Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1843. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1843. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΗΣ 3ης ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1843 ΙΙΙ


ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ

Αποκλεισμένος εις το παλάτιον, ο Όθων αποφασίζει να θέση τους Πρεσβευτάς των τριών Δυνάμεων (καθώς και της Βαυαρίας) ενώπιον των ευθυ­νών των. Τους απευθύνει συντόμους επιστολάς ζητώντας από αυτούς να τον συναντήσουν το ταχύτερον. Η αποστολή όμως των μηνυμάτων εμποδί­ζεται από τον Καλλέργην. Εντός αυτής της συγκεχυμένης ατμο­σφαίρας, της εντάσεως και του εκνευ­ρισμού φθάνει και η επιτροπή του Συμβουλίου της Επικρατείας. Δηλώνει ότι θέλει να δη τον Βασιλέα. Αντί δια την αίθουσαν του Θρόνου, η επιτροπή οδηγείται εις το υπασπιστήριον. Ο Όθων αρνείται να την δεχθή αλλά ύστερα από επιμονή της Αμαλίας δέχεται τελικώς να την συ­ναντήση πηγαίνοντας ο ίδιος εις το υπασπιστήριον. Η σκηνή πρέπει να ήτο συγκλονιστική. Από την μία οι διορισμένοι από αυτόν σύμβουλοι της Επικρατείας από την άλλην εις Βασιλεύς που εις τα πρόσωπα των βλέπει την προδοσίαν και την εγκατάλειψιν. Εις την ιδέαν της παραχωρήσεως  Συντάγματος ο Όθων τονίζει ότι δεν δύναται να αποφασίση  αν προηγουμένως δεν συμβουλευθεί τους πρέσβεις των προστατίδων δυνάμεων.
Το γεγονός ότι ουδείς πολιτικός αρχηγός εξ αυτών που οργάνωσαν το κίνημα δεν ηθέλησε να στηρίξη με την παρουσίαν του το κύρος της επιτροπής (αρκούντος πονηροί απέφυγον την κακοτοπιά αυτή) κάμνει τα πράγματα ακόμη πιο δύσκολα.
Η επιτροπή αυτή με μειωμένα αντανακλαστικά και με εμφανέστατα αισθήματα ένοχης, που δεν απαιτεί αλλά ψελλίζει κοινότυπες δικαιολογίες, υποβιβάζεται από μόνη της εις τον ουδέτερον ρόλον του αγγελιοφόρου: Κρίνει τον εαυτόν της αναρμόδιον να συνέχιση τον διάλογον και ζητά από τον Βασιλέα την άδειαν να απέλθη δια να λάβη οδηγίας. Ο Καλλέργης που πληροφορείται πρώτος την Βασιλική αξίωσιν αποκλείει κατηγορηματικώς δια μίαν ακόμη φοράν το ενδεχόμενον να επιτραπή η  είσοδος των πρεσβευτών εις  τα ανάκτορα αν πρωτίστως δεν υπογράψει ο Βασιλεύς τα έγγραφα που του έχουν προσκομίση. Με αυτήν την κατηγορηματικήν διαβεβαίωσιν του ανθρώπου, που όπως όλα δείχνουν ενεργεί εκ του ασφαλούς, η επιτροπή εισέρχεται και πάλι εις τα ανάκτορα διά να συνέχιση το άχαρον έργον της.
Έξωθεν των ανακτόρων ο εκνευρι­σμός και η έντασις του συγκεντρωμέ­νου στρατού και λαού αυξάνεται ώρα με την ώρα. Από την μία η αναμονή από την άλλην η κόπωσις λόγω της συνεχούς ορθοστασίας κάμνουν τον κόσμον ευερέθιστον. Έπειτα σιγά-σιγά έρχεται και η πείνα που σχεδόν πάντα είνε κακός σύμβουλος. Εν με­γάλο ερώτημα προκύπτει. Πως θα κρατηθή πειθαρχημένος όλος αυτός ο κόσμος δια όση ώρα χρειασθεί; Το πρόβλημα της πείνης το λύει ο Καλιφρονάς. Με εντολή του κάρα κατευθύνονται προς τους φούρνους της πρωτευούσης, άνθρωποι του επιτάσ­σουν τον άρτον που έχει ήδη παρασκευασθή και τον φέρνουν εις τούς συγκεντρωμένους.
Έχει πλέον ξημερώση όταν ο Δραγούμης που επερίμενεν έξωθεν των ανακτόρων την επιτροπήν να ολοκληρώσει την αποστολήν της, βλέπει τον γραμματέα της Αγγλικής πρεσβείας Γκρίφιτς να έρχεται τρέχοντας προς το παλάτιον. Tου διαβιβάζει μάλιστα  παράκλησιν του Λάιονς , να διατάξη τον Καλλέργη ... να μην επιτρέψει την είσοδόν των Πρέσβεων εις το παλάτιον εάν προηγουμένως δεν υπογραφούν τα διατάγματα.[52]
Πράγματι, ολίγον άργότερον κάμνουν την εμφάνισίν των οι πρεσβευταί καί ζητούν από τόν Καλλέργην την ... άδειαν να συναντηθούν με τον Βασιλέα. Ο Καλλέργης αρνείται κατηγορηματικώς. Οι πρέσβεις περίεργον νά τό πιστεύση κανείς, κάμνουν μεταβολή καί φεύγουν.[53]
Η σκηνή αυτή της θεατρινίστικης συμπεριφοράς των πρεσβευτών δέν δύναται να περάση απαρατήρητη από τον απομονωμένον εις το παλάτιον, Όθωνα. Δεν εινε τόσον ανόητος όσο προσπαθούν να μας τόν παρουσιάσουν δια να μην δύναται να αντιληφθή το άθλιον παρασκήνιον των όσων διαδραματίζονται εκείνας τας κρισίμους στιγμάς. Ούτω εκλαμβάνοντας (πολύ ορθώς) την στάσιν των πρεσβευτών ως μία σιωπηλήν συναίνεσιν δέχεται νά υπογράψη.

Όταν πια ο Όθων είδε πως οι επαναστάτες δεν άφησαν τους πρεσβευτές να μπούνε στό παλάτι, κατάλαβε τέλος πως δεν τα' απόμενε τίποτις άλλο παρά είτε νά παραιτηθεί είτε να υποχωρήσει. Κάτω από την επίμονη πίεση της Αμαλίας προτίμησε τό δεύτερο. Έχουν μάλιστα να πουν πως τούβαλε την πέννα στα δάχτυλα για να υπογράψει τα διατάγματα κι όταν το πέτυχε τον αγκάλιασε και τον φίλησε.[54]
Η επιτροπή εξήλθεν με τα διατάγματα ανά χείρας και κάποιος δια να ικανοποιήση την περιέργειαν του πλήθους αρχίζει να τα διαβάζη. Οι πλέον δύσπιστοι επιθυμούν να τα διαβάσουν μόνοι των με αποτέλεσμα κάποιο εξ αυτών να γίνη κομμάτια. Καινούργιαι καθυστερήσεις σημειώνονται  διότι το κείμενον πρέπει να γραφή εκ νέου καί να δοθή εκ νέου προς υπογραφή.
Εν τω μεταξύ εις το Συμβούλιον της Επικρατείας η ώρα περνά εν μέσω αγωνίας. Όλα εξαρτώνται από τας προθέσεις του Βασιλέως. Το πλήθος έμπροσθεν των ανακτόρων δεν θέλει να διαλυθή πριν ο Βασιλεύς ορκίσει την καινούργιαν κυβέρνησιν. Δια τον Καλλέργην, ο οποίος έχει το στρατιωτικόν πρόσταγμα, γίνεται αισθητός εις απρόβλεπτος κίνδυνος. Διασταυρωμέναι πληροφορίαι αναφέρουν ότι από τα χωρία της Αττικής καί της Μεγαρίδος με την αναγγελίαν της υπογραφής του Συντάγματος, πλήθος ανθρώπων σπεύδουν με κάρα, άμαξας και αλογομούλαρα να συμμετάσχουν εις το πλιάτσικον που υποθέτουν ότι πραγματοποιείται με την έλευσιν αυτού του κοσμοϊστορικού γεγονότος, τη παραχώρηση Συντάγματος.  Η διαταγή του προς τμήματα του στρατού να μην
επιτρέψουν τήν είσοδόν των εις την πρωτεύουσαν ακόμη και εάν χρειασθή να κάμνουν χρήσιν βίας είνε λύσις ανάγκης.
Όταν η επιτροπή έφτασε στο Συμβούλιο της Επικρατείας με υπογραμμένα τα διατάγματα, άλλοι χάρηκαν καί άλλοι όσοι επιθυμούσαν το διώξιμο του Όθωνα, ξαφνιάστηκαν. Πρότειναν λοιπόν, λέγοντας πως έπρεπε ν' ασφαλιστούν από κάθε τυχόν υπαναχώρηση του Όθωνα, να πάρουν μαζί τους οι υπουργοί πέντε διατάγματα και μονάχα τότες να ορκιστούν όταν εκείνος δεχτεί να τα υπογράψει.
Το πρώτο άπ' αυτά πρόβλεπε την άμεση σύγκλιση της Εθνικής Συνέλευσης. Το δεύτερο έλεγε πως η μεγάλη σφραγίδα του κράτους δε θα βρισκόταν πια στο βασιλικό γραφείο, στο «ανακτοβούλιο» καθώς το λέγανε, παρά στο υπουργείο της Δικαιοσύνης. Έτσι όχι μονάχα ουσιαστικά, παρά και τυπικά η εκτελεστική εξουσία έφευγε από τα χέρια του θρόνου και της καμαρίλας. Το τρίτο είταν ακόμα πιο τσουχτερό' όριζε «ότι θέλουσιν απολυθή της υπηρεσίας του Κράτους οι μέχρι τούδε εν αυτή διατελούντες ξένοι, εκτός τών αρχαίων φιλελλήνων».[55]
Χαριστική βολή ήσαν τα δύο τελευταία διατάγματα. Το ένα απαιτούσε ανακήρυξιν της 3ης Σεπτεμβρίου ως ημέρα Εθνικής εορτής, καθώς και την κοπήν αναμνηστικού Αριστείου σιδηρούν δια τους στρατιώτας και τους πολίτας «καί όσους άλλους έλαβον μέρος εις τα κατά ταύτην την ημέραν πραχθέντα».
Το τελευταίον απαιτούσε την «Βασιλικήν Ημών ευχαρίστησιν» δια τον Καλλέργην και τον Μακρυγιάννην, καθώς και λοιπούς ανωτέρους και κατωτέρους αξιωματικούς της φρουράς της πρωτευούσης «για την ευταξίαν και ασφάλειαν ην συνετήρησαν εις τα συμβάντα της παρούσης ημέρας».
Με τα διατάγματα έτοιμα οι υποψήφιοι υπουργοί, εκτός από τον Κανάρην που παραμένει δια λόγους ασφαλείας εις τον ναύσταθμον του Πόρου, κατευθύνονται προς το παλάτιον.
Λέγεται ότι με την ανάγνωσιν των διαταγμάτων ο Όθων εκτύπησεν εκτός εαυτού την χείραν του εις το τραπέζι υβρίζοντας εις τα γερμανικά. — Εις τον διάβολον πια!..
Ο Όθων αρνείται να υπογράψη τα δύο τελευταία και εκδηλώνει την πρόθεσίν του να παραιτηθή από τον Θρόνον υπέρ του αδελφού του.
Η κρίσις εις το αποκορύφωμα της. Είνε η ώρα των πρεσβευτών.
Κατά την ενδεκάτην ώραν, πληροφορηθέντες ότι αι πύλαι των ανακτόρων ηνοίχθησαν, επεσκεύθημεν τον Βασιλέα. Τον εύρομεν πολύ καταβεβλημένον εκφραζόμενον ακόμη δυσκολότερον ή κατά το σύνηθες, ώργισμένον, έχοντα τους οφθαλμούς πλήρεις δακρύων, άλλ' όχι πτοημένον...[56]
Διαμεσολαβητική προσπάθεια των τελευταίων στιγμών. Οι πρεσβευταί με την έγκρισιν του Βασιλέως ζητούν να οδηγηθούν εις την άίθουσαν αναμονής, όπου περιμένουν οι υπουργοί και σύμφωνα με όσα θα γράψουν εις την κοινήν των έκθεσιν:
«Παρεστήσαμεν εις τους υπουργούς τον κίνδυνον του ταπεινώσαι την Βασιλείαν και το καθήκον, όπερ είχον αναλάβει να ποιήσωσι το παν ίνα επίσχωσιν κακόν ήδη εξικνούμενον εις το πλήρωμα αυτού». 
Οι υπουργοί είνε ανένδοτοι καλυπτόμενοι όπισθεν της επιθυμίας του συγκεντρωμένου στρατού καί λαού. Οι πρέσβεις έχοντας τυπικώς διασφαλίσει την καλήν έξωθεν μαρτυρίαν δια τας «καλάς των προθέσεις» επιστρέφουν εις τον Όθωνα.
Τον συνεβουλεύσαμεν να υπογράψη, υποσχόμενοι αυτώ να διακηρύξωμεν ότι δεν είχεν υποκύψει εις τον εκφοβισμόν, αλλ' ότι είχε κάμει μίαν ακόμη θυσίαν, δια να απομακρύνη από την Ελλάδα μεγαλύτερα δεινά. Ο Βασιλεύς, χωρίς να επιτρέψει εις τους υπουργούς να διέλθουν το κατώφλιον, υπέγραψε και ενεχείρισε τα διατάγματα εις τον Πρόεδρον του Υπουργικού Συμβουλίου, τον οποίον περίπου απέπεμψε, κλείων όπισθεν του την θύραν. Η τραυματισθείσα βασιλική υπερηφάνεια και ο σεβασμός των Υπουργών ουδέ προς στιγμήν διεψεύσθησαν.
Έχει περάση πλέον το μεσημέρι καί αι συζητήσεις έχουν φθάση εις νεκρόν σημείον. Το πλήθος φαίνεται να μην ελέγχεται και κατά την μαρτυρίαν του Πρόκες-Όστεν, ο Καλλέργης εμφανίζεται ενώπιον του Όθωνος δια να του ανακοίνωση ότι εάν δεν υπογράψη εντός 15 λεπτών θα βομβαρδίση τας θύρας των ανακτόρων και λαός και στρατός θα εισέλθουν εντός.
Εγνώριζα ότι η παραίτησίς μου θα ωδήγει εις αναρχίαν, αν και αυτή η πορεία θα ήτο εις εμέ περισσότερον ευχάριστος. Ακόμη τα στρατεύματα δεν απεχώρησαν. Επεθύμουν να περιμένουν μέχρι της εμφανίσεως των νέων υπουργών μαζί μου. Μετ' αρκετόν χρόνον προσήλθον. Τώρα νέα προέκυψε δυσχέρια, όταν ηρνήθην να υπογράψω διατάγματα, δια των οποίων οι ηγέται της επαναστάσεως θα εβραβεύοντο, διότι ετήρησαν την τάξιν, και θα εκόπτετο μετάλλιον και θα ωρίζετο ετήσιος εορτασμός της επετείου. Εν τω μεταξύ οι απεσταλμένοι των Δυνάμεων έφθασαν.
Είνε το τέλος. Ο Όθων υπογράφει.[57] Μετά την υπογραφήν εμφανίζεται ενώπιον του πλήθους πλαισιωμένος από την καινούργιαν κυβέρνησιν και τους πρεσβευτάς των Μεγάλων Δυνάμεων.
Συνεμορφώθην προς τας επιθυμίας των και ενεφανίσθην με τους Πρεσβευτάς και Υπουργούς εις τον εξώστην, αλλά μόνον με δισταγμόν. Έμεινα εκεί μόνον μίαν στιγμήν, του πλήθους επευφημούντος, και ευθύς αμέσως αποχωρήσαντος. Διαρκούσης της τελευταίας συσκέψεως εγένετο απειλή ανατινάξεως της θύρας δια δυναμίτιδος, και ειδοποίησεν ο Καλλέργης ότι βραδύνομεν πολύ καί ότι πλέον παραχρεί διορίαν μόνον ενός τετάρτου ακόμη.
Με τον Μεταξά Πρόεδρον του υπουργικού συμβουλίου το ρωσόφιλον κόμμα εξακολουθεί να πιστεύη ότι εινε ο μεγάλος νικητής της πολιτειακής μεταβολής που είχε πραγματοποιηθή την προηγουμένην νύκτα. Ο ίδιος ο Κατακάζης ζει με τας ψευδαισθήσεις ότι έχει προσφέρη μεγίστας υπηρεσίας εις την χώραν που του έκαμνε την τιμήν να τον διορίση πρεσβευτή της εις το Ελληνικόν Βασίλειον. Με τας ιδίας ψευδαισθήσεις ζει και ο ελληνικός λαός που είδε την κατάρρευσιν της Απολυταρχίας ως την αφετηρίαν μιας νέας εποχής όπου οι πόθοι και αι επιθυμίαι του θα εύρισκον επί τέλους δικαίωσιν.
Ο Ελληνικός λαός έμπλεως χαράς ήκουσε την εν Αθήναις συνελθούσαν μεταβολήν της Γ' Σεπτεμβρίου. Οι πάντες ήλπισαν ότι τέλος δια της μεταρρυθμίσεως του πολιτεύματος και της μοναρχίας θα απηλάμβανε πλέον τελείας και πλήρους ευδαιμονίας' διότι τα δεινά ήθελον εκλείψει, η διοίκησις ήθελεν είσθαι αρίστη και το πανελλήνιον θα απελάμβανε πλέον τελείας και πλήρους ευδαιμονίας· διότι τα δώρα της ευτυχίας ήρξαντο διδόμενα δαψιλώς, τα σιδηρά και τα χαλκά αριστεία, καθ' εκατοντάδας, διενέμοντο τοις πεινώσιν αγωνισταίς! Αλλ' όμως πάντα ταύτα παρήλθον ταχέως και εναπέμεινεν η σκληρά πραγματικότης· τουτέστιν έπεσε μεν η μοναρχία, ην εθεώρουν ως αιτίαν πάντων των κακών εν Ελλάδι, αλλ' ήλθε και το Σύνταγμα όπερ ουδαμώς εφαίνετο κατάλληλον δια τους  έλληνας καίπερ φύσει φιλελευθέρους, ένεκεν της καταστάσεως εν η ευρίσκοντο μόλις προ πεντάδων τινών της δουλείας, εν η έμαθεν κακάς έξεις, εξελθόντες και ούτως εν τάχει, πάνθ' όσα εν μέθη και ενθουσιασμώ υπέρ του Συντάγματος διατελούντες οι στασιασταί της 3ης Σεπτεμβρίου απήτησαν κατά τας 3 π.μ., μετ' ολίγας ημέρας, περιήλθον εις αχρηστίαν, η δημιουργηθείσα εθνική εορτή απέμεινε νεκρά εν τω διατάγματι και αντιπαρήλθεν εν γενική αδιαφορία μόλις δε προ ολιγίστων ετών εκλήθη οδός τις εν Αθήναις, Οδός Γ' Σεπτεμβρίου.[ 58]
Εις τας 8 Νοεμβρίου 1843 πραγματοποιεί την πρώτην συνεδρίασίν της η Εθνική συνέλευσις με 243 αντιπροσώπους μεταξύ των οποίων οι Νικηταράς, Κίτσος, Γ. Κουντουριώτης, Θ. Γρίβας, Κ. Μπότσαρης, Περραιβός, Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, Δυοβουνιώτης, Μακρυγιάννης, Κριεζιώτης, Α. Ίσκος, Κανελ. Δελληγιάννης, Δ. Πλαπούτας, Γ. Νοταράς, Λυκούργος, Α. Λόντος, Κωλέττης,[59] Μαυροκορδάτος, Μεταξάς, Παπανικολής, Κανάρης. Εις τας 14-2-1844 και πριν περατωθούν αι εργασίαι της Εθνοσυνελεύσεως ,φανερά απογοητευμένος ο Μεταξάς υποβάλει την παραίτησίν του.
Τον διαδέχεται ο Κ. Κανάρης ο οποίος, την 4ην Μαρτίου του ιδίου έτους, παραδίδει εις τον Όθωνα το οριστικόν σχέδιον του συντάγματος[60]  δια υπογραφή.
Μετά την ψήφισιν του συντάγματος πίπτει και η κυβέρνησις Κανάρη και εις τας 30 Μαρτίου (11 Απριλίου) 1844 ο Μαυροκορδάτος σχηματίζει μία ακόμη αγγλόφιλη κυβέρνησιν.
Το νέο υπουργείο δεν έταξε στον εαυτό του σαν μέσον για την πολιτική ομαλότητα του τόπου, που θα' ρχόταν αυτό από την ελεύθερη και ανεμπόδιστη έκφρα­ση του φρονήματος του λαού.Όχι δεν ακολουθήθηκε ο δρόμος αυτός. Το νέο υπουργείο κάθισε στο τιμό­νι του έθνους και έβαλε σαν σκοπό να μην του φύγει η εξουσία από τα χέρια. Χρησιμοποίησε την εξου­σία, όχι σαν μέσον εξυπηρέτησης των κοινών, αλλά σαν μέσο εξυπη­ρέτησης των στενών κομματικών συμφερόντων. Και έτσι μετά το σύνταγμα που απόχτησαν οι Έλλη­νες, ύστερα από αιματηρούς αγώνες και σαν εκπλήρωση καθολικής επιθυμίας τους προσέφερε σαν «δώρο» τη φαυλότητα της συναλ­λαγής ή και τον βούρδουλα του Χωροφύλακα για να ψηφισθούν οι υποψήφιοι που άρεσαν στην κυ­βερνητική φατρία. Δυστυχώς αυτός ο δρόμος —πλην ελαχίστων εξαιρέσεων— θ' ακολουθούνταν από δω και πέρα ως τις μέρες μας. Ήταν ένα τραγικό γλίστρημα της Ελλάδας που θα το έσερνε σαν βαρύ μολύβι στα πόδια της από δω και ύστερα. Κι αυτά όλα έγιναν γιατί η πολιτι­κή στη χώρα μας έγινε σαν επάγ­γελμα, που από πατέρα σε παιδί, διαδέχονται το βουλευτηλίκι και το υπουργηλίκι. Σχηματίστηκε μία κάστα ανθρώπων που νέμονται το μέλι της εξουσίας, χωρίς ποτέ να ενδιαφέρονται στα σοβαρά για τα προβλήματα του τόπου. Αυτοί που πηδούσαν στην εξουσία αύξαιναν τα πλούτη τους, ενώ εκείνοι που τους ψήφιζαν μεγάλωναν τη φτώ­χεια τους και τα άλυτα προβλήματα τους πίεζαν ασφυκτικά[61].
 Η μεγάλη παρένθεσις που ήνοιξεν εις 8/20 Αυγούστου 1841 με την παραίτησιν της κυβερνήσεως Μαυροκορδάτου εφάνη να κλείνη με τον σχηματισμόν της καινούργιας κυβερνήσεως Μαυροκορδά­του 30 Μαρτίου (11 Απριλίου) 1844. Η πρώτη κυβέρνησις άντεξε κάτι περισσότερον από 6 εβδομάδας και έπεσεν με την θέλησιν του Βασιλέως. Η τελευταία αντεστάθη 5 μόλις μήνας και υπέκυψεν εις το εκλογικόν αποτέλεσμα.  

