Τρίτη, 19 Οκτωβρίου 2010

JULIUS EVOLA:ΕΝΙΑΙΑ ΕΥΡΩΠΗ Σχήμα και προϋποθέσεις

Σήμερα η απαίτηση για μια Ευρωπαϊκή ενότητα είναι έκδηλη σε πολλούς χώρους. Παρ όλα αυτά χρειάζεται να γίνει ένας διαχωρισμός ανάμεσα σ΄ αυτή που περιορίζεται σ΄ ένα πεδίο καθαρά πραγματιστικό και υλιστικό και σε εκείνη που τοποθετεί το πρόβλημα σ΄ ένα ανώτερο πεδίο επικαλούμενη την επέμβαση των πνευματικών και παραδοσιακών αξιών.
Απαιτήσεις του είδους γεννιούνται, στην καλύτερη περίπτωση από μια εσωτερική ανταρσία ενάντια στην υπάρχουσα κατάσταση, ενάντια στο θέαμα μιας Ευρώπης που εξ αιτίας ενός συντονισμένου παιχνιδιού δράσεων και αντιδράσεων (και εδώ χρειάζεται να αναγνωριστεί η προσφορά αυτού που ονομάζουμε "απόκρυφο πόλεμο") κατέληξε από ρυθμιστής της Παγκόσμιας Πολιτικής σ΄ ένα αντικείμενο εξαρτημένο από επιδράσεις και ξένα συμφέροντα, μιας Ευρώπης που συμπιέζεται από τις δύο μεγάλες δυνάμεις, την Αμερική και την Σοβιετική Ένωση, στον αγώνα τους για την κυριαρχία του κόσμου , υποχρεωμένη τέλος να δεχτεί την Αμερικανική και "Ατλαντική" συμμαχία σε μια προσπάθεια να αποφύγει το χειρότερο, δηλαδή την ολοκληρωτική υποδούλωσή της στον Κομμουνισμό.
Είναι φυσικά ευνόητο ότι το καθεστώς της ασυμφωνίας που επικρατεί ανάμεσα στα Ευρωπαϊκά Έθνη είναι το μόνο που τελικά καταφέρνει να διατηρεί και να ενισχύει μια παρόμοια κατάσταση.
Όπως είναι γνωστό σε όλους το σύνολο των σοβαρών πρωτοβουλιών έχουν εκφυλιστεί σε επίπεδο δημιουργίας κοινής αγοράς, κοινότητας άνθρακα και χάλυβα και άλλων παρόμοιων.
Όλα αυτά δεν αντιπροσωπεύουν τίποτε άλλο από πρόχειρες πρωτοβουλίες που περιορίζονται στο απλό οικονομικό πεδίο δίχως την παραμικρή δεσμευτική πολιτική τοποθέτηση.
Πέρα από τις πρωτοβουλίες αυτές δεν υπάρχει τίποτα άλλο και επιπλέον η κατάσταση είναι τέτοια ώστε να μην επιτρέπει πολλές ψευδαισθήσεις.
Οι καταστροφικές συνέπειες των δύο Παγκοσμίων πολέμων πού κατά ένα μεγάλο μέρος τους οφείλονται στην ασυμφωνία και την τύφλωση των Ευρωπαϊκών Εθνών, είναι δύσκολο να ξεπεραστούν.
Το μέτρο της πραγματικής ελευθερίας, της ανεξαρτησίας και της αυτονομίας είναι πάνω απ' όλα ή δύναμη.
Η Ευρώπη ακόμα και σήμερα θα μπορούσε να είναι η τρίτη μεγάλη δύναμη του κόσμου από την στιγμή που θα κατόρθωνε να συνασπιστεί διατηρώντας τις αστείρευτες πηγές των πρώτων υλών και τις αχανείς εξωευρωπαϊκές της αγορές, από την στιγμή πού μια αρχή συνεργασίας και συμπαραστάσεως από όλους αποδεκτή θα υποχρέωνε τα Ευρωπαϊκά Έθνη να παραταχθούν αμέσως στο πλευρό εκείνου τού Έθνους πού θα δεχόταν οποιουδήποτε τύπου απειλές.
Δυστυχώς όμως, παρόμοια πολιτική, δεν ακολουθήθηκε ποτέ στο παρελθόν ούτε μπόρεσε ποτέ να δημιουργηθεί ένα σοβαρό προηγούμενο μέσα στην Ευρωπαϊκή ιστορία. Μοιραία λοιπόν η μία συνθηκολόγηση διαδέχεται την άλλη.
Σήμερα υπάρχουν αυτοί που όταν μιλούν για Ευρώπη οραματίζονται μια αυτοκρατορία με περισσότερους από 400.000.000 κατοίκους, ικανή να αντιμετωπίσει τόσο τα 190.000.000 των Η.Π.Α. όσο και τα 225.000.000 της Σοβιετικής Ενώσεως.
Πρέπει όμως να θυμίσω ότι ό αριθμός αυτός συμπεριλαμβάνει και χώρες πού βρίσκονται στην άλλη πλευρά του παραπετάσματος, χώρες πού είναι υπερβολικά δύσκολο να ξαναποκτηθούν. Περιοριζόμενοι στην Δυτική Ευρώπη βλέπουμε πως δεν θα μπορούσε να αποτελέσει έναν αρκετά ισχυρό συνασπισμό από την στιγμή πού δεν θα λαμβανόταν υπ' όψη το βιομηχανικό δυναμικό και οι αναπόφευκτες ανάγκες του σε πρώτες ύλες, από την στιγμή που δεν θα λαμβάνονταν υπ' όψη τα μη Ευρωπαϊκά Έθνη που στο παρελθόν βρίσκονταν κάτω από ευρωπαϊκή εξάρτηση και πού σήμερα χάνονται το ένα πίσω από το άλλο προσφέροντας έδαφος στις Αμερικανικές, στις Ρωσικές ή ακόμα και τις Κινεζικές μηχανορραφίες.
Για να προσανατολιστούμε προς την κατεύθυνση της μίας Ευρώπης θα έπρεπε σαν πρώτο αναγκαίο βήμα να πετύχουμε την μαζική αποχώρηση όλων των Ευρωπαϊκών "Εθνών από τον Ο.Η.Ε. από αυτό τον αλλοπρόσαλλο, νόθο και υποκριτικό οργανισμό.


Ένα δεύτερο βήμα εξ ίσου αναγκαίο θα ήταν η αποδέσμευση της Ευρώπης από κάθε τύπου επιδράσεις προερχόμενες τόσο από την Ρωσία, όσο και από την Αμερική. Κάτι τέτοιο όπως είναι φυσικό θα απαιτούσε μια λεπτότατη και προσεκτική πολιτική τέχνη για την οποία οι σημερινοί Ευρωπαίοι ηγέτες δεν φαίνονται να είναι οι πιο κατάλληλοι.
Πραγματικά το αναπόφευκτο κενό ανάμεσα στην απόρριψη της Αμερικανικής και «Ατλαντικής» συμμαχίας και στην δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού συνασπισμού ικανού να προστατευτεί με τις δικές του πλέον δυνάμεις (όπου βέβαια θα είναι δυνατό) θα μπορούσε να σταθεί μοιραίο γιατί μία Ευρώπη στο στάδιο ακόμα της υλικής και πνευματικής ημιαδράνειας θα ήταν, συνεπεία εσωτερικών εξελίξεων και εξωτερικών επιθέσεων, εύκολο θύμα του Κομμουνισμού και της Σοβιετικής Ενώσεως. Πριν από πρωτοβουλίες του είδους, είναι αναγκαία η συμπλήρωση του έργου της προετοιμασίας.
Τα προβλήματα όμως αυτής της συγκεκριμένης πολιτικής ξεφεύγουν από τους σκοπούς αυτού του γραπτού. Το μόνο πού μπορούμε να κάνουμε εδώ είναι να επισημάνουμε φευγαλέα όλα όσα έχουν σχέση με το σχήμα και με τις πνευματικές και δογματικές προϋποθέσεις της μίας Ευρώπης.
Οι νεφελώδεις ομοσπονδιακές και συναθροιστικές λύσεις έχουν αναπόφευκτα ένα δευτερογενή χαρακτήρα. Όσο για την αμυντική πολιτική και την οικονομική ενότητα αυτές αποτελούν απλά μια από τις συνέπειες.
Η μοναδική πραγματική λύση θα πρέπει να έχει ένα χαρακτήρα οργανικό με κύριο στοιχείο την προερχόμενη από τα μέσα και από τα πάνω διαπλαστική δύναμη πού με την σειρά της αποτελεί γνώρισμα μιας ιδέας και μιας κοινής παραδόσεως. Αντίθετα σε κάποιους άλλους χώρους προβάλλεται σαν επιχείρημα μιας προγραμματικής και δραστηριοποιημένης απόψεως το γεγονός ότι τα Έθνη δεν κατέβηκαν από τον ουρανό τέλεια και ωραία, αλλά αντίθετα σχηματίστηκαν με βάση μια κοινή αποστολή που επιβλήθηκε από ένα είδος προκλήσεως του περιβάλλοντος και από την πρωτοβουλία μιας αποφασιστικής και ενεργητικής κεντρικής δυνάμεως πού κατόρθωσε να ενοποιήσει τα διάφορα Έθνη.
Οι άνθρωποι αυτοί πιστεύουν ότι και στην περίπτωση της «Εθνικής Ευρώπης» που μέλλει ακόμα να γεννηθεί, τα πράγματα θα ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο, ότι δηλαδή θα είναι αρκετή η αναφορά σε ένα μύθο ή στην ιδέα ενός κοινού προορισμού για να προκληθεί μια συσπείρωση της Ευρωπαϊκής παρατάξεως.
Παρόμοια άποψη κατά την γνώμη μου είναι ανεπαρκής, αναφορικά δε με την ερμηνεία της γεννήσεως των ιστορικών "Εθνών δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι οφείλεται πρωταρχικά τόσο στις δυναστείες πού αντιπροσωπεύουν μια παράδοση όσο και στην αφοσίωση μιας ομάδας υποστηρικτών τους (σαν παράδειγμα η γέννηση της Πρωσίας). Για την μία Ευρώπη, όλες αυτές οι προϋποθέσεις είναι ανύπαρκτες. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι μια αναφορά σε μια κατάσταση αναγκαιότητας που με την σειρά της θα δώσει αρχή σε μια ενωτική ώθηση, σε μια εκτίναξη προς τα μπρος. Πρέπει όμως να ομολογήσουμε ότι κάτι τέτοιο έχει ελάχιστο προηγούμενο μέσα στην Ευρωπαϊκή ιστορία.
Είναι άσκοπο να υπενθυμίσουμε τα ευκρινή φαινόμενα που δεν αφορούν την ενότητα, αλλά την Ευρωπαϊκή διαίρεση, φαινόμενα που αντιστοιχούν με τον Εκατονταετή πόλεμο, με τους θρησκευτικούς πολέμους, με τους πολέμους της διαδοχής, με τους δύο παγκοσμίους πολέμους.
Χρειάζεται ακόμα να τονιστεί ότι οι Ευρωπαϊστές ταλαντεύονται ανάμεσα στην έννοια της Αυτοκρατορίας έστω και σχετικής —όπως ακριβώς χρησιμοποιήθηκε από τους Τhiriart και Varange — και σ' εκείνη του «΄Εθνους Ευρώπη» - πού είναι μεταξύ των άλλων και τίτλος ενός γερμανικού περιοδικού.
Όλα αυτά απαιτούν κάποια διευκρίνηση.
Το νόημα του Έθνους δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εφαρμοστεί πάνω σε μία οργανική υπερεθνική ομάδα.
Όταν απορρίπτεται ό τύπος μιας «Ευρώπης τωv πατρίδων» ή αυτή ακόμη ή ομοσπονδία των Ευρωπαϊκών Εθνών, δεν πρέπει να περιπέσουμε σε παρερμηνεία. Τα νοήματα της Πατρίδας και του Έθνους ανήκουν σε μια σφαίρα πρωταρχικά νατουραλιστική, δηλαδή «φυσική». Στην μία Ευρώπη πατρίδες και Έθνη μπορούν να συνυπάρξουν. ("Ας μην ξεχνούμε ότι οι εθνικές κοινότητες, έστω και μερικά, προστατεύονται ακόμη και μέσα στα πλαίσια του ολοκληρωτισμού της Ε.Σ.Σ.Δ).
Εκείνο πού θα έπρεπε να απορριφθεί κατηγορηματικά είναι ό Εθνικισμός (με την τερατολογική αποφυάδα του, τον ιμπεριαλισμό) και ο Σωβινισμός, αυτή ή φανατική απολυτοποίηση μιας ειδικής ενότητας.
Κατά συνέπεια ο σωστός τύπος, από δογματική άποψη, θα ήταν Αυτοκρατορία και όχι «Ευρώπη Έθνος» ή " Ευρωπαϊκή πατρίδα». Θα έπρεπε να γίνει έκκληση σ' ένα συναίσθημα ανωτέρας τάξεως, ποιοτικά πολύ διαφορετικό από εκείνο του «Εθνικού» χαρακτήρα που βρίσκεται ριζωμένος μέσα σε άλλα στρώματα του ανθρώπινου είδους.
