Σάββατο, 18 Σεπτεμβρίου 2010

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΤΑΡΑΓΚΑΣ: Η ΑΝΟΙΞΗ ΑΡΓΗΣΕ ΝAΡΘΗ

Ήταν η χρονιά που η γη δεν είχε καρπίσει.
Η μπόττα τοϋ σκληροτράχηλου καταχτητή, ξεθωριασμένη από τις λάσπες της Ευρώπης, τρυπούσε το αδυνατισμένο κορμί της γαλαζοπελαγίττικης χώρας και την έκανε να νοιώθη μέσα στα στήθεια, βαρύ τον ανα σασμό του ανθρώπινου τρόμου. Και τα φθισικά πνευμόνια της ξερνούσαν καϋμούς και βόγγους, σάν ξέσπασμα μανιάτικου μοιρολογιού, για μια άνθινη αυγή που έτσι ξαφνικά ένα απριλιάτικο πρωινό - ίδια ειρωνία μέσα στην άνοιξη - την κλάδεψαν από το ουράνιο δέντρο, κλαδεύοντας ταυτόχρονα και την αναπνοή της ζωής.
Σταμάτησε το απαλό θρόισμα από τη ρωμαντική αύρα του Χάϊνε, ράγισε το σμάλτο των λεπτόηχων στίχων του Γκαίτε, η θλίψη από τους θρύλλους των Νυμπελούγκεν έπνιξε στο τραγικό της μοτίβο τον «Ύμνο στη χαρά" του Σίλλερ και φοβισμένα όλα ετούτα, κάνανε τόπο να περά­ση το μακάβριο αναβρόντημα της πολεμικής μηχανής του Γ' Ράϊχ. Ο ειδυλλιακός Ρήνος βάφτηκε κόκκινος από το αίμα της καταστροφής και έπε σε πάνω του μαύρη η κατάρα του θανάτου, ενώ η ελπίδα ξεψύχισε πάνω σ' έναν αγκυλωτό σταυρό.
Η παραφροσύνη συνεπήρε τα μυαλά της Αρείας Φυλής και τα φονικά όπλα ακονίζονταν στο αμόνι της Πρωσσικής υπεροψίας. Κι' εκείνη τη στιγμή, πέθαινε ο άνθρωπος και γεννιώταν το χτήνος.

                                                                                      * *

Λίγες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα του 1941 .
- Θεέ μου ! .. Κι' άλλος έπεσε στο δρόμο .. .
Ξεπήδησε μια κραυγή μέσα από ένα μισάνοιχτο φύλλο πόρτας. Κά ποιο γεροδεμένο παλληκάρι έσπρωξε το ξεβαμμένο πορτόφυλλο και βρέθη κε μ' ένα σάλτο στα κράσπεδα του δρόμου. Ένα κουβάρι από κολλημένα πετσιά σε λιανά κόκκαλα, ανάπνεε ακόμα. 
Ο Τάκης έσκυψε πάνω στην ανθρώπινη αγωνία κι' αφουγκράστηκε το λαχάνιασμα της. Έσπρωξε στην άκρη το γερμένο εκείνο κεφάλι και η προσοχή του γαντζώθηκε στα μυτερά μήλα του ασκητικού προσώπου κι' από κει γλύστρησε για να καρφωθή σε μια ακίνητη ματιά και να παγώση μετά από το φόβο του θανάτου που έφτανε. Έσκυψε πολύ πιο κοντά στον άνθρωπο και τον ταρακούνησε με τα στιβαρά του χέρια.
-Ε! .. Κάνε κουράγιο.... Περίμενε και θα σου δώσω το ψωμί από· το δελτίο μου.
Τά' λεγε αυτά ό Τάκης και η φωνή του αναρριχιόταν στα φορτίσσιμα μιας επίκλησης.Δυο μάτια από κείνο το ταλαιπωρημένο κουβάρι, πήραν την γλυκεία έκφραση που δέχεται το χρώμα της ευγνωμοσύνης από τον χρωστήρα της ανθρωπιάς. Στις άκρες των άνυδρων χειλιών έσκασαν τα μπουμπούκια ενός πικραμένου χαμόγελου.
Ό Τάκης γύριζε και αναψοκοκκινισμένος από την ταραχή, τράβηξε για το σπίτι του. Σκόνταψε σε μια μεσόκοπη γυναίκα — τη μάνα του. Εκείνη τούριξε ένα ανήσυχο βλέμμα. Κοντοστάθηκε και την κύτταξε. ΟΓ βολβοί των ματιών του κολυμπούσαν σε ταραγμένες λίμνες από δάκρυα. Μια παγερή σιωπή τύλιξε και τους δυό τους. Αμέσως δ Τάκης έτρεξε και μπήκε βιαστικά στην κουζίνα κι' ή γυναίκα έμεινε να τον βλέπη αμίλητη.
Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα και ή μάνα του Τάκη γλύστρησε στην κουζίνα. Είδε το παιδί της να κρατάη ένα κομμάτι ψωμί στα χέρια του.
- Τί κάνεις εκεί; τον ρώτησε με κοφτή κι' ανήσυχη ανάσα.
- Πάω το μερτικό μου από το ψωμί, σ' αυτόν εκεί απόξω.
Κάτι σα να συντάραξε τη μάνα και σκέπασε με μπλάβο σύννεφο στενοχώριας τη ματιά της.
«Το λιγοστό ψωμί πού αναλογούσε εκείνες τις μαύρες ώρες στο παιδί της, έφευγε τώρα από τα χέρια του για να το πάρη κάποιος μισοπε θαμένος ... Τί φοβερή στιγμή για τις χριστιανικές συνειδήσεις !... Πόση δυσαναλογία στις δυνάμεις της ζωής . .. Κανένας οίκτος στην πάλη των ενστίκτων ... Δίπλα σου σωριάζεται ένα ταλαιπωρημένο κουφάρι και την ώρα πού γλύφει ό θάνατος τις σάρκες του, εσύ πού όλη σου τη ζωή είχες αναλωθεί στις καλοσύνες και τις ευεργεσίες και ύψωνες σταυρούς μαρτυ ρίου για να περάση τον παραδοσιακό δρόμο της η αγάπη, από τον Γολγο θά στην Ανάσταση, πιστεύοντας στο μέγεθος της ανθρώπινης κατανόη σης, με την επαινετή διάκριση πως είσαι από τις μετρημένες εκλεχτές πού πατήσανε τα υψίπεδα της, έχεις για τούτη τη στιγμή το θλιβερό προνόμιο, να κουβαλάς στους αδυνατισμένους ώμους σου τον ασήκωτο τίτλο της μάνας. Έτσι μπροστά στη ζωή του παιδιού σου, κλείνεις ερμητικά τ' αυτιά σου στην ανθρώπινη επίκληση και σφαλίζεις τα μάτια σου στο αποκορύφωμα της δυστυχίας. Εκείνο το δευτερόλεπτο είναι αποφασιστικό για τα ανθρώπινα ενδιαφέροντα σου και ξεγυμνώνεσαι από τούς ιδεαλισμούς σου, για να φορέσης την αντικειμενικότητα του ρεαλισμού και να ρίξης όλη σου την προσοχή, στο κομμάτι της σάρκας από τη σάρκα σου».