ΠΑΡΑΠΟΜΠΑΙ:

[55] Φωτιάδης Α. σελίς 319.
[56] Από την έκθεσιν του Piscatory προς τον Guizot. Φωτιάδης Δ. Προαναφερόμενον έρ­γον, σελίς 320.
[57] Ούτω δε πάντοτε συμβαίνει όταν επιτελώνται μεταβολαί προώρως, δι ας ούτε προπαρασκευασμένος είναι ο λαός, ούτε προ­έρχονται εκ της ενδομύχου αυτού πεποιθήσεως, αλλ' εξ ολίγων μόνον. Άκαιροι φιλοδοξίαι, απαιτήσεις μη ικανοποιούμεναι πολιτευόμενων και ανικανότητες Μοναρχίας άφρονος και παλιμβούλου εις βαθμόν μέγα φιλυπόπτου, δισταζούσης και αναβλητικής και επί τη διατηρήσει των ξένων εμμενούσης, εδημιούργησαν την 3η Σεπτεμβρίου οι νικηταί της ημέρας ταύτης ήσαν αντάξιοι των ηττημένων λέγει ό κ. Κυριακίδης άτομα κατέβαλαν άτομα έπεσε μία κυβέρνησις και διωρίσθη άλλη· ούτε η μία απέρρεεν από του λαού, ούτε η άλλη' η μία ήτο προϊόν βασιλέως άνευ θελήσεως, περικυκλουμένου υπό ξένων και Ελλήνων αυλοκολάκων η άλλη ήτο αποτέλεσμα της συνεργείας ολίγων ανδρών, ων οι μεν παρεπλανήθησαν υπό ξένων συμβούλων, οι δε επεδίω­ξαν την εγκατάστασιν αυτών εν τη αρχή. Δεν κατελύθη τυραννία τις' διότι ουδόλως τοιαύτη υφίστατο δεν ηνοίχθη μία Βαστίλλη ως ποτέ, τη 14 Ιουλίου επί της μεγάλης Γαλλικής επαναστάσεως, ίνα εξέλθωσιν οι αδίκως κρατούμενοι εργάται του πνεύματος" ηνοίχθησαν κοιναί φυλακαί, αι φυλακαί του Μεδρεσέ και εξήλθον περιτρίμματα της αγοράς.
[58] Ευαγγελίδης. Προαναφερόμενον έργον, σελίς 207-8.
[59] Ότε αφικόμην ενταύθα -γράφει ο Κωλέττης- η κυβέρνησις ευρίσκετο εν τοις χερσί των ανδρών της 3ης Σεπτεμβρίου. Υποχρέωσα εμαυτόν να εισέλθω εις το υπουργικόν συμβούλιον ίνα εξουδετερώσω την επίδρασιν του επαναστατικού στοιχείου. Επέτυχον δέ εις το έργον τούτον. Η Συνέλευσις εδείκνυε τάσεις κινδυνώδεις' έδει δε εξ ενός ν' αγωνισθώ εναντίον τού δημοκρατικού πνεύματος.
[60] Το σύνταγμα του  1844 είναι ένα συμπίλιμα από ξένες πηγές και όχι δημιούργημα του εθνικού πνεύματος.Η Ελλάδα δεν διέθετε ένα Λυκούργο για να νομοθετήσει φθάνοντας την θεωρητική τελειότητα, ούτε ένα Σόλωνα για να ανακαλύψει φάρμακα των υφισταμένων κοινωνικών κακών. Παραβλέφτηκαν οι εθνι­κές ελλείψεις και οι εθνικοί θεσμοί. Το κοινοτικό σύστημα που ο Καποδίστριας το είχε παραμορφώσει και που ο Μάουρερ το είχε μετατρέψει σε μηχανή για να φορέσει τις χειροπέδες του συγκεντρωτισμού στους τοπι­κούς άρχοντες, ούτε αναζωογονήθηκαν σαν άμυνα των δικαιωμάτων του λαού, ούτε προσαρμοσθήκανε για να βοηθήσουν την πρόοδο της Ελληνικής κοινωνίας.
Το κεφάλαιο του συντάγματος που καθορίζει τα δημόσια δικαιώματα του Έλληνα πολίτη παραλείπει κάθε αναφορά σ' εκείνα τα δικαιώ­ματα που σχετίζονται με τη θέση του σαν κατοίκου ενορίας και σαν μέλους ενός δήμου ή μιας επαρχίας. Πραγματικά παραμελήθηκαν τελείως τα συμφέροντα του πολίτη όσα είναι άμεσα συνδεδεμένα με την περιφέρεια του και την περιουσία του και καθορίστηκαν μόνο οι σχέσεις του με τη νομοθετική εξουσία και την κεντρική κυβέρνηση. Το πνεύμα της μιμήσεως εισήγαγε επίσης στο σύνταγμα της Ελλάδας μερικές αντιφάσεις άκρως βλαβερές για την υπόθεση της ελευθερίας... (Γ. Φίνλεϋ: Ιστορία της Ελληνικής Επα­ναστάσεως, τόμος Β\ σελ. 344-345.
[61]Νικολής. Η  επανάσταση του '21, σελ. 535.


.

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΗΣ 3ης ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1843 ΙΙ

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
Ο ηγέτης του κινήματος έχει όνομα και επώνυμον. Είνε ο Συνταγματάρχης Δημήτριος Καλλέργης [31].
Ο Συνταγματάρχης του ιππικού Δημήτριος Καλλέργης, ο οποίος εστάθη «όργανον της ανάγκης και η πράξις του οικονομία χρόνου»[32] υπηρετούσε εις το Άργος. Εμυήθη εις την συνωμοσίαν από τον ομόφρονα πολιτικώς Μεταξά και εδέχθη ά νευ επιφυλάξεως την αρχηγίαν. Επειδή όμως ήτο πρακτικώς αδύνατον να γίνη η κινητοποίησις του στρατού εις την πρωτεύουσαν με τον αρχηγόν του κινήματος εις το Άργος, εμεθοδεύθη η μετάθεσίς του εις τας Αθήνας. Αι συνθήκαι υπό τας οποίας επραγματοποιήθη η μετάθεσις αυτή είνε και ίσως θα παραμείνουν δια πάντα αδιευκρίνισται. Ένα είνε βέβαιον. Με την ανοχήν ή όχι του υπουργού των Στρατιωτικών Βλαχόπουλου (του ρωσικού κόμματος), ο Καλλέργης θα ευρεθή εις τας Αθήνας όπου «μία ημέρα του Αυγούστου» θα συναντήση τυχαία εις το παζάρι τον Μακρυγιάννη. Ο Μακρυγιάννης που γνωρίζει την επιρροήν του σαραντάχρονου Συνταγματάρχου εις το τακτικόν πεζικόν του προτείνει να «ανταμωθούμεν μίαν ημέραν» πρότασιν, που ο Καλλέργης αποδέχεται και μάλιστα το ίδιον βράδυ. Αν και μυημένος από τον Μεταξάν, ο Καλλέργης αφήνει και τον Μακρυγιάννη να του εκμυστηρευθή το μεγάλον γεγονός και υπόσχεται άνευ επιφυλάξεως την ενεργόν συμμετοχήν του.
Η παρουσία του Καλλέργη και το γενικότερον πολιτικόν κλίμα διαλύουν τας επιφυλάξεις πρώτον του Σπυρομήλιου και εν συνεχεία του «γενναίου καί αγαθού» Σκαρβέλη [33].
Μία πρώτη σκέψις να μυηθούν εις το κίνημα αξιωματικοί της χωροφυλακής απορρίπτεται πρίν ακόμη συζητηθεί [34].
Οι επαναστάται γνωρίζοντες την αφοσίωσιν των ανδρών της Χωροφυλακής εις το νόμιμον καθεστώς και ότι ήτο δύσκολον να ανεύρωσι μεταξύ αυτών επίορκους, δεν επιχείρησαν να τους προσεταιρισθούν και να τους μυήσουν εις τα συνωμοτικά των σχέδια. Αντιθέτως ελάμβανον μυρίας προφυλάξεις ίνα μη υποπέσουν αι μυστικαί των ένέργειαι εις την αντίληψιν των οργάνων της χωροφυλακής, οπότε δεν θα διέφευγον την σύλληψιν και ούτω θα διελύετο ασφαλώς η συνωμοσία. Παρά τας προφυλάξεις των όμως, οι στασιασταί εγένοντο εγκαίρως αντιληπτοί υπό ενός αξιωματικού της Χωροφυλακής [35], ο οποίος έσπευσε να ενημερώση την Κυβέρνησιν και την Αυλήν του Όθωνος περί του παρασκευαζομένου επαναστατικού κινήματος. Και ήτο τόσον λεπτομερής η ενημέρωσις ώστε εις το υποβληθέν αρμοδίως δελτίον πληροφοριών του μοιράρχου εκείνου ανεφέροντο τα περισσότερα ονόματα των στασιαστών, ως και η ημέρα, ή μάλλον η νυξ και η ώρα, καθ' ην επρόκειτο να εκραγή το κίνημα [36]. Η ημερομηνία καθωρίσθη δια την 1ην Σεπτεμβρίου. Το σχέδιον παραλόγως απλοϊκόν αν μείνωμεν εις όσα τουλάχιστον ισχυρίζεται ό Μακρυγιάννης.
Το σύνθημα της εξεγέρσεως θα εδίνετο από τον ίδιον. Εις την οικίαν του θά συνεκέντρωνε ανθρώπους ιδικούς του και απολύτως αποφασισμένους. Με τους πρώτους πυροβολισμούς οι μυημένοι επίτροποι των εκκλησιών θα έκρουον τας καμπάνας δια «να πάρουν χαμπέρι οι πολίτες να ξυπνήσουνε».
Ο στρατός που θα ήκουε την αναστάτωσιν θα εξορμούσε να αποκαταστήση δήθεν την τάξιν αλλά εις την πράξιν θα ενώνετο με τους εξεγειρομένους και όλοι μαζί θα εβάδιζον εις τα Ανάκτορα. Συμφώνως πάντα με τον Μακρυγιάννη:
Έγιναν όλα αυτά' τα έβαλα σε τάξη. Γιόμωσα το περιβόλι μ' ανθρώπους. Μετανογάει ο Καλέργης κι' όλο το ταχτικό, αξιωματικοί και δεν βαρούνε. Τότε προδοθήκαμεν, αλλά δεν ήξεραν ακόμα τι τρέχει η εξουσία. Τότε οι σύντροφοι μου όλοι αυτεινοί και οι πολιτικοί άλλος ή θα κρυφτή εις πρεσβεία κι' αλλος θα φύγη με καΐκι να γλυτώση και ο Μακρυγιάννης κι' όλη του η οικογένεια ήταν εις τόν χαμόν. [37]

 Η θεά τύχη, όμως, είνε με το μέρος των συνωμοτών οι επίτροποι των εκκλησιών φαίνεται ότι δεν έκρουσαν τας καμπάνας και ούτω η με τρόπον  άκαιρον και ασυντόνιστον εξέγερσις  δέν λαμβάνει διαστάσεις φιάσκου. Εν τούτοις τόσο ο Όθων όσο και η κυβέρνησις γνωρίζουν ότι κάτι συμβαίνει. Προληπτικώς δύναμις της χωροφυλακής λίαν πρωϊαν σπεύδει εις την οικίαν του Μακρυγιάννη με επικεφαλής τον Μιχαήλ Τζήνο, ο οποίος  βεβαίως δεν έχει διαταγάς δραστικής  παρεμβάσεως και η εμφάνισίς του αποσκοπεί μάλλον εις εκφοβισμόν. Άλλωστε  όλα εκεί δείχνουν ήσυχα, οι συνωμόται έχουν ήδη διαλυθή με την βοήθειαν της νυκτός, ο ίδιος ο Μακρυγιάννης παριστάνει τον άρρωστον και  ζητά τας καλάς υπηρεσίας των ιατρών  Ζυγομαλά καί Μέντζελου με σκοπό να τους χρησιμοποίηση ως αγγελιοφόρους δια τον Καλλέργην και τον  Μεταξάν. Η κυβέρνησις που μάλλον  πιστεύει (ή εξυπηρετείται να πιστεύεί ότι το χειρότερον έχει παρέλθη εφησυχάζει.Η ισχυρά δύναμις που στέλνει  εις την περιοχήν (η δύναμις της χωροφυλακής ενισχύεται και με δυνάμεις των Σπαρτιατικών ταγμάτων) μας  επιτρέπει εις την καλυτέραν των περιπτώσεων να υποθέσωμεν ότι η κυβέρνησις είχε βασίμους λόγους  να πιστεύη ότι εκεί εις την οικίαν του Μακρυγιάννη εκτύπα η καρδιά της ανταρσίας. Εκ του γεγονότος τούτου  πηγάζει και η αισιοδοξία του υπουργού των Στρατιωτικών Βλαχόπουλου ο οποίος διαβεβαίωνε τον Όθωνα ότι είχε τους κινηματίας εις την καπάντζα (φάκα), ο δε Χριστίδης αποκαλούσε όσα εσχεδίαζον οι συνωμόται «κούνημα» αντί δια κίνημα [40].
Εις τας 2 Σεπτεμβρίου η κυβέρνησις πιστεύει ότι αφ' ου ο κίνδυνος παρήλθεν είνε πλέον ώρα δια μίαν οριστικήν εκκαθάρισιν των λογαριασμών με όλους όσους επιβουλεύονται την ανατροπήν του καθεστώτος.
Συμπληρώνεται ένας κατάλογος συνωμοτών και υπογράφεται διάταγμα  δια σύστασιν στρατοδικείου το οποίον θα δικάση τους υπευθύνους.
Όλα αυτά γίνονται όμως υπό την σκιάν της υπογραφής με την οποίαν η Ελλάς είνε υποχρεωμένη να επικυρώση τας οικονομικάς αποφάσεις της Διασκέψεως του Λονδίνου.
Πληροφορίαι δια τον τρόπον με τον οποίον επέρασαν την ημέραν των οι πρωτεργάται του κινήματος δεν έχομεν. Με εξαίρεσιν τον ήδη υπό παρακολούθησιν Μακρυγιάννη αι ενέργειαι των υπολοίπων καλύπτονται από πυκνόν μυστήριον. Ο πρώτος που εμφανίζεται εις το προσκήνιον αργά το απόγευμα της 2ας Σεπτεμβρίου είνε ο Καλλέργης. Θέλοντας να διασκεδάση τας υποψίας σχετικώς με το σχεδιαζόμενον εγχείρημα κάμνει έφιππος την εμφάνισίν του εις το θέατρον του Μπούκουρα, όπου ένας ιταλικός θίασος είχε ανεβάση μία ιταλική όπερα. Μετά τό τέλος της παραστάσεως έφιππος πάντα έσπευσε να αναζητήση τους πολιτικούς αρχηγούς του κινήματος, τον Μεταξάν και τον Λόντον δια να λάβη τας τελευταίας οδηγίας. Και οι δύο ομοιάζουν εξηφανισμένοι.
Δίχως να χάση τας ελπίδας του (και με καθυστέρησιν μιας ημέρας) παίρνει τον δρόμον δια την οικίαν του Μακρυγιάννη, όπου έπρεπε να είχε ολοκληρωθή η συνάθροισις των πολιτών που θα εστήριζον το κίνημα.

Με είχον βεβαίωση (ο Μακρυγιάννης) ότι έμελλεν, άγων υπερηφάνως πυκνάς φάλαγγας πολιτών, να περικυκλώση εν θριάμβω το παλάτιον. Αλλά τι είδον; Είδον αυτόν μεν φορούντα αντί περικεφαλαίας νυκτερινήν σκούφιαν, τόπον δε πολιτών επέχοντα τα κούρβουλα της αμπέλου αυτού [41].
Ο Καλλέργης κατευθύνεται εις τον στρατώνα του ιππικού. Εις τας άδειας οδούς συναντά πυκνά περίπολα χωροφυλάκων. Διατάζει τους λογχοφόρους να τον ακολουθήσουν και όλοι μαζί κατευθύνονται εις το Μοναστηράκι όπου ευρίσκεται ο στρατών του πεζικού. Εκεί τον αναμένει ο διοικητής του 2ου τάγματος της γραμμής Σκαρβέλης και ο διευθυντής της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων συνταγματάρχης Σπύρο-Μήλιος με τους υπολοίπους συνωμότας. Δίχως να χαθή άλλος χρόνος ο Καλλέργης «αγορεύει προ της φρουράς εξορκίζων αυτήν να συνδράμη το ΄Εθνος, ίνα απαλλαγή της καταστάσεως εις ην έρριψεν αυτό η απολυτοφροσύνη του βασιλέως και η επικρατούσα ξενοκρατία, ανασπά το ξίφος και απειλήσας θάνατον προς πάντα εναντιοθησόμενον, κράζει αυτός πρώτος: ζήτω τό Σύνταγμα»[42].
Και εν μέσω ενθουσιασμού και πατριωτικής εξάρσεως εμφανίζεται εντός της νυκτός εις απρόσκλητος επισκέπτης. Είνε ο Φρούραρχος Πίσσας. Φοβούμενος ότι κάτι κακό συμβαίνει έχει στείλη προληπτικώς έναν λόχον ακροβολιστών να βοηθήση την Χωροφυλακήν και τους άνδρας των Σπαρτιατικών ταγμάτων (λες και δεν ήσαν αρκετοί) εις την πολιορκίαν του Μακρυγιάννη. Τώρα έρχεται να αναλάβη την διοίκησιν του τακτικού Στρατού κάτι που όπως είνε φυσικόν δεν ευρίσκει σύμφωνο τον Καλλέργην. Ο Φρούραρχος άνευ δευτερολογίας ενημερώνεται ότι προληπτικώς τίθεται υπό περιορισμόν.

Εις την οικίαν του Μακρυγιάννη επί τέλους παρουσιάζεται κινητικότης. Πολίται που έχουν υπακούση εις το κάλεσμα του καταφθάνουν εις μικράς ομάδας και τίθενται υπό τας διαταγάς του. Τούτο πυροδοτεί την επέμβασιν των «αναντίων».



Τότε άρχισε το ντουφέκι από τους αναντίους, κι' αυτείνοι οι γενναίοι κι' αγαθοί πατριώτες όλοι, οι εικοσιπέντε από μέσα άπ' ούλους τους αναντίους ρίχτηκαν ως λιοντάρια' τους ρίχτηκαν απάνου τους οι αναντίοι όλοι. Ρίξαν και σκότωσαν μόνον έναν νωματάρχη. Αυτός μόνον εσκοτώθη εις το Σύνταμα' ότι όσα νεργάγει η Θεία Πρόνοια έτζι γένονται. Τότε μπήκαν όλοι μέσα κι' ανάψαμεν το ντουφέκι καί οι μέσα και οι έξω [43].
Την 1ην μετά το μεσονύκτιον ακριβώς ο Καλλέργης δίδει εντολήν να ριχθούν δύο πυροβολισμοί. Είνε το σύνθημα να κινηθή ο Στρατός. Εμπρός έφιππος ο Καλλέργης. Ακολουθούν με τάξιν ο ουλαμός των επιλέκτων (Ιλάρχης Παπαδόπουλος) η μπάντα της φρουράς η οποία επαιάνιζε εμβατήρια και όπισθεν της το 2ο τάγμα της γραμμής (Σκαρβέλης και Ροδίτης). Ο 2ος λόχος ακροβολιστών (Σπηλιωτόπουλος) έχει ρόλο οπισθοφυλακής. Η πορεία προς τα ανάκτορα γίνεται δια των οδών Αιόλου και Ερμού. Παράλληλα εις λόχος ακροβολιστών κινείται προς την οικίαν του Μακρυγιάννη προκειμένου να διασπάση την πολιορκίαν της Χωροφυλακής, ενώ μικρά δύναμις κατευθύνεται προς το παλαιόν τουρκικόν ιεροδιδασκαλείον το οποίον έχει μετατραπή εις φυλακάς (Μεντρεσές) δια να απελευθερωση τούς κρατουμένους τούς οποίους εν συνεχεία θα οδηγούσε προς τα ανάκτορα. Η πρόθεσις είνε εμφανής [44].
Eκείνη την νύκτα αγρυπνά και ο Βασιλεύς. Γνωρίζει δια την προπαρασκευαζόμενη εξέγερσιν από την προηγουμένην νύκτα όταν συνέβησαν τα γνωστά γεγονότα εις την οικίαν του Μακρυγιάννη. Δεν φαίνεται να συμμερίζεται την αισιοδοξίαν ούτε του Χριστίδη, ούτε του Βλαχόπολου δια τούτο έχει ζήτηση από τον στρατόν να ευρίσκεται εις επιφυλακήν.
Τήν 11ην ή 12ην ώραν ήκουσα επαναλαμβανόμενους πυροβολισμούς εις το ύποδειχθέν μέρος και ο υπασπιστής ο οποίος ήτο μαζί μου, ύπέθεσεν ότι όλοι οι συνωμόται θα είχον συλληφθή. Αιφνιδίως ηκούσαμεν κραυγάς εξ άλλης κατευθύνσεως, από το κέντρον της πόλεως και δεν εβράδυνεν όλον το ιππικόν και το πεζικόν, αντί να παραταχθή προ των Ανακτόρων, με το άκουσμα του πρώτου πυροβολισμού, ως ειχε διαταχθή, νά βαδίση εναντίον αυτών μέ τήν κραυγήν «Ζήτω τό Σύνταγμα». Ευθύς αμέσως έφθασε καί τό πυροβολικόν. Εν πυροβόλον ετοποθετήθη προ της κυρίας πύλης και εγεμίσθη. Μόνον η ανακτορική φρουρά διπλασιασμένη κατά τας διαταγάς μου, μου παρεστάθη νομιμόφρων.Η πίστις της με συνεκίνησε μέχρι δακρύων. Απέστειλα τον Υπουργόν των Στρατιωτικών (Βλαχόπουλον) και τον γενναίον μου πρώτον υπασπιστήν Γαρδικιώτην Γρίβαν κάτω, δια να καλέσουν τον στρατόν να πειθαρχήση. Συνελήφθησαν αμφότεροι. Πιστεύω, πριν δυνηθούν να απευθυνθούν εις τό πεζικόν. Εν τω μεταξύ τα στρατεύματα είχον όλα συγκεντρωθή, αλλά αρκετά μετά ενεφανίσθη καί λαός. Οπωσδήποτε όχι πολυάριθμος. Από του έξώστου [45] εκάλεσα τον αρχηγόν των επαναστατών, τον Συνταγματάρχην των λογχοφόρων Καλλέργην, να αποσύρη τα στρατεύματα, λέγων ταυτοχρόνως ότι θα ικανοποίουν τας επιθυμίας των, άλλ' επεθύμουν να συνομιλήσω με τους αρμοδίους αξιωματούχους. Η αγάπη μου δια τον λαόν θα με υποστηρίξη εις τούτο. Τα στρατεύματα ήσαν αρκούντως μακράν δια να ακούσουν τους λόγους μου. Τότε εξέδωσα προκήρυξιν, εις την οποίαν έλεγον ότι θα ηρχόμην εις συμφωνίαν με τους πρεσβευτάς των τριών φιλικών Μεγάλων Δυνάμεων και, οπωσδήποτε, πολύ πρωί. Αλλ' όλα ματαίως. Η συνεχής κραυγή «ζήτω το Σύνταγμα», συχνά αναμιγνυομένη με το «ζήτω ο Βασιλεύς», δεν διεκόπτετο [46].

Ο Όθων δεν υποχωρεί. Απευθυνόμενος προς τον συγκεντρωμένον στρατόν δίδει προσωπικώς την εντολήν: «Απέλθετε εις τους σταθμούς υμών».



H στιγμή είνε κρίσιμη. Με ετοιμότητα ο Καλλέργης δίδει με βροντερή φωνή το πρόσταγ­μα:
«Προσοχή».
Ο ήχος των τύμπανων καταπνίγει την βασιλικήν εντολήν.
Τελευταία λύσις δια τον Όθωνα είνε το πυροβολικόν. Από την οπισθίαν θύραν των ανακτόρων ο διαγγελεύς Στάινδορφ επιχειρεί να διαβιβάση μήνυμα προς τον λοχαγόν του πυροβολικού Σχινά να  προσέλθη μετά των πυροβό­λων του. Η απόστασις δεν είνε μεγάλη μέχρι την οδόν Σταδίου, εις την  περιοχήν της πλατείας Όθωνος, όπου ευρίσκοντο οι στρατώνες του πυροβολικού. Συ­ναντά τον αναποφάσιστον Σχινά και του μεταφέρει την διαταγήν να διασπάση με τα πυροβόλα του την πολιορκίαν των ανακτόρων. Ο Σχινάς τον διαβεβαιώνει ότι θα πράξη το καθήκον του και δίδει εντολή  να ζεύξουν εις τους ίπ­πους τα τέσσερα πυροβόλα της φρουράς των Αθηνών.
Με τους υπουργούς εις κατ' οίκον περιορισμό και τον στρα­τόν να ελέγχη τα δημόσια κτίρια και  πρακτικώς ολόκληρη την πόλιν, το κίνημα φαίνεται να έχη επικρατήση. Η χωροφυλακή ακέ­φαλη δεν  έχει καμία δυνατότητα αποτελεσματικής δράσεως ως  οργανική μονάς. Εν τούτοις και δια αρκετή ώρα μεμονωμένα τμήματα της χωροφυλακής επιχειρούν να διατηρή­σουν την διασαλευθείσαν τάξιν. Μετα­ξύ αυτών ήσαν και οι έφιπποι χωροφύ­λακες του μοιράρχου Κουτσογιαννόπουλου, που κάπου υψηλά εις την οδόν Ερμού προσπαθούσαν να παρεμποδί­σουν την προώθησιν του αρχικώς ελαχίστου περιέργου πλήθους  προς την πλατείαν των Ανακτόρων.
Εν τω μεταξύ εις την οικίαν του Μακρυγιάννη η επέμβασις του στρα­τιωτικού σώματος έχει υποχρεώ­σει τους χωροφύλακας να απο­συρθούν. Οι πρώην πολιορκημέ­νοι με επί κεφαλής τον Μακρυ­γιάννη κινούνται και αυτοί βια­στικά προς τα ανάκτορα.
Την ίδια ώρα ο Καλλέργης που ήδη ευρίσκεται έμπροσθεν των ανακτόρων είνε ανήσυχος. Δεν βλέπει πέριξ του λαό, εις θέσιν να δώση εις το όλον εγχείρημα την εικόνα μιας λαοπροβλήτου επαναστάσεως.
Ακόμη και αυτοί οι ποινικοί κρατούμενοι που έπρεπε να είχον ήδη απελευθερωθή δεν ενδιαφέρονται να δώσουν το παρόν των αυτή την ιστορικήν ώρα. Φανερά εκνευρισμένος στρέφεται προς τον Δήμαρχον των Αθηνών Δ. Καλλιφρονά:
— Που είνε ο λαός σας κύριοι;
— Ο λαός δεν ήτο βέβαιος περί των διαθέσεων του στρατού, αλλά τώρα θα προσέλθη, είνε η απάντησις.
Δια μεγαλυτέραν σιγουριά εις λόχος λαμβάνει διαταγή να περιδιαβή με σάλπιγγας και μουσική μπάντα εις τας οδούς να αφυπνήση όσους εκοιμούντο εκείνη την ώραν της νυκτός.
Επί τέλους κάμνει και την εμφάνισίν του και ο Μακρυγιάννης με το λάβαρόν του. Τον ακολουθούν όχι περισσό­τεροι από σαράντα άνδρες. Ο ερχομός του γίνεται δεκτός με ζητωκραυγάς. Σιγά-σιγά καταφθάνουν καi οι πολίται. Αρκετοί εξ αυτών, κατά ομολογία του ιδίου του Μακρυγιάννη «Χάλευαν να μπούνε από τα παραθύρια εις το παλάτι».
Η κατάστασις είνε κρίσιμη. Ο κίνδυ­νος να χαθή ο έλεγχος επί των συγκε­ντρωμένων μεγάλος.
O Μακρυγιάννης προσπαθεί να παρέμβη «πυροσβεστικά» δίνοντας πα­ράλληλα το ιδικόν του στίγμα της εξεγέρσεως.

Εμείς θέλομεν να μας δώση ο Βασιλέας μας εκείνο οπού αποχτήσαμεν με το αίμα μας και θυσίες μας· οπού και υπεσκέθη· κι' ως σήμερον το καταπάτησε ο Καποδίστριας. Οι Δυνάμεις τον οδήγησαν να μας δώση σύνταμα, όταν τον αναγνώρισαν βασιλέα μας και ήρθε εδώ' και υπεσκέθη' κι' ως σήμερον δεν το 'βαλε σ' ενέργεια. Να το βάλη τώρα και είναι Βασιλέας μας. Καί να μας κυβερνάγη συνταγματικώς. Δι' αυτό, αδελφοί, σηκωθήκαμεν και κιντυνέψαμεν, κι' όχι να κάμωμεν αταξίες· ούτε εις το περιβόλι να μην πλησίαση κανένας και πει­ράξετε ούτ' ένα φύλλο».[47]

Από τα ανάκτορα και ύστερα από αυτό τον σύντομον αλλά θερμόν λόγον προς τους συγκεντρωμένους, ο  Μακρυγιάννης κατευθύνεται προς το Συμβούλιον της Επικρατείας εις τας αρχάς της οδού Ερμού, όπου και συναντά τους πολιτικούς αρχηγούς του κινήματος (των) Μεταξά, Λόντο και Ζωγράφου οι οποίοι επί τέλους κάμνουν την εμφά­νισίν των. Όλοι θεωρούν επιβεβλημέ­νη την έκτακτην σύγκλισιν του Συμβουλίου αλλά αι καλαί προθέσεις από μόνες των δεν αρκούν. Εντός της παραζάλης των στιγμών ουδείς έχει προνοήση να εξασφαλίση τον αναγκαίον φωτισμόν του κτιρίου. Καινούργιαι καθυστερή­σεις διά να ευρεθούν λυχνάρια και κεριά εκ των πέριξ οικιών. Εν τω μεταξύ ένας-ένας φθάνουν και οι κ.κ. σύμβουλοι που έχουν ειδοποιηθή να σπεύσουν κατεπειγόντως.
Την ιδίαν περίπου ώραν οι πρεσβευταί των Μεγάλων Δυνάμε­ων οι οποίοι και αυτοί αγρυπνούν ανταλάσσοντας σκέψεις και από­ψεις εις την ρωσικήν Πρεσβείαν, κρίνουν ότι έχει έλθη η κατάλλη­λη στιγμή να επισκευθούν την οικίαν του υπουργού των Εξωτε­ρικών Ρίζου Νερουλού. Πρόθεσίς των είνε να βολιδοσκοπίσουν τας διαθέσεις της Κυβερνήσεως ενώ­πιον όσων διαδραματίζονται εις την πρωτεύουσαν.
Εύρον δ' αυτόν μόνον καθ' εαυτόν και εντελώς καταλιπόντα εαυτόν εις το ειμαρμένον. Οι πρώτοι προς ημάς λόγοι αυτού ήσαν ότι του κινήματος όντος γενικού και αναπότρεπτου, ούτε αυτός ούτε οι άλλοι του Βασιλέως υπουργοί ηδύναντο ν' αντιτάξωσι ουδέν εις αυτό άλλως τε δεν είχεν ιδεί τους συναδέλφους αυτού και εθεώρει αυτούς αδυνατούντας να συνέλθωσι εις συμβούλιον.[48] Την 4ην πρωινήν όταν έχουν  συγκεντρωθή οι περισσότεροι σύμβουλοι της Επικρατείας, ο λοχαγός Τριαντάφυλλος Λαζαρέτος ως εκπρόσωπος του στρατού ενημερώνει τους συμβούλους από τους οποίους αρκετοί ήσαν μυ­ημένοι, δια τα τελευταία γεγονότα και εκφράζει την απαίτησιν του Έθνους δια την σύγκλισιν εθνικής συνελεύσε­ως.
Δυναμικός αντίλογος δεν υπάρχει ούτε δύναται να υπάρξη εις παρόμοιας στιγμάς που διακυβεύεται η επιτυχία ή μη μιας ενόπλου εξεγέρσεως.

Δυναμικός αντίλογος δεν υπάρχει ούτε δύναται να υπάρξη εις παρομοίας στιγμάς που διακυβεύεται η επιτυχία ή μη της ενόπλου εξεγέρσεως . «Η σκηνοθετημένη καλώς υπό του Μακρυγιάννη πίεσις του πλήθους το οποίον εκραύγαζε και εθορυβούσεν έξω»49 προ­σέφερε μία επί πλέον εγγύησιν ότι δεν θα υπήρχον εκπλήξεις.
Μία προκήρυξις συντάσσεται δια χειρός Ε. Σίμου, η οποία έχει απο­δέκτη τον συγκεντρωμένον έμπροσθεν των ανακτόρων στρατόν καί λαόν.



Τό Συμβούλιον της Επικρατείας συνελθόν εις έκτακτον συνεδρίασιν εν τω τακτικώ των συνεδριάσεων καταστήματι την 3 Σεπτεμβρίου περί την 4 π.μ. ώραν έκρινε ομοφώνως εύλογον πριν ή προβή εις άλλας κατά την έκτακτον ταύτην περίπτωσιν αναγκαιούσας εργασίας να εκφράση εν πρώτοις επ' ονόματι της Πατρίδος ευχαριστίας πλήρεις εις τον λα­όν της Πρωτευούσης και την εν τη Πρωτευούση φρουράν και λοι­πόν στρατόν, δια την αξιοθαύμαστον διαγωγήν, την οποίαν έδει­ξαν εις την περίστασιν ταύτην, ενεργήσαντες αφ' ενός με πατριωτισμόν κατά τα συμφέροντα του τόπου, και διατηρήσαντες αφ' ετέρου την μεγαλυτέραν ησυχίαν και τάξιν. Ιδίως καθ' όσον αφορα τον στρατόν το Συμβούλιον κη­ρύττει, ότι το μέρος το οποίον έλαβεν εις το εθνικόν τούτο κίνημα, υπηγορεύθη από την συναίσθησιν της ανάγκης και των συμφερόντων του έθνους και έπραξε σύμφωνα με την τιμήν και το καθήκον και με τα παρά των εθνικών συνελεύσεων προαποφασισθέντα, ενθυμηθείς, ότι ο στρα­τιώτης ελευθέρου έθνους είναι πολίτης πριν ή είναι στρατιώτης.
Το Συμβούλιον προσδοκά την αυτήν διαγωγήν και την αυτήν ευταξίαν και εις το μέλλον μέχρις ου παγιωθή η τύχη της πατρίδος, καθ' όσον αφορά την καθιέρωσιν των θεσμοθεσιών της· απ' αυτώ τούτω παραγγέλλει να προσφέρη ο στρατός όλος τον εξής όρκον:«Ορκίζομαι πίστιν εις την Πατρίδα και εις τον Συνταγματικόν Θρόνον και απαρασάλευτον αφοσίωσιν εις τους κατά τα σήμερον εγκριθησόμενα μέτρα δια της Εθνικής Συνελεύσεως καθιερωθησομένους Συνταγματικούς θεσμούς».
Επομένως το Συμβούλιον της Επι­κρατείας κηρύττει την 3 Σεπτεμβρίου ημέραν εορτάσιμον εις το Έθνος ως παραγωγόν λαμπρού μέλλοντος και κατατάττει αυτήν μετά των λοιπών εθνικών εορτών.
Εν Αθήναις, την 3 Σεπτεμβρίου 1843
Γ. Κουντουριώτης, Π. Μαυρομιχάλης, Π. Νοταράς, Ρ. Τζούρτζης, Α. Μεταξάς, Α. Μοναρχίδης, Λ. Αιδωρίκης, Τάτζης Μαγγίνας, Γ. Αινιάν, Ν. Ζαχαρίτζας, Μ. Ρενιέρης, Α. Μαυρο­μιχάλης, Κ. Καρατζάς, Β. Βουδούρης, Ανδρ. Λόντος, Π. Σούτζος, Α. Πάϊκος, Ν. Γ. Θεοχάρης, Γ. Πραΐδης, Δρ. Μανσόλας, Ρ. Παλαμίδης, Αναστ. Λόντος, Κ. Ζωγράφος, Σ. Θεοχαρόπουλος, Γ. Σπανιολάκης, Ν. Σιλήβεργος, Σ. Τρικούπης, Γ. Ψύλλας.

Ο Γεν. Γραμματεύς Κ. Προβελέγγιος.
Ο εισηγητής Ε. Α. Σίμος.

Αυτή την προκήρυξιν ο Σίμος, συ­νοδευόμενος από τον Ανδρέαν Λόντον, την διαβάζει εις το έμπροσθεν των ανακτόρων συγκεντρωμένον πλήθος.
Ο Καλλέργης εκμεταλλεύεται την ευκαιρίαν να δεσμεύση τον στρατόν με τον όρκον πίστεως «εις την Πατρίδα και τον Συνταγματικόν θρόνον».
Ο Λόντος με τον Σίμον επιστρέφουν εις το Συμβούλιον της Επικρατείας, όπου οι ρήτορες διαδέχονται εις το βήμα ο εις τον άλλον. Το κενόν της πολιτικής εξουσίας αποτελεί τον μεγαλύτερον κίνδυνον όσο περνά η ώρα. Και αι πρώται διαφωνίαι αρχίζουν να διαφαίνονται απειλητικαί. Χωρίς να γίνη λόγος δια αυτούς οι οποίοι έχουν μετανιώση ήδη διά τα όσα διαδραμα­τίζονται ούτε δια όσους ευρίσκουν ολίγον θάρρος να ψελλίσουν κάποιες ενστάσεις πριν σιωπήσουν με την σειράν των, διαφαίνονται ευκρινώς αι πραγματικαί διαθέσεις του ρωσοφίλου κόμματος.
Είνε αληθές ότι προσέχοντας την διατύπωσιν των νοημάτων του, ο Ζωγράφος προτείνει:
«Μη υπαρχούσης πλέον κυβερνή­σεως το καθήκον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι να εγκαταστήση μίαν άλλην, δηλαδή να προτείνη νέους υπουργούς εις τον βασιλέα και κατόπιν να του ζητήση την παραχώρησιν Συντάγ­ματος και την σύγκλησιν Εθνικής Συνελεύσεως. Αν ο Βασιλεύς αρνηθεί το καθή­κον του Συμβουλίου είναι να σκευθή επί της περαιτέρω διατηρήσεως του συνταγμα­τικού θρόνου.»

Η τελευταία θέσις του, ριζο­σπαστικά επαναστατική, όπως ήτο φυσικόν δημιουργεί μεγάλην αναστάτωσιν. Το μέχρι εκεί­νη την στιγμήν μέτωπον φαίνεται να διασπάται. Είνε φανερόν ότι ούτε ο Λάϊονς ούτε ο Πισκατόρι δέχονται να στηρίξουν τας α­κραίας θέσεις του Κατακάζι. Α­πομονωμένοι οι ρωσόφιλοι υπο­χρεώνονται προς στιγμήν να βά­λουν νερό εις το κρασί των. Η συζήτησις επιστρέφει και πάλι εις το θέμα που αφορά την συγκρότησιν νέας κυβερνήσεως.
Αυτή η άλλη κυβέρνησις συντάσσε­ται δια χειρός του εκπροσώπου του «επαναστατημένου λαού» Μακρυγιάν­νη, ο οποίος επιχειρεί φιλότιμα να κράτηση πολιτικάς ισορροπίας συμβι­βάζοντας τα ασυμβίβαστα.
Πρωθυπουργός &Υπ. των Εξωτερικών Α. Μεταξάς
Υπουργός των Στρατιωτικών Ανδρέας Λόντος
Υπουργός των Ναυτικών Κωνσταντίνος Κανάρης
Υπουργός της Δικαιοσύνης Λέοντας Μελάς
Υπουργός του Εκκλησιαστικού Μιχαήλ Σχινάς
Υπουργός των Οικονομικών Δρ. Μανσόλας
Υπουργός των Εσωτερικών Ρήγας Παλαμήδης
Το Συμβούλιον εδέχθη την σύνθεσιν άνευ αξιόλογων διαμαρτυριών.
Αφ' ου ολοκληρώθη η σύνθεσις της κυβερνήσεως έρχεται η σειρά των διαταγμάτων. Τρία διατάγματα συ­ντάσσονται: Το πρώτον αφορά τον όρκον τον οποίον προ ολίγου ο στρα­τός έδωσε εις το Σύνταγμα. Το δεύτε­ρον έχει να κάμνη με τον διορισμόν των υπουργών της καινούργιας κυβερ­νήσεως. Τθ τρίτον προβλέπει την σύγκλησιν εντός ενός μηνός εθνικής συνελεύσεως η οποία θα συντάξη το Σύνταγμα του κράτους.
Το δύσκολον δεν έχει γίνη ακόμη. Εν βασανιστικόν πρόβλημα γεννάται. Ποιοί θα πάνε εις τον Βασιλέα τα διατάγματα προς υπογραφήν; Εθελονταί δεν υπάρχουν και η ώρα περνά. Τα πρωτοπαλήκαρα του κινήματος συνειδητοποιούν ότι  πρέπει να διαθέτουν μεγάλα αποθεματα τόλμης και θάρρους για να αντικρύσουν, ύστερα από όλα αυτά, τον Ηγεμό­να εις τα μάτια.



 









ΠΑΡΑΠΟΜΠΑΙ:
[31] Συμφώνως με τον Κ. Παπαρρηγόπουλο: «Ο Καλλέργης ήτο γενναίος και τίμιος στρατιώτης και είχε προσφέρει πολλά κατά τον αγώνα της ελευθερίας. Ήτο όμως κενόδοξος, εγωπαθής, επιπόλαιος φιλέκδικος. Κατ' απαίτησιν των Γάλλων ανέλαβε το υπουργείον των Στρατιωτικών, αφού έθεσεν ως όρον και επέτυχε να απομακρυνθούν από την βασιλικήν αυλήν επιφανείς ήρωες ή υιοί ηρώων της Ανεξαρτησίας, τους οποίους εθεωρούσε προσωπικούς του εχθρούς. Κατόπιν ήρχισε να παύη και να καταδιώκη όλους τους επιφανείς ανωτάτους λειτουργούς, καθηγητάς του Πανεπιστημίου και δημοσιογράφους οι οποίοι κάποτε είχον θίξει την φιλαυτίαν του. Αλαλάζων, δια τας μετά του Ναπολέοντος Γ' προσωπικάς του σχέσεις και στηριζόμενος εις τήν θερμήν υποστήριξιν του Γάλλου πρεσβευτού και των γαλλικών στρατευμάτων, είχε καταντήσει αληθής τυραννικός δικτάτωρ. Η συμπεριφορά του προς τον βασιλέα και την βασίλισσαν ήτο βάναυσος και απρεπής». (Επίτομος Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, σελίς 814).
[32]Ζ.Παπαντωνίου Όθων ,σελ 55.
[33]Ίσως να είνε μία εκ των ιδιοτροπιών της ιστορίας το γεγο­νός ότι μία γαλλόφιλη κυβέρνησις έχει υπουργό των Στρατιωτικών που ανήκει εις το ρωσικόν κόμμα ο οποίος τουλάχιστον ανέχεται την μετάθεσιν του Καλλέργη (που ανή­κει εις το ρωσικόν κόμμα) εις τας Αθήνας ο οποίος με την σειράν του μυεί τους ανήκοντες εις το ρωσικόν κόμμα Σκαρβέλη και Σπυρομήλιο.
[34] Την εποχήν που περιγράφωμεν ήτο εξαιρετική τιμή και ιδιαιτέρα βασιλική εύνοια να γίνη κάποιος δεκτός εις την Χωροφυλακήν, η οποία ως γνωστόν ιδρύθη με το Βασιλικόν Διάταγμα της 20ης Μαΐου του 1833. Απόδειξις τούτου είνε ότι εδέχθησαν να το πλαισιώσουν με τον βαθμόν του μοιράρχου ή του υπομοιράρχου δαφνοστεφείς στρατη­γοί της Εθνεγερσίας και χιλίαρχοι του Στρατού επί Καποδιστρίου. Αξίζει τον κόπον ενδεικτικώς να μνημονεύσωμεν τους στρατηγούς Ν. Πετμεζά, Α. Μαυρομιχάλη, Κ. Βλαχόπουλο, Ηλ. Πανά, τον πρώην φρούραρχον Μεσολογγίου Δ. Δεληγιώργη, τον χιλίαρχον του άτακτου Στρατού Ι. Βελέντζα, τον λοχαγόν του ιππικού Μιχ. Σισίνη, τους λοχαγούς του πυροβολικού Γ. Κλεώπα και Δ. Κουτσογιαννόπουλο, τους αξιωματικούς του άτακτου Στρατού Μ. Γρίβα, Δ. Τζήνο, Γ. Μανιάτη, Γ. Παλάσκα και άλλους πολλούς. Αρχικώς η αρχηγία του Σώματος επροτάθη εις τον στρατηγόν Μακρυγιάννη, ο οποίος είχε ήδη επιτυχημένη θητεία ως αρχηγός της Πολιταρχίας επί κυβερνήσεως Καποδιστρίου, αλλά η άρνησις του τελευταίου (το αίτημα του ήτο να εισέλθουν εις το Σώμα όλοι οι αξιωματικοί του άτακτου Στρατού και να καθιερωθή ως στολή του σώματος η φουστανέλλα) οδήγησε εις την επιλογήν του Γάλλου συνταγματάρχου Φραγκίσκου Γκραγιάρ.
[35] Μοίραρχος Α. Καραγιαννύπουλος.
[36] Σκανδάμης: Προαναφερόμενον έργον, σελίς 562.
[37] Μακρυγιάννης: Προαναφερόμενον έργον, σελίς 299.
[38] Τις καμπάνες πήγε ο δήμαρχος προδότης Ανάργυρος Πετράκης κι' ο αστυνόμος Μιμίκος Μισαραλιώτης και οι οπαδοί τους και δεν άφησαν να βαρέσουν Μακρυγιάννης. Προαναφερόμενον έργον: σελίς 303.
[39]
[40]
[41]
[42]
[43]
[44]
[45] «Τότε φανείς ο Βασιλεύς μετά του συνταγματάρχου Χές, εις μίαν θυρίδα των κατωτέρων του παλατιού, των απέναντι της πλατείας, προσκαλεί τον Καλλέργην και τον ερωτά τι δηλοί το κίνημα τούτο των στρατιωτών. Ο Καλλέργης αποκρίνεται ότι λαός και στρατός ζητούν το Σύνταγμα. Ας διαλυθώσιν, είπεν ο Βασιλεύς και θέλω φροντίσει περί της αιτήσεως των. Μεγαλειότατε, απήντησεν ο Καλλέργης, δεν θέλουν διαλυθή, εως ου η Υ.Μ. δεν αποφασίση μετά του Συμβουλίου της Επικρατείας». Βλέπε καί περιγραφή Φωτιάδη. Προαναφερόμενον έργον, σελίς 308-310.
[46]Επιστολή τού 'Όθωνος πρός τόν πατέρα του μέ ημερομηνία 3/13 Σεπτεμβρίου 1843.
[47] Προαναφερόμενον έργον, σελίς 303.
[48] Κοινή έκθεσις τών Πρέσβεων τών Μεγάλων Δυνάμεων εις τόν Καρολίδην. (Προαναφερόμενον έργον, τόμος Β\ σελίς 445-9).
[49] Παπαρρηγόπουλος. Προαναφερόμενον έργον, σελίς 804.
[50] Ο Αναστάσιος Λόντος και ο Κ. Προβελέγγιος παρά την «επιστράτευσιν» ηρνήθησαν να σταθούν εις το ύψος των περιστάσεων. Ηναγκάσθησαν να υπακούσουν μόνο όταν ετέθη εις σοβαρόν κίνδυνο η σωματική των ακεραιότης. Εις τους μετανοιωμένους αυτούς ας προστεθεί καί ο Δημήτριος Καλλέργης, ο οποίος σύμφωνα με τον Μακρυγιάννη πριν περάσουν τρεις ημέραι από το κίνημα «γονάτισε εμπρός του καί του έλεγε να τον συχωρέση δι' αυτό οπού έκαμεν». (Προαναφερόμενον έργον, σελίς 304). Δια τον Ανδρέα Λόντο αι τύψεις θα έλθουν τρία έτη αργότερον βλέποντας τα πολιτικά παράγωγα και υποπαράγωγα της νυκτός εκείνης ηυτοκτόνησεν εις τας 27 Σεπτεμβρίου (9 Όκτωβρίου) με μία σφαίρα εις το στόμα.

 

 

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΗΣ 3ης ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1843[1]


 «..εις την κατάστασιν που ευρίσκεται  το Eλληνικόν Έθνος

η επιθυμία όλων  είνε να υπάρχη ισχυρά βασιλική κυβέρνησις'
ότι ο πριγκιψ επιφυλάσσει  εις τον εαυτόν του το δικαίωμα
να ικανοποιήση την εθνικήν αυτήν επιθυμίαν ευνοώντας 
πολιτικά σχήματα όσα η πείρα θα απεδείκνυε  συντελεστικά
εις την προκοπήν του έθνους.
26/4/32 Σέττο,
Βαυαρός απεσταλμένος  εις την διάσκεψιν του Λονδίνου.
 

ΜΕΡΟΣ Α'
 


 Με την παραίτησιν της κυβερνήσεως Μαυροκορδάτου[2] , εις τας 8/20 Αυγούστου 1841, η οποία έγινε αποδεκτή από τον Βασιλέα Όθωνα δύο ημέρας αργότερον, έλαβε άδοξον τέλοςτο βραχύβιον (κάτι περισσότερο από 6 εβδομάδας) μεταρρυθμιστικόν πείραμα της διακυβερνήσεως της Ελλάδος από Έλληνα πολιτικό με καθήκοντα προέδρου του Υπουργικού συμβουλίου. Ο Βασιλεύς Όθων ανέλαβε και πάλι την πρωθυπουργίαν της χώρας σχηματίζοντας νέαν κυβέρνησιν η οποία εκτός του Χριστίδη[3], ο οποίος εκράτησε δια τον εαυτόν του και το σημαντικότατο υπουργείον των Εσωτερικών, περιελάμβανε τον Ι. Ρίζο Νερουλό (Εξωτερικών, Εκκλησιαστικών και Παιδείας), τον Γ. Ράλλη (Δικαιοσύνης), τον Αλ. Βλαχόπουλο (Στρατιωτικών) [4], και τον Τισσαμενό (Οικονομικών) [5].
Η παραίτησις του αγγλοφίλου Μαυροκορδάτου, όπως ήτο φυσικό, επιδείνωσε τας σχέσεις της χώρας με την Αγγλίαν που όχι μόνο είδε τον προστατευόμενον της να απομακρύνεται από την εξουσίαν αλλά κυρίως επειδή διησθάνθη την μεταστροφήν των πολιτικών προσανατολισμών της νέας κυβερνήσεως προς την Γαλλίαν. Οι Γάλλοι δια ευνοήτους λόγους της εξωτερικής των πολιτικής, είχον ήδη από την εποχήν της Εθνεγερσίας, αγωνισθεί μη φειδόμενοι δαπανών, να περιορίσουν τόσο την ρωσικήν όσο και την αγγλικήν επιρροήν εις την Ελλάδα [6]. Ευστόχως είχον διαβλέψει ότι η αναγεννημένη Ελλάς απετέλει την αρχήν του διαμελισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τώρα με εκφραστή τον ίδιον τον Υπουργόν των Εξωτερικών Γκιζώ, ένθερμον φιλέλληνα και λαμπρόν πνεύμα κατά τα άλλα, δείχνουν σαφέστατα ότι η βασική των επιδίωξις εξακολουθεί να είνε η αποκατάστασις της γαλλικής ισχύος εις την Εγγύς Ανατολήν.

Η Γαλλία που απεκλείσθη από την συνθήκην του Λονδίνου (15 Ιουλίου 1840) όταν διεκανονίζετο η τουρκοαιγυπτιακή διαφορά εις βάρος του Μωχάμετ Άλυ εντός ενός έτους έχει καταφέρει να αναπτύξη προς όφελος της μία έντονη διπλωματική δραστηριότητα εις τας αυλάς της Ρωσίας, Αυστρίας καί Πρωσσίας, δημιουργώντας ενα ουσιαστικόν αντίβαρον εις την Αγγλικήν επικράτησιν. Με την συνθήκην των Στενών (13 Ιουλίου 1841) επέτυχε την ισότιμην ένταξίν της εις την ομάδα των Ευρωπαϊκών δυνάμεων και ασφαλώς δεν κρύβει τας προθέσεις της. Η Αγγλία δεν δύναται να το επιτρέψη. Περισσότερον ακόμη δεν δύναται να ανεχθή μία χώρα σαν την Ελλάδα να έχη τους ιδικούς της προσανατολισμούς, ιδιαιτέρως όταν οι προσανατολισμοί αυτοί με τας συμμαχίας που διαμορφώνουν έρχονται εις αντίθεσιν, ή θέτουν εις κίνδυνον τήν ιδικήν της έξωτερικήν πολιτικήν.
Δια την αγγλικήν εξωτερικήν πολιτικήν ο Βασιλεύς Όθων θεωρείται ανοικτά πλέον εις επικινδύνως απρόβλεπτος παράγων εις τον οποίον δεν δύναται να έχη πλέον εμπιστοσύνη. Οι παλαιοί ωραίοι καιροί, που η Αγγλία συνηργάζετο αρμονικώς με τον κόμητα Άρμανσμπεργκ έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Γεγονός πάντως είνε ότι από τα τέλη τουλάχιστον του 1840 η Αγγλία μετά τα γνωστά γεγονότα, κατηγορούσε ανοικτά πλέον τόν Βασιλέα Όθωνα όχι βεβαίως δια την ελέω Θεού απολυταρχίαν του, αλλά διότι ενδίδοντας εις τας ελληνικάς πατριωτικάς διαθέσεις είχε διαψεύσει τας ευρωπαϊκάς προσδοκίας πως θα συνιστούσε παράγοντα μετριοπάθειας εις τον ευαίσθητον χώρον της Εγγύς Ανατολής.
Ο Βασιλεύς του Ελληνικού Κράτους πιθανόν να μην διέθετε την οξύνοιαν των Γάλλων και Άγγλων πολιτικών του καιρού του, αντιλαμβάνετο όμως εξ ίσου καλώς ότι η ασθένεια της Τουρκίας είχε καταστεί ανίατος και συνεπώς το Ελληνικόν Βασίλειον έπρεπε να δώση το δυναμικόν παρόν του εκείνας τας ώρας που η Ιστορία επανεγράφετο. Ανευ συμμαχιών και οικονομικών μέσων, με μοναδικόν όπλον τον ενθουσιασμόν που εγεννούσε η ιδέα της Εθνικής ολοκληρώσεως, ο Βασιλεύς εσχεδίασε και επεχείρησε να εκβιάση στρατιωτικήν λύσιν τόσο προς την κατεύθυνσιν της Μακεδονίας όσο και της Κρήτης με εμφανή πρόθεσιν να κουρελιάση το δόγμα εκείνο που με νύχια και με δόντια ήθελε την ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας [7].
Η απάντησις είνε σχεδόν άμεση. Η αποδυνάμωσις των εξουσιών του Όθωνος μεθοδεύεται ύπουλα μέσω της ανάγκης προωθήσεως συνταγματικών ελευθεριών [8] ήτοι μέσω ενός πολιτικού συστήματος, όπου τα πολιτικά κόμματα και οι εκφρασταί των θα έχουν ουσιαστικώς τον πρώτον λόγον. Ο Άγγλος πρεσβευτής εις τας Αθήνας Λάϊονς και ο ομόλογος του Κατακάζης  ο οποίος αντιπροσωπεύει την Ρωσίαν, ηγούνται ανοικτά αυτής της εκστρατείας καθείς δια διαφορετικούς λόγους. Ούτω, λοιπόν, αρχίζει μία συντονισμένη αντεπίθεσις με πρόσχημα την ανάγκην παροχής Συντάγματος και την εγκαθίδρυσιν κοινοβουλευτικού συστήματος ως αντίδοτον εις την επερχομένην κρίσιν που αι ίδιαι όπως θα ίδωμεν μεθοδεύουν δια ιδικό των όφελος. Βεβαίως, η Αγγλία κράτα τας αποστάσεις από κάθε ιδέα εκθρονίσεως του Όθωνος όχι τόσο δια να διαφοροποιηθή από τας διαθέσεις της Ρωσίας σχετικώς με τα ελληνικά πράγματα αλλά επειδή δεν είνε έτοιμη να εξασφαλίση μίαν επιθυμητήν διάδοχην κατάστασιν. Η Ρωσία, κράτος ορθόδοξον αλλά βαθύτατα απολυταρχικόν ήδη από της εκλογής του Όθωνος είχε εκδηλώσει την αποστροφήν της δια το γεγονός ότι ο Βασιλεύς ανήκε εις άλλο θρησκευτικόν δόγμα. Δεν έκρυβε την επιθυμίαν της να αντικατασταθή το ταχύτερον από κάποιον άλλον Ορθόδοξον μέσω του οποίου θα ηδύνατο να φθείρη σταδιακώς ή ακόμη και να εξουδετερώση την Αγγλικήν επιρροήν επί της χώρας. Εις αυτό το διεθνές παίγνιον της αποκαταστάσεως των πολιτικών ισορροπιών δεν κρατά ουδέν πρόσχημα. Η επιδίωξις της πολιτικής της, που εκφράζεται από τον ελληνικής καταγωγής πρέσβυ της εις τας Αθήνας Κατακάζυ, είνε ιδιαιτέρως κατά  τα τελευταία έτη, αι συνεχείς παρασκηνιακαί παρεμβάσεις εις τα πολιτικά πράγματα της Ελλάδος με επιστέγασμα την λαϊκήν επανάστασιν που φαινομενικώς θα διεκδικούσε τας πολιτικάς ελευθερίας του ελληνικού λαού μέσω της θεσπίσεως ενός Συντάγματος,αλλά πρακτικώς θα οδηγούσε εις την εκθρόνισιν του μη Ορθοδόξου μονάρχου[9].
Ο Βασιλεύς Όθων έφιππος, ως
συνταγματάρχης του 10ου Συντάγματος
Πεζικού. Είνε έκδοσις Μονάχου του Herman.
(Εκ του Μουσείου Μπενάκη).
Μία πρώτη παρατήρησις που δυνάμεθα να κάμνωμεν είνε ότι δύο Μεγάλαι Δυνάμεις (έκ των τριών που κατά κακή τύχη ημών μας «επροστάτευον») με διαφορετικά πολιτικά συστήματα διοικήσεως και ανταγωνιστικάς επιδιώξεις εις την διεθνήν σκακιέρα συμφωνούν εις την ανάγκην αποδυναμώσεως (ή και εξώσεως) του έστω και ελέω Θεού Βασιλέως των Ελλήνων. Το μέσον είνε το Σύνταγμα που θεωρητικώς θα διασφαλίζει τας λαϊκάς ελευθερίας αλλά πρακτικώς θα αναβάθμιζε τα ελληνικά κόμματα και θα τα καθιστούσε συνδιαχειριστάς των κοινοβουλευτικού τύπου εξουσιών και επάνω απ' όλα τροχοπέδη των οιονδήποτε πρωτοβουλιών του Βασιλέως, ο οποίος θα τους διετάρασσε την ησυχίαν ή θα έθιγε τα «νόμιμα» κατ' αυτούς συμφέροντα των. Τα πολιτικά κόμματα είχον δημιουργηθεί εις τήν Ελλάδα ήδη από την εποχήν της Εθνεγερσίας.

Τα κόμματα αυτά που δεν είχον τον παραμικρόν ενδοιασμόν να αυτοχαρακτηρίζονται ως αγγλικόν, γαλλικόν και ως ρωσικόν, εις τους δυσκόλους χρόνους του Πρώτου απελευθερωτικού πολέμου. (Εθνεγερσία τού 1821) ελυμαίνοντο εκ περιτροπής και ενίοτε όλα μαζί την εξουσίαν και είχον ήδη εις το ενεργητικόν των την ευθύνην οδυνηρών εμφυλίων πολέμων. Τα κόμματα αυτά με απόλυτη εξάρτησιν του ηγετικού πυρήνος των από τας Μεγάλας Δυνάμεις που αντιπροσώπευαν, έπαιξαν επίσης ολέθριο ρόλο και επί διακυβερνήσεως της χώρας από τον Ιωάννην Καποδίστρια και εστοίχισαν εις την χώραν αίμα και δάκρυα. Προνοητικώς απεδυναμώθησαν εις κάποιο βαθμό επί αντιβασιλείας και της ελέω Θεού Βασιλείας του Όθωνος με την αποστολήν των σημαντικοτέρων ηγετών των εις πρεσβείας του εξωτερικού (Κωνσταντίνου Πόλις, Παρίσι, Μασσαλία, Πετρούπολις, κλπ.) αλλά δεν έπαυσαν να υπάρχουν ποτέ, όπως άλλωστε δεν έπαυσαν να μηχανογραφούν και οι ηγέτες των από τας χρυσάς εξορίας των. Τα κόμματα αυτά που ο λαός με το αλάνθαστο κριτήριον του είχε ονομάσει περιπαικτικά το κόμμα των Μπαρλαίων (ή της ρεντιγκότας), το κόμμα της Μοσχομάγκας και το κόμμα των Ναπαίων και τα οποία συσπειρώνουν το σύνολον σχεδόν των αγωνιστών της Εθνεγερσίας και του πολιτικού ή πνευματικού κόσμου, καλούνται τώρα να διαδραματίσουν πρωταγωνιστικό ρόλο σύμφωνα πάντα με τας απαιτήσεις και τας ανάγκας των Μεγάλων Δυνάμεων.
Ενάντια εις την σχεδιαζομένην συντονισμένην αντεπίθεσιν των πολιτικών κομμάτων. κάτω από την σημαίαν του Συντάγματος καί των λαϊκών ελευθεριών, συνταγή δοκιμασμένη από την εποχήν που την ιδίαν σημαίαν ανέμιζε και ο Κωλέττης εναντίον του «σφετεριστού» Αυγουστίνου Καποδίστρια[10] υπάρχει ο 'Οθων , η απολυταρχία του και όλα όσα συνεπάγονται με αυτή.
Διερευνώντας το πρόβλημα αυτής της αντιπαραθέσεως με όρους πολιτικούς, διαπιστώνωμεν ότι ο Όθων ευρίσκετο ενώπιον του ιδίου διλήμματος που ειχε να αντιμετώπιση πριν από αυτόν και ο Κυβερνήτης Καποδίστριας, ένα δίλημμα δια το οποίον του ήτο αδύνατον ή δεν εύρισκε το θάρρος να υπερβή, κάμνοντας επιτέλους μία οριστική επιλογή δια τον τρόπον που οι καιροί και αι διεθνείς δεσμεύσεις έπέβαλλον νά συμπεριφερθή.
Εν συντομία ο βασιλεύς Όθων εδίσταζε να αποφασίση εάν το συμφέρον της χώρας απαιτούσε την εγκατάλειψιν της αψόγου ουδετερότητος, που επέβαλλε ο βασιλικός του τίτλος, προς απόκτησιν ισχυράς κομματικής υποστηρίξεως και να γίνη κομματάρχης, έστω και ενός εθνικού κόμματος ή να προσχωρήση προς την λεγομένην βασιλικήν λύσιν η οποία μοιραίως προϋπέθετε την συνύπαρξίν του με τα πολιτικά κόμματα ασφαλώς κάτω από προϋποθέσεις.
Όταν υπερβολικά αργά τάσσεται υπέρ της δευτέρας λύσεως οδηγείται μοιραίως εις αδιέξοδον επειδή επιτέλους αντιλαμβάνεται ότι απουσιάζουν εντελώς και αι πλέον απαραίτηται προϋποθέσεις υλοποιήσεως της.
Είνε αληθές ότι ο Όθων έχοντας λάβει σοβαρά την πορείαν των πολιτικών πραγμάτων κατά τα προηγούμενα έτη επίστευε ότι δημιουργία σταθεράς και αμερολήπτου διοικήσεως —από την έλλειψιν της οποίας ασφαλώς έπασχε χρονίως το Κράτος, (και αι ευθύναι της λεγομένης Βαυαροκρατίας είνε δεδομέναι)— θα έθετε τας βάσεις μιας ευνομουμένης πολιτείας με αναπόφευκτο περιορισμό της διαβρωτικής όπως επίστευε, δυνάμεως των κομμάτων της εποχής εκείνης. Δια να το επιτύχη έπραττε ότι ακριβώς εχρειάζετο δια να οδηγηθή εις την αποτυχίαν. Δια να μην αφήση τον κρατικόν μηχανισμόν εις το έλεος μιας πολιτικής μερίδος τον εστελέχωσε με εκπροσώπους όλων των κομμάτων ως και ήτο δυνατόν άτομα διαφορετικών παρατάξεων να δύνανται να συνεργασθούν αρμονικώς εις μίαν εποχήν που τα κόμματα ήσαν ενεργούμενα ξένων κυβερνήσεων. Αλλά και όταν δεν συνέβαινε τούτο, αι συχναί μεταθέσεις των υπαλλήλων δια να μην παγιώνονται θεωρητικώς αι επιρροαί, μάλλον δυσαρέσκεια και αποσυντονισμό εδημιούργησαν παρά τα αναμενόμενα αποτελέσματα ευταξίας.
Επί πλέον ό εκφυλισμός του ρόλου του στέμματος εις διαιτητήν συμφερόντων διοικήσεως καί κυβερνήσεως καθώς και ο δεδομένος συγκεντρωτισμός εις συνδυασμό με ένα αν όχι ανικάνου αλλά σίγουρα εκτός τόπου καί χρόνου αυλικού περιβάλλοντος τον υποχρέωναν να ασχολείται με ήσσονος σημασίας θέματα. Το ανακτοβούλιον από την μία, και αι τρεις διπλωματικαί αποστολαί με τους εγχωρίους εκπροσώπους των από την άλλη, συνθέτουν την εικόνα της αναποφεύκτου κρίσεως[11].
Βεβαίως όλα αυτά είνε υψηλή πολιτική που ο απόηχος της δεν έφθανε εις τον απλόν λαόν, ο οποίος προσπαθούσε να επιβιώση εντός μιας σκληρής πραγματικότητος. Τα επιτεύγματα σαφώς υπάρχουν. Τα προβλήματα όμως υπήρχον περισσότερα. Λάθη, παραλείψεις και κακοδιοίκησις εις συνδυασμό με τα πτωχά οικονομικά ενός κράτους καταδικασμένου να επιβιώνη απλώς, εντός των ασφυκτικώς περιορισμένων συνόρων του, απαιτούσαν μία άμεση συνταγή εξυγιάνσεως και επάνω απ' όλα ένα όραμα εσωτερικής ευημερίας που θα συμπλήρωνε εκείνο της Εθνικής ολοκληρώσεως.
Ο λαός έμεινε απαθής διότι εν μόνον εζήτει: καλήν διοίκησιν, δικαιοσύνην και ησυχίαν, ίνα δυνηθή απροσκόπτως να επιτελέση το αναμορφωτικόν αυτού έργον, ίνα επουλώση τας πληγάς του παρελθόντος, ίνα καλλιεργήση την χέρσον γην και μεταβάλλη εις πόλεις τα ερείπια, ίνα πρώτον διαπαιδαγωγηθή, ίν' αναπτυχθή πνευματικώς και είτα σκεφθή περί του καταλλήλου αύτώ πολιτεύματος[12]. 
Αι διαθέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων να χρησιμοποιήσουν τα αντίστοιχα πολιτικά των κόμματα εις την Ελλάδα δια να εξουδετερώσουν την απειλήν που αντιπροσωπεύει δι' αυτάς ο Βασιλεύς Όθων σηματοδοτεί μία καινούργια εποχή αναβρασμού, δολοπλοκιών καί εντάσεως. Δια τους πολιτικούς η ανάδειξίς των εις ρυθμιστάς των πολιτικών πραγμάτων δηλαδή αιχμή του δόρατος εναντίον ενός μή αρεστού πλέον εις τας Μεγάλας Δυνάμεις Βασιλέως, είνε μοναδική ευκαιρία. Ο στόχος των δεν είνε άλλος από το να επανακερδίσουν τα απωλεσθέντα μέσω της ...κατακτήσεως των λαϊκών ελευθεριών.
Το Σύνταγμα είνε δι αυτούς το μαγικόν κλειδί δια την απόλυτον επικράτησιν. Και ενώ οι πολιτικοί γνωρίζουν πολύ καλώς αυτό που αναζητούν μέσω της πολιτειακής μεταβολής, ο απλός λαός εισπράττει εις την καλυτέραν των περιπτώσεων το όλον εγχείρημα ως το μέσον που θα τον απαλλάξη ως δια μαγείας εξ όλων των προβλημάτων του. Η νοοτροπία αυτή ήτο αρκετά διαδεδομένη ώστε να την ενστερνίζονται και άνθρωποι που είχον μίαν αρκετά ευρείαν αντίληψιν των κοινωνικών και πολιτικών πραγμάτων.
Εις εκ των πρωταγωνιστών της περιόδου εκείνης, ο Μακρυγιάννης [13], γράφει χαρακτηριστικώς:
Είδα ότι ή Κυβέρνηση μας έφυγε όλως διόλου από την δικαιοσύνη. Τότε έπρεπε ο κάθε αγωνιστής να προσέχη δια την πατρίδα του και του λόγου του, να μην κυβερνιέται με το «έτζι θέλω»[14].
Η συνωμοσία δια την πολιτειακήν μεταβολήν ήρχισεν να οργανώνεται το Φθινόπωρον του 1842 με την συμμετοχήν των εκφραστών του ρωσικού κόμματος (Α. Μεταξάς, Κ. Ζωγράφος και Μ. Σούτσος) του αγγλικού κόμματος (Ανδρ. Λόντος) και ένα μέρος του γαλλικού κόμματος (Ρ. Παλαμήδης και Μακρυγιάννης). Αρχικώς εγένετο λόγος δια την μεθόδευσιν μιας παλλαϊκής εξεγέρσεως εις τα πρότυπα της γαλλικής επαναστάσεως εντός και εκτός τής πρωτευούσης. Ο φόβος όμως μήπως εντός του χάους επικρατήσουν φανατικά εξτρεμιστικά στοιχεία δύσκολο να ελεγχθούν, εν συνδυασμώ με την απροθυμίαν των επαρχιών να λάβουν ενεργόν μέρος εις όσα σχεδιάζονται, κατεβάζει τον πήχη των φιλοδοξιών και κάμνει να επικράτηση η γνώμη των περισσότερο λογικών.
Άλλος ήθελε να διώξωμεν τον Βασιλέα, άλλος να τον σκοτώσωμεν εγώ και όσοι ήταν τίμιοι και αγαθοί πατριώτες ορκισμένοι μιλούσαμεν με φρονιμάδα και θέλομεν με γνώση κι ένωση να κάμωμεν Εθνική Συνέλεψη και να γένουν νόμοι εθνικοί κι ο Όθωνας βασιλέας να είναι, αν τους υπογράψη [15].
Δια τον Μακρυγιάννην, πού εκφράζει τας απόψεις της μετριοπαθούς γαλλικής πολιτικής (ας μην λησμονούμε ότι εις την εξουσίαν υπάρχει γαλλόφιλη Κυβέρνησις) εκείνο που προέχει είνε η προετοιμασία του λαού δια το σχεδιαζόμενον εγχείρημα, το οποίον το βλέπει ως μέσον πιέσεως παρά ως αυτή καθ' εαυτή επανάστασι με ότι και αν συνεπάγεται αυτή.
Βεβαίως δεν παραγνωρίζει τo γεγονός ότι τoν τελευταiον λόγον τoν έχουν άλλοι.
Αυτό τo κίνημα τo ήξεραν και οι πρέσβεις τηςΑγγλίας και Γαλλίας και Ρουσσίας· όμως τους έλεγα αυτεινών και τις μερίδες των δικώνε μας, όπου ήταν μ' αυτούς, ότι δι' αυτούς δουλεύομεν[16].
Ο Μακρυγιάννης αφ' ου κατά τα λεγόμενα του (τα οποία ειδικώς δια τα γεγονότα που εξιστορούμε διακατέχονται από παραδόξους ύπερβολάς) υιοθετεί αρχικώς ένα είδος ιδεολογικής καί πολιτικής προπαρασκευής του λαού, και εις την συνέχειαν απευθύνεται εις τους πολιτικούς προς αναζήτησιν συμμαχιών.
Αφού κατήχησα όλο το κράτος με της υπογραφές, έκρινα εύλογον να βάλω και πολιτικούς εις την πρωτεύουσα. Κανένας άλλος δεν ήταν να είχα εμπιστοσύνη- ο Μεταξάς, ότι έδειξε και χαρακτήρα εις την προεδρία Μαυροκορδάτου. Τότε ορκιζόμαστε ότι να κάμωμεν Εθνική Συνέλεψη και Σύνταμα, να διοικιόμαστε τοιούτως. Κι αν ο Βασιλέας υπογράψη, να ήμαστε υπέρ του, αν δεν υπογράψη, να του είμαστε αναντίοι, ότι τότε θα μας σκοτώση. Σε αυτά όλα μείναμε σύμφωνοι με τον Μεταξά κ' έδειξε μεγάλον πατριωτισμόν και πολλή εμπιστοσύνη σ' εμένα...[17]
Οι πολιτικοί που είχον άμεσο δίαυλο επικοινωνίας με τους Πρέσβεις των Μεγάλων Δυνάμεων δεν είχον ασφαλώς ανάγκη από τας πραγματικά αγαθάς διαθέσεις του Μακρυγιάννη. Συμφώνως με τον Γεωργαντά ο μέχρι τον λαιμόν χωμένος εις την συνωμοσίαν Μεταξάς όχι μόνο προσποιείται πως έχει άγνοια αλλά εκφράζει φόβους δια το επικίνδυνον του ζητήματος[18].
Καθείς παίζει το παιχνίδι του. Ο Μακρυγιάννης αποκρύπτει από τον Μεταξάν ότι συγκεντρώνει υπογραφάς στρατιωτικών και πολιτικών, απ' όλη την επικράτειαν, ο Μεταξάς αποκρύπτει από τον Μακρυγιάννην ότι έχει ανοικτή γραμμή επικοινωνίας με τον Κατακάζη και ότι έχει επιχειρήσει την προσέγγισιν ωρισμένων στρατιωτικών μεταξύ των οποίων ο Κανάρης, ο Σκαρβέλης, ο Σπυρομήλιος, ο Σχινάς, κ.α., οι οποίοι φρονίμως ποιούντες κρατούν τας αποστάσεις. Ο πρέσβυς Κατακάζης αποσιωπά από τον Μεταξάν τας βαθυτέρας προθέσεις του που δεν περιορίζονται εις την παροχήν Συντάγματος και λαϊκών ελευθεριών αλλά αποβλέπουν εις την έξωσιν του Βασιλέως, ο δε Άγγλος πρέσβυς Λάϊονς αποκρύπτει από τον Ρώσον ομόλογόν του την πρόθεσίν του να τον χρησιμοποιήση χρεώνοντας του την πολιτειακήν μεταβολήν δια να δύναται ο ίδιος εις την συνέχειαν να παίξη τον ρόλον του «καλού» στηρίζοντας τον κλονισμένον θρόνον.
Με την αποδοχήν του Μεταξά, υπαρχηγού του ρωσικού κόμματος, να συμμετάσχη εις το κίνημα που συμφώνως πάντα με τον Γεωργαντά επραγματοποιήθη εις την οικίαν του Μακρυγιάννη,τον Σεπτέμβριον του 1842, η αρχική γραμμή πλεύσεως όσον αφορά τον σκοπόν φαίνεται να παραμένη αμετάβλητος. Όλα πρέπει να συγκλίνουν άνευ ακροτητών εις το σκεπτικόν μιας αυστηρής προειδοποιήσεως: «ει μεν ο Βασιλεύς Όθων δεχθή την μεταβολήν, να κατορθώσωμεν να διατηρηθή αυτός εις τον θρόνον, εάν όμως και αντισταθή, τότε να επέλθη η δέουσα ένοπλος δύναμις και να φέρει το αποτέλεσμα»[19].
Δια να υπάρξη όμως «η δέουσα ένοπλος δύναμις» είνε ανάγκη να εξευρεθούν συνωμόται εντός του Στρατού. Ο Σκαρβέλης, διοικητής του 2ου τάγματος της γραμμής, ο Σπυρομήλιος που τότε διοικούσε την Στρατιωτικήν Σχολήν των Ευελπίδων με έδρα τον Πειραιάν, καθώς και ο λοχαγός του πυροβολικού Σχινάς εξακολουθούν να διατηρούν επιφυλάξεις αν και συμφωνούν εις την αναγκαιότητα του εγχειρήματος. Απαιτείται ένας αξιωματικός με περισσότερο θάρρος καί ολιγοτέρους ηθικούς ενδοιασμούς. Και επάνω απ' όλα πρόθυμο ν' ανάψη το «πράσινον φως».
Η προκαθορισμένη ημερομηνία του κινήματος, 25η Μαρτίου 1844 είνε τόσο μακρυνή και φαντάζει απραγματοποίητη.
Εν τούτοις ο κοινός τόπος των επιδιώξεων των συνωμοτών φαίνεται να έχη παγιωθή εις δύο βασικά σημεία: εις την αποχώρησιν των Βαυαρών και εις την παραχώρησιν Συντάγματος. Εν συνεχεία και δευτερεύοντος το μεν ρωσικόν κόμμα ήθελε ορθόδοξη μοναρχία τα δε δύο άλλα συνταγματική μοναρχία.
Θεωρητικώς εις τήν γαλλόφιλην κυβέρνησιν τού Όθωνος συμμετέχουν τόσον οι γαλλόφιλοι όσο καί οι ρωσόφιλοι. Όμως ή γαλλική μερίς δίχως τόν φυσικόν της ηγέτη τόν Κωλέττη, εινε πολυδιασπασμένη. Ολιγότερον μονολιθικόν το κόμμα τούτο εκ των άλλων δύο, συγκροτείται από πέντε τουλάχιστον ομάδας αι οποίαι αλληλοϋποβλέπονται και όπου εινε δυνατόν σχηματίζουν συμμαχίας με εκτός του χώρου των δυνάμεις, γεγονός το οποίον εξηγεί εις κάποιον βαθμόν την στροφήν ενός τμήματος του, προς την αντιπολίτευσιν [20]. 
Από την άλλην πλευράν οι οπαδοί του ρωσικού κόμματος που συμμετέχουν εις το κυβερνητικόν σχήμα αλληθωρίζουν μεταξύ του καθήκοντος προς την κυβέρνησιν την οποίαν υπηρετούν και την υποχρέωσιν έναντι της κομματικής πειθαρχίας που επιβάλλει να ανατρέψουν αυτό που υπερασπίζονται.
Τον Ιανουάριον του 1843, ο Έλλην υπουργός των Εξωτερικών Ι. Ρίζος Νερουλός ανακοινώνει προς τας προστάτιδας δυνάμεις ότι η χώρα δεν ήτο εις θέσιν να αντιμετωπίση την καταβολήν των τοκοχρεωλυσίων του δανείου [21] δια το τρέχων εξάμηνον. Με αρκετή δόσιν αξιοπρεπείας η Κυβέρνησις προτείνει την λύσιν της συνάψεως ενός νέου δανείου προκειμένου να εξασφαλίση την πληρωμήν των προηγουμένων υποχρεώσεων.
Οι πρέσβεις των Μεγάλων Δυνάμεων δια πρώτην φοράν αρνούνται κατηγορηματικώς. Οι υποχρεώσεις του δανείου αποτελούν δια τας κυβερνήσεις των μοχλό πιέσεως δια να κάμψουν και τας τελευταίας αντιστάσεις του Όθωνος και να δεχθή αδιαμαρτύρητα τα όσα έχουν αποφασίση.
Ενώπιον του αδιεξόδου και υπό την απειλήν ξένης επεμβάσεως η κυβέρνησις εις την προσπάθειάν της να εξεύρη χρήματα προβαίνει εις δραματικάς περικοπάς μισθών, θέσεων (ο ελληνικός στρατός θα περιορισθή εις τους 4.898 άνδρας) διακόπτονται έργα, κλείνουν αι ελληνικαί διπλωματικαί αποστολαί ακόμη και εις το Παρίσι και εις το Λονδίνον.

Εν πάσι τοις κλάδοις της διοικήσεως του Κράτους εγένοντο μεγάλαι οικονομίαι, και εν αυτώ τω μόλις ανεγερθέντι και ατελέστατο εισέτι Πανεπιστημίω, του οποίου άλλοι μεν των καθηγητών, ολίγων όντων, [26]  επαύθησαν, πάντων δ' ηλαττώθησαν οι μισθοί, κατά το «περί κρατήσεως εκ μισθών τών υπαλλήλων» διάταγμα, καθ' ο οι λαμβάνοντες μισθόν 150-199 δραχμάς κατ' έλειπον δραχμάς 5, οι δε 200-249, 6 καί ούτω καθ' εξής μέχρι των λαμβανόντων 600 και επέκεινα, οίτινες κατέλειπον 15%. Δια των κρατήσεων τούτων ένθεν μεν εσκοπείτο οικονομία αλλά και πρόνοια «περί του μέλλοντος των δημοσίων υπαλλήλων τούτων και των οικογενειών αυτών ένθεν δ' εκ των κατ' έτος κρατουμένων 850.000 δραχμών, εις ας ο φιλόπατρις Όθων, εκ του ιδίου μισθού, προσέθηκε 200.000 δραχμών, κατεβάλλοντο οι τόκοι των δανείων»[22].
 Και ενώ η κυβέρνησις με όλα τα συσσωρευμένα προβλήματα και τα μειωμένα αντανακλαστικά αγωνίζεται να επιβίωση με έναν Χριστίδη που αμφισβητείται απροκάλυπτα από τον ίδιον τον αρχηγόν της παρατάξεως Κωλέττη, είνε αληθές ότι ταυτοχρόνως επιχειρεί με τρόπον έντεχνον να παρασκευάση το έδαφος δια την ήσυχον σταδιακήν μετάβασιν από την ελέω θεού Βασιλεία αν όχι προς τον κοινοβουλευτισμόν σημερινού τύπου τουλάχιστον εις εν σύστημα μεταβατικόν με παράλληλη διεύρυνσιν της πηγής των εξουσιών.
Ο Χριστίδης με τέχνην παρεσκεύαζε το έδαφος δια μίαν ήσυχον τροπήν προς τον κοινοβουλευτισμόν. Μετέφερεν εις το Συμβούλιον Επικρατείας πραγματικάς εξουσίας Βουλής, διότι το άφησε σιωπηρώς να συζητή και να προτείνη νόμους, τους οποίους εκύρωνεν απλώς ο Βασιλεύς. Αλλ' αυτό μάλλον εχειροτέρευσε την κατάστασιν. Διότι οι σύμβουλοι της Επικρατείας, οιι οποίοι όπως είπομεν, ήσαν ως επί το πλείστον αι μεγαλύτεραι προσωπικότηται του τόπου, εσυνήθιζαν να συζητούν, να επικρίνουν, να αντιτάσουν και  να επιβάλλουν. Έπαυσαν να πειθαρχούν εις τας επιθυμίας του βασιλέως, προσεχώρησαν εις την ιδέαν της επιβολής του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος και κατά μέγα μέρος ετάχθησαν με την αντιπολίτευσιν, μερικοί μάλιστα ως ηγετικά στοιχεία.[23] 
 Αυτήν ακριβώς την περίοδον που συντελείται αυτή η ήσυχος ροπή προς τον Κοινοβουλευτισμόν, η αντιπολίτευσις αντί να χαμηλώση τους τόνους επειδή ουσιαστικώς συντελείται αυτό που και η ίδια υποτίθεται ότι επιθυμεί, πολλαπλασιάζει τας επιθέσεις της. Μέσα από μία στρατευμένη αρθρογραφία, όπου αι απειλαί και αι κολακείαι διαδέχονται η μία την άλλην, η αντιπολίτευσις επιχειρεί και ως εν σημείον επιτυγχάνει να διασπάση το όχι καί τόσον συμπαγές κυβερνητικόν μέτωπον. Αναβρασμός παρατηρείται τόσο εις τον χώρον της κυβερνήσεως όσο καί εις τον χώρον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Όσοι δεν αντέχουν αποχωρούν, όσοι αντέχουν περισσότερον παραμένουν με μειωμένας πλέον διαθέσεις αντιστάσεως. Ούτω δεν είνε καθόλου περίεργον το γεγονός ότι η αντιπολίτευσις μετατρέπεται από διμερή (Αγγλόφιλοι, Ρωσόφιλοι) εις τριμερή (Αγγλόφιλοι, Ρωσόφιλοι, Γαλλόφιλοι). Το  αντιπολιτευτικόν μέτωπον ελέγχει πλέον απολύτως την κατάστασιν.

H «Αθηνά»[24] μάλιστα, που μέχρι τότε πολύ προσεκτική, επικέντρωνε τας επιθέσεις της εις το βασιλικόν περιβάλλον τώρα, στρέφει απροκαλύπτως τας βολάς της εναντίον του Όθωνος. Όταν μάλιστα πραγματοποιείται και ο ιστορικός συμβιβασμός μεταξύ των εφημερίδων «;Αθηνά» και «Αιών» [25] όλα δείχνουν ότι ήδη έχει αρχίση η αντίστροφος μέτρησις.
«..από του Μαρτίου του 1843 η εν Ελλάδι κατά τε της κυβερνήσεως και της βασιλείας, αντιπολίτευσις έγινε ισχυροτέρα ως απολαύουσα της επικουρίας της ρωσικής φατρίας, ης ηγέτης ήτο ο Ανδρέας Μεταξάς και της αγγλικής, ης ηγέτης ήτο ο Ανδρέας Λόντος, όστις εν χερσίν αυτού εκράτει την διεύθυνσιν πάσαν της τεκταινόμενης δια την 3ην Σεπτεμβρίου συνωμοσίας [26].
Εις τας αρχάς Απριλίου, ο Νερουλός σίγουρος ότι τα οικονομικά μέτρα δεν οδηγούν πουθενά απαντά εις την ρωσικήν διακοίνωσιν ότι η Ελλάς δεν είνε εις θέσιν να εκπληρώση τας οικονομικάς υποχρεώσεις της προς την Ρωσίαν την τακτήν ημερομηνίαν δίχως παράλληλη μείωσιν της οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος της, που αναπόφευκτα θα οδηγήση εις την άναρχίαν.
Αι διαπραγματεύσεις μεταφέρονται αρχάς Μαΐου εις την Διάσκεψιν του Αονδίνου. Τό αποτέλεσμα εινε τό πρωτόκολλον τής 5ης Ιουλίου, που πρόκειται να αποτελέση την βάσιν της νέας οικονομικής συμφωνίας την οποίαν θα υποχρεωθή να υπογράψη και η Ελλάς εις τας 2/14 Σεπτεμβρίου.
Συμφώνως με αυτήν, ο ετήσιος τόκος και η απόσβεσις του δανείου έφθανε εις τα 3.635.922 φράγκα και μάλιστα καθόριζε συγκεκριμένα έσοδα του κράτους. Οι τρεις ξένοι πρεσβευταί θα επέβλεπον όλας τας πράξεις, αντιπρόσωπος του οίκου Ρότσιλδ εις τας Αθήνας θα παρηκολούθη την διακίνησιν των χρημάτων από το ελληνικόν ταμείον εις τους ξένους πιστωτάς. Αι δυνάμεις επίεζον και όχι μόνον κατέλυον την ελληνικήν οικονομικήν αυτονομίαν αλλά και παρέμβαινον βαναύσως απαιτώντας την μείωσιν των δαπανών δια ποσόν που αναλογούσε εις 3.500.000 φράγκα.
Τα κακά άξαιναν εις το κράτος. Πολλές κατάχρησες γένονταν. Τότε γύρεψαν καί οι δανισταί μας το χρεώλυτρο' και οι Πρέσβες μας βίασαν πολύ. Κ' έγινε 'κονομία εις το πολιτικό μας και στρατιωτικό και εις τ' άλλα της παλαβομάρας μας [27].
Η μόνη προστάτις δύναμις η οποία θεωρητικώς εξηκολούθη έστω και άνευ πεποιθήσεως να στηρίζη την ελληνικήν κυβέρνησιν είνε η Γαλλία. Εν τούτοις δεν δύναται να μείνη αδιάφορη εις το μέτωπον που ουσιαστικώς έχουν σχηματίση ο Λάϊονς και ο Κατακάζι, τον Ιούνιον του 1843. Ούτω αποφασίζει να αναβαθμίση την παρουσίαν της εις τα ελληνικά πράγματα και στέλνει εις την θέσιν του πρεσβευτού της Λαγγρεναί το Πισκατόρυ [28], ο οποίος από την μία έπρεπε να βοηθήση εις την αποτροπήν της πολιτειακής μεταβολής και από την άλλην να συνεργασθή με τον Λάϊονς, ο οποίος κατ' εντολήν της κυβερνήσεως του τήν προωθούσε απροσχημάτιστα.
Αι επιθέσεις της αντιπολιτεύσεως εξακολουθούν να στρέφονται συντονισμέναι τόσον προς τα ανάκτορα όσον και προς την κυβέρνησιν. Ο Χριστίδης που με τον ερχομόν του νέου γάλλου πρέσβεως αντιλαμβάνεται ότι δεν δύναται να υπολογίζη άλλο εις την Γαλλίαν απλώς αμύνεται. Το αξίωμα ότι η παροχή Συντάγματος και λαϊκών ελευθεριών θα εξησφάλιζε την παράτασιν της ανοχής των Ευρωπαίων σώζοντας παράλληλα τον Θρόνον εκ των λαθών του παρουσιάζεται ως σανίς σωτηρίας δια μίαν χώραν που ήδη ευρίσκεται εις το χείλος της οικονομικής καταστροφής [29].
Καί ενώ η Ελλάς ζει την αγωνίαν της στιγμής κατά την οποίαν θα κληθή να υπογράψη τας αποφάσεις της Διασκέψεως του Λονδίνου, αι οποίαι ελήφθησαν δια λογαριασμόν της χωρίς αύτη (δεν ήτο η πρώτη φορά) να εκφέρη άποψιν αι προετοιμασίαι δια την δυναμικήν αναμέτρησιν λαού καί βασιλέως ολοκληρώνονται βιαστικά.
Μία εύκολη ερμηνεία αυτής της βιασύνης είνε ότι οι συνωμόται εφοβούντο τας φήμας που ήδη εκυκλοφόρουν ανεξέλεγκται και αι οποίαι αναποφεύκτως θα έδιδον λαβήν εις την Κυβέρνησιν και τον Βασιλέα να αναλάβη τα κατάλληλα κατασταλτικά μέτρα[30].
Εις την πράξιν τά γεγονότα επιταχύνονται διότι αυτή είνε η επιθυμία των Πρέσβεων. Αν μάλιστα το κίνημα συμπέσει χρονικώς και με την ταπεινωτικήν υπογραφήν που η χώρα θα κληθή να βάλλη κάτω από τας απαιτήσεις των δανειστών της ακόμη καλύτερον.


ΠΑΡΑΠΟΜΠΑΙ

[ 1]  Το άρθρον τούτο αφιερούται εις την μνήμην του ενωμοτάρχου Χωροφυλακής Ζ. Μπασδέκη, ο οποίος έπεσεν μαχόμενος έξωθεν της οικίας του Μακρυγιάννη πιστός εις τον όρκον που είχε δώσει. Δημοσιεύθηκε εις την Ελληνικήν Ιστορίαν εις δύο μέρη (Τεύχη 5 και 6)
[ 2] Η σύνθεσις της Κυβερνήσεως ήτο: Πρωθυπουργός και υπουργός επί των Εσωτερικών Μαυροκορδάτος, Υπουργός επί των Εξωτερικών Α. Χριστίδης, Υπουργός επί των Εκκλησιαστικών Σ. Βαλέττας, Υπουργός επί της Δικαιοσύνης Λ. Μελάς, Υπουργός επί των Στρατιωτικών Α. Μεταξάς (παυθέντος του βαυαρού Σμάλτς), Υπουργός επί των Ναυτικών Α. Κριεζής, Υπουργός επί των Οικονομικών Τισσαμενός.
[  3]  Ο Χριστίδης υπαρχηγός του γαλλικού κόμματος είχε συμμετάσχει ως υπουργός των Εξωτερικών εις την προηγουμένην κυβέρνησιν.
[  4]  Ο Βλαχόπουλος και ο Μεταξάς ήσαν του ρωσικού κόμματος.
[  5]  Αντικατεστάθη εις τας 9/21 Νοεμβρίου 1842 από τον Ν. Σαλήβερο που και  αυτός αντικατεστάθη κατόπιν ολίγων ημερών υπό του Γ. Α. Ράλλη.
[  6]  Μόνο η εκστρατεία του Μαιζόν εις την Πελοπόννησον εστοίχισε εις το γαλλικόν Δημόσιον 13.000.000 φράγκα.
[ 7]  Όπως γράφει ο Ζ.Παπαντωνίου: «Ο Όθων λοιπόν σκεύτηκε, έπραξε και μίλησε με φαντασία, την οποίαν δεν έχουν τα πεζά φιλελληνικά ποιήματα του πατέρα του Λουδοβίκου. Είναι στον 19ον αιώνα μας ο άνθρωπος που εκήρυξε την φυγήν από την πραγματικότητα. Είναι ο αρχηγός του ρωμαντισμού, ο πραγματικός αρχηγός, αυτός και η βασίλισσα, της ποιητικής σχολής εις την οποίαν έγραψεν ο διώκτης των Αχιλλεύς Παράσχος. Ήτο περαστικός από την Αθήνα , ενώ είχε ξεκινήσει  απ' το Μόναχο  για το Βυζάντιο. (Όθων , σελ 22)

[ 8] Η αγγλική υποκρισία εις όλο της το μεγαλείον. «Όσον καιρό ο Άρμανσμπεργκ, το τυφλό όργανο της Αγγλίας, είταν παντοδύ­ναμος στον τόπο μας είδαμε τον Πάλμερστον και τον Λάιονς νάναι ενθουσιασμένοι και να τα βρίσκουν όλα ωραία και καλά. Από τη στιγμή όμως που ο Άρμανσμπεργκ διώχτηκε το κάθε τι άλλαξε. Με μιας οι φίλοι μας οι Εγγλέζοι θυμήθηκαν τις πολιτικές μας ελευθερίες που καταπατούσε ο Όθωνας». (Φωτιάδης: Οθωνας - Η απολυταρχία, σελίς 288)
[ 9] Εκείνο που γι' αυτό ίσως να παραξενεύτη­κες είναι πως το ρωσόφιλο κόμμα πρωτοστάτησε σε μία φιλελεύθερη κίνηση και μάλιστα όχι μονάχα με την έγκριση, παρά και με την προτροπή του Κατακάζη, του πρεσβευτή της Ρωσίας στην Αθήνα. Θ' απορρήσεις μάλιστα γι' αυτό ακόμα περισσότερο άμα θυμηθείς πως εκείνα τα χρόνια το τσαρικό καθεστώς της Ρωσίας είταν ένα από τα πιο αντιδραστικά του κόσμου. Ο Κατακάζης έπαιξε τολμηρό παι­χνίδι, που ακριβά θα το πλερώσει, καθώς θα δούμε. Δεν ήταν το Σύνταγμα που ήθελε. Κείνο που γύρευε να πετύχει στεκόταν η έξωση του καθολικού Όθωνα από το θρόνο, για να τον αντικαταστήσει άλλος βασιλιάς ορθόδοξος που θα γινόταν όργανο της Ρωσίας. Έσπρω­χνε λοιπόν το ρωσόφιλο κόμμα να επαναστα­τήσει για πολιτικές ελευθερίες γιατί προεξο­φλούσε πως ο Όθωνας θα προτιμούσε να παραιτηθεί παρά να κυβερνήσει συνταγματικά την Ελλάδα. (Φωτιάδης: Όθωνας-Η απολυ­ταρχία, σελίς 288).
[10] Είνε αληθές ότι οι απλοί Έλληνες είχον θολή αντίληψι δια το τι ακριβώς εσήμαινε αυτό που οι πολιτικοί ονόμαζον Σύνταγμα. Αι μητέραι εσυνήθιζον να απειλούν τα τέκνα των, τα οποία είτε δεν έτρωγον το φαγητόν των είτε ητάκτουν ότι «θα ερχόταν το Σύνταγ­μα». Αργότερον τούτο αντεκατεστάθη με το εξ ίσου βλακώδες «θα έρθει ο Χωροφύλακας». Αποκορύφωσις αυτής της περί της ιδέας του Συντάγματος σύγχυσις (!) είνε το ρηθέν υπό του Ταφίλ-Μπούζη Αρβανίτη, οπλαρχηγού, ο οποίος επρωτοστάτησε με Κωλέττη και Θ. Γρίβα εις τα γνωστά γεγονότα του 1831. «Ο Σύνταγμας ωρέ μπίρο μου θέλει να τρώει».
[11] Ούτω εικόναι αi oποίαι υπάρχουν μέχρι των ημερών μας, όπως η Κεντρική Κυβέρνησις υπό την ομηρίαν των κομματικών πιέσε­ων, η ανάγκη των διασυνδέσεων με υψηλά ιστάμενα άτομα ώστε να προστατεύονται από καταχρήσεις και άλλας παρανομίας, το σύστη­μα της προστασίας ειδικώς εις την ύπαιθρον, και η διατήρησις των καλών σχέσεων με πολιτικούς των Αθηνών υπήρχον και τότε.
[12] Ευαγγελίδης: Προαναφερόμενον έργον, σελίς 211.
[13] Πιστεύω ότι ο αυτο-ανακηρυγμένος ως πρωτεργάτης του κινήματος της 3ης Σεπτεμβρίου τελικώς έπεσε εις την παγίδα των πολιτικών, οι οποίοι τον εχρησιμοποίησαν δια τους ιδικούς των σκοπούς, όπως άλλωστε έπραξαν και με τον Νικήτα τον επονόμαζόμενον και τουρκοφάγον εις την συνωμοσίαν του 1839.
[14] Μακρυγιάννης: Προαναφερόμενον έργον, σελίς 287.
[15] Μακρυγιάννης: Προαναφερόμενον έργον, σελίς 291.
[16] Μακρυγιάννης: Προαναφερόμενον έργον, σελίς 299-300. «Το δε όλον κίνημα, όπισθεν του αγαθού και φιλοπάτριδος Μακρυγιάννη διηύθυνεν η τριανδρία Α. Μεταξά, Α. Λόντου και Κ. Ζωγράφου αποβλεπόντων πάντων εις την εκθρόνισιν όπισθεν δε τούτων ο εν κρυπτώ και παραβύστω διευθύνων την συνω­μοσίαν Γ. Κατακάζης». (Καρολίδης: "Σύγ­χρονος Ιστορία τών Ελλήνων και τών λοιπών λαών της Ανατολής από το 1821 μέχρι τό 1921", Αθήναι, 1922-25, τόμος Β, σελίς 436).
[17] Μακρυγιάννης: Προαναφερόμενον έργον, σελίς 287.

[18] O Γεωργαντάς που διαφοροποιείται αρκε­τά αναφορικώς με την χρονολογικήν σειράν της μυήσεως των συνωμοτών κάμνει λόγον δια μίαν πρώτην συνάντησιν που επραγματοποιήθη εις την οικίαν του Μακρυγιάννη, τον Σεπτέμ­βριον του 1842, εις την οποίαν συμμετείχε και ο Λόντος. «Μετά το γεύμα ο Μακρυγιάννης με είπεν, ότι προ τινών μηνών συσκεφθέντες μετά του Α. Λόντου, έμειναν σύμφωνοι να ενεργήσωσι περί της καταστάσεως της Ελλάδος και έκριναν εύλογον την ιδέαν τους αυτήν να την ανακοινώσουν και εις τον Ανδρέαν Μέταξαν μετέβησαν δε προς αυτόν οι δύο ούτοι και τω ανεκοίνωσαν την γνώμην των ο Μεταξάς δεν αντέκρουσεν αυτήν, αλλά τους είπεν, ότι θέλει σκευθή επειδή το ζήτημα αυτό είναι πολύ σπουδαίον και επικίνδυνον».
[19] Γεωργαντάς, σελίς 837.
[20] Αι 5 ομάδαι ήσαν: Η ομάς Κωλέττη (Ρουμελιώται οπλαρχηγοί και προεστοί και ορισμένοι ετερόχθωνες), η ομάς ωρισμένων ρουμελιωτών της ανατολικής Στερεάς μαζί με Κριεζώτη και Μαυροβουνιώτη, η ομάς των Πελοποννησίων προεστών με τον Ρήγα Πα­λαμήδη, η ομάς Μακρυγιάννη με τους πτω­χούς οπλαρχηγούς της Ρούμελης και η ομάς των νησιωτών με αρχηγό τον Κουντουριώτην.
[21] Από το δάνειον, όπως και εκ των προηγουμένων άλλωστε τα λεγόμενα της «Ανεξαρτησίας» το Κράτος δεν είχε παρά ελαχίστην ωφέλειαν. Το δάνειον των 60 εκατομμυρίων δια λογαριασμόν της Ελλάδος αλλά δίχως αυτή να κληθή να εκφέρη άποψιν εγένετο μεταξύ Βαυαρίας και Μεγάλων Δυνάμεων. Από τα 60 εκατομμύρια, 12,5 εδόθησαν εις την Τουρκία ν διά την παραχώρησιν της Φθιώτιδος και Φωκίδος, 11 εδαπανήθησαν δια τα έξοδα του Βαυαρικού στρατού, 26 διά τόκους και χρεωλύσια, 2,5 αφηρέθησαν ως προπληρωθέντα, 5,75 ως προμήθεια και έξοδα της αποσταλείσης προς εξεύρεσιν δανείου επιτροπής, σύνολον 57,75 εκατομμύρια. Αι Μεγάλαι Αυνάμεις επειδή ακριβώς ήσαν μεγάλαι εγνώριζον ότι ένα κράτος έστω και με μακρόχρονη ένδοξη ιστορία, όπως η Ελλάς, δεν θα αποκτούσε ποτέ πραγματικά Εθνική Ανεξαρτησία άνευ οικονομικής και συνεπώς κοινωνικής ευημερίας. Η συστημα­τική και αφόρητη απαίτησις των τόκων και των χρεωλυσίων εκ των δανειστών πού παρατηρείται μετά την παραίτησιν του Μαυ­ροκορδάτου θα σταθή ένα εκ των σπουδαιό­τερων αιτίων της μεταπολιτεύσεως του 1843. (Βλέπε Ανδρεάδη Α.: «Ιστορία τών Εθνικών Αανείων», Μέρος Α', σελίς 75 και συνέχεια).
[22] Ευαγγελίδης: Προα ναφερόμε ν ο ν έργον, σελίς 195-6.
[23]Το Συμβούλιον της Επικρατείας είχε συσταθή από τον κόμητα Άρμανσμπεργκ εις μίαν προσπάθειαν να καλύψη το κενόν που είχε αφήση η Γερουσία του Καποδιστρίου. Κ. Παπαρρηγόπουλου: «Επίτομος Ιστορία του Ελληνικού Εθνους», σελίς 803.

[24]Πολιτική εφημερίς φιλελευθέρου προσανατολισμού την οποίαν εξέδιδε ο Έμμ. Αντωνιάδης από το 1832 έως το 1863. Υπήρξεν αντίθετος με την πολιτικήν του Καποδιστρίου, του αδελφού του Αυγουστίνου, της Αντιβασιλείας και του ιδίου του Όθωνος.
[25] Πολιτική εφημερίς την οποίαν εξέδιδε ο Ιωάννης Φιλήμων εις τας Αθήνας από του 1838, όργανον του ρωσικού κόμματος. Από το 1854 την διεύθυνσιν της εφημερίδος ανέ­λαβε ο Τιμολέων, υιός τού πρώτου, μέχρι του 1888.
[26] Εύαγγελίδης: Προαναφερόμενον έργον, σελίς 197.
[27] Μακρυγιάννης: Προαναφερόμε­νον έργον, σελίς 291.
[28] Ο Γάλλος πρεσβευτής Πισκατόρυ που είχε εντολή να αντισταθη
εις κάθε ιδέαν πολιτικής μεταβολής έλεγεν: «Θέλετε να προσαρμόσητε μικρώ άτμοπλοίω μηχανήν μεγάλου ατμόπλοιου" αλλά δεν εννοείτε Έλ­ληνες, ότι αμ' αύτη κινηθείσα θα κατασυντρίψη το μικρόν σκάφος άτε δυσανάλογον ούσα; Το αυτό θα συμβή και εν τω σκάφει της ελληνι­κής πολιτείας. Ζητείτε την συνταγματικήν μηχανήν της μεγάλης Γαλ­λίας και Αγγλίας δια το μικρόν υμών κράτος αγνοούντες, ότι θεμέ­λιο ν των ελευθέρων πολιτειών είναι η μεταξύ των τριών μερών, εξ ων σύγκειται η μηχανή αύτη, αιωνία πάλη. Αλλά η πάλη ταύτη δύναται να καταστή το κούφον εφόλκιον της μικράς Ελλάδος; Ο άνεμος θα μαίνεται συνεχής, τα δε κύματα επερχόμενα αλλεπάλληλα θα φέρωσιν επί του αφρού πάντοτε την διαφθοράν, ήτις πολύ ή ολίγον πάντοτε συμπαρομαρτεί τοις ελευθέροις πολιτεύμασιν.Ουδαμώς δε θ' απορήση τις αν την αναρχικήν ταύτην κατάστασιν χώρας κειμένης κατά τον ομφαλόν της Ευρώπης, αναγκασθώσιν επί τέλους τα ξένα έθνη να καταστείλωσιν ίνα μη το της αναρχίας μόλυσμα μεταδοθή και μεταξύ αυτών».
[29] Αν και είνε περιττόν, σημειώνομεν μόνο δια τους δυσπίστους ότι μετά την πολιτειακήν μεταβολήν της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, αι Μεγάλαι Δυνάμεις περιχαρείς προφανώς διά το μεγάλον άλμα το οποίον εκάμναμε προς τα εμπρός όχι μόνον έπαυσαν να μας πιέζουν δια τα «δανεικά» αλλά άνευ διαμαρτυρίας ανεστά­λη πάσα η εξυπηρέτησις του δανείου. Δεν το εχάρισαν όμως. Τούτο και τα άλλα που ηκολούθησαν τα συναντήσαμε και τα συναντώμεν ενώπιον μας εκάστη φορά που η χώρα, αντλώντας δύναμιν από την κοινωνικήν της συνοχή επιχειρεί ν' ανοίξη τα πτερά της δια την εθνικήν της ολοκλήρωσιν.
[30] Οι φόβοι ήσαν υπερβολικοί. Ο Μακρυγιάννης κατήχησε ολόκληρο το κράτος με υπογραφάς και δεν ήνοιξεν μύτη. Η χωροφυλακή επί ένα ολόκληρο έτος κατέγραφε κινήσεις υπόπτων και είχε καταρτήση πλήρη κατάλογο των συνωμοτών δια τους οποίους δεν ενδιεφέρετο ουδείς. Ήτο τόση η αισιοδοξία των συνωμοτών που ο Ανδρέας Λόντος εις μίαν έκρηξιν θυμού και μόλις 3 ημέρας από την εξέγερσιν είπε εις τον Κριεζήν, ο οποίος ήτο υπουργός των Ναυτικών: «Πες στον κουμπάρο μου τον Βλαχόπουλο πως μεθαύριο εγώ θάμαι υπουργός των Στρατιωτικών και όχι εκείνος».