Δεν μπορούμε να χαρακτηριστούμε Ευρωπαίοι με βάση το ίδιο συναίσθημα που μας κάνει να αισθανόμαστε Ιταλοί, Πρώσσοι, Βάσκοι, Φιλανδοί, Σκώτοι, Ούγγροι κ.λπ. Γι αυτό χρειάζεται να επιτύχουμε ένα μοναδικό συναίσθημα κοινής φύσεως πού να διαγράφει και να εξισορροπεί τις διαφορές μέσα στο «Έθνος Ευρώπη». Το σχήμα μιας Αυτοκρατορίας με το πραγματικό και οργανικό νόημα της (απόλυτα ξένο με κάθε μορφή ιμπεριαλισμού) είναι σαν παράδειγμα, η Ευρωπαϊκή Μεσαιωνική Οικουμένη. Τα μεμονωμένα κράτη έχουν τον χαρακτήρα μερικών οργανικών ενώσεων πού στηρίζονται (για να χρησιμοποιήσω την Δαντική έκφραση) στην αρχή Unum Quod non est Pars , δηλαδή πάνω σε μια ενωτική αρχή, σε μια εξουσία και σε μια κυριαρχία διαφορετικής φύσεως από εκείνη που είχε ή μπορούσε να ελπίζει το κάθε μεμονωμένο κράτος.
Η αρχή της Αυτοκρατορίας μπορεί να αποκτήσει παρόμοια αξιοπρέπεια υπερβάλλοντας την πολιτική σφαίρα με το στενό νόημα της, σμίγοντας και νομιμοποιώντας την με μια Ιδέα, με μια παράδοση, με μια εξουσία έστω και πνευματική. Οι περιορισμοί της κυριαρχίας των μεμονωμένων εθνικών μονάδων προς όφελος ενός «προέχοντος δικαίου» της Αυτοκρατορίας έχουν από παρόμοια προσηγορική συνθήκη την υπερβάλλουσα αξιοπρέπεια της ίδιας της Αυτοκρατορίας- σε σχέση δε με την δομή, το σύνολο παρουσιάζεται σαν «οργανισμός αποτελούμενος από οργανισμούς» ή αν θέλετε, σαν φεντεραλισμός, σαν ένας οργανικός φεντεραλισμός, όμοιος κατά κάποιο τρόπο μ' εκείνο πού είχε δημιουργηθεί επί Βίσμαρκ στο Γερμανικό II Ράιχ, κάθε άλλο παρά ακέφαλος. Αυτά είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της Αυτοκρατορία με το πραγματικό νόημα της.
Ας δούμε τώρα τις δυνατότητες και τις συνθήκες πού είναι απαραίτητες για την πραγματοποίηση παρόμοιας ιδέας στην σημερινή Ευρώπη. Πάνω απ' όλα χρειάζεται θέληση και δύναμη να πάμε τελείως αντίθετα στο ρεύμα. Από την στιγμή πού ή ιδέα της Ευρώπης «Έθνος» έχει σαν σκοπό την ανάμειξη των μεμονωμένων Ευρωπαϊκών Εθνών στα πλαίσια ενός μοναδικού "Έθνους διαγράφοντας γλωσσολογικές, εθνικές και ιστορικές διαφορές, αυτή ή ιδέα παραμερίζεται. Επειδή έχουμε να κάνουμε με μια οργανική ενότητα η βασική προϋπόθεση βρίσκεται στην ολοκλήρωση και σταθεροποίηση κάθε μεμονωμένου Έθνους, μέσα σ' ένα σχήμα ιεραρχικού και απόλυτα διαφοροποιημένου συνόλου.
Η φύση του επί μέρους πρέπει να αντικαθρεπτίζεται σ' εκείνη του συνόλου.
Από τη στιγμή που θα πραγματοποιηθούν ιεραρχικά τα μεμονωμένα Έθνη το σταθερό σχήμα των μεμονωμένων μονάδων, απαλλαγμένα από την εθνικιστική «ύβριν», τη βικιανή «υπεροψία των Εθνών» πού βαδίζει παράλληλα με το δημαγωγικό και κολλεκτιβιστικό γεγονός, θα δημιουργούσε μια αυτοδύναμη πορεία, πέρα από τις Εθνικές περιοχές, προς την κατεύθυνση μιας ανώτερης ενότητας.
Αυτή λοιπόν, εξ αιτίας της υπερυψωμένης φύσεως της, θα άφηνε πολύ χώρο στις Εθνικότητες σύμφωνα βέβαια με τα φυσικά και ιστορικά χαρακτηριστικά τους.
Η αρχή του οργανικού νοήματος σύμφωνα με το οποίο όσο περισσότερο είναι σταθερή και τέλεια η ανώτερη ενότητα, τόσο περισσότερο είναι διαφοροποιημένα και αυτόνομα, τα μεμονωμένα μέρη είναι αρκετά γνωστή.
Εκείνο που έχει σημασία είναι η συνεργεία, η συγκεκριμένη επιθυμία για κάθε κοινή δράση. Κάθε οργανική ενότητα έχει μια δική της αρχή σταθερότητας. Σε καμιά όμως περίπτωση δεν μπορεί να γίνει σκέψη για σταθερότητα του συνόλου όταν δεν υπάρχουν εγγυήσεις σταθερότητας και στα μέρη πού την αποτελούν.
Από την άποψη αυτή ή στοιχειώδης προϋπόθεση μιας ενδεχόμενης Ευρωπαϊκής ενότητας βρίσκεται στην πολιτική ολοκλήρωση των μεμονωμένων Εθνών.
Η Ευρωπαϊκή ενότητα θα ήταν πάντα επισφαλής από τη στιγμή που θα στηριζόταν πάνω σε ένα Διεθνές κοινοβούλιο στερούμενου μοναδικής ανώτερης εξουσίας, διαθέτοντας αντιπροσωπείες των μεμονωμένων πολιτικών καθεστώτων δημοκρατικού τύπου, που επειδή ακριβώς ελέγχονται από τα χαμηλά δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να εγγυηθούν τη συνέχεια τόσο της θελήσεως όσο και της πολιτικής διευθύνσεως. Μέσα σ' ένα δημοκρατικό καθεστώς η κυριαρχία του Κράτους είναι εφήμερη και ένα Έθνος δεν παρουσιάζει ποτέ μια πραγματική ενότητα• είναι απλά ένας αριθμός πού περνά στην κατοχή πότε του ενός και πότε του άλλου κόμματος που με τους ελιγμούς τους μέσα στο παράλογο σύστημα των καθολικών εξισωτικών εκλογών, υπονομεύουν την πολιτική θέληση.
Σε γενικές γραμμές θα πρέπει να προσανατολιστούμε προς την ιδέα μιας οργανικής ενότητας που πετυχαίνεται δια μέσου των κορυφών και όχι δια μέσου των βάσεων. Μόνο οι elites των διαφόρων Ευρωπαϊκών Εθνών θα ήταν σε θέση να συνεννοηθούν, να συγχρονισθούν ξεπερνώντας τους τοπικισμούς, το πνεύμα της διαιρέσεως και να αξιοποιήσουν μέσα από την εξουσία συμφέροντα και λόγους περισσότερο υψηλούς.
Σε κάθε έθνος λοιπόν θα έπρεπε να υπάρχει ένα «κέντρο» αρκετά σταθερό και μέσα από ένα συντονισμό και μια συνεργασία παρομοίων κέντρων η ανώτερη ευρωπαϊκή ενότητα θα μπορούσε να οργανωθεί και να δράσει.
Στο σύμπλεγμα αυτό θα έπρεπε να προωθηθεί μια διπλή διαδικασία ολοκληρώσεως: Εθνική ολοκλήρωση μέσα από την αναγνώριση μιας ουσιαστικής αρχής της εξουσίας βάση για τον οργανικό, αντιατομικιστικό και συντεχνιακό σχηματισμό των επί μέρους πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων.
Υπερεθνική Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση μέσα από την αναγνώριση μιας αρχής εξουσίας τόσο ανυψωμένης σε σχέση με εκείνη των μεμονωμένων Κρατών, όσο και σε σχέση με τα άτομα που τα απαρτίζουν. Δίχως αυτές τις προϋποθέσεις είναι ανώφελο να μιλούμε για μια οργανικά μία Ευρώπη.
Τοποθετώντας το πρόβλημα με τους όρους αυτούς εμφανίζονται τα μεγάλα εμπόδια πού δεν αφορούν την πολιτική αλλά και την πνευματική βάση τόσο αναγκαία γι' αυτή την Ευρωπαϊκή Ενότητα.
Πού θα βρεθεί ή βάση; Σε επίπεδο υψηλότερο και περισσότερο εξυψωμένο όπως θα ήταν το θρησκευτικό, μπορούν να γίνουν ελάχιστα.
Δεν μπορούμε να κάνουμε αναφορά στον Καθολικισμό ούτε να απαιτήσουμε απ' αυτόν επικύρωση και το χρίσμα αναφορικά με την ανυψωμένη αρχή της εξουσίας, γιατί
α) ό Καθολικισμός είναι πίστη μερικών μόνο Ευρωπαϊκών Εθνών
β) εξαιτίας της δημοκρατικής και νεωτεριστικής αποφολιδόσεως της σημερινής Εκκλησίας, και
γ) γιατί πρέπει να ληφθούν υπ' όψιν τα αποτελέσματα των διαδικασιών της αποϊερωποιήσεως και της λαϊκοποιήσεως πού σ' ολόκληρη την Ευρώπη βρίσκονται σε εξέλιξη.
Λιγότερες ακόμα πιθανότητες έχει η έκκληση σ' ένα γενικό Χριστιανισμό: κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ λίγο, ένα πράγμα εξαντλημένο, ασώματο, δίχως σχήμα και πάνω απ' όλα μη Ευρωπαϊκό, που δεν μπορεί να μονοπωληθεί μόνο από τον Ευρωπαϊκό πολιτισμό• μην ξεχνούμε ότι οι νέγροι της Αμερικής είναι και αυτοί Χριστιανοί.
Από το επίπεδο αυτό κατεβαίνουμε σε ένα χαμηλότερο. Πολύ εύκολα γίνεται λόγος για «Ευρωπαϊκή παράδοση» και για «Ευρωπαϊκή κουλτούρα». Δυστυχώς όμως εδώ και καιρό, στην Ευρώπη —και στη Δύση— κανείς δεν συνειδητοποιεί το υψηλό νόημα της «παραδόσεως».
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ή «παράδοση» στο ολοκληρωμένο νόημα της αποτελεί μια κατηγορία ενός κόσμου πού σχεδόν έχει εξαφανιστεί, σε εποχές κατά τις οποίες η μοναδική δημιουργική δύναμη εκδηλωνόταν τόσο στα ήθη όσο και στην πίστη, τόσο στο δίκαιο όσο και στα πολιτικά σχήματα και στην κουλτούρα, με λίγα λόγια σε κάθε κυρίαρχη μορφή της υπάρξεως.
Κανείς δεν θα θέλει να υποστηρίξει ότι στην Ευρώπη υπάρχει «μία παράδοση» προς αυτή την κατεύθυνση και ότι αυτή είναι σε θέση να νομιμοποιήσει την Ευρωπαϊκή ιδέα.
Από αυτή την «παράδοση» με το βαθύτερο νόημα της σήμερα στην Ευρώπη υπάρχει μόνο κάποια ιστορική ανάμνηση.
Σχετικά με την «Ευρωπαϊκή κουλτούρα» που η ανακαίνιση της σήμερα βρίσκεται στα χέρια των Ευρωπαϊστών του σαλονιού, στους διανοούμενους φιλελευθέρων και ανθρωπιστικών τάσεων, που κάνουν διατριβές πάνω στην «προσωπικότητα», την «ελευθερία», τον «ελεύθερο κόσμο» κλπ με τρόπο απόλυτο προσαρμοσμένο στο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο αποφολιδωμένο κλίμα:
Γενικά δεν πιστεύουμε ότι μπορεί να προκύψει τίποτα περισσότερο πέρα από τα διάφορα Ευρωπαϊκά Έθνη.
Πρέπει να καταλάβουμε ότι αυτό πού σήμερα ονομάζεται «κουλτούρα» δεν είναι τίποτα άλλο από μια απόφυση του αστικού πολιτισμού του Τρίτου Κράτους, κτήμα του οποίου άλλωστε είναι και ο μη προεξοφλημένος μύθος της λεγομένης «αριστοκρατίας της σκέψεως», μια αριστοκρατία πού λίγο ή πολύ είναι εκείνη του Ρarvenu αντιπαραδοσιακής, φιλελεύθερης και με λαϊκό προσανατολισμό.
Η αυθεντική εξουσία των θεματοφυλάκων και των εκφραστών μιας ανώτερης ιδέας δεν μπορεί με κανένα τρόπο να συγκριθεί με εκείνη των εκπροσώπων της λεγόμενης «κουλτούρας».
Σ' έναν Γκαίτε, σ' έναν Χούμπολντ και σ' όλους τους άλλους εκπροσώπους της μεγάλης κουλτούρας οφείλουμε ν' αναγνωρίσουμε το μέγεθος της προσφοράς τους• θα ήταν όμως παράλογο να περιμένουμε μέσα από αυτό τον κόσμο την εμφάνιση της διεγερτικής και εμψυχωτικής δυνάμεως πού θα συμπαραστεκόταν στις επαναστατικές elites στον αγώνα τους για την μία Ευρώπη.
'Ολα αυτά θα μπορούσαν να υπάρξουν στο σχήμα της κυριαρχίας μιας αξιοπρεπούς «εκπροσωποποιήσεως» με χαρακτήρα πρωταρχικά ιστορικό.
Βέβαια κάθε φορά πού βγαίνει από τις γενικότητες και προσπαθεί να δώσει ένα συγκεκριμένο και βασικό περιεχόμενο στο νόημα της «κοινής Ευρωπαϊκής κουλτούρας» βρισκόμαστε μπροστά σε μια τολμηρή προσπάθεια.
Το συνέδριο Volta που είχε συγκληθεί στo παρελθόν από την Ακαδημία της Ιταλίας με θέμα την Ευρώπη και στο οποίο είχαν πάρει μέρος γνωστοί εκπρόσωποι από διάφορα Έθνη έκανε αισθητή αυτή την δυσκολία γιατί πέρα από πολλές προσωπικές ερμηνείες λίγο ή πολύ αποκλίνουσες δεν κατάφερε να καταλήξει σε συμπεράσματα. Δεν είναι όμως αυτό το βασικό σημείο. Είναι ότι αντιμετωπίζουμε με ελαφριά καρδιά το σύμπλεγμα ενοχής της Ευρώπης ιδιαίτερα σε ότι άφορα την «κουλτούρα» της. Αν εξαιρέσουμε την κουλτούρα με λογοτεχνικό και ανθρωπιστικό χαρακτήρα που στερείται σχέσεων με τις βαθύτερες ιστορικές δυνάμεις, πως μπορούμε να αγνοήσουμε ότι η κουλτούρα και ο δυτικός πολιτισμός (που κατά ένα μεγάλο μέρος είναι κουλτούρα και πολιτισμός της Ευρώπης) και αντιπαραδοσιακό πνεύμα από την εποχή ακόμη της Αναγεννήσεως ήσαν το ίδιο πράγμα και ακόμη ότι αυτό που σχεδόν όλοι οι φιλελεύθεροι και προοδευτικοί υπερασπιστές της κουλτούρας και του Ευρωπαϊκού πολιτισμού προωθούν σαν τίτλο της Ευρωπαϊκής δόξας αρχή κάνοντας της ίδιας της Ευρωπαϊκής πνευματικής κρίσεως και ότι τέλος ο εξευρωπαϊσμός του κόσμου εξισώθηκε με την διάχυση ενός φαινομένου αποσυνθέσεως, ανατροπής και ερεθισμού των δυνάμεων εκείνων πού αργότερα στράφηκαν εναντίον της Ευρώπης. Η Ευρώπη στάθηκε το λίκνο του ιλουμινισμού, του φιλελευθερισμού, της Δημοκρατίας και τέλος του Μαρξισμού και του Κομμουνισμού. Δυστυχώς αυτή ήταν η πιο αξιοπρόσεκτη προσφορά της «ευρωπαϊκής κουλτούρας» στην μοντέρνα εποχή, ήταν εκείνη των διανοουμένων, των ανθρωπιστών, των «ανυψωμένων πνευμάτων», των τεχνών, των γραμμάτων... Με αυτούς ακριβώς τους όρους υπάρχει κίνδυνος να κατανοήσουμε «την κοινότητα του πεπρωμένου» πού μερικοί Ευρωπαϊστές επικαλούνται. Μια από τις αξιόλογες προσφορές στο συνέδριο Volta ήταν και εκείνη του Ακαδημαϊκού Francesco Coppola πού αναφέρθηκε βασικά στο σύμπλεγμα ενοχής και στην «κακή συνείδηση» της Ευρώπης. Πώς να γίνει σκέψη για μια αμυντική Ευρωπαϊκή βάση ενάντια σε Ιδεολογίες και δυνάμεις πού σωστά θεωρούνται βαρβαρικές και αντιευρωπαϊκές, όταν πρέπει να παρατηρούνται μέσα σ' αυτές οι ακραίες και ώριμες εξελίξεις τάξεων καθώς και τα δεινά πού είχαν το αρχικό τους λίκνο μέσα στην ίδια την Ευρώπη; Αυτή είναι ή αιτία της ελάχιστης ανοσίας του Ευρωπαϊκού κόσμου μπροστά στους σημερινούς «πολιτισμούς - οδηγούς» όπως ο αμερικανικός και ο σοβιετοκομμουνιστικός. Έτσι το πρόβλημα του πνευματικού θεμελίου για μια Ευρώπη οργανικά μία παραμένει άλυτο και μια ενδεχόμενη εξόρμηση των ακτιβιστικών και επαναστατικών δυνάμεων προς την κατεύθυνση παρόμοιας Ευρώπης, στερημένη από τα πνευματικά της μετόπισθεν, θα άφηνε πίσω τους ένα πεδίο σαθρό και υπονομευμένο αν δεν άρχιζαν την μάχη στο εσωτερικό εναντίον όλων των κακών πού σήμερα εμφανίζονται σε μικροσκοπική μεγέθυνση... Άμεση απαίτηση θα ήταν λοιπόν μια εσωτερική αποτοξίνωση πού θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί όσο το δυνατό συντομότερο, αδιαφορώντας για το τίμημα. "Αφήνοντας στην άκρη τον πολιτικό και οικονομικό τομέα πώς είναι δυνατό να παραγνωρίσουμε το μέτρο πού η αμερικανοποίηση ασκεί στα ήθη, στις προτιμήσεις, στις προδιαθέσεις των Ευρωπαϊκών φυλών; Αυτό μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι το πρόβλημα της ευρωπαϊκής συμπεριφοράς μπροστά σ' αυτό πού γενικά θα μπορούσαμε να ονομάσουμε μοντέρνο κόσμο αντιμετωπίζεται με όρους «αντιδραστικούς» και επαναστατικοσυντηρητικούς... Αντίθετα, το να λέμε ότι δεν πρέπει να ζητάμε από τους πολιτικά στρατευμένους τον «ιδεολογικό τους ορίζοντα», το να βεβαιώνουμε ότι είναι αρκετό να μην δέχονται τη συνεργασία των μη Ευρωπαϊκών δυνάμεων, το ότι χρειάζονται να συνασπιστούν στον αγώνα τους για την Ευρώπη μέσα σ' ένα «κοινό σύμφωνο», παραγνωρίζοντας το πρόβλημα μιας μοναδικής και συγκεκριμένης θεωρήσεως, θα σήμαινε τοποθέτηση σ' ένα πεδίο ιρασιοναλιστικού ακτιβισμού δίχως σημαία και δίχως σπονδυλική στήλη: ακόμη και αν εκπλήρωνε τον πρακτικό του σκοπό στη συνέχεια και μέσα στον Ευρωπαϊκό συνασπισμό τα σχίσματα και οι αντιθέσεις θα ήταν αναπόφευκτα. Ακόμα και αν δεχτούμε ότι μέσα από τον δρόμο αυτό θα ήταν δυνατή ή δημιουργία της Ευρώπης, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι ή παραπάνω προϋπόθεση σε σχέση με την οργανική και όχι με την «κοινοτική» μορφή θα ήταν ανύπαρκτη, αυτή η Ευρώπη δεν θα ήταν φορέας καμιάς ξεχωριστής ιδέας και θα εμφανιζόταν σαν ένας ακόμη συνασπισμός δυνάμεων στο πλευρό του Ρωσικού, του Αμερικάνικου του Κινεζικού και πιθανότατα του Αφρικό-ασιατικού, σύμμαχος ή ανταγωνιστής δίχως κανένα ποιοτικά διαφοροποιημένο χαρακτήρα μια πού μέσα στο κλίμα του «μοντέρνου» πολιτισμού κανένας παρόμοιος παράγοντας δεν μπορεί να είναι αποφασιστικός. Φυσικά θα ήταν καθαρή ουτοπία αν θέλαμε να αντιταχθούμε στο σύνολο σχεδόν όσων αντιπροσωπεύει από την υλιστική άποψη ό σύγχρονος πολιτισμός. Κάτι τέτοιο ανάμεσα στα άλλα θα οδηγούσε στην εγκατάλειψη των αποφασιστικών όπλων κατάλληλα τόσο για άμυνα όσο και για επίθεση, δίπλα πού σήμερα είναι τόσο αναγκαία. Όταν σήμερα επαναλαμβάνεται κατά κόρον ότι οι Ευρωπαϊκοί λαοί διαθέτουν μια κοινή κουλτούρα και κατ' επέκταση μια από τις προϋποθέσεις για να μετατραπούν σε Έθνος, πρέπει να θυμίσουμε ότι αρχή κάνοντας από το παρελθόν και σε όσα αναφέραμε πριν από λίγο, ή κουλτούρα αυτή ταυτίζεται συνεχώς και περισσότερο όχι μόνο με τους Ευρωπαίους αλλά και με το σύνολο σχεδόν του «πολιτισμένου» κόσμου. Η κουλτούρα αυτή δεν έχει σύνορα. Η ευρωπαϊκή προσφορά —με βιβλία, γραπτά, καλλιτέχνες, μελέτες, κλπ, —απορροφήθηκε από τα μη Ευρωπαϊκά κράτη και τα ευρωπαϊκά κράτη με τη σειρά τους απορρόφησαν εκείνη των μη ευρωπαϊκών. Μια παρόμοιας αποφασιστικής σημασίας εξισορρόπηση (πού εξαπλώνεται στον τρόπο ζωής και στις προτιμήσεις) σε στενότατη σχέση με την εξιλέωση της επιστήμης και της τεχνικής παρουσιάστηκε σαν επιχείρημα από εκείνους πού αντί για την Ευρώπη επιθυμούν έναν ενοποιημένο κόσμο μέσα στα πλαίσια κάποιας οργανώσεως ή ενός Παγκόσμιου υπερεθνικού Κράτους.
Είναι φανερό ότι αν αντιμετωπίσουμε το παραπάνω πρόβλημα και δώσουμε την σωστή του λύση, ή Ευρώπη θα μπορούσε να διαφοροποιηθεί πνευματικά, θα μπορούσε να είναι κάτι το διαφορετικό κάθε άλλο παρά ευμετάβλητο, θα μπορούσε τέλος την στιγμή πού ό σύγχρονος κόσμος θα παρασυρόταν απ' την κρίση να παίξει τον ρόλο του οδηγού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου