Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

ΣΙΤΣΑ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ: ΤΟ ΑΛΕΞΙΠΤΩΤΟ


 
Μιλούσε στη νεαρή γυναίκα του για το φευγιό και τα μάτια του ήτανε γεμάτα από μια παράξενη λάμψη. Σαν να πήγαινε για το πιο μεγάλο της ζωής του πανηγύρι. Την έσφιξε βιαστικά, σήκωσε ψηλά με τα δυο του χέρια το μικρό του αγόρι, το φίλησε γλυκά και γύρισε να φύγει. Κλείνοντας την πόρτα του κήπου άκουσε τη χαδιάρικη φωνή του γιου του, που του 'δινε τη στερνή του παραγγελιά:
-Ένα αληθινό αρεοπλάνο να μου φέρεις, μπαμπά... τ' ακούς; 

Ο Αλέκος Φτέρης από δεκαπέντε μέρες ζούσε σαν σε παραμύθι. Γιατί παραμυθένιες ήτανε οι ελληνικές επιτυχίες και οι ελληνικές νίκες. Χωμένος μαζί με άλλους σε κάποιο δασάκι μιας βουνοπλαγιάς, όργωνε με το σιδερένιο πουλί του τον ουρανό πάνω από τις κορφές της Πίνδου, εκτελώντας πάντα με επιτυχία την αποστολή του. Δυο ήτανε τώρα πάνω εκεί οι αγάπες του. Η μηχανή του και ο γιος του. Ήξερε κάθε της καπρίτσιο, ένοιωθε κάθε της τίναγμα, σαν που ένοιωθε κάθε της δικής του καρδιάς χτύπο. Και ο γιος που του ετοίμαζε με τόση αφοσίωση το «αληθινό αρεοπλάνο» στις ώρες της λίγης του τώρα ησυχίας. Αξίζει τον κόπο να αγωνίζεται κανείς για τα παιδιά, για όλα τα παιδιά της πατρίδας, έλεγε συχνά στη γυναίκα του, όταν αυτή δειλά του φανέρωνε το φόβο της για τον ακράτητο ενθουσιασμό του.
Η αφίσα του ΓΕΣ για το 2006
Καθισμένος και ζωσμένος στη θέση του, άκουγε αυτή τη στιγμή τη μηχανή του να σκορπίζει στο γαλανό ουρανό το ρυθμικό της τραγούδι κι αναθυμόνταν τη χαδιάρα του παιδιού του φωνή, όσο κι αν ήτανε αυτά τα δυο πράγματα ασυμβίβαστα. Μέσα στην ψυχή του ζούσαν αδερφωμένα.
Πετούσε στη δεξιά φτερούγα του σμήνους, που προστάτευε. Τρία βομβαρδιστικά στη μέση και εξ καταδιωκτικά στα πλευρά τραβούσαν να χτυπήσουν ένα εχθρικό αεροδρόμιο. Ο Αλέκος Φτέρης δεν ξεχνούσε και τα παιγνίδια του. Κείνη τη μέρα ήτανε τόσο εύθυμος. Οι ελιγμοί του κινούσαν πάντα τον θαυμασμό των συντρόφων του και η απεριόριστη τόλμη του, του είχε δώσει τη φήμη καλού πιλότου.
Το σιδερένιο του πουλί ήτανε τελευταίου τύπου, γλήγορο και ελαφρό. Το αγαπούσε και το καμάρωνε. Ήτανε αληθινά ερωτευμένος μαζί του. Και κάθε φορά που γύριζε από κάποια επιδρομή, μόνον αυτό ‘παινούσε για τις επιτυχίες. Ποτέ δεν έλεγε λόγο για τον εαυτό του.
Όταν έφτασαν πάνω από το σκοπό προσπαθούσαν εχθρικά αεροπλάνα να τους επιτεθούν. Πετούσαν επίμονα δεξιά και αριστερά κι αγωνίζονταν να φθάσουν σε καλή θέση για ν' ανοίξουν κανόνι. Σε λίγο η αερομαχία ήτανε στην φούρια της. Ο καθένας από τους Έλληνες πιλότους ανέλαβε έναν εχθρό. Ήτανε σαν μια μάχη «στήθος με στήθος».
                                                                                         Για τη συνέχεια εδώ       

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου