Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΗΣ 3ης ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1843 ΙΙΙ


ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ

Αποκλεισμένος εις το παλάτιον, ο Όθων αποφασίζει να θέση τους Πρεσβευτάς των τριών Δυνάμεων (καθώς και της Βαυαρίας) ενώπιον των ευθυ­νών των. Τους απευθύνει συντόμους επιστολάς ζητώντας από αυτούς να τον συναντήσουν το ταχύτερον. Η αποστολή όμως των μηνυμάτων εμποδί­ζεται από τον Καλλέργην. Εντός αυτής της συγκεχυμένης ατμο­σφαίρας, της εντάσεως και του εκνευ­ρισμού φθάνει και η επιτροπή του Συμβουλίου της Επικρατείας. Δηλώνει ότι θέλει να δη τον Βασιλέα. Αντί δια την αίθουσαν του Θρόνου, η επιτροπή οδηγείται εις το υπασπιστήριον. Ο Όθων αρνείται να την δεχθή αλλά ύστερα από επιμονή της Αμαλίας δέχεται τελικώς να την συ­ναντήση πηγαίνοντας ο ίδιος εις το υπασπιστήριον. Η σκηνή πρέπει να ήτο συγκλονιστική. Από την μία οι διορισμένοι από αυτόν σύμβουλοι της Επικρατείας από την άλλην εις Βασιλεύς που εις τα πρόσωπα των βλέπει την προδοσίαν και την εγκατάλειψιν. Εις την ιδέαν της παραχωρήσεως  Συντάγματος ο Όθων τονίζει ότι δεν δύναται να αποφασίση  αν προηγουμένως δεν συμβουλευθεί τους πρέσβεις των προστατίδων δυνάμεων.
Το γεγονός ότι ουδείς πολιτικός αρχηγός εξ αυτών που οργάνωσαν το κίνημα δεν ηθέλησε να στηρίξη με την παρουσίαν του το κύρος της επιτροπής (αρκούντος πονηροί απέφυγον την κακοτοπιά αυτή) κάμνει τα πράγματα ακόμη πιο δύσκολα.
Η επιτροπή αυτή με μειωμένα αντανακλαστικά και με εμφανέστατα αισθήματα ένοχης, που δεν απαιτεί αλλά ψελλίζει κοινότυπες δικαιολογίες, υποβιβάζεται από μόνη της εις τον ουδέτερον ρόλον του αγγελιοφόρου: Κρίνει τον εαυτόν της αναρμόδιον να συνέχιση τον διάλογον και ζητά από τον Βασιλέα την άδειαν να απέλθη δια να λάβη οδηγίας. Ο Καλλέργης που πληροφορείται πρώτος την Βασιλική αξίωσιν αποκλείει κατηγορηματικώς δια μίαν ακόμη φοράν το ενδεχόμενον να επιτραπή η  είσοδος των πρεσβευτών εις  τα ανάκτορα αν πρωτίστως δεν υπογράψει ο Βασιλεύς τα έγγραφα που του έχουν προσκομίση. Με αυτήν την κατηγορηματικήν διαβεβαίωσιν του ανθρώπου, που όπως όλα δείχνουν ενεργεί εκ του ασφαλούς, η επιτροπή εισέρχεται και πάλι εις τα ανάκτορα διά να συνέχιση το άχαρον έργον της.
Έξωθεν των ανακτόρων ο εκνευρι­σμός και η έντασις του συγκεντρωμέ­νου στρατού και λαού αυξάνεται ώρα με την ώρα. Από την μία η αναμονή από την άλλην η κόπωσις λόγω της συνεχούς ορθοστασίας κάμνουν τον κόσμον ευερέθιστον. Έπειτα σιγά-σιγά έρχεται και η πείνα που σχεδόν πάντα είνε κακός σύμβουλος. Εν με­γάλο ερώτημα προκύπτει. Πως θα κρατηθή πειθαρχημένος όλος αυτός ο κόσμος δια όση ώρα χρειασθεί; Το πρόβλημα της πείνης το λύει ο Καλιφρονάς. Με εντολή του κάρα κατευθύνονται προς τους φούρνους της πρωτευούσης, άνθρωποι του επιτάσ­σουν τον άρτον που έχει ήδη παρασκευασθή και τον φέρνουν εις τούς συγκεντρωμένους.