- Μα, παιδί μου, δε καταλαβαίνεις πως δεν έχεις άλλο απ' αυτό το ψωμί ;
Ό Τάκης πού ήταν έτοιμος να φύγη, κοντοστάθηκε. Κύτταξε τη μάνα του μ' εν α λυπημένο ύφος και της απάντησε:
-Έχω το κουπόνι του ψωμιού για την άλλη μέρα. Αυτός, όμως, μπορεί να μην έχη κι' άλλο κουπόνι ζωής !....
Μια βίαιη κίνηση της μάνας για ν' αρπάξη το ψωμί από τη χούφτα του παιδιού της, έβαλε σε δίλημμα την αγάπη και το μητρικό φίλτρο την τραβούσε στην υποκειμενικότητα του. Ο Τάκης ξαφνιάστηκε. Κατακεραύνωσε τη μάνα του μ' ένα άγριο βλέμμα και τραβώντας το χέρι του πού ήταν σφιχτοδεμένο με το κομμάτι το ψωμί, έδωσε ένα σάλτο και βρέθηκε έξω.
Προχώρησε προς τον άνθρωπο πούχε πέσει στο δρόμο και τον σκούντηξε. Δεν έβλεπε καμμιά κίνηση. Τον έπιασε από τους ώμους κι' όπως πήγε να του σηκώσει το κεφάλι, το ένοιωσε βαρύ. Αντίκρυσε--την ίδια γαλήνη στα μάτια, το ίδιο πικραμένο χαμόγελο στα χείλη. Μόνο πού αυτή τη φορά και οι δυό εκφράσεις, είχαν την παγερή ακινησία του θανάτου. Ό Τάκης κάρφωσε το βλέμμα του στα γυάλινα μάτια πού έμοιαζαν σα να τον κυττούσανε με μια μεταθανάτια καλοσύνη.Ύγρανε τα χείλη του ένα πικρό σάλιο και ή καρδιά του σπαρτάρισε, λες και πάλευε να ξεκολλήση από τη θέση της κι' αλαφιασμένη περιδιάβαζε στα στήθεια, ενώ το καρύδι της α γωνίας και του τρόμου, είχε σκαλώσει στον λάρυγγα κι' έφραζε ένα άγχος την αναπνοή.
Κατάλαβε ό Τάκης πώς ό θάνατος πρόλαβε να καταστρέψη σ' εκείνο το κορμί, ότι μπορούσε να αναστήλωση, προσωρινά, ένα κομμάτι ψωμιού.
Η φρίκη κατακομμάτιασε το φρέσκο εφηβικό πρόσωπο. Στα μηνίγ για του πέφτανε αμέτρητες σφυριές κι' έβγαζαν μια στριγγή κραυγή, έτσι πού άγγιζαν την ευαισθησία, σέρνοντας την ανήμπορη και καταπονημένη στα όρια της τρέλλας. Κι' όταν κάποια στιγμή συνήλθε, δ Τάκης, από το ξάφνιασμα και κύτταξε το ψωμί πού κρατούσε, το χούφτιασε περισσότερο και ρίχνοντας μια μελαγχολική ματιά στο πτώμα πού βρισκόταν μπρος του, με αργή κίνηση έβαλε στο χέρι του πεθαμένου το κομμάτι του ψωμιού.
Σκέφτηκε, πως ίσως μ' αυτό να του εξασφάλιζε τα ναύλα για το πέ ρασμα στην Αχερουσία λίμνη.
Όταν σηκώθηκε από κείνο το μέρος κι' έστρεψε γύρω το βλέμμα του, είδε πως ήταν πολιορκημένος από περίεργες ματιές και βουβά χείλη. Έσπρωξε στην άκρη κάποιον που βρέθηκε μπροστά του και αμίλητος τράβηξε για την πόρτα του σπιτιού του. Την ίδια στιγμή το μελίσσι που ως τότε στε κόταν βουβό πάνω στο νεκρό και λίγο πιο πέρα, άρχισε να βουΐζη, ενώ η πόρτα έκλεισε πίσω από την πλάτη του Τάκη.
Ό Ναζισμός πέρασε λίγο πριν από το ήσυχο αθηναϊκό δρομάκι κι' ήτανε ο αγκυλωτός σταυρός του, ίδιο το θανατερό δρεπάνι του χάροντα.......................

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου