Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 3 Απριλίου 2019

Δ. ΚΟΚΚΟΣ: Ο ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΟΜΕΝΟΣ


Εν μέσω της εκλογικής αυτής ανεμοζάλης, 
ενόμισα καθήκον μου κ' εγώ να εισπηδήσω,
και μετ' αγώνος φοβερού και πυρετώδους πάλης
νεκρός ή μόνον νικητής, παιδιά, να επιζήσω !
Τουτέστι « ταν ή επί τας ! », οι πάντες μ'εννοείτε,
αι δ' εξηγήσεις περιτταί μοι φαίνονται, πολίται!

Αντιπολιτευόμενος ! ιδού το πρόγραμμα μου!
Την τωρινήν κυβέρνησιν αγρίως θα πατάξω !
Πατρίς εδώ, πατρίς εκεί, πατρίς το σύνθημά μου,
πατρίς, μα τον θεόν, πατρίς - enfin θα πατριάξω!

Οράτε ότι την πτωχήν πατρίδα μας προδίδουν,
διότι τρώγουν μοναχοί και εις ημάς δεν δίδουν.
Τα οικονομολογικά ! - ιδού πρώτη φροντίς μου !
Τα στρατοναυτολογικά ! - ιδού και η δευτέρα !
Τα εξωεσωτερικά ! - εν όλω πόθοι τρεις μου,
εκ της κοιλίας θ΄ αντηχούν οξείς εις τον αιθέρα.
Το μεγαλείον, η πατρίς, η δόξα, το καθήκον,
και το ανήκον άπασι και πάσι το προσήκον !

Άλλως, μενόντων ωδέ πως των πάντων συμφερόντων, 
και των ταμείων τρομερώς συνδιασπαθιζόντων, 
κ' εκείνων πάντων, δηλαδή, τρωγόντων και πινόντων, 
ημών δε πάντων των λοιπών πεινόντων και διψώντων, 
ημείς θα καταντήσωμεν, αναμφιβόλως, τσίροι,
και νεκρικόν μετ' ου πολύ θ’ ακούσωμεν ψαλτήρι.

Λοιπόν ! Λοιπόν άπαντ' αυτά ευκόλως εννοοΰντες,
και βλέποντες πως η πατρίς επνίγη εντός έλους, 
πρέπει, εν γένει τον λαόν ορθώς ποδηγετούντες,
να φθάσωμεν εις ασφαλή λιμένα, επί τέλους. 
Τοιουτοτρόπως η πατρίς, νικώσα, μετά θάρρους 
θα πέσει ως μικρός ιχθύς εις πεινασμένους γλάρους !

Ελπίζω, συμπολίται μου, την ψήφον σας να έχω !
Ελπίζω να μ' εκλέξετε, ως αντιπρόσωπόν σας,
διότι, μα τον Ιησούν Χριστόν μας. δεν αντέχω,
και φευ ! θα μ' έχετε βαρύ φορτίον στον λαιμόν σας!
Εν τούτοις, αν μοι πέπρωται ο τάλας ν' αποθάνω,
τα κατωτέρω γράφατε στον τάφον μου επάνω :

«Αντιπολιτευόμενος ο μακαρίτης ήτο’
είχ' ευγενή αισθήματα, αρχάς και πεποιθήσεις,
και υπό τούτων πάντοτε αγνώς ενεφορείτο’
αλλ' όμως τον κατέβαλον στομαχικαί παθήσεις.
Απέθανε φιλόπατρις και ομιλών και γράφων -
με άλλους λόγους νηστικός κατήλθεν εις τον τάφον».

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2019

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ: ΔΟΝ ΖΟΥΑΝ (απόσπασμα)

 «Νοέμβριος δεκαεπτά.— Επήγα στη Βουλή,
αλλά της συζητήσεως δεν ήκουσα το θέμα,
κι από τας δύο πτέρυγας ωγκάνιζαν πολλοί
με σχήματα παράδοξα κι αστραποβόλον βλέμμα.

Και μια γριά παράξενη αντίκρυσα εκεί
με χρόνους ως εξήκοντα και κάτασπρα τσουλούφια
κατέφαγε τα νιάτα της εις την πολιτική
και για κουβέντα έδινε την καθεμιά της σκούφια.

Τα πάντα εθυσίασε προθύμως στην πατρίδα,
γι αυτήν και μόνον ήθελε να της συχνομιλής,
και όταν ο πατριωτισμός της έστριβε τη βίδα,
πετούσε την ομπρέλλα της στη σάλα της Βουλής.
Και τώρα πάλι έσκουζεν η σεβαστή κυρία,
μετά μανίας σύρουσα την άτακτόν της κόμην,
ο δε κυρίαρχος λαός από τα θεωρεία
εξέφραζε με μυκηθμόν την υψηλήν του γνώμην.

Ο πρόεδρος με πάταγον εκτύπα το κουδούνι,
 μα πιο πολύ εστρίγγλιζαν εις κάθε κτύπημα του...
 φτου! να χαθής. αμακατζή, σαποκοιλιά, γουρούνι,
 και ο καθένας έδινε στον άλλον τόνομά του.
 Κι ενώ τοιαύτας έλεγαν αβρότητας πολλάς
κι οι βουλευταί και ο λαός εγίνοντο σαλάτα,
έβγαζε τα παπούτσια του ψηλός φουστανελλάς
κι έτριβε τα ποδάρια του τα μοσχομυρωδάτα.

«Ηρώτησα περί αυτού ψυχρώς κι αδιαφόρως
και με χαράν μου έμαθα πως ήτο βουληφόρος,
μεγάλην δε μου έλεγαν πως έδειχνε ροπήν
στον βίον τον ποιμενικόν και την ζωοκλοπήν,
και οι συμπατριώται του εκ φόβου μη εκείνος,
καμμιά ημέρα έξαφνα δεν τους αφήση κτήνος,
γαϊδούρι, χήνα, πρόβατο, χωράφι και καλύβι,
τον έστειλαν εις την Βουλήν τα πόδια του να τρίβη.
Αλλά δεν ελησμόνησε τας έξεις του εκείνας,
καίτοι προς άλλο στάδιον επίζηλον τραπείς,
κι ως λέγουν εδιώριζε και από τας Αθήνας
πολλούς ειδικωτέρους του στα της ζωοκλοπής.

«Ανέβη ο Πρωθυπουργός εις της Βουλής το βήμα
κι εσίγησεν ο θόρυβος κι ο βόμβος παραχρήμα.
Αλλά ενώ δεν ήκουε κανείς για τί ωμίλει
και μες στο στόμα χάσκοντες τον έβλεπαν οι φίλοι,
ένα πετροχελίδονο πετά εις την Βουλήν,
που κάποιο μέρος για φωλιά νομίζω πως εζήτει,
κι ιδού! του ρητορεύοντος περνά την κεφαλήν
και από περιφρόνησιν τον κουτσουλά στη μύτη.

»Τότε δή τότε σύγχυσις, κατακλυσμός και σάλος,
η μεν αντιπολίτευσις χειροκροτεί εξάλλως,
η δε μερίς η τρώγουσα αμέσως εξεμάνη,
διότι το κουτσούλισμα ως προσβολή εφάνη.
Κι ενώ αυτά συνέβαιναν δια το χελιδόνι,
ο συμπολιτευόμενος φουστανελλάς θυμώνει
και μ' ένα παλιοκούμπουρο τράβα μια κουμπουριά
και το πετροχελίδονο επλήγωσε βαρειά.


»Κι εκείνο πέφτει κατά γης και ψυχοσπαρταρά
κι ευθύς -η συμπολίτευσις αρχίζει τα ουρά'
το κέντρον το αριστερόν με σαρκασμούς πειράζει,
δια τον νέον θρίαμβον του κόμματος γελά,
και με χαράν ανέκφραστον μια φωνή εκφράζει
νίκης συγχαρητήρια εις τον φουστανελλά…….


Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2018

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ: ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ


Τα βαρυά αγωγιάτικα άλογα
Με τα ξύλινα σαμάρια.
Με σκοινιά και χαλινάρια,
με κουδούνια στο λαιμό.

Θα μας φέρουν καβαλάρηδες
Σε πανάρχαιο  μοναστήρι,
Πέρα από ψηλό γεφύρι
Πάνω από βαθύ γκρεμό.

Θα διαβούμε καβαλάρηδες
Την καμαρωτή του πόρτα.
Θα πεζέψωμε στα χόρτα
και στις στάλες της δροσιάς.

Και θαρθή  σκυφτός καλόγερος
Με τρεμουλιαστό το χέρι
Σκουριασμένα να μας φέρη
Τα κλειδιά της εκκλησίας.

Θαμπωμένοι  από το λιόβολο.
Ζαλισμένοι από το δρόμο,
Μ'  έναν  κάποιο κρυφό  τρόμο
Μπαίνοντας ψηλαφητά.

Χίλια μάτια Αγίων θα νιώσωμε
Να  μας βλέπουν δακρυσμένα.
Δέκα αιώνες κοιμισμένα,
Πρώτη μέρα ξυπνητά.

Κυριακή 19 Αυγούστου 2018

RACISM IN ENGLISH LITERATURE

English literature is irremediably racially oriented. Even if we only consider the greatest works and names, we find a pattern which persists and remains unmistakable to this day.
In Beowulf, which is certainly the greatest work in English before the Norman Conquest, and arguably still the greatest of all English epics, group pride is confined to individual Germanic tribes:
Hark! We have heard how the kings of the Spear-Danes 
Gained glory in days of yore, how the noblemen
Did famous deeds.
The Norman Conquest set the seal on a national unity already loosely achieved under the leadership of the kings of Wessex, and in time a truly national feeling grew up, exemplified by the expulsion of the Jews by Edward I the
first such enforced exodus in medieval Europe.
England was to be free of Jews until Cromwell's time, when they were again allowed in, for a large loan.
Anyone reading Chaucer's Prioress's Tale, in which little Hugh of Lincoln is kidnapped and murdered on his way
home from school, need have no doubts as to Chaucer's attitude toward Jews, which he condensed into two lines:
For foule usure and lucre of vileynye,
Hateful to Crist and to his compaignye ...
In Shakespeare's works race consciousness is rampant. There never was such a patriotic poet, before or since. His historic plays are one long paean of praise for England. Diatribes against the French are commonplace. In Henry VI, Part I, he goes so far as to represent the burning of Joan of Arc as good riddance to a wicked witch:
Break thou in pieces and consume to ashes,
Thou foul accursed minister of hell!
Shakespeare's portraits of Celtic peoples are by no means uniformly flattering, but when he comes to Jews he outdoes himself. Even John of Gaunt's dying speech of praise for England, 
"This royal throne of kings, this sceptr'd isle," contains a reference to Christ's sepulchre in "stubborn Jewry."
Everything possible has been done in the modern theater to make the character of Shylock more appealing. His uglier aspects have been played down, awkward passages have been cut out, and actors like John Gielgud have done their best to represent Shylock's hypocritical self-pity as Shakespeare's pity for Shylock. No wonder the play has been acted with the Christian characters in Nazi uniforms and with Antonio portrayed as a Gauleiter.
Nor is Shakespeare less ethnically tuned in Othello, whose fatal flaw, self-deception, is described as inherited, not acquired. lago is merely a diabolus ex machina. The inescapable core of the tragedy is the clash of race, the marriage of the dusky Moor to the beautiful white Desdemona. No amount of West Indian style ham acting by Laurence Olivier can shift or defuse this overpowering emphasis.
Marlowe's Jew of Malta is a Machiavellian monster, who cheats and murders without scruple and evokes admiration from his youthful creator and from the audience only because of the scale of his crimes. Nor was Ben Jonson's view of Jewry any more flattering. The satire of his Alchemist makes it one of the funniest plays ever written.
Milton, with his references to "God's Englishmen" is no less of a patriot than Shakespeare, and when he gives precedence to the Old Testament over the glories of Greece, he is letting his intellect prevail over his deepest instincts. Paradise Lost is an epic of the Grecian mold, and Samson Agonistes is in effect a Greek tragedy. Even when he describes the beauty of the Garden of Eden, he has to play the trick of reciting a long list of Grecian glories, adding somewhat lamely that Eden was even more beautiful than that.
Marvell, like Milton, was a secretary of Cromwell, and he gives us noble portraits of both his employer and of Charles I. 
Like Milton, he saw the English as a chosen people. Dryden makes full use of the Old Testament in describing the religious factions of his own day:
The Jews, a headstrong, moody, murmuring race
As ever tried the extend and stretch of grace,
Cod's pampered people, whom, debauched with ease,
No king could govern, nor no Cod could please.
Pope in his turn, strongly associates the Jews with moneylending:
While with the silent growth of ten per cent,
In dirt and darkness, hundreds stink content.
Cowper's reference to "the leathern ears of stockjobbers and Jews" is in the same vein.
The English Romantics, who rebelled against the rule of money and praised the virtues of folklore and popular cohesion have, with a few notable exceptions, never been liberal-minority favorites. 
Byron's attack on political manipulation by "Jew Rotchschild and his fellow Christian Baring" is too explicit for comfort.
Nor were the English novelists more enthusiastic about the aliens in their midst. Defoe, who knew a lot about the seamy side of life, had a very poor opinion of the Jews, and Fielding, a magistrate, also disliked them. That appears to be why Richardson is strongly preferred by liberal critics, although Defoe takes precedence over him in point of time and Fielding in point of excellence.
When we come to Dickens, the xenophobic tendency is even more manifest. His Fagin is a creature who trains little boys as pickpockets, and his hanging is regarded by Dickens as good riddance. Dickens's later attempt to make amends by portraying a gentle Jew was a complete failure. Who now remembers in which novel Elias is to be found?
Where Negroes are concerned, Dickens's attitudes are even more severe.
He was the great proponent of the argument that charity begins at home, and never ceased to ridicule silly women like Mrs. Jellyby in Barnaby Rudge, whose principal concern was "educating the natives of Βorrioboola-Gha, on the left bank of the Niger." In his first fulllength novel The Pickwick Papers he, makes fun of a "noble society for providing the infant Negroes in the West Indies with flannel waistcoats and moral pocket handkerchiefs./I So it is no surprise to find him, in the latter part of his life, supporting General Eyre, .who put down a Negro rising in the West Indies by hanging all the insurgents on sight.
Thackeray has one young lady advising another not to marry anyone who works in the City of London, "among the stockbrokers and Jews." Trollope can hardly be considered to have displayed any more fondness towards them.
In the twentieth century the pattern persists: Rudyard Kipling, Henry James, G. K. Chesterton, T. S. Eliot, Ezra Pound, D. H. Lawrence, all show strong signs of anti-Semitism. And remember, only a few of the most outstanding writers have been selected. If quotations were taken from writers of the second rank, the list could be lengthened enormously. Nor is it an answer to say that one could also make out a selective Iist of pro-Jewish
quotations from Scott's Ivanhoe, George Eliot's Daniel Deronda, Joyce's Ulysses. In the broad and brilliant range of English literature unfavorable references to Jews and other minorities heavily outnumber the favorable ones.
Racial feelings have by no means disappeared now that minority writers have been made central to the study of English. The only difference is that minority racism becomes the theme. What could be more explicit than Norman Mailer's calumniation of the Wasps, or Philip Roth's fantasies of easily exploited "shikses?" His hero in Portnoy's Complaint even keeps one whom he calls the Monkey for the purposes of fellatio. He also alleges that the Majority blondes are all just dying to hop into bed with men who look like his uncle Hymie.
We wonder about the future of English literature, now that it has passed into the hands of alien races who have only been speaking and writing English for a few generations. If environment is everything, then English literature has nothing to worry about. Any Fiji Islander will have as much chance of being a second Shakespeare as any direct descendant of William the Conqueror or any fifteenth-generation American descendant of a Plymouth or Jamestown colonist.
So far, however, the environmental theory doesn't seem to be working out too well in the Iiterary field. As more more millions of people learn to speak and  write English,as more and more minority members seek to "enrich" it, English literature is turning into a malodorous heap of pornographic  garbage.(Περιοδικό Instauration Ioύλιος 1977)


Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2018

ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ:Η ΠΑΡΑΜΥΘΕΝΙΑ ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ ΤΟΥ ΜΙΣΤΡΑ


Μ' όλο που πέρασαν τόσα χρόνια, ποτέ δεν ξεχνάω τις 
λαμπρές ώρες που πέρασα σεργιανώντας  το Μιστρά. 
Τέτοιες ώρες είναι σαν κρουνοί που χύνουν στην 
ψυχή μου ευχαρίστηση  κι ομορφιά. 
 H οικουμένη δε θα γίνει ποτέ μοναξιά για μένα, ακόμα  κι αν μου λείψουν η αγάπη κι η καλοσύνη, γιατί διατηρώ την ανάμνηση του εξαίσιου αυτού οράματος. 
Το φέρνω στο νου μου χωρίς να με κουράζει ποτέ,  
όπως ένας  βοσκός του Ταύγετου περνάει τις ώρες του σφυρίζοντας με τη φλογέρα  του τρεις  νότες — πάντα τις ίδιες.
. .. Ξέρω κι άλλες νεκρές πολιτείες του μεσαίωνα. Το 
Μπω στην  Προβηγγία,και το Σαν Τζιμινιάνο κοντά στη Σιέννα, 
Η γραφικότητα τους μ' αρέσει. 
Ό Μιστράς, όμως, γεμίζει την ψυχή μου ποίηση . . .

                                          Μaurice Βarres
ΕΤΣΙ ΚΙ' ΕΜΕΝΑ. ΞΕΡΩ ΤΟ ΣΑΝ ΤΖΙΜΙΝΙΑΝΟ ΠΟΥ αναπολεί ο Μπαρρές. Ένα θερινό βράδυ, είδα να υψώνει στον ουρανό, πάνω σ' έναν έρημο λόφο, τους αγέρωχους τετράγωνους πύργους του, όπως άλλες πολιτείες υψώνουν τα καμπαναριά τους, κι' έχω περιπλανηθεί μέσα στους στενούς του δρομάκους, όπου σε κάθε βήμα διαγκωνίζεται κανείς με το παρελθόν. Ξέρω, ακόμα, το Τολέδο, το σκυθρωπό και μοναχικό, που κάτω από τα τείχη του κυλάει αργά ο Τάγης τα κιτρινωπά νερά του. Ξέρω την Καρκασόνη, που φαίνεται από μακριά σα μια μεσαιωνική λιθογραφία οχυρωμένης πολιτείας. Ξέρω την Άβιλα , που οι άλλες ισπανικές πόλεις τη λένε « μητέρα », και που ο αέρας της δονείται, θαρρείς, ακόμα από τα κονταροχτυπήματα των Αράβων καβαλάρηδων και των ευγενών της Καστίλλιας. Ξέρω, σε μιαν ακτή του Ατλαντικού, μια παλιά πορτογαλική πολιτεία που έχει αποσυρθεί στις επάλξεις της όπως μια δέσποινα άλλης εποχής στο μεγαλόπρεπο και γυμνό μέγαρο της. Καμιά, όμως, δεν έχει την ποιητική, την παραμυθένια ατμόσφαιρα του Μιστρά ...
Όλες αυτές οι πολιτείες τού παρελθόντος είναι, λίγο πολύ, μελαγχολικές, και δεν τις αφήνει κανείς χωρίς κρυφή ανακούφιση. Και τούτο γιατί δρν είναι νεκρές, αλλά πεθαίνουν, γέρικες και ξεπεσμένες, απελπιστικά αργά. Μερικές μάλιστα, στολισμένες με μοντέρνα κτίρια, έχουν κάτι το θλιβερά κωμικό, — σαν τις γριές δεσποινίδες που φοράν κορδέλες και καπέλα νέων κοριτσιών. 
Αντίθετα, ο Μιστράς έχει πεθάνει άξαφνα, « εν πλήρει ζωή », — όπως η Πομπηία, με την οποία μοιάζει. Δεν έζησε για να ξεπεραστεί και να χάσει μέσα στο απορροφητικό παρόν το χαρακτήρα του και την παλιά του ατμόσφαιρα. Είναι και σήμερα όπως ήταν την ημέρα εκείνη του 1779, που οι Αρβανίτες τον παράδωσαν στις φλόγες.
Οι αιφνίδιοι θάνατοι, των πολιτειών όπως και των ανθρώπων, δεν αλλοιώνουν. Ακινητούν μιαν έκφραση, μια στάση της ζωής, — και τη μεταμορφώνουν σε αιωνιότητα. Ο Μιστράς, χωρίς ζωή, ζει μια ζωή αυταπάτης και θρύλου. Έχει τη μυστηριώδη εκείνη ατμόσφαιρα που διατηρεί η σκηνή του θεάτρου μετά την παράσταση: θαρρεί κανείς, σε κάθε στιγμή, πως θα δει να παρελαύνουν, σιωπηλά κι' αργά, πρόσωπα της Ιστορίας και του ονείρου... Η σιγή του δεν έχει την οριστικότητα και το βάρος των τάφων, αλλά δονείται από αόρατες παρουσίες. Ο Μιστράς είναι σα να ζει έξω του καιρού και της ζωής.
Ο Γκαίτε θα το είχε διαισθανθεί αυτό όταν έβαζε να συναντηθούν, στις μεγάλες έρημες ταράτσες του ανακτόρου του Μιστρά, τα δυο του πρόσωπα, που, κι' αυτά επίσης, ζούσαν έξω του καιρού και της ζωής: τον Φάουστ και την Ελένη του Μενελάου. Πουθενά αλλού δεν ήταν δυνατόν να βρεθεί καταλληλότερο πλαίσιο γιο την παθητική αυτή συνάντηση. Ο Μιστράς, σαν τα δυο αυτά πρόσωπα, εξακολουθεί να ζει, μέσα στην αέναη ροή, μια ζωή πάντα την ίδια...

ΗΤΑΝ μια εξαίσια ανοιξιάτικη μέρα όταν επισκέφθηκα το Μιστρά. Η πεδιάδα της Σπάρτης ήταν τόσο γελαστή, που η αυστηρή ανάμνηση των αρχαίων Σπαρτιατών σε παραξένευε σαν κάτι το απίθανο και το παράταιρο. Ο αέρας ήταν αρωματισμένος, η πρασινάδα είχε μιαν ασύγκριτη δροσιά κι' ο Ευρώτας, μέσα στ' άσπρα χαλίκια τής κοίτης του, δεν ήταν παρά ένα μικρό και φλύαρο ειδυλλιακό ποτάμι. Τα πλατάνια ριγούσαν στο χάδι τής αύρας, οι μεγάλες ροδοδάφνες των οχθών του Ευρώτα γέμιζαν ρόδινα σαλπίσματα την ησυχία, και, πάνω στη χλόη, τ' αναρίθμητα αγριολούλουδα κεντούσαν συνθέσεις μαγευτικές. Η φύση ήταν στη γλυκιά της εκείνη ώρα πού τραγουδάει ο ποιητής.
Το ανοιξιάτικο αυτό ξανάνιωμα δημιουργούσε μια τέτοια ατμόσφαιρα, που ο ψηλός λόφος του Μιστρά, με τα πολεμικά του τείχη, με τα σπίτια του που ανηφόριζαν προς το Δεσποτικό, με τις εκκλησίες του και τους περήφανους πύργους του, λουσμένος φως διάφανο κι' ευτυχισμένο, εμφανιζόταν σα μια ζωηρή εικόνα εικονογραφημένου βιβλίου παιδικών παραμυθιών. Νόμιζες πως η νεκρή πολιτεία ξαναζούσε σ' ένα υπερπραγματικό επίπεδο τη σταματημένη από τόσον καιρό ζωή της, — όπως η κοιμισμένη πριγκιποπούλα του δάσους, που την ξύπνησε το μαγικό νερό. Και θ' απορούσε κανείς με όποιον, εκείνη τη στιγμή, θάδειχνε έκπληξη, βλέποντας σκοπούς στις βίγλες των πύργων κι' άκούοντας πολεμικά κέρατα ν' αναγγέλλουν την έξοδο, οπό τη φρουριακή πύλη του ανακτόρου, βυζαντινών Δεσποτών...
Η θέα της με γέμιζε με την έκσταση εκείνη του μικρού παιδιού τη στιγμή που του διηγούνται ένα παραμύθι. Όλα μου ήταν πηγή χαράς και μοτίβα για την έξαρση της φαντασίας μου. Ακόμα κι' οι φτωχές ξύλινες παράγγες στη ρίζα του λόφου του Μιστρά, όπου προγευματίζουν οι επισκέπτες, ήταν ανθισμένες με ρόδα, κρίνα και κληματίδες, που κρέμονταν διακοσμητικά από τους στύλους τους σα σε γιαπωνέζικη εστάμπα. Το νερό που τραγουδούσε κοντά τους έπεφτε μέσα σε μιαν αρχαία μαρμάρινη σαρκοφάγο με ανάγλυφες παραστάσεις Βακχίδων, κι' ο μικρός χωρικός, που μας πρότεινε με κωμική σοβαρότητα να μας κάνει τον οδηγό, είχε, με τα μεγάλα κίτρινα παπούτσια του, το πρόσωπο του, του γερασμένου κι' υδρωπικού μωρού, και την παράξενη έρρινη φωνούλα του, την όψη ενός μικρού δαιμόνιου των παραμυθιών, κι' όχι πραγματικού ανθρώπου ...

Η ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ ΜΑΣ, μέσα στους πετρώδεις κι' ανηφορικούς δρομάκους του Μιστρά, συνέχισε το παραμύθι αντί να διαλύσει τη μαγεία του. Γιατί όλα ήταν σιγή, φως, και λουλούδια που έπνιγαν τα πάντα. Γέμιζαν τις μεγάλες τρύπες των χαλασμάτων, στόλιζαν τις αυλές, σκαρφάλωναν στις επάλξεις των τειχών, και συνωστίζονταν στο πέρασμα μας σαν ένας χαρωπός μικροσκοπικός λαός. Τα μάτια μας άφηναν τα λουλούδια για να προσέξουν άλλα λουλούδια,, μαρμάρινα αυτά, σκαλισμένα σε μια πόρτα, σ' ένα μπαλκόνι, σ' ένα παράθυρο βυζαντινού σπιτιού.
Πηγαίναμε όπου μας πήγαιναν τα μονοπάτια, σταματώντας στις εκκλησίες που αποτελούν τ' αξιοθέατα του Μιστρά. Eîvαι πολλές, και τόσο τρυφερά ωραίες, που θάθελε κανείς να τις χαϊδέψει. Όλες έχουν το εξωτερικό τους άθικτο. Σκορπισμένες εδώ κι' εκεί, βάζουν, στην ομοιοχρωμία των ερειπίων, μερικές νότες πρόσχαρες και γλυκές, με τα κόκκινα κεραμίδια των τρούλων τους που έχουν πάρει με τον καιρό το χρώμα από μαραμένα τριαντάφυλλα. Καμιά δε μοιάζει με την άλλη, όλες τους όμως έχουν τόσο λεπτές και αρμονικές διαστάσεις, που απορεί κανείς πως οι βυζαντινοί, που απεικονίζουν στις τοιχογραφίες τους τούς θεούς και τους άγιους τόσο στεγνούς και βλοσυρούς, τους έχτισαν ναούς έτσι γλυκούς και χαριτωμένους. Μικρές όλες τους, με τρούλους αλαφρούς, με λεπτούς μαρμάρινους κίονες στις αψίδες των παραθύρων, με προσόψεις εξαίσια διακοσμημένες, φέρνουν στο νου τις μεσαιωνικές εκείνες ανάγλυφες κασετίνες, τις επίχρυσες και σμαλτωμένες, όπου οι αρχόντισσες φύλαγαν τα κοσμήματα τους. Το εσωτερικό των περισσότερων είναι κατεστραμμένο, οι θαυμάσιες τοιχογραφίες έχουν μισοσβηστεί, χόρτα έχουν φυτρώσει εκεί όπου άλλοτε ήταν μαρμάρινο δάπεδο με ψηφιδωτά, κι' ο τρούλος είναι συχνά τρύπιος στην κορφή του: το γαλάζιο όμως του ουρανού, που φαίνεται από το άνοιγμα, είναι τόσο φωτεινό, κι' έχει τόση ευαγγελικότητα, που οι έρημες εκκλησίες διατηρούν, κι' έτσι χαλασμένες, κι' έτσι αλειτούργητες, όλη τους την παλιά θρησκευτική ατμόσφαιρα.

Από τις εκκλησίες του Μιστρά, δυο εξακολουθούν μέχρι σήμερα να χρησιμοποιούνται για τη λατρεία: η Μητρόπολη κι' η Παντάνασσα, που τις φρουρούν ψηλά κι' ακίνητα κυπαρίσσια. Αλλά κι' αυτές έχουν κάτι το σταματημένο στην παλιά εποχή. Στη δεύτερη μάλιστα, βρήκαμε δυο μοναχές, δυο αδελφές, που ήταν σα νάρχονταν προς εμάς από τα βάθη των αιώνων. Μας βεβαίωσαν ότι άνηκαν — ούτε λίγο, ούτε πολύ — στην περίφημη φλωρεντινή οικογένεια των Μεδίκων, και μας το ... απόδειξαν εξηγώντας μας ότι το ελληνικό τους όνομα — λέγονταν Γιατράκου — ήταν πιστή μετά­φραση του λατινικού Medicis! Αποτραβηγμένες από τον κόσμο μέσα στη μεσαιωνική Παντάνασσα, μaς μίλησαν για τον ιδρυτή της σα νάχε μόλις πεθάνει, και μας έδωσαν πλήθος πληροφορίες — μπερδεμένες και κατά το μεγαλύτερο μέρος φανταστικές — για το παρελθόν του Μιστρά. Η μία μάλιστα, η πιο φλύαρη, είχε συγγράψει και σχετική μονογραφία, γεμάτη, κυρίως, από φριχτές ασυνταξίες.. . 

Η ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ ΜΑΣ στο λόφο μας έφερε στο Δε­σποτικό : το ανάκτορο απ' όπου οι Δεσπότες του Μι­στρά, παιδιά ή αδελφοί Αυτοκρατόρων του Βυζαντίου, εξορ­μούσαν για την ανακατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους κύρηδες. 
Απ' όλα τα ερείπια του Μιστρά, το παλάτι αυτό είναι το πιο ερειπωμένο. Δεν έχουν απομείνει παρά οι ογκόλιθοι των τειχών του και η κεντρική του αυλή, που οι καμάρες της υποστηρίζονταν από λεπτοσκαλισμένες κολόνες κι' ήταν διακοσμημένες με τοιχογραφίες. 
Άλλοτε, το παλάτι αυτό θάταν λαμπρότατο, — αν κρί­νει κανείς από τον όγκο των ερειπίων του κι' από τα συντρίμματα των μαρμάρων που το στόλιζαν. Σήμερα όμως είναι ένα τέτοιο ρημάδι, που δε μπορούμε ούτε καν να φανταστούμε πως ήταν όταν το κατοικούσαν οι περήφανοι Κατακουζηνοί και Παλαιολόγοι που είχαν μεταφέρει στο Μιστρά τις πολυτέλειες και την εθιμοτυπία της βυζαντινής αυλής, τις δέσποινες τους με τις βαρύτιμες μεταξωτές εσθήτες και τα πλούσια φανταχτερά κοσμήματα, τους αυλικούς τους και τους σωματοφύλακές τους. Κι' έτσι, η παραμυθένια μας περιπλάνηση μέσα στα τείχη του Μιστρά θα τελείωνε με μιαν απογοήτευση, αν, από το ύψος τού ερειπωμένου Δεσποτικού, σαν από αέτεια σκοπιά, το μάτι δεν αγκάλιαζε μιαν ονειρώδη θέα. Κάτω απλωνόταν, κατηφορικά, όλος ο μεσαιωνικός Μιστράς, με τα τείχη του, τις επάλξεις του, τους ψηλούς πολεμικούς πύργους του. Η απόσταση έδινε στην ακινησία και τη σιγή του θανάτου του μιαν απατηλή έκφραση ζωής γεμάτης συγκέντρωση κι' αναμονή: έλεγες πως κατόπτευε την απέραντη κάτω πεδιάδα, που σπινθηροβολούσε με τα νερά της και τη λάμψη της νέας της πρασινάδας σα να περίμενε να ιδεί να παρουσιαστεί από τα βάθη της κάποια λαμπρή θεωρία σιδερόφραχτων καβαλάρηδων, με παντιέρες κι' αστραφτερά κοντάρια, για να χτυ­πήσει γιορταστικά τις καμπάνες του αν ήταν φίλοι, ή για να καλέσει σε συναγερμό τη φρουρά του αν οι καβαλάρηδες ήταν Ιππότες της Φραγκιάς ή μισθοφόροι της Βενετίας... Αλλά τίποτα. Για το Μιστρά, όλα είχαν περάσει από πολλούς αιώνες πριν, — κι από την κατάφωτη πεδιάδα δεν ανέβαιναν ως την επίσημη σιγή του παρά ειρηνικά βελά­σματα προβάτων...

Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2017

ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ: ΧΕΙΜΑΡΡΑ ΠΑΡΕ Τ΄ΑΡΜΑΤΑ


Το κύμα , οπού ξαπλώνεται -στου πέλαου την αγκάλη
Και καρτερεί ένα φύσημα  να στηλωθή ν' αγριέψη
Να πνίξη κάθε κάτεργο και κάθε περιγιάλι,
Ποιός άνεμος βουλήθηκε ποτέ να το μερέψη;

Τ' άλογο εκειό τ' ανήμερο, πώμαθε από πουλάρι
Ελεύθερο, ανυπόταχτο  να τρέχη, ν' ανεμίζη
Τη χαίτη του σ' την έρημο και δίχως καβαλλάρη,
Ποιός λέει του βάζει τη θηλιά και σκλάβο το γυρίζει;

Tου λόγγου τ' αγριοδάμαλο που τούναι νεροκράτης
Το ρέμμα τ' Ασπροπόταμου κ' έμαθε να κεντρώνη
Τα δέντρα με τα κέρατα, ποιός είπε ζευγολάτης
Πώς του φορτώνει το ζυγό και τ' οδηγάει κι οργώνει;

Τον  σταυραετό που πέταται απ' τα μικρά του χρόνια
Μεσουρανεί στα συννεφα  και σμίγει με τ' αστέρια
Τα φλογερά τα μάτια του  και πίνει από τα χιόνια,
Να τον σκλαβώση ποιός μπορεί μ' όσα κι αν έχη χέρια;

Το φλογερό αστραπόβροντο , που σχίζει κι ασβολώνει
Τα σύγνεφα και τα βουνά οπού χαλάει μια χτίσι,
Που πύργους , βράχια κι έλατα βαθειά ξεθεμελιώνει,
Ποιός ήταν  οπού ετόλμησε και ειπή πως θα τα σβύση;

Και της Ηπείρου το στοιχειό, την ξακουστή Χειμάρρα,
Πώχει γονιό τον πόλεμο, πώχει τροφή το αίμα
Και μάτι της την αστραπή και χνώτο την αντάρα
Να την πατήση ποιός μπορεί; ποιός είπε τέτοιο ψέμα;

Χειμάρρα , πάρε τάρματα , κατά το Σούλι βάξε
Να παρατήση γρήγορα  τον έρμον χερουλαύτη
Και να ζωθή  τ΄αρμούτι του , τον γέρω-Πίνδον κράξε
Να μη χολιάζη βάρυπνος , νάχβ άγρυπνο μάτι.

Βουνά μου, πάρτε τ΄άρματα, τα γέρικά σας χιόνια
Και τα πολλά τα κρούσταλλα ν' ανάψη και να λυώση
Η πύρη από τα νειάτα σας κι' απ' τα παληά σας χρόνια.
Ποιόν καρτεράτε, δύστυχα, ναρθή να σας σηκώση;

Αθήναι  1891 

Δευτέρα 2 Μαΐου 2016

WYATT BLASSINGAME: ΚΑΜΕΡΟΝ


Ο πιο νέος ανάμεσα στους στρατιώτες ήταν ο σαλπιγκτής. Είχε ειπή ψέματα, όταν τον ρώτησαν την ηλικία του, τότε που κατατάχτηκε. Και συχνά μετάνιωνε γι' αυτό που είχε κάνει. Και τώρα καθώς βάδιζε ένιωθε και πάλι πικρά πόσο είχε μετανιώσει. Ήταν έξι το ττρωΐ και περπατούσε από τα μεσάνυχτα σχεδόν. Ήταν ξερός από την κούραση. Πεινούσε και διψούσε. Ο ήλιος, που πρόβαλε από τις κορυφές των μεξικανικών βουνών, τον έκαιε από τώρα. Η σκόνη από την πορεία, σκόνη πυκνή, του έκλεινε τα ρου­θούνια και του στέγνωνε το λαιμό. 
— Πότε, τέλος πάντων, θα σταματήσουμε για να ξεκουραστούμε λίγο; είπε γκρινιάζοντας στο δεκανέα Μέην, που βάδιζε πλάι του. 
—Όταν αποφασίση ο λοχαγός, απάντησε ο Μέην. Ο Μέην ήταν ένας μεγαλόσωμος άντρας, κοκκινομάλλης, με γένεια κόκκινα. Είχε πολεμήσει στο Αλγέρι, όταν η Λεγεών αντιμετώπιζε τον Αμπντ-Έλ-Καντέρ και είχε πληγωθή στη Σεβαστούπολη. Τώρα καθώς μισά­νοιξε τα χείλη του μ'΄ ένα άγριο μορφασμό, φάνηκαν τα δόντια του, παράξενα άσπρα, από την αντίθεση με την κατασκονισμένη γενειάδα του. 
— Γιατί ρωτάς; ξαναείπε. 
— Πεινώ, παραπονέθηκε ο σαλπιγκτής. 

—Ίσως να διατάξη ο λοχαγός να σταματήσουμε εδώ, είπε ο Μέην. 
Έμπαιναν τώρα σ' ένα μικρό χωριό. Τα περισ­σότερα σπίτια ήσαν ολότελα έρημα. Τα άλλα έμεναν κλειστά, καθώς περνούσαν οι λεγεωνάριοι. Μερικά σκυλιά γαύγιζαν. 
—Ήθελα να ήξερα, πως το λένε αυτό το παλιοχώρι, είπε ο σαλπιγκτής. 
— Καμερόν, απάντησε ο δεκανέας Μέην. Το είδα στο χάρτη του λοχαγού.
Ό λοχαγός Ντανζού προχωρούσε καβάλλα στ' άλογο του λίγα βήματα εμπρός τους. Είχε χάσει το ένα του χέρι στον πόλεμο στη Ρωσία και τώρα είχε ξύλινο. Το κεφάλι του βρισκόταν ολοένα σε κίνηση, τα μάτια του σκοτεινά κάτω από τα κατάμαυρα φρύδια του, έψαχναν επίμονα κάθε γωνιά, ερευνούσαν τα πάντα γυρεύοντας να βρούνε κάτι, που να αποκά­λυψη τον εχθρό.
Στη Βέρα Κρουζ υπήρχαν πλήθος κατάσκοποι και πιθανόν να είχαν πληροφορηθή οι Μεξικανοί τι με­τέφεραν οι λεγεωνάριοι. Φορτωμένα επάνω σ' άλογα τρία εκατομμύρια φράγκα προορίζονταν για τα γαλ­λικά στρατεύματα στο εσωτερικό. Για να προστατέψη το πολύτιμο αυτό φορτίο ο λοχαγός δεν είχε μαζί του παρά ένα μόνο λόχο, τον τρίτο λόχο του πρώτου τάγματος της Λεγεώνος, δηλαδή εξήντα δυο άντρες και τρεις αξιωματικούς. Και επειδή, όπως πίστευε, υπήρχαν πολύ λίγοι μεξικανοί στρατιώτες σ' αυτή την περιοχή, είχε την ελπίδα, πως θα περνούσε χω­ρίς κίνδυνο.
Καθώς έβγαιναν από το χωριό, ο λοχαγός Νταν­ζού πρόσεξε ένα αγρόχτημα. Είχε δυο αποθήκες και στάβλο πίσω απ' αυτές. Στη μέση ήταν μια μικρή αυλή, και γύρω της τέσσερα χωριστά σπιτάκια, σαν να την προστάτευαν. Για μια στιγμή ο λοχαγός σκέ­φτηκε να σταματήση σ' αυτό το πρόχειρο καταφύ­γιο και να δώση έτσι στους στρατιώτες του τον καιρό να φάνε κάτι και να ξεκουραστούν. Μα μετάνιωσε αμέσως, γιατί δεν υπήρχε καθόλου σκιά κι έτσι έδωσε το σύνθημα να συνεχίση ο λόχος την πορεία του.
— Δεν μπορώ πια να προχωρήσω ούτε βήμα, είπε ο σαλπιγκτής.
Ο δεκανέας Μέην με την ψυχραιμία, που έχουν όλοι οι παλαίμαχοι, τον κοίταξε κοροϊδευτικά και του είπε:
— Μπορείς. Ένας λεγεωνάριος πάντα μπορεί να προχώρηση.
Ο σαλπιγκτής δεν έδωσε απάντηση. Από τη στιγμή εκείνη μισούσε τη Λεγεώνα, μισούσε, το κάθε τι, που είχε σχέση μ' αυτή. Δεν μπορούσε να καταλάβη , πως άνθρωποι σαν τον δεκανέα Μέην ένιωθαν υπερηφάνεια που έκαναν τέτοιες φριχτές πορείες, και πως κατάφερναν να υποφέρουν τη ζέστη, την πείνα, την εξάντληση. Δεν μπορούσε να καταλάβη, πως αυτοί οι παλαίμαχοι, που ξεσπούσαν σε κατάρες για τη Λεγεώνα, την ίδια στιγμή ένιωθαν αληθινή λα­τρεία γι' αυτή. Σκεφτόταν, πως δεν υπήρχε κανένας λόγος να τα καταλάβη όλα αυτά. Το μόνο που λα­χταρούσε ήταν να γίνη λιποτάχτης, να ελευθερωθή από τη Λεγεώνα, να φύγη, όπως έφυγε από το σπίτι του, από το Βέλγιο, λίγα χρόνια πριν.
Στις 7 ο λοχαγός Ντανζού σήκωσε ψηλά το ξύ­λινο χέρι του και ο λόχος σταμάτησε.
Πριν να προλάβη καλά καλά ο σαλπιγκτής να σημάνη ανάπαυση φάνηκαν οι φλόγες απ' τις φωτιές που άναψαν οι στρατιώτες για να μαγειρέψουν. Ο σαλπιγκτής ξα­πλώθηκε μέσα στο χαντάκι, πεθαμένος από την εξάν­τληση. 
Η μυρωδιά του φαγητού τον τρέλαινε και ονειρευόταν τη στιγμή που θα το χαιρόταν καθισμένος με τους συντρόφους του.
Τόσο τον είχε απορροφήσει η σκέψη αυτή, που δεν άκουσε τους πρώτους πυροβολισμούς. Είδε όμως το δεκανέα Μέην να πετιέται όρθιος και ν' αρπάζη το όπλο του. Την ίδια στιγμή όλοι οι άλλοι βρέθηκαν έτοιμοι. Ο λοχαγός Ντανζού είχε καρφώσει τα μάτια του στο δρόμο, παρακολουθώντας τους ανιχνευτές, που έστειλε για ανίχνευση. Ξαφνικά ξεχώρισε το ιπ­πικό των Μεξικανών. Κατέβαιναν καλπάζοντας από την κορυφή του λόφου κι ήσαν πολλοί, παραπολλοί. Οι στολές τους γυάλιζαν μέσα στο φως του ήλιου.
Ό λοχαγός Ντανζού μίλησε σύντομα, με ηρεμία. Η σάλπιγγα ακούστηκε και πάλι. Οι φωτιές που είχαν ανάψει για να μαγειρέψουν εγκαταλείφτηκαν, το φαγητό ξεχάστηκε μισοψημένο. Τα άλογα που τα είχαν αφήσει να βοσκήσουν λίγο πιο πέρα, με το πολύτιμο φορτίο στην πλάτη, μεταφέρθηκαν στη μέση του λόχου και ο λόχος παρατάχτηκε κυκλικά γύρω απ' αυτά.
Οι Μεξικάνοι όρμησαν με τ' άλογα τους. Έκαναν κύκλο κι αυτοί γύρω από τη μικρή ομάδα των λεγεω­ναρίων, όπως οι ερυθρόδερμοι, όταν κάνουν επίθεση.

Σύμφωνα με τον πρόχειρο υπολογισμό του λοχα­γού Ντανζού οι εχθροί θα ήσαν περίπου 200. Ανάλογα με τους δικούς του στρατιώτες ήσαν παραπολλοί. Κι έπειτα η θέση του δεν ήταν κατάλληλη για να ορ­γανώση την άμυνα. Έπρεπε ν' αποφασίση, αν θα επιχειρούσε να περάση, ή να οπισθοχώρηση.

Τις σκέψεις του τις διέκοψε μια δεύτερη ομοβροντία. Αυτή τη φορά ο κίνδυνος ερχόταν από την αντίθετη πλευρά.  Από το Καμερόν κάλπαζε ένα άλλο τμήμα του μεξικανικού ιππικού. Και την ίδια στιγμή, σα να ξεφύτρωσαν από κάποια μαγική πηγή. μεξικανοί στρατιώτες φάνηκαν από παντού να κυκλώνουν τον Ντανζου και τους λεγεωνάριους. 
Η μόνη ελπίδα που τους έμενε ήταν να οπισθοχωρήσουν προς το Καμερόν και να καταφύγουν στο αγρόχτημα. 
Ο λοχαγός διέταξε: «Σχηματίστε τετράγωνο.»
Τα άλογα με το φορτίο τους τοποθετήθηκαν αμέ­σως στο κέντρο. Γύρω τους οι λεγεωνάριοι σχημάτισαν διπλή γραμμή. Και η ολιγάριθμη ομάδα άρχισε να οπισθοχωρή αργά προς το Καμερόν. 
Ένα τμήμα του ιππικού των Μεξικανών όρμησε επάνω τους. Με άγριο καλπασμό οι Μεξικανοί πλη­σίασαν βγάζοντας άναρθρες κραυγές. Πυροβολούσαν μανιασμένα. Οι λεγεωνάριοι περίμεναν, ως τη στιγμή που ο Ντανζού έδωσε το σύνθημα. Η πρώτη σειρά απάντησε στο πυρ του εχθρού, και αμέσως η δεύτερη, ενώ η πρώτη στο μεταξύ ξαναγέμιζε τα όπλα για να χτυπήση και πάλι. Αν οι Μεξικανοί δεν άρχιζαν να πυροβολούν, μόνη η ορμή των αλόγων τους θα έφτανε για να σπάση την αδύνατη γραμμή των λεγεωνα­ρίων. Η άμυνα θα ήταν ανώφελη, γιατί οι λεγεωνά­ριοι θα σκόρπιζαν εμπρός στον ξέφρενο καλπασμό τόσων αλόγων. Μα μπροστά στην τρομερή έκρηξη των όπλων της Λεγεώνος οι Μεξικανοί κλονίστηκαν, πριν ακόμη να προφτάσουν τα άλογα τους να συν­τρίψουν τους λιγοστούς γενναίους, που τους αντιμε­τώπιζαν σταθερά. Ξαφνιασμένοι κράτησαν τα χαλι­νάρια και την άλλη στιγμή άρχισαν να τρέπονται σε άταχτη φυγή. 
Η Λεγεών κινήθηκε πάλι προς το αγρόχτημα. Τώρα όμως μερικοί δυσκολεύονταν να βαδίσουν από τα τραύματα και άλλους βαρειά πληγωμένους έπρεπε να τους μεταφέρουν οι σύντροφοι τους. 
Δεν είχαν προχωρήσει παρά λίγα βήματα, όταν ο εχθρός έκανε νέα επίθεση. 
Ήταν η πρώτη φορά, που ο σαλπιγκτής ένιωσε πραγματικά, τι θα πη πόλεμος. Κρέμασε τη σάλπιγγα του στο λαιμό και άρπαξε ένα όπλο. Το στόμα του ήταν στεγνό, πιο στεγνό από φόβο και αγωνία παρά από τη σκόνη, που είχε καταπιή. Πυροβολούσε και ξαναγέμιζε το όπλο του και πυροβολούσε και πάλι το γέμιζε. Έβλεπε, σαν σε όνειρο, τους Μεξικανούς με τα άλογα τους να ορμούν επάνω του και να μοιάζουν σαν γίγαντες, καθώς πλησίαζαν. Ένας σύντροφος του έπεσε πλάι του τη στιγμή, που σημάδευε. Η επίθεση σταμάτησε απότομα. Χωρίς να ξέρη τι κάνει ο νεαρός σαλπιγκτής έσκυψε και ανασήκωσε τον πληγωμένο σύντροφο του. Ύστερα ακούοντας τη φωνή του λο­χαγού Ντανζού, άρπαξε τη σάλπιγγα και σήμανε να προχωρήσουν. Είχαν χάσει πολύτιμο καιρό. Τους χρειάστηκε μιάμιση ώρα, ώσπου ν' αντικρίσουν το αγρόχτημα με τα τέσσερα σπιτάκια, τις αποθήκες και το στάβλο. Αν κατόρθωναν να φτάσουν ως εκεί, ο λοχαγός είχε τη γνώμη, πως θα μπορούσαν ν' ανθέξουν, ωσότου έρθουν ενισχύσεις.

Μα τώρα που πλησίαζαν πια, βρέθηκαν ξαφνικά μπροστά στο μεξικανικό πεζικό. Ήταν παραταγμένο κατά μήκος του δρόμου, ενώ το ιππικό τους ορμούσε από τα πλευρά.
—«Εφ' όπλου λόγχη» φώναξε ο λοχαγός. Οι μακριές γαλλικές λόγχες άστραψαν, καθώς τις τράβηξαν από τις θήκες τους. 

—Έφοδος!
Η μικρή ομάδα έπεσε ασυγκράτητη πάνω στον εχθρό. Οι Μεξικανοί τους κάλυψαν με πυκνό πυρ, μα ήταν τέτοια η ορμή των λεγεωναρίων, που για ένα λεπτό έκοψαν την επίθεση. Ήταν αρκετό για τους γενναίους Γάλλους. Ό,τι απόμεινε από τον τρίτο λόχο μπόρεσε μαζί με τους πληγωμένους του να κατα­φύγη μέσα σ' ένα από τα σπιτάκια του αγροχτήματος. Τα άλλα τρία βρίσκονταν στα χέρια των Μεξικανών.

Η μάχη είχε σταματήσει για λίγο. Και οι δυο αντίπαλοι ήθελαν νά φράξουν πόρτες και παράθυρα. Ήταν λίγο υστέρα από τις 9 το πρωΐ. Ό μεξικανικός ήλιος έριχνε τις καυτερές αχτίνες του. Τελευταία ήμερα του Απρίλη, 1863.
 Μέσα στο σπιτάκι, που χρησί­μευε για αποθήκη, η ζέστη ήταν τρομερή και το νερό ήταν πολύ λίγο. Οι λεγεωνάριοι είχαν να φάνε δεκάξι ώρες.

Από το μεγαλύτερο σπίτι ακούστηκε μια φωνή. Κάποιος μιλούσε γαλλικά. Ζητούσε να συνεννοηθή με τον αρχηγό των λεγεωναρίων. Ο λοχαγός Ντανζού παρουσιάστηκε σε κάποιο παράθυρο και ο άλλος είπε, πως ήταν ο στρατηγός Μίλαν του μεξικανικού στρα­τού. Δήλωσε, πως είχε στις διαταγές του 2.000 στρα­τιώτες. Οι λεγεωνάριοι, είπε, είχαν αγωνιστή γενναία, μα τώρα η θέση τους ήταν απελπιστική. Τους πρόσφερε την ευκαιρία να παραδοθούν. 
Ο λοχαγός Ντανζού γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε τους συντρόφους του, που τον είχαν περι­κυκλώσει. Ήσαν όλοι εξαντλημένοι. Η όψη τους ήταν   άγρια από τη σκόνη και την ακαθαρσία. 

— Υπόσχομαι να σας μεταχειριστώ έντιμα, φώναξε ο στρατηγός Μίλαν. 
Ο λοχαγός Ντανζού εξακολουθούσε να κοιτάζη τους άντρες του.
— Θα μείνετε στο πλευρό μου; ρώτησε αργά. Αντί για απάντηση οι στρατιώτες ζητωκραύγασαν. 
— Ζητώ από σας, είπε πάλι ο λοχαγός, από τον καθένας σας χωριστά να μου υποσχεθή, πως θα αγω­νιστή ως το τέλος. Σύμφωνοι; 

Η ίδια ζητωκραυγή ακούστηκε. Μαζί με τους άλ­λους φώναζε κι ο σαλπιγκτής. Ούτε ένιωθε, γιατί φώ­ναζε. Σα να έβγαινε από το στόμα του η φωνή του, χωρίς ο ίδιος να το καταλαβαίνη. Αναρωτιόταν γε­μάτος έκπληξη, γιατί έδινε μια τέτοια υπόσχεση. Τί γύρευε εδώ, στην πρώτη γραμμή, σε μια χώρα, που ούτε το όνομα της δεν είχε ποτέ του ακούσει πριν από ένα χρόνο; 

Η Λεγεών ήταν στο Μεξικό, όπως άλλοτε είχε βρεθή στην Ιταλία και στη Ρωσία, εξ αιτίας της φιλο­δοξίας του Λουδοβίκου Ναπολέοντα. Ήθελε ο Ναπο­λέων να ιδρύση αυτοκρατορία στο Νέο Κόσμο. 
Κάποιος άγγλος λόρδος είπε κάποτε, πως οι ανόητες ιδέες πολλαπλασιάζονταν στο κεφάλι του Ναπο­λέοντα του τρίτου, όπως τα ποντίκια. Η επιχείρηση στο Μεξικό ήταν μια από τις πιο ανόητες ιδέες του. Μερικοί μεξικανοί εξόριστοι του είχαν πη, πως ο λαός του Μεξικού ήταν δυσαρεστημένος με την κυβέρνησή του και θα δεχόταν με χαρά τη μοναρχία. Ο Ναπο­λέων τους πίστεψε, γιατί είναι πάντα εύκολο να πιστέψη κανείς εκείνο, που θέλει να πιστέψη. Γι' αυτό και δε σκοτίστηκε καθόλου να βεβαιωθή για ό,τι του είπαν. 
Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήσαν μπλεγμένες τότε στο δικό τους εμφύλιο πόλεμο και έτσι ο Ναπολέων πί­στευε πως δε θα ήσαν σε θέση να επιβάλουν το «δό­γμα Μονρόε». Το δόγμα αυτό είχε διατυπωθή πριν από πολλά χρόνια από τον πρόεδρο Μονρόε και όριζε, πως οι Ηνωμένες Πολιτείες δε θα επέτρεπαν ποτέ στην Ευρώπη να αναμιχθή στις υποθέσεις οποιασ­δήποτε αμερικανικής χώρας. 
Ο Ναπολέων δεν είχε την πρόθεση να γίνη ο ίδιος αυτοκράτορας του Μεξικού. Θα έδινε το θρόνο στον αρχιδούκα Μαξιμιλιανό της Αυστρίας. Ήταν αδελφός του Φραγκίσκου Ιωσήφ, που όπως είδαμε, η Λεγεών αγωνίστηκε εναντίον του στην Ιταλία. Τώρα η Λεγεών βρισκόταν στο, Μεξικό για να ετοιμάση ένα θρόνο για τον αδελφό του κατά διαταγή του Ναπο­λέοντα. 
Μέσα στο μικρό σπιτάκι στο αγρόχτημα στο Καμερόν, πολύ λίγοι τα καταλάβαιναν όλα αυτά. 
Ο λοχαγός Ντανζού τα ήξερε. Τα ήξεραν και οι υπο­λοχαγοί Βιλαίν και Μωντέ και ίσως και μερικοί ακόμη. Μα ο σαλπιγκτής δεν μττορούσε να ξέρη τέτοια πράματα. Το μόνο, που ένιωθε, ήταν πως για κάττοια παράξενη αιτία υποσχέθηκε να πολεμήση χωρίς τροφή και νερό, και να πεθάνη πολεμώντας εναντίον ενός εχθρού που δεν του είχε κάνει τίποτε. 
Η μάχη δεν άργησε ν' αρχίση[1]. Δεν είχε προφτάσει ο λοχαγός Ντανζού να δώση την απάντηση του και οι Μεξικανοί άνοιξαν πυρ. Μια σφαίρα χτύπησε το λοχαγό Ντανζού στο στήθος. Πέντε λεπτά κειτόταν μέσα στο αίμα με τα μάτια καρφωμένα στους συντρό­φους του. Ύστερα ξεψύχησε και ο υπολοχαγός Βι­λαίν πήρε τη θέση του. 
Κανένας όμως δεν είπε να παραδοθούν. Η μάχη εξακολουθούσε πεισματικά. Αμέτρητες φορές οι Με­ξικανοί δοκίμασαν να παραβιάσουν το σπιτάκι, μα υποχωρούσαν εμπρός στις σφαίρες της Λεγεώνος. Η αυλή είχε γεμίσει από νεκρούς και πληγωμένους. Στο κατάκλειστο σπιτάκι η ζέστη είχε γίνει ανυπό­φορη. Το λίγο νερό, που απόμενε, ήταν για τους τραυματίες. Το στόμα του σαλπιγκτή ήταν τόσο στεγνό, που δε θα μπορούσε να φυσήξη τη σάλπιγγα του, αν έπαιρνε διαταγή να σαλπίση. 
Ξαφνικά ακούστηκαν από πολύ μακριά σάλπιγγες. Το πυρ σταμάτησε και οι άντρες έμειναν ακίνητοι με τεντωμένα τα αυτιά για να ξεχωρίσουν τον ήχο.
—Έρχονται! Έφτασε η βοήθεια! Ψιθύρισε ο δε­κανέας Μέην. 
—Έρχονται! Αδύνατες ζητωκραυγές ακούστηκαν μέσα στο κατάκλειστο σπιτάκι. 
Οι σάλπιγγες αντήχησαν και πάλι, αυτή τη φορά πιο κοντά. Μα ο ήχος τους ήταν παράξενος. 
—Τί συμβαίνει; ρώτησε κάποιος το σαλπιγκτή. 
—Δεν καταλαβαίνω. 
Και τότε ακούστηκαν τύμπανα, τα μικρά τύμπανα που χρησιμοποιούσαν οι Μεξικανοί. Και κατάλαβαν πως δεν ήταν γαλλικός ο στρατός, πού ερχόταν να τους βοηθήση. Ήταν εχθρικό πεζικό! 
Για μια ακόμη φορά ο στρατηγός Μίλαν κάλεσε τους λεγεωνάριους να παραδοθούν. Τους φώναξε πως τώρα πια είχαν να πολεμήσουν ένας εναντίον πενήντα. Τους είπε, πως είχαν πολεμήσει ηρωϊκά, μα είχε χαθή πια κάθε ελπίδα γι' αυτούς. 
Ο υπολοχαγός Βιλαίν απάντησε, πως αυτός και οι σύντροφοι του θα συνέχιζαν τον αγώνα. 
Σε μια νέα άγρια επίθεση τους, οι Μεξικανοί πρό­φτασαν να βάλουν φωτιά στη στέγη, προτού να υπο­χωρήσουν. Ο καπνός σκόρπισε μέσα στο σπιτάκι και οι λεγεωνάριοι πνιγόντουσαν κυριολεχτικά. Με τα χέρια και με ό,τι ρούχο είχαν πρόχειρο αγωνίστηκαν απελπισμένα να σβήσουνε τις φλόγες. Μα ο καπνός εξακολουθούσε να τους τυφλώνη. Μέσα σ' αυτή την κόλαση μόλις κατόρθωναν να μισανοίξουν τα μάτια τους, χωρίς να μπορούν να διακρίνουν λίγο πιο πέρα. 



Μια σφαίρα έριξε νεκρό και τον υπολοχαγό Βιλαίν και τη θέση του την πήρε ο υπολοχαγός Μωντέ. Κατά το απόγεμα δεν είχαν απομείνει όρθιοι παρά έξι μόνο από τους λεγεωνάριους. Ούτε μια σφαίρα δεν τους είχε απομείνει. Τα πόδια τους δεν τους κρα­τούσαν πια κι έμοιαζαν με φαντάσματα. Από την αυλή οι Μεξικανοί ετοιμάζονταν να επιτεθούν και πάλι. 
Ο υπολοχαγός Μωντέ γύρισε προς τους συντρό­φους του.
— Τις ξιφολόγχες σας. είπε απλά.

Έγνεψε στο σαλπιγκτή και κείνος πλησίασε τη σάλπιγγα στα χείλη του. Δεν ακούστηκε ο παραμι­κρός ήχος. Άφησε τη σάλπιγγα να του πέση από τα χέρια κι έσφιξε σιωπηλός το τουφέκι του. Σαν μέσα σε όνειρο, είδε τον υπολοχαγό Μωντέ να ορμάη τρο­μερός έξω από το καταφύγιο τους και να χύνεται μέσα στο εκτυφλωτικό φως του ήλιου. Πίσω του ο δεκανέας Μέην, ο σαλπιγκτής και οι άλλοι τρεις λεγεωνάριοι άγριοι, φοβεροί έπεσαν στη φωτιά. Έξι άντρες ενάντια σ' ολόκληρο στρατό από Μεξικανούς! 
Ο σαλπιγκτής είδε το Μωντέ να πέφτη, ενώ ένας από τους λεγεωνάριους έκανε ένα απελπισμένο πή­δημα εμπρός του για να τον προφυλάξη από τα ε­χθρικά βόλια. Την άλλη στιγμή κάτι χτύπησε το σαλπιγκτή και βρέθηκε κάτω, αναίσθητος. Δεν πέ­θανε. Οι Μεξικανοί είχαν χάσει 300 άντρες, μα σεβά­στηκαν το θαυμαστό θάρρος και τον ηρωισμό των αντιπάλων τους. Φέρθηκαν πολιτισμένα στους πλη­γωμένους. Όμως, νόμισαν, πως ο σαλπιγκτής είχε πεθάνει και τον άφησαν εκεί όπου είχε πέσει. Την άλλη μέρα, όταν έφτασαν γαλλικές ενισχύσεις, τον βρήκαν. Και μόλις συνήλθε, τους διηγήθηκε, όσα είχαν συμβή. 
Ο αξιωματικός, που διοικούσε τη γαλλική δύναμη, τον άκουσε σιωπηλός ως το τέλος. ΄Υστερα του είπε, πως τρεις από τους άντρες, που πήραν μέρος σ' αυτή την ηρωϊκή εξόρμηση, αιχμαλωτίστηκαν από τον εχθρό χωρίς να πάθουν τίποτε και ανάμεσα σ' αυτούς κι ο δεκανέας Μέην. 
—Ο στρατηγός Μίλαν τους έδωσε την άδεια να επικοινωνήσουν με τους Γάλλους, είπε ο αξιωματικός. Θέλεις ν' ακούσης το μήνυμα, που έστειλαν; 
Ο σαλπιγκτής είπε «ναι» με μια κίνηση. 
—Ίσως να το καταλάβης, πρόσθεσε ο αξιωματικός. Και διάβασε: «Ο τρίτος λόχος του πρώτου τάγματος είναι νεκρός, συνταγματάρχα μου μα έκανε ό,τι μπό­ρεσε για να λένε, όσοι μιλούν γι' αυτόν, «ήταν όλοι διαλεχτοί στρατιώτες.» 
Ναι, ο σαλπιγκτής σκέφτηκε, πως καταλάβαινε πολύ καλά το μήνυμα. Ένιωθε τη Λεγεώνα και τους ήρωες της καλύτερα από όσο τους ένιωθε μόλις πριν από δυο ημέρες. 
Στην τιμητική αίθουσα στο Σίντι-Μπελ-Αμπές υπάρχει το ξύλινο χέρι του λοχαγού Ντανζού. Και το δείχνουν κάθε φορά, που οδηγούν ως εκεί καινούριους εθελοντές, για να τους μιλήσουν για πρώτη φορά για την ηρωϊκή μάχη του Καμερόν. Έτσι τους βοηθούν να νιώσουν κάτι από τη Λεγεώνα, που θα υπηρετήσουν.
Πέρασαν χρόνια και η κυβέρνηση του Μεξικού έδωσε την άδεια να στήσουν ένα μνημείο στο Καμερόν. Να ή γαλλική επιγραφή που έχει χαραχτή πάνω στο μνημείο:
ΕΔΩ ΠΟΛΕΜΗΣΑΝ ΛΙΓΟΤΕΡΟΙ ΑΠΟ ΕΞΗΝΤΑ ΑΝΔΡΕΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΕ ΜΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΣΤΡΑΤΙΑ. Ο ΟΓΚΟΣ ΤΗΣ ΤΟΥΣ ΝΙΚΗΣΕ. ΟΙ ΓΑΛΛΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΕΧΑΣΑΝ ΤΗ ΖΩΗ, ΟΧΙ ΟΜΩΣ ΤΟ ΘΑΡΡΟΣ ΤΟΥΣ, ΣΤΙΣ 30 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1863.

Η μάχη στο Καμερόν ήταν μόνο ένα επεισόδιο και χωρίς μεγάλη σημασία μέσα σε όλο το δραματικό πόλεμο των Γάλλων στο Μεξικό. Η εκστρατεία αυτή κράτησε ακόμη τρία ολόκληρα χρόνια. Οι Γάλλοι έπαιρναν στα χέρια τους τις πόλεις, μα οι Μεξικανοί είχαν τον έλεγχο σ΄ όλη σχεδόν την ύπαιθρο. Ένας από τους διοικητές της Λεγεώνος είπε στο Μαξιμιλιανό, πως οι στρατιώτες του είχαν βαδίσει 19.000 μίλια μέσα σε δεκαεφτά μήνες. Μπορεί, βέβαια, αυτό να είναι υπερβολικό, δίνει όμως μια εικόνα αρκετά ζωντα­νή για τον πόλεμο.

Όταν τέλειωσε ο εμφύλιος πόλεμος στην Αμερική, η Κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών έστειλε στα μεξικανικά σύνορα το στρατηγό Σέρινταν με αρκετό στρατό. Οι Ηνωμένες Πολιτείες σύστησαν στο Να­πολέοντα να εγκατάλειψη το Μεξικό. Ο Ναπολέων δεν επιθυμούσε πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Άλλωστε είχε αρχίσει να χάνη το ενδιαφέρον του για το Μεξικό, όπως το είχε χάσει και για την Ιταλία. Η εκστρατεία αυτή του στοίχισε πάρα πολλά χωρίς κανένα κέρδος.

Έτσι λοιπόν έδωσε διαταγή στις γαλλικές δυνάμεις να επιστρέψουν.
Τώρα ο Μαξιμιλιανός έμεινε στην πρωτεύουσα του Μεξικού χωρίς στρατό για να τον προστατέψη. Ήξερε πως θα τον έπιαναν οι Μεξικανοί και θα τον εκτελούσαν. Ήξερε πως ο Ναπολέων τον είχε εγκατα­λείψει. Τα τελευταία του λόγια ήσαν για τη Λεγεώνα.
«Η Λεγεών των Ξένων» δήλωσε, «πολέμησε ηρωϊκά.»




Υποσημειώσεις:
[1] une lutte sans pitié
Alors, l'assaut commence, sur les quatre faces à la fois. Les Mexicains attaquent à pied, cette fois, et furieusement. Mais leurs masses compactes viennent se briser et s'écrouler contre le mur d'enceinte où ceux qui ont échappé aux balles tombent, percés de baïonnettes.
Non sans pertes de notre côté. Le sergent-major Tonnel, qui se bat comme un lion, dans la chambre d'angle, meurt en hurlant :
— Allons, les enfants ! Courage ! Pour la France et l'honneur de la Troisième ! Vous savez la consigne... Jusqu'à la mort !
Un de ses hommes est tué près de lui, deux autres sont blessés, mais combattent encore. Aux portes, d'autres jonchent le sol.
Mais le plus grave danger ne vient pas de l'extérieur. Il est au cœur même de la place. Les Mexicains ont percé de meurtrières les deux chambres qu'ils occupent depuis le début et même celles de l'étage, qu'ils ont envahies.
De ces ouvertures, de la fenêtre et même du toit, un feu d'enfer balaie le corràl. Deux fusiliers y sont gravement atteints. Lé tambour de la compagnie vient pour les secourir.
— Inutile, dit l'un  d'eux. Pour moi, c'est fini. Prends ma carabine ! Tiens, voilà mes cartouches. 
Il y a plus d'une heure que dure cette lutte inégale, lorsque la grande voix de Dahjou retentit de nouveau :
— Mes enfants, jurez de lutter tant qu'il y aura un homme debout !
D'un seul cri, si formidable que pendant plusieurs secondes l'ennemi cesse de tirer, par peur ou par respect, tous les hommes prêtent serment :
— Nous le jurons ! Oui, jusqu'à la mort ! On  pourrait vraiment  croire  que le capitaine Danjou a vu la mort arriver et que son dernier mot est un testament sacré : à peine l'écho de ce vœu solennel s'est-il tu, qu'il tombe, au beau milieu de la cour qu'il traversait en brandissant son épée.
Une balle l'a frappé en plein cœur. Le regard tourné vers le ciel, il meurt en quelques secondes, dans les bras du sous-lieutenant Maudet, accouru pour le relever.
Le sous-lieutenant Vilain prend le commandement. La situation s'est aggravée. Par des trous percés dans les murs et le plafond, les Mexicains tirent maintenant presque à bout portant sur les défenseurs de la chambre d'angle, qui doivent l'évacuer.
Sur les 15 hommes qui y étaient entrés, il n'en sort que 6, presque tous blessés. Les Français n'ont plus, pour s'abriter, que les hangars en ruine. Autant dire qu'ils combattent à découvert.
En très peu de temps, une demi-douzaine d'entre eux tombent encore. La faim   mine  les   survivants.. La soif  les tenailles. Le soleil les accable. Soudain, un espoir fou les redresse. Dans le lointain, on enend des tambours l
battre, des clairons sonner. Serait-ce une    colonne de secours  venue de Paso del Macho ? Est-ce la victoire que l'on n' attendait plus ? 
Hélas ! l'illusion ne dure pas longtemps .Ces notes traînantes et monotones,ces 
battements sourds et tristes n'ont rien de  l'entraînante, de l'enthousiasmante musique militaire française. Il ne peut  s' agir   que   de   renforts   ennemis. Le sergent Morzicki, remonté sur son toit, le confirme.

— Ils sont là. Ils se massent en face de l'hacienda........
(περιοδικό ΗISTORIA  Μάρτιος 1963 )