Έχει πλέον ξημερώση όταν ο Δραγούμης που επερίμενεν έξωθεν των ανακτόρων την επιτροπήν να ολοκληρώσει την αποστολήν της, βλέπει τον γραμματέα της Αγγλικής πρεσβείας Γκρίφιτς να έρχεται τρέχοντας προς το παλάτιον. Tου διαβιβάζει μάλιστα  παράκλησιν του Λάιονς , να διατάξη τον Καλλέργη ... να μην επιτρέψει την είσοδόν των Πρέσβεων εις το παλάτιον εάν προηγουμένως δεν υπογραφούν τα διατάγματα.[52]
Πράγματι, ολίγον άργότερον κάμνουν την εμφάνισίν των οι πρεσβευταί καί ζητούν από τόν Καλλέργην την ... άδειαν να συναντηθούν με τον Βασιλέα. Ο Καλλέργης αρνείται κατηγορηματικώς. Οι πρέσβεις περίεργον νά τό πιστεύση κανείς, κάμνουν μεταβολή καί φεύγουν.[53]
Η σκηνή αυτή της θεατρινίστικης συμπεριφοράς των πρεσβευτών δέν δύναται να περάση απαρατήρητη από τον απομονωμένον εις το παλάτιον, Όθωνα. Δεν εινε τόσον ανόητος όσο προσπαθούν να μας τόν παρουσιάσουν δια να μην δύναται να αντιληφθή το άθλιον παρασκήνιον των όσων διαδραματίζονται εκείνας τας κρισίμους στιγμάς. Ούτω εκλαμβάνοντας (πολύ ορθώς) την στάσιν των πρεσβευτών ως μία σιωπηλήν συναίνεσιν δέχεται νά υπογράψη.

Όταν πια ο Όθων είδε πως οι επαναστάτες δεν άφησαν τους πρεσβευτές να μπούνε στό παλάτι, κατάλαβε τέλος πως δεν τα' απόμενε τίποτις άλλο παρά είτε νά παραιτηθεί είτε να υποχωρήσει. Κάτω από την επίμονη πίεση της Αμαλίας προτίμησε τό δεύτερο. Έχουν μάλιστα να πουν πως τούβαλε την πέννα στα δάχτυλα για να υπογράψει τα διατάγματα κι όταν το πέτυχε τον αγκάλιασε και τον φίλησε.[54]
Η επιτροπή εξήλθεν με τα διατάγματα ανά χείρας και κάποιος δια να ικανοποιήση την περιέργειαν του πλήθους αρχίζει να τα διαβάζη. Οι πλέον δύσπιστοι επιθυμούν να τα διαβάσουν μόνοι των με αποτέλεσμα κάποιο εξ αυτών να γίνη κομμάτια. Καινούργιαι καθυστερήσεις σημειώνονται  διότι το κείμενον πρέπει να γραφή εκ νέου καί να δοθή εκ νέου προς υπογραφή.
Εν τω μεταξύ εις το Συμβούλιον της Επικρατείας η ώρα περνά εν μέσω αγωνίας. Όλα εξαρτώνται από τας προθέσεις του Βασιλέως. Το πλήθος έμπροσθεν των ανακτόρων δεν θέλει να διαλυθή πριν ο Βασιλεύς ορκίσει την καινούργιαν κυβέρνησιν. Δια τον Καλλέργην, ο οποίος έχει το στρατιωτικόν πρόσταγμα, γίνεται αισθητός εις απρόβλεπτος κίνδυνος. Διασταυρωμέναι πληροφορίαι αναφέρουν ότι από τα χωρία της Αττικής καί της Μεγαρίδος με την αναγγελίαν της υπογραφής του Συντάγματος, πλήθος ανθρώπων σπεύδουν με κάρα, άμαξας και αλογομούλαρα να συμμετάσχουν εις το πλιάτσικον που υποθέτουν ότι πραγματοποιείται με την έλευσιν αυτού του κοσμοϊστορικού γεγονότος, τη παραχώρηση Συντάγματος.  Η διαταγή του προς τμήματα του στρατού να μην
επιτρέψουν τήν είσοδόν των εις την πρωτεύουσαν ακόμη και εάν χρειασθή να κάμνουν χρήσιν βίας είνε λύσις ανάγκης.
Όταν η επιτροπή έφτασε στο Συμβούλιο της Επικρατείας με υπογραμμένα τα διατάγματα, άλλοι χάρηκαν καί άλλοι όσοι επιθυμούσαν το διώξιμο του Όθωνα, ξαφνιάστηκαν. Πρότειναν λοιπόν, λέγοντας πως έπρεπε ν' ασφαλιστούν από κάθε τυχόν υπαναχώρηση του Όθωνα, να πάρουν μαζί τους οι υπουργοί πέντε διατάγματα και μονάχα τότες να ορκιστούν όταν εκείνος δεχτεί να τα υπογράψει.
Το πρώτο άπ' αυτά πρόβλεπε την άμεση σύγκλιση της Εθνικής Συνέλευσης. Το δεύτερο έλεγε πως η μεγάλη σφραγίδα του κράτους δε θα βρισκόταν πια στο βασιλικό γραφείο, στο «ανακτοβούλιο» καθώς το λέγανε, παρά στο υπουργείο της Δικαιοσύνης. Έτσι όχι μονάχα ουσιαστικά, παρά και τυπικά η εκτελεστική εξουσία έφευγε από τα χέρια του θρόνου και της καμαρίλας. Το τρίτο είταν ακόμα πιο τσουχτερό' όριζε «ότι θέλουσιν απολυθή της υπηρεσίας του Κράτους οι μέχρι τούδε εν αυτή διατελούντες ξένοι, εκτός τών αρχαίων φιλελλήνων».[55]
Χαριστική βολή ήσαν τα δύο τελευταία διατάγματα. Το ένα απαιτούσε ανακήρυξιν της 3ης Σεπτεμβρίου ως ημέρα Εθνικής εορτής, καθώς και την κοπήν αναμνηστικού Αριστείου σιδηρούν δια τους στρατιώτας και τους πολίτας «καί όσους άλλους έλαβον μέρος εις τα κατά ταύτην την ημέραν πραχθέντα».
Το τελευταίον απαιτούσε την «Βασιλικήν Ημών ευχαρίστησιν» δια τον Καλλέργην και τον Μακρυγιάννην, καθώς και λοιπούς ανωτέρους και κατωτέρους αξιωματικούς της φρουράς της πρωτευούσης «για την ευταξίαν και ασφάλειαν ην συνετήρησαν εις τα συμβάντα της παρούσης ημέρας».
Με τα διατάγματα έτοιμα οι υποψήφιοι υπουργοί, εκτός από τον Κανάρην που παραμένει δια λόγους ασφαλείας εις τον ναύσταθμον του Πόρου, κατευθύνονται προς το παλάτιον.
Λέγεται ότι με την ανάγνωσιν των διαταγμάτων ο Όθων εκτύπησεν εκτός εαυτού την χείραν του εις το τραπέζι υβρίζοντας εις τα γερμανικά. — Εις τον διάβολον πια!..
Ο Όθων αρνείται να υπογράψη τα δύο τελευταία και εκδηλώνει την πρόθεσίν του να παραιτηθή από τον Θρόνον υπέρ του αδελφού του.
Η κρίσις εις το αποκορύφωμα της. Είνε η ώρα των πρεσβευτών.
Κατά την ενδεκάτην ώραν, πληροφορηθέντες ότι αι πύλαι των ανακτόρων ηνοίχθησαν, επεσκεύθημεν τον Βασιλέα. Τον εύρομεν πολύ καταβεβλημένον εκφραζόμενον ακόμη δυσκολότερον ή κατά το σύνηθες, ώργισμένον, έχοντα τους οφθαλμούς πλήρεις δακρύων, άλλ' όχι πτοημένον...[56]
Διαμεσολαβητική προσπάθεια των τελευταίων στιγμών. Οι πρεσβευταί με την έγκρισιν του Βασιλέως ζητούν να οδηγηθούν εις την άίθουσαν αναμονής, όπου περιμένουν οι υπουργοί και σύμφωνα με όσα θα γράψουν εις την κοινήν των έκθεσιν:
«Παρεστήσαμεν εις τους υπουργούς τον κίνδυνον του ταπεινώσαι την Βασιλείαν και το καθήκον, όπερ είχον αναλάβει να ποιήσωσι το παν ίνα επίσχωσιν κακόν ήδη εξικνούμενον εις το πλήρωμα αυτού». 
Οι υπουργοί είνε ανένδοτοι καλυπτόμενοι όπισθεν της επιθυμίας του συγκεντρωμένου στρατού καί λαού. Οι πρέσβεις έχοντας τυπικώς διασφαλίσει την καλήν έξωθεν μαρτυρίαν δια τας «καλάς των προθέσεις» επιστρέφουν εις τον Όθωνα.
Τον συνεβουλεύσαμεν να υπογράψη, υποσχόμενοι αυτώ να διακηρύξωμεν ότι δεν είχεν υποκύψει εις τον εκφοβισμόν, αλλ' ότι είχε κάμει μίαν ακόμη θυσίαν, δια να απομακρύνη από την Ελλάδα μεγαλύτερα δεινά. Ο Βασιλεύς, χωρίς να επιτρέψει εις τους υπουργούς να διέλθουν το κατώφλιον, υπέγραψε και ενεχείρισε τα διατάγματα εις τον Πρόεδρον του Υπουργικού Συμβουλίου, τον οποίον περίπου απέπεμψε, κλείων όπισθεν του την θύραν. Η τραυματισθείσα βασιλική υπερηφάνεια και ο σεβασμός των Υπουργών ουδέ προς στιγμήν διεψεύσθησαν.
Έχει περάση πλέον το μεσημέρι καί αι συζητήσεις έχουν φθάση εις νεκρόν σημείον. Το πλήθος φαίνεται να μην ελέγχεται και κατά την μαρτυρίαν του Πρόκες-Όστεν, ο Καλλέργης εμφανίζεται ενώπιον του Όθωνος δια να του ανακοίνωση ότι εάν δεν υπογράψη εντός 15 λεπτών θα βομβαρδίση τας θύρας των ανακτόρων και λαός και στρατός θα εισέλθουν εντός.
Εγνώριζα ότι η παραίτησίς μου θα ωδήγει εις αναρχίαν, αν και αυτή η πορεία θα ήτο εις εμέ περισσότερον ευχάριστος. Ακόμη τα στρατεύματα δεν απεχώρησαν. Επεθύμουν να περιμένουν μέχρι της εμφανίσεως των νέων υπουργών μαζί μου. Μετ' αρκετόν χρόνον προσήλθον. Τώρα νέα προέκυψε δυσχέρια, όταν ηρνήθην να υπογράψω διατάγματα, δια των οποίων οι ηγέται της επαναστάσεως θα εβραβεύοντο, διότι ετήρησαν την τάξιν, και θα εκόπτετο μετάλλιον και θα ωρίζετο ετήσιος εορτασμός της επετείου. Εν τω μεταξύ οι απεσταλμένοι των Δυνάμεων έφθασαν.
Είνε το τέλος. Ο Όθων υπογράφει.[57] Μετά την υπογραφήν εμφανίζεται ενώπιον του πλήθους πλαισιωμένος από την καινούργιαν κυβέρνησιν και τους πρεσβευτάς των Μεγάλων Δυνάμεων.
Συνεμορφώθην προς τας επιθυμίας των και ενεφανίσθην με τους Πρεσβευτάς και Υπουργούς εις τον εξώστην, αλλά μόνον με δισταγμόν. Έμεινα εκεί μόνον μίαν στιγμήν, του πλήθους επευφημούντος, και ευθύς αμέσως αποχωρήσαντος. Διαρκούσης της τελευταίας συσκέψεως εγένετο απειλή ανατινάξεως της θύρας δια δυναμίτιδος, και ειδοποίησεν ο Καλλέργης ότι βραδύνομεν πολύ καί ότι πλέον παραχρεί διορίαν μόνον ενός τετάρτου ακόμη.
Με τον Μεταξά Πρόεδρον του υπουργικού συμβουλίου το ρωσόφιλον κόμμα εξακολουθεί να πιστεύη ότι εινε ο μεγάλος νικητής της πολιτειακής μεταβολής που είχε πραγματοποιηθή την προηγουμένην νύκτα. Ο ίδιος ο Κατακάζης ζει με τας ψευδαισθήσεις ότι έχει προσφέρη μεγίστας υπηρεσίας εις την χώραν που του έκαμνε την τιμήν να τον διορίση πρεσβευτή της εις το Ελληνικόν Βασίλειον. Με τας ιδίας ψευδαισθήσεις ζει και ο ελληνικός λαός που είδε την κατάρρευσιν της Απολυταρχίας ως την αφετηρίαν μιας νέας εποχής όπου οι πόθοι και αι επιθυμίαι του θα εύρισκον επί τέλους δικαίωσιν.
Ο Ελληνικός λαός έμπλεως χαράς ήκουσε την εν Αθήναις συνελθούσαν μεταβολήν της Γ' Σεπτεμβρίου. Οι πάντες ήλπισαν ότι τέλος δια της μεταρρυθμίσεως του πολιτεύματος και της μοναρχίας θα απηλάμβανε πλέον τελείας και πλήρους ευδαιμονίας' διότι τα δεινά ήθελον εκλείψει, η διοίκησις ήθελεν είσθαι αρίστη και το πανελλήνιον θα απελάμβανε πλέον τελείας και πλήρους ευδαιμονίας· διότι τα δώρα της ευτυχίας ήρξαντο διδόμενα δαψιλώς, τα σιδηρά και τα χαλκά αριστεία, καθ' εκατοντάδας, διενέμοντο τοις πεινώσιν αγωνισταίς! Αλλ' όμως πάντα ταύτα παρήλθον ταχέως και εναπέμεινεν η σκληρά πραγματικότης· τουτέστιν έπεσε μεν η μοναρχία, ην εθεώρουν ως αιτίαν πάντων των κακών εν Ελλάδι, αλλ' ήλθε και το Σύνταγμα όπερ ουδαμώς εφαίνετο κατάλληλον δια τους  έλληνας καίπερ φύσει φιλελευθέρους, ένεκεν της καταστάσεως εν η ευρίσκοντο μόλις προ πεντάδων τινών της δουλείας, εν η έμαθεν κακάς έξεις, εξελθόντες και ούτως εν τάχει, πάνθ' όσα εν μέθη και ενθουσιασμώ υπέρ του Συντάγματος διατελούντες οι στασιασταί της 3ης Σεπτεμβρίου απήτησαν κατά τας 3 π.μ., μετ' ολίγας ημέρας, περιήλθον εις αχρηστίαν, η δημιουργηθείσα εθνική εορτή απέμεινε νεκρά εν τω διατάγματι και αντιπαρήλθεν εν γενική αδιαφορία μόλις δε προ ολιγίστων ετών εκλήθη οδός τις εν Αθήναις, Οδός Γ' Σεπτεμβρίου.[ 58]
Εις τας 8 Νοεμβρίου 1843 πραγματοποιεί την πρώτην συνεδρίασίν της η Εθνική συνέλευσις με 243 αντιπροσώπους μεταξύ των οποίων οι Νικηταράς, Κίτσος, Γ. Κουντουριώτης, Θ. Γρίβας, Κ. Μπότσαρης, Περραιβός, Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, Δυοβουνιώτης, Μακρυγιάννης, Κριεζιώτης, Α. Ίσκος, Κανελ. Δελληγιάννης, Δ. Πλαπούτας, Γ. Νοταράς, Λυκούργος, Α. Λόντος, Κωλέττης,[59] Μαυροκορδάτος, Μεταξάς, Παπανικολής, Κανάρης. Εις τας 14-2-1844 και πριν περατωθούν αι εργασίαι της Εθνοσυνελεύσεως ,φανερά απογοητευμένος ο Μεταξάς υποβάλει την παραίτησίν του.
Τον διαδέχεται ο Κ. Κανάρης ο οποίος, την 4ην Μαρτίου του ιδίου έτους, παραδίδει εις τον Όθωνα το οριστικόν σχέδιον του συντάγματος[60]  δια υπογραφή.
