Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

Ο ΛΟΓΟΤΕΧΝΗΣ ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΕΤΣΑΛΗΣ-ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΑΝΑΔΕΙΚΝΥΕΙ ΤΟ ΤΡΟΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΟΓΝΩΣΗ ΠΟΥ ΤΟ ΠΑΙΔΟΜΑΖΩΜΑ ΠΡΟΚΑΛΟΥΣΕ ΣΤΗ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΗ ΕΛΛΑΔΑ.

Παντού, στο κάθε σπίτι, όπου ραγιάδες, γινήκανε τα ίδια. Σαβα­νώθηκε μονομιάς η ζωή. Μια ανήκουστη ταραχή, βουβή στον έξω κόσμο, ανάδευε σύψυχα τους χριστιανούς. Θα μας πάρουνε τα παιδιά! Τα παιδιά μας!
Όσο περνούσε η ώρα κι ερχότανε το βράδυ κι άπλωνε η νύχτα, τόσο δυνάμωνε το κακό. Ένα πελώριο, ένα δίχως τέλος, ένα παγερό σκούξιμο πνίγηκε, για να μην προδοθεί, μέσα στου κάθε χριστιανού το στέρνο. Θανατερό σύγκρυο ανατάραξε ώς τις ρί­ζες της ψυχής τον κάθε πατέρα, την κάθε μάνα, τον κάθε ραγιά. Να σώσουμε τα παιδιά! Τα παιδιά μας! Τα παιδιά!
Στου Φουρνιά, στου Βαρνακιώτη, στου Ντέκα, στου Αντρεάδη, στου Ζυγά, στου Λιόπουλου, παντού.
Στου Φουρνιά το σπίτι, ο Δαμιανός ο Φουρνιάς, ο πατέρας, σφίγγοντας τα δόντια. Δε στάθηκε βολετό να του βγάλουνε λέξη. Η γυναίκα του κρεμάστηκε στο λαιμό του.
- Σώσε μας, άντρα. Πεθαίνω!
Λιγοθύμησε. Τα παιδιά κλαίγανε ένα γύρω. Είδαν κι έπα­θαν να τη συνεφέρουν τη μάνα. Σαν ξανάρθε στα συγκαλά της ήτανε νύχτα πια. Μαζεμένη στο στενόμακρο το δώμα όλη η φα­μελιά. Δυο αδέρφια του Δαμιανού με τις γυναίκες τους. Αυτοί δεν είχανε μεγάλα παιδιά, μωρά ήτανε στην κούνια. Μα είχαν κι αυτοί ένα ορφανό ανεψίδι, από αδερφή, και δυο ψυχοπαίδια. Άνθρωποι, βλέπεις, με καλή καρδιά, με τον τρόπο τους οι Φουρνιάδες.
Συζητήσανε τα τρία αδέρφια, τι θα κάνουν.
- Πενήντα σκούδα, είπε χαμηλά ο Δαμιανός. Θα τ' αγοράσω τα παιδιά μου. Στην ανάγκη θα δώσω και τα δυο γαϊδούρια που απομείνανε στο παχνί...
- Δαμιανέ, έκανε ο ένας αδερφός. Έχω κι εγώ είκοσι σκούδα να σου δώσω. Είναι δικά σου.
- Να σ' ευλογάει ο Παντοδύναμος, Γιώργη... Πουλιούνται οι κερατάδες, είπε ο Δαμιανός. Είναι καλοδεξάμενα τα λεφτά σου, Γιώργη. Πηγαίνω αλάι (αμέσως) στου κατή. Μόνο φυλάχτε εδώ, όσο να γυρίσω.
Πήγε κι ήρθε ύστερα από τρεις ώρες. Είχε τελέψει τη δουλειά του. Πλέρωσε τον αποσταλμένο του ντοβλετιού και πήρε μιαν υπόσχεση.
Τώρα τρεμόφεξε κάποια ελπίδα στα κατάβαθα της ψυχής τους. Καθισμένοι, στριμωγμένοι, μ' όλη τη ζέστη που κάνει, ο ένας απάνω στον άλλο, αμίλητοι, σα ναρκωμένοι, καρτερούνε άγρυ­πνα την αυγή. Να δουν τι θα φέξει. Γιατί, καμιά φορά, τα χρή­ματα πηγαίνουνε χαμένα, και τότες κάποιο απ' τα παιδιά θε να τραβήξει για την Πόλη.
Στου Ντέκα το σπίτι δε βρέθηκε η δύναμη -καμιά δύναμη, της ψυχής ή του πουγγιού- για να μποδίσει το πλάκωμα της απελπι­σίας. Μα, μη θαρρείς, έτσι ήτανε στα πιο πολλά φτωχικά.
- Αχ, μωρέ γυναίκα, κλαιγόταν ο Γιάννης ο Ντέκας, σ' το 'λε-γα εγώ να τα παντρέψουμε τα παιδιά από τώρα. Τους παντρε­μένους δεν τους παίρνουνε, γυναίκα. Τι πάθαμε, ωιμέ κι αλί μας! 0 Αποστόλης το πάντρεψε το δικό του, πώς τόνε λένε, αδερφέ, τον πάντρεψε με της κυρα-Βασιλικής την κόρη. Έντεκα χρονώ παιδιά είναι και τα δυο. Μα ο Αποστόλης είναι τώρα σιγουρεμέ­νος, γυναίκα, κατάλαβες; Και δε θα του το πάρουνε το παιδί του. Κατάλαβες, γυναίκα;... Αχου!... Αχου!...
Και στου Αντρεάδη το σπίτι κλαίγονταν και χτυπιούνταν.
- Μονάκριβο τον έχω, θρηνούσε η μάνα. Δε θα μου το πάρουν εμένα το παιδί μου, το μοναχοπαίδι μου!
0 πατέρας καθόταν δίπλα της και δεν έβρισκε λόγο να πει για παρηγοριά. Κλαίει κι εκείνος, ανήμπορος κοντά στη μάνα, και μοιρολογάει το ζωντανό παιδί, λες κι είναι πια στ' αλήθεια αποθαμένο.
Τα ίδια και χειρότερα στου Νικολάκη του Ματαπά. Έχουνε δυο παιδιά ετούτοι, δυο αγόρια. Στην παραζάλη τους δεν ξέρου­νε πια τι να κάνουν. Αφού θρηνήσανε μ' αγκομαχητά πολλά όλο­νυχτίς, ελεεινά και τρισάθλια ναυάγια ξημερωθήκανε σα μεθυ­σμένοι από κακό κρασί, φαρμακερό.
Ρόδιζε η αυγή. Τα δυο παιδιά, κουρασμένα, γείρανε στο στρώ­μα χάμω και κοιμούνται γαλήνια. 0 πατέρας κι η μάνα τα θω­ρούν, σκυμμένοι απάνω τους. Ξάφνου, του ήρθε μια κακή σκέψη του πατέρα.
- Να σώσουμε το ελάχιστο το ένα, γυναίκα, λέει. Τα μοναχο­παίδια δεν τα παίρνουνε.
Η γυναίκα κατάλαβε. Ανατρίχιασε. Μα ο Νικολάκης ο Ματαπάς δεν ήξερε πια τι κάνει. Ξεκρέμασε μονομιάς το τσεκούρι από τον τοίχο και ζύγωσε τα κοιμισμένα παιδιά. Τα κοίταξε ώρα πολλή.
Η μέρα έσκαζε. Κάποιο πουλάκι κελάιδάει. Πρέπει να βια­στούνε. Ποιο παιδί θα θυσιαστεί για τ' άλλο;
- Γυναίκα, βογγάει ο πατέρας, σήκω, σήκωσ' τον Γιαννάκη μας, που σου λέω.
Η μάνα σιγοκλαίει κι αναστενάζει. Παίρνει στην αγκαλιά της το ένα το παιδί. 0 πατέρας σταυροκοπιέται, κάνει το σημείο του Σταυρού πάνω στο στηθάκι του κοιμισμένου παιδιού και σηκώ­νει το τσεκούρι...
Η θυσία γίνηκε.
Τέτοιες θυσίες γίνηκαν κι αλλού. Στου Στρατή του Λιόπουλου, στου Κώστα του Σπινάκη. Η Άννα η Σπινάκαινα το θυσίασε μονάχη της, με το δικό της χέρι το παιδί της.
- Κάλλιο στον τάφο χίλιες βολές, παρά να τ' αγγίξει άπιστου χέρι, είπε παλικαρίσια.
Ήτανε όμως και κάποιο }(ριστιανόσπιτο, όπου δεν ακούστη­κε κλάμα, μηδέ οδυρμός. Αντίθετα κιόλα. Στου Βαρνάβα του Κα­λού με κρύφια χαρά το μάθανε, πως ήρθε ο αράπης να πάρει τα παιδιά.
Σαν όλους τους ραγιάδες κλειδομπαρωθήκανε κι αυτοί στο φτωχικό τους. Μα πίσω από τη σφαλισμένη θύρα, οι δυο Καλοί πέσανε στην αγκαλιά ο ένας του αλλουνού και είπαν:
- 0 Θεός τον έστειλε τον αράπη. Ανοίγει, σου λέει, η τύχη των παιδιών, όσα θα πάνε στην Πόλη. Και πλούτος αμέτρητο κερδαίνουνε, κι αφεντάδες ξακουστοί γένονται, αγάδες και πασά­δες και βεζύρηδες. Την καλοπέραση τους κανένας δεν τη φτάνει στο ντοβλέτι όλο. Αλλο ν' ακούς, κι άλλο να βλέπεις. Αμποτε η μοίρα του να το 'χει, να τόνε πάρουνε και τον Χρίστο μας στην Πόλη. Γιατί μαζί μας εδώ, στον τόπο ετούτονε, θα ρέψει σαν και μας. Εκεί θα του ανοιχτούν, καλέ, οι πόρτες οι μεγάλες, άκου με 'μένα!
Τους πήραν τα δάκρυα τους δυο Καλούς απ' τη λαχτάρα κι απ' την αγωνία, μη λάχει και το περιφρονήσει η μοίρα το παιδί τους.
Σ' άλλα σπίτια κλαίγανε την ανημπόρια τους να σωθούνε. Σ' άλλα πάλι η οργή κι η μάνητα τύφλωνε και τρέλαινε τους γονέους. 0 ένας πολέμαγε να κρύψει κάπου το παιδί του, μην του το πάρει ο αράπης. 0 άλλος το παραμόρφωνε, του 'κοβε το 'να του το αυτί, του 'βγαζε το 'να του το μάτι, του 'σπαγε το 'να του το πόδι, για να το δουν οι Τούρκοι και να σιχαθούνε.
Νύχτα κολασμένη για τους χριστιανούς. Κι όμως, όμως να, κρυφά-κρυφά σέρνεται στα στενορρύμια του ρουμ-μαχαλά μια μαύρη σκιά, κρατώντας έναν μπόγο στην αγκαλιά της.
Μια χανούμισσα ξεκίνησε απ' το χαρεμλίκι με το παιδί της στα χέρια, να το φέρει στου Σπύρου του Μαρινάκου το σπίτι. Χτυ­πάει την πόρτα δειλά. Δειλοί οι μέσα του σπιτιού, δεν τολμάνε ν' ανοίξουν.
- Εγώ είμαι, η Χάιδή, λέει τούρκικα το χανουμάκι. Οι Μαρινάκηδες την αναγνωρίζουν και της ανοίγουν.
- Τι θες χανούμ; τη ρωτάνε.
- Μια χάρη σάς ζητάω, εγώ κι ο αφέντης μου ο Αλής. Εσείς που δεν έχετε παιδιά, πάρτε το τούτο 'δώ... Δώστε το αύριο στον αγά. Τουρκόπουλα δε δέχουνται. Μόνο τα δικά σας παίρνουνε στην Πόλη. Και γίνονται μεγάλοι και τρανοί στο σαράι. Σε μας τους Τούρκους δε βολεί τέτοια τύχη. Πάρτε, αμάν, το αγόρι μου και θα σας το χρωστάω χάρη στη ζωή μου όλη. 0 Αλλάχ να σας φυλάει, για το καλό που θα μου κάνετε. Πάρτε το το παιδί μου, καλοί μου χριστιανοί!
Έσπρωξε το παιδί της στα χέρια τους. Εκείνοι δίσταζαν να το πάρουν.
- Δεν έχουμε παιδί γραμμένο στα τεφτέρια του χωριού, της λένε. Πώς θα το παρουσιάσουμε έτσι, χανούμ, στα ξαφνικά; Θα βρούμε τον μπελά μας. Τα κεφάλια μας, χανούμ...
Αλλά η χανούμ παρακάλεσε τόσο πεισματικά, που οι Μαρινάκηδες δεχτήκανε στο τέλος. Πήρανε, βλέπεις, μαζί κι ένα μά­τσο γρόσια.
Έτσι πέρασε εκείνη η νύχτα. Και σαν έφεξε ο Θεός τη μέρα, τ' Αθαλάσσι πρόσμενε πια έτοιμο, ξαγρυπνισμένο, τρεμάμενο, πονεμένο, κουρελιασμένο ώς τα κατάβαθα της ψυχής, τις τρομε­ρές καταδίκες. 
 


Ξημέρωσε ο Θεός τον κόσμο. Κι έλαμψε ένα πρωινό λιοπερίχυτο, θαυμαστό. Ζεστό, όχι καυτερό. Φωτερό, γαλήνιο, πεντακά­θαρο. Το πρωί. Κι ήταν ως να μην εσταμάτησε η ζωή όλη τη νύ­χτα. Η αυγή βρήκε το χωριό ξύπνιο. Ένα σούρτα-φέρτα αδιάκοπο, ένα άνοιξε και κλείσε από πόρτες, μια ανησυχία κρυφή που δεν τελειώνει.
Κι ίσα-ίσα στον τουρκομαχαλά και στην οβραίικη, εκεί προ­πάντων άντρες και γυναίκες, αυτοί που δεν τους έπιανε η απει­λή, ετοιμαστήκανε αποταχύ, να πάν' να βρούνε μια καλή θέση στο Ντορτ-γιολ, να δουν που θα γενεί το μάζεμα των παιδιών. Να τη χαρούν τη φέστα.


(ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΕΤΣΑΛΗΣ-ΔΙΟΜΗΔΗΣ: ΟΙ ΜΑΥΡΟΛΥΚΟΙ Τόμος Α)

 

Δευτέρα 29 Απριλίου 2013

Μ ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ: O KOTZAMΠΑΣΗΣ του Καστρόπυργου


— Οι Τούρκοι ! Έρχονται οι Τούρκοι !
Τότε γίνηκε μέσα του μια ταχύτατη κι υποτυπωδώς λογική εργασία. Οι Τούρκοι είναι οι άνθρωποι που πρόκειται να τον σκοτώσουν. Κι αυτός δεν θέλει να πεθάνη' θέλει να ζήση. Για να ζήση, πρέπει να φύγη, να μην τον εύρουν οι Τούρκοι' και να φύγη κατά την αντίθετη μεριά απ' όπου έρχονται οι Τούρκοι. Η φωνή που ειδοποίησε « έρχονται οι Τούρκοι » αντήχησε πίσωθέ του' το λοιπόν, οι Τούρκοι έρχονται από κείνο το μέρος. Για να τους αποφύγη, πρέπει να φύγη αντίθετα, δηλαδή προς τα μπρος. Αυτό είναι !
Το ζωικό ένστιχτο της ενέργειας δούλεψε παράλληλα με τη λογική. Ο φυσιολογικός κύκλος ενστίχτου, σκέψης και δράσης έκλεισε σε αψεγάδιαστη καμπύλη. Τίποτα δεν μπόρεσε να σταματήση τις συνέπειες του. Κι ο Ποτούλης Μπλιούρας σηκώθηκε και χίμηξε προς τα μπρος, να φύγη, να γλιτώση απ' τους Τούρκους, που έρχονται πίσωθέ του να τον σκοτώσουν.
Με τη διαφορά, πως οι Τούρκοι δεν έρχονταν από κει που νόμισε, αλλ' από την αντίθετη μεριά. Μέσα στη νάρκη της γενικής ατονίας, ξέχασε πως οι βάρδιες που φώναξαν για τον ερχομό τους βρίσκονταν στο βουναλάκι, πίσω απ την πρώτη γραμμή των Ελλήνων. Λησμόνησε πως οι Τούρκοι δεν μπορούσαν να 'ρθουν παρά μονάχα από κει που έρχονταν. Και προσπαθώντας ν' αποφύγη τους Τούρκους, έπεσε απά­νω τους.
Άξαφνα είδε τέσσερεις σπαήδες να του κόβουν το δρόμο. Είχαν σταματήσει τ άλογα τους και κοίταξαν ξαφνιασμέ­νοι τον τρελό που χιμούσε τρεχάτος κατά πάνω τους. Δεν καταλάβαιναν, δεν μπορούσαν να καταλάβουν, θάρρεψαν πως ορμούσε να τους επιτεθή' και τράβηξαν τα χατζάρια.
Μα κι ο Μπλιούρας σταμάτησε. Ούτε αυτός μπορούσε να καταλάβη. Πίσω του πρέπει να 'ρχονταν οι Τούρκοι, κι άλλους Τούρκους βρίσκει μπροστά του. Ίσως πάλι να μη έρχονταν πίσω του Τούρκοι' μα και να πισωδρομούσε, οι σπαήδες που βρίσκονταν μπροστά του θα χιμούσαν και θα τον σκότωναν. Κι εκείνος δεν ήθελε να πεθάνη. Αλλά πώς να γλιτώση ; Δεν ήταν άλλος τρόπος : έπρεπε να σκοτώση τους Τούρκους, πριν προφτάσουν να τον σκοτώσουν. Αυτό ήταν ! Έβγαλαν αυτοί τα χατζάρια ; Τράβηξε κι αυτός το γιαταγάνι' και με άγρια φωνή χίμηξε απάνω τους κι άρχισε να τους χτυπάη, να χτυπάη, να χτυπάη. Τους σκότωσε και τους τέσσερεις. Τον πρώτο τον ξε­κοίλιασε' του δεύτερου του 'κοψε το χέρι' έχωσε το γιατα­γάνι στην κοιλιά του αλόγου του τρίτου, και πέφτοντας το ζώο στο γκρεμό παράσυρε και τον καβαλάρη. Ο τέ­ταρτος έκανε να φύγη, μα ο Μπλιούρας πρόφτασε και τον πυροβόλησε με την πιστόλα.
Κι ύστερα γίνηκε μια ανακατοσούρα. Από το Ντερβένι πρόβαλαν κι άλλοι Τούρκοι, πολλοί Τούρκοι, όλοι με τα χατζάρια στο χέρι, όλοι με μοναδική πρόθεση να σκο­τώσουν τον Ποτούλη Μπλιούρα. Αλλά δεν τα κατάφερναν, γιατί πρόφταινε και τους έσφαζε ο Μπλιούρας. Η αλήθεια είναι πως έτρεξε να τον βοηθήση κι ο Γεωργικόπουλος στη σφαγή, κι ο Ασημάκης Προβατάς, κι οι άλλοι. Για μια στιγμή τους είδε που έσφαζαν Τούρκους. Από κει τους έχασε' δεν έβρισκε καιρό να παρακολουθήση. Είχε τη δική του δουλειά να κοιτάξη' είχε τη ζωή του να γλιτώση. Κι έ­σφαζε Τούρκους.
Από κει, το πράμα άρχισε να τον διασκεδάζη. Ξέ­χασε πώς πολεμούσε για το τομάρι του. Είχε το συναίσθημα πως η ζωή του δεν κινδύνευε πια. Μα και να κινδύνευε, καρφί δεν του καιγόταν ! Αυτό το συναίσθημα ν' ανοίγης κοιλιές, να τσακίζης παΐδια, να πελεκίζης καύκαλα .". . Κι υστέρα ήταν το αίμα. Είχε μια παράξενη οσμή, κι ήταν δροσερό μεσ' στη χλιάδα του . . . Όλο το κορμί του είχε βουτηχτή στο αίμα, στα χυμένα μυαλά. Ένα άντερο είχε τυλιχτή στον καρπό του δεξιού του χεριού, μα δεν τον ενο­χλούσε. Εκείνο που τον ενοχλούσε, ήταν το μαύρο πανί που σκέπαζε το μισό του πρόσωπο. Με χειρονομία γοργή το πέταξε μακριά, και γυάλιζε στο φως το ζερβί του μάτι. Τώρα είχε δυο μάτια, κι έβλεπε πολύ καλύτερα να σκοτώνη. Και σκότωνε. Κάτω η γης είχε πήξει στους σκοτωμένους Τούρκους. Μα δεν τον εμπόδιζε αυτό, πατούσε πάνω στα κουφάρια με σιγουράδα κι άνεση. Κάτι το λαστιχένιο, *το ευχάριστο. Εξάλλου, ο ήλιος είχε γείρει, και δρόσισε ο αέρας. Τώρα μπορεί να δουλεύη κανείς ξεκούραστα. Α ! Να κι οι αραπάδες ! Ας τους σφάξωμε κι αυτούς ! Και τους έσφαξε ...
Πόση ώρα βάστηξε αυτό ; Δεν μπορεί να θυμηθή' Είχε μεθύσει. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε νιώσει ένα συναί­σθημα τόσο ευφορικό, τόσο δυναμικό. Κάθε συνείδηση κι ασυνειδησία έφυγαν, και παράτησαν γυμνό το είναι του στη μεγάλη ηδονή του θανάτου. Ανάσαινε το χλιό αέρα του βραδυού' κοιτούσε τους δειλινούς μενεξέδες, που πέφταν στις πλαγιές των ολόγυρα βουνών μούγκριζε κάτι σαν τραγούδι πρωτόγονης κι υπέρτατης χαράς' και σκότωνε. Η παλάμη του είχε γίνει ένα με τη λαβή του γιαταγανιού' τα μούσκουλα του δεξιού μπράτσου του πονούσαν από το αδιάκοπο χτύ­πημα, που γινόταν με παλμό ασυνείδητο, μηχανικό. Και διψούσε, και πεινούσε' μα δεν είχε καιρό. Αργότερα, θα δούμε. Τώρα σκότωνε.
Κι άξαφνα σταμάτησε να σκοτώνη. Στην αρχή, κι αυτός δεν κατάλαβε γιατί σταμάτησε. Μα το πράμα ήταν φως - φανάρι : δεν υπήρχαν πια Τούρκοι! Τους είχε σκοτώσει, όλους. Ίσως κι ο Γεωργικόπουλος, ίσως κι ο Ασημάκης να σκότωσαν καναδυό. Μα τους άλλους τους σκότωσε αυτός — ήταν απόλυτα σίγουρος. Χαμογέλασ' ευχαριστημέ­νος. Πάει κι αυτό ! Τώρα μπορεί να κοιμηθή ήσυχος . . .
Και με μιας το μεθύσι ξεδιάλυνε. Η συνείδηση όλων-των πάντων του 'ρθε σε κύματα βίαια, απανωτά, που τον κλόνισαν, τον λιγοψύχησαν.
— Ποιος είμαι ; Πού βρίσκομαι ! Τί έκανα ; Τί θα κάνω ;
Με νεύρο τετανικό έκανε στροφή απότομη. Το παλιό συναίσθημα ξύπνησε κυρίαρχο με το πέρασμα της νάρκης. Να φύγη ! Να φύγη !
Αλλά δεν έφυγε. Καθώς έστριψε, είδε απέναντί του τον Κολοκοτρώνη, ψηλό, άγριο, τρομερό, με την κόκκινη, περικεφαλαία στα ψαρά μαλλιά. Δίπλα του στεκόταν ο Γεωργικόπουλος. Κι ο Γεωργικόπουλος έδειχνε με το δάχτυλο αυτόν, τον Ποτούλη Μπλιούρα, στον Κολοκοτρώνη κι έλεγε :
— Αυτός είναι !
Τότε όλα έσπασαν μέσα του. Βαρέθηκε ! Ναι, βαρέ­θηκε ! Ό,τι είναι να γίνη, ας γίνη. Να πεθάνη ! Να ησυχάση ! Να γλιτώση ! Πέταξε το γιαταγάνι κατά γης, κι είπε με φωνή σκληρή σαν ατσάλι :
— Ναι ! Εγώ είμαι ! Ο Μίχαλος ο Ρούσης, ο εξω­μότης, ο προδότης ! Σκοτώστε με, να ησυχάσω και γω και σεις !
Ο Κολοκοτρώνης προχώρησε κατά πάνω του' μα δεν τον σκότωσε. Μόνο τον αγκάλιασε, τον φίλησε στα δυο μάγουλα και του είπε :
— Το σφάλμα σου το ξαγόρασες σήμερα, Μίχαλε Ρούση. Δεν είσαι ούτε προδότης, ουτ' εξωμότης. Είσαι Έλληνας ! Είσαι ήρωας !


Σάββατο 23 Μαρτίου 2013

Ο ΛΟΓΟΤΕΧΝΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΕΡΑΝΘΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΙ ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΑΝΤΡΟΥΤΣΟΥ...





Tρίζουν τα σίδερα στο πορτόνι, βγαίνουν οι αμπάρες. Το άνοιγμα κιτρινίζει από τα λαδοφάναρα και γιομίζει ποδάρια. Αλλά είναι αλήθεια κι' άνοιξαν ή έτσι του φάνηκε μες στον ύπνο του , δεν βρίσκεται σίγουρος. Αλλά νιώθει στα δάχτυλα ένα απότομο γδάρσιμο καί. . .
— Τούτο δω θα το πάρω, δεν του χρειάζεται πιά, λέει ο Θεοχάρης από Λιδωρίκι. Και σκύβει με το  λαδοφάναρο, του τραβάει το δαχτυλίδι από το δάχτυλο.
. . . νιώθει στο δάχτυλο ένα γδάρσιμο και ξυπνάει. Βλέποντας, πετάγεται ορθός.
— Θα μας πης τώρα τους  θησαυρούς σου πού τους έχεις χωμένους; κοροϊδεύει ο Παπακώστας Τζαμάλας, σίγουρος που έτσι κι' αλλιώς, τι θα κάμη, θ΄αναγκαστή.
— Γι' αυτό με βασανίζατε ορέ τόσες βδομάδες; θησαυρούς είχατε στο μυαλό σας ;
— Μίλα, και δεν μας παίρνει ο καιρός — του κόβει τη φόρα ο Τριανταφυλλίνας.
—Οχιά εσύ! και νάχα θησαυρούς, δεν θα μί. . .
Δεν πρόλαβε ν' αποσώση οπού του κατεβάζει στα μούτρα του κατακέφαλο απρόσμενον και γερόν.
— Αυτόν σου τον χρώσταγα, τούρκε.
Βρουχιέται ο Δυσσέος, κάνει να χυμήξη, αλλά τα πόδια του ακούνητα, δεμένα στις μπόμπες, τα χέρια του αλυσομένα, ίσια ίσια οι παλάμες του λεύτερες. Και τώρα να του ρίχνονται τρεις.
— Ξέρω γιατί ήρθαταν, ύαινες. Ξέρω το ποιοί σας έστειλαν.
Τον βαράνε γροθιές, τον βαράνε κλωτσιές, όπου βρουν. . .
— Καλά αυτοί, ορέ Γιάννη. Αλλά και συ ; και συ ;
Ουδέ τ' αποκρίνονται κι' ουδέ παραλλάζει ο Μαμούρης από τους άλλους, παρά του ρίχνονται τώρα όλοι μαζί, να τον ξεκάμουν δίχως μαχαίρι, δίχως κουμπούρι, κατά το σκέδιο οπού έβαλαν, κι' ο σκοπός τους νά τον πιάσουν απ' το λαιμό, να τον πνίξουν. Κι' ούδ' αυτό καταφέρνουν. Ότι τινάζεται, και τους κουτουλάει, και σφίγγει τα χέρια γροθιές, και κάνει τους αγκώνες του σίδερο και μαζεύει τη δύναμη του όλη στα γόνατα.
—Ένα χέρι ας είχα λεύτερο, ύαινες, και σας έλεγα γω. . .
Κι' όσο αγριεύουν αυτοί, τόσο θεριεύει ξάφνου η δύναμη του. Οπού ασηκώνοντας μπροστά τους το γόνατο, ν' ασηκώνεται τώρα κι' η μπόμπα η ασήκωτη.
Κι' ο αγκώνας του να μπήχνεται πίσω λοστάρι. Τέτοιο πάλεμα δεν τόχαν στο νου τους, από ψοφίμι θεονήστικο. Και να λυσσάν τώρα χειρότερα. Και μπήχνοντάς του ο Τριανταφυλλίνας τα νύχια του στο λαιμό, σκύβει και του δαγκώνει δυο δάχτυλα, οπού τα κόβει. Ρεκάζει αυτός απ' τον πόνο, τραβιέται. Κι' ο Δυσσέος χυμάει πάλι με αγκώνες και γρόθους και κουτουλιές, να τρέμουν πια οπού και δεμένος θα τους ζαπώση. Και το τί είπαν στο σκέδιο, μπρος στον κίντυνο γίνονται αλλιώς. Και κατεβάζει ο Τζαμάλας τη μπούκα της κουμπούρας του, του κόβει τ' αχείλια μπροστά και τα δυό. Αφήνει το λαδοφάναρο ο Θεοχάρης, ορμάει κι' αυτός. Ο Μπαλαούλας, ακούοντας απόξω το βόγγο, μπαίνει και τούτος, και ρίχνεται από πίσω, και κατεβάζει με το τσεκούρι του μια στο σβέρκο από πάνω. . .
Τα αίματα πηδάν βρυσομάνα απ' το στόμα του και του μπερδεύουν το ανάσασμα. Το κεφάλι του σα να γκρεμίζεται. Σφαγιό οι πόνοι σ' όλα τα κόκαλα, και να του ρίχνονται πέντε κι' ακόμα να μην τον κάνουν καλά. Παρά μουγκρίζοντας τους ξεκολλάει από πάνω του. Σειέται και τους τινάζει πέρα. Σαν τό ταυρί κουτουλάει και τούς παλεύει και τούς παιδεύει. Τρέχει ολοένα το αίμα απ' το στόμα το πληγιασμένο. Το ίδιο το αίμα έχει πηδήσει ως τα μάτια του, να τα κρατάη κλεισμένα κάτω απ' τις πιτσιλιές κι' ο βόγγος του να μην έχη σωσμό. Οπού βρίσκει τον καιρό ο Τζαμάλας και του τινάζει με το τσαρούχι του κλωτσιά στ' αχαμνά. Βρίσκουν Μαμούρης και Μπαλαούλας και του αδράχνουν τις απαλάμες και του γυρνάνε τα χέρια πιστάγκονα, όσο αφήνουν οι αλυσίδες. Του αγκαλιάζει ο Θεοχάρης τα πόδια του και τα δυό. Και σκύβει ο Τριανταφυλλίνας για το «στρίψιμο». Και του σφίγγει τ' αχαμνά του και με τα δυό χέρια, και τα γυρνάει, τα γυρνάει, ένα στρίψιμον όπου ο αλυσομένος ξερνάει βόγγον ουρλιαχτερόν, να τον αντιλαλούν άγρια τα ογρά τείχια. Σαν τη δαμάλα οπού τη σφάζουν, έτσι ρεκάζει. Σα νάθελε ν' απιθώση τα χέρια του πάνω στον πόνο του, έτσι μοιάζει το λύγισμά του. Αλλά χέρια δεν τα ορίζει. Τα μιλίγγια του αναμένα. Η ανάσα του πηγμένη στο αίμα. Θόλωνε πιά ολάκερος μέσα του. Κι' ο βόγγος του αχάμνευε, γίνονταν ψυχομαχητό, και τούσφιγγαν το λαιμό του ολοένα κι' ολοένα λιγόστευε ο ρόχθος του, όσο που έσβησε. Τότε τον άφηκαν. Κι' έπεσε στην πλάκα απάνω σαν άδειο σακί.
Οι αλυσίδες δεν χρειάζονται τώρα άλλο. Τις βγάζουν και τις σωριάζουν σέ μιά άκρη.
(Μιχάλης Περάνθης :Ο Δαίμονας, Βιβλιοπωλείον της "ΕΣΤΙΑΣ" σελ 439-442)

 
 





O ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΕΙ ΝΑ ΑΝΑΔΕΙΞΕΙ ΤΟ ΦΥΛΕΤΙΚΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΩΝ ΑΙΜΑΤΗΡΩΝ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΝ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΑΝ ΤΗΝ ΕΚΠΟΡΘΗΣΗ ΤΗΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΣΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ "ΟΠΛΟΦΟΡΟ ΛΑΟ "


Εις την πόλιν εξηκολούθησεν η σφαγή μέχρι της νυκτός. Αλλ' η μανία της εκδικήσεως των νικητών και η αγριότης των δεν έξέσπασαν παρά κατά του πολλού πληθυσμού. Οι επίσημοι έμειναν άθικτοι. Ευθύς μετά την έξοδον των Αλβανών είχαν εισέλθη εις την πόλιν ο Πετρόμπεης, ο Αναγνώστης Δηληγιάννης, ο Π. Κρεββατάς και πολλοί γερουσιασταί και κατηυθύνθησαν εις το σεράγι δια να προστατεύσουν τα χαρέμια των πασσάδων, χρήσιμα προς ανταλλαγήν αιχμαλώτων, και να φροντίσουν να φρουρηθή το κτίριον, όπου ευρίσκοντο οι θησαυροί.
Εκεί έτυχε να είνε συγκεντρωμένοι όλοι σχεδόν οι επίσημοι Τούρκοι, λόγω της συσκέψεως που εγίνετο κατά την ώραν που ενηργήθη η έφοδος και άλλοι που είχαν προστρέξει κατά την τελευταίαν στιγμήν με την ελπίδα ότι εκεί θα ήσαν ασφαλέστεροι. Αλλά κατά την νύκτα εξερράγη πυρκαϊά εις το σεράγι, κατ' άλλους οφειλομένη εις Έλληνας στρατιώτας είτε προς καταστροφήν του κέντρου εκείνου της τυραννίας, είτε προς ευκαιρίαν διαρπαγής, και κατ' άλλους γενομένη από Τούρκους δια να μη πέσουν εις τα χέρια των Ελλήνων οι ευρισκόμενοι εντός αυτού εις χρήμα και εις πολύτιμα αντικείμενα θησαυροί. Τίποτε δεν διεσώθη από όσα ευρίσκοντο εκεί. Τα χαρέμια μετεφέρθησαν αμέσως εις το μόλις κτισθέν μεγάλο σπίτι του Μουσταφά μπέη, το ευρισκόμενον πλησίον της πύλης του Ναυπλίου και όπου κατά πρώτον υψώθη κατά την έφοδον η ελληνική σημαία. Το σπίτι εφυλάσσετο από Μανιάτας και ο Πετρόμπεης ανέλαβε υπ' ευθύνην του την ασφάλειαν των χαρεμιών των επισήμων.


Δεν επήλθε κάποια ησυχία παρά αργά μετά το μεσονύκτιον. Η πόλις είχε κοιμηθή, αλλά τον ύπνον του θανάτου. Μέγα μέρος του πληθυσμού είχε σφαγή και μαζί με τους Τούρκους κατέκειντο νεκροί και τριακόσιοι Έλληνες στρατιώται, θύματα της πρώτης κατά την έφοδον αμύνης των Τούρκων.
Η μανία της επιθέσεως εναντίον των ανθισταμένων ακόμη, ή ακριβέστερα εναντίον των Τούρκων που είχαν απομείνει ζωντανοί, επανήλθε με την ανατολήν της επομένης και εξηκολούθησεν επί δύο ημέρας. Και κατά πρώτον οι νικηταί ερρίφθησαν εναντίον των ολίγων σπιτιών, όπου απέμεναν ακόμη κλεισμένοι Τούρκοι στρατιώται. Δύο σπίτια, όπου ευρίσκοντο οθωμανοί από το Τράστα και το Λάστα της Γορτυνίας προερχόμενοι από εξισλαμισθείσας ελληνικάς οικογενείας,παρεδόθησαν εις τους αδελφούς Δηληγιανναίους. Το σπίτι όπου είχε κλεισθή ο διαβόητος Αλή Τσεκούρας, με αρκετούς στρατιώτας και με πολλά γυναικόπαιδα, επυρπολήθη. Κανείς δεν εσώθη από αυτούς.. Εις άλλο σπίτι είχαν κλεισθή αρκετοί δερβίσαι και εκείθεν επυροβολούσαν τους Έλληνας τους κυκλοφορούντας εις τους δρόμους. Παρεδόθη και αυτό εις τας φλόγας και όσοι επεχείρησαν να εξέλθουν, κατεκόπησαν από τα σπαθιά των νικητών. Τραγική υπήρξε και η τύχη πλήθους γυναικών και παιδιών που επρόφθασαν κατά τας πρώτας ώρας της εφόδου να κατευθυνθούν προς τας πύλας, με την ελπίδα ότι θα διεσώζοντο. Προήρχοντο εξ εκείνων που είχαν έλθει από άλλα μέρη κατά τα πρώτα γεγονότα της επαναστάσεως και ετράπησαν προς τας πύλας που ωδηγούσαν προς τους δρόμους των επαρχιών των. Προς τον Άγιον Βλάσην επήγαν γυναικόπαιδα του Φαναρίου και της Καρυταίνης, και προς την πύλην του Μιστρά τα γυναικόπαιδα των Μπαρδουνιωτών και γενικώς της Λακεδαίμονος. Αλλά μόλις έφθασαν εις τας πύλας εσταμάτησαν. Είδαν ότι ήτο αδύνατον να προχωρήσουν.Εκεί διενυκτέρευσαν και εζητούσαν με θρηνώδη φωνήν ψωμί και ενδύματα, διότι εκρύωναν κατά την ψυχράν φθινοπωρινήν νύκτα. Είχαν φύγει από τα σπίτια των όπως ευρέθησαν και ήσαν μισόγυμνοι, ή είχαν γυμνωθή εις τον δρόμον από τα ακολουθούντα τους Έλληνας στρατιώτας μαινόμενα πλήθη.
Αι κραυγαί και οι θρήνοί των εξηκολούθησαν και κατά την επομένην και επροκάλεσαν την συγκέντρωσιν πολλών περιέργων. Αι δυστυχισμέναι γυναίκες εφώναζαν ή να τους δώσουν ψωμί ή να τας σκοτώσουν. Μερικαί είχαν τύχην. Τας παρέλαβαν Έλληνες και τας έστειλαν εις τα χωριά των δια να ζήσουν την ζωήν των σκλάβων. Αλλά το πολύ πλήθος έμεινεν εκεί υποφέρον από το ψύχος και την πείναν. Αι εκλήσεις των όμως προς τα φιλάνθρωπα αισθήματα εκείνων που είχαν συγκεντρωθή γύρω των δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. Και όσοι συνεκινούντο και ήθελαν να τας βοηθήσουν δεν ημπορούσαν να κάμουν τίποτε Αι επισιτιστικαί υπηρεσίαι είχαν χαλαρωθή λόγω της απορροφήσεως όλων από την άλωσιν και δεν ήτο δυνατόν να ληφθή φροντίς δια χιλιάδας οθωμανίδων, που δια τους περισσοτέρους αποτελούσαν όντα προγεγραμμένα. Άλλοι επρότειναν να τας μεταφέρουν εις τα χωριά , αλλ' οι περισσότεροι απέρριψαν αυτήν την πρότασιν και λόγω του κινδύνου της μεταδόσεως των επιδημικών νόσων που εθέριζαν έως τότε τον πληθυσμόν της Τριπολιτσάς και προς αποφυγήν μοιραίων επιμιξιών, που θα επροκαλούντο μεταξύ Ελλήνων και Οθωμανίδων— όλαι ήσαν νέαι και ωραίαι— και εκ του φυλετικού μίσους. Αφέθησαν λοιπόν εκεί εις την τύχην των επί πολλάς ώρας ακόμη. Απηλλάγησαν αργότερα από τα βάσανα των, αλλά κατά τρόπον τραγικόν. Μεταξύ του ενόπλου πλήθους, που ευρίσκετο περί τας γυναίκας εις τον ΄Αγιον Βλάσην, ηκούσθη έξαφνα αγρία κραυγή : — Μεριάστε. Τί τις φυλάτε ; Ξεμπερδεύτε τες.

Ήτο Έλλην στρατιώτης, που είχε προ ολίγου ιδή νεκρόν κάποιον συγγενή του, ίσως άδελφόν του, και ενώ επερνούσε από εκεί εξεμάνη μόλις τας αντίκρυσε, και ώρμησεν εναντίον των διψών εκδίκησιν.Ο στρατιώτης  αυτός επυροβόλησεν επί του αθώου εκείνου γυναικείου πλήθους αμέσως επηκολούθησαν αθρόοι πυροβολισμοί. Εντός ολίγων στιγμών όλαι αι γυναίκες κατέκειντο νεκραί ή θανασίμως τραυματισμέναι. Και αφού έγινεν η αρχή, έτρεξαν όλοι εκείνοι οι ένοπλοι και προς την πύλην του Μιστρά και προς την πύλην του Ναυπλίου, όπου επανελήφθη η αγρία τραγωδία του Αγίου Βλάση. Αυτή η ομαδική αιματοχυσία εξηγρίωσε περισσότερον τους δράστας της. 'Ορμησαν πλέον όλοι προς όλας τας  διευθύνσεις τουφεκίζοντες και σφάζοντες και ανερευνώντες εκ νέου εις τα  σπίτια προς ανεύρεσιν κρυμμένων Τούρκων. Και ταυτοχρόνως επετίθεντο κατά των Εβραίων της πόλεως με την ιδίαν μανίαν. Είχαν ενθυμηθή την εναντίον των Ελλήνων δράσιν των Εβραίων της Κωνσταντινουπόλεως, της Σμύρνης και του Αϊβαλί. Εκεί επληρώνοντο τα εγκλήματα γενεών παρελθουσών, αιώνων και του τραγικού παρόντος και εξωφλούντο οι λογαριασμοί φυλών. Αλλά με πόσην αγριότητα. Κάθε ανθρώπινον αίσθημα είχε κοιμηθή εις τα στήθη των νικητών. Καμμία κραυγή προς οίκτον δεν εύρισκεν ακοήν. Όλοι έτρεχαν σαν δαιμονισμένοι ζητούντες ολοένα και νέα θύματα. Τα αναρίθμητα αδέσποτα σκυλιά της πόλεως, εξαγριωμένα και αυτά από την πείναν τόσων ημερών και από την αναστάτωσιν, ακολουθούσαν τους μαινομένους στρατιώτας και ερρίπτοντο εναντίον εκείνων, που έπεφταν από τους πυροβολισμούς των, και τους κατεξέσχιζαν και τους απέκαναν.


Παντού ηκούοντο αναφωνήσεις του αγρίου θριάμβου και της εκδικήσεως των νικητών, εκκλήσεις μάταιαι προς οίκτον των γυναικοπαίδων που ευρίσκοντο ακόμη εις την ζωήν, αι σπαρακτικαί κραυγαί των κτυπωμένων και οι ρόγχοι των εκπνεόντων. Οι δρόμοι, αι πλατείαι, αι αυλαί των σπιτιών είχαν καλυφθή από πτώματα, των οποίων το αίμα αποστραγγιζόμενον έρρεεν εις τα ρείθρα τα προωρισμένα δια το νερό.
Δια να σταματήση η αιματοχυσία, οι αρχηγοί εξέδωσαν προκήρυξιν, δια της οποίας εδίδετο αμνηστεία εις όλους τους Τούρκους και εθεωρείτο σεβαστή η ζωή των. Αλλ' ήτο αμνηστεία προς νεκρούς, ή προς επιθανάτους. Η πόλις είχε μεταβληθή πλέον εις απέραντον σφαγείον. Και η φοβερά εικών εγίνετο ζοφερωτέρα υπό τους μαύρους καπνούς και τας θολάς φλόγας των σπιτιών που είχαν πυρποληθή. Η φρενίτις εκείνη της φυλετικής εκδικήσεως δεν εγνώρισεν όρια. Έφθασε μέχρι των τάφων. Το τουρκικόν κοιμητήριον ανεσκάφη, και οστά και νεκροί ταφέντες προ ολίγου καιρού ερρίφθησαν εις τους δρόμους.
Επί τέλους την 26ην Σεπτεμβρίου, κατά την οποίαν εσίγησε και παρεδόθη η μεγάλη Τάπια, κήρυκες εξήλθαν εις τους δρόμους και διελάλησαν την διαταγήν των αρχηγών να σταματήσουν αι σφαγαί. Αλλ' ούτε αυτό είχεν αποτέλεσμα. Εσχηματίσθησαν τότε ισχυραί περίπολοι από καπετάνιους, προς τους οποίους υπήρχεν εμπιστοσύνη, και ήρχισαν να περιτρέχουν την πόλιν προς απομάκρυνσιν των περιφερομένων ακόμη στρατιωτών και προς διάσωσιν του υπολειφθέντος πληθυσμού.
(Eλληνική Επαναστασις ,Τόμος Γ ,σελ 286-288, Αθήναι 1932)