Σάββατο, 30 Ιουνίου 2018

ΗΑΒΕ HANS : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟ ΛΕΟΝ ΝΤΕΓΚΡΕΛ ΣΤΙΣ ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ (1936)

ΕΝΤΟΣ ΕΞΗ ΜΗΝΩΝ ΘΑ ΚΡΑΤΩ ΕΙΣ ΧΕΙΡΑΣ ΜΟΥ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑΝ
ΒΡΥΞΕΛΛΑΙ, Σεπτέμβριος. Αρκεί να μείνη κανείς μερικάς στιγμάς μόνο εις τας Βρυξέλλας δια να μην αγνοή τον Λεόν Ντεγκρέλ .Το όνομά του έχει απασχολήσει ήδη τον διεθνή τύπον κι' εδώ εις το Βέλγιον η εφημερίς "Η αληθινή χώρα " δημοσιεύει τρις της ημέρας το νεανικό αυτό κεφάλι , κεφάλι μάλλον εφήβου ή ανδρός , και κατά τας τελευταίας βελγικάς εκλογάς εψήφισαν τριακόσιαι χιλιάδες πολιτών.

Επήγα να τον συναντήσω εις το υπό κατασκευήν κτήριον του κόμματος . Με δέχεται ανεβασμένος σε μίαν ανεμόσκαλα. Είναι απησχολημένος με την οικοδομήν. Βάζει ένα καρφί στον τοίχο:

-Δεν έχω γραφείο είμαι υποχρεωμένος να σας δεχθώ εδώ μου λέγει... 
Το κόμμα του Λεόν Ντεγκρέλ ονομάζεται ως γνωστόν , "Ρεξ" αλλά οι οπαδοί αποκαλούν Ρεξ τον ίδιο τον αρχηγόν. Το νέον κτίριον κτίζεται , επεκτεινομένου του παλαιού μακρού σπιτιού , όπου εστεγάζετο το κόμμα εις το στενό δρομάκι του Σαρτρέ. Πίσω ευρίσκεται η μικρή αγορά , όπου πωλούν ψάρια , λουλούδια , κάλτσες και γραβάτες ευθηνές. Πηγαινοέρχονται πρόσωπα απησχολημένα ανθρώπων , που οι περισσότεροι φέρουν παράσημα του μεγάλου πολέμου. Διαταγαί διαβιβάζονται εις τόνον στρατιωτικόν, νέοι εμφανίζιονται και εξαφανίζονται κατά διαλείμματα.... Όλα αυτά μου δίδουν την εντύπωσιν εικόνων που τας έχω ιδή.... Μου φέρουν ακουσίως την σκέψιν μερικά χρόνια πίσω, στην εποχήν που το "Φαιό σπίτι" εκτίζετο εις το Μόναχον. Η μόνη διαφορά είναι ότι το βραχιόνιον των ανθρώπων , αντί του χιτλερικού στρατού , φέρει την λέξιν "Ρεξ", γραφομένην με κόκκινα γράμματα εις σχήμα δράκοντος.
Επί των ημιτελών τοίχων του κτιρίου υπάρχουν τοιχοκολλημέναι διάφοροι προκηρύξεις με εικόνες του ανθρώπου αυτού , που ευρίσκεται εμπρός μου ανεβασμένος σε μίαν ανεμόσκαλα.Τον παρουσιάζουν πότε μ' ένα κερί στο χέρι , πότε με μια λυχνία και άλλοτε μ' ένα λαμπρό ποτήρι.
Ο Λεόν Ντεγκρέλ είναι ένας νέος συμπαθέστατος . Μόλις 30 ετών , με γαλανά μάτια γεμάτα ειλικρίνειαν. Η μύτη του είναι ελαφρώς γαμψή και τα χείλη αυτά τον κάμνουν να φαίνεται ακόμη περισσότερον έφηβος , συγχρόνως δε του δίδουν ένα ύφος προκλητικόν.
-Δεν έχω ακόμη γραφείον , μου επαναλαμβάνει ο Ντεργκρέλ. Πρέπει να κτίσωμε γρήγορα και γι' αυτό βοηθώ τους συντρόφους μου.
Κατεβαίνει από την σκάλα και ενώ μου δίνει την συνέντευξιν δεν παύει να ασχολήται με την οικοδομή.
Η συνομιλία μας γίνεται σ' ένα αδιάκοπο πήγαινε και έλα, ανάμεσα από τους κτίστας, τους ελαιοχρωματιστάς και τους ξυλουργούς.
Οι οπαδοί του κόμματος "Ρεξ¨, μου τονίζει ο κ. Ντεγκρέλ , πιστεύομεν ότι αποτελεί βασικόν σφάλμα ν' αντιτάσση κανείς εις τον μπολσεβικισμόν ένα καπιταλισμόν βαρέως ασθενή, Είμεθα εχθροί και του πρώτου και του δευτέρου . Επιθυμούμεν μίαν κοινωνικήν αναμόρφωσιν . Αντί όμως της καταπτώσεως του γενικού επιπέδου της ζωής , επιθυμούμεν την ανύψωσίν του. Αντί να κάμωμεν όλους τους ανθρώπους προλεταρίους ,επιθυμούμεν ν΄ ανυψώσωμεν τους προλεταρίους . Το κόμμα μας είναι κόμμα προοδευτικόν . Δεν αγνοεί ότι εις μία εποχή τοιούτων κολοσσιαίων τεχνικών προόδων δεν ημπορεί η κοινωνική ζωή να πλαισιούται εις τα παλαιά όριά της. Πηγαίνομεν εμπρός , ακολουθούντες την πρόοδον , λαμβάνουμεν όμως υπ' όψιν μας τον άνθρωπον οπως στη  πραγματικότητα  είναι. 
-Κηρύσσετε λοιπόν κατά βάθος μίαν επανάστασιν των μικροαστικών τάξεων.
-Δεν το αμφισβητώ. Η μεσαία τάξις έχει θυσιασθή εις όλον τον κόσμον . Κηρύττω όντως την επανάστασιν των μικροαστικών τάξεων , αλλά υπό την στενωτέραν έννοιαν της λέξεως , διότι είμαι εχθρός πάσης βίας . Δεν είμαι οπαδός της τακτικής της αιφνιδιαστικής επιθέσεως , αλλά της κατακτήσεως δια της πειθούς.
Εις ερώτησιν αν είναι φασιστής , ο κ. Ντεγκρέλ μου απαντά: 
-Τί σημαίνει φασιστής ; Δίδουν το όνομα αυτό εις τον Μουσσολίνι και τον Χίτλερ , αλλά εγώ δεν ευρίσκω καμμίαν ομοιότητα μεταξύ των δύο αυτών ανδρών. Εάν τώρα με το επίθετον του φασιστού χαρακτηρίζεται πάντα άνθρωπον επιθυμούντα να επθιβάλη την τάξιν και την γαλήνην εις τον τόπον του, τότε είμαι και εγώ φασιστής.
Πιστεύω εν τούτοις ότι η επιθυμία επιβολής της εσωτερικής τάξεως και της αμύνης κατά του μπολσεβικισμού δεν δύναται να ακολουθήται εις πάσαν χώραν με τα αυτά μέσα . Με τους Ιταλούς και τους Αυστριακούςς συμμερίζομαι την αντίληψιν περί της ανάγκης της δημιουργίας ενός Κράτους επί βάσεων συναιτεριστικών . Αλλ' ημείς εις το Βέλγιον αποδίδομεν ιδιαιτέραν όλως σημασίαν και εις έναν άλλον παράγοντα , την οικογένειαν. Φρονούμεν δηλονότι ότι ο πατήρ της οικογενείας πρέπει να ψηφίζη και δια τα ανήλικα παιδιά του και συνεπώς όσο μεγαλυτέρα είναι η οικογένεια , τόσον μεγαλυτέρα οφείλει να είναι και η συμμετοχή της εις τον δημόσιον βίον . Θέλομεν να δώσωμεν ευρύτερα δικαιώματα εις τας πολυμελείς οικογενείας.
Η οικογένεια αποτελεί το πρώτον κεφάλαιον του καταστατικού μας χάρτου .Το δεύτερον ο συνεταιρισμός.
-Ποίοι νομίζετε, κ.Ντεγκρέλ , ότι είναι οι μεγαλύτεροι άνθρωποι της Ευρώπης;


-O Μουσσολινι, ο Χίτλερ και εγώ. Θα με εκλάβετε πιθανόν ώς μεγαλομανή. Πιστεύσατέ με όμως ότι μόνη η ζωντανή και πειστική δύναμις ενός ανθρώπου δύναται να δημιουργήση έν κίνημα , που θα παρασύρη όλα τα εμπόδια ,  ένα κίνημα που θα επιβληθή με κεραυνοβόλον ταχύτητα, ένα κίνημα ώς το ιδικόν μας.
Επί της αρχής  του κινήματος  των Ρέξ ο κ. Ντεγκρέλ εδήλωσε τα εξής:
-Το κίνημά μας υπήρξε κατ΄αρχάς κίνημα καθολικόν, Γενικώς πιστεύεται ότι η ονομασία του κόμματός μας οφείλετα εις τα μοναρχικά αισθήματά μας. Είμεθα βεβαίως ψυχή τε και σώματι οπαδοί της μοναρχικής ιδέας και όταν έλθωμεν εις την εξουσίαν θα ενισχύσωμεν τον μοναρχικόν θεσμόν. Αλλ' ωνομάσαμεν το κόμμα μας Ρεξ εκτου "Χριστός Βασιλεύς " (Christus Rex) . Επί του σημείου αυτού οφείλω να σας τονίσω , ότι από τους Εθνικοσοσιαλιστάς της Γερμανίας μας χωρίζει η θεωρία περί "φυλετικής προελεύσεως" Υμείς δεχόμεθα εις τους κόλπους μας όλους όσους έρχονται προς ημάς ανεξαρτήτως τάξεως, θρησκείας και γλώσσης.
Εις ερώτησιν ποίον υπήρξε το μυστικόν της μέχρι τούδε επιτυχίας του απήντησε.
-Το μυστικόν αυτό το αγνοώ, αλλ' ερωτήσατε καλλίτερα τους μεγάλους ηγέτας λαών ποίον υπήρξε το μυστικόν της επιτυχίας των . Απ' αυτούς , όπως και απ' εμέ , αναβλύζει μία δύναμις που υποτάσσει τα πλήθη. Ευθύς ως ο Μουσσολίνι ή ο Χίτλερ αρχίζουν να ομιλούν , ένας σπινθήρ σκορπίζεται απ' αυτούς που ανάβει φλόγα εις την καρδίαν των ακροατών των.
Συνεχίζων ο κ. Ντεγκρελ ωμίλησε περί της αρχής του σταδίου του , περί των φιλολογικών και νομικών σπουδών του, περί των λογοτεχνικών αγώνων του.
Ειργαζόμην και τότε είπεν , όπως και τώρα , και ήδη την εποχήν εκείνην είχα προσελαύσει την προσοχήν των συντρόφων μου. Γράφω τουλάχιστον άπαξ της ημέρας το κύριον άρθρον της εφημερίδος μας η "Αληθινή χώρα". είμαι δε ικανός ν' ανέβω δεκαπέντε φοράς την ημέραν εις το βήμα και να ομιλήσω. Ίσως η εργατικότης μου να είναι το μυστικόν μου.
-Και τα μελλοντικά σχέδιά σας ; Σήμερα τα αριστερά κόμματα κυβερνούν ακόμα το Βέλγιον. Πιστεύετε ότι θα τα νικήσετε;

-Σας δίδω το χέρι μου , μου απαντά ο Ντεγκρέλ , για να σας διαβεβαιώσω  ότι εντός έξι μηνών  θα κρατώ εις χείρας μου την εξουσίαν.Και ο Ντεγκρέλ παίρνει  και πάλιν το σφυρί  στο χέρι και συνεχίζει  να βάζει καρφιά  εις τον τοίχον. Την ώραν  που βγαίνω  από την οικοδομήν  ακούω τον θυρωρόν να λέγη εις κάποιον:
-Eίναι αδύνατον να σας δεχθή  τώρα . Ο Ρεξ εργάζεται. 
Οι οπαδοί του τον αποκαλούν Ρεξ δηλαδή βασιλέα , τον νέον αυτόν , που θεωρείται σήμερα δικαίως  ως ένας από τους μεγαλύτερους πολιτικούς άνδρας της Ευρώπης. 

(Αναδημοσίευση από την ελληνική εφημερίδα "Η Βραδυνή")

Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2018

Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΟΥ ΧΟΣΕ ΑΝΤΟΝΙΟ ΠΡΙΜΟ ΝΤΕ ΡΙΒΕΡΑ

Αυτή είναι η τελευταία επιθυμία και διαθήκη του υποφαινόμενου José Antonio Primo de Rivera y Sáenz de Heredia, ετών τριάντα τριών , άγαμου , δικηγόρου , με τόπο γέννησης και κατοικίας τη Μαδρίτη , γιού του Miguel και της Casilda (ας αναπαύονται εν ειρήνη), που συνέταξε και παρέδωσε στην επαρχιακή Φυλακή του Alicante, στις 18 Νοεμβρίου 1936.
Καταδικασμένος χθες σε θάνατο, παρακαλώ το Θεό , αν δεν με προφυλάξει από αυτό το τέλος, να μου επιτρέψει να διατηρήσω μέχρι τέλους, την αξιοπρέπεια και την εγκαρτέρηση με την οποία ήδη αναμένω το θάνατο , και προκειμένου να κρίνει τη ψυχή μου , να μη την κρίνει με βάση την αξία μου , αλλά σύμφωνα με την απέραντη ευσπλαχνία του .
Αναρωτιέμαι αυτή τη στιγμή , μήπως υποκύψω ακόμη στα προστάγματα της ματαιότητας των εγκοσμίων , μπαίνοντας στο πειρασμό να απολογηθώ  για μερικές από τις πράξεις μου.  Αλλά όπως, αφ' ετέρου , παρέσυρα στη πίστη μου και στον αγώνα μου πολλούς από τους συντρόφους, σε βαθμό πολύ ανώτερο από την ατομική μου αξία (την οποία γνωρίζω τόσο καλά , ώστε η φράση μου αυτή να υπαγορεύεται μόνο από τη ταπεινότερη ειλικρίνεια ) και όπως εξώθησα μάλιστα αμέτρητους από αυτούς σε μεγάλες ευθύνες και κινδύνους , θα θεωρούσα σαν έλλειψη εκτίμησης ευγνωμοσύνης , το να απομακρυνθώ από αυτούς , χωρίς να τους δώσω καμία εξήγηση.

Δεν είναι ανάγκη να επαναλάβω τώρα , όσα είπα και έγραψα τόσες φορές για τους σκοπούς και τις φιλοδοξίες , που είχαμε για τη Φάλαγγα εμείς οι ιδρυτές της .Εκπλήσσομαι μόνο γιατί μετά από μόνο τρία χρόνια η πλειοψηφία των συμπατριωτών μας εξακολουθεί να μας κρίνει χωρίς καν να μπει στο κόπο να μας κατανοήσει.. Αν η Φάλαγγα στερεωθεί και μονιμοποιηθεί , ελπίζω ότι όλοι θα λυπηθούν , για το τόσο αίμα που χύθηκε και ας με δεχθούν οι σύντροφοι , που προηγήθηκαν πριν από εμένα στη θυσία , σαν τον τελευταίο ανάμεσά τους.
Εξήγησα χθες για τελευταία φορά στο δικαστήριο που με έκρινε τι είναι η Φάλαγγα. Όπως τόσες άλλες φορές , ανέφερα τα κύρια σημεία του προγράμματός μας. Για μια ακόμη φορά  παρατήρησα ότι πολλά πρόσωπα, που αρχικά ήσαν εχθρικά, λάμβαναν πρώτα την ΄'εκφραση της έκπληξης και έπειτα της συμπάθειας. Μου φαινόταν να διαβάζω στα βλέμματά τους τη φράση: "Εάν γνωρίζαμε, ότι περί τίνος πρόκειται , δεν θα βρισκόμασταν εδώ". Και πραγματικά αυτοί δεν θα με δίκαζαν , εγώ δεν θα δικαζόμουν και άλλοι Ισπανοί δεν θα σκότωναν ο ένας τον άλλο στα πεδία των μαχών. Ήταν, όμως , πλέον πολύ αργά , για να διορθωθεί έστω και το παραμικρό και έτσι περιορίστηκα να εξυμνήσω τη τιμιότητα και το θάρρος των αγαπητών μου φίλων και να κερδίσω για λογαριασμό τους τη πλήρη σεβασμού προσοχή των εχθρών τους.
Δεν ζήτησα να διασφαλίσω με μια θεατρική γενναιότητα μεταθανάτια φήμη ήρωα. Δεν αποπειράθηκα να εμφανιστώ σαν "υπεύθυνος για όλα " και δε χρησιμοποίησα το ρομαντικό λεξιλόγιο .Υπερασπίστηκα τον εαυτό μου με τα καλύτερα επιχειρήματα του δικηγορικού μου επαγγέλματος , το οποίον τόσο αγάπησα, Νόμισα , πως θα ήταν τερατώδες , αλλά και ανειλικρινές , το να μην υπερασπισθώ μια ζωή, η οποία θα μπορούσε ακόμη να αποβεί χρήσιμη για το σύνολο και την οποία ο Θεός δεν μου έδωσε για να τη προσφέρω σαν ολοκαύτωμα ή μάλλον σαν πυροτέχνημα στην ματαιοδοξία.
Είθε να ευδοκήσει ο θεός όπως το αίμα μου , να είναι το τελευταίο Ισπανικό αίμα , που χύνεται στον εμφύλιο σπαραγμό . Είθε να βρει ο Ισπανικός λαός , τόσο πλούσιος σε βαθιές αρετές , την πατρίδα, το ψωμί και τη δικαιοσύνη.Δεν πιστεύω , ότι μου μένει τίποτα άλλο να πω για το δημόσιο βίο μου.
Σε ότι έχει να κάνει με το θάνατό μου , τον αναμένω χωρίς καυχησιολογίας- γιατί ποτέ δεν είναι ευχάριστο να πεθαίνει κανείς στην ηλικία μου- αλλά και χωρίς διαμαρτυρίες. Δέξου το θάνατο αυτό , Θεέ Μεγαλοδύναμε, σε ότι περιέχει σα θυσία , για να αντισταθμίσει έστω και μερικά, όλα όσα υπήρξαν   εγωισμός και ματαιοδοξία στη ζωή μου"...........


Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2018

ΣΠΥΡΟΣ ΜΕΛΑΣ: ΕΥΓΟΝΙΑ

Η ανθρωπότης είναι μία ορχήστρα , τα έθνη τα όργανά της. Όσο τελειοποιούνται τα όργανα, τόσο σπουδαιότερες η εκτελέσεις της ορχήστρας. Από τη γνώσι της απλής αυτής αλήθειας βγαίνουν όλα τα καθήκοντά μας προς το έθνος. Κάθε προσπάθεια για τη βελτίωσι του έθνους προσφέρεται για τον άνθρωπο- για την ανύψωση της ανθρωπότητος. Η πρώτη από αυτές τις προσπάθειες είναι η φροντίδα για την υγεία. Και η πρωταρχική απ' όλες τις προσπάθεειες για την υγεία είναι αυτή της ευγονίας. Το άλφα της εξυγιάνσεως της φυλής είναι η εξυγίανσις της πρώτης καταβολής: Το έθνος θέλει γερά παιδιά' μόνο αυτά αντέχουν στις επιθέσεις των εχθρών που περιβάλλουν τον άνθρωπο. Και πολύ σωστά , οργανικά μπορώ να πω, η πρώτη αίθουσα της εκθέσεως υγιεινής αφιερώθη στην ευγονία. Η φύσις -θα μου πη ο μέσος αναγνώστης - δεν φροντίζει γι αυτό ; Δεν έχει τους νόμους της και προ πάντων τον αμείλικτο νόμο της επιλογής; Tα ζώα δεν πηγαίνουν περίφημα και ιδίως τ' αγρίμια; Αυτά δεν εφαρμόζουν ανεπίγνωστα τους κανόνες της ευγονίας; Ασφαλώς, η φύσις είναι πάνσοφη. Αλλά είναι και σπάταλη. Μοιάζει με τον εργοστασιάρχη , τον τρελά ερωτευμένο με τη δουλειά του , που για να φθάση στα τέλεια προϊόντα, δεν λογαριάζει τα υλικά, τα ξοδεύει, τα καταστρέφει αλύπητα. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να πάει έτσι .Για να αποφεύγη τη σπατάλη και να φθάνη ταχύτερα στο σκοπό , πρέπει ν' αντικαθιστά την ασυνείδητη , τη φυσική ευγονία με τη συνειδητή. Αλλά τι θα πη συνειδητή ευγονία; Να καταλάβη, απλούστατα, το μέγα πλήθος , ότι ο άνθρωπος είναι σ' όλη του τη ζωή , το αποτέλεσμα της καταβολής μιας στιγμής. Αν ρωτήσετε το βιολόγο , θα σας το πη αμέσως:
-Αυτό που είμαστε ως έμβυα, θα είμαστε και σ' όλη μας τη ζωή!
Μ' άλλα λόγια, ότι όλες η δυνατότητες του ανθρώπου υπάρχουν στην πρώτη καταβολή. Αλλά ποιός τον ακούει τον βιολόγο; Αυτός είναι τραβηγμένος στο βάθος του σπουδαστηρίου του και είναι σκυμμένος επάνω στα χαρτιά και τα παρασκευάσματά του. Πρέπει να βγάλει τα συμπεράσματά του στο φως της μεγάλης , της λαικής δημοσιότητος η προπαγάνδα της υγιεινής. Ο κοσμάκης , όταν παντρεύεται , δεν σκέπτεται συνήθως ούτε το έθνος , ούτε την ανθρωπότητα. Ικανοποιεί αρεσκείες , καπρίτσια, αισθήματα, πάθη , συμφέροντα, ό,τι άλλο θέλετε, εκτός αυτού του καθήκοντος προς τον άνθρωπον.Ξαι αυτό ακριβώς είναι που πρέπει να του εμφυσηθή.
Μερικά κράτη , που εφαρμόζουν έντονη βιολογική πολιτική , έχουν θεσπίσει νόμους, που ζητούν εξασφαλίσεις και προσόντα για το γάμο . Κι' αλήθεια , δεν μπορεί να πη κανείς , ότι δενείναι απόλυτα δικαιολογημένες αυτές οι αξιώσεις. Απαιτούμε προσόντα για να εξασφαλίσουμε την καλή κατασκευή ενός σακακιού ή των παπουτσιών μας. Και δεν ζητούμε κανένα προσόν για την κατασκευή του αριστουργήματος της δημιουργίας - του ανθρώπου.
Είναι όμως οι νόμοι , που απαιτούν συνήθως ένα πιστοποιητικό από γιατρούς , το καλύτερο μέσο για την επίτευξι της ευγονίας; Οι νόμοι καταστρατηγούνται , όταν πρόκειται για τέτοια ζητήματα , ακόμη και στα πιο ευνομούμενα κράτη.
Η δημιουργία κοινής συνειδήσεως είναι ο μόνος αποτελεσματικός παράγων σ' αυτόν τον αγώνα. αμαε την εικόνα, με το βιβλίο, με το άρθρο, με τη διάλεξι,με το θέατρο. Η σειρά των "Ρουγκόν -Μακάρ" του Ζολά και προ πάντων οι "Βρυκόλακες " του Ίψεν κάνουν προς αυτήν την κατεύθυνσι δέκα νομοθεσίας. Δεν χρειάζονται κρατικοί νόμοι' απαιτείται εκλαίκευσις της γνώσεως των φυσικών . Δείχτε στο λαό τις συνέπειες του μεγάλου νόμου της μεταβιβάσεως των πληρονομικών χαρακτήρων , κάμετε τον γονέα να φρίξη με τα δράματα που δημιουργούν στο μέλλον οι δικές του αμαρτίες , κι' έχει κερδηθή αμέσως το κυριώτερο μέρος του ευγονικού αγώνος.

Τρίτη, 26 Ιουνίου 2018

CORNELIU ZELEA CONDREANU: Ο ΑΓΩΝΑΣ ΣΤΟ ΝEAMTZ

31 Αυγούστου 1931

Είκοσι ημέρες αργότερα , πληροφορήθηκα ότι είχε χηρέψει η βουλευτική έδρα στην επαρχία του Νeamtz (în judetul Neamt) [1] και ότι σύντομα θα ξαναγίνονταν εκλογές. Αφού μελέτησα την κατάσταση αποφάσισα να μπω στον αγώνα. Στις προηγούμενες εκλογές είχα πάρει στην περιφέρεια εκείνη 1200 ψήφους .Τώρα συμετείχαν στις εκλογές οι Φιλελεύθεροι, οι εθνικοαγροτικοί[2] σε κοινό ψηφοδέλτιο με τους averescanii [3], τους georgiştii[4] κλπ.
Ο τύπος ήθελε να δώσει εξαιρετική σημασία στις εκλογές αυτές γιατί ο αγώνας προαναγγελλόταν σκληρός και το αποτέλεσμά του θα επηρέαζε την τύχη της Κυβέρνησης[5]. Άρχισαν να παρατηρούνται συσπειρώσεις δυνάμεων , ο κόσμος έκανε τα προγνωστικά του , προβλέποντας οι μεν την νίκη για τους φιλελεύθερους οι δε για τους εθνικό-αγροτικούς .Στο αποκορύφωμα του αγώνα , παίρναν και έδιναν τα στοιχήματα. Περιττό να πούμε, ότι για μας δεν μιλούσε κανείς. Κανείς δεν σκεφτόταν να στοιχηματίσει για μας.
Στις 25 Ιουλίου έδωσα με τη σειρά μου τη διαταγή της κινητοποίησης . Εμείς όμως είχαμε φτάσει στα όρια , δεν διαθέταμε ούτε τα μέσα για να πληρώσουμε τα εκλογικά έξοδα. Γι αυτά, καθώς και για το τύπωμα των αφισών μας βοήθησε η οικογένεια Iesanu.
Στις 30 Ιουλίου βρισκόμουν στο Piatra Neamtz και περίμενα την άφιξη των ομάδων. Καθένας ερχόταν με όποιο τρόπο μπορούσε : με τα πόδια με το τραίνο με το κάρο.Τώρα άρχιζαν να μπαίνουν πιο δυναμικά στον αγώνα τα στοιχεία που είχαν μεγαλώσει μέσα στις αδελφότητες[6] ,τα οποία σχημάτιζαν ομάδες κάτω από τη διοίκηση των μεγαλύτερων σε ηλικία λεγεωνάριων . 
Με τη βοήθεια του χάρτη , ανέθεσα σε κάθε ομάδα ένα συγκεκριμένο τομέα. Ο αριθμός των δικών μας που συμμετείχαν στον αγώνα έφτασε σε ένα σύνολο 100 στελεχών. Ξεκίνησαν με τα πόδια, με μια απέραντη πίστη παρά το γεγονός ότι δεν γνώριζαν ούτε τι θα φάνε ούτε που θα κοιμηθούνε. Θα τους φρόντιζε ο θεός και θα εκπαιδεύονταν από την ανάγκη .
Η ομάδα Banica με το καθηγητή Matei Cosma στην οποία θα προστίθενταν και εκείνοι του Cimpul Lung ξεκίνησε για το Brosteni '
Η ομάδα Ţocu για το Răpciuni, 
η ομάδα Crânganu για το Bicaz, 
οι Victor Silaghi, Jorjoaia, και Stelescu για το Tg. Neamţ, 
οι Banea, Ventonic, Ifrim, και Mihail David για το Bălţăteşti, 
ο Popovici για το Roznov, 
ο Păduraru μαζί με τους Romaşcanii, Hristache Solomon και μηχανικός Blănaru για το Buhuşi,
ο Doru Belimace και Răţoiuγια το Crăcăoani, 
ο Valeriu Ştefănescu, η οικογένεια Mihai Crăciun και ο Stelian Teodorescu για το Războeni. 
Στο πλευρό τους ο prof. Ion Z. Codreanu οργάνωνε συγκεντρώσεις σε διάφορα σημεία της judeţului.
Εδώ και εκεί υπήρχαν και κάποια cuiburi λεγεωνάριων υπό τη καθοδήγηση των : Herghelegiu, Tărâţă, Platon, Loghin, David, Nuţă, Mihai Bicleanu, Ungureanu, Olaru V. Ambrozie, Macovei κλπ.
Οι ομάδες άρχισαν να κάνουν μεροκάματα για να κερδίσουν το φαγητό τους και πολύ σύντομα κέρδισαν την αγάπη των χωρικών.Οι εθνικοαγροτικοί ήρθαν με πολλά αυτοκίνητα, μόνο για το κόμμα τους έφτασαν στην εκλογική περιφέρεια για λόγους προπαγάνδας , 7 πρώην υπουργοί . Το ίδιο να λεχθεί και για τους φιλελεύθερους. 
Από όλες τις κοινωνικές κατηγορίες, οι ιερείς αποδείχθηκαν οι πιο χλιαροί. Στις επαρχίες όπου οι σταυροί των εκκλησιών γκρεμίζονταν , μπροστά στη κυριαρχία των άθεωνκαι ιουδαιοποιημένων πολιτικάντηδων στα πλαίσια ενός αγώνα που εμείς μόνο στο όνομα του σταυρού ,με το πρόσωπο ακάλυπτο ερχόμασταν να αντιμετωπίσουμε το άθεο τέρας , οι παπάδες της επαρχίας με εξαίρεση 3 ή 4 τάχθηκαν εναντίον μας. 
Τη τελευταία εβδομάδα όφειλα να συντονίσω τις δυνάμεις μου εν όψει της τελικής μάχης ΄ διαθέταμε 6 ισχυρούς τομείς και 10 αδύναμους. Στη συζήτηση που είχα με τους αρχηγούς των ομάδων , αυτοί υποστήριζαν ότι από τη στιγμή που διαθέταμε 6 ισχυρούς τομείς μπορούσαμε να αφαιρέσουμε δυνάμεις από αυτούς για να ενισχύσουμε τους αδύναμες. Ήταν μια θέση λανθασμένη που μπορούσε να προκαλέσει την απώλεια της μάχης.
Προχώρησα ακριβώς αντίθετα συγκεντρώνοντας τις δυνάμεις στα ισχυρότερα σημεία μου αφήνοντας στα άλλα μόνο μικρές ομάδες παρενόχλησης. Οι αντίπαλοι όλοι κινήθηκαν λανθασμένα , και συγκεντρώθηκαν στα στα ισχυρότερα σημεία μου ' το αποτέλεσμα ήταν να δώσουμε τη μάχη εμείς στα ισχυρότερα σημεία μας και οι αντίπαλοι ,στα πιο αδύναμα γι αυτούς σημεία.
Εκμηδενίστηκαν . Εγώ συγκέντρωσα σε αυτές τις 6 τοποθεσίες 1.000 ψήφους για κάθε περιοχή και οι άλλοι 200 το πολύ 300. Ταυτόχρονα στις ισχυρότερες περιοχές τους , στερούμενοι ικανοποιητικής άμυνας , διαλύθηκαν από τις ομάδες μας.
Την ημέρα της ψηφοφορίας ,με τη συνοδεία του Τοtu ξεκίνησα πρωί με ένα γρήγορο αυτοκίνητο και επισκέφτηκα τα 15 από τα 16 εκλογικά τμήματα.Την νύχτα, τα μεσάνυχτα έγινε γνωστό το αποτέλεσμα που προκάλεσε μεγάλο ενθουσιασμό στους αγρότες και στις ομάδες των Λεγεωνάριων προς μεγάλη θλίψη των πολιτικάντιδων και των Εβραίων. Η Φρουρά είχε κερδίσει 11.300 ψήφους οι Φιλελεύθεροι 7.000 οι Εθνικοαγροτικοί με τους Αβαρεσκιανούς 6.000 οι άλλοι πολύ λιγότερους. ΄Έτσι , στο πρώτο αγώνα σε ανοικτό πεδίο ενάντια στις συνασπισμένες δυνάμεις των πολιτικάντηδων , οι Λεγεωνάριοι αν και περιορισμένοι σε αριθμό και διαθέτοντας μέσα ασυγκρίτως λιγότερα , κατάφεραν να πετύχουν τη νίκη , σκορπίζοντας το πανικό ανάμεσα στους αντιπάλους.



Κυριακή, 24 Ιουνίου 2018

CORNELIU ZELEA CODREANU: H ΛΕΓΕΩΝΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ ΜΙΧΑΗΛ

Μπροστά σε παρόμοια κατάσταση αποφάσισα να μη προσχωρήσω ούτε στη μία ούτε με την άλλη ομάδα[1], να μην υποκύψω ,  αλλά να ξεκινήσω την οργάνωση  της νεολαίας , κάτω από δική μου ευθύνη  , σύμφωνα με όσα πρόσταζαν η ψυχή και τη λογική μου ( după sufletul şi capul meu) και να συνεχίσω τον αγώνα, να μη συνθηκολογήσω.
Μέσα σε παρόμοιες ανησυχίες  και  αβεβαιότητες , θυμηθήκαμε  την Εικόνα (ne-am adus aminte de icoana) που μας είχε προστατεύσει στη φυλακή του  Văcăreşti.
Αποφασίσαμε να πυκνώσουμε τις γραμμές μας και να συνεχίσουμε τον αγώνα  κάτω από τη προστασία αυτής της Άγιας εικόνας. Για το σκοπό αυτό , τη μεταφέραμε  στο căminul[2], στο  Iaşi, από το  αλτάριο (altarul) της εκκλησίας του Αγίου Σπυρίδωνα όπου την είχαμε τοποθετήσει  πριν από 3 χρόνια.
Η ομάδα του "Văcăreşti" υιοθέτησε την ιδέα μου αμέσως. Ύστερα από κάποιες ημέρες συγκάλεσα στο  Iaşi για τη Παρασκευή  24 Ιουνίου  1927, ώρα 10 το βράδυ στο δωμάτιό μου στην οδό  Florilor No.20, τους  Văcăreşteni και εκείνους τους λίγους  φοιτητές που παρέμεναν ακόμα κοντά μας.
Σε ένα βιβλίο πρακτικών  είχα γράψει λίγα λεπτά πριν την ακόλουθη ημερήσια διάταξη με αύξοντα αριθμό 1.:
"Astăzi, Vineri 24 iunie 1927 (Sf. Ioan Botezătorul), ora zece seara, se înfiinţează: "LEGIUNEA ARHANGHELULUI MIHAIL", sub conducerea mea. Să vină în aceste rânduri cel ce crede nelimitat. Să rămână în afară cel ce are îndoieli. "Fixez ca şef al gărzii de la Icoană pe Radu Mironovici."Corneliu Zelea Condreanu[3]
Αυτή η πρώτη συνεδρίαση  κράτησε ένα λεπτό,  όσο χρειάστηκε για να γίνει η ανάγνωση της παραπάνω διαταγής, και στη συνέχεια αποσύρθηκαν ,για να αναλογιστούν  αν αισθάνονταν αρκετά αποφασισμένοι  και δυνατοί πνευματικά  για να συμμετάσχουν σε μια τέτοια οργάνωση, όπου κανένα πρόγραμμα δεν υπήρχε : μοναδικό πρόγραμμα ήταν εκείνο της ζωής του αγώνα όπως την είχα μέχρι τότε ζήσει εγώ και οι σύντροφοί μου στη φυλακή.(singurul program fiind viaţa mea de lupte de până atunci şi a camarazilor mei de închisoare.)
Ακόμα και για την ομάδα των Văcăreşti" θέλησα να τους αφήσω χρόνο  να σκεφτούν και να εξετάσουν  τη συνείδησή τους , να εντοπίσουν τυχόν αμφιβολίες , μια που  από τη στιγμή που θα έμπαιναν στη Λεγεώνα θα ήσαν υποχρεωμένοι να βαδίσουν μπροστά, δίχως δισταγμούς για μια ολόκληρη ζωή. Η ψυχική διάθεση από την οποία ξεπήδησε η Λεγεώνα ήταν η ακόλουθη: δεν μας ενδιέφερε αν θα κερδίζαμε  , αν σωριαζόμασταν ηττημένοι, ή πεθαίναμε , ο σκοπός μας ήταν   να βαδίσουμε ενωμένοι μπροστά.
Προχωρώντας λοιπόν έτσι υπό τη σκέπη του  Θεού και το δίκαιο του ρουμανικού γένους , αδιάφορο  τι μας επιφύλασσε η μοίρα , η ήττα ή ο θάνατος, θα ήταν καλοδεχούμενα γιατί θα  απέδιδαν   καρπούς  προς όφελος  του γένους μας. 
Sunt înfrângeri şi sunt morţi care trezesc un neam la viaţă, după cum sunt şi biruinţe dintre acelea care-l adorm,[5]  είπε κάποτε ο καθηγητής  Iorga [6]
 *** 


Το ίδιο βράδυ και στο ίδιο βιβλίο πρακτικών συνέταξα μια επιστολή με παραλήπτη το Καθηγητή Cuza και μια άλλη για το Καθηγητή Şumuleanu.Το επόμενο πρωί όλοι εμείς οι Văcăreştenii" πήγαμε στο σπίτι του Καθ Cuza στην οδό Corescu No. 3. 

Ύστερα από τόσα χρόνια αγώνων και δύσκολων δοκιμασιών, πηγαίναμε τώρα να τον αποχαιρετίσουμε και να του ζητήσουμε να μας απαλλάξει από τον όρκο μας .Ο καθ. Cuza μας υποδέχτηκε στο ίδιο δωμάτιο που είχε γίνει η βάπτισή μου 28 χρόνια πριν . Εδώ ενώ αυτός στεκόταν όρθιος από τη μια πλευρά του γραφείου και εμείς από την άλλη , του διάβασα τη παρακάτω επιστολή. 

Κύριε Καθηγητά. Ερχόμαστε εδώ σε σας για τελευταία φορά για να σας αποχαιρετίσουμε και για να σας παρακαλέσουμε να μας απαλλάξετε από κάθε προηγούμενο όρκο Στον δρόμο που τώρα ακολουθείτε ,εμείς δεν μπορούμε να σας ακολουθήσουμε , γιατί ακριβώς έχουμε πάψει πλέον να πιστεύουμε σ΄ αυτόν . Δεν μπορούμε να βαδίζουμε δίχως πίστη γιατί ακριβώς αυτή η πίστη μας έδωσε όλο αυτόν τον ενθουσιασμό για τον αγώνα. Παρακαλώντας να μας απαλλάξετε από κάθε όρκο εξακολουθούμε να δίνουμε τον αγώνα μόνοι μας. Σύμφωνα με τις επιταγές του πνεύματος και της καρδιάς μας.
Ο καθηγητής Cuza απάντησε με τα παρακάτω λόγια:
-Αγαπητοί μου, σας απαλλάσσω από κάθε όρκο και σας συμβουλεύω τώρα που βαδίζετε πλέον μόνοι σας στη ζωή να μη κάνετε λάθη. Γιατί ειδικά στη πολιτική τα λάθη πληρώνονται ακριβά. Έχετε μπροστά σας το παράδειγμα των λαθών που έγιναν από τη πολιτική του Petre Carp [8] και πόσο του στάθηκαν μοιραία. Από τη πλευρά μου εγώ σας εύχομαι κάθε καλό .

Στη συνέχεια άπλωσε το χέρι σε καθένα από μας και αποχωρήσαμε.
***
Θεωρήσαμε  σωστό να συμπεριφερθούμε με το τρόπο αυτό, μια που κατά την άποψή μας αποτελούσε το δρόμο της τιμής, που η ποιότητά μας σαν μαχητών αξίωνε . Στη συνέχεια  πήγαμε στο καθηγητή Şumuleanu, στην οδό Săulescu και διαβάσαμε και σ αυτόν μια επιστολή, συντεταγμένη  με τους ίδιους σχεδόν όρους , μέσα από την οποία πληροφορούσαμε  τους Statutari"[9],  ότι ούτε αυτούς μπορούσαμε να ακολουθήσουμε και ότι η πρόθεσή μας ήταν  να τραβήξουμε από δω και μπρος το δικό μας δρόμο στη ζωή. Φεύγοντας νοιώσαμε  μια απέραντη μοναξιά στη καρδιά. Είχαμε απομείνει πλέον μόνοι , σαν μέσα σε έρημο' έπρεπε να ανοίξουμε με τις δικές μας μόνο δυνάμεις  το δρόμο στη ζωή.
Συσπειρωθήκαμε  ακόμη περισσότερο γύρω από την εικόνα. Όσο μεγάλες και αν ήταν οι δυσκολίες , όσο ισχυρότερα και βαρύτερα  τα χτυπήματα πάνω μας, τόσο μεγαλύτερη προστασία θα βρίσκαμε  κάτω από την ασπίδα του Αρχάγγελου Μιχαήλ  και τη σκιά του σπαθιού του. Για μας δεν ήταν μια απλή απεικόνιση, αλλά τον νοιώθαμε ζωντανό και εκ περιτροπής φρουρούσαμε την εικόνα , μέρα και νύχτα, με το καντήλι αναμμένο. (cu candela aprinsă).

***
Υποσημειώσεις κεφαλαίου 
[1]
[2]
[3] "Σήμερα . Παρασκευή 24 Ιουνίου 1927 εορτή του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή στις 10 μ.μ ιδρύεται η Λεγεώνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ κάτω από την προσωπική μου καθοδήγηση . Είθε αυτός που θα ενταχθεί στις γραμμές μας να διαθέτει  ακλόνητη πίστη. Είθε αυτός που ακόμα και τώρα αμφιταλαντεύεται  να παραμείνει εκτός. Με το παρόν έγγραφο ονομάζω τον Radu Mironovici, αρχηγό της Φρουράς της Εικόνας . Corneliu Zelea Condreanu 
[4]
[5]Υπάρχουν ήττες  και υπάρχουν νεκροί  που επαναφέρουν ένα γένος στη ζωή, όπως υπάρχουν και νίκες που αποκοιμίζουν  
[6]
[7]
[8]Petre Carp (1837-1918) 
[9]"Καταστατικοί"
















Σάββατο, 23 Ιουνίου 2018

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΧΡΥΣΟΧΟΟΥ: ΞΕΡΙΖΩΜΕΝΗ ΓΕΝΙΑ

ΣΤΟ ΚΑΡΑΒΙ

Κάποτε σταμάτησε ο θρήνος και το μοιρολόι. Μονάχα λυγμοί κι αναφιλητά ταράζουν τ' ανθρώπινα ρημάδια. Αυλακιές στα μάγουλα η καυτή αρμύρα απ' τα μάτια. Τρεμουλιάζουν τα σφαλιγμένα στόματα. Πηχτή χολή το σάλιο. Αγκάθια, οι πρησμένες αμυγδαλές, ξεγδέρνουν το λαρύγγι. Αγκομαχά το καράβι απ' το φορτωμένο πόνο.
Όταν έκανε να μερώσει ο δαρμός της ψυχής, άρχισαν οι ανάγκες του κορμιού. Ο ένας θέλει να πάει προς νερού του. Ο άλλος διψάει. Το παιδί ζητάει να φάει. Ο γέρος πονάει. Που όμως να κουνηθείς; Ούτε μπρος, ούτε πίσω. Φίσκα αμπάρι, μηχανές, κάτω, γύρω, παντού.
Μερικοί, κουρνιασμένοι στις άκρες, ξεσκεπάσανε τα κεφάλια. Βγάλανε τα γυναικεία ρούχα. Είναι άγουρα παλικαράκια κι ώριμοι άντρες. Καταφέρανε να ξεγλιστρήσουν ανάμεσα απ' τους Τούρκους. Οι τυχερές δε σκέφτουνται τη συμφορά. Ποιος λογαριάζει αν χάθηκε το βιος; Ποιος αν ξεριζώθηκαν; Ξέρουν, γρήγορα θα γυρίσουν πίσω. Φτάνει που έχουν τους άντρες κοντά τους. Όμως ακόμα φοβούνται.......
Η Χατζηνάσαινα με τα οχτώ της παιδιά κοίτεται σε μιαν άκρη. Ο άντρας της δεν κατάφερε να μπει στο καράβι. Την τελευταία στιγμή έμεινε έξω. Πρόφτασε ν' αρπάξει ο Κλήτος απ' τα χέρια του το Λευτεράκη. Σα χαμένος απόμεινε εκείνος να κοιτάζει με τα φακιόλι και τα γυναικεία ρούχα. Φώναζε, τσίριζε η γυναίκα του απ' την κορφή της ανεμόσκαλας. Τραβούσε τους ναύτες απ' τα μανίκια. Έδειχνε με τα χέρια προς το μέρος του. Τίποτα. Κάποια στιγμή τον έχασε απ' τα μάτια της. Ρουφήχτηκε απ' τ' αλαφιασμένο μπουλούκι. 
Ξαφνικά σφύριξε η μπουρού. Έβαλε μπρος η μηχανή. Στρίγγλιζαν οι αλυσίδες. Σηκώθηκε η άγκυρα. Ξεκίνησε το καράβι. Ουρλιάζει, δέρνεται το γυναικομάζωμα. Μετά ήρθε ο θρήνος και το μοιρολόι... 
Πόσες ώρες είναι που ξεκίνησαν; Η Νάσαινα ακόμα κλαίει. Μετράει και ξαναμετράει τα παιδιά της. Δόξα σοι ο Θεός, σωστά είναι. 
Κοντά της μια μικρή γυναίκα βαστάει ένα λεχούδι. Ώρα παιδεύεται να το βυζάξει. 
—Από χτες έχει να φάει, παραπονιέται η νέα μητέρα. 
—Μη στέρεψε το γάλα σου; 
—Να, κάτι στάζει, ζουπάει με τα δυο δάχτυλα το βυζί. 
—Δοκίμασε πάλι. Τι θαρρείς; Έχασε κι αυτό τη βολή του. Το χέρι οδηγεί τη ρόγα στο σφαλισμένο στόμα. Εκείνο δε λέει να τ' ανοίξει. Η ρόγα σεργιανά στα ξασπρισμένα χειλάκια. Τα πασπατεύει. Ψάχνει να βρει δρόμο να χωθεί. Τρεμοσάλεψε το στοματάκι. Πρόφτασε η μάνα να το μπουκώσει με τη ρόγα της. Μια ρουφηξιά. Δυο ρουφηξιές. Ξαφνικά σταμάτησε τα μωρό να βυζαίνει. Ανησυχία την αντάριασε. Γυροφέρνει τη ρόγα με τα δάχτυλα μέσα στο στόμα. Την κουνά πέρα δώθε. Είναι πρωτάρα. Δεν έχει χρόνο παντρεμένη. Τώρα μπήκε στα δεκαοχτώ, θυμάται, πριν ένα μήνα, όταν της είχε βάλει για πρώτη φορά η μαμή το μωρό στο πλάι της, σαν παλαβό έψαχνε το ορθάνοιχτο στοματάκι του να βρει τη ρόγα. Κι όταν τη βρήκε, την άρπαξε λιμασμένα. Τη σφήνωσαν τα χειλάκια και την πιπίλιζαν σφιχτά - σφιχτά, λες και χρόνια το δασκάλευαν πώς να βυζαίνει. Τώρα η ρόγα της έμεινε φυλακισμένη στο στοματάκι του. Θεέ μου, σα να μη σαλεύει το μωρό! Ένα σύγκρυο γλίστρησε στα σωθικά της. Πασπατεύει το κορμάκι του. Ξυλιασμένο, μπούζι. 
—Το παιδί μου, το παιδί μου! Χριστιανοί, πέθανε το παιδί μου, φωνάζει και περιμένει να της πουν ότι είναι ψέματα. 
Η Νάσαινα κοιτάει να την παρηγορήσει. 
—Είναι αβάφτιστο, ασαράντιστο, δέρνεται η μικρή μάνα. Ψυχή μου, τζιέρι μου, ούτε παπά να σε διαβάσω, ούτε γης να σε θάψω. Τι θα πω στον πατέρα σου, όταν σμίξουμε; 
—Σταμάτα πια. Τ' αγάπησε ο Θεός, το γλίτωσε. Ποιος ξέρει τι μας μέλλεται εμάς... κλαψουρίζουν οι γυναίκες τριγύρω. 
Το πήρε μια γριά. Του σταύρωσε τα χεράκια. Το τύλιξε σ' έναν μποχτσά. Ετοιμάστηκε να το πετάξει στη θάλασσα. 
—Όχι, όχι, τ' αρπάει η μάνα. Δεν αφήνω το παιδί μου αδιάβαστο κι άταφο. 
Το σφίγγει στην αγκαλιά της. Γέρνει το κεφάλι της απάνω του και μένει ασάλευτη. 
Το μεσημέρι μοίρασαν παστές σαρδέλες, κασκαβάλι και γαλέτες. Στα μωρά δώσανε μπισκότα και γάλα του κουτιού. Ύστερα απ' το φαΐ, όλοι το ρίξανε στο νερό. ..... 
Ο αγέρας δυναμώνει. Ένα απότομο τράνταγμα τίναξε τον κόσμο. Πατάει τις φωνές η γυναίκα με το πεθαμένο μωρό στην αγκαλιά. 
—Σπλάχνο μου, καρδιά μου. 
Σα να 'ταν σύνθημα, άρχισαν κι οι άλλες. 
—Παιδί μου. 
—Πατέρα. 
— Γιόκα μου, γιόκα μου, θα σε ξαναδώ άραγε; 
—Κοριτσάκι μου, που να 'σαι; Καλύτερα να πεθάνεις παρά να τουρκέψεις. 
Μπήγουν τα κλάματα τα μωρά. Πατάνε τις φωνές τα παιδιά. Ξαναρχίζουν οι γυναίκες το μοιρολόι. Ο άνεμος δυναμώνει... Αγρίεψε η θάλασσα. Ταρακουνιέται το καράβι. Τσιριές, κλάματα, βογκητά χτυπάνε τη νύχτα. Έσμιξε ο θρήνος των ανθρώπων με το μούγκρισμα των κυμάτων, το πάλαιμα των στοιχειών. Σπάραζε το σκοτάδι. 
Το πρωί ησυχία. Ασπρογάλανη γαλήνη στην πλάση. Σε λίγο βάφτηκαν τα νερά τριανταφυλλιά. Κι όταν ο ήλιος ανέβηκε, τρεμούλιαζαν φως και ασήμι. 
Μοίρασαν γαλέτες και κεφαλοτύρι για πρωινό. 
—Ρίξε το παιδί στη θάλασσα. Δεν καταλαβαίνεις; Όπου να 'ναι θ' αρχίσει να μυρίζει, λένε στη γυναίκα με το πεθαμένο μωρό. 
—Όχι, όχι, δέρνεται εκείνη. 
—Μα αφού πέθανε πια. 
Σαν είδε ότι δε γίνεται αλλιώς, άρχισε να παρακαλεί. 
—Ας το διαβάσει τουλάχιστο ένας παπάς. 
—Καλέ, τι τον θέλετε τον παπά; Αυτό είναι αγγελούδι. Δεν έχει αμαρτίες, λέει μια μεσόκοπη με άσπρα μαλλιά. 
Αρπάει το παιδί απ' την αγκαλιά της μάνας, δένει το μποχτσά, που ήτανε τυλιγμένο, το σταυρώνει με το χέρι και το ρίχνει στη θάλασσα. Ένα «μπλουμ» ακούστηκε. Το «μπλουμ» μπουνιά χτύπησε τα σπλάχνα της Ιφιάνασσας. «Παναγίτσα μου, πάει το μωρό... Τώρα; Αν το φάνε τα ψάρια; Μπορεί να το τρώνε κιόλας...». Νιώθει τα δόντια τους στο κορμί της. Πάγωσε. Όχι, όχι... «Αυτό είναι αγγελούδι» είπε η γυναίκα με τ' άσπρα μαλλιά. Πώς είναι αγγελούδι, αφού είναι αβάφτιστο; Δεν της είχε πει η Βαγγελίτσα, τότε στο αμπέλι τους, ότι τα αβάφτιστα παιδιά δε γίνονται αγγελούδια; 
Ξαφνικά ένας γλάρος πέταξε. Ζυγιάζει τα φτερά του στο μέρος που 'πεσε το παιδί. Βουτάει στα νερά. Σε λίγο σηκώνεται. Οι κάτασπρες φτερούγες μοιάζουν με φτερούγες αγγέλου. Λες, αυτός ο γλάρος να 'ναι αγγελούδι; Και βέβαια είναι. Είναι η ψυχή του μωρού που πέθανε. Χάρηκε η Ιφιάνασσα στη σκέψη ότι το παιδί έγινε αγγελούδι. Ο γλάρος έκανε λίγους κύκλους ακόμα και πέταξε ψηλά.


Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ: ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ

XVIII
Μπήκαμε σε μια φάλαγγα, δυο χιλιάδες άντρες και ξεκινήσαμε για την αιχμαλωσία. Μας παραδώσανε δίχως καταστάσεις στο απόσπασμα που θα μας πήγαινε στη Μαγνήσια. Υποψιαστήκαμε πως μόλις βγούμε παραόξω θα μας ξεκάνουνε. Το κακό άρχισε μέσα στα σοκάκια της Σμύρνης. Δεν προλάβαμε να ξεκινήσουμε κι ένας κόσμος εξαγριωμένος, διψασμένος για εκδίκηση, έπεσε πάνω μας με ξύλα, πέτρες, σίδερα.
- Βουρ, Βουρ, κεραταλάρ!
Απ τα μπαλκόνια πετούσανε μπουκάλες και δοχεία μ' ακαθαρσίες. Ίσαμε να φτάσουμε στο Μπασμάχανε, πενήντα πέσανε νεκροί. Τους πληγωμένους τους τραβούσανε πέρα απ τη γραμμή οι ίδιοι οι φύλακες και τους λέγανε ειρωνικά:
- Ώχου! Ώχου, τους καημένους! Ελάτε να σας πάμε στο νοσοκομείο...
Και τους σκοτώνανε! Όσοι καταφέραμε και βγήκαμε ζωντανοί από τη Σμύρνη είπαμε «Δόξα σοι ο Θεός! Γλιτώσαμε...» Βιαστήκαμε. Παραόξω μας περιμένανε τα χειρότερα. Τα τουρκοχώρια, μόλις μας παίρνανε χαμπάρι, κατεβαίνανε στη δημοσιά να πάρουν εκδίκηση. Ο κάθε Τούρκος φώναζε σαν μανιακός:
- Εμένα μου σκοτώσανε το παιδί!
Εμένα τη γυναίκα!
Εμένα κάψανε το σπίτι μου!
Αρπάξανε από την τετράδα μας το Λύσαντρο, δάσκαλο απ τα μέρη του Πόντου, του σκίσανε την κοιλιά με μια μαχαιριά, τον βάλανε και βάδιζε κρατώντας τ' άντερα του στα χέρια! Τον κατηγόρησε ένας γέρος, που τα τσίμπλικα μάτια του δεν καταλάβαινες αν ήταν ανοιχτά ή κλειστά.
- Να, αυτός είναι! Αυτός, και τον έδειχνε με το δάχτυλο.
Δυο τσέτες χίμηξαν πάνω του.
- Όχι, δεν είμαι εγώ. Δεν μπορεί να λέει εμένα! φώναξε ο Λύσαντρος, που δεν ήξερε ούτε το γέρο ούτε γιατί τον κατηγορούσε.
Οι τσέτες τον χτυπούσανε με μανία, όπως χτυπάς ένα κούτσουρο που δε λέει να σπάσει.
- Κερατά, γκιαούρη, εσύ μας έκαψες το σπίτι!
- Μην κολάζεστε. Δεν είμαι εγώ. Εγώ δεν τα ξέρω τούτα τα μέρη. Ποτέ δεν ήρθα... Πο...τέ...
Η μαχαιριά άνοιξε την κοιλιά του. Ο Τούρκος χούφτιασε τ' άντερα.
- Πάρε στο χέρι την πλερωμή σου! Βάδιζε! Ακούς; Βάδιζε!
Τον άρπαξε απ το γιακά, τον έστησε ορθό. Κείνος γλιστρούσε χάμω σαν ρούχο. Λίγα βηματάκια μπόρεσε να κάνει κι ύστερα έπεσε νεκρός.
- Απαπά! έμπηξε ένα απελπισμένο κλάμα ο Αρίστος ο αλμπάνης, που ήταν πλάι στο Λύσαντρο.
Απαπά! Λάθος έγινε!
Δεν είχαμε πνοή για να βγάλουμε κρίση. Δεν είχαμε σάλιο στο στόμα. Η δίψα έκαιγε τα σωθικά. Δίψα, κάψα, κορακίλα! Περπατούσαμε τρεις μέρες δίχως γουλιά νερό. Περνούσαμε ποτάμια και βρυσούλες, πηγές, μάγγανα, ρυάκια και δε μας αφήνανε ούτε τ' αχείλι μας να βρέξουμε. Όποιος δεν άντεχε, τον σκότωναν.
Ένας μαφαζάς καβάλησε στο σβέρκο τ' αδερφού μου, για να περάσει το ποτάμι δίχως να βραχεί. Του κλώτσαγε την κοιλιά με τις αρβύλες και φώναζε χασκογελώντας.
- Ντέι! Ντε! Τσε! Τσε!
Έβλεπα τις φλέβες στο λαιμό του Κώστα να φουσκώνουνε το πρόσωπο του μπλάβο, τα μάτια του θολά. Το στήθος ανεβοκατέβαινε. Ήξερα πόσο περήφανος και λεβέντης ήταν και περίμενα με λαχτάρα να γκρεμίσει το βασανιστή του, να του δαγκώσει το λαρύγγι κι ας τον σκότωναν. Μα ο Κώστας διψούσε, μόνο διψούσε' δε θυμόντανε τίποτ' άλλο!
- Αμάν, πες πως είμαι, ζωντανό! Το ζωντανό τ' αφήνεις απότιστο;
Ντέε, ντέι! Γκιαούρη, θεριό! Τον κλοτσούσε πιο δυνατά. Τα ζωντανά είναι αθώα πλάσματα, δεν είναι μοβόρα, σαν ελόου σας.
- Αμάν, άφησε με, να βρέξω τη γλώσσα μου! Για χάρη του Αλλάχ.
Δεν τον άφηκε! Κι έκλαιγε σαν παιδί...
Θα ήτανε δυο τ' απόγεμα, πάνω στην ντάλα κάψα, όταν μας ρίξανε για ...ξεκούραση σε κάτι ανατιναγμένες μπαρουταποθήκες. Το χώμα κι οι πέτρες καίγανε λες ήτανε αναμμένο καμίνι. Λίγοι βγήκαμε ζωντανοί από κει μέσα. Άντρες δυνατοί, ψημένοι, πέφτανε χάμω, κυλιόντανε σαν λαβωμένα φίδια και φωνάζανε απελπισμένα:
- Σού-ού! Σούουου! (Νερό! Νερόοο!)
Ύστερα οι φωνές σβήσανε σιγά σιγά, τα στόματα μέναν ανοιχτά, τα μάτια ακίνητα. Ποιος είδε θάνατο από δίψα! Εμείς αντέξαμε, δεν τρελαθήκαμε. Μας βάλανε με άλλους πεντακόσιους αιχμάλωτους σ' ένα στρατόπεδο περιφραγμένο με συρματόπλεγμα. Όξω απ' το συρματόπλεγμα ήτανε μια μεγάλη βρύση με τρεις κάνουλες και τρεις γούρνες. Στεκόντανε Τούρκοι, ποτίζανε τα ζωντανά τους. Πίνανε κι ατοί τους, δροσιζόντανε και μας περιπαίζανε. Τους παρακολουθούσαμε μ' άγριο μάτι. Ύστερα - πως έγινε - δίχως συνεννόηση, χιμήξαμε όλοι μαζί, αρπάξαμε τα συρματοπλέγματα και με μια μόνη κίνηση τα ξεριζώσαμε! Τρέξαμε ατή βρύση μ' αλαλαγμούς και μουγκρητά. Αρχίσαμε ν' αρπαζόμαστε στα χέρια, ποιος πρώτος θα πιει. Όλα γίνηκαν τόσο γρήγορα! Κανένας φρουρός δεν πυροβόλησε. Μας κοιτούσανε που δερνόμαστε και δαγκωνόμαστε αναμεταξύ μας.
Πριν φτάσουμε στο Αχμετλί, πήρανε τρακόσους, στην τύχη, και τους δώσανε σε μια φρουρά που πήγαινε για τ' Αιντίνι και ζητούσε αιχμαλώτους ν' ανοικοδομηθούνε τα χωριά. Μέσα σ' αυτούς ήμουνα κι εγώ κι ο φίλος μου ο Πάνος Σωτήρογλου. Τον αδερφό μου, την τελευταία στιγμή, τον τσάκωσε ο βασανιστής ο μαφαζάς.
- Εσύ μείνε! του έκανε. Είσαι γερό μουλάρι- σε χρειάζομαι.
Δεν προλάβαμε ν' αποχαιρετιστούμε. Τον παρακολούθησα με το μάτι. Χάθηκε μέσα στο πλήθος που απλώθηκε σαν λασπονέρι στη δημοσιά. Τους πηγαίνανε για τη Μαγνησία. Εκεί τις πρώτες μέρες, μέσα σε μια ντερεδιά, θερίσανε με τα πολυβόλα  σαράντα χιλιάδες αιχμαλώτους.

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2018

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΧΡΥΣΟΧΟΟΥ:ΠΥΡΠΟΛΗΜΕΝΗ ΓΗ

Στην Πέργαμο

Αν η κατάληψη της Μαινεμένης, με επικεφαλής το λοχαγό Καβράκο, έγινε ομαλά, δε συνέβη το ίδιο με την Πέργαμο. Στην αρχή, καμιά αντίσταση απ' τους Τούρκους. Τρεις μέρες ζουν όλοι το πανηγύρι της λευτεριάς. Ξαφνικά φτάνουν άσκημα νέα. Όλοι μιλούσαν για αιφνιδιασμό των Τούρκων, για μάχες.
Ανησύχησαν οι χριστιανοί. Σφίχτηκε η καρδιά τους. Ξεσηκώθηκε η Τουρκιά της Μαινεμένης. Έτοιμη να χτυπήσει. Το σύνθημα το 'δωσε ένας Τούρκος στα Σούσα-Γιολού, κοντά στο σταθμό. Σκότωσε έναν Έλληνα στρατιώτη, και τρέχει και χώνεται στον πλαϊνό δρόμο, στο σπίτι του. Πριν προφτάσουν να κινηθούν οι άλλοι Τούρκοι, συλλαμβάνεται απ' τους Έλληνες. Κυκλώνουν και το σπίτι του Τούρκου, και τον εκτελούν επί τόπου. Στήνουν πυροβόλα γύρω απ' τον Τουρκομαχαλά. Μαζεύουν τους Τούρκους απ' το δρόμο, τα σπίτια, τα μαγαζιά και τους κλείνουν στον αυλόγυρο της Άγιας Παρασκευής, στις τάξεις του σκολειού. Ο λοχαγός Νικολινάκος, ένας άντρακλας απ' τη Μάνη, δυο μέτρα μπόι, ανοίγει την αποθήκη του πολεμικού υλικού του στρατού και μοιράζει όπλα στους Μαινεμενλήδες. Τώρα, στρατός και πολίτες μαζί, φυλάνε καραούλι στους δρόμους. Φωνές, τρεχαλητά, πιστολίδι. Έκλεισε το τσαρσί, ερημώθηκε το Ρωμέικο, σφαλίστηκαν τα γυναικόπαιδα στα σπίτια.
Πεντέξι οικογένειες μαζεύτηκαν στο σπίτι του Χατζηνάσου. Καλύτερα, σε τούτες τις ώρες, να 'ναι όλοι μαζί. Ζαρωμένοι στην κάμαρα, ζαρώνουν πιο πολύ μόλις ακούνε το οπλοπολυβόλο να ρίχνει απανωτά.
—Πού να 'ναι ο Θανάσης; κλαίει η Ελένη.
—Πού να 'ναι οι άντρες μας, κλαίνε κι οι άλλες οι γυναίκες.
Κάμποση ώρα τίποτα δεν ακούγεται. Κάπου κάπου, κάνας περαστικός στο δρόμο.
Σε λίγο έφτασε λαχανιασμένος ο Θανάσης.
—Τι τρέχει; Έπαθε κανένας τίποτα; Πού είναι οι άλλοι;
—Ησυχάστε. Κανείς δεν πειράχτηκε.
—Και το πιστολίδι που έπεσε;
—Το κάναμε για εκφοβισμό. Όλοι ρίχνανε στον αέρα.
Εκείνη την ώρα έφτασε κι ο Μήτσος.
—Σκοτώσανε τον καϊμακάμη.
—Πώς, που; κρέμονται απ' το στόμα του όλοι.
—Μέσα στο δικαστήριο. Την ώρα που δίκαζε.
—Γιατί;
—Δεν ξέρω ακριβώς. Λένε, ότι μόλις έμαθε ο καϊμακάμης τα νέα της Περγάμου, ρίχνει απ' την χαρά του στον αέρα και, προκαλώντας τους Έλληνες, φωνάζει: «Έρχεται η σειρά σας». Ύστερα μπαίνει με όλο του το πάσο στο δικαστήριο κι αρχίζει τη δίκη. Δεν το βάσταξε ο Έλληνας δεκανέας που φύλαε σκοπός. Χύνεται μέσα και τον καρφώνει με τη λόγχη. Τότε μπήκαν κι άλλοι στρατιώτες κι αρχίζουν να ρίχνουν. Δυο σκοτώθηκαν. Καλά που προφτάσαμε εμείς και τους σταματήσαμε. Δεν τα βλέπω καλά τα πράματα.
—Εσύ πάντα απαισιόδοξος ήσουνα. Τώρα θ' αλλάξεις; λέει ο Θανάσης.
—Κι αν γίνει σφαγή κι εδώ, όπως στην Πέργαμο; αγωνιούν οι γυναίκες.
—Δεν υπάρχει τέτοιος φόβος. Οι Κρητικοί φυλάνε τα γεφύρια του Γκεντιζιού. Δεν κινδυνεύει η Μαινεμένη. Ύστερα, εδώ όλους τους ύποπτους Τούρκους τους έχουν συλλάβει.
Αναθάρρεψαν όλες. Μια μια φεύγουν για τα σπίτια τους.
Ολόκληρη τη μέρα ο κόσμος είναι ξεχυμένος στους δρόμους. Όλοι ζούνε την αγωνία για την τύχη της Περγάμου. Τη νύχτα έφτασαν οι ειδήσεις: «Υποχωρεί ο ελληνικός στρατός προς τη Μαινεμένη». Πολλοί οι νεκροί κι οι τραυματίες. «Σφαγές και φωτιά στην Πέργαμο».
Ξανάρχισε το χτυποκάρδι του πολέμου.
Απ' τα ξημερώματα, αραδιασμένες οι νοικοκυρές στις άκρες του Σούσα-Γιολού για την Πέργαμο, περιμένουν τους στρατιώτες. Απ' όλα είχανε μαζί τους. Βαμβάκι, γάζες, ιώδιο, σπίρτο, τρόφιμα, κουβέρτες, σεντόνια. Οι Μαινεμενλήδες προχώρησαν μ' άλογα, μ' αραμπάδες να βοηθήσουν. Μ' ερειπωμένη την ψυχή και το κορμί γυρίζει πίσω ο στρατός. Τα οχήματα, οι αραμπάδες γιομάτα τραυματίες. Πήρανε στα σπίτια, όσους ήτανε ελαφρά τραυματισμένοι. Τους άλλους, που ήτανε βαριά, τους πήγαν στη Σμύρνη, στα νοσοκομεία. Γέμισαν τα σπίτια απ' τα χτυπημένα φανταράκια. Όλοι μιλάνε για τη συμφορά που βρήκε την Πέργαμο. Οι νοικοκυρές στα σπίτια. Οι άντρες στο δρόμο. Κανείς δεν έχει κέφι για δουλειά. Ο στρατός ανασυντάσσεται. Περιμένει βοήθεια να εξορμήσει για ανακατάληψη της Περγάμου.
Στο καφενείο, όλοι κρέμονται απ' το στόμα του Κώστα Κώστογλου, που 'χε προσφερθεί να οδηγήσει απ' τη Μαινεμένη ένα τμήμα απ' το Πέμπτο Ελληνικό Σύνταγμα Πεζικού.
—Δε θα ξεχάσω με τι ενθουσιασμό ξεκινήσαμε. Όλα τα κορίτσια της Μαινεμένης βγήκαν στο Σούσα-Γιολού να ξεπροβοδίσουν το στρατό μας με λουλούδια και τραγούδια. Ώσαμε το τέλος του δρόμου ακουγότανε το τραγούδι τους.
«Βγήτε κορίτσια, βγήτε νιες, και ράνετε λουλούδια
στο δρόμο που πηγαίνουμε, πήτε γλυκά τραγούδια».

Με το τραγούδι στ' αυτιά μας, φτάσαμε στην Πέργαμο. Μόλις είχε η πόλη καταληφθεί απ' το Όγδοο Σύνταγμα Κρητών. Τίποτα δεν έδειχνε τη συμφορά που μας περίμενε. Οι Τούρκοι ήταν ευγενικοί. Προθυμοποιήθηκαν να μας προμηθεύσουν σφάγια: βόδια, αρνιά, κατσίκια. Ζήτησαν άδειες να πηγαινοέρχονται στα γύρω χωριά, να φέρουν στο στρατό μας τρόφιμα. Για να δείξει την ευαρέσκειά του ο Έλληνας διοικητής, παράγγειλε τρακόσια ψωμιά σε Τούρκο φούρναρη. Έκανε εντύπωση στους Τούρκους, γιατί τόσα λίγα ψωμιά! Κατάλαβαν ότι η δύναμη των Ελλήνων ήτανε μικρή. Συνεννοούνται με τα γύρω τουρκοχώρια, και σε τρεις μέρες, στις τρεις του Ιούνη, κατεβαίνουν χιλιάδες, κι αρχίζουν επίθεση όξω απ' την Πέργαμο. Οι δικοί μας αιφνιδιάστηκαν, όμως δεν τα 'χασαν. Αντιστέκονται με γενναιότητα. Την ώρα που πολεμά ο ελληνικός στρατός όξω απ' την Πέργαμο, χτυπούν οι ντόπιοι Τούρκοι τους χριστιανούς της πόλης. Σε λίγο γενικεύεται το κακό. Χιλιάδες Τούρκοι χτυπάνε από παντού. Οι Έλληνες, ούτε οχτακόσιοι σωστοί, πολεμούν ολόκληρη τη μέρα, χωρίς ελπίδα. Βοήθεια από πουθενά. Κομμένος ο τηλέγραφος με τη Σμύρνη. Την νύχτα αναγκάζεται ο συνταγματάρχης Σιρμακέζης να υποχωρήσει. Δημιουργείται σύγχυση. Παρατούν εφοδιασμό, ζώα κι οχήματα και φεύγουν. Μόνο τους τραυματίες μπόρεσαν να μεταφέρουν στη Μαινεμένη. Ανενόχλητοι πια οι Τουρκοι, ενώθηκαν με τους ντόπιους, κι άρχισαν τις λεηλασίες και να υποβάλουν τους χριστιανούς σε βασανιστήρια. Ατίμασαν κορίτσια κι ύστερα τα ξεκοίλιαζαν. Γδέρναν τους νέους. Κομμάτιαζαν με το πριόνι τους γέρους, πετάλωναν και κρεμούσαν τους στρατιώτες.
— Θεέ μου, ως πότε θα πλερώνει η Ρωμιοσύνη;

Απ' τις δυο ως τις εφτά του Ιούνη η Πέργαμος ήτανε στα χέρια των Τούρκων. Τα νέα, το ένα χειρότερο απ' τ' άλλο, σπάραξαν την πρώτη χαρά και τον ενθουσιασμό του κόσμου. Πέντε μέρες ο στρατός στη Μαινεμένη, προσπαθεί ν' ανασυνταχθεί. Περιμένει βοήθεια να εξορμήσει για την ανακατάληψη της Περγάμου. Τέλος, στις εφτά του Ιούνη, αφού έφτασε βοήθεια απ' τη Σμύρνη και το Δικελή, μαζί και τα δυο τάγματα απ' τη Μαινεμένη, ξαναπήραν την Πέργαμο.

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2018

ΑΓΓΕΛΙΚΑ ΜΠΑΛΑΜΠΑΝΩΦ: Η ΑΛΛΗ ΟΨΗ ΤΟΥ ΜΟΥΣΟΛΙΝΙ

File:Angelika Balabanova.jpgΚάθε φορά που καλούμαι να μιλήσω ή να γράψω για τον άνθρωπο αυτό αισθάνομαι τον εαυτό μου βαθιά ταπεινωμένο.
Είμαι σε θέση να έχω το δικαίωμα να ομιλώ και να γράφω για τον Μουσολίνι , γιατί με τον άνθρωπο αυτό αγωνιστήκαμε μαζί και συνεργασθήκαμε στο σοσιαλιστικό κόμμα της Ιταλίας, και δικαιούμαι να στιγματίζω τον Ιταλό δικτάτορα, γιατί υπήρξε προδότης του αγώνα μας.
Πρωτογνώρισα το Μουσολίνι στη διάρκεια ενός προπαγανδιστικού ταξιδιού στη γαλλική Ελβετία, σε μια μικρή κομματική συγκέντρωση της Λαζάνης[1].
Εκτός από τα νοσηρά εξημμένα μάτια του , η εμφάνισή του δεν έχει τίποτα το ιδιαίτερο που να κινεί τη προσοχή. Έδινε την εντύπωση ενός ανθρώπου δειλού , πράγμα που προφανώς έπρεπε να αποδοθεί στη νεαρή ηλικία του και τη οικονομική δυστυχία του. Ο Μουσολίνι δεν υπήρξε ποτέ του οικοδόμος όπως ισχυρίζεται , αλλά η αλήθεια είναι , ότι για μεγάλο διάστημα έζησε σε βάρος των φτωχών Ιταλών οικοδόμων της Ελβετίας, όπου είχε καταφύγει σαν πολιτικός εξόριστος. Η δειλία του και οι υλικές στερήσεις του, μου γέννησαν την επιθυμία να του φανώ χρήσιμη. Η μεγαλύτερη φιλοδοξία του την εποχή εκείνη ήταν να μεταφράσει στην ιταλική γλώσσα το θεωρητικό έργο του Κάουτσκι. "Η επόμενη ημέρα της επανάστασης." Με τη μετάφραση αυτή, είχε την ελπίδα να κερδίσει μερικά φράγκα. Οι άλλες φιλοδοξίες του γεννήθηκαν αργότερα [2].

Επειδή όμως δεν γνώριζε ούτε τη γερμανική γλώσσα , ούτε τους επιστημονικούς όρους του μαρξισμού , του πρότεινα να τον βοηθήσω στη μετάφραση.

Για το σκοπό αυτό , τον επισκεπτόμουν τακτικά κάθε φορά που ήμουν περαστική από τη Λοζάνη.
Ήδη από εκείνη την εποχή μου είχε κάνει εντύπωση η μεγάλη έλλειψη ηθικών αναστολών , και αυτή με ώθησε ν΄ασχοληθώ μαζί του από οίκτο [3] . Κατά τη πάροδο του χρόνου είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω από πολύ κοντά τη πολιτική και ψυχολογική του εξέλιξη , όταν ως απόκληρος της κοινωνίας των αστών κατόρθωσε με κόπο να αποκτήσει στοιχεία μάθησης και προσκολλήθηκε στην ιδεολογία του σοσιαλισμού, από το προπαγανδισμό του οποίου άρχισε σταδιακά τη πολιτική του δράση.
Ακόμα καλύτερα είχα την ευκαιρία να τον παρακολουθήσω στη σταδιοδρομία του στις τάξεις του ιταλικού σοσιαλιστικού κόμματος , όταν άρχισε να κερδίζει ψηλότερες εμπιστευτικές θέσεις, υπεύθυνη δικαιοδοσία και δόξα.
Τον παρακολούθησα από πολύ κοντά μέχρι τη στιγμή που η αχαλίνωτη φιλοδοξία του και το αίσθημα της εκδίκησης ενάντια στο σοσιαλιστικό κόμμα -που τον είχε ανασύρει από τα βάθη της οικονομικής και ψυχολογικής του αφάνειας και αθλιότητας προσφέροντας του τα πάντα, πλην της παντοδυναμίας , στην οποία ο Μουσολίνι υπολόγιζε υπό το κράτος της μεγαλομανίας του -τον ώθησαν να προδώσει τη σοσιαλιστική κίνηση και ιδεολογία.[4]

Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΟΥ ΙΣΧΥΡΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
Κανείς δεν πιστεύει λιγότερο από το Μουσσολίνι στο θρύλο του ισχυρού χαρακτήρα του. Εάν ομιλεί ασταμάτητα μόνο για την ισχύ του, τη θέλησή και το θάρρος του, το κάνει για να παραπλανά τον εαυτό του και τους άλλους. Τί άλλο είναι η δύναμη και το θάρρος του χαρακτήρα αν όχι η ετοιμότητά του ν΄αναλάβει μια ευθύνη, αντιμετωπίζοντας στην ανάγκη τη φορά του στιγμιαίου ρεύματος; Προκειμένου να αποφασίσει μια ενέργεια ή να ριψοκινδυνεύσει μια γνώμη, ο σημερινός κυρίαρχος της Ιταλίας πρέπει πρώτα να έχει πεισθεί ότι τον ακολουθούν άλλοι άνθρωποι, ότι άλλοι είναι έτοιμοι να αναλάβουν την ευθύνη. Η πρωτοβουλία και το θάρρος του εκδηλώνονται μόνο μέσα στο στενό κύκλο των οπαδών και των φίλων του προς τους οποίους ξέρει ότι δεν έχει ανάγκην να λογοδοτεί. Ο Μουσσολίνι μεγάλωσε μέσα σε μια επαναστατική οικογένεια εμφορούμενη από προλεταριακό πνεύμα. Ο πατέρας του ήταν σιδηρουργός και δραστήριο μέλος της πρώτης διεθνούς. Η επαρχία της Ρουμανίας , στην οποία μεγάλωσε ο αρχηγός του Φασισμού, τη περίοδο της πρώτης του νεότητας, συνταραζόταν ακόμα από ισχυρούς αγώνες μεταξύ δημοκρατικών και σοσιαλιστών. Η εκκλησία και κάθε δεσμός με τη θρησκευτική πίστη τύχαιναν βαθύτατης περιφρόνησης στη πατρίδα του. Στην Ελβετία όπου είχε καταφύγει ο Μουσσολίνι για να αποφύγει τη στρατιωτική του θητεία, γυρίζοντας τη πλάτη στη σταδιοδρομία ενός φτωχού δάσκαλου , που θα το καταδίκαζε σε πείνα για μια ολόκληρη ζωή , το περιβάλλον του αποτελούσαν σοσιαλιστές κτίστες και άλλοι εργατικοί που στη κυριολεξία μοιράζονταν το ψωμί τους μαζί του. 
Η ηθοποιός Susanne Lothar
σαν Angelica Balabanoff
στη ταινία του Gianluigi Calderone
Il giovane Mussolini (1993)
 Στο ρόλο του νεαρού Μουσολίνι
ο José Antonio Domínguez 

Bandera
Όταν ύστερα από την αμνηστία που χορηγήθηκε ο Μουσολίνι με πολλούς άλλους λιποτάκτες επέστρεψε στη Πατρίδα[5] από την Ελβετία και προσλήφθηκε σαν συντάκτης σε μια επαρχιακή εφημερίδα. ΄Οταν του προτάθηκε μισθός 150 λιρετών, θεώρησε τόσο καταπληκτική αυτή την απροσδόκητη ευκαιρία , ώστε θεώρησε καθήκον του να δηλώσει πως θα μπορούσε να ικανοποιηθεί και με πολύ λιγότερα...... Στην Ελβετία που είχε μάθει τη γαλλική γλώσσα είχε αποκτήσει και στοιχειώδεις γνώσεις γαλλικής φιλολογίας και καθώς ήταν μια φύση εξαιρετικά νευρική σχεδόν υστερική, υποκείμενη σε ξένες επιρροές κατόρθωσε να προσομοιωθεί με το γαλλικό ύφος , το οποίο μιμείται ακόμη και σήμερα τόσο στο γραπτό, όσο και στο προφορικό του λόγο. 
Αργότερα, μετά το συνέδριο της Εμίλια Ρέτζια κλήθηκε στην υπεύθυνη θέση του αρχισυντάκτη του κεντρικού δημοσιογραφικού οργάνου του κόμματος "Αβάντι" Παρ όλα αυτά, για να δεχθεί τη τιμητική θέση που του προτεινόταν ο Μουσολίνι έθεσε ένα απροσδόκητο όρο. Έχοντας προφανώς συναίσθηση της ανεπάρκειάς του και γιατί κατά βάθος αισθανόταν φόβο για τη μεγάλη ευθύνη που αναλάμβανε δήλωσε: "Δέχομαι υπό ένα όρο. Να συμμετέχει στη σύνταξη της εφημερίδας και η Μπαλαμπανώφ. 

ΕΚΜΥΣΤΗΡΕΥΣΕΙΣ. 
Η απαίτηση αυτή με παραξένεψε στο έπακρο: Ανάμεσά μας δεν υπήρχε πια ούτε προσωπική φιλία , ούτε ψυχική συγγένεια. Μόνο αργότερα κατανόησα τη σημασία του όρου του. Τη στιγμή ακριβώς κατά την οποία οι σύντροφοί του ήθελαν να τον επιφορτίσουν με ένα υπεύθυνο αξίωμα είναι φυσικό να διαισθανόταν ο Μουσολίνι το μέγεθος της αδυναμίας του . Έχοντας ζήσει πάντοτε στην επαρχία δίσταζε να εκτεθεί σε αγώνες μέσα στο νέο περιβάλλον μιας μεγαλούπολης. 
Από τη συνεργασία μου με το Μουσολίνι στη σύνταξη του "Αβάντι συναποκόμισα αδιάσειστα τεκμήρια της αδυναμίας του. O "πανίσχυρος " άνθρωπος των φασιστικών θρύλων, δεν έγραφε κανένα άρθρο δεν έπαιρνε καμία απόφαση χωρίς να ζητήσει τη γνώμη μου , και δεν μπορώ να θυμηθώ ούτε μια περίπτωση που να μην υποχώρησε,αποδεχόμενος την άποψή μου. 
Επειδή δεν εργαζόμουν στην εφημερίδα σαν απλός συντάκτης αλλά σαν γραμματέας σύνταξης και ταυτόχρονα μέλος της εκτελεστικής επιτροπής του κόμματος, ο Μουσολίνι είχε την ευκαιρία να παραπέμψει σε μένα κάθε τι που δεν του ήταν ευχάριστο και συνεπαγόταν ευθύνες. 
Αλλά η ανανδρία που χαρακτηρίζει το Μουσολίνι φάνηκε ξεκάθαρα σε μια περίπτωση που προκάλεσε και τη δική μου παραίτηση από τη σύνταξη του "Αβάντι". Μια ημέρα είχε δημοσιευθεί στην εφημερίδα μια επιθετική σημείωση , την οποία ο Μουσολίνι είχε διαβάσει τόσο το χειρόγραφο όσο και στη διόρθωση και τη τυπωμένη εφημερίδα , χωρίς να προβεί στη παραμικρή παρατήρηση. Η δημοσίευση είχε σαν αποτέλεσμα να προσέλθει στα γραφεία έξω φρενών μια επιτροπή της σοσιαλιστικής οργάνωσης η οποία ένοιωθε θιγομένη από τη δημοσίευση. Τα μέλη της επιτροπής διαμαρτυρήθηκαν σε τόνο αυθάδη και απείλησαν μάλιστα ότι οι συνδρομητές της εφημερίδας σ΄εκείνη τη περιφέρεια θα σταματούσαν να την αγοράζουν. Αντί να τους απαντήσει δειλά δειλά:
-Σας ζητώ συγγνώμην.Το πράγμα δεν θα επαναληφθεί. Από σήμερα θα αναλάβω προσωπικά τη παρακολούθηση αυτών των πραγμάτων.
Κατ επανάληψη με είχε προσκαλέσει ο Μουσολίνι να τον περιμένω τη νύκτα που γύριζε αργά στο σπίτι του. Παρά το γεγονός ότι λόγω θέσεως , εργαζόμουν   τις πρωινές ώρες και μπορούσα κατά συνέπεια να φεύγω πολύ νωρίτερα το βράδυ, πολλές φορές τον περίμενα να φύγουμε μαζί αργά τη νύχτα γιατί, όπως οι περισσότεροι συντάκτες ο Μουσολίνι ερχόταν συνήθως αργά το απόγευμα στο γραφείο του και έφευγε αναγκαστικά αργά .
-Τι φοβάσαι επί τέλους και θέλεις να σε συνοδεύω τον ρωτούσα μεταξύ σοβαρού και αστείου;
-Τι φοβάμαι  μου απαντούσε ο Μουσολίνι.Τον εαυτό μου, τη σκιά μου, ένα σκυλί , τη σκιά ενός δένδρου. 

Και σήκωνε τους ώμους του[6].

Υποσημειώσεις:
[1] Ο Μουσολίνι μετανάστευσε στην Ελβετία σε στρατεύσιμη ηλικία στις 9 Ιουλίου 1902 και εγκαταστάθηκε στη Λοζάνη .
[2]Ήταν ένα καλοκαίρι ισχυρής πνευματικής ενασχόλησης .Καταβρόχθισα , μπορεί κανείς να πει, μια ολόκληρη βιβλιοθήκη. Το πρωί πήγαινα στο  Πανεπιστήμιο, το απόγευμα μελετούσα στο σπίτι  και έπινα  απίθανες ποσότητες τσαγιού. Μετέφρασα από τα γαλλικά το "Οι μαύροι τσαρλατάνοι " του  Malot για την Βιβλιοθήκη της ρατσιοναλιστικής  προπαγάνδας και κατάφερα να τελειώσω  μαζί με τη Balabanoff τη μετάφραση  για τη Σοσιαλιστική Avanguardia , του βιβλίου του Κάουτσκι  Am Tage. nach der sozialen Revolution  . Mοιράζονταν μαζί μου τη μποέμικη ζωή  ο Serrati, εκδότης  , που είχε γυρίσει από τη Νέα Υόρκη , ο  Tomoff , ένας Βούλγαρος για τον οποίο έχω μιλήσει, ο Ρουμάνος  Eisen, ο Βούλγαρος Bontschef  ένας Παριζιάνος ο Gateaux και ο   Sigismund Bartoli, Ρωμαίος μόδιστρος. Βοηθούσαμε  ο ένας στον άλλο. Το καλό του καθενός ήταν το καλό όλων.......(B.Mussolini: La mia vita . Opera Omnia Τόμος ΧΧΧΙΙΙ σελ 257 
[3] Ο De Felice γράφει ότι η Angelica Balabanoff οδήγησε το  Mussolini "στο δρόμο του μαρξισμού  και γενικά σε μια βαθύτερη κατανόηση της σοσιαλιστικής κουλτούρας".
[4] Δεν είχε αντιληφθεί όμως μια που αισθήματα και ένστικτα ελάχιστα ακαδημαϊκά την είχαν φέρει σε διανοητική σύγχυση ότι ο  Sorel ήταν περισσότερο σπουδαίος για το  Mussolini από ότι ο Marx τον οποίο ήδη αμφισβητούσε ο Bernstein ..... φαίνεται να μη αντιλαμβανόταν  ότι οι σκέψεις πάνω στη βία , πάνω στη γενική απεργία  , με μια λέξη στον επαναστατικό συνδικαλισμό  ήσαν γι αυτόν, εμπνευστή  του πρώτου φασισμού που γεννιέται σαν εκτροπή  της αναρχικής και μαξιμαλιστικής αριστεράς , αρκετά πιο συμπαθητικά  από τον ιστορικό ή διαλεκτικό υλισμό που δίδασκε ο προφήτης του "Κεφαλαίου"  Όχι τυχαία ο Mussolini θαύμαζε το Βakunin και είχε μεταφράσει από τα γαλλικά κάποια σελίδα του Kropotkin. 
[5] Επέστρεψε τον Νοέμβριο του  1904 ύστερα από αμνηστία για τους ανυπότακτους Κλήθηκε  να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία στο 10ο Σύνταγμα βερσαλιέρων της Βερόνα Όπως  θα παραδεχθεί ο ίδιος:
"Ήταν αδύνατον να παραμείνω στην Ελβετία. Υπήρχε η λαχτάρα για την πατρίδα που ανθίζει στις καρδιές όλων των Ιταλών. Εξάλλου με καλούσε και η υποχρεωτική υπηρεσία στον στρατό. Γύρισα πίσω. Υπήρξαν καλωσορίσματα, ερωτήσεις, όλα τα συμβάντα της επιστρο­φής ενός τυχοδιώκτη - και ύστερα κατατάχθηκα στο σύνταγμα - ένα σύνταγμα Βερσαλιέρων στην ιστορική πύλη της Βερόνα. Οι Βερσαλιέροι φορούν πράσινα φτερά κόκορα στα καπέλα τους· είναι διάσημοι για τον γρήγορο βηματισμό τους, ένα κάπως μονότονο βάδισμα σκύ­λου που καλύπτει μεγάλες αποστάσεις, για την πειθαρχία τους και το πνεύμα τους.
Μου αοεσε η ζωή του στρατιώτη. (Benito Mussolini Η Αυτοβιογραφία μου σελ 28 Νέα Γενεά)"
[6] Το άρθρο αναδημοσιεύτηκε στην  εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ ΝΕΑ (31/3/1929)