Μετά την ψήφισιν του συντάγματος πίπτει και η κυβέρνησις Κανάρη και εις τας 30 Μαρτίου (11 Απριλίου) 1844 ο Μαυροκορδάτος σχηματίζει μία ακόμη αγγλόφιλη κυβέρνησιν.
Το νέο υπουργείο δεν έταξε στον εαυτό του σαν μέσον για την πολιτική ομαλότητα του τόπου, που θα' ρχόταν αυτό από την ελεύθερη και ανεμπόδιστη έκφρα­ση του φρονήματος του λαού.Όχι δεν ακολουθήθηκε ο δρόμος αυτός. Το νέο υπουργείο κάθισε στο τιμό­νι του έθνους και έβαλε σαν σκοπό να μην του φύγει η εξουσία από τα χέρια. Χρησιμοποίησε την εξου­σία, όχι σαν μέσον εξυπηρέτησης των κοινών, αλλά σαν μέσο εξυπη­ρέτησης των στενών κομματικών συμφερόντων. Και έτσι μετά το σύνταγμα που απόχτησαν οι Έλλη­νες, ύστερα από αιματηρούς αγώνες και σαν εκπλήρωση καθολικής επιθυμίας τους προσέφερε σαν «δώρο» τη φαυλότητα της συναλ­λαγής ή και τον βούρδουλα του Χωροφύλακα για να ψηφισθούν οι υποψήφιοι που άρεσαν στην κυ­βερνητική φατρία. Δυστυχώς αυτός ο δρόμος —πλην ελαχίστων εξαιρέσεων— θ' ακολουθούνταν από δω και πέρα ως τις μέρες μας. Ήταν ένα τραγικό γλίστρημα της Ελλάδας που θα το έσερνε σαν βαρύ μολύβι στα πόδια της από δω και ύστερα. Κι αυτά όλα έγιναν γιατί η πολιτι­κή στη χώρα μας έγινε σαν επάγ­γελμα, που από πατέρα σε παιδί, διαδέχονται το βουλευτηλίκι και το υπουργηλίκι. Σχηματίστηκε μία κάστα ανθρώπων που νέμονται το μέλι της εξουσίας, χωρίς ποτέ να ενδιαφέρονται στα σοβαρά για τα προβλήματα του τόπου. Αυτοί που πηδούσαν στην εξουσία αύξαιναν τα πλούτη τους, ενώ εκείνοι που τους ψήφιζαν μεγάλωναν τη φτώ­χεια τους και τα άλυτα προβλήματα τους πίεζαν ασφυκτικά[61].
 Η μεγάλη παρένθεσις που ήνοιξεν εις 8/20 Αυγούστου 1841 με την παραίτησιν της κυβερνήσεως Μαυροκορδάτου εφάνη να κλείνη με τον σχηματισμόν της καινούργιας κυβερνήσεως Μαυροκορδά­του 30 Μαρτίου (11 Απριλίου) 1844. Η πρώτη κυβέρνησις άντεξε κάτι περισσότερον από 6 εβδομάδας και έπεσεν με την θέλησιν του Βασιλέως. Η τελευταία αντεστάθη 5 μόλις μήνας και υπέκυψεν εις το εκλογικόν αποτέλεσμα.  

ΠΑΡΑΠΟΜΠΑΙ:

[55] Φωτιάδης Α. σελίς 319.
[56] Από την έκθεσιν του Piscatory προς τον Guizot. Φωτιάδης Δ. Προαναφερόμενον έρ­γον, σελίς 320.
[57] Ούτω δε πάντοτε συμβαίνει όταν επιτελώνται μεταβολαί προώρως, δι ας ούτε προπαρασκευασμένος είναι ο λαός, ούτε προ­έρχονται εκ της ενδομύχου αυτού πεποιθήσεως, αλλ' εξ ολίγων μόνον. Άκαιροι φιλοδοξίαι, απαιτήσεις μη ικανοποιούμεναι πολιτευόμενων και ανικανότητες Μοναρχίας άφρονος και παλιμβούλου εις βαθμόν μέγα φιλυπόπτου, δισταζούσης και αναβλητικής και επί τη διατηρήσει των ξένων εμμενούσης, εδημιούργησαν την 3η Σεπτεμβρίου οι νικηταί της ημέρας ταύτης ήσαν αντάξιοι των ηττημένων λέγει ό κ. Κυριακίδης άτομα κατέβαλαν άτομα έπεσε μία κυβέρνησις και διωρίσθη άλλη· ούτε η μία απέρρεεν από του λαού, ούτε η άλλη' η μία ήτο προϊόν βασιλέως άνευ θελήσεως, περικυκλουμένου υπό ξένων και Ελλήνων αυλοκολάκων η άλλη ήτο αποτέλεσμα της συνεργείας ολίγων ανδρών, ων οι μεν παρεπλανήθησαν υπό ξένων συμβούλων, οι δε επεδίω­ξαν την εγκατάστασιν αυτών εν τη αρχή. Δεν κατελύθη τυραννία τις' διότι ουδόλως τοιαύτη υφίστατο δεν ηνοίχθη μία Βαστίλλη ως ποτέ, τη 14 Ιουλίου επί της μεγάλης Γαλλικής επαναστάσεως, ίνα εξέλθωσιν οι αδίκως κρατούμενοι εργάται του πνεύματος" ηνοίχθησαν κοιναί φυλακαί, αι φυλακαί του Μεδρεσέ και εξήλθον περιτρίμματα της αγοράς.
[58] Ευαγγελίδης. Προαναφερόμενον έργον, σελίς 207-8.
[59] Ότε αφικόμην ενταύθα -γράφει ο Κωλέττης- η κυβέρνησις ευρίσκετο εν τοις χερσί των ανδρών της 3ης Σεπτεμβρίου. Υποχρέωσα εμαυτόν να εισέλθω εις το υπουργικόν συμβούλιον ίνα εξουδετερώσω την επίδρασιν του επαναστατικού στοιχείου. Επέτυχον δέ εις το έργον τούτον. Η Συνέλευσις εδείκνυε τάσεις κινδυνώδεις' έδει δε εξ ενός ν' αγωνισθώ εναντίον τού δημοκρατικού πνεύματος.
[60] Το σύνταγμα του  1844 είναι ένα συμπίλιμα από ξένες πηγές και όχι δημιούργημα του εθνικού πνεύματος.Η Ελλάδα δεν διέθετε ένα Λυκούργο για να νομοθετήσει φθάνοντας την θεωρητική τελειότητα, ούτε ένα Σόλωνα για να ανακαλύψει φάρμακα των υφισταμένων κοινωνικών κακών. Παραβλέφτηκαν οι εθνι­κές ελλείψεις και οι εθνικοί θεσμοί. Το κοινοτικό σύστημα που ο Καποδίστριας το είχε παραμορφώσει και που ο Μάουρερ το είχε μετατρέψει σε μηχανή για να φορέσει τις χειροπέδες του συγκεντρωτισμού στους τοπι­κούς άρχοντες, ούτε αναζωογονήθηκαν σαν άμυνα των δικαιωμάτων του λαού, ούτε προσαρμοσθήκανε για να βοηθήσουν την πρόοδο της Ελληνικής κοινωνίας.
Το κεφάλαιο του συντάγματος που καθορίζει τα δημόσια δικαιώματα του Έλληνα πολίτη παραλείπει κάθε αναφορά σ' εκείνα τα δικαιώ­ματα που σχετίζονται με τη θέση του σαν κατοίκου ενορίας και σαν μέλους ενός δήμου ή μιας επαρχίας. Πραγματικά παραμελήθηκαν τελείως τα συμφέροντα του πολίτη όσα είναι άμεσα συνδεδεμένα με την περιφέρεια του και την περιουσία του και καθορίστηκαν μόνο οι σχέσεις του με τη νομοθετική εξουσία και την κεντρική κυβέρνηση. Το πνεύμα της μιμήσεως εισήγαγε επίσης στο σύνταγμα της Ελλάδας μερικές αντιφάσεις άκρως βλαβερές για την υπόθεση της ελευθερίας... (Γ. Φίνλεϋ: Ιστορία της Ελληνικής Επα­ναστάσεως, τόμος Β\ σελ. 344-345.
[61]Νικολής. Η  επανάσταση του '21, σελ. 535.


.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου