποιο λόγο; Είσθε μαλωμέ­νοι;
— Όχι.
—Τότε ποιος είνε ο λόγος που ημ­πορεί να είνε αδιάφορος για σας;
—Απλούστατα διότι δεν υπάρχει η φίλη που λέτε.
—Αδύνατον. Φαντάζομαι μάλιστα ότι από στιγμής εις στιγμήν θα έλθη εδώ να σας επισκεφθή.
Εκείνην την στιγμήν εισήρχετο εις το δωμάτιον ο Χάιντερ.
Εύρον την ευκαιρίαν να αστειευθώ.
Ιδού η φίλη μου με την οποίαν δεν τα έχω καλά.
Εγέλασε θορυβωδώς. Επετίμησα τον Χάιντερ ζωηρότατα δια την πρωτοβουλίαν που είχε να δώση αυτάς τας συνεντεύξεις. Ο Χάινιερ έστεκεν εμπρός μου σαν μαθητής δη­μοτικού σχολείου, δεν απαντούσε καθολοκληρίαν.
—Γιατί δεν απαντάς κ. ανθυπολο­χαγέ ;
—Διότι κύριε ταγματάρχα έάν σας απαντήσω θα σας απαντήσω ότι αυ­τά είνε ολιγώτερα της πραγματικότητος.
—Να ασχολήσαι μόνον με τα στρατιωτικά σου καθήκοντα και να μη α­ναμιγνύεσαι εις την παροχήν πληρο­φοριών εις τους δημοσιογράφους.
Δεν απήντησε και απεχώρησεν α­μέσως από το δωμάτιον. Εμείναμε μόνοι με την φροϋλάϊν Κλούκ. Ετόλμησα να την ερωτήσω το όνομά της.
—Το μικρό σας όνομα αδελφή προϊσταμένη ;
—Εριέττα, ετών 23, οικιακά! Σας Ικανοποιεί αύτό;|
—Απολύτως.
—Αν θέλετε ημπορείτε να με φωνάζετε με το μικρό μου όνομα. Ε­γώ θα σας αποκαλώ με το επίθετόν οας διότι το ευρίσκω πολεμικώτερο.
—Με πειράζετε δεσποινίς Εριέττα.
— Σας διαβεβαιώ όχι. Προτιμώ το επίθετο σας.
Με εκύτταξε περισσότερο εντατικά και μου είπε:
—Υποθέτω ότι έχετε πυρετό διότι είσθε χλωμός.
Και αμέσως έπιασε τον σφυγμόν μου ενώ με εκύτταζε στα μάτια. Ύ­στερα από λίγα λεπτά έκαμε την... διάγνωσίν της.
—Έχετε πυρετό πολύ.
—Όχι δα! Δεν καταλαβαίνω καμμια κούρασι.
—Τότε ασφαλώς, έχω εγώ κ. Ριχ­τχόφεν.
Έσκυψε καΙ με εφίλησε. Τα χείλη της εκόλησαν εις τα δικά μου. Με φιλούσε με παραφοράν. Τα ματόκλαδά της ανοιγόκλειναν κατά τρό­πον αρκετά χαρακτηριστικόν.
Αντιμετώπισα πολλούς εχθρούς, αλλ' αυτόν τον εχθρόν μου ήτο αδύ­νατον να τον αντιμετωπίσω. Υπετάχθην. Όταν απεσπάσθη από τας αγκάλας μου με εκύτταξε κάπως συνεσταλμένη. Δια να την βγάλω από το αδιέξοδο της έπιασα τα χέρια και την έσυρα προς το κρεββάτι. Ανηγέρθην ολίγον και την εφίλησα με την ιδίαν παραφοράν που με ενηγκαλίσθη αυτή. Επί ολίγα λεπτά παρεμένομεν και οι δύο άφωνοι.
Πρώτος έλυσα εγώ την σιωπήν.
—Έχουμε τίποτε να πούμε Ερι­έττα ;
—Συ νομίζεις ότι έχουμε να πούμε τίποτε;
—Μου φαίνεται ότι είπαμε όσα εί­χαμε να πούμε.
—Δηλαδή με διώχνεις;
—Είσαι κουτή. Ίσα ίσα τώρα που σε χρειάζομαι να σε έχω πάντα κον­τά μου.
—Ώστε ;
—Ώστε συμβαίνει αυτό που φαν­τάζεται κουτή Ερριέττα.
—Είμαι Η πιο υπερήφανη γυναίκα του κόσμου, θα είμαι δική σου πάντα.
—Ζήτημα είνε αν θα είμαι και εγώ για πάντα δικός σου.
—Γιατί αυτή η σκληρότης;
—Διότι είνε πιθανόν όταν εξέλθω από το νοσοκομείον και πετάξω να με θελήση κάποιος άλλος.
—Κανείς δεν ημπορεί να σε απο­σπάση από μένα.
—Υπάρχει άλλος που δεν ημπορείς να τον αντιμετώπισης.
—Είμαι η κόρη του αρχιστρατήγου και ημπορώ να κάμω τα πάντα.
—Και μόνον να εξουδετέρωσης τον θάνατον δεν ημπορείς.
Έσκυψε το κεφαλάκι της κατη­φής. Δύο δάκρυα εκύλησαν εις τας παρειάς της.
Την καθησύχασα και της υπεσχέθην ότι θα φροντίσω να διαφύγω από τα δίκτυα του...θανά­του και εν ανάγκη θα τον νικήσω κι' αυτόν.
Από της ημέρας εκείνης η Εριέτ­τα κατέστη ο παρήγορος άγγελος μου. Εξενυκτούοε δίπλα εις το κρεββάτι μου και το ενδιαφέρον της για μένα εκοινολογήθη εις ολόκληρον το νοσοκομείον μέχρι σημείου ώστε και οι διευθύνοντες αυτό
ιατροί να με πειράζουν δια την καταπληκτικήν εύνοιαν της τύχης.