Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2018

ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΞΑΣ: ΕΙΠΑΝ ΚΑΙ ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙ ΑΥΤΟΝ


TO ΕΓΚΛΗΜΑ 
(Κύριο άρθρο της εφημερίδας ΣΚΡΙΠ με ημερομηνία 7/11/25)


Ο κ. Ιωάννης Μεταξάς , ο εχθρός του Λαού, ο υβριστής αυτού, εστράφη χθες άνευ επιφυλάξεως, άνευ δισταγμού , άνευ επιφυλάξεως εναντίον των ιερών τάφων των πολιτικών ηγετών τους οποίους αυτός υπενόμευσε, των οποίων την τραγωδίαν αυτός παρεσκεύασε , των οποίων την καταδίκην αυτός πρώτος υπέδειξεν.
Αυτός, ο μεταβαίνων εις τα μνημόσυνα προς δημοκοπίαν, αυτός καθύβρισε χθες την μνήμην αυτών , απειλών κατ' αυτών , αποκαλύψεις , διαψεύδων βεβαιώσεις του Νικολάου Στράτου , αυτός κατ' εξοχήν αναξιόπιστος δι' όσων είπε πάντοτε δια ν΄αναιρεί κατόπιν. Δεν εδίστασε να στραφή κατά των τάφων , κατά των ιερωτέρων συμβόλων του Λαού , δια να κατηγορήση , να υβρίση , να προπηλακίση, δια να σύρη εκτός του τάφου του τον Νικόλαον Στράτον και να κατηγορήση αυτόν ως ψευσθέντα, τον Νικόλαον Στράτον τον υπέροχον ήρωα της αυτοθυσίας.
Γνωρίζει και άλλα, είπεν, γνωρίζει πολλά, ηπείλησεν . Δύναται να γνωρίζη όσα θέλει ο κ. Μεταξάς, δύναται ν΄αποκαλύψη όσα νομίζει. Αλλ' ο κ. Μεταξάς δεν θα γίνη πιστευτός. Ο άνθρωπος ο οποίος ύβρισε τον Λαόν δεν δύναται να απαιτή παρά του Λαού όπως ακούση αυτόν, όπως δικαιολογήση αυτόν. Συνέλαβεν ο Λαός τον κ.Μεταξάν υπομομεύοντα τους πολιτικούς εκείνους , απειλούντα αυτούς δι' αγχόνης , έπειτα ανακηρυσσόμενον αρχηγόν, έπειτα συμφωνούντα μετά του αντιπάλου. Γνωρίζει ο Λαός τα εγκλήματα αυτού, γνωρίζει ότι ο κ.Μεταξάς δεν δύναται πλέον να εμφανισθή ούτε ως πολιτικός ούτε ως κατήγορος. Προς ποίον , λοιπόν, απευθύνεται ο κ.Μεταξάς ; Ενώπιον ποίων υβρίζει τους τάφους;
Ενώπιον του Λαού;

O κ. Ιωάννης Μεταξάς ώρυξε τους τάφους δια να επικρατήση. Πίπτων καθυβρίζει εκείνους τους οποίους έρριψεν εις τους τάφους. Δια των τάφων ανήλθε και πίπτων κατ' αυτών στρέφεται. Τί να είπωμεν προς αυτόν; Πώς να χαρακτηρισθή η πράξις του αύτη; Καταγγέλλομεν προς τον Λαόν και το νέον τούτο έγκλημα του κ.Μεταξά, έγκλημα όμοιον του οποίου ούτε η πολιτική ούτε ο ανθρωπισμός έχουν αναγράψη. Καθύβρισε τους τάφους όπως ηπείλει τους πολιτικούς όταν εκρατούντο. Τόσον είναι το μίσος του , τόση η δειλία του , τόση η πολιτική του φιλοδοξία: να μειώση και μετά τον φρικτόν θάνατόν των εκείνους τους οποίους εν τη ζωή υπενόμευε δια ν' αναδειχθή αυτός.Το νέον έγκλημα του κ. Μεταξά δεν διαγράφει αυτόν από τον πολιτικόν κόσμον μόνον αλλά και από εκείνους οι οποίοι πιστεύουν εις την ύπαρξιν της συνειδήσεως. Δεν δύνανται να ομιλούν περί αυτού ούτε πολιτικοί ούτε ειλικρινείς άνθρωποι σεβόμενοι εαυτούς.Στερούνται πλέον οριστικώς του δικαιώματος οι πολιτικοί να νομίσουν ότι δύνανται υπό μίαν οιανδήποτε προϋπόθεσιν , υπό οιονδήποτε πρόσχημα να συνεννοηθούν μετ' αυτού. 
Δεν έχουν το δικαίωμα τούτο, διότι αφήρεσεν αυτό ο λαός. Είναι εχθρός του και συκοφάντης νεκρών.
Ήδη δεν υπάρχει πλέον ο κ.Μεταξάς ή ως υπόδικος μόνον, αποκηρυσσόμενος και από τους φίλους του, λακτιζόμενος υπό του Λαού. 
Οι πολιτικοί του αντιβενιζελισμού έχουν την υποχρέωσιν να βαδίσουν προς την συγκρότησιν ενιαίου μετώπου, αγνοούντες εκείνον, αυτοί , εν πνεύματι ειλικρινείας. 
Ο Αντιβενιζελικός Λαός απαιτεί τούτο. Δεν δύνανται να υπάρχουν επιφυλάξεις ούτε σκέψεις άλλαι ωθούσαι προς την ματαίωσιν της προσπαθείας.Είναι ανάγκη η ένωσις να επέλθη, ταχεία, άμεσος, ειλικρινής ως εύχεται ο Λαός, δια την σωτηρίαν του αγώνος υπέρ της αποκαταστάσεως Δικαιωμάτων και των Ελευθεριών. Άνευ του κ. Μεταξά πλέον, η Ένωσις πρέπει να επέλθη ισχυρα, ειλικρινής εις τους σκοπούς, ακατάβλητος εις δύναμιν. 
Τούτο επιτάσσει ο Λαός και τούτο είναι το καθήκον των πολιτικών του αντιβενιζελισμού.                                                                                                                                                            (Επιστροφή)

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2018

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ: ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ


Τα βαρυά αγωγιάτικα άλογα
Με τα ξύλινα σαμάρια.
Με σκοινιά και χαλινάρια,
με κουδούνια στο λαιμό.

Θα μας φέρουν καβαλάρηδες
Σε πανάρχαιο  μοναστήρι,
Πέρα από ψηλό γεφύρι
Πάνω από βαθύ γκρεμό.

Θα διαβούμε καβαλάρηδες
Την καμαρωτή του πόρτα.
Θα πεζέψωμε στα χόρτα
και στις στάλες της δροσιάς.

Και θαρθή  σκυφτός καλόγερος
Με τρεμουλιαστό το χέρι
Σκουριασμένα να μας φέρη
Τα κλειδιά της εκκλησίας.

Θαμπωμένοι  από το λιόβολο.
Ζαλισμένοι από το δρόμο,
Μ'  έναν  κάποιο κρυφό  τρόμο
Μπαίνοντας ψηλαφητά.

Χίλια μάτια Αγίων θα νιώσωμε
Να  μας βλέπουν δακρυσμένα.
Δέκα αιώνες κοιμισμένα,
Πρώτη μέρα ξυπνητά.

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2018

CORNELIU ZELEA CODREANU: ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΟΥ Cernăuţi

Στα άλλα πανεπιστήμια επικρατούσε ηρεμία. Στο Cernăuţi από την άνοιξη του 1921 είχαν ήδη ξεκινήσει εκδηλώσεις γύρω από το ζήτημα του εκρουμανισμού του θεάτρου. Ένας σκληρός αγώνας , που διαρκούσε αρκετές ημέρες, έληξε με τη νίκη των φοιτητών. Την άνοιξη του 1922 οργάνωσα με την Ένωση των Φοιτητών της Νομικής μια επίσκεψη των φοιτητών του Ιασίου στο Cernăuţi .
Τύχαμε καλής υποδοχής από τους καθηγητές και από τους φοιτητές , Στη διάρκεια των 3 ημερών παραμονής μας -είμασταν περισσότεροι από 100 -δεν κάναμε τίποτα άλλο από το να επαινούμε, στους συμφοιτητές μας του Cernăuţi , τη καινούρια πίστη που θέριευε μέσα στη ψυχή μας.
Δεν ήταν κάτι δύσκολο.Το Cernăuţi όπως και το Ιάσιο -και ακόμα περισσότερο από αυτό - υπέφερε με τους δρόμους του άδειους, με το εμπόριο ανύπαρκτο, με τις εκκλησίες εγκαταλειμμένες, με τη γη και τους Ρουμάνους στο έλεος της εβραϊκής εισβολής. Σύντομα αναπτύχθηκε ανάμεσά μας ένας ισχυρός πνευματικός δεσμός βασισμένος στην επιθυμία και το κοινό ιδανικό να δούμε επιτέλους το γένος να αφυπνίζεται αποκτώντας συνείδηση της αξιοπρέπειας της δύναμής και των δικαιωμάτων του να διαφεντεύει τη τύχη και τη γη του (pe soarta şi pe ţara) . 
Το δέσιμο αυτό ενισχύθηκε στη συνέχεια με την επίσκεψη που μας ανταπέδωσαν εκείνοι του Cernăuţi , ένα μήνα αργότερα. Πρωτογνώρισα τότε το Tudose Popescu, αυτή τη αγνή μορφή του νεαρού μαχητή που στη συνέχεια εξελίχτηκε σε ένα από τους αρχηγούς του φοιτητικού κινήματος και που σήμερα αναπαύεται σε κάποιο κοιμητήριο ξεχασμένος στη σκιά ενός σταυρού(1).


ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ :ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ

ΚΙ ΗΡΘΕ Η ΑΝΟΙΞΗ του 1919. Ανήμερα την πρωτομαγιά ο πατέρας μας πήγε εκδρομή με αμάξι στη μπυραρία «Αϊντίν», μέσα σ' ένα δάσος, που πάνω στα δέντρα του η εμπορική εφευρετικότητα των ιδιοκτητών είχε φτιάξει πατάρια όμοια με στρογγυλούς άμβωνες. Εκεί πάνω ανέβαιναν για τα «πικ - νικ» τους οι εύθυμοι Σμυρνιοί κι άδειαζαν βαρελάκια ολόκληρα μπύρα.
Ήμουν κρεμασμένη η μισή έξω απ' τη σκάλα ενός τέτοιου παταριού και κουνώντας το ένα πόδι μου στον αέρα κοίταζα μια τη φύση, που είχε στρώσει πλούσια τα πράσινα και τα πορφυρένια ταπέτα της και μια την παρέα του πατέρα μου, που βρισκόταν στο ζενίθ του κεφιού.
Ένα αμάξι φάνηκε απ' το φιδωτό, σκονισμένο δρόμο ν' ανηφορίζει με καλπασμό. Κι είδα τον κύριο Στέλιο, το γραμματικό μας, να πηδάει έξαλλος, και χωρίς τις συνηθισμένες αβρές χαιρετούρες του, να ορμάει προς το μέρος που ήταν ο πατέρας μου και να του λέει κάτι στ' αυτί.
Πριν καν τελειώσει το μακρύ μυστικό του, ο πατέρας αναπήδησε κόκκινος σαν αστακός.
—Είναι εξακριβωμένο; τον ρώτησε.
—Μα ναι, βέβαια, σας λέω ότι...
Ο πατέρας έπαθε τότε ένα είδος τρέλας. Πέταξε το ποτήρι του στον αέρα κι άρχισε να σταυροκοπιέται, να κλαίει και να μονολογεί.
—Έρχονται, έρχονται... Δόξα σοι ο Θεός! Τέλειωσαν τα ψέματα...
Γύρισαν όλοι ξαφνιασμένοι και περίεργοι.
—Ποιοί έρχονται, Βασιλάκη, και κανείς έτσι; Μέθυσες;
—Οι Έλληνες! Οι Έλληνες φτάνουν! Ως το πρωί ο ελληνικός στόλος θα βρίσκεται στο λιμάνι της Σμύρνης.
—Οι Έλληνες; έκαναν όλοι μαζί, σα να μην το χωρούσε αμέσως το μυαλό τους. Οι Έλληνες; Ποιοί; Οι Έλληνες! Ά οι... οι Έλληνες!
Και τότε έπαθαν κι αυτοί ομαδικά την ίδια κρίση με τον πατέρα μου. Κι άρχισαν να κλαίνε και να 
γελούν και ν' αγκαλιάζονται και να ευχαριστούνε το Θεό και να κάνουν τάματα. Και στριφογύριζαν άσκοπα στον ίδιο χώρο, μ' επιφωνήματα κι αλαλαγμούς χαράς. Κι άλλοι μάζευαν τα πράματά τους βιαστικά και τα ξαναπαρατούσαν και τα ξαναμάζευαν κι άλλοι φώναζαν τα παιδιά τους για να φύγουν.
Δε θυμούμαι πόσο βάσταξε η σκηνή εκείνη, μα μόλις κόπασαν οι πρώτοι ενθουσιασμοί ο κύριος Τηλέμαχος ο «κουγιουμτζής», άναψε το τσιμπούκι του σκεφτικός κι άρχισε να λέει:
—Για καλό και για κακό πρέπει ν' αδειάσουμε τα μαγαζιά μας απ' τα πολύτιμα είδη. Να φτιάξουν οι γυναίκες μας ζώνες εσωτερικές για λίρες και πολύτιμες πέτρες... Βέβαια, δεν ξέρει κανείς ποτέ τι γίνεται. Οι ανώμαλες εποχές δεν είναι παίξε -γέλασε...
Τέτοιες ζώνες από κάμποτο, που μέσα αράδιαζαν τις λίρες σα φυσεκλίκια, τις θυμόμουνα να τις φοράει συχνά η μητέρα στα ταξίδια της. Τώρα άρχισαν όλοι να διατυπώνουν κι από μια γνώμη για τα προληπτικά μέτρα που θάπρεπε να πάρουν. Μόνο ο πατέρας μου δεν ήθελε ν' ασχοληθεί με σκέψεις πραχτικές που κατέβαζαν τον ενθουσιασμό και μείωναν την πίστη στην παντοδυναμία της λευτεριάς. 
Η μόνη ερώτηση που ανέβηκε στα χείλη του αυθόρμητα ήταν:
—Μαίρη, τις σημαίες τις ετοίμασες όλες;
—Όλες, Βασιλάκη, κι είναι και μεταξωτές.
Τα μάτια της μητέρας έπαιζαν, σα να γύριζε σελίδα. Έμεινε λίγο σκεφτική και στο τέλος με κάποια δισταχτικότητα είπε:
—Πάμε να φύγουμε, Βασιλάκη. Απόμερα είναι... Τέτοιες ώρες δεν ξέρει κανείς ποτέ...
Ο πατέρας πέρασε το χέρι του προστατευτικά στο μπράτσο της και της είπε με σιγουριά:
—Δεν έχει πια φόβους και τρομάρες. Τελείωσε η σκλαβιά, μην ανησυχείς.
Μόλις κατρακυλήσαμε κάτω από κείνο το περίεργο πατάρι, ο πατέρας πέταξε στα γκαρσόνια μια χούφτα λεφτά.
—Πάρτε, πάρτε, δε μου χρειάζονται πια οι τούρκικες λίρες. Είμαστε λεύτεροι παλικάρια, λεύτεροι!