Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

ΙΟΥΛΙΟΣ ΒΕΡΝ : L' ARCHIPEL EN FEU

 3. Η Ανδρονίκη Στάρκου. [1]


KΑΤΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΟΥΣ χρόνους, όταν ακόμα οι τεράστιες υπόγειες δυνάμεις του Πλούτωνα και του Ποσειδώνα έδιναν σιγά- σιγά σχήμα στη φλούδα της γης, γεννήθηκε και η Ελλάδα. Ένας φοβερός κατακλυσμός τίναζε τη γωνιά αυτή της γης πάνω από τα νερά, ενώ συνάμα, κατάπινε το Αιγαίο, ένα ολόκληρο μέρος της ηπείρου, απ' όπου δε μένουν πια παρά οι κορφές των βουνών της. Οι κορφές αυτές είναι τα σημερινά νησιά. Η Ελλάδα βρίσκεται πραγματικά στην ηφαιστειώδη γραμμή, που απλώνεται από την Κύπρο στην Ιταλία. Φαίνεται πως οι Έλληνες πήραν από το άστατο έδαφος της χώρας τους τη φυσική και ψυχική ταραχή, που τους σπρώχνει στις μεγαλύτερες υπερβολές και στους πιο μεγάλους ηρωισμούς. Με τα φυσικά τους προτερήματα, το ακαταδάμαστο θάρρος, τη φιλοπατρία και την αγάπη της λευτεριάς κατόρθωσαν να λευτερώσουν τη χώρα τους από τη σκλαβιά, όπου τόσους αιώνες αναστέναζε.
Πελασγική κατά τους πανάρχαιους χρόνους, δηλαδή κατοικημένη από φυλές Ασιατικές. Ελληνική  από τον 16ο ως τον 14ο π.Χ. αιώνα με την εμφάνιση των Ελλήνων, που μια τους φυλή, οι Γράοι, θα έδινε σ' αυτή το όνομα της στη σχεδόν μυθολογική αυτή εποχή της Αργοναυτικής εκστρατείας, των Ηρακλείδων και του Τρωικού πολέμου. Πραγματικά Ελληνική από την εποχή του Λυκούργου, με τον Μιλτιάδη, τον Θεμιστοκλή, τον Αριστείδη, τον Λεωνίδα, το Σοφοκλή, τον Ηρόδοτο, τον Θουκυδίδη, το Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και τόσους άλλους. Έπειτα Μακεδονική, με τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο, η Ελλάδα, κατέληξε να γίνει Ρωμαϊκή επαρχία, με τ' όνομα Αχαία το 146 π.Χ. και για μια περίοδο ως 4 αιώνες.
Από την εποχή εκείνη γίνηκαν η μια ύστερ από την άλλη εισβολές στο έδαφος της από τους Βησιγότθους, τους Βανδάλους, τους Οστρογότθους, τους Βουλγάρους, τους Σλαύους, τους 'Αραβες, τους Νορμανδούς, τους Σικελούς. Την κατάκτησαν οι Σταυροφόροι στις αρχές του δέκατου τρίτου αιώνα, χωρίστηκε σε πολλά τιμάρια τον δέκατο πέμπτο αιώνα και στο τέλος, η χώρα αυτή, που τόσο πολύ δοκιμάστηκε και προ Χρίστου και μετά Χριστόν, έφτασε σε θανάσιμη αγωνία, όταν έπεσε στα χέρια των Τούρκων και υποτάχτηκε στη Μουσουλμανική κυριαρχία.
Επί 200 σχεδόν χρόνια, μπορεί να πει κανείς ότι η πολιτική ζωή της Ελλάδας είχε ολότελα χαθεί. Ο δεσποτισμός του Τούρκου δημόσιου υπάλληλου, που αντιπροσώπευε την εξουσία, ξεπερνούσε κάθε όριο. Οι Έλληνες δεν ήταν ούτε προσαρτημένοι, ούτε νικημένοι. Ήταν σκλάβοι κάτω από το ραβδί του πασά, δεξιά τους έχοντας τον ιμάμη ή ιερέα και αριστερά τον τζελλάχ ή δήμιο.
Όμως κάποια ζωή είχε διατηρηθεί μέσα στη χώρα αυτή, που σιγοπέθαινε. Γι* αυτό έμελλε κάτω από τον παροξυσμό του πόνου να ξαναζήσει.
Οι Μαυροβουνιώτες της Ηπείρου το 1776, οι Μανιάτες το 1769, οι Σουλιώτες της Αλβανίας εξεγέρθηκαν και εκήρυξαν την ανεξαρτησία τους. Αλλά το 1804 όλη αυτή η επαναστατική προσπάθεια καταπνίγηκε οριστικά από τον Αλή του Τεπελενίου, τον πασά των Ιωαννίνων.
Ήταν πια καιρός για επέμβαση, αν οι Ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν ήθελαν να γίνει κάτω από τα μάτια τους η εκμηδένιση της Eλλάδας. Πραγματικά, περιορισμένη μόνο στις δικές της δυνάμεις η Ελλάδα δεν ήταν δυνατό παρά να πεθάνει προσπαθώντας να ανακτήσει την ανεξαρτησία της.
Το 1821 ο Αλής του Τελεπενίου εστασίασε κι αυτός κατά του Σουλτάνου Μαχμούτ κι εκάλεσε τους Έλληνες να τον βοηθήσουν. Σε αντάλλαγμα τους υποσχέθηκε την ελευθερία τους. Οι Έλληνες σύσσωμοι ξεσηκώθηκαν. Οι Φιλέλληνες έτρεξαν απ' όλα τα σημεία της Ευρώπης να τους βοηθήσουν. Στα ονόματα αυτά, που δοξάστηκαν για τα ηρωικότερα κατορθώματα, απ' όσα μπορεί να κάνει η αφοσίωση στο δίκιο των καταπιεζομένων, η Ελλάδα πρόστεσε και ονόματα από τις επιφανέστερες οικογένειες της.
Από την αρχή κιόλας, η εξέγερση μεταβλήθηκε σε φονικό πόλεμο, σε "οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος», που προκάλεσε τις πιο φρικιαστικές αντεκδικήσεις.
Το 1821 επαναστάτησαν οι Σουλιώτες και η Μάνη. Στην Πάτρα ο επίσκοπος Γερμανός με το σταυρό στο χέρι, δίνει το πρώτο σύνθημα. Η Πελοπόννησος, η Μολδαβία, το Αιγαίο, μπαίνουν κάτω από τη σημαία της Ανεξαρτησίας. Οι Έλληνες νικητές στη θάλασσα, κατόρθωσαν να κυριέψουν την Τρίπολη. Στις πρώτες αυτές επιτυχίες, οι Τούρκοι απαντούν με σφαγή των Ελλήνων που βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη.
Το 1822. ο Αλής, που πολιορκήθηκε μέσα στο φρούριο στα Γιάννενα, σκοτώνεται άναντρα σε μια συνομιλία, που πρότεινε ο Τούρκος στρατηγός Χουρσίτ. Σε λίγο ο Μαυροκορδάτος κι οι Φιλέλληνες χάνουν τη μάχη της Αρτας Όμως ξανακερδίζουν την υπεροχή τους στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου, που αναγκάζεται ο στρατός του Ομέρ-Βρυώνη να την λύσει με μεγάλες απώλειες.
Το 1823 οι ξένες δυνάμεις αρχίζουν να επεμβαίνουν αποτελεσματικότερα. Προτείνουν στο Σουλτάνο μεσολάβηση. 0 Σουλτάνος όμως δεν δέχεται. Για να υποστήριξει μάλιστα την άρνησή του αποβιβάζει 10.000 Ασιάτες στρατιώτες στην Εύβοια. Δίνει την αρχηγία του τουρκικού στρατού στον υποτελή του Μεχμέτ- Αλή. τον πασά της Αιγύπτου. Σ' αυτούς τους αγώνες αυτού του χρόνου σκοτώθηκε ο Μάρκος Μπότσαρης, ο πατριώτης, που ειπώθηκε γι αυτόν ότι έζησε σαν Αριστείδης και πέθανε σαν Λεωνίδας.
Το 1824, δηλαδή την εποχή που έγιναν τα μεγάλα ατυχήματα για την υπόθεση της Ελευθερίας, αποβιβάστηκε ο λόρδος Μπάιρον, στις 24 του Γενάρη, στο Μεσολόγγι. Την ημέρα του Πάσχα πέθαινε μπρος στη Ναύπακτο, χωρίς να δει το όνειρο του πραγματοποιημένο. Οι Ψαριανοί σφάζονταν από τους Τούρκους και τα Χανιά της Κρήτης παραδίνονταν στους στρατιώτες του Μεχμέτ Αλη. Μονάχα οι επιτυχίες στη θάλασσα κατόρθωσαν να παρηγορήσουν τους Έλληνες για τις τόσες συμφορές τους.
Το 1825 ο Ιμπραήμ πασάς, γιος του Μεχμέτ Αλή, έκανε απόβαση στην Πελοπόννησο με 11.000 άντρες. Αφού ερήμωσε τη Μεσσηνία και τη Μάνη, πορεύτηκε στο Μεσολόγγι όπου πήρε μέρος στη δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου, που δεν μπορούσε να το κυριέψει ο Κιουτοχής. Κι όμως ο Σουλτάνος του είχε πει: «ή το Μεσολόγγι ή το κεφάλι σου!"
Το 1826, στις 5 του Γενάρη, ο Ιμπραήμ αφού επυρπόλησε τον Πύργο, έφτασε μπροστά στο Μεσολόγγι. Επί τρεις μέρες, έρριξε οχτώ χιλιάδες βόμβες και μύδρους στη πόλη χωρίς να μπορέσει να μπει μέσα. Τρεις εφόδους είχε κάνει μόλο που είχε μπροστά του δυο χιλιάδες πεντακόσιους πολεμιστές, εξαντλημένους ολότελα από την πείνα. Κι όμως θα το πετύχαινε, όταν προπάντων ο Μιαούλης κι ο στόλος του, που έφερνε προμήθειες στους πολιορκημένους, αποκρούστηκε.
Στις 23 Απριλίου, έπειτα από πολιορκία που στοίχισε τη ζωή σε χίλιους εννιακόσιους από τους υπερασπιστές του, το Μεσολόγγι έπεφτε στα χέρια του Ιμπραήμ, κι οι στρατιώτες του έσφαζαν άντρες, γυναίκες και παιδιά, σχεδόν όλους εκείνους που επιζήσανε από τις εννέα χιλιάδες κατοίκους της πόλης.
Τον ίδιο χρόνο οι Τούρκοι με την οδηγία του Κιουταχή, αφού κατάστρεψαν την Φωκίδα και την Βοιωτία, έφτασαν στη Θήβα, στις 10 Ιουλίου, έμπαιναν στην Αττική, περικύκλωσαν την Αθήνα στρατοπέδευσαν σ' αυτήν και πολιόρκησαν την Ακρόπολη, που την υπεράσπιζαν 1500 Έλληνες. Για να υπερασπίσει την Ακρόπολη, που ήταν το κλειδί της Ελλάδας, η νέα Κυβέρνηση έστειλε τον Καραϊσκάκη, έναν από τους πολεμιστές του Μεσολογγίου, και τον συνταγματάρχη Φαβιέρο με το ταχπκό στρατιωτικό σώμα του. Η μάχη που δόθηκε στο Χαϊδάρι, χάθηκε κι ο Κιουταχής μπόρεσε να συνεχίσει την πολιορκία της Ακρόπολης. Στο μεταξύ ο Καραϊσκάκης πολεμούσε στα στενά περάσματα του Παρνασου, νικούσε τους Τούρκους στην Αράχωβα στις 5 του Δεκέμβρη και πάνω στο πεδίο της μάχης έστησε τρόπαιο με τριακόσια κομμένα κεφάλια.
Σχεδόν ολόκληρη η Βόρεια Ελλάδα ξαναβρήκε την ελευθερία της.
Αλλά για να γίνουν αυτοί οι αγώνες, το Αιγαίο δυστυχώς είχε παραδοθεί στις φοβερότερες πειρατικές επιδρομές από όσες είχαν ερημώσει τις θάλασσες αυτές. Κι ανάμεσα σ' αυτούς τους πειρατές αναφερόταν σαν πιο αιμοβόρος, ίσως ο πιο τολμηρός, ο Σακρατίφ. Το όνομα του είχε γίνει ο φόβος κι ο τρόμος σ' όλους τους εμπορικούς λιμένες της Ανατολής.
Μ' όλα αυτά, εφτά μήνες πριν από την εποχή, που αρχίζει τούτη η ιστορία, οι Τούρκοι είχαν αναγκαστεί να καταφύγουν σε μερικά φρούρια της Βόρειας Ελλάδας. Κατά το Φεβρουάριο του 1827, οι Έλληνες είχαν ξανακερδίσει την ανεξαρτησία τους από τον Αμβρακικό κόλπο ως τα όρια της Αττικής. Η τούρκικη σημαία κυμάτιζε μόνο στο Μεσολόγγι, στη Βόνιτσα και στη Ναύπακτο.
Στις 31 Μαρτίου, με την επέμβαση του λόρδου Κόχραν, οι Έλληνες της Βόρειας Ελλάδας και οι Έλληνες της Πελοποννήσου έπαψαν τις αναμεταξύ τους έριδες. Ετοιμάζονταν να μαζέψουν τους αντιπρόσωπους του Έθνους σε μια και την ίδια συνέλευση στην Τροιζήνα, και να συγκεντρώσουν την εξουσία σε ένα μόνο χέρι, το χέρι ενός ξένου, ενός Ρώσου διπλωμάτη, Έλληνα την καταγωγή, το χέρι του Καποδίστρια, που καταγόταν από την Κέρκυρα. 
Αλλά η Αθήνα ήταν στα χέρια των Τούρκων. Η Ακρόπολη είχε συνθηκολογήσει στις 5 του Ιούνη. Η βόρεια Ελλάδα αναγκάστηκε να υποταχτεί εντελώς. Την 6η Ιουλίου η Γαλλία, η Αγγλία, η Ρωσία και η Αυστρία υπόγραψαν συνθήκη, με την οποία γινότανε δεκτή η επικυριαρχία της Πύλης, όμως αναγνωριζότανε η ύπαρξη Ελληνικού Έθνους. Έξω απ' αυτό, με μυστικό άρθρο, αναλάμβαναν οι δυνάμεις που υπόγραψαν τη συνθήκη, την υποχρέωση να συνενωθούν κατά του Σουλτάνου, αν αυτός αρνιόταν να δεχτεί μια ειρηνική λύση.
Τέτοια είναι τα γενικά γεγονότα του αιματηρού εκείνου πολέμου, που πρέπει να τα θυμάται ο αναγνώστης, γιατί έχουν σχέση μ* αυτά που ακολουθούν.
File:'The Archipelago on Fire' by Léon Benett 01.jpgΑς δούμε τώρα ποια είναι τα ιδιαίτερα γεγονότα, που συνδέονται μαζί τους πιο άμεσα τα γνωστά μας πια πρόσωπα κι όσα θα γνωρίσουμε μέσα σ' αυτή τη δραματική ιστορία.

Πρώτα-πρώτα πρέπει ν' αναφέρουμε την Ανδρονίκη Στάρκου, τη χήρα του τίμιου πατριώτη Στάρκου. Στον αγώνα αυτόν για την απολύτρωση της πατρίδας, δεν πολεμήσανε μονάχα άντρες, μα και ηρωικές γυναίκες, που τα ονόματα τους θα μείνουν δοξασμένα στην ιστορία της εποχής εκείνης.
Από αυτές μια είναι η Μπουμπουλίνα η Σπετσιώτισσα. Άλλη, που πρέπει να μπει στην ίδια γραμμή με τη γενναία Σπετσώτισσα, είναι η Μαντώ Μαυρογένους.

Ηρωικά, όπως κι οι δυο τελευταίες, πολέμησε κι η χήρα Στάρκου. Με τ' όνομα της μονάχα, Ανδρονίκη, ρίχτηκε κι αυτή στον πόλεμο, γιατί διψούσε εκδίκηση και λευτεριά.
Στα 1821 πήγε με τους Μανιάτες που ