Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΟΥΣΒΕΛΤ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΟΥΣΒΕΛΤ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2016

ΤΟ ΜΕΓΑ ΔΙΕΘΝΕΣ ΓΕΓΟΝΟΣ- Η ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΤΟΥ κ. ΧΙΤΛΕΡ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΝ ΤΟΥ κ. ΡΟΥΣΒΕΛΤ


Στις 15 Απριλίου 1939 ο Αμερικανός Πρόεδρος Ρούσβελτ έστειλε ταυτόχρονα σε Ρώμη και Βερολίνο ένα τηλεγράφημα με το οποίο έθετε στους ηγέτες των δύο χωρών ένα συγκεκριμένο ερώτημα :
"Είσαστε πρόθυμοι να διαβεβαιώσετε ότι οι ένοπλες δυνάμεις σας δεν θα επιτεθούν και δεν θα εισβάλουν στα εδάφη των παρακάτω ανεξάρτητων Κρατών;
Ο κατάλογος που ακολουθούσε περιελάμβανε 31 χώρες ανάμεσα στις οποίες τη Γαλλία , τη Μ. Βρετανία , τα Βαλτικά κράτη και αυτή ακόμα τη Σοβιετική Ένωση [1]. 
Ο Φύρερ της Γερμανίας αποφάσισε να απαντήσει δημόσια στο μήνυμα του Αμερικανού προέδρου και ο μηχανισμός προπαγάνδας έδωσε κάθε δυνατή δημοσιότητα στο γεγονός αυτό. Χαρακτηριστικά τα όσα μετέδωσε από το Βερολίνο ο ανταποκριτής της  ελληνικής εφημερίδας Έθνος :
"Συμφώνως προς τας οδηγίας τας δοθείσας από τον Δρα Γκαίμπελς εις την σχετικήν του προκήρυξιν , την 11ην πρωϊνήν ακριβώς  εσταμάτησαν αι εργασίαι εις όλας  τας επιχειρήσεις  και εργοστάσια,. τα καταστήματα έκλεισαν, τα σχολεία  διέκοψαν  τα μαθήματα  και ολόκληρος η γερμανική πρωτεύουσα ήρχισε συγκεντρουμένη προ των ραδιοφώνων , τα οποία εγκατεστάθησαν  ειδικώς εις διάφορα  σημεία της πόλεως. Ολόκληρος η προ της Όπερας Κρολ, όπου θα συνέλθη το Ράιχσταγ , πλατεία έχει κατακλυσθή από πρωίας από χιλιάδας λαού , αναμένοντος  την άφιξιν του Φύρερ  και την εκφώνησιν  του ιστορικού του λόγου. Από της 11.30 ήρχισαν  καταφθάνοντα  τα μέλη του Ράιχσταγ υπό τας επευφημίας  του λαού. Ιδιαιτέρως  ενθουσιωδώς εχειροκροτήθησαν οι αντιπρόσωποι των Σουδητών και του Μέμελ.
Υπό τας φρενιτιώδεις ζητοκραυγάς του πλήθους  έφθασεν ολίγον προ της 12ης μεσημβρινής ο Φύρερ συνοδευόμενος από τους κυριωτέρους των συνεργατών του.[2]
Tην 11ην π.μ γερμανικήν ώραν, ελληνική ώρα 12η μεσημβρινή) ο Φύρερ ήρχισε εκφωνών τον λόγον του. Αφού ανεκοίνωσεν εις το Ράιχσταγ ότι έλαβεν έκκλησιν του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών κ. Ρούσβελτ [3] . εξηκολούθησεν ως ακολούθως , συμφώνως προς το κείμενον το μεταδοθέν υπό του ημιεπισήμου Γερμανικού Πρακτορείου [4].


...................... Επειδή διαπίστωσα , ότι επρόκειτο περί εγγράφου εντέχνως συντεταγμένου , δια του οποίου επεδιώκετο να επιρρηφθή η ευθύνη των πολεμικών μέτρων των πλουτοκρατικών κρατών εις τας χώρας , αι οποίαι διοικούνται υπό του λαού, απεφάσισα να συγκαλέσω το Γερμανικόν Ράιχ και δια να γνωστοποιήσω την απάντησίν μου , πρώτον , εις σας, τους εκλεκτούς του Γερμανικού Έθνους και να ζητήσω την έγκρισιν ή την απόρριψιν της.

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΤΗΝ ΙΔΙΑΝ ΟΔΟΝ ΜΕ ΤΟΝ κ. ΡΟΥΣΒΕΛΤ.
Πέραν αυτού όμως εθεώρησα σκόπιμον να ακολουθήσω την οδόν , την οποίαν ενεκαινίασεν ο Πρόεδρος Ρούσβελτ και να γνωστοποιήσω εις τον κόσμον , δια των μέσων τα οποία διαθέτομεν , την απάντησίν μου. Θέλω εν τούτοις να επωφεληθώ της ευκαιρίας δια να εκφράσω τα αισθήματα, τα οποία με κατέχουν εξ αφορμής των σημαντικών ιστορικών γεγονότων του Μαρτίου του τρέχοντος έτους. 

Τα βαθύτατά μου αισθήματα ευχαριστίας απευθύνονται προς την Θείαν Πρόνοιαν , η οποία με εξέλεξε και επέτρεψεν εις εμέ , τον άγνωστον στρατιώτην του πολέμου να εξελιχθώ εις αρχηγόν του αγαπητού μου γερμανικού λαού . Μου υπέδειξε τον τρόπον να εύρω την οδόν , δια της οποίας απήλλαξα το Έθνος μας από την εσχάτην αθλιότητα, άνευ ουδεμίας αιματοχυσίας και το οδήγησα και πάλιν προς τα άνω. Μου επέτρεψε να εκπληρώσω τον μόνον σκοπόν της ζωής μου , να εξυψώσω τον Γερμανικόν λαόν μου από την ήτταν του και να τον απαλλάξω από τα δεσμά της πλέον επαισχύντου βίας , την οποίαν έχει να αναφέρη η ιστορία όλων των εποχών. 

Αυτός ήτο ο μόνος σκοπός των ενεργειών μου .Εκείνο , το οποίον κατέστρεψαν οι άλλοι δια της βίας , ηθέλησα εγώ να το επανορθώσω . Αυτός, επαναλαμβάνω , ήτο ο μόνος σκοπός των ενεργειών μου . Ηθέλησα να επανορθώσω όσα η σατανική κακία και η έλλειψις ανθρωπίνης λογικής κατέστρεψαν.Δια τον λόγον αυτόν δεν προέβην εις κανέν διάβημα , το οποίον δεν ήτο δυνατόν να θίξη ξένα συμφέροντα αλλ΄ ηρκέσθην εις την επανόρθωσιν του δικαίου, το οποίον επλήγη προ είκοσιν ετών. Εντός των ορίων του μεγάλου σημερινού Ράιχ δεν υπάρχει καμμία περιφέρεια , η οποία να μην ανήκεν εις αυτό, από παλαιοτάτων χρόνων ,να μην συνεδέετο με ημάς , ή να μην ανεγνώριζε την κυριαρχίαν μας.Πολύ πριν ανακαλυφθή η Αμερική από τους λευκούς και κατοικηθή από αυτούς υφίστατο το Ράιχ και δεν υφίστατο μόνον εις την σημερινήν του έκτασιν , αλλά περιελάμβανε και πολλάς άλλας περιοχάς και επαρχίας, αι οποίαι απωλέσθησαν εν τω μεταξύ. 

ΜΕΤΑ ΤΟ 1918

Όταν προ 21 ετών έληξεν ο μακρός πόλεμος , εγεννήθη εις εκατομμύρια ανθρωπίνων εγκεφάλων η ελπίς , ότι οι λαοί τους οποίους εταλαιπώρησεν η μάστιξ του πολέμου , θα ελάμβανον ως αμοιβήν μίαν ειρήνην υπαγορευομένην από την λογικήν και το δίκαιον.

Λέγω "αμοιβήν" διότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν έφερον κσαμμίαν ευθύνην εις αυτά τα τρομακτικά γεγονότα , ασχέτως αν οι ιστορικοί θα διατυπώσουν άλλας απόψεις.

Και αν υπάρχουν ακόμη σήμερον εις διαφόρους χώρας πολιτικοί άνδρες , οι οποίοι θα ηδύναντο να χαρακτηρισθούν τότε ως υπεύθυνοι της φρικωδεστέρας ανθρωποσφαγής όλων των αιώνων , το πλήθος των αγωνιζομένων στρατιωτών δεν ήτο εν τούτοις άξιον να του καταλογισθή ευθύνη, αλλά το πολύ-πολύ ήτο άξιον συμπαθείας. 

Όλα αυτά τα πλήθη είχον δικαίωμα να αξιώσουν μίαν ειρήνην βασιζομένην εις την λογικήν και εις την Δικαιοσύνην. Αλλά επί του σημείου αυτού εξηπατήθησαν τα εκατομμύρια των λαών. Ακόμη και δι' αυτούς τους νικητάς ήσαν αι συνέπειαι των συμφωνιών της ειρήνης καταστρεπτικαί .Τότε ανεφάνη δια πρώτην φοράν το άτοπον ότι η πολιτική διηυθύνετο από ανθρώπους, οι οποίοι δεν είχον μετάσχη του μεγάλου πολέμου. Διότι οι στρατιώται δεν εγνώριζον μίσος .Αλλά το εγνώριζον αυτοί οι παλαιοί πολιτικοί , οι οποίοι είχον προστατεύση επιμελώς από τας φρικαλεότητας του πολέμου την πολύτιμον ζωήν των και επέπιπτον ήδη ως παραφρονήσασαι Εριννύες εναντίον της Ανθρωπότητος.

Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΩΝ ΒΕΡΣΑΛΛΙΩΝ

Μίσος , κακία και έλλειψις λογικής ήσαν οι πνευματικοί πατέρες της συνθήκης των Βερσαλλιών . Περί τα 115 εκατομμύρια ανθρώπων είδον το δικαίωμα της αυτοδιαθέσεως των παραβιαζόμενον όχι από τους στρατιώτας , αλλά από τους παράφρονας πολιτικούς. Απεσπάσθησαν αυθαιρέτως από τα κράτη εις τα οποία ανήκον και ηνώθησαν εις άλλα χωρίς να ληφθούν καθόλου υπ' 'οψιν οι δεσμοί του αίματος, η καταγωγή των, η λογική και οι οικονομικοί όροι της ζωής. Τα αποτελέσματα υπήρξαν φρικτά. Μία ομάς ηλιθίων αγνοούντων τα πράγματα , κατέστρεψαν την τάξιν, ήτις είχε καθιερωθή κατόπιν δισχιλιετούς ιστορικής εξελίξεως εις περιφερείας αι οποίαι κατοικούνται από 140 κατοίκους ανά τετραγωνικόν χιλιόμετρον . Όταν εν τούτοις αργότερον απεδείχθη ότι αι συνέπειαι της υπαγορευθείσης ειρήνης ήσαν καταστρεπτικαί τότε οι Ευρωπαίοι και οι Αμερικανοί δικτάτορες της ειρήνης ήσαν τόσο δειλοί ώστε να μη τολμά κανείς τους να αναλάβη την ευθύνην των γενομένων.Το γερμανικόν Έθνος περιήλθεν εις την πλέον σκοτεινήν περίοδον της εθνικής του εξελίξεως. Ας σημειωθή εν τούτοις ότι δεν ήτο το εθνικοσοσιαλιστικόν έθνος, αλλά η γερμανική Δημοκρατία υπήρξε δια μίαν στιγμήν τόσον αδύνατος, ώστε να πιστεύση εις τας υποσχέσεις δημοκρατικών πολιτικών ανδρών."

Ακολούθως ο Φύρερ ανέφερε τας συνεπείας τας οποίας είχεν η υπαγορευθείσα ειρήνη της αθλιότητος, όχι μόνον δι εκείνους , οι οποίοι κατεδικάσθησαν εις τας Βερσαλλίας, αλλά και δια την υπόλοιπον ανθρωπότητα.

ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΙΣ ΤΑΞΕΩΣ

"Ουσιαστικώς- συνέχισεν ο Φύρερ- οι παραφρονες αυτοί δικτάτορες της ειρήνης διετάραξαν ριζικώς την παγκόσμιον οικονομίαν δια της παραφροσύνης των Βερσαλλιών: Ο άφρων διαμελισμός λαών και Κρατών ωδήγησεν εις την καταστροφήν της παγκοσμίου τάξεως της παραγωγής , ήτις είχεν εξελιχθή εις το διάστημα των αιώνων και εις την αναγκαίαν προσπάθειαν της αυταρκείας, ήτις πάλιν ωδήγησεν εις την εξαφάνισιν γενικών παγκοσμίων οικονομικών συνθηκών . Κατά πόσον κατώρθωσα τώρα, μέσα εις διάστημα πέντε ετών , να αποκαταστήσω νέαν τάξιν ύστερα από την χαώδη κατάπτωσιν του Γερμανικού λαού, αυτό ανήκει πλέον εις την γερμανικήν ιστορίαν.

ΕΞΩΤΕΡΙΚΑΙ ΕΠΙΔΙΩΞΕΙΣ
Εκείνο, επί του οποίου θέλω προ πάντων να σας διαφωτίσω, σήμερον είνε αι εξωτερικαί πολιτικαί μου επιδιώξεις και η πραγματοποίησίς των . Διατηρώ πάντοτε την αμφιβολίαν, του εάν είνε δυνατόν να εξευρεθή μία συμφωνία εν Ευρώπη, η οποία να ικανοποιήση όλας τας επιθυμίας όσον αφορά τα κρατικά και εθνολογικά σύνορα. Η ελπίς ότι θα εξευρίσκετο ένας συμβιβασμός μεταξύ του σεβασμού της εθνικής αυθυπαρξίας των λαών της Ευρώπης και της αναγνωρίσεως των υπαρχόντων κρατικών συγκροτημάτων , εξέλιπε κατόπιν του πολέμου. (Ο Φύρερ εννοεί την ύπαρξιν των εθνικών μειονοτήτων εντός συγκεκριμένων Κρατών). 

Η συνθήκη των Βερσαλλιών δεν έλαβεν υπ΄όψιν της ούτε την αυτοδιάθεσιν των λαών , ούτε τας οικονομικάς συνθήκας των Κρατών.Παρά ταύτα δεν άφησα ουδεμίαν αμφιβολίαν περί του ότι - ως επανειλημμένως ετόνισα- η αναθεώρησις της συνθήκης των Βερσαλλιών θα έφθανε κάποτε εις το τέλος της. Το διεκήρυξα πάντοτε και ελεύθερα, και δη όχι δια λόγους πολιτικής τακτικής, αλλά λόγω βαθείας πεποιθήσεως. Δεν άφησα καμμίαν αμφιβολίαν περί του ότι θα εθέτομεν εις δευτέραν μοίραν τα εθνικά μας συμφέροντα παντού όπου τούτο θα επεβάλλετο από τα ανώτερα συμφέροντα της συμβιώσεως των ευρωπαικών Κρατών. Δεν άφησα ουδεμίαν αμφιβολίαν ότι επίστευσα απολύτως δια την άποψίν μου αυτήν .

ΑΝΕΚΚΛΗΤΟΙ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
Δια τον λόγον αυτόν έλαβα ανεκκλήτους αποφάσεις δια μεγάλον αριθμόν επιμάχων εδαφών και εξήγγειλα τας αποφάσεις μου αυτάς τόσον προς τον έξω όσον και προς τον γερμανικόν κόσμον. Αι αποφάσεις μου αυταί ούτε αναθεωρήθησαν , ούτε θα αναθεωρηθούν. Η επιστροφή της περιφερείας του Σάαρ εις την Γερμανίαν έθεσε τέρμα εις όλας τας εδαφικάς διαφοράς μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας, όσον αφορά την Ευρώπην .Παρετήρησα πάντως μετά λύπης μου ότι οι πολιτικοί άνδρες της Γαλλίας εθεώρησαν την στάσιν μου αυτήν ως την μόνην δυνατήν (αυτονόητον) 
Τα πράγματα όμως δεν έχουν ούτω.Εάν επτήρησα την στάσιν αυτήν , δεν το έπραξα επειδή φοβούμαι την Γαλλίαν. 
Ετήρησα την στάσιν αυτήν δια να εκδηλώσω την άποψίν μου ότι επιβάλλεται να φθάσωμεν κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπον εις την αποκατάστασιν της ευρωπαϊκής ειρήνης και να μη διαιωνίζωμεν διαρκώς αξιώσεις αναθεωρήσεων, αι οποίαι συνεπιφέρουν την έλλειψιν ασφαλείας ή και αυτήν ακόμη την έντασιν της καταστάσεως. 
Εάν παρά ταύτα εδημιουργήθη η έντασις αυτή , η ευθύνη δεν πρέπει αν επιρριφθή εις την Γερμανίαν. Υπεύθυνα δια την δημιουργηθείσαν κατάστασιν είνε τα διεθνή εκείνα στοιχεία τα οποία υποθάλπουν συστηματικώς την ανωμαλίαν, δια να εξυπηρετήσουν τα κεφαλαιοκρατικά των συμφέροντα". 
Προέβην εις κατηγορηματικάς δηλώσεις προς πολλά κράτη. Χαίρω διότι ευρωπαικά τινα κράτη εδέχθησαν τας δηλώσεις αυτάς της γερμανικής κυβερνήσεως , και ετόνισαν την επιθυμίαν των προς τήρησιν απολύτου ουδετερότητος. Τούτο αφορά την Ολλανδίαν, το Βέλγιον , την Ελβετίαν, την Δανίαν κλπ. 
Ήδη ανέφερα την Γαλλίαν. Είνε περιττόν να αναφέρω την Ιταλίαν, με την Ιταλίαν, με την οποίαν είμεθα ηνωμένοι με βαθυτάτην και στενήν φιλίαν, την Ουγγαρίαν και την Γιουγκοσλαυίαν, με τας οποίας. ως γείτονες ευρισκόμεθα εις πολύ φιλικάς σχέσεις.Εξ άλλου δεν αφήκα καμμίαν αμφιβολίαν από της πρώτης στιγμής της πολιτικής μου δράσεως , ότι υπήρχον περιπτώσεις , αίτινες παρουσίαζον τόσον χονδροειδή παραβίασιν του δικαίου της αυτοδιαθέσεως του λαού μας, ώστε ουδέποτε θα τας εδεχόμεθα ή θα τας υπεστηρίζαμεν.


Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΤΣΕΧΟΣΛΟΒΑΚΙΑΣ
Οι δημοκρατικοί ειρηνοποιοί των Βερσαλλιών - συνέχισεν ο Καγκελλάριος Χίτλερ - κατώρθωσαν να επιβαλλουν εις την Τσεχοσλοβακίαν τον ρόλον ενός δορυφόρου των στρεφομένου κατά της Γερμανίας. Ο ρόλος όμως ούτος δεν είχεν άλλον σκοπόν παρά να παρεμποδίση την ενοποίησιν της Κεντρικής Ευρώπης. Μετέβαλαν την Τσεχοσλοβακίαν εις γέφυραν δια τας επιθέσεις του μπολσεβικισμού εναντίον της Ευρώπης και προ πάντων εις μισθοφόρον των ευρωπαϊκών δημοκρατιών εναντίον της Γερμανίας.
Αρχικώς η Γερμανία είχε μόνον ένα σκοπόν να ελευθερώση τους Γερμανούς κατοίκους της χώρας ταύτης, οι οποίοι ανέρχονται εις 4 εκατομμύρια περίπου , από την αφόρητον δουλείαν των και να επαναφέρη τούτους εις την μητέραν πατρίδα. Ήτο αυτονόητον ότι η λύσις του προβλήματος τούτου θα έφερε επί τάπητος ολόκληρον το πρόβλημα των εθνικοτήτων. Επίσης ήτο αυτονόητον ότι η απόσπασις όλων των εθνικοτήτων από της Τσεχοσλοβακίας θα εστέρει το υπόλοιπον Κράτος της δυνατότητος της περαιτέρω αυθυπαρξίας αυτού. Το γεγονός τούτο ήταν εις γνώσιν των ιδρυτών των διαφόρων κρατών, τα οποία κατεσκεύασεν η συνθήκη των Βερσαλλιών. Καίτοι εγνώριζον τούτο οι εν λόγω συντάκται της συνθήκης των Βερσαλλιών , απεφάσισαν εν τούτοις να παραβιάσουν το δίκαιον των άλλων μειονοτήτων και περιέλαβαν ταύτας δια της βίας εις το ερασιτεχνικόν τούτο κατασκεύασμα Κράτους. Ουδεμία αφήκα ποτέ αμφιβολίαν διά την αντίληψιν μου ταύτην. Μόνον έν πολιτικόν νήπιον θα ήτο δυνατόν να πιστεύση ότι το γερμανικόν έθνος θα παρέμενεν αιωνίως εις την κατάστασιν του 1919.
Η λύσις του προβλήματος τούτου επεβάλλετο από της εποχής της νίκης του εθνικοσοσιαλισμού , ήτο δε μόνον ζήτημα χρόνου η λύσις αύτη.Και το ζήτημα τούτο αφεώρα μόνον τας εν λόγω εθνικότητας, ουχί όμως και τας Δυνάμεις της Δυτικής Ευρώπης ενδιεφέρθησαν δια το κατασκευασθέν προς το συμφέρον των τεχνητόν κράτος ήτο ευνόητον. Ήτο όμως παραλογισμός να πιστευθή , έστω και προς στιγμήν , ότι αι πέριξ του κράτους τούτου (της Τσεχοσλοβακίας) διαβιαούσαι εθνικότητες θα εθεώρουν ως έχοντα σημασίαν δι΄αυτάς τα συμφέροντα των Δυτικών Δυνάμεων. Οι σκοποί δια τους οποίους ιδρύθη το εν λόγω Κράτος καθωδηγούντο από μίαν μόνον κυρίαν σκέψιν : να δημιουργηθή ένα Κράτος όσον το δυνατόν αρτιώτερον εξωπλισμένον στρατιωτικώς, προς τον σκοπόν όπως αποτελή προκεχωρημένον φρούριον εισχωρούν εντός των ορίων του Ράιχ, το οποίον θα είχε μεγίστην αξίαν ως βάσις στρατιωτικής εξωρμήσεως , εν συνδυασμώ με εσιβολήν εκ Δυσμών εντός του Ράιχ ή απλώς ως αεροπορική βάσις.
Εκείνο το οποίον επερίμεναν από το κράτος αυτό , συνάγεται ευκρινέστερον από μίαν βεβαίωσιν του Γάλλου υπουργού της Αεροπορίας κ. Πιέρ Κοτ , ο οποίος εδήλωσεν απροκαλύπτως ότι ο προορισμός του κράτους τούτου ήτο να χρησιμοποιηθή εν περιπτώσει συρράξεως, ως βάσις εξορμήσεως και αφετηρίας βομβαρδιστικών αεροπλάνων , τα οποία θα ήτο δυνατόν εντός ελαχίστων ωρών να καταστρέψουν τας κυριωτέρας βιομηχανικάς περιοχάς της Γερμανίας . Κατόπιν τουτου τυγχάνει ευνόητον ότι η Γερμανική Κυβέρνησις ήτο δικαιολογημένη να εξουδετερώση  την βάσιν ταύτην των εν λόγω βομβαρδιστικών αεροπλάνων.Εις την απόφασιν ταύτην το Ράιχ δεν προέβη εκ μίσους προς το Τσεχικόν έθνος. Εγώ ο ίδιος κατά τα έτη ταύτα του αγώνος μου , υπήρξα ουχί μόνον φύλαξ μονομερώς των συμφερόντων του Ράιχ απέναντι του λαού τούτου, αλλά και ως άνθρωπος σεβόμενος αυτόν τούτον τον Τσεχικόν λαόν.
Εν πράγμα εν τούτοις είνε βέβαιον : εάν θα κατώρθωναν οι κατασκευασταί του Κράτους τούτου να επιτύχουν των τελικών των σκοπών , ωρισμένως το Γερμανικόν Κράτος δεν θα ήτο εκείνο το οποίον θα κατέρρεεν εκ τούτου αν και θα ήτο δυνατόν να υποστώμεν και ημείς βαρυτάτας απωλείας. Το Τσεχικόν Έθνος όμως θα υφίστατο εκ τούτου - είμαι βέβαιος- πολύ τρομερωτέρας και μάλλον καταστρεπτικάς συνεπείας. Θεωρώ τον εαυτό μου ευτυχή διότι κατορθώθη , έστω και εις πείσμα των ενδιαφερομένων δημοκρατιών , να προληφθή η καταστροφή αύτη , χαρις εις την ιδικήν μας μετριοπάθειαν και εις την υγιά αντίληψιν των Τσέχων. Η επελθούσα διευθέτησις δεν θ' αποβή προς όφελος μόνον της Γερμανίας αλλά και προς όφελος του Τσεχικού λαού. Εγώ επεδίωξα να συνεννοηθώ με την Τσεχοσλοβακίαν. Όταν διεπίστωσα όμως ότι ο κ. Μπένες ο οποίος εξυπηρέτει τα συμφέροντα των δημοκρατικών κεφαλαιοκρατών, έδιδεν εις το ζήτημα στρατιωτικήν χροιάν και εξαπέλυε κύμα καταπιέσεως εναντίον των Γερμανών, όταν αντελήφθην ότι δια της γνωστής επιστρατεύσεως της Τσεχοσλοβακίας επεδιώκετο η διεθνής ήττα της Γερμανίας και η βλάβη των αρχών της , τότε επείσθην ότι ήτο αδύνατος η λύσις του τσεχοσλοβακικού προβλήματος δια της συνεννοήσεως. Δεν είνε ανάγκη να το επαναλάβω ότι κατά τον Μάιον του παρελθόντος έτους η Γερμανία δεν είχεν επιστρατεύσει ούτε ένα στρατιώτην. Είχομεν τότε όλοι την αντίληψιν , ότι η τύχη του κ. Σούσνιγκ θα είχε γίνει μάθημα δια τους άλλους , ώστε να εννοήσουν ότι ήτο ενδεδειγμένη μία δικαιοτέρα μετααχείρισις των εθνικών μειονοτήτων. Εσκόπευον να αναμείνω με υπομονήν , ίσως επί μακράν σειράν ετών, μίαν ειρηνικήν εξέλιξιν. Αυτή όμως η ειρηνική λύσις ακριβώς απετέλει άκανθαν εις τους οφθαλμούς των δημοκρατικών κρατών , οι πολιτικοί των οποίων υποθάλπουν τον πόλεμον. Μισούν ημάς τους Γερμανούς και θα επεθύμουν να μας εξαφανίσουν.
Τί ήσαν όμως δι' αυτούς οι Τσέχοι; Τίποτε άλλο παρα ένα μέσον προς επιτυχίαν των σκοπών των.Τι τους ενδιέφερεν αυτούς η τύχη ενός μικρού αλλ' ηρωικού λαού; Τι τους ενδιαφέρει η ζωή εκατοντάδων χιλιάδων γενναίων στρατιωτών , οι οποίοι θα έπιπτον θύματα της πολιτικής των; Κατά την γνώμην των δεν απέμενον δια την Γερμανίαν παρά δύο μόνον λύσεις: ή θα υπεχώρει προ της τσεχοσλοβακικής επιστρατεύσεως υφισταμένη μίαν επαίσχυντον ήτταν , ή θα ήρχιζεν ένα αιματηρόν πόλεμον εναντίον της Τσεχοσλοβακίας , ο οποίος θα παρείχε την δυνατότητα να επιστρατευθούν και τα ενδιαφερόμενα κράτη της Δυτικής Ευρώπης και να εμπλακή η ανθρωπότης εις μίαν νέαν καταστροφήν κατά την οποίαν οι μετέχοντες το συναίσθημα της τιμής θα έχαναν την ζωήν των , οι δ' άλλοι θα απήλαυον όλων των αγαθών της ευημερίας χάρι εις τα πολεμικά κέρδη.

ΠΟΤΕ ΠΛΕΟΝ ΤΟ ΜΟΝΑΧΟΝ
Ο Φύρερ υπενθύμισε σχετικώς την απόφασίν του να δοθή λύσις εις το ζήτημα αυτό μέχρι το βραδύτερον , της 2ας Οκτωβρίου 1938.Περαιτέρω ανέφερεν ότι διέταξε την ενίσχυσιν των οχυρωματικών έργων των δυτικών συνόρων, τα οποία ήδη την 23ην Σεπτεμβρίου 1938 ήσαν κατά τριάκοντα ή τεσσαράκοντα φοράς ανώτερα της παλαιάς γραμμής Ζιγκφριντ.Τα εν λόγω έργα είνε ήδη έτοιμα εςι τας κυριωτέρας των γραμμάς και συμπληρούνται δια των προσθέτων γραμμών προ του Άχεν (Αιξ -λα-Σαπέλ) και του Σαρμπρύκεν. Ήδη και αι γραμμαί αυταί είνε σχεδόν εντελώς ωχυρωμέναι και το συγκρότημα αυτό , το ισχυρότερον των αιώνων, δίδει εις τον Γερμανκόν λαόν την λίαν εύγλωττον και καθησυχαστικήν βεβαίωσιν ότι καμμία δύναμις δεν θα κατορθώση ποτέ να διασπάση αυτό το μέτωπον.
Εάν σήμερον -εξηκολούθησε ο καγκελλάριος -ακούεται εις όλον τον κόσμον η κραυγή :"Ποτέ πλέον το Μόναχον". τούτο επιβεβαιοί την άποψιν η ειρηνική λύσις του προβλήματος ήτο δια τους υποθάλποντας τον πόλεμον η πλέον καταστρεπτική λύσις ήτις ηδύνατο να δοθή. Λυπούνται οι άνθρωποι αυτοί διότι δεν εχύθη αίμα, όχι το ιδικόν των φυσικά .Διότι αυτοί οι κύριοι δεν ίστανται εκεί όπου πίπτουν πυροβολισμοί , αλλ' ευρίσκονται εκεί όπου πραγματοποιούνται κέρδη. Το αίμα το οποίον θα εχύνετο θα ήταν το αίμα αναριθμήτων αγνώστων στρατιωτών. 
Αλλά και του Μονάχου η σύσκεψις δεν ήταν ανάγκη να γίνη. Εάν έγινε , τούτο συνέβη διότι οι υποθάλποντες τον πόλεμον, οι οποίοι συνίστων να προβληθή αντίστασις, ήθελον να εξασφαλίσουν μίαν εύσχημον υποχώρησιν όταν το πρόβλημα θα έφθανεν εις το σημείον εις το οποίον θα επεβάλλετο οπωσδήποτε η λύσις του. Άνευ της αναμίξεως των Δυτικών Δυνάμεων το όλον ζήτημα και αν ακόμη έφθανες εις την οξύτητα εις την οποίαν έφθασε , θα ήτο δυνατόν να λυθή με εξαιρετικήν ευχέρειαν.

ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ
Ο Φύρερ ανέφερε κατόπιν συνοπτικώς τα αποτελέσματα των αποφάσεων του Μονάχου μεθ' ό εξηκολούθησεν:
-Έμεινεν ακόμη προς διευθέτησιν το ζήτημα της εγγυήσεως. Η εγγύησις αύτη όμως εξηρτήθη, όσον αφορά την Γερμανίαν και την Ιταλίαν, εκ μέρους δηλαδή των δύο αυτών Δυνάμεων, από την συγκατάθεσιν όλων των Κρατών των συνορευόντων προς την Τσεχοσλοβακίαν δια την έμπρακτον λύσιν των ζητημάτων τα οποία ενδιέφερον τα όμορα αυτά Κράτη.
Τα ζητήματα τα οποία έπρεπε να επιλυθούν ήσαν τα ακόλουθα:
1ον)Επιστροφή των μαγυαρικών περιφερειών εις την Ουγγαρίαν .
2ον)Επιστροφή των πολωνικών περιφερειών εις την Πολωνίαν.
3ον) Διευθέτησις του σλοβακικού ζητήματος και
4ον) λύσις του ουκρανικού προβλήματος.
Το γεγονός ότι οι ενδιαφερόμενοι επεδίωξαν την διαιτησίαν της Γερμανίας και της Ιταλίας δια τον καθορισμόν των νέων συνόρων μεταξύ Σλοβακίας , Καρπαθο-Ουκρανίας και Ουγγαρίας , αποδεικνύει ότι οι εν λόγω ενδιαφερόμενοι όχι μόνον δεν ηθέλησαν να κάμουν χρήσιν της δυνατότητος ην είχον να απευθυνθούν προς τας τέσσαρας Δυνάμεις του Μονάχου , αλλά και απεποιήθησαν, απέρριψαν, την δυνατότητα αυτήν.
Ούτε η Αγγλία ούτε η Γαλλία διετύπωσαν ένστασιν τινα- ούτε και ηδύναντο άλλωστε να διατυπώσουν - δια την τοιαύτην απομάκρυνσιν από τα συμφωνηθέντα.
Η διαιτησία της Γερμανίας και της Ιταλίας δεν ικανοποίησε πλήρως- ως συμβαίνει πάντοτε εις τοιαύτας περιπτώσεις -κανένα  από τα ενδιαφερόμενα μέρη. Δύο Κράτη διετύπωσαν εντόνους αντιρρήσεις . Η Ουγγαρία ηξίου δια γενικώτερα και δια ειδικά συμφέροντα , την Καρπαθο-Ουκρανίαν. Η Πολωνία ηξίου κοινά σύνορα μετά της Ουγγαρίας . Ήτο πασιφανές ότι υπό τας συνθήκας αυτάς ήτο προωρισμένον να αποθάνη και το υπόλοιπον τμήμα του Κράτους αυτού (της Τσεχοσλοβακίας) το οποίον είχε γεννηθή εις τας Βερσαλλίας.

Η ΡΟΥΜΑΝΙΑ
Είναι γεγονός -εξηκολούθησεν ο κ. Χίτλερ - ότι έν μόνον ίσως Κράτος, η Ρουμανία , ενδιεφέρετο δια την διατήρησιν της έως τότε υφισταμένης καταστάσεως. Η Ρουμανία με επληροφόρησε - και η πληροφορία μου εδόθη από το πλέον αρμόδιον στόμα πόσον επιθυμητή θα ήτο η δια μέσου της Ουκρανίας και της Σλοβακίας απόκτησις ενός απ΄ευθείας συνδέσμου μετά της Γερμανίας. Αυτό το αναφέρω (είπεν ειρωνικώς ο Φύρερ ) διότι θέλω να δώσω μίαν ζωηράν εικόνα του αισθήματος της απειλής από μέρους της Γερμανίας υπό του οποίου δήθεν κατείχετο η Ρουμανία κατά την αντίληψιν μερικών νοομαντών .
Ήλθε τότε η στιγμή κατά την οποίαν απεφάσισα να δηλώσω , εξ ονόματος της Κυβερνήσεως του Ράιχ , ότι δεν ήτο δυνατόν να αφήσωμεν να μας βαρυνη περισσότερον η κατηγορία ότι, δια να κρατώμεν ελευθέραν την στρατιωτικήν οδόν προς την Ρουμανίαν, αντιτιθέμεθα εις τα κοινά σύνορα μεταξύ Ουγγαρίας και Πολωνίας.


ΠΩΣ ΔΙΕΛΥΘΗ Η ΤΣΕΧΟΣΛΟΒΑΚΙΑ
Δεδομένου ότι, πλην τούτου, η Τσεχική Κυβέρνησις επανήρχετο εις τας παλαιάς αυτής μεθόδους και εξ άλλου η Σλοβακική Κυβέρνησις εξεδήλωνε την περί ανεξαρτησίας επιθυμίαν της , δεν ηδύνατο πλέον να γίνη λόγος περί περαιτέρω διατηρήσεως της Τσεχοσλοβακίας. Το κατασκεύασμα αυτό των Βερσαλλιών κατέρρευσεν αφ΄εαυτού , τούτο δε, όχι διότι η Γερμανία το ηθέλησε, αλλά διότι δεν ημπορεί κανείς να δημιουργή Κράτη επί της Τραπέζης των συνεδρίων και να τα διατηρή τεχνητώς εις την ζωήν. Δια τον λόγον αυτόν η Γερμανία απέκρουσεν , ολίγας ημέρας προ της διαλύσεως της Τσεχοσλοβακίας , το παρά της Αγγλίας και της Γαλλίας τεθέν ερώτημα περί εγγυήσεων. Ότε δε τέλος η Γερμανική Κυβέρνησις , αφού ολόκληρον το συγκρότημα είχεν ήδη ουσιασυτικώς διαλυθή, απεφάσισε να επέμβη τούτο έγινε μόνον προς εκπλήρωσιν αυτονοουμένου καθήκοντος.
α.Η συνομιλία Χίτλερ -Σβαλκοβσκι.
Εγώ ο ίδιος εξηγήθην σαφώς επί του προκειμέμου προς τον Τσέχον υπουργόν των Εξωτερικών Σβαλκόβσκι, όταν το πρώτον με επεσκεφθη και ομιλήσαμεν επ' αυτού του ζητήματος.Του είπα καθαρά. ότι οι αν οι Τσέχοι ήθελον προβή εις οιαδήποτε διαβήματα σύμφωνα με το πνεύμα των διαθέσεων του αποχωρήσαντος κ. Μπενες , η Γερμανία δεν θα εδέχετο να εξελιχθούν τα πράγματα προς την κατεύθυνσιν  αυτήν , αλλά θα έπνιγε το κακόν εν τη γενέσει του . Η ιεροκρυφίως εν τούτοις διενεργουμένη προπαγάνδα και η επάνοδος της αρθρογραφίας του τσεχικού Τύπου εις τας παλαιάς μεθόδους , κατέστησαν σαφές , ότι εντός ολίγου τα πράγματα θα επανήρχοντο εις την προγενεστέραν κατάστασιν, Αι εις το τσεχικόν κράτος συγκεντρωθείσαι τεράστιαι ποσότητες πολεμικού υλικού, παρείχον το ενδόσιμον να πιστευθή , ότι το υλικόν αυτό ήτο δυνατόν να χρησιμοποιηθή από μερικούς παράφρονας, εις τρόπον , ώστε να υφίσταται κίνδυνος εκρήξεως πυρκαϊας τεραστίας εκτάσεως. Οι αριθμοί του τεραστίου αποθέματος του τσεχικού πολεμικού, είναι γιγαντιαίοι.
β.Το πολεμικόν υλικόν των Τσέχων.
Από της εποχής καθ΄ην επραγματοποιήθη η κατοχή των τσεχικών εδαφών κατεσχέθη , κατεγράφη και "εξησφαλίσθη" το κάτωθι πολεμικόν υλικόν: 1.582 αεροπλάνα, 501 αντιαεροπορικά πυροβόλα, 2.575 πυροβόλα , 785 βομβοβόλα , 469 τανκς, 43.876 πολυβόλα 114.100 περίστροφα, 1.090.000 τυφέκια και εκτός αυτών: εν και πλέον εκατομμύρια οβίδες πυροβολικού , άφθονον υλικόν γεφυροποιίας , ακουστικά μηχανήματα , προβολείς, όργανα μετρήσεως, ειδικά αυτοκίνητα κλπ εις μεγάλας ποσότητας.
Φρονώ, ότι είναι ευτύχημα δι' εκατομμύρια ανθρώπων , ότι ευρέθη μία λύσις του προβλήματος τούτου και ότι εξηφανίσθη εκ της Μεσευρώπης μία εστία κινδύνου. Από όλα αυτά καταφαίνεται ότι η επελθούσα λύσις δεν αντιστρατεύεται ποσώς προς τας συμφωνίας του Μονάχου, 
εφόσον αύται απέβλεπον εις την διατήρησιν της ειρήνης. Το εθνογραφικόν πρόβλημα είχεν ήδη από μακρού τεθή κατά μέρος αλλά η Γερμανία ώφειλε πάντως να υπερασπίση τα από χιλιετηρίδος συμφέροντά της , τόσον τα πολιτικής , όσον και τα οικονομικής φύσεως. Είνε πραφανές , είναι ευνόητον , είναι βέβαιον , ότι η λύσις η οποία επήλθε δεν υπόκειται εις αγγλικόν έλεγχον , ή εις αγγλικήν κριτικήν . Η Βοημία και η Μοραβία , ως τελευταίο υπόλειμα της πρώην Τσεχοσλοβακίας , δεν έχουν τίποτε το κοινόν με το σύμφωνον του Μονάχου. Οιαδήποτε μέτρα και αν λάβη η Αγγλία εις την Βόρειον Ιρλανδίαν λ.χ και ασχέτως προς το αν είναι ορθά ή εσφαλμένα , τα μέτρα αυτά δεν υπόκεινται εις τον έλεγχον ή την κριτικήν της Γερμανικής κυβερνήσεως. Κατά παρόμοιον λοιπόν τρόπον δεν ημπορούν να υπαχθούν εις τον αγγλικόν έλεγχον και την αγγλικήν κριτικήν τα μέτρα τα αφορώντα τα παλαιά γερμανικά Δουκάτα. Ομολογώ ότι μου είναι ακατανόητον πως είναι δυνατόν να συσχετίζονται τα μέτρα τα αφορώντα τας περιφερείας αυτάς με τας συνομιλίας, που είχα με τον κ. Τσάμπερλαιν εις το Μόναχον. Η συμφωνία του Μονάχου αφεώρα ζητήματα αναφερόμενα αποκλειστικώς εις την συμβίωσιν Αγγλίας και Γερμανίας . Αν η συμφωνία αυτή έπρεπε ν' αφορά και κάθε μελλοντικήν πολιτικήν ενέργειαν της Γερμανίας τότε, δεν έπρεπεν ούτε η Αγγλία να προβαίνη εις οιανδήποτε ενέργειαν εις την Παλαιστίνην λ.χ ή αλλαχού , χωρίς να συμβουλευθή προηγουμένως την Γερμανίαν. Τέτοιο πράγμα όμως ημείς δια λογαριασμόν μας δεν το αναμέναμεν. Δια τούτο αποκρούομεν  άλλον τόσον οιανδήποτε παρομοίαν απαίτησιν των άλλων. Εάν τώρα, ο κ.Τσαμπερλαιν φτάνη εις το συμπέρασμα , ότι η συμφωνία του Μονάχου έπαυσεν ισχύουσα , επειδή δήθεν την παραβιάσαμεν ημείς, τότε, λαμβάνω την άποψιν του υπό σημείωσιν και εξάγω , με την σειράν μου , εξ αυτής τα συμπεράσματά μου.

ΑΙ ΑΓΓΛΟΓΕΡΜΑΝΙΚΑΙ ΣΧΕΣΕΙΣ
Καθ΄όλην την διάρκειαν  της πολιτικής μου σταδιοδρομίας ήμην της γνώμης , ότι επιβάλλεται μία στενή  γερμανο-αγγλική  φιλία και συνεργασία. Η επιθυμία μου αύτη δεν συμπίπτει  μόνον με τα αισθήματά μου , τα οποία πηγάζουν από την καταγωγήν των δύο λαών, αλλά και από την αντίληψίν μου περί της σημασίας  , την οποίαν έχει δι ολόκληρον την Ανθρωπότητα η υπόστασις της Βρεττανικής Αυτοκρατορίας. Κατά οιονδήποτε τρόπον  και αν απέκτησεν η Μ. Βρεττανία  τα αποικιακά της εδάφη -γνωρίζω ότι τούτο έγινε δια της βίας και πολλάκις και δια της βαρβαρότητος - δύναται τούτο να λεχθή και έχω σαφή αντίληψιν , ότι καμμία άλλη δύναμις  δεν απέκτησε  τα αποικιακά της  εδάφη δια διαφορετικής οδού. Ανεξαρτήτως αυτού , η παγκόσμιος Ιστορία  αποδίδει ολιγωτέραν σημασίαν εις την μέθοδον και περισσότερον εις το αποτέλεσμα  και δη κατόπιν συγκρίσεως προς την ωφέλειαν , ήτις προκύπτει εκ της χρησιμοποιήσεως της μιας ή της άλλης μεθόδου.
Η ανυπολόγιστος αποικιακή εργασία του αγγλοσαξωνικού λαού αποτελεί αντικείμενον  του ειλικρινούς θαυμασμού μου. Η εκτίμησις όμως αυτή δεν σημαίνει , ότι θα παραιτηθώ  από την εξασφάλισιν της ζωής του ιδικού μου έθνους. Θεωρώ   αδύνατον  την αποκατάστασιν  μιας συνεχούς φιλίας μεταξύ του γερμανικού και του αγγλοσαξωνικού λαού , αν δεν υπάρξη και από την άλλην πλευράν  η αντίληψις , ότι δεν υπάρχουν μόνο βρεττανικά, αλλά και γερμανικά συμφέροντα. Μία πραγματική , συνεχής φιλία  μεταξύ των δύο αυτών Κρατών είνναι νοητή  μόνον υπό την προϋπόθεσιν  του αμοιβαίου σεβασμού. Πρέπει να κατανοήσουν  όλοι οι Άγγλοι, ότι  δεν κατεχόμεθα ουδ' επ' ελάχιστον  από το αίσθημα της κατωτερότητος έναντι των Βρεττανών. Το ιστορικόν μας παρελθόν  είναι κολοσσιαίον  και δεν επιτρέπει κάτι παρόμοιον. Εάν δεν το κατανοήση αυτό η Αγγλία  και αποβλέψη προς την Γερμανίαν, ως προς υποτελές Κράτος. τότε. φυσικά , θα είναι ματαία η προσφορά της φιλίας και της αγάπης μας προς αυτήν. Δεν θα απελπισθώμεν  όμως, ούτε και θα αποθαρρυνθώμεν δια τον λόγον αυτόν. Θα εύρωμεν μόνοι μας , στηριζόμενοι εις την συναίσθησιν  της δυνάμεώς μας  και της δυνάμεως των φίλων μας . την οδόν, η οποία θα εξασφαλίση την ανεξαρτησίαν μας και θα συντελέση, ώστε να μη θιγή ποσώς η αξιοπρέπειά μας.

ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ κ. ΤΣΑΜΠΕΡΛΑΙΝ
Ήκουσα την δήλωσιν του Βρεττανού Πρωθυπουργού, ο οποίος φρονεί , ότι δεν ημπορεί κανείς να έχη εμπιστοσύνην εις τας υποσχέσεις της Γερμανίας.Υπό τας συνθήκας αυτάς είναι αυτονόητον , ότι δεν πρέπει να αναμείνωμεν ούτε από τον κ. Τσαμπερλαιν, ούτε από τον αγγλικόν λαόν την κατάστασιν εκείνην , η οποία είναι νοητή μόνον εφόσον υπάρχει εμπιστοσύνη. Συνεπής εις την απαρέγκλιτον πολιτικήν μου της φιλίας προς την Αγγλίαν , επρότεινα εξ ιδίας ελευθέρας πρωτοβουλίας τον περιορισμόν των ναυτικών εξοπλισμών της Γερμανίας. Η πρότασις μου αυτή προϋπέθετε την θέλησιν και την πεποίθησιν , ότι μεταξύ Αγγλίας και Γερμανίας δεν θα ήτο ποτέ πλέον δυνατός ο πόλεμος . Την θέλησιν και την πεποίθησιν αυτήν τας διατηρώ δια λογαριασμόν μου ακόμη και σήμερον . Οφείλω όμως να κάμω την διαπίστωσιν , ότι οι εν Λονδίνω δεν συμμερίζονται πλέον την πεποίθησιν αυτήν, αλλ' έχουν αντιθέτως , την γνώμην , ότι εις οιονδήποτε πόλεμον και αν εμπλακή κάποτε η Γερμανία, η Μ.Βρεττανία πρέπει να ταχθή αντίπαλός της. Θεωρούν δηλαδή εκεί - εις το Λονδίνον - τον πόλεμον εναντίον της Γερμανίας ως κάτι αυτονόητον.


ΖΗΤΕΙ ΜΟΝΟΝ ΤΑΣ ΑΠΟΙΚΙΑΣ
Λυπούμαι πολύ δι' αυτό διότι η μόνη αξίωσις, την οποίαν διετύπωσα απέναντι της Αγγλίας και την οποίαν διατυπώνω και τώρα και θα διατυπώνω και πάντοτε έως ότου μας δοθή ικανοποίησις είναι η της αποδόσεως των αποικιών μας. Δεν άφησα εν τούτοις την παραμικράν αβεβαιότητα περί του ότι τούτο δεν θα αποτελέση ποτέ αφορμήν πολεμικής συρράξεως. Επίστευα πάντοτε ότι η Αγγλία θα εξετίμα την γερμανικήν φιλίαν περισσότερον από όσον εκτιμά αντικείμενα, τα οποία δεν αποφέρουν εις αυτήν (την Αγγλίαν) καμμίαν πρακτικήν ωφέλειαν, ενώ τουναντίον δια την Γερμανίαν δύνανται να έχουν ζωτικήν σημασίαν.
Ασχέτως προς τούτο όμως , ουδέποτε διετύπωσα οιανδήποτε αξίωσιν ήτις θα ηδύνατο ν΄αποβή επικίνδυνος δια την Βρεττανικήν Αυτοκρατορίαν.
Εφόσον σήμερον η Αγγλία ακολουθεί πολιτικήν κυκλώσεως της Γερμανίας , εκλείπει πλέον η προϋπόθεσις υπό την οποίαν είχε συναφθή το ναυτικόν Σύμφωνον.

Η ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΥ ΑΓΓΛΟΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΣΥΜΦΩΝΟΥ

Απεφάσισα δια τούτο να προβώ σήμερον εις σχετικήν ανακοίνωσιν προς την αγγλικήν κυβέρνησιν. Τούτο δεν είναι δι' ημάς "υλική υπόθεσις". διότι ελπίζω πάντοτε ότι θα κατορθώσωμεν να αποφύγωμεν τον ανταγωνισμόν των εξοπλισμών έναντι της Αγγλίας. Είναι περισσότερον "υπόθεσις ηθική", υπόθεσις δηλαδή αξιοπρεπείας.
Αν η βρεττανική κυβέρνησις απέδιδε σημασίαν εις την επανάλειψιν των διαπραγματεύσεων μετά της Γερμανίας, ουδείς θα ήτο ευτυχέστερος από εμέ.
Επιθυμούμεν να φθάσωμεν εις μίαν σαφή και θετική συνεννόησιν και δεν ζητούμεν τίποτε, το οποίον να μην ήτο κάποτε ιδικό μας. Κανενός κράτους η ιδιοκτησία δεν πρόκειται να "ληστευθή" από ημάς. Οιοσδήποτε όμως φαντασθή ποτέ ότι είναι εις θέσιν να επιτεθή εναντίον της Γερμανίας , θα συναντήση μίαν δύναμιν και μίαν αντίστασιν απέναντι των οποίων αι του 1914 ήσαν ασήμαντοι.
Δια το ζήτημα του γερμανικού Μέμελ ετόνιζα πάντοτε ότι αν δεν ελύετο δια μιας γενναίας αποφάσεως αυτής ταύτης της Λιθουανίας θα ηνάγκαζε κάποτε τους Γερμανούς να μεταβούν επί τόπου.
Ούτε και εδώ ηξίωσα έστω και έν τετραγωνικόν χιλιόμετρον από ό,τι κατείχομεν πριν και από ό,τι μας είχε αφαιρεθή. Η δοθείσα λύσις θα είναι ευνοϊκή δια τας σχέσεις της Λιθουανίας μετά της Γερμανίας διότι η Γερμανία δεν έχει εφεξής άλλο συμφέρον παρά να ζήση ειρηνικώς και φιλικώς και μετά της χώρας αυτής (της Λιθουανίας).

ΑΙ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑΙ ΑΓΟΡΑΙ
Εις το σημείον αυτό επιθυμώ να τονίσω ότι η σημασία των οικονομικών συμφωνιών μετά της Γερμανίας δεν έγκειται μόνον εις το ότι αύτη είναι εις θέσιν, ως εξαγωγεύς , να ικανοποιήση όλας τας εις βιομηχανικά είδη ανάγκας των μετ' αυτής συμβαλλομένων αλλά και ως καταναλωτής μεγίστης ολκής είναι αγοραστής πλείστων όσων προϊόντων , τα οποία είναι τα μόνα χάρις εις τα οποία ημπορούν τα κράτη που τα παράγουν να συμμετέχουν εις το παγκόσμιον εμπόριον. Ενδιαφερόμεθα όμως όχι μόνον να συγκρατήσωμεν τας αγοράς αυτάς αλλά και να τας αναπτύξωμεν ακόμη περισσότερον.
Οι αποκαλούμενοι δημοκρατικοί πολιτικοί άνδρες διαβλέπουν μίαν σπουδαίαν πολιτικήν επιτυχίαν οσάκις κατορθώνουν να αποκλείσουν την τοποθέτησιν των προϊόντων ενός λαού από τας ξένας αγοράς δια του συστήματος του "μπουκοτάζ" , δια να τον κάμουν με τον τρόπον αυτόν να πεινάση. Δεν είναι ανάγκη να σας διαβεβαιώσω ότι οι λαοί δεν λιμοκτονούν από την αιτίαν αυτήν.
Όσον αφορά την Γερμανίαν είναι πάντοτε αποφασισμένη να μην αφήση να της αφαιρέσουν δια τρομοκρατικών μεθόδων ζωτικάς δι' αυτήν αγοράς του εξωτερικού. Και αυτό δεν ανταποκρίνεται μόνον προς τα ειδικά μας συμφέροντα , αλλά και προς τα συμφέροντα των μαθ΄ ημών συμβεβλημένων. Πόσας φοράς δεν διαβάζομεν ότι επειδή η Γερμανία διατηρεί στενάς οικονομικάς σχέσεις με μίαν χώραν , της αφαιρεί δήθεν την ανεξαρτησία της. Εβραϊκή ανοησία. Η Γερμανία είναι εις από τους κυριωτέρους "πελάτας" τους εμπορικώς συμβεβλημένους μετά των Βαλτικών χωρών. Δια τον λόγον αυτόν ενδιαφερόμεθα να διατηρούν αι χώραι αυταί την ανεξρτησίαν των και την καλώς ρυθμισμένην εθνικήν των υπόστασιν. Δια τούτο είμαι ευτυχής ότι κατορθώσαμεν να εξαλείψωμεν τας διαφοράς , αίτινες υφίσταντο μεταξύ ημών και της Λιθουανίας.


ΑΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΩΝΙΑΣ

Τα δημοκρατικά όμως κράτη ενδιεφέροντο να διαταράξουν δια μίαν ακόμη φοράν την ευρωπαϊκήν ατμόσφαιραν. Ούτω ήρχισαν να ομιλούν πάλιν περί στρατιωτικών μέτρων της Γερμανίας . Η επιστράτευσίς μας εστρέφετο αυτήν την φοράν εναντίον δήθεν της Πολωνίας. Δια τας γερμανοπολωνικάς σχέσεις δεν θα είχε κανείς να είπη πολλά. Η συνθήκη των Βερσαλλιών επεδίωξε - σκοπίμως φυσικά - να παρεμποδίση δια παντός πάσαν συνεννόησιν μεταξύ Γερμανίας και Πολωνίας , εφεύρε δε προς τον σκοπόν αυτόν τον ιδιόρρυθμον πολωνικόν διάδρομον όστις αποτελεί την πλέον οδυνηράν πληγήν δια την Γερμανίαν. Ήμην πάντοτε της γνώμης ότι δεν είναι δυνατόν να παρορασθή η ανάγκη της προς θάλασσαν εξόδου της Πολωνίας και ότι γενικώτερον οι γειτονικοί λαοί δεν πρέπει να δηλητηριάζουν τας σχέσεις των δια τεχνιτών μέσων. Ο αποθανών στρατάρχης Πιλσούδσκι όστις είχε την ιδίαν αντίληψιν ήτο πρόθυμος να εξετάση την "αποδηλητηρίασιν " των γερμανοπολωνικών σχέσεων και να συνάψη το γερμανοπολωνικόν σύμφωνον δυνάμει του οποίου αι δύο χώραΙ θα διεκανόνιζαν τας μεταξύ των σχέσεις , εις τρόπον ώστε ν΄αποκλεισθή οριστικώς ο πόλεμος από τας σχέσεις αυτάς. Η συμφωνία μεταξύ Πολωνίας και Γερμανίας θα συνέτεινεν άλλως τε εις ένα γενικώτερον κατευνασμόν εν Ευρώπη.

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΔΑΝΤΣΙΧ
Όσον αφορά ειδικώτερον το ζήτημα του Δάντσιγκ, το οποίον συνεζητήθη επανειλημμένως και προ τινών μηνών , υπέβαλα προς την πολωνικήν κυβέρνησιν συγκεκριμένας προτάσεις, τας οποίας σας καθιστώ ήδη γνωστάς, δια να σχηματίσετε και μόνοι σας γνώμην περί του αν απετέλουν τεραστίαν πράγματι συμβολήν δια την διατήρησιν της ευρωπαικής ειρήνης. Εθεώρησα απαραίτητον να εξηγήσω εις την κυβέρνησιν της Βαρσοβίας ότι κατά τον ίδιον τρόπον καθ' ον αύτη επιθυμεί να έχη μίαν διέξοδον προς την θάλασσαν , επιθυμεί και η Γερμανία να έχη μίαν δίοδον προς την ανατολικήν της επαρχίαν . Η διέξοδος της Πολωνίας προς την θάλασσαν δια μέσου του δαδρόμου, όπως αντιστρόφως μία οδός της Γερμανίας δια μέσου του ιδίου διαδρόμου , δεν έχουν καμμίαν απολύτως στρατιωτικήν σημασίαν. Η σημασία των έγκειται αποκλειστικώς εις ψυχολογικούς και οικονομικούς λόγους. Υπέβαλα εις την πολωνικήν κυβέρνησιν την ακόλουθον πρότασιν:
α)Να επανέλθη το Δάντσιγκ ως ελευθέρα πόλις εντός των ορίων του γερμανικού Ράιχ.
β) Να αποκτήση η Γερμανία μίαν οδόν δια μέσου του διαδρόμου καθώς και μίαν σιδηροδρομικήν γραμμήν προς αποκλειστικήν της χρήσιν , υπό τους ιδίους περιορισμούς δια την Γερμανίαν με τους ισχύοντας και δια την Πολωνίαν ως προς τον διάδρομον.
Η Γερμανία θα επροθυμοποιείτο κατόπιν τούτου:
α) Να αναγνωρίση όλα τα οικονομικής φύσεως δικαιώματα της Πολωνίας εις το Δάντσιγκ.
β) Να παραχωρήση εις την Πολωνίαν ελευθέραν λιμενικήν ζώνην οιασδήποτε εκτάσεως και με απολύτως ελευθέραν δίοδον προς αυτήν. 
γ) Να θεωρήση ως οριστικώς διακανονιζόμενα δια του τρόπου αυτού τα μεταξύ Πολωνίας και Γερμανίας σύνορα και να τα αποδεχθή. 
δ) Να συνάψη μετά της Πολωνίας σύμφωνον μη επιθέσεως εικοσιπενταετούς διαρκείας , ένα σύμφωνον δηλαδή το οποίον θα υπερέβαινε κατά πολύ την ιδικήν μου ζωήν και 
ε) Να εγγυηθή από κοινού μετά της Πολωνίας και της Ουγγαρίας , την ανεξαρτησίαν της Σλοβακίας, πράγμα το οποίον θα εσήμαινεν ουσιαστικώς την παραίτησιν της Γερμανίας από της προνομιούχου θέσεώς εις την περιοχήν αυτήν.
Η πολωνική κυβέρνησις απέρριψε τας προτάσεις μου αυτάς, δηλώσασα ότι είναι πρόθυμος να συζητήση μόνον : 
α) επί της αντικαταστάσεως του υπό της ΚΤΕ διορισθέντος Αρμοστού του Δάντσιγκ και β) να εξετάση το ζήτημα της παραχωρήσεως  συγκοινωνιακών διευκολύνσεων προς την Γερμανίαν δια μέσου του πολωνικού διαδρόμου.
Ελυπήθην ειλικρινώς δια την ακατανόητον εις εμέ τοιαύτην στάσιν της Πολωνίας. Αυτό δεν είχεν εν τούτοις αποφασιστικήν σημασίαν. Το χειρότερον είναι ότι ενόμισε και η Πολωνία όπως ενόμισε πρό έτους η Τσεχοσλοβακία , ότι ήτο υποχρεωμένη να καλέση στρατόν υπό τα όπλα, υπείκουσα εις μίαν ψευδή παγκόσμιον δημοκοπίαν, τούτο δε, μολονότι η Γερμανία δεν εκάλεσεν υπό τα όπλα ούτε ένα στρατιώτην , ούτε εσκεύθη να δράση οπωσδήποτε εναντίον της Πολωνίας.

Η ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΩΝΙΑΝ
Αι μέλλουσαι γενεαί θα αποφανθούν κάποτε περί του αν ήτο πράγματι συνετόν να απορριφθούν αι προτάσεις, τας οποίας υπέβαλα. Κατά την ιδικήν μου αντίληψιν , η Πολωνία δεν εκαλείτο να δώση τίποτε εις την προκειμένην περίπτωσιν , αλλ΄εκαλείτο μάλλον να λάβη. Διότι δεν επιτρέπεται η παραμικρά αμφιβολία περί του ότι το Δάντσιγκ δεν θα γίνει ποτέ πολωνικόν. Η υπό του παγκοσμίου τύπου αποδοθείσα εις την Γερμανίαν πρόθεσις να επιτεθή εναντίον της Πολωνίας είχεν ως αποτέλεσμα την λεγομένην "Δήλωσιν εγγυήεως" και την υπό της πολωνικής κυβερνήσεως ανάληψιν της υποχρεώσεως παροχής αμοιβαίας βοηθείας ήτις ενδέχεται υπό ωρισμένας συνθήκας , να την αναγκάση να ευρεθή αντιμέτωπος της Γερμανίας εν περιπτώσει συρράξεως της τελευταίας αυτής προς άλλην χώραν. Η υποχρέωσις αυτή ευρίσκεται εις αντίφασιν προς την συμφωνίαν , την οποίαν είχε συνάψει μετά του στρατηγού Πιλσούδσκι διότι κατά την σύναψιν της εν λόγω συμφωνίας είχον ληφθή υπ' όψιν αι τότε υφιστάμεναι υποχρεώσεις της Πολωνίας έναντι τρίτων. Το ότι η Πολωνία επεκτείνει , εκ των υστέρων , τας υποχρεώσεις της αυτάς, αντιτίθεται τελείως προς το πνεύμα της γερμανοπολωνικής συμφωνίας περί μη επιθέσεως.
Υπό τας συνθήκας αυτάς δεν θα υπέγραφα τότε το σύμφωνον αυτό. Διότι ποίαν έννοιαν δύνανται να έχουν τα σύμφωνα μη επιθέσεως όταν ο είς εκ των συμβαλλομένων αφήνει ανοικτάς πλείστας όσας ειδικάς περιπτώσεις;
Υπάρχουν δύο ειδών σύμφωνα ασφαλείας: τα ομαδικά- τα οποία ουσιαστικώς είναι σύμφωνα μη ασφαλείας και σημαίνουν διαρκή απειλήν πολέμου- και τα σαφή σύμφωνα, τα οποία όμως πρέπει ν' αποκλείουν ριζικώς οιανδήποτε χρήσιν των όπλων μεταξύ των συμβαλλομένων . Θεωρώ ως εκ τούτου το σύμφωνον , το οποίον υπέγραψα μετά του στρατάρχου Πιλσούδσκι ως παραβιασθέν υπό της Πολωνίας και ως μη υφιστάμενον πλέον .Επληροφόρησα περί αυτού την πολωνικήν κυβέρνησιν , αλλ' επαναλαμβάνω ότι τούτο δεν σημαίνει ότι επήλθεν οιαδήποτε μεταβολή εις τας βασικάς μου αρχάς εν σχέσει προς τα προεκταθέντα προβλήματα. Αν η πολωνική κυβέρνησις απέδιδε σημασίαν εις νέον τινά συμβατικόν διακανονισμόν των σχέσεων με την Γερμανίαν , το πράγμα θα μου επροξένει ειλικρινή χαράν , πάντως όμως με την προϋπόθεσιν ότι τοιούτος διακανονισμός θα εστηρίζετο καθ' ολοκληρίαν επί σαφών υποχρεώσεων, αίτινες θα εξεπληρούντο εξ ίσου υπ' αμφοτέρων των συμβαλλομένων. Η Γερμανία είναι εν πάση περιπτώσει πρόθυμος να αναλάβη τοιαύτας υποχρεώσεις και να τας εκπληρώση.


Υποσημειώσεις:
[1] Ολόκληρο το κείμενο του τηλεγραφήματος που ο Ρούσβελτ έστειλε στο Χίτλερ έχει ως εξής: THE WHITE HOUSE, April 14, 1939.
You realize I am sure that throughout the world hundreds of millions of human beings are living today in constant fear of a new war or even a series of wars.
The existence of this fear-and the possibility of such a conflict-is of definite concern to the people of the United States for whom I speak, as it must also be to the peoples of the other nations of the entire Western Hemisphere. All of them know that any major war, even if it were to be confined to other continents, must bear heavily on them during its continuance and also for generations to come.
Because of the fact that after the acute tension in which the world has been living during the past few weeks there would seem to be at least a momentary relaxation-because no troops are at this moment on the march-this may be an opportune moment for me to send you this message.
On a previous occasion I have addressed you in behalf of the settlement of political, economic, and social problems by peaceful methods and without resort to arms.
But the tide of events seems to have reverted to the threat of arms. If such threats continue, it seems inevitable that much of the world must become involved in common ruin. All the world, victor nations, vanquished nations, and neutral nations will suffer. I refuse to believe that the world is, of necessity, such a prisoner of destiny. On the contrary, it is clear that the leaders of great nations have it in their power to liberate their peoples from the disaster that impends.
It is equally clear that in their own minds and in their own hearts the peoples themselves desire that their fears be ended.
It is, however, unfortunately necessary to take cognizance of recent facts.
Three nations in Europe and one in Africa have seen their independent existence terminated. A vast territory in another independent nation of the Far East has been occupied by a neighboring state. Reports, which we trust are not true, insist that further acts of aggression are contemplated against still other independent nations. Plainly the world is moving toward the moment when this situation must end in catastrophe unless a more rational way of guiding events is found.
You have repeatedly asserted that you and the German people have no desire for war. If this is true there need be no war.
Nothing can persuade the peoples of the earth that any governing power has any right or need to inflict the consequences of war on its own or any other people save in the cause of self-evident home defense.
In making this statement we as Americans speak not through selfishness or fear or weakness. If we speak now it is with the voice of strength and with friendship for mankind. It is still clear to me that international problems can be solved at the council table.
It is therefore no answer to the plea for peaceful discussion for one side to plead that unless they receive assurances beforehand that the verdict will be theirs, they will not lay aside their arms. In conference rooms, as in courts, it is necessary that both sides enter upon the discussion in good faith, assuming that substantial justice will accrue to both; and it is customary and necessary that they leave their arms outside the room where they confer.
I am convinced that the cause of world peace would be greatly advanced if the nations of the world were to obtain a frank statement relating to the present and future policy of governments.
Because the United States, as one of the nations of the Western Hemisphere, is not involved in the immediate controversies which have arisen in Europe, I trust that you may be willing to make such a statement of policy to me as the head of a nation far removed from Europe in order that I, acting only with the responsibility and obligation of a friendly intermediary, may communicate such declaration to other nations now apprehensive as to the course which the policy of your Government may take.
Are you willing to give assurance that your armed forces will not attack or invade the territory or possessions of the following independent nations: Finland, Estonia, Latvia, Lithuania, Sweden, Norway, Denmark, The Netherlands, Belgium, Great Britain and Ireland, France, Portugal, Spain, Switzerland, Liechtenstein, Luxemburg, Poland, Hungary, Rumania, Yugoslavia, Russia, Bulgaria, Greece, Turkey, Iraq, the Arabias, Syria, Palestine, Egypt and Iran.
Such an assurance clearly must apply not only to the present day but also to a future sufficiently long to give every opportunity to work by peaceful methods for a more permanent peace. I therefore suggest that you construe the word "future" to apply to a minimum period of assured non-aggression-ten years at the least-a quarter of a century, if we dare look that far ahead.
If such assurance is given by your Government, I will immediately transmit it to the governments of the nations I have named and I will simultaneously inquire whether, as I am reasonably sure, each of the nations enumerated above will in turn give like assurance for transmission to you.
Reciprocal assurances such as I have outlined will bring to the world an immediate measure of relief.
I propose that if it is given, two essential problems shall promptly be discussed in the resulting peaceful surroundings, and in those discussions the Government of the United States will gladly take part.
The discussions which I have in mind relate to the most effective and immediate manner through which the peoples of the world can obtain progressive relief from the crushing burden of armament which is each day bringing them more closely to the brink of economic disaster. Simultaneously the Government of the United States would be prepared to take part in discussions looking towards the most practical manner of opening up avenues of international trade to the end that every nation of the earth may be enabled to buy and sell on equal terms in the world market as well as to possess assurance of obtaining the materials and products of peaceful economic life.
At the same time, those governments other than the United States which are directly interested could undertake such political discussions as they may consider necessary or desirable.
We recognize complex world problems which affect all humanity but we know that study and discussion of them must be held in an atmosphere of peace. Such an atmosphere of peace cannot exist if negotiations are overshadowed by the threat of force or by the fear of war.
I think you will not misunderstand the spirit of frankness in which I send you this message. Heads of great governments in this hour are literally responsible for the fate of humanity in the coming years. They cannot fail to hear the prayers of their peoples to be protected from the foreseeable chaos of war. History will hold them accountable for the lives and the happiness of all-even unto the least.
I hope that your answer will make it possible for humanity to lose fear and regain security for many years to come.
A similar message is being addressed to the Chief of the Italian Government.
FRANKLIN D. ROOSEVELT
O  ελληνικός  ημερήσιος τύπος παρουσίασε ευρύτατα αποσπάσματα του τηλεγραφήματος και από την εφημερίδα ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ της Κυριακής 16 Απριλίου 1939 αντιγράφω:
Απηυθύνθην και προγενεστέρως προς υμάς επί του ζητήματος του διακανονισμού των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων δι' ειρηνικού τρόπου και άνευ προσφυγής εις τα όπλα , αλλά η εξέλιξις των γεγονότων φαίνεται ότι επανέφερε την ένοπλον απειλήν.
Εάν η απειλή αυτή συνεχισθή φαίνεται αναπόφευκτον ότι μέγα του κόσμου ήθελε κρημνισθή εις γενικήν καταστροφήν. Ολόκληρος ο κόσμος -νικηφόρα έθνη, ηττημένα έθνη και ουδέτερα έθνη-ήθελον υποφέρει.
Αρνούμαι να πιστεύσω ότι ο κόσμος είνε κατ' ανάγκην προωρισμένος δια τοιαύτην μοίραν. Τουναντίον είνε φανερόν , ότι οι ηγέται των μεγάλων εθνών έχουν τη δύναμιν δια να απαλλάξουν τους λαούς των από την επικειμένην καταστροφήν. Είνε εξ ίσου φανερόν ότι εις το πνεύμα των και εις τας καρδίας των οι λαοί αυτοί επιθυμούν να τερματισθούν οι φόβοι των. 
Είνε όμως αναγκαίον , ατυχώς, να λάβη τις υπ' όψιν τα πρόσφατα γεγονότα.Τρία έθνη εν Ευρώπη και ένα εις την Αφρικήν είδον να θνήσκη η ανεξαρτησία των. Εκτεταμένα εδάφη εις ένα άλλο ανεξάρτητον έθμος, εις την Άπω Ανατολήν , κατελήφθησαν υπό γειτονικού κράτους. Συμφώνως προς επιμόνους φήμας αι οποίαι ελπίζομεν , θα αποδειχθούν αβάσιμοι, άλλαι πράξεις επιθετικαί αναφέρεται ότι σχεδιάζονται κατά ανεξαρτήτων Εθνών. Δια να ομιλήσω απροκαλύπτως , προσεγγίζει η στιγμή , κατά την οποίαν η κατάστασις αυτή πρέπει να καταλήξη εις καταστροφήν, εκτός εάν ήθελεν ευρεθή λογικωτέρα μέθοδος αντιμετωπίσεως των γεγονότων"...........
Είσθε διατεθειμένοι να παράσχετε την εγγύησιν ότι αι ένοπλοι δυνάμεις σας δεν θέλουν ενεργήσει επίθεσιν ή δεν θέλουν εισβάλει εις το έδαφος ή τας κτήσεις κανενός εκ των κατωτέρω ανεξαρτήτων εθνών :
Φινλανδίας, Εσθονίας, Λεττονίας, Λιθουανίας, Σουηδίας, Νορβηγίας, Δανίας, Ολλανδίας, Βελγίου , Μ.Βρεττανίας και ιρλανδίας, Γαλλίας, Πορτογαλίας, Ισπανίας, Ελβετίας, Δουκάτου του Λιχτενστάϊν , Μ.Δουκάτου του Λουξεμβούργου, Πολωνίας, Ουγγαρίας, Ρουμανίας, Γιουγκοσλαυίας, Ρωσσίας, Βουλγαρίας, Ελλάδος, Τoυρκίας  , Ιρακ, των αραβικών κρατών , Συρίας, Παλαιστίνης, Αιγύπτου και Ιράν;
Τοιαύτη διαβεβαίωσις είνε προφανές ότι θα πρέπει να εφαρμοσθή όχι μόνον δια την σήμερον, αλλά και δι ένα μέλλον επαρκώς ευρύ, ώστε να παράσχη πάσσαν ευκαιρίαν να εργασθώμεν δι ειρηνικών μεθόδων δια μονιμωτέραν ειρήνην. Προτείνω ως εκ τούτου όπως συμφωνήσητε ίνα η λέξις μέλλον εφαρμοσθή δι' έν τουλάχιστον όριον χρονικής περιόδου εξασφαλίσεως κατά των επιθέσεων , δέκα τουλάχιστον ετών, ή ενός τετάρτου αιώνος, εάν τολμήσωμεν να αποβλέψωμεν τόσον μακράν.
Εάν τοιαύτη διαβεβαίωσις παρασχεθή, θέλω την μεταβιβάσει αμέσως προς τας κυβερνήσεις των προαναφερθέντων εθνών και θέλω ταυτοχρόνως διεξαγάγει έρευναν επί του εαν , ως έχω λόγους να είμαι βέβαιος , έκαστον εκ των απαριθμηθέντων ανωτέρω εθνών θέλει παράσχει και αυτό παρομοίαν διαβεβαίωσιν όπως την διαβιβάσω προς υμάς.
[2]
[3] Abgeordnete, Männer des Reichstages! 
Der Präsident der nordamerikanischen Union hat an mich ein Telegramm gerichtet, dessen eigenartiger Inhalt Ihnen bekannt ist. Da, ehe ich als Empfänger dieses Dokument zu sehen bekam, die andere Welt durch Rundfunk und Presse davon bereits Kenntnis erhalten hatte, und wir außerdem aus zahllosen Kommentaren demokratischer Weltorgane die freundliche Aufklärung erhalten hatten, dass es sich bei diesem Telegramm um ein geschicktes taktisches Papier handele, das bestimmt sei, den volksregierten Staaten die Verantwortung für die kriegerischen Maßnahmen der Plutokratien aufzubürden, habe ich mich entschlossen, den Deutschen Reichstag einberufen zu lassen, um damit Ihnen, meine Abgeordneten des Reichstages, die Möglichkeit zu geben, meine Antwort als die gewählten Vertreter der deutschen Nation zu allererst kennen zu lernen und sie entweder zu bestätigen oder abzulehnen.

[4] Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ Παρασκευή 28 Απριλίου 1939




Δευτέρα 27 Αυγούστου 2012

ΔΗΜΟΣΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΧΙΤΛΕΡ ΣΤΟ ΑΠΟ 15/4/39 ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑ ΤΟΥ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΡΟΥΣΒΕΛΤ


Στις 15 Απριλίου 1939 ο Αμερικανός Πρόεδρος Ρούσβελτ έστειλε ταυτόχρονα σε Ρώμη και Βερολίνο ένα τηλεγράφημα με το οποίο έθετε στους ηγέτες των αντιστοίχων χωρών  ένα συγκεκριμένο ερώτημα :
"Είσαστε πρόθυμοι να διαβεβαιώσετε  ότι οι ένοπλες δυνάμεις σας δεν θα επιτεθούν  και δεν θα εισβάλουν  στα εδάφη των παρακάτω ανεξάρτητων Κρατών;
Ο κατάλογος που ακολουθούσε περιελάμβανε 31 χώρες  ανάμεσα στις οποίες τη Γαλλία , τη Μ.Βρετανία , τα Βαλτικά κράτη και αυτή ακόμα τη Σοβιετική Ένωση.
Το "παράδοξο" ερώτημα του Αμερικανού Προέδρου δημιουργησε πρωτοφανή κινητικότητα στο Γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών. Δια της διπλωματικής οδού μια-μια οι κυβερνήσεις των κρατών που αναφέρονταν στον κατάλογο κλήθηκαν να απαντήσουν και μάλιστα  γραπτά αν και κατά πόσο ένοιωθαν απειλούμενες από τη Γερμανία. Στις 22 Απριλίου η διαδικασία ολοκληρώθηκε,  οι απαντήσεις συγκεντρώθηκαν και ο κατάλογος παραδόθηκε  στον Πρόεδρο της Κυβέρνησης.
Στις 28 Απριλίου ο Hitler   μίλησε  στο Γερμανικό Κοινοβούλιο . Στη διάρκεια μιας ομιλίας που ξεπέρασε σε διάρκεια  τις 2 ώρες, αφιέρωσε όλο τον αναγκαίο χρόνο για  να απαντήσει στον Αμερικανό Πρόεδρο....
"Με ποιό τρόπο  ο κ. Ρούσβελτ κατάφερε να ξεχωρίσει   ποια είναι  τα Έθνη που νοιώθουν απειλούμενα από τη γερμανική πολιτική και ποιά όχι; Μήπως ο κ.Ρούσβελτ , παρά τη πίεση του υπέρογκου φόρτου εργασίας που  έχει στη Πατρίδα του,  έχει προσωπική αντίληψη     των βαθυτέρων σκέψεων  και αισθημάτων των άλλων λαών και των Κυβερνήσεών των ;
Τέλος ο κ.Ρούσβελτ  ζητά από μας διαβεβαιώσεις  ότι οι Γερμανικές ένοπλες δυνάμεις  δεν θα απειλήσουν και πολύ περισσότερο, δεν θα εισβάλουν  στα εδάφη και τις κτήσεις των παρακάτω ανεξάρτητων Εθνών. Στη συνέχεια αναφέρει τις χώρες μια προς μία.Φινλανδία , Λιθουανία, Λετονία, Εσθονία , Νορβηγία ,Σουηδία, Δανία Ολλανδία, Βέλγιο, Μεγάλη Βρετανία , Ιρλανδία, Γαλλία Πορτογαλία, Ισπανία, Ελβετία, Λίχτενσταιν , Λουξεμβούργο ,Πολωνία , Ουγγαρία, Ρουμανία, Γιουγκοσλαυία Ρωσία, Βουλγαρία Τουρκία ,Ιρακ , Αραβία ,Συρία ,Παλαιστίνη ,Αίγυπτο και Ιραν.
Απάντηση . Πριν από όλα μπήκα στο κόπο να βεβαιωθώ αν  κατά πρώτο λόγο, τα αναφερόμενα κράτη αισθάνονται απειλούμενα  και κατά δεύτερο και σπουδαιότερο λόγο ,   αν ο προβληματισμός  του Αμερικανού Προέδρου εκδηλώθηκε  ύστερα από αίτημά  τους ή έστω από  συγκατάθεσή τους.
 Η απάντηση σε όλες αυτές τις  περιπτώσεις ήταν αρνητική.Σε μερικές περιπτώσεις ιδιαίτερα αρνητική. Είναι αλήθεια ότι υπήρξαν  καποια ανάμεσα στα προαναφερόμενα Κράτη και  Έθνη  που   δεν κατάφερα να ρωτήσω   γιατί αυτά-όπως σαν παράδειγμα η Συρία - προς το παρόν δεν απολαμβάνουν  την  ελευθερία  τους  , μια που  βρίσκονται  υπό τη  κατοχή  στρατιωτικών πρακτόρων των Δημοκρατικών χωρών  και συνεπώς στερούνται των  δικαιωμάτων τους.
Πέρα όμως από αυτό το γεγονός , όλα τα κράτη που  που συνορεύουν με τη Γερμανία  έχουν λάβει πολύ μεγαλύτερες  δεσμευτικές διαβεβαιώσεις  και επιπλέον ακόμη μεγαλύτερες  δεσμευτικές προτάσεις  από όσες ο κ.Ρούζβελτ μου ζήτησε  με το περίεργο τηλεγράφημά του. ..............
Οφείλω να επιστήσω τη προσοχή του κυρίου Ρούσβελτ σε ένα ή δύο ιστορικά λάθη.  Ανάμεσα στις  άλλες χώρες  , ανέφερε την Ιρλανδία  και ζήτησε από μας μια δήλωση ότι ότι η Γερμανία  δεν θα επιτεθεί στην Ιρλανδία.. Έτυχε πριν από λίγο να διαβάσω μιά ομιλία  του De Valera , του Ιρλανδού Τaoiseach στην οποία κατά αρκετά παράδοξο τρόπο και ενάντια στην πεποίθηση του κυρίου Ρούσβελτ , δεν χρεώνει   τη καταπίεση που υφίσταται η Ιρλανδία ,στη Γερμανία αλλά  καταγγέλει ότι η  Αγγλία είναι αυτή  που  ασκεί πάνω στην Ιρλανδία  μια  συνεχή καταπίεση......
Κατά τον ίδιο τρόπο  διελαθε της προσοχής του κ.Ρούσβελτ  το γεγονός ότι η Παλαιστίνη  σημερα δεν κατέχεται από γερμανικά στρατεύματα  αλλά από αγγλικά   , ότι η χώρα υφίσταται περιορισμούς της ελευθερία της με την πλέον βάναυση χρήση βίας, η ανεξαρτησία της υπονομεύεται και υφίσταται τη πλέον αποτρόπαια κακοποίηση προς όφελος των Εβραίων εισβολέων.........



ΤΟ ΜΕΓΑ ΔΙΕΘΝΕΣ ΓΕΓΟΝΟΣ- Η ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΤΟΥ κ. ΧΙΤΛΕΡ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΝ ΤΟΥ κ. ΡΟΥΣΒΕΛΤ

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2011

Η ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑ(Από τον νόμο Cash and Carry στο Πέρλ Χάρμπορ)

Πώς θα υποχρεώσουμε τους Ιά­πωνες
να κάνουν το πρώτο βήμα
δίχως να εκτεθούμε υπερβολικά;
Να το ερώτημα
.
Henry Stimson
Στις 5 Μαΐου 1940, μπροστά στα επιταχυνόμενα στρατιωτικά γεγονότα πάνω στο Ευρωπαϊκό έδαφος, η Κυβέρνηση Chamberlain ανατρέπεται. Οκτώ μέρες αργότερα ο εντολοδόχος Πρωθυ­πουργός Churchill ζητά και κερ­δίζει την ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής των Κοινοτήτων, υποσχό­μενος «αίμα, κούραση, δάκρυα και ιδρώτα».
Στις 15 Μαΐου ο Churchill απευθύνει στον Αμερικανό Πρό­εδρο Roosevelt ένα εμπιστευτικό μήνυμα μέσα στο οποίο επιση­μαίνει τις τρομακτικές ανάγκες που η χώρα του αντιμετωπίζει σε πολεμικό υλικό. Με μακιαβελική ψυχρότητα ο Βρετανός Πρω­θυπουργός ομολογεί απερίφραστα την χρεοκοπία της Εθνικής Οι­κονομίας και κάνει την πρόβλεψη ότι πολύ σύντομα ή χώρα του, θα υποχρεωθεί να αθετήσει όλες τις οικονομικές υποχρεώσεις  της  πού προ­βλέπονται από τον αμερικανικό νόμο Cash and carry.
«Όσο κάτι τέτοιο θα είναι δυ­νατό, θα πληρώνουμε σε δολάρια, παρ' όλα αυτά θα επιθυμού­σα μια διαβεβαίωση ότι ακόμα και στην περίπτωση που δεν θα μπορούσαμε να πληρώσουμε, εσείς θα εξακολουθούσατε να στέλνετε τα εμπορεύματα».
Ο Αμερικανός Πρόεδρος απαν­τά στον Churchill στις 18. Υπό­σχεται ότι δεν πρόκειται να εγκα­ταλείψει ποτέ την αγωνιζόμενη Βρετανία και τους συμμάχους της, προειδοποιεί όμως ότι, προς το παρόν, δεν μπορεί να γίνει καμιά επέκταση της προσφερόμενης βοήθειας. Κάτι τέτοιο θα προκα­λούσε αμέσως την παρέμβαση του Κογκρέσου. «Η στιγμή δεν εί­ναι κατάλληλη για κάτι τέτοιο», ομολογούσε απερίφραστα ο Αμε­ρικανός Πρόεδρος.
Πραγματικά, εκείνη την εποχή, το Κογκρέσο είναι δέσμιο της κοινής γνώμης, που αρνείται κα­τηγορηματικά κάθε ιδέα αναφορι­κά με την επέμβαση των ΗΠΑ σ' έναν καινούργιο πόλεμο. Τόσο αυ­τό όσο και η Γερουσία βομβαρδί­ζονται καθημερινά από εκατοντά­δες χιλιάδες επιστολές που χαρα­κτηρίζουν τον πόλεμο στην Ευρώ­πη έναν «ξένο» πόλεμο.
Από τον Ειρηνικό μέχρι τον Ατλαντικό, η Αμερική επιθυμεί και αγωνίζεται για την ουδετερό­τητα της. Εκατοντάδες σωματεία και οργανώσεις προπαγανδίζουν μαχητικά την πολιτική του απο­μονωτισμού και μαζεύουν υπο­γραφές επωνύμων και ανωνύμων πολιτών.
Σε κάθε πόλη κάνουν την εμφά­νιση τους γιγάντιες αφίσσες με φιλειρηνικά συνθήματα όπως: Let's forget - Let's stay out (Ας ξεχάσουμε - Ας μείνουμε έξω). Στις ογκώ­δεις αντιπολεμικές συγκεντρώσεις πρωτοστατούν ονόματα πρώτου μεγέθους. Από τον Ούήλερ στην Νόρις, από τον Λίντμπεργκ στον Γκούχλιν και στον Χούβερ. Την ίδια εποχή μια σφυγμομέ­τρηση του έγκυρου περιοδικού «Λάιφ» αποκαλύπτει ότι το 97% των Αμερικανών απέρριπταν κα­τηγορηματικά κάθε ιδέα για έξοδο της χώρας στο πόλεμο.Ο στρατηγός Χουγκ Τζόνσον δεν διστάζει να καταγγείλει στον αμερικανικό λαό ότι παρ΄όλα αυτά,  σκο­τεινές δυνάμεις  οδηγούν αργά αλλά σταθερά τη χώρα στον πό­λεμο και προειδοποιεί:
«Είμαστε τραγικά ανέτοιμοι για πόλεμο ή άμυνα σήμερα. Πολλές πρόσφατες μας πράξεις είναι πρά­ξεις πολέμου».
Με τη σειρά τους οι Αμερικα­νοί Κομμουνιστές εκδηλώνουν το ίδιο μαχητικά την άρνηση τους για οποιαδήποτε συμμετοχή των Η.Π.Α. στον Ευρωπαϊκό πόλεμο με θορυβώδεις πορείες, διαδηλώ­σεις και υπομνήματα. Το Γερμανό-σοβιετικό σύμφωνο φιλίας και μη επιθέσεως είναι ακόμα πολύ πρόσφατο και ή δήλωση του Μολότωφ της 31.10.1939 δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας.
«Είναι εγκληματική η συμμετοχή σ' ένα πόλεμο που κάτω από τον μανδύα του αγώνα για την υπεράσπιση της Δημοκρατίας αποβλέπει αποκλειστικά στην καταστροφή της Εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας».
ΤΟ 1940 είναι για την Αμερική έτος προεδρικών εκλογών. Ο Roosevelt παραβιάζοντας για πρώ­τη φορά έναν άγραφο νόμο πού είχε τις ρίζες του στην εποχή του Τζ. Ουάσιγκτων αποφασίζει να διεκδικήσει για τρίτη φορά την Προεδρία και ετοιμάζεται.
Μέσα στο Φθινόπωρο προωθεί βιαστικά μια σειρά από νομοσχέ­δια που αφορούν τις ένοπλες δυνά­μεις. Ανάμεσα σ' αυτά είναι και η Selective Service Act  που προβλέπει την υποχρεωτική στρα­τιωτική θητεία των πολιτών.
Αυτές οι βιαστικές πολεμικές προετοιμασίες ανησυχούν τους Αμερικανούς. Ο Roosevelt δε­σμεύεται δημόσια να σεβαστεί την επιθυμία των πολιτών σε μια προσπάθεια να εκτονώσει την ήδη εκρηκτική κατάσταση και διαβεβαιώνει τους ψηφοφόρους του ότι δεν πρόκειται ποτέ να πολεμήσουν σ' έναν «ξένο» πόλεμο.
Οι Αμερικανοί τον πιστεύουν και οι εκλογές της 4ης Νοεμβρίου δίνουν για μια ακόμα φορά την νίκη στους Δημοκρατικούς. Ο Roosevelt είναι για τρίτη φορά Πρόεδρος των ΗΠΑ.
Πέρα από τον Ατλαντικό, ο Churchill έχει κάθε λόγο να είναι αισιόδοξος. Σε λίγο καιρό η Με­γάλη Βρετανία δεν θα πολεμά πλέ­ον μόνη.
Αν σταθούμε στην εκπληκτική μαρτυρία του Αμερικανού Αντιναυάρχου R. Α. Theobald, ο Πρόεδρος Roosevelt είχε πάρει τις αποφάσεις του από την εποχή ακόμα της γαλλικής κατάρρευ­σης, τον Μάιο του 1940.
«.... Τη στιγμή της Γαλλικής ήττας, ο Πρόεδρος Roosevelt είχε πεισθεί ότι οι ΗΠΑ, στην περί­πτωση που η Μεγάλη Βρετανία θα έμενε μόνη, θα έπρεπε να πο­λεμήσουν στο πλευρό της, γιατί αλλιώς θα ήσαν υποχρεωμένες να πολεμήσουν τελείως μόνες, τελευ­ταίο οχυρό της Δημοκρατίας, μέσα σ' ένα ήδη ναζιστικό κόσμο».
Η επιθυμία του Roosevelt να συμπαραταχθεί στο πλευρό της Μ. Βρετανίας δεν είναι αρκετή από μόνη της. Το μεγάλο πρόβλημα παραμένει και δεν είναι άλλο από την αντιπολεμική διάθεση της Αμερι­κής να πάρει μέρος σ' ένα πόλεμο τόσο μακρυνό και τόσο ξένο με τα συμφέροντα της.
Όπως είχε δηλώσει ο Charles Lindbergh:
These wars in Europe are not wars in which our civilization is defending itself against some Asia­tic intruder. There is no Genghis Khan or Xerxes marching against our western nations this is simply one more of those age-old struggles within our own family of nations. If we have a fight for democracy abroad, we may end losing it at home».
Σύμφωνα πάντα με τον αντιναύαρχο Theobald:
«O λαός των ΗΠΑ ήταν τε­λείως αντίθετος στον πόλεμο, έπρεπε λοιπόν να βρεθεί ένας τρό­πος ώστε να δεχθεί πιέσεις επίσης από μια δύναμη του Άξονα που θα τον έπειθε για την ανάγκη να πολεμήσει. Χρειαζόταν κάτι δρα­ματικό και δίχως καμία αμφιβο­λία ο Πρόεδρος βρισκόταν μπρο­στά σε μια πολύ δύσκολη απόφα­ση».
Αυτό το μεγάλο  εμπόδιο ο Roosevelt επιχειρεί να το ανατρέψει με ψυχρή μεθοδικό­τητα. Για να προετοιμάσει το έδαφος της μεταστροφής της κοι­νής γνώμης εγκαινιάζει μια σειρά ραδιοφωνικών εκπομπών. Ήρεμα και με τόνο πατρικό εκθέτει τις σκέψεις και τους προβληματι­σμούς του στους ακροατές του και εκφράζει τις ανησυχίες του αναφορικά με τους κινδύνους που δημιουργεί ο κλιμακούμενος πό­λεμος στην Ευρώπη.
Εκατομμύρια Αμερικανών τον ακούν με συγκατάβαση. Όμως αυ­τοί που αντιλαμβάνονται τη ση­μασία των λόγων του είναι ελάχι­στοι.
Στις 16 Δεκεμβρίου ο Roosevelt μιλά στους δημοσιογράφους. Δεν κρύβει από κανένα τις τρομερές δυσκολίες που αντιμετωπίζει η αγωνιζόμενη Βρετανία, επισημαί­νει τις ελλείψεις του Νόμου Cash and Carry (με τον οποίο σε διάστημα 14 μηνών η Βρετανία έχει προμηθευτεί πολεμικό υλικό αξίας 4.000.000 δολαρίων), προ­βλέπει την αντικατάσταση του με κάποιο άλλο περισσότερο αποτελεσματικό και καταγγέλλει τη δεισιδαιμονία του δολαρίου.
Στις 29 Δεκεμβρίου μιλά στον Αμερικανικό λαό, μ' ένα ασυνήθιστο τόνο. Αφού περιγράφει με τα πιο μελανά χρώματα την τύχη που περιμένει τις ΗΠΑ στην περίπτωση της βρετανικής κατάρρευσης κάνει αναφορά στην Εθνικοσοσιαλιστική απειλή «μια απειλή που κανείς δεν μπορεί να αποφύγει χώνοντας το κεφάλι του κάτω από τα σκεπάσματα».
«Και σ' αυτήν ακόμα την Αμερική θα πρέπει να ζούμε υπό την απειλή του ναζιστικού κανονιού, ενός κανονιού πού είναι γε­μάτο με εκρηκτικές ύλες, έτοιμο να σκορπίζει ανάμεσα μας την οικονομική καταστροφή και τη στρατιωτική αναστάτωση. Πρέπει να είμαστε το μεγάλο οπλοστάσιο της Δημοκρατίας (The great  arsenal of Democracy)».
Στις 10 Ιανουαρίου 1941 κατα­τίθεται στη Βουλή των Αντιπροσώπων το νομοσχέδιο H-R-1776.  Η καινούργια προσπάθεια του Roosevelt για μια αποτελεσματικό­τερη βοήθεια της Αμερικής προς τη  Βρετανία και τους συμμάχους της, παίρνει το δρόμο των διαδι­κασιών που προβλέπει το Σύντα­γμα. Οι οπαδοί του απομονωτι­σμού που βλέπουν πλέον ξεκάθα­ρα τις πραγματικές προθέσεις τού Προέδρου ξεσηκώνονται.
Ο Αμερικανικός λαός για μια ακόμα φορά ξεχύνεται δυναμικά στους δρόμους και τις πλατείες, διαδηλώνοντας την αντίθεση του σ' έναν ενδεχόμενο πόλεμο. Η κραυγή America First γίνεται σύνθημα.
Παρ' όλα αυτά στις 8 Φεβρου­αρίου η Βουλή των Αντιπροσώ­πων εγκρίνει το νομοσχέδιο με ψήφους 260 υπέρ και 165 κατά.
Την επόμενη μέρα ο Churchill μεταφέρει θριαμβευτικά στη Βου­λή των Κοινοτήτων το «καλό νέο» έτσι όπως του το έστειλε ο Αμερικανός Πρόεδρος, μέσα από τους συμβολικούς στίχους του Λονγκφέλλοου:
"Sail on Oh ship of State,
sail on, Oh unions strong and great;
humanity with all its fears,
with all the hopes of future years,
is han­ging breathless on thy fate".
Ο  Άγγλος Πρωθυπουργός δεν κρύβει  τον  ενθουσιασμό  του. Γνωρίζει ότι η ώρα που οι ΗΠΑ θα πολεμήσουν ανοικτά ενάντια στον Άξονα πλησιάζει:
«Να η απάντηση που θα μπο­ρούσα να δώσω στον Πρόεδρο Ρούσβελτ: Δώστε μας την εμπιστοσύνη σας, δώστε μας την πί­στη σας και τις ευλογίες σας και με τη βοήθεια της Πρόνοιας, όλα θα πάνε καλά. Δεν θα διστάσουμε, δεν θα υποχωρήσουμε, δεν θα κουραστούμε. Δεν θα μας ρίξουν κάτω ούτε το αιφνιδιαστικό χτύ­πημα της μάχης, ούτε οι μεγάλες προσπάθειες και οι παρατεινόμε­νες δοκιμασίες της επιτήρησης. Δώστε μας τα μέσα και εμείς θα φέρουμε σε πέρας το έργο».
Για να «θολώσει τα νερά» και να καθησυχάσει τις ανησυχίες των Αμερικανών πολιτών που βλέπουν τη χώρα τους να συνδέει τις τύχες της μ' εκείνες των Βρετανών ο Churchill καταφεύγει σε μια υποκριτική δημόσια δήλωση: 
«Δεν έχουμε ανάγκη από κάτι άξιους άντρες που αυτή τη στιγμή εκπαιδεύονται σ' ολόκληρη την Αμερικανική Ένωση. Δεν τους έχουμε ανάγκη ούτε αυτή τη χρο­νιά, ούτε την επόμενη και απ' ότι τουλάχιστον μπορώ να προβλέψω ούτε και αργότερα».
Στις 8 Μαρτίου οι οπαδοί του απομονωτισμού χάνουν και τη μά­χη της Γερουσίας. Με ψήφους 60 υπέρ και 31 κατά, το Νομοσχέδιο HR-1776 έχει τώρα ισχύ νόμου. Και ο νόμος αυτός προβλέπει:
«Σε κάθε έθνος που την άμυνα του θα κρίνει ζωτική για την άμυ­να των Ηνωμένων Πολιτειών, ο Πρόεδρος θα μπορεί να πωλεί, να μεταβιβάζει ν'  ανταλλάσσει, να εκμισθώνει, να δανείζει ή να πα­ραχωρεί, με οποιοδήποτε τρόπο κάθε μέσο άμυνας που θα θεωρή­σει ενδεδειγμένο...».
Την ίδια μέρα ο Χάρυ Χόπκινς ενημερώνει τον Churchill, για την καινούργια νίκη. Όπως γρά­φει ο Ρ. Καρτιέ:
 Η αίσθηση που προκαλείται σ' ολόκληρο τον κόσμο είναι τε­ράστια. Όλες οι μεγάλες πόλεις της Βρετανικής Αυτοκρατορίας σημαιοστολίζονται με τα αμερι­κανικά χρώματα. Ο Ντε Γκωλ που περνούσε το Σαββατοκύριακο του στο Τσέκερς, στην εξοχική έπαυλη του Άγγλου Πρωθυπουργού, αγουροξυπνημένος την αυγή αντικρύζει ένα είδος χρυσοπόρφυρου δράκοντα, τον Τσώρτσιλ, με την κινέζικη ρόμπα του, που είχε ορμήσει στο δωμάτιο του, χορεύοντας από χαρά.
Την επόμενη 9 Μαρτίου ο Churchill απευθύνει στο Roosevelt ένα πολύ θερμό και κάπως αινιγματικό — για τους μη γνωρί­ζοντες μήνυμα:
«Ολόκληρη η Βρετανική αυ­τοκρατορία ευλογεί εσάς προσω­πικά και το Αμερικανικό Έθνος για την βοήθεια που μας προ­σφέρθηκε  σε μια  ώρα  μεγάλης  δοκιμασίας όπως μας το είχε υποσχεθεί  η Αγία Γραφή."
Η Γερμανία όλο αυτό το διά­στημα παρακολουθεί την προκλη­τική συμπεριφορά της Αμερικής με πολύ σκεπτικισμό. Ο Χίτλερ που διαισθάνεται τα απόκρυφα σχέδια του Αμερικανού Προέ­δρου αποφεύγει να παίξει το παι­χνίδι του και απορρίπτει κατηγο­ρηματικά τα σχέδια του Νταίνιτς και του Ραίντερ πού θέλουν να δώσουν ένα γερό μάθημα στην Αμερική στα νερά του Ατλαν­τικού.
Πραγματικά από τα μέσα Μαρ­τίου και με πρόσχημα την ενίσχυση του στόλου τού Ατλαντι­κού, τα αμερικανικά πολεμικά εμφανίζονται στην ζώνη των πο­λεμικών επιχειρήσεων·. Τα πλοία αυτά όταν δεν συνοδεύουν βρετανικές νηοπομπές, καλυπτόμενα από τη σημαία της ουδέτερης χώ­ρας τους, επισημαίνουν· τις θέσεις των γερμανικών υποβρυχίων και μεταβιβάζουν τις πληροφορίες τους στην αγγλική RAF.
Στις 10 Απριλίου 1941 το αμερικανικό αντιτορπιλικό Niblack επιτίθεται απροκάλυπτα με βόμ­βες βυθού σ' ένα γερμανικό υπο­βρύχιο. Σύμφωνα με τον Σάμουελ Έλιοτ Μόρισον, επίσημο ιστορικό του αμερικανικού ναυτικού το επεισόδιο αυτό απετέλεσε την πρώτη καθαρά πολεμική πράξη της Αμερικής ενάντια στη Γερ­μανία.
Για μια ακόμη φορά ο Χίτλερ αγνοεί την πρόκληση αποφεύγον­τας να δώσει έκταση στο γεγονός.  Η προσοχή του είναι στραμμένη στα Βαλκάνια όπου η γερμανική επίθεση είναι σε πλήρη εξέλιξη.
Στις 22 Μαΐου ο Ναύαρχος Βίντερ επισκέπτεται για μια ακόμα φορά τον Φύρερ για να καταγγεί­λει καινούργια κρούσματα της αμερικανικής προκλητικότητας. Η στάση του Φύρερ συνοψίζεται στις παρακάτω σημειώσεις του Γερμανού Ναύαρχου:
«Ο Φύρερ θεωρεί ότι η συμπε­ριφορά του Προέδρου των ΗΠΑ είναι ακόμα διφορούμενη. Για κανένα λόγο δεν επιθυμεί να δη­μιουργήσει επεισόδια που θα προκαλούσαν την είσοδο  των ΗΠΑ στον πόλεμο».
Στις 13 Απριλίου 1941 η αμε­ρικανική προκλητικότητα δέχεται ένα θανάσιμο πλήγμα αντιπερι­σπασμού. Η Ιαπωνία, μέλος του Άξονα υπογράφει αιφνιδιαστικά με τη Σοβιετική Ένωση ένα σύμφωνο μη επιθέσεως. Η πρό­θεση των Ιαπώνων να επεκτεί­νουν την κυριαρχία τους στην νο­τιοανατολική Ασία είναι πλέον ξεκάθαρη. Το ενδιαφέρον του Roosevelt μετατοπίζεται από τον Ατλαντικό στον Ειρηνικό.
Στις 22 Ιουνίου 1941 ο κόσμος κρατά την ανάσα του. Η Γερμα­νία εισβάλει στην Σοβιετική Ένωση. Την ίδια μέρα ο Φύρερ απευθύνει στους διοικητές των γερμανικών υποβρυχίων την πα­ρακάτω οδηγία:
«Ο Φύρερ διατάζει την αποφυγή οποιουδήποτε επεισοδίου με τις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια των προσεχών εβδομάδων... Το γεγο­νός ότι πολεμικά πλοία κινούνται με τα φώτα κλειστά δεν αποδεικνύ­ει τις εχθρικές τους προθέσεις».
Η γερμανική επίθεση ενάντια στη Σοβιετική Ένωση είναι για τον Churchill μια κρυφή ικανοποίηση. Για μια ακόμα φορά αναβιώνουν τα όνειρα αναφορικά με το δεύτερο μέτωπο που θα απασχολήσει τον κύριο όγκο της γερμανικής πολεμικής μηχανής. Την πρώτη ημέρα της εισβολής ο  Churchill βιάζεται να πλέξει για μια ακόμη φορά το εγκώμιο του καινούργιου λαού που αγωνίζεται για την ελευθερία του και οραμα­τίζεται:
«Βλέπω τη φρικτή ναζιστική πολεμική μηχανή να ορμά (πάνω στα 10.000 χωριά της Ρωσίας) υπό την καθοδήγηση κομψών Πρώσσων αξιωματικών, με λαμπερά σπαθιά και ηχηρό βηματισμό, που σέρνουν πίσω τους πράκτορες έμπειρους στο δόλο και που έφτασαν ως εκεί καταστρέφοντας και υποδουλώνοντας δώδεκα χώ­ρες. Βλέπω ακόμα στις σκοτεινές πειθαρχημένες και κτηνώδεις μά­ζες των Ούννων στρατιωτών πού προχωρούν σαν ακρίδες για να καλύψουν τα πάντα».
Ενώ τα γερμανικά στρατεύμα­τα προωθούνται βαθιά μέσα στα εδάφη της Ρωσίας, ο Γερμανός Υπουργός των Εξωτερικών Φον Ρίμπεντροπ, ζητά δια μέσου του Γερμανού πρεσβευτή στο Τόκιο Eugen Ott την επέμβαση της Ια­πωνίας στον Γερμανοσοβιετικό πόλεμο.
Η Ιαπωνική κυβέρνηση αντι­μετωπίζει την πρόσκληση δίχως ενθουσιασμό. Στις 2 Ιουλίου το Αυτοκρατορικό Συμβούλιο πού συνέρχεται στο Τόκιο, με πρόφα­ση το σύμφωνο μη επιθέσεως της 13 Απριλίου και  το άρθρο 3 του Τριμερούς συμφώνου, απορρίπτει την ιδέα μιας στρατιωτικής επέμ­βασης στον Τομέα της Μαντζου­ρίας.
Ο ίδιος ο υπουργός των Εξω­τερικών Ματσουόκα θα δηλώσει στο Γερμανό πρεσβευτή  Ott.
«Η Ιαπωνική προσπάθεια συγκράτησης των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας στον Ειρηνι­κό είναι μια εξίσου ζωτική προ­σφορά για την κοινή υπόθεση με εκείνη της ιαπωνικής επέμβασης στο γερμανοσοβιετικό πόλεμο».
Ο Ναύαρχος Kishisaburo Nomura, Ιάπωνας Πρεσβευτής 
στην Ουάσιγκτων (αριστερά) συνοδευόμενος από το
Saburo Kurusu βγαίνουν από τον Λευκό Οίκο.
 Το πρόβλημα του αμερικανικού  εμπάγκο  σε πρώτες
 ύλες απαραίτητες  για την 
Ιαπωνική βιομηχανία παραμένει.
Τα προβλήματα ανάμεσα στις ΗΠΑ και στην Ιαπωνία χρονο­λογούνται από την εποχή του λεγόμενου Μαντζουριανού επεισο­δίου. Η Ιαπωνία που απέβλεπε σ' ένα δικό της «δόγμα Μονρόε» προσπαθούσε με κάθε τρόπο να σταθεροποιήσει τη στρατιωτική της παρουσία τόσο στην εσωτε­ρική Μογγολία όσο και στη βό­ρεια Κίνα. Με τη συνθήκη του Ανόι, η ιαπωνική παρουσία επε­κτείνεται αναίμακτα στη γαλλική Ινδοκίνα. Οι βρετανικές και ολ­λανδικές αποικίες βρίσκονται σε κίνδυνο.
Η αμερικανική απάντηση εί­ναι άμεση. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ επιβάλει εμπάργκο στο πε­τρέλαιο που εξάγεται στην Ια­πωνία και μεταφέρει βιαστικά το στόλο της στη Χαβάη.
Πρωθυπουργός της Ιαπωνίας είναι ο πρίγκηπας Konoye. Μετριοπαθής, πιστεύει ότι ο διπλω­ματικός διάλογος είναι η πλέον ενδεδειγμένη λύση για την άρση οποιωνδήποτε διαφορών. Ο  Ιάπωνας πρεσβευτής στην Ουάσιγκτων Ναύαρχος Nomura αγωνίζε­ται με ζήλο προς την ίδια κατεύ­θυνση και προτείνει μια διάσκεψη Κορυφής ανάμεσα στον Αμερι­κανό πρόεδρο και τον Ιάπωνα Πρωθυπουργό. Οι Αμερικανοί δέ­χονται την πρόταση αυτή ευνοϊ­κά. Ο Ρούσβελτ σε μια προσπά­θεια να δώσει χρόνο στους Βρε­τανούς να οχυρώσουν τη Σιγκα­πούρη, παροτρύνει τον υπουργό Εξωτερικών Hull να αρχίσει προκαταρκτικές συνομιλίες με τον Nomura.
Στις 9 Αυγούστου 1941 ο Churchill και ο Ρούσβελτ συναντούν­ται στον όρμο της Πλακεντίας. Σύμφωνα με τον Αντιναύαρχο Theobald, σ' εκείνη ακριβώς τη συνάντηση καταστρώνονται  τα τελικά σχέδια για την «παγίδα που θα προσελκύσει το ιαπωνικό ποντίκι».
Fumimaro Konoye
(1891-1945)
Ιάπωνας πολιτικός .
Ο Ρούσβελτ, απογοητευμένος από τη στάση της Γερμανίας, στρέ­φει όλες τις ελπίδες του στην Ιαπωνία. Όμως η Κυβέρνηση του Koyone που έχει αντιδράσει ψύχραιμα στις μέχρι τώρα προ­κλήσεις, δεν φαίνεται ένας εύκο­λος αντίπαλος. Παρ' όλες τις πιέ­σεις που δέχεται από τους υπερεθνικιστές στρατιωτικούς ό Konoye έχει συνδέσει τις τύχες της κυβέρνησης του με τις ελπίδες μιας διπλωματικής διευθέτησης. Αυτές τις ελπίδες, ο Ρούσβελτ τις γκρεμίζει ωμά και απροκάλυπτα στις 6 Σεπτεμβρίου.
Αρνούμενος να συναντηθεί με τον Konoye, οδηγεί με μαθηματι­κή ακρίβεια τη μετριοπαθή Ια­πωνική εξωτερική πολιτική σε χρεωκοπία.
Οι στρατιωτικοί με τις ακραίες λύσεις τους εμφανίζονται στο  προσκήνιο.
Στις 12 Οκτωβρίου πραγματο­ποιείται στο Τόκιο μια δραματική σύσκεψη στην οποία παίρνουν μέ­ρος ο Πρίγκιπας Konoye, ο υπουργός Εξωτερικών Toyada, ο υπουργός πολέμου Tojo, ο αρχη­γός Ναυτικού Ναύαρχος Okawa και ο στρατηγός Suzuki.Στις 16 Οκτωβρίου η κυβέρ­νηση Konoye 
ανατρέπεται. Την διαδέχεται η στρατιωτική κυβέρ­νηση του στρατηγού Tojo.
Tojo: Oι διαπραγματεύσεις δεν μπορούν να φτάσουν σε αίσιο τέ­λος. Για να υπάρχει ένα καλό αποτέλεσμα πρέπει να υποχωρή­σουν και οι δύο πλευρές. Μέχρι αυτή τη στιγμή υποχωρούσε μόνο η Ιαπωνία: οι Αμερικανοί δεν κούνησαν ούτε το δακτυλάκι τους.
Okawa: Βρισκόμαστε ανάμεσα στη διπλωματία και στον πόλεμο. Ο Πρωθυπουργός πρέπει να πάρει μια θέση...
Tojo: Δεν είναι τόσο απλό, δεν μετρά μόνο ο Πρωθυπουργός. Υπάρχει ο Στρατός και το Ναυ­τικό.
Konoye: Μπορούμε να δεχτούμε έναν πόλεμο διαρκείας ενός ή δύο χρόνων, δεν έχουμε καμιά εμπι­στοσύνη σ' έναν πόλεμο που θα διαρκούσε περισσότερο από δύο χρόνια.
Tojo: Αυτό είναι η προσωπική άποψη του Πρωθυπουργού.
Konoye: Προτιμώ τη διπλωμα­τία από τον πόλεμο.

Η  Ιαπωνία δίχως πρώτες ύλες, παραλυμένη από την έλλειψη πε­τρελαίου, θα χρειαστεί πολύ σύν­τομα να κάνει το απεγνωσμένο βή­μα.
Για τον Ρούσβελτ όλα είναι υπόθεση λίγων εβδομάδων.
Την 12 Νοεμβρίου ο καινούρ­γιος Πρωθυπουργός Tojo συγκα­λεί το υπουργικό του συμβούλιο για τη λήψη μιας σειράς βαρυσή­μαντων αποφάσεων. Σ' αυτή τη συνάντηση καλούνται να παρα­βρεθούν οι αρχηγοί τού Στρατού και του Ναυτικού.

Togo (Υπ. Έξωτερ.): Οι πιθανότητες που έχουν οι Γερμανοί να αποβιβαστούν στην Αγγλία... ακόμα και με τη βοήθεια των Ιαπώνων, είναι ελάχιστες. Από την άλλη πλευρά δεν πρέπει να τρέφουμε αυταπάτες αναφορικά με τα πλεονεκτήματα της Ιταλογερμανικής συνεργασίας.
Sugiyama: Για να φέρουμε σε πέρας την εκστρατεία μας στο Νό­το, δεν έχουμε καμιά ανάγκη από τους άλλους. Ύστερα από αυτό, η Κίνα απομονωμένη, θα συνθη­κολογήσει. Με τους Ρώσους θ' ασχοληθούμε την ερχόμενη άνοιξη.
Kaya: Έχουμε εμπιστοσύνη μόνο για τα δύο πρώτα χρόνια του πολέμου. Τί γίνεται όμως με­τά;
Tojo: Τουλάχιστον θα έχουμε μπροστά μας δυο χρόνια.
Togo: Γιατί διακινδυνεύουμε την περιπέτεια; Δεν έχουμε κανένα κίνδυνο να δεχτούμε επίθεση από τους Δυτικούς πού είναι ήδη αρκετά απασχολημένοι με τον πό­λεμο τους στην Ευρώπη. Έχουμε κάθε συμφέρον να διατηρήσουμε την ειρήνη.
Nagano: Ύστερα από πόλεμο δύο χρόνων θα έχουμε εξασφαλί­σει την άμυνα όλων των κατεχό­μενων περιοχών στο Νότο. Τότε δεν θα φοβόμαστε την αμερικανική δύναμη όσο ισχυρή και αν εί­ναι.
Kaya: Η κατοχή δεν σημαίνει αναγκαστικά νίκη. Πότε θα έλθει η αποφασιστική νίκη;
Nogano: Μα αμέσως. Δεν πρό­κειται να βρούμε παρόμοια ευκαι­ρία.
Sugiyama: Ο καλύτερος χρό­νος για την ένδειξη των επιχειρή­σεως είναι το πρώτο δεκαπενθή­μερο του Δεκεμβρίου. Ας διακό­ψουμε αμέσως τις διπλωματικές διαπραγματεύσεις και ας προετοι­μάσουμε σοβαρά τον πόλεμο.
Tsukada: Η απόφαση για πό­λεμο πρέπει να ληφθεί αμέσως.
Togo: Δεν διακυβεύονται τόσο εύκολα 2.600 χρόνια Ιαπωνικής Ιστορίας. 
Tsukada: Ο Στρατός χρειάζε­ται μια άμεση απόφαση.
Ito: Το Ναυτικό θα είναι έτοιμο στις 20 Νοεμβρίου. Μέχρι τότε θα μπορούν να συνεχιστούν οι δι­πλωματικές διαπραγματεύσεις.
Tsukada: Ο Στρατός δεν μπο­ρεί να περιμένει πέρα τις 13 Νο­εμβρίου. Ύστερα από την ημε­ρομηνία αυτή η κυβέρνηση διακινδυνεύει μια δυναμική ενέργεια.Προτείνω στις 13 Νοεμβρίου η διπλωματία να περάσει σε δεύτε­ρο επίπεδο και η στρατηγική στο πρώτο.
Simada: Γιατί να μην συνεχί­σουμε τις διπλωματικές διαπρα­γματεύσεις μέχρι την παραμονή της επίθεσης;
Στις 17 Νοεμβρίου η Ιαπωνική διπλωματία επιχειρεί μια ακόμα προσπάθεια να αποτρέψει τον επερχόμενο πόλεμο. Ο πρεσβευ­τής Saburo Kurusu και ο ναύαρχος Nomura σπεύδουν στην Ουάσιγκτων με καινούργιες προτά­σεις.
Η Ιαπωνία ήταν πρόθυμη να συγκεντρώσει τα στρατεύματα της Νότιας Ινδοκίνας στο Τονκίνο με την προϋπόθεση ότι η Αμερι­κή θα σταματούσε το Εμπάργκο της 26 Ιουλίου και θα έπαυε να προσφέρει πολεμικό υλικό στον Chang Kai-Shek.
Στις 20 Νοεμβρίου είναι πια φανερό ότι οι διαπραγματεύσεις έχουν χρεοκοπήσει από τη στι­γμή που οι Αμερικανοί έκριναν τις ιαπωνικές προτάσεις «απαράδεκτες».
Στις 23 Νοεμβρίου, ο Γερμανός πρεσβευτής στο Τόκιο Ott τηλε­γραφεί στο Βερολίνο ότι οι Ιά­πωνες προτίθενται να στραφούν προς Νότο για την κατάκτηση της Ταϋλάνδης και του Βόρνεο.
Δύο μέρες αργότερα ο ιαπωνικός στόλος ξεκινά για το Περλ Χάρμπορ. 
Στις 26 ο Υπουργός των Εξωτερικών Cordell Hull παρα­δίδει στους Ιάπωνες πρεσβευτές Kurusu και Nomura τις αμερικανικές αντιπροτάσεις.
Αυτές οι αμερικανικές αντιπρο­τάσεις εκφράζουν το πνεύμα της επιτροπής άμυνας που έχει συνε­δριάσει την προηγούμενη υπό την προεδρία του Roosevelt . Το πρόβλημα δεν είναι πλέον με ποιο τρόπο θα αποφευχθεί ο πόλεμος αλλά με ποιο τρόπο θα υποχρεώ­νονταν οι Ιάπωνες να κάνουν το πρώτο βήμα. Η Αμερική διακό­πτει πρώτη κάθε διάλογο.
Στις 27 Νοεμβρίου ο Knox με επιστολή του προς τους Ναυάρ­χους προειδοποιεί «οι διαπραγμα­τεύσεις με την Ιαπωνία που εί­χαν σαν στόχο την σταθεροποίη­ση της κατάστασης στον Ειρηνι­κό, έχουν διακοπεί και γι' αυτό επίκειται μια επίθεση από πλευ­ράς Ιαπώνων».
Στις 28 Νοεμβρίου το Ιαπωνι­κό Υπουργείο Εξωτερικών ανακοινώνει με τη σειρά του το ορι­στικό ναυάγιο των διαπραγματεύ­σεων. Την επομένη στο Τόκιο πραγματοποιείται μια σημαντικό­τατη συνεδρίαση στην οποία παίρνουν μέρος εν ενεργεία υπουρ­γοί της χώρας. Το κύριο θέμα εί­ναι ο πόλεμος.
Η ψηφοφορία είναι ονομαστι­κή και η πλειοψηφία τάσσεται ανε­πιφύλακτα υπέρ τού πολέμου.
Στις 2 Δεκεμβρίου 1941 ο Ναύ­αρχος Ναγκούμο του 1ου Αερο­ναυτικού Στόλου που πλησιάζει στη Χαβάη παίρνει το πράσινο φως για τον βομβαρδισμό του Αμερικανικού στόλου στο Περλ Χάρμπορ.


To κείμενο είναι του Πενθέα. Δημοσιεύτηκε σε δύο συνέχειες  στο περιοδικό Νέα Τάση.(Τεύχη 6&;7)