Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΗΣ 3ης ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1843 ΙΙ

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
Ο ηγέτης του κινήματος έχει όνομα και επώνυμον. Είνε ο Συνταγματάρχης Δημήτριος Καλλέργης [31].
Ο Συνταγματάρχης του ιππικού Δημήτριος Καλλέργης, ο οποίος εστάθη «όργανον της ανάγκης και η πράξις του οικονομία χρόνου»[32] υπηρετούσε εις το Άργος. Εμυήθη εις την συνωμοσίαν από τον ομόφρονα πολιτικώς Μεταξά και εδέχθη ά νευ επιφυλάξεως την αρχηγίαν. Επειδή όμως ήτο πρακτικώς αδύνατον να γίνη η κινητοποίησις του στρατού εις την πρωτεύουσαν με τον αρχηγόν του κινήματος εις το Άργος, εμεθοδεύθη η μετάθεσίς του εις τας Αθήνας. Αι συνθήκαι υπό τας οποίας επραγματοποιήθη η μετάθεσις αυτή είνε και ίσως θα παραμείνουν δια πάντα αδιευκρίνισται. Ένα είνε βέβαιον. Με την ανοχήν ή όχι του υπουργού των Στρατιωτικών Βλαχόπουλου (του ρωσικού κόμματος), ο Καλλέργης θα ευρεθή εις τας Αθήνας όπου «μία ημέρα του Αυγούστου» θα συναντήση τυχαία εις το παζάρι τον Μακρυγιάννη. Ο Μακρυγιάννης που γνωρίζει την επιρροήν του σαραντάχρονου Συνταγματάρχου εις το τακτικόν πεζικόν του προτείνει να «ανταμωθούμεν μίαν ημέραν» πρότασιν, που ο Καλλέργης αποδέχεται και μάλιστα το ίδιον βράδυ. Αν και μυημένος από τον Μεταξάν, ο Καλλέργης αφήνει και τον Μακρυγιάννη να του εκμυστηρευθή το μεγάλον γεγονός και υπόσχεται άνευ επιφυλάξεως την ενεργόν συμμετοχήν του.
Η παρουσία του Καλλέργη και το γενικότερον πολιτικόν κλίμα διαλύουν τας επιφυλάξεις πρώτον του Σπυρομήλιου και εν συνεχεία του «γενναίου καί αγαθού» Σκαρβέλη [33].
Μία πρώτη σκέψις να μυηθούν εις το κίνημα αξιωματικοί της χωροφυλακής απορρίπτεται πρίν ακόμη συζητηθεί [34].
Οι επαναστάται γνωρίζοντες την αφοσίωσιν των ανδρών της Χωροφυλακής εις το νόμιμον καθεστώς και ότι ήτο δύσκολον να ανεύρωσι μεταξύ αυτών επίορκους, δεν επιχείρησαν να τους προσεταιρισθούν και να τους μυήσουν εις τα συνωμοτικά των σχέδια. Αντιθέτως ελάμβανον μυρίας προφυλάξεις ίνα μη υποπέσουν αι μυστικαί των ένέργειαι εις την αντίληψιν των οργάνων της χωροφυλακής, οπότε δεν θα διέφευγον την σύλληψιν και ούτω θα διελύετο ασφαλώς η συνωμοσία. Παρά τας προφυλάξεις των όμως, οι στασιασταί εγένοντο εγκαίρως αντιληπτοί υπό ενός αξιωματικού της Χωροφυλακής [35], ο οποίος έσπευσε να ενημερώση την Κυβέρνησιν και την Αυλήν του Όθωνος περί του παρασκευαζομένου επαναστατικού κινήματος. Και ήτο τόσον λεπτομερής η ενημέρωσις ώστε εις το υποβληθέν αρμοδίως δελτίον πληροφοριών του μοιράρχου εκείνου ανεφέροντο τα περισσότερα ονόματα των στασιαστών, ως και η ημέρα, ή μάλλον η νυξ και η ώρα, καθ' ην επρόκειτο να εκραγή το κίνημα [36]. Η ημερομηνία καθωρίσθη δια την 1ην Σεπτεμβρίου. Το σχέδιον παραλόγως απλοϊκόν αν μείνωμεν εις όσα τουλάχιστον ισχυρίζεται ό Μακρυγιάννης.
Το σύνθημα της εξεγέρσεως θα εδίνετο από τον ίδιον. Εις την οικίαν του θά συνεκέντρωνε ανθρώπους ιδικούς του και απολύτως αποφασισμένους. Με τους πρώτους πυροβολισμούς οι μυημένοι επίτροποι των εκκλησιών θα έκρουον τας καμπάνας δια «να πάρουν χαμπέρι οι πολίτες να ξυπνήσουνε».
Ο στρατός που θα ήκουε την αναστάτωσιν θα εξορμούσε να αποκαταστήση δήθεν την τάξιν αλλά εις την πράξιν θα ενώνετο με τους εξεγειρομένους και όλοι μαζί θα εβάδιζον εις τα Ανάκτορα. Συμφώνως πάντα με τον Μακρυγιάννη:
Έγιναν όλα αυτά' τα έβαλα σε τάξη. Γιόμωσα το περιβόλι μ' ανθρώπους. Μετανογάει ο Καλέργης κι' όλο το ταχτικό, αξιωματικοί και δεν βαρούνε. Τότε προδοθήκαμεν, αλλά δεν ήξεραν ακόμα τι τρέχει η εξουσία. Τότε οι σύντροφοι μου όλοι αυτεινοί και οι πολιτικοί άλλος ή θα κρυφτή εις πρεσβεία κι' αλλος θα φύγη με καΐκι να γλυτώση και ο Μακρυγιάννης κι' όλη του η οικογένεια ήταν εις τόν χαμόν. [37]

 Η θεά τύχη, όμως, είνε με το μέρος των συνωμοτών οι επίτροποι των εκκλησιών φαίνεται ότι δεν έκρουσαν τας καμπάνας και ούτω η με τρόπον  άκαιρον και ασυντόνιστον εξέγερσις  δέν λαμβάνει διαστάσεις φιάσκου. Εν τούτοις τόσο ο Όθων όσο και η κυβέρνησις γνωρίζουν ότι κάτι συμβαίνει. Προληπτικώς δύναμις της χωροφυλακής λίαν πρωϊαν σπεύδει εις την οικίαν του Μακρυγιάννη με επικεφαλής τον Μιχαήλ Τζήνο, ο οποίος  βεβαίως δεν έχει διαταγάς δραστικής  παρεμβάσεως και η εμφάνισίς του αποσκοπεί μάλλον εις εκφοβισμόν. Άλλωστε  όλα εκεί δείχνουν ήσυχα, οι συνωμόται έχουν ήδη διαλυθή με την βοήθειαν της νυκτός, ο ίδιος ο Μακρυγιάννης παριστάνει τον άρρωστον και  ζητά τας καλάς υπηρεσίας των ιατρών  Ζυγομαλά καί Μέντζελου με σκοπό να τους χρησιμοποίηση ως αγγελιοφόρους δια τον Καλλέργην και τον  Μεταξάν. Η κυβέρνησις που μάλλον  πιστεύει (ή εξυπηρετείται να πιστεύεί ότι το χειρότερον έχει παρέλθη εφησυχάζει.Η ισχυρά δύναμις που στέλνει  εις την περιοχήν (η δύναμις της χωροφυλακής ενισχύεται και με δυνάμεις των Σπαρτιατικών ταγμάτων) μας  επιτρέπει εις την καλυτέραν των περιπτώσεων να υποθέσωμεν ότι η κυβέρνησις είχε βασίμους λόγους  να πιστεύη ότι εκεί εις την οικίαν του Μακρυγιάννη εκτύπα η καρδιά της ανταρσίας. Εκ του γεγονότος τούτου  πηγάζει και η αισιοδοξία του υπουργού των Στρατιωτικών Βλαχόπουλου ο οποίος διαβεβαίωνε τον Όθωνα ότι είχε τους κινηματίας εις την καπάντζα (φάκα), ο δε Χριστίδης αποκαλούσε όσα εσχεδίαζον οι συνωμόται «κούνημα» αντί δια κίνημα [40].
Εις τας 2 Σεπτεμβρίου η κυβέρνησις πιστεύει ότι αφ' ου ο κίνδυνος παρήλθεν είνε πλέον ώρα δια μίαν οριστικήν εκκαθάρισιν των λογαριασμών με όλους όσους επιβουλεύονται την ανατροπήν του καθεστώτος.
Συμπληρώνεται ένας κατάλογος συνωμοτών και υπογράφεται διάταγμα  δια σύστασιν στρατοδικείου το οποίον θα δικάση τους υπευθύνους.
Όλα αυτά γίνονται όμως υπό την σκιάν της υπογραφής με την οποίαν η Ελλάς είνε υποχρεωμένη να επικυρώση τας οικονομικάς αποφάσεις της Διασκέψεως του Λονδίνου.
Πληροφορίαι δια τον τρόπον με τον οποίον επέρασαν την ημέραν των οι πρωτεργάται του κινήματος δεν έχομεν. Με εξαίρεσιν τον ήδη υπό παρακολούθησιν Μακρυγιάννη αι ενέργειαι των υπολοίπων καλύπτονται από πυκνόν μυστήριον. Ο πρώτος που εμφανίζεται εις το προσκήνιον αργά το απόγευμα της 2ας Σεπτεμβρίου είνε ο Καλλέργης. Θέλοντας να διασκεδάση τας υποψίας σχετικώς με το σχεδιαζόμενον εγχείρημα κάμνει έφιππος την εμφάνισίν του εις το θέατρον του Μπούκουρα, όπου ένας ιταλικός θίασος είχε ανεβάση μία ιταλική όπερα. Μετά τό τέλος της παραστάσεως έφιππος πάντα έσπευσε να αναζητήση τους πολιτικούς αρχηγούς του κινήματος, τον Μεταξάν και τον Λόντον δια να λάβη τας τελευταίας οδηγίας. Και οι δύο ομοιάζουν εξηφανισμένοι.
Δίχως να χάση τας ελπίδας του (και με καθυστέρησιν μιας ημέρας) παίρνει τον δρόμον δια την οικίαν του Μακρυγιάννη, όπου έπρεπε να είχε ολοκληρωθή η συνάθροισις των πολιτών που θα εστήριζον το κίνημα.

Με είχον βεβαίωση (ο Μακρυγιάννης) ότι έμελλεν, άγων υπερηφάνως πυκνάς φάλαγγας πολιτών, να περικυκλώση εν θριάμβω το παλάτιον. Αλλά τι είδον; Είδον αυτόν μεν φορούντα αντί περικεφαλαίας νυκτερινήν σκούφιαν, τόπον δε πολιτών επέχοντα τα κούρβουλα της αμπέλου αυτού [41].
Ο Καλλέργης κατευθύνεται εις τον στρατώνα του ιππικού. Εις τας άδειας οδούς συναντά πυκνά περίπολα χωροφυλάκων. Διατάζει τους λογχοφόρους να τον ακολουθήσουν και όλοι μαζί κατευθύνονται εις το Μοναστηράκι όπου ευρίσκεται ο στρατών του πεζικού. Εκεί τον αναμένει ο διοικητής του 2ου τάγματος της γραμμής Σκαρβέλης και ο διευθυντής της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων συνταγματάρχης Σπύρο-Μήλιος με τους υπολοίπους συνωμότας. Δίχως να χαθή άλλος χρόνος ο Καλλέργης «αγορεύει προ της φρουράς εξορκίζων αυτήν να συνδράμη το ΄Εθνος, ίνα απαλλαγή της καταστάσεως εις ην έρριψεν αυτό η απολυτοφροσύνη του βασιλέως και η επικρατούσα ξενοκρατία, ανασπά το ξίφος και απειλήσας θάνατον προς πάντα εναντιοθησόμενον, κράζει αυτός πρώτος: ζήτω τό Σύνταγμα»[42].
Και εν μέσω ενθουσιασμού και πατριωτικής εξάρσεως εμφανίζεται εντός της νυκτός εις απρόσκλητος επισκέπτης. Είνε ο Φρούραρχος Πίσσας. Φοβούμενος ότι κάτι κακό συμβαίνει έχει στείλη προληπτικώς έναν λόχον ακροβολιστών να βοηθήση την Χωροφυλακήν και τους άνδρας των Σπαρτιατικών ταγμάτων (λες και δεν ήσαν αρκετοί) εις την πολιορκίαν του Μακρυγιάννη. Τώρα έρχεται να αναλάβη την διοίκησιν του τακτικού Στρατού κάτι που όπως είνε φυσικόν δεν ευρίσκει σύμφωνο τον Καλλέργην. Ο Φρούραρχος άνευ δευτερολογίας ενημερώνεται ότι προληπτικώς τίθεται υπό περιορισμόν.

Εις την οικίαν του Μακρυγιάννη επί τέλους παρουσιάζεται κινητικότης. Πολίται που έχουν υπακούση εις το κάλεσμα του καταφθάνουν εις μικράς ομάδας και τίθενται υπό τας διαταγάς του. Τούτο πυροδοτεί την επέμβασιν των «αναντίων».



Τότε άρχισε το ντουφέκι από τους αναντίους, κι' αυτείνοι οι γενναίοι κι' αγαθοί πατριώτες όλοι, οι εικοσιπέντε από μέσα άπ' ούλους τους αναντίους ρίχτηκαν ως λιοντάρια' τους ρίχτηκαν απάνου τους οι αναντίοι όλοι. Ρίξαν και σκότωσαν μόνον έναν νωματάρχη. Αυτός μόνον εσκοτώθη εις το Σύνταμα' ότι όσα νεργάγει η Θεία Πρόνοια έτζι γένονται. Τότε μπήκαν όλοι μέσα κι' ανάψαμεν το ντουφέκι καί οι μέσα και οι έξω [43].
Την 1ην μετά το μεσονύκτιον ακριβώς ο Καλλέργης δίδει εντολήν να ριχθούν δύο πυροβολισμοί. Είνε το σύνθημα να κινηθή ο Στρατός. Εμπρός έφιππος ο Καλλέργης. Ακολουθούν με τάξιν ο ουλαμός των επιλέκτων (Ιλάρχης Παπαδόπουλος) η μπάντα της φρουράς η οποία επαιάνιζε εμβατήρια και όπισθεν της το 2ο τάγμα της γραμμής (Σκαρβέλης και Ροδίτης). Ο 2ος λόχος ακροβολιστών (Σπηλιωτόπουλος) έχει ρόλο οπισθοφυλακής. Η πορεία προς τα ανάκτορα γίνεται δια των οδών Αιόλου και Ερμού. Παράλληλα εις λόχος ακροβολιστών κινείται προς την οικίαν του Μακρυγιάννη προκειμένου να διασπάση την πολιορκίαν της Χωροφυλακής, ενώ μικρά δύναμις κατευθύνεται προς το παλαιόν τουρκικόν ιεροδιδασκαλείον το οποίον έχει μετατραπή εις φυλακάς (Μεντρεσές) δια να απελευθερωση τούς κρατουμένους τούς οποίους εν συνεχεία θα οδηγούσε προς τα ανάκτορα. Η πρόθεσις είνε εμφανής [44].
Eκείνη την νύκτα αγρυπνά και ο Βασιλεύς. Γνωρίζει δια την προπαρασκευαζόμενη εξέγερσιν από την προηγουμένην νύκτα όταν συνέβησαν τα γνωστά γεγονότα εις την οικίαν του Μακρυγιάννη. Δεν φαίνεται να συμμερίζεται την αισιοδοξίαν ούτε του Χριστίδη, ούτε του Βλαχόπολου δια τούτο έχει ζήτηση από τον στρατόν να ευρίσκεται εις επιφυλακήν.
Τήν 11ην ή 12ην ώραν ήκουσα επαναλαμβανόμενους πυροβολισμούς εις το ύποδειχθέν μέρος και ο υπασπιστής ο οποίος ήτο μαζί μου, ύπέθεσεν ότι όλοι οι συνωμόται θα είχον συλληφθή. Αιφνιδίως ηκούσαμεν κραυγάς εξ άλλης κατευθύνσεως, από το κέντρον της πόλεως και δεν εβράδυνεν όλον το ιππικόν και το πεζικόν, αντί να παραταχθή προ των Ανακτόρων, με το άκουσμα του πρώτου πυροβολισμού, ως ειχε διαταχθή, νά βαδίση εναντίον αυτών μέ τήν κραυγήν «Ζήτω τό Σύνταγμα». Ευθύς αμέσως έφθασε καί τό πυροβολικόν. Εν πυροβόλον ετοποθετήθη προ της κυρίας πύλης και εγεμίσθη. Μόνον η ανακτορική φρουρά διπλασιασμένη κατά τας διαταγάς μου, μου παρεστάθη νομιμόφρων.Η πίστις της με συνεκίνησε μέχρι δακρύων. Απέστειλα τον Υπουργόν των Στρατιωτικών (Βλαχόπουλον) και τον γενναίον μου πρώτον υπασπιστήν Γαρδικιώτην Γρίβαν κάτω, δια να καλέσουν τον στρατόν να πειθαρχήση. Συνελήφθησαν αμφότεροι. Πιστεύω, πριν δυνηθούν να απευθυνθούν εις τό πεζικόν. Εν τω μεταξύ τα στρατεύματα είχον όλα συγκεντρωθή, αλλά αρκετά μετά ενεφανίσθη καί λαός. Οπωσδήποτε όχι πολυάριθμος. Από του έξώστου [45] εκάλεσα τον αρχηγόν των επαναστατών, τον Συνταγματάρχην των λογχοφόρων Καλλέργην, να αποσύρη τα στρατεύματα, λέγων ταυτοχρόνως ότι θα ικανοποίουν τας επιθυμίας των, άλλ' επεθύμουν να συνομιλήσω με τους αρμοδίους αξιωματούχους. Η αγάπη μου δια τον λαόν θα με υποστηρίξη εις τούτο. Τα στρατεύματα ήσαν αρκούντως μακράν δια να ακούσουν τους λόγους μου. Τότε εξέδωσα προκήρυξιν, εις την οποίαν έλεγον ότι θα ηρχόμην εις συμφωνίαν με τους πρεσβευτάς των τριών φιλικών Μεγάλων Δυνάμεων και, οπωσδήποτε, πολύ πρωί. Αλλ' όλα ματαίως. Η συνεχής κραυγή «ζήτω το Σύνταγμα», συχνά αναμιγνυομένη με το «ζήτω ο Βασιλεύς», δεν διεκόπτετο [46].

Ο Όθων δεν υποχωρεί. Απευθυνόμενος προς τον συγκεντρωμένον στρατόν δίδει προσωπικώς την εντολήν: «Απέλθετε εις τους σταθμούς υμών».



H στιγμή είνε κρίσιμη. Με ετοιμότητα ο Καλλέργης δίδει με βροντερή φωνή το πρόσταγ­μα:
«Προσοχή».
Ο ήχος των τύμπανων καταπνίγει την βασιλικήν εντολήν.
Τελευταία λύσις δια τον Όθωνα είνε το πυροβολικόν. Από την οπισθίαν θύραν των ανακτόρων ο διαγγελεύς Στάινδορφ επιχειρεί να διαβιβάση μήνυμα προς τον λοχαγόν του πυροβολικού Σχινά να  προσέλθη μετά των πυροβό­λων του. Η απόστασις δεν είνε μεγάλη μέχρι την οδόν Σταδίου, εις την  περιοχήν της πλατείας Όθωνος, όπου ευρίσκοντο οι στρατώνες του πυροβολικού. Συ­ναντά τον αναποφάσιστον Σχινά και του μεταφέρει την διαταγήν να διασπάση με τα πυροβόλα του την πολιορκίαν των ανακτόρων. Ο Σχινάς τον διαβεβαιώνει ότι θα πράξη το καθήκον του και δίδει εντολή  να ζεύξουν εις τους ίπ­πους τα τέσσερα πυροβόλα της φρουράς των Αθηνών.
Με τους υπουργούς εις κατ' οίκον περιορισμό και τον στρα­τόν να ελέγχη τα δημόσια κτίρια και  πρακτικώς ολόκληρη την πόλιν, το κίνημα φαίνεται να έχη επικρατήση. Η χωροφυλακή ακέ­φαλη δεν  έχει καμία δυνατότητα αποτελεσματικής δράσεως ως  οργανική μονάς. Εν τούτοις και δια αρκετή ώρα μεμονωμένα τμήματα της χωροφυλακής επιχειρούν να διατηρή­σουν την διασαλευθείσαν τάξιν. Μετα­ξύ αυτών ήσαν και οι έφιπποι χωροφύ­λακες του μοιράρχου Κουτσογιαννόπουλου, που κάπου υψηλά εις την οδόν Ερμού προσπαθούσαν να παρεμποδί­σουν την προώθησιν του αρχικώς ελαχίστου περιέργου πλήθους  προς την πλατείαν των Ανακτόρων.
Εν τω μεταξύ εις την οικίαν του Μακρυγιάννη η επέμβασις του στρα­τιωτικού σώματος έχει υποχρεώ­σει τους χωροφύλακας να απο­συρθούν. Οι πρώην πολιορκημέ­νοι με επί κεφαλής τον Μακρυ­γιάννη κινούνται και αυτοί βια­στικά προς τα ανάκτορα.
Την ίδια ώρα ο Καλλέργης που ήδη ευρίσκεται έμπροσθεν των ανακτόρων είνε ανήσυχος. Δεν βλέπει πέριξ του λαό, εις θέσιν να δώση εις το όλον εγχείρημα την εικόνα μιας λαοπροβλήτου επαναστάσεως.
Ακόμη και αυτοί οι ποινικοί κρατούμενοι που έπρεπε να είχον ήδη απελευθερωθή δεν ενδιαφέρονται να δώσουν το παρόν των αυτή την ιστορικήν ώρα. Φανερά εκνευρισμένος στρέφεται προς τον Δήμαρχον των Αθηνών Δ. Καλλιφρονά:
— Που είνε ο λαός σας κύριοι;
— Ο λαός δεν ήτο βέβαιος περί των διαθέσεων του στρατού, αλλά τώρα θα προσέλθη, είνε η απάντησις.
Δια μεγαλυτέραν σιγουριά εις λόχος λαμβάνει διαταγή να περιδιαβή με σάλπιγγας και μουσική μπάντα εις τας οδούς να αφυπνήση όσους εκοιμούντο εκείνη την ώραν της νυκτός.
Επί τέλους κάμνει και την εμφάνισίν του και ο Μακρυγιάννης με το λάβαρόν του. Τον ακολουθούν όχι περισσό­τεροι από σαράντα άνδρες. Ο ερχομός του γίνεται δεκτός με ζητωκραυγάς. Σιγά-σιγά καταφθάνουν καi οι πολίται. Αρκετοί εξ αυτών, κατά ομολογία του ιδίου του Μακρυγιάννη «Χάλευαν να μπούνε από τα παραθύρια εις το παλάτι».
Η κατάστασις είνε κρίσιμη. Ο κίνδυ­νος να χαθή ο έλεγχος επί των συγκε­ντρωμένων μεγάλος.
O Μακρυγιάννης προσπαθεί να παρέμβη «πυροσβεστικά» δίνοντας πα­ράλληλα το ιδικόν του στίγμα της εξεγέρσεως.

Εμείς θέλομεν να μας δώση ο Βασιλέας μας εκείνο οπού αποχτήσαμεν με το αίμα μας και θυσίες μας· οπού και υπεσκέθη· κι' ως σήμερον το καταπάτησε ο Καποδίστριας. Οι Δυνάμεις τον οδήγησαν να μας δώση σύνταμα, όταν τον αναγνώρισαν βασιλέα μας και ήρθε εδώ' και υπεσκέθη' κι' ως σήμερον δεν το 'βαλε σ' ενέργεια. Να το βάλη τώρα και είναι Βασιλέας μας. Καί να μας κυβερνάγη συνταγματικώς. Δι' αυτό, αδελφοί, σηκωθήκαμεν και κιντυνέψαμεν, κι' όχι να κάμωμεν αταξίες· ούτε εις το περιβόλι να μην πλησίαση κανένας και πει­ράξετε ούτ' ένα φύλλο».[47]

Από τα ανάκτορα και ύστερα από αυτό τον σύντομον αλλά θερμόν λόγον προς τους συγκεντρωμένους, ο  Μακρυγιάννης κατευθύνεται προς το Συμβούλιον της Επικρατείας εις τας αρχάς της οδού Ερμού, όπου και συναντά τους πολιτικούς αρχηγούς του κινήματος (των) Μεταξά, Λόντο και Ζωγράφου οι οποίοι επί τέλους κάμνουν την εμφά­νισίν των. Όλοι θεωρούν επιβεβλημέ­νη την έκτακτην σύγκλισιν του Συμβουλίου αλλά αι καλαί προθέσεις από μόνες των δεν αρκούν. Εντός της παραζάλης των στιγμών ουδείς έχει προνοήση να εξασφαλίση τον αναγκαίον φωτισμόν του κτιρίου. Καινούργιαι καθυστερή­σεις διά να ευρεθούν λυχνάρια και κεριά εκ των πέριξ οικιών. Εν τω μεταξύ ένας-ένας φθάνουν και οι κ.κ. σύμβουλοι που έχουν ειδοποιηθή να σπεύσουν κατεπειγόντως.
Την ιδίαν περίπου ώραν οι πρεσβευταί των Μεγάλων Δυνάμε­ων οι οποίοι και αυτοί αγρυπνούν ανταλάσσοντας σκέψεις και από­ψεις εις την ρωσικήν Πρεσβείαν, κρίνουν ότι έχει έλθη η κατάλλη­λη στιγμή να επισκευθούν την οικίαν του υπουργού των Εξωτε­ρικών Ρίζου Νερουλού. Πρόθεσίς των είνε να βολιδοσκοπίσουν τας διαθέσεις της Κυβερνήσεως ενώ­πιον όσων διαδραματίζονται εις την πρωτεύουσαν.
Εύρον δ' αυτόν μόνον καθ' εαυτόν και εντελώς καταλιπόντα εαυτόν εις το ειμαρμένον. Οι πρώτοι προς ημάς λόγοι αυτού ήσαν ότι του κινήματος όντος γενικού και αναπότρεπτου, ούτε αυτός ούτε οι άλλοι του Βασιλέως υπουργοί ηδύναντο ν' αντιτάξωσι ουδέν εις αυτό άλλως τε δεν είχεν ιδεί τους συναδέλφους αυτού και εθεώρει αυτούς αδυνατούντας να συνέλθωσι εις συμβούλιον.[48] Την 4ην πρωινήν όταν έχουν  συγκεντρωθή οι περισσότεροι σύμβουλοι της Επικρατείας, ο λοχαγός Τριαντάφυλλος Λαζαρέτος ως εκπρόσωπος του στρατού ενημερώνει τους συμβούλους από τους οποίους αρκετοί ήσαν μυ­ημένοι, δια τα τελευταία γεγονότα και εκφράζει την απαίτησιν του Έθνους δια την σύγκλισιν εθνικής συνελεύσε­ως.
Δυναμικός αντίλογος δεν υπάρχει ούτε δύναται να υπάρξη εις παρόμοιας στιγμάς που διακυβεύεται η επιτυχία ή μη μιας ενόπλου εξεγέρσεως.

Δυναμικός αντίλογος δεν υπάρχει ούτε δύναται να υπάρξη εις παρομοίας στιγμάς που διακυβεύεται η επιτυχία ή μη της ενόπλου εξεγέρσεως . «Η σκηνοθετημένη καλώς υπό του Μακρυγιάννη πίεσις του πλήθους το οποίον εκραύγαζε και εθορυβούσεν έξω»49 προ­σέφερε μία επί πλέον εγγύησιν ότι δεν θα υπήρχον εκπλήξεις.
Μία προκήρυξις συντάσσεται δια χειρός Ε. Σίμου, η οποία έχει απο­δέκτη τον συγκεντρωμένον έμπροσθεν των ανακτόρων στρατόν καί λαόν.



Τό Συμβούλιον της Επικρατείας συνελθόν εις έκτακτον συνεδρίασιν εν τω τακτικώ των συνεδριάσεων καταστήματι την 3 Σεπτεμβρίου περί την 4 π.μ. ώραν έκρινε ομοφώνως εύλογον πριν ή προβή εις άλλας κατά την έκτακτον ταύτην περίπτωσιν αναγκαιούσας εργασίας να εκφράση εν πρώτοις επ' ονόματι της Πατρίδος ευχαριστίας πλήρεις εις τον λα­όν της Πρωτευούσης και την εν τη Πρωτευούση φρουράν και λοι­πόν στρατόν, δια την αξιοθαύμαστον διαγωγήν, την οποίαν έδει­ξαν εις την περίστασιν ταύτην, ενεργήσαντες αφ' ενός με πατριωτισμόν κατά τα συμφέροντα του τόπου, και διατηρήσαντες αφ' ετέρου την μεγαλυτέραν ησυχίαν και τάξιν. Ιδίως καθ' όσον αφορα τον στρατόν το Συμβούλιον κη­ρύττει, ότι το μέρος το οποίον έλαβεν εις το εθνικόν τούτο κίνημα, υπηγορεύθη από την συναίσθησιν της ανάγκης και των συμφερόντων του έθνους και έπραξε σύμφωνα με την τιμήν και το καθήκον και με τα παρά των εθνικών συνελεύσεων προαποφασισθέντα, ενθυμηθείς, ότι ο στρα­τιώτης ελευθέρου έθνους είναι πολίτης πριν ή είναι στρατιώτης.
Το Συμβούλιον προσδοκά την αυτήν διαγωγήν και την αυτήν ευταξίαν και εις το μέλλον μέχρις ου παγιωθή η τύχη της πατρίδος, καθ' όσον αφορά την καθιέρωσιν των θεσμοθεσιών της· απ' αυτώ τούτω παραγγέλλει να προσφέρη ο στρατός όλος τον εξής όρκον:«Ορκίζομαι πίστιν εις την Πατρίδα και εις τον Συνταγματικόν Θρόνον και απαρασάλευτον αφοσίωσιν εις τους κατά τα σήμερον εγκριθησόμενα μέτρα δια της Εθνικής Συνελεύσεως καθιερωθησομένους Συνταγματικούς θεσμούς».
Επομένως το Συμβούλιον της Επι­κρατείας κηρύττει την 3 Σεπτεμβρίου ημέραν εορτάσιμον εις το Έθνος ως παραγωγόν λαμπρού μέλλοντος και κατατάττει αυτήν μετά των λοιπών εθνικών εορτών.
Εν Αθήναις, την 3 Σεπτεμβρίου 1843
Γ. Κουντουριώτης, Π. Μαυρομιχάλης, Π. Νοταράς, Ρ. Τζούρτζης, Α. Μεταξάς, Α. Μοναρχίδης, Λ. Αιδωρίκης, Τάτζης Μαγγίνας, Γ. Αινιάν, Ν. Ζαχαρίτζας, Μ. Ρενιέρης, Α. Μαυρο­μιχάλης, Κ. Καρατζάς, Β. Βουδούρης, Ανδρ. Λόντος, Π. Σούτζος, Α. Πάϊκος, Ν. Γ. Θεοχάρης, Γ. Πραΐδης, Δρ. Μανσόλας, Ρ. Παλαμίδης, Αναστ. Λόντος, Κ. Ζωγράφος, Σ. Θεοχαρόπουλος, Γ. Σπανιολάκης, Ν. Σιλήβεργος, Σ. Τρικούπης, Γ. Ψύλλας.

Ο Γεν. Γραμματεύς Κ. Προβελέγγιος.
Ο εισηγητής Ε. Α. Σίμος.

Αυτή την προκήρυξιν ο Σίμος, συ­νοδευόμενος από τον Ανδρέαν Λόντον, την διαβάζει εις το έμπροσθεν των ανακτόρων συγκεντρωμένον πλήθος.
Ο Καλλέργης εκμεταλλεύεται την ευκαιρίαν να δεσμεύση τον στρατόν με τον όρκον πίστεως «εις την Πατρίδα και τον Συνταγματικόν θρόνον».
Ο Λόντος με τον Σίμον επιστρέφουν εις το Συμβούλιον της Επικρατείας, όπου οι ρήτορες διαδέχονται εις το βήμα ο εις τον άλλον. Το κενόν της πολιτικής εξουσίας αποτελεί τον μεγαλύτερον κίνδυνον όσο περνά η ώρα. Και αι πρώται διαφωνίαι αρχίζουν να διαφαίνονται απειλητικαί. Χωρίς να γίνη λόγος δια αυτούς οι οποίοι έχουν μετανιώση ήδη διά τα όσα διαδραμα­τίζονται ούτε δια όσους ευρίσκουν ολίγον θάρρος να ψελλίσουν κάποιες ενστάσεις πριν σιωπήσουν με την σειράν των, διαφαίνονται ευκρινώς αι πραγματικαί διαθέσεις του ρωσοφίλου κόμματος.
Είνε αληθές ότι προσέχοντας την διατύπωσιν των νοημάτων του, ο Ζωγράφος προτείνει:
«Μη υπαρχούσης πλέον κυβερνή­σεως το καθήκον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι να εγκαταστήση μίαν άλλην, δηλαδή να προτείνη νέους υπουργούς εις τον βασιλέα και κατόπιν να του ζητήση την παραχώρησιν Συντάγ­ματος και την σύγκλησιν Εθνικής Συνελεύσεως. Αν ο Βασιλεύς αρνηθεί το καθή­κον του Συμβουλίου είναι να σκευθή επί της περαιτέρω διατηρήσεως του συνταγμα­τικού θρόνου.»

Η τελευταία θέσις του, ριζο­σπαστικά επαναστατική, όπως ήτο φυσικόν δημιουργεί μεγάλην αναστάτωσιν. Το μέχρι εκεί­νη την στιγμήν μέτωπον φαίνεται να διασπάται. Είνε φανερόν ότι ούτε ο Λάϊονς ούτε ο Πισκατόρι δέχονται να στηρίξουν τας α­κραίας θέσεις του Κατακάζι. Α­πομονωμένοι οι ρωσόφιλοι υπο­χρεώνονται προς στιγμήν να βά­λουν νερό εις το κρασί των. Η συζήτησις επιστρέφει και πάλι εις το θέμα που αφορά την συγκρότησιν νέας κυβερνήσεως.
Αυτή η άλλη κυβέρνησις συντάσσε­ται δια χειρός του εκπροσώπου του «επαναστατημένου λαού» Μακρυγιάν­νη, ο οποίος επιχειρεί φιλότιμα να κράτηση πολιτικάς ισορροπίας συμβι­βάζοντας τα ασυμβίβαστα.
Πρωθυπουργός &Υπ. των Εξωτερικών Α. Μεταξάς
Υπουργός των Στρατιωτικών Ανδρέας Λόντος
Υπουργός των Ναυτικών Κωνσταντίνος Κανάρης
Υπουργός της Δικαιοσύνης Λέοντας Μελάς
Υπουργός του Εκκλησιαστικού Μιχαήλ Σχινάς
Υπουργός των Οικονομικών Δρ. Μανσόλας
Υπουργός των Εσωτερικών Ρήγας Παλαμήδης
Το Συμβούλιον εδέχθη την σύνθεσιν άνευ αξιόλογων διαμαρτυριών.
Αφ' ου ολοκληρώθη η σύνθεσις της κυβερνήσεως έρχεται η σειρά των διαταγμάτων. Τρία διατάγματα συ­ντάσσονται: Το πρώτον αφορά τον όρκον τον οποίον προ ολίγου ο στρα­τός έδωσε εις το Σύνταγμα. Το δεύτε­ρον έχει να κάμνη με τον διορισμόν των υπουργών της καινούργιας κυβερ­νήσεως. Τθ τρίτον προβλέπει την σύγκλησιν εντός ενός μηνός εθνικής συνελεύσεως η οποία θα συντάξη το Σύνταγμα του κράτους.
Το δύσκολον δεν έχει γίνη ακόμη. Εν βασανιστικόν πρόβλημα γεννάται. Ποιοί θα πάνε εις τον Βασιλέα τα διατάγματα προς υπογραφήν; Εθελονταί δεν υπάρχουν και η ώρα περνά. Τα πρωτοπαλήκαρα του κινήματος συνειδητοποιούν ότι  πρέπει να διαθέτουν μεγάλα αποθεματα τόλμης και θάρρους για να αντικρύσουν, ύστερα από όλα αυτά, τον Ηγεμό­να εις τα μάτια.



 









ΠΑΡΑΠΟΜΠΑΙ:
[31] Συμφώνως με τον Κ. Παπαρρηγόπουλο: «Ο Καλλέργης ήτο γενναίος και τίμιος στρατιώτης και είχε προσφέρει πολλά κατά τον αγώνα της ελευθερίας. Ήτο όμως κενόδοξος, εγωπαθής, επιπόλαιος φιλέκδικος. Κατ' απαίτησιν των Γάλλων ανέλαβε το υπουργείον των Στρατιωτικών, αφού έθεσεν ως όρον και επέτυχε να απομακρυνθούν από την βασιλικήν αυλήν επιφανείς ήρωες ή υιοί ηρώων της Ανεξαρτησίας, τους οποίους εθεωρούσε προσωπικούς του εχθρούς. Κατόπιν ήρχισε να παύη και να καταδιώκη όλους τους επιφανείς ανωτάτους λειτουργούς, καθηγητάς του Πανεπιστημίου και δημοσιογράφους οι οποίοι κάποτε είχον θίξει την φιλαυτίαν του. Αλαλάζων, δια τας μετά του Ναπολέοντος Γ' προσωπικάς του σχέσεις και στηριζόμενος εις τήν θερμήν υποστήριξιν του Γάλλου πρεσβευτού και των γαλλικών στρατευμάτων, είχε καταντήσει αληθής τυραννικός δικτάτωρ. Η συμπεριφορά του προς τον βασιλέα και την βασίλισσαν ήτο βάναυσος και απρεπής». (Επίτομος Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, σελίς 814).
[32]Ζ.Παπαντωνίου Όθων ,σελ 55.
[33]Ίσως να είνε μία εκ των ιδιοτροπιών της ιστορίας το γεγο­νός ότι μία γαλλόφιλη κυβέρνησις έχει υπουργό των Στρατιωτικών που ανήκει εις το ρωσικόν κόμμα ο οποίος τουλάχιστον ανέχεται την μετάθεσιν του Καλλέργη (που ανή­κει εις το ρωσικόν κόμμα) εις τας Αθήνας ο οποίος με την σειράν του μυεί τους ανήκοντες εις το ρωσικόν κόμμα Σκαρβέλη και Σπυρομήλιο.
[34] Την εποχήν που περιγράφωμεν ήτο εξαιρετική τιμή και ιδιαιτέρα βασιλική εύνοια να γίνη κάποιος δεκτός εις την Χωροφυλακήν, η οποία ως γνωστόν ιδρύθη με το Βασιλικόν Διάταγμα της 20ης Μαΐου του 1833. Απόδειξις τούτου είνε ότι εδέχθησαν να το πλαισιώσουν με τον βαθμόν του μοιράρχου ή του υπομοιράρχου δαφνοστεφείς στρατη­γοί της Εθνεγερσίας και χιλίαρχοι του Στρατού επί Καποδιστρίου. Αξίζει τον κόπον ενδεικτικώς να μνημονεύσωμεν τους στρατηγούς Ν. Πετμεζά, Α. Μαυρομιχάλη, Κ. Βλαχόπουλο, Ηλ. Πανά, τον πρώην φρούραρχον Μεσολογγίου Δ. Δεληγιώργη, τον χιλίαρχον του άτακτου Στρατού Ι. Βελέντζα, τον λοχαγόν του ιππικού Μιχ. Σισίνη, τους λοχαγούς του πυροβολικού Γ. Κλεώπα και Δ. Κουτσογιαννόπουλο, τους αξιωματικούς του άτακτου Στρατού Μ. Γρίβα, Δ. Τζήνο, Γ. Μανιάτη, Γ. Παλάσκα και άλλους πολλούς. Αρχικώς η αρχηγία του Σώματος επροτάθη εις τον στρατηγόν Μακρυγιάννη, ο οποίος είχε ήδη επιτυχημένη θητεία ως αρχηγός της Πολιταρχίας επί κυβερνήσεως Καποδιστρίου, αλλά η άρνησις του τελευταίου (το αίτημα του ήτο να εισέλθουν εις το Σώμα όλοι οι αξιωματικοί του άτακτου Στρατού και να καθιερωθή ως στολή του σώματος η φουστανέλλα) οδήγησε εις την επιλογήν του Γάλλου συνταγματάρχου Φραγκίσκου Γκραγιάρ.
[35] Μοίραρχος Α. Καραγιαννύπουλος.
[36] Σκανδάμης: Προαναφερόμενον έργον, σελίς 562.
[37] Μακρυγιάννης: Προαναφερόμενον έργον, σελίς 299.
[38] Τις καμπάνες πήγε ο δήμαρχος προδότης Ανάργυρος Πετράκης κι' ο αστυνόμος Μιμίκος Μισαραλιώτης και οι οπαδοί τους και δεν άφησαν να βαρέσουν Μακρυγιάννης. Προαναφερόμενον έργον: σελίς 303.
[39]
[40]
[41]
[42]
[43]
[44]
[45] «Τότε φανείς ο Βασιλεύς μετά του συνταγματάρχου Χές, εις μίαν θυρίδα των κατωτέρων του παλατιού, των απέναντι της πλατείας, προσκαλεί τον Καλλέργην και τον ερωτά τι δηλοί το κίνημα τούτο των στρατιωτών. Ο Καλλέργης αποκρίνεται ότι λαός και στρατός ζητούν το Σύνταγμα. Ας διαλυθώσιν, είπεν ο Βασιλεύς και θέλω φροντίσει περί της αιτήσεως των. Μεγαλειότατε, απήντησεν ο Καλλέργης, δεν θέλουν διαλυθή, εως ου η Υ.Μ. δεν αποφασίση μετά του Συμβουλίου της Επικρατείας». Βλέπε καί περιγραφή Φωτιάδη. Προαναφερόμενον έργον, σελίς 308-310.
[46]Επιστολή τού 'Όθωνος πρός τόν πατέρα του μέ ημερομηνία 3/13 Σεπτεμβρίου 1843.
[47] Προαναφερόμενον έργον, σελίς 303.
[48] Κοινή έκθεσις τών Πρέσβεων τών Μεγάλων Δυνάμεων εις τόν Καρολίδην. (Προαναφερόμενον έργον, τόμος Β\ σελίς 445-9).
[49] Παπαρρηγόπουλος. Προαναφερόμενον έργον, σελίς 804.
[50] Ο Αναστάσιος Λόντος και ο Κ. Προβελέγγιος παρά την «επιστράτευσιν» ηρνήθησαν να σταθούν εις το ύψος των περιστάσεων. Ηναγκάσθησαν να υπακούσουν μόνο όταν ετέθη εις σοβαρόν κίνδυνο η σωματική των ακεραιότης. Εις τους μετανοιωμένους αυτούς ας προστεθεί καί ο Δημήτριος Καλλέργης, ο οποίος σύμφωνα με τον Μακρυγιάννη πριν περάσουν τρεις ημέραι από το κίνημα «γονάτισε εμπρός του καί του έλεγε να τον συχωρέση δι' αυτό οπού έκαμεν». (Προαναφερόμενον έργον, σελίς 304). Δια τον Ανδρέα Λόντο αι τύψεις θα έλθουν τρία έτη αργότερον βλέποντας τα πολιτικά παράγωγα και υποπαράγωγα της νυκτός εκείνης ηυτοκτόνησεν εις τας 27 Σεπτεμβρίου (9 Όκτωβρίου) με μία σφαίρα εις το στόμα.

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου