Τρίτη, 19 Οκτωβρίου 2010

ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΔΙΑΝΟΗΤΕΣ: ΕΡΝΕΣΤΟΣ ΡΕΝΑΝ

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΠΟΥ ΕΚΑΝΑ ΕΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ ΟΤΑΝ ΚΑΤΟΡΘΩΣΑ ΝΑ ΝΟΙΩΣΩ ΤΗΝ ΤΕΛΕΙΑ ΟΜΟΡΦΙΑ


Ω ευγένεια. Ω ομορφιά απλή και αληθινή. Θεά που η λατρεία σου σημαίνει και σοφία, Συ που ο Ναός σου είναι ένα αιώνιο μάθημα συνείδησης και ειλικρίνειας, φτάνω αργά στων μυστη­ρίων σου το κατώφλι, στον βωμό σου προσκομίζω τύψεις πολλές. Για να τον βρω μου χρειά­στηκαν να κάνω έρευνες ατέλειωτες. Τη μύηση που μεταβίβαζες στον Αθηναίο όπως γεννιόταν μ' ένα χαμόγελο, εγώ την κατέκτησα με σκέψεις πολλές, με κόπο και με προσπάθειες μακρόχρονες.

Γεννήθηκα, ω Θ ε ά με τα γαλανά μάτια, από γονείς βαρβάρους. Απ' τους καλούς κι' ενάρε­τους Χειμέριους, που κατοικούν στις όχθες μιας θάλασσας σκοτεινής, που βράχια τις περικλείνουν κι' οι τρικυμίες πάντα τις χτυπούν. Γνωρίζουν μόλις τον ήλιο. Αντί λουλούδια έχουν τα θα­λασσινά φυτά ,τα φύκια και τα χρωματιστά κογχύλια, που τα βρίσκουν στα βάθη των έρημων μυχών. Τα σύννεφα κάνουν την εμφάνιση τους δίχως χρώμα ,κι' η χαρά ακόμα είναι λίγο θλιβερή εκεί, αλλά, πηγές από κρύα νερά αναβλύζουν απ τα βράχια και τα μάτια που έχουν οι νιές κο­πέλες είναι σαν κι' εκείνες τις πράσινες πηγές, όπου, πάνω σε φόντο από χόρτα κυματιστά κα­θρεπτίζεται ο ουρανός.
Οι προγονοί μου ,όσο μακριά κι' αν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω, ήταν αφοσιωμένοι στα μα­κρινά θαλασσινά ταξίδια, μέσα σε θάλασσες που οι Αργοναύτες σου δεν τις γνώρισαν. Άκουσα, όταν ήμουν νέος, τραγούδια για ταξίδια πολικά, με νανούρισαν οι αναμνήσεις για πλεούμενους πάγους, για θάλασσες γεμάτες καταχνιά, που ήταν ολόιδιες με το γάλα, για νησιά που κατοι­κούσαν μόνο πουλιά, που κελαηδούσαν στην ώρα τους και που σαν ξανάρχιζαν ομαδικά το πέταγμα τους σκοτείνιαζαν τον ουρανό.
Μερικοί ιερείς μίας ξένης λατρείας, που είχε φτάσει από τους Σύριους της Παλαιστίνης ανέλα­βαν το χρέος να με σπουδάσουν. Οι ιερείς αυτοί ήταν σοφοί και άγιοι. Με δίδαξαν μεγάλες ιστο­ρίες για τον Κρόνο, που δημιούργησε τον κόσμο, και για τον γιο του, που καθώς λένε, πραγμα­τοποίησε ένα ταξίδι επάνω στη γη.
Οι ναοί του είναι τρεις φορές πιο ψηλοί απ τον δικό σου, ω Ευρυθμία κι' ακριβώς όμοιοι με δάση, μοναχά που δεν είναι γεροί. Γκρεμίζονται κατρακυλάνε σε ερείπια έπειτα από πεντακόσια ή εξακόσια χρόνια, είναι φαντασίες βαρβάρων, που φαντάστηκαν πως μπορούν να κάνουν κάτι καλό, έξω από τους κανόνες που χάραξες εσύ στους εμπνευσμένους σου, ω , Λ ογ ι κ ή.
Όμως αυτοί οι ναοί μου άρεσαν. Δεν είχα ακόμα μελετήσει τη δική σου θεία τέχνη. Εύρισκα μέσα εκεί το Θεό. Έψαλλαν εκεί μέσα ύμνους που ακόμα τους θυμάμαι: «Χαίρε, ω άστρο της θά­λασσας,... βασίλισσα εκείνων που βογκάνε πάνω σ' αυτή την κοιλάδα των δακρύων», ή ακόμα: «Ρόδο μυστικό, φιλντισένιε Πύργε, Άστρο του πρωινού...». Άκουσε ω Θεά .Όταν τους θυμάμαι αυτούς τους ύμνους, λιώνει η καρδιά μου ,γίνομαι σχεδόν αποστάτης. Συγχώρησε με για την κενότητα αυτή. δεν μπορείς να φαντασθείς τη γοητεία που οι βάρβαροι μάγοι έβαλαν μέσα σ' αυτούς τους στίχους και πόσο με βαραίνει ν' ακολουθώ ολόγυμνη τη λογική.
Και έπειτα αν ήξερες, πόσο δύσκολο έχει γίνει το να σε υπηρετούμε. Η κάθε ευγένεια έχει ε­ξαφανισθεί. Οι Σκύθες έχουν κατακτήσει τον κόσμο. Δεν υπάρχει πια δημοκρατία από ανθρώ­πους ελεύθερους. Τώρα υπάρχουν μονάχα βασιλιάδες που κατάγονται από αίμα βαρύ, κάτι με­γαλειότητες, που γι αυτές εσύ θα χαμογελούσες. Κάτι δυσκίνητοι Υπερβόρειοι αποκαλούν ελα­φρούς αυτούς που σε υπηρετούνε....
Μία Π α μ β ο ι ω τ ί α φοβερή, μία συμμαχία από όλες τις βλακείες, απλώνει πάνω στον κό­σμο ένα κάλυμμα μολυβένιο που εμείς ασφυκτιούμε κάτω απ αυτό. Ακόμα και αυτοί που σε τι­μούν, πόσο θα πρέπει να σου προκαλούν τον οίκτο. Θυμάσαι εκείνον τον Καλυδώνιο, που πριν από πενήντα χρόνια, κομμάτιασε τον Ναό σου με σφυριές για να σε μεταφέρει στη Θούλη; Το ίδιο κάνουν όλοι... Έγραψα, σύμφωνα με μερικούς από τους κανόνες που αγαπάς, ω Θ ε ο ν ό-η, την ζωή του νέου θεού που υπηρέτησα στα παιδικά μου χρό­νια Συ μόνη είσαι νέα, ω Κ ο ρ η. συ μόνη είσαι αγνή, ωΠαρθένος θεία μητέρα της κάθε εργασίας, προστάτιδα της δουλειάς ω Ε ρ γ ά ν η, συ που δημιουργείς την ευγένεια του πολιτι­σμένου εργάτη και τον τοποθετείς τόσο δυνατό πάνω απ τον οκνηρό τον Σκύθη. Σ ο φ ί α , συ που ο Δίας σε γέννησε αφού έσκυψε πρώτα το κεφάλι, αφού πήρε ανάσα βαθιά, συ που κατοι­κείς μέσα στον πατέρα σου, απόλυτα ενωμένη με το δικό σου είναι, συ που είσαι η συντρόφισσα του κι' η συνείδηση του.
Ενέργεια του Δία , σπινθήρα που ανάβεις και διατηρείς τη φωτιά στους ήρωες και στους ανθρώπους που έχουν μεγαλοφυία, κάνε μας να γίνουμε άνθρωποι πνευματικοί συμπληρωμένοι,
Την ημέρα που οι Αθηναίοι κι' οι Ρόδιοι πάλεψαν για τη θυσία, εσύ διάλεξες να κατοικήσεις σιμά στους Αθηναίους, σαν πιότερο σοφούς. Όμως ο πατέρας σου έβαλε τον Πλούτωνα να κατεβεί. μέσα σ ένα χρυσό σύννεφο στην μεγάλη πόλη των Ροδίων, γιατί κι' εκείνοι είχαν προσφέ­ρει στην θυγατέρα του μεγάλες τιμητικές θυσίες, Οι Ρόδιοι έγιναν πλούσιοι τότε, οι Αθηναίοι ό­μως απέκτησαν πνεύμα, δηλαδή την αληθινή χαρά, την παντοτινή ευθυμία, την θεϊκή παιδικότη­τα της καρδιάς.
   Ο κόσμος μόνο τότε θα σωθεί όταν γυρίσει πίσω ξανά σε σένα, όταν λησμονήσει κΓ αποδιώξει τις βαρ­βαρικές του συνήθειες. Ας τρέξουμε ,ας έρθουμε όλοι μαζί.
Πόσο ωραία θα είναι εκείνη την μέρα, που όλες οι πόλεις που πήραν κάτι απ τα απομεινάρια του Να­ού σου: η Βενετία, το Παρίσι, το Λονδίνο, η Κοπεγχά­γη, θα ξαναδώσουν πίσω αυτά που έκλεψαν ,για να επανορθώσουν έτσι την αδικία που έκαναν. Θα σχη­ματίσουν αντιπροσωπείες επίσημες αποστολές αρχαιολογικές, στα ιερά μέρη της Ελλάδας, για να ξαναδώσουν τ' αρχαία μνημεία, που τα κρατούν στην κατοχή τους ακόμα, λέγοντας: «Θεά συγχώρεσε μας. Τα πήραμε για να τα σώσουμε απ' τους βάρβαρους ,απ' τα κακά δαιμόνια της νύχτας», και θα χτίσουν ξανά τα τείχη σου, με τους ήχους της δικής σου φλογέρας, για να ξεπλύνουν το έγκλημα του ανόσιου Λύσανδρου, που τα είχε γκρεμίσει,
Θα πάνε έπειτα στην ίδια τη Σπάρτη για να καταραστούν τη γη της που αυτή ήταν η πρωταίτια για τα τρομερά και τα σκοτεινά σφάλματα της ιστορίας, για να τη χλευάσουν, να την περιφρονήσουν, γιατί τώρα έσβησε και δεν υπάρχει πια. Εγώ, πιστός σε σένα, θ αντισταθώ στους επικίνδυνους και μοιραίους μου συμβούλους : στον σκεπτικισμό μου, που με κάνει να αμφιβάλω, στην ανησυχία που έχει το πνεύμα μου, που κι' όταν ακόμα βρεθεί η αλήθεια, αυτό με κάνει να την αναζητάω αδιάκοπα, στην φαντασία μου , που ποτέ της δεν μ αφήνει να ησυχάσω ακόμα κΓ έπειτα απ τη διαπίστωση της απ' την ίδια τη λογική .
«Ω , Α θ η ν ά Αρχηγέτις, ιδανικό που ο κάθε μεγαλοφυής άνθρωπος το ενσαρκώνει μέ­σα στ αριστουργήματα του, προτιμώ να είμαι ο τελευταίος στην πατρίδα σου, παρά να είμαι ο πρώτος οπουδήποτε αλλού. Ναι, θα προσδεθώ στον στυλοβάτη του ναού σου. θα λησμονήσω κάθε άλλη πειθαρχία εκτός απ τη δική σου ,θα γίνω στηλίτης πάνω στις κολόνες σου. το κελί μου θα βρίσκεται επάνω στο επιστήλιο σου. Και πιο δύσκολο ακόμα. Για σένα, αν μπορέσω, θα γίνω μισαλλόδοξος, μεροληπτικός. Θα μάθω τη γλώσσα σου και θα ξεμάθω όλα τα άλλα. Θα είμαι άδικος για κείνο που δεν ενδιαφέρει εσένα, θα γίνω ο υπηρέτης του τελευταίου από τα παιδιά σου. Τους σημερινούς κατοίκους της γης, που εσύ έδωσες στον Ερεχθέα, θα τους εγκωμιάσω, θα τους κολακεύσω. Θα προσπαθήσω ν αγαπήσω ακόμα και τα ελαττώματα τους. Θα πείσω τον εαυτό μου, ω I π π ί α , ότι κατάγονται απ τους ιππείς, που γιορτάζουν εκεί ψηλά, επάνω στο μάρμαρο της ζωοφόρου σου, την αιώνια γιορτή τους. Θ αποσπάσω απ τη καρδιά μου κάθε ευ­αίσθητη χορδή που δεν είναι τέχνη λογική και καθαρή. Θα παύσω ν' αγαπώ τις αρρώστιες μου, να ευχαριστιέμαι με τον ίδιο τον πυρετό μου, Υποστήριξε Συ, την σταθερή μου πρόθεση, ω Σ ω τ η ρ ί α. βοήθησε με ω Συ, που σώζεις.
Πόσες δυσκολίες προβλέπω, πραγματικά. Πόσες πνευματικές συνήθειες θα πρέπει ν αλλάξω. Πόσες χαριτωμένες αναμνήσεις θα πρέπει ν' αποσπάσω απ την καρδιά μου. Θα δοκιμάσω. Δεν είμαι όμως βέβαιος για τον εαυτό μου.
      Αργά σε γνώρισα, ω Απόλυτη ομορφιά. Θα παλινδρομήσεις αδυναμίες. Δεν υπάρχει αμφιβολία, πως μία φιλοσοφία διεστραμμένη μ' έκανε να πιστέψω πως το καλό και το κακό, η ευχαρίστηση κι' ο πόνος, η ομορφιά και η ασχήμια, η λογική κι' η τρέλα μεταμορφώνονται οι πρώτες μέσα στις δεύτερες με παραλλαγές τόσο αγνώριστες, όσο και αυτές που βρίσκονται στο λαιμό του περιστεριού. Το να μην αγαπάς τίποτε ,το να μη μισείς τίποτε απολύτως, γίνεται τότε μία σοφία. Αν τυχόν μία κοινωνία, μία φιλοσοφία, μία θρησκεία είχε κατακτήσει την απόλυτη αλήθεια, τότε η κοινωνία αυτή, αυτή η φιλοσοφία, αυτή η θρησκεία 9α είχε νικήσει τις άλλες και θα ζούσε μόνη της την ώρα αυτή. Όλοι εκείνοι, που νόμισαν ως τώρα, πως έχουν δίκιο πλανή­θηκαν, αυτό το βλέπουμε καθαρά. Μπορούμε μήπως να πιστέψουμε, χωρίς θρασύτητα τρελή, ότι το μέλλον δεν θα μας κρίνει το ίδιο όπως κρίνουμε το παρελθόν; Να οι βλαστήμιες που μου υποβάλλει το πνεύμα μου, που είναι τόσο κακομαθημένο. Μια φιλολογία, που σαν την δική σου ,θα ήταν υγιής από όλες τις πλευρές ,θα προκαλούσε σήμερα μοναχά την ανία....
     Χαμογελώ για την απλοϊκή μου σκέψη. Ναι ,την ανία.... Είμαστε διεφθαρμένοι: τι να γίνει; Θα προχωρήσω πιο μακριά, ορθόδοξη Θεά, θα σου ειπώ την ενδόμυχη διαφθορά της καρδιάς μου.
Η λογική και η φρόνηση δεν είναι αρκετές. Υπάρχει κάποια ποίηση μέσα στον παγωμένο Στρυμόνα και μέσα στο μεθύσι των κατοίκων της Θράκης. Θάρθουν αιώνες που λογαριάζουν τους μαθητές σου σαν μαθητές της ανίας. Ο κόσμος είναι πιο μεγάλος από όσο πιστεύεις. Αν είχες ιδεί τα χιόνια του Πόλου και τα μυστήρια του ουρανού της Ανταρκτίδας, το μέτωπο σου, ω πάντα ήρεμη Θεά, δεν θα ήταν τόσο γαλήνιο. Το κεφάλι σου, πιο πλατύ, θ' αγκάλιαζε τότε διάφο­ρα είδη ομορφιάς.
Είσαι αληθινή, αγνή και τέλεια. Το μάρμαρο σου δεν έχει καμία κηλίδα. Κι' ο ναός ακόμα της Αγίας Σοφίας, που βρίσκεται στο Βυζάντιο, κι' αυτός επίσης προκαλεί μίαν εντύπωση θεία με τα τούβλα του και τα ασβεστώδη ερείπια του. Είναι η εικόνα του Θόλου του ουρανού. Θα καταρ­ρεύσει. Εάν λοιπόν κι' ο δικός σου Θάλαμος θα έπρεπε να είναι αρκετά πλατύς για να χω­ρέσει ένα μεγάλο πλήθος, τότε θα γκρεμιζόταν κι' αυτός.Ένα ποτάμι απέραντο λησμονιάς μας παρασέρνει μέσα σ ένα ακατονόμαστο βάραθρο. Ω ά­βυσσος, είσαι ο μοναδικός Θεός. Τα δάκρυα όλων των λαών είναι δάκρυα αληθινά .τα όνειρα όλων των σοφών περικλείνουν μοναχά ένα μέρος της αλήθειας. Τα πάντα εδώ κάτω είναι σύμ­βολο και όνειρο. Οι Θεοί περνούν το ίδιο όπως και οι άνθρωποι και δεν θα ήταν καλό να μένουν αιώνιοι. Η πίστη που είχαμε δεν πρέπει ποτέ να γίνεται μία αλυσίδα. Ξεπληρώνουμε το χρέος μας απέναντι της όταν την τυλίξουμε προσεκτικά με το πορφυρό σάβανο, που μέσα σ αυτό κοι­μούνται οι νεκροί Θεοί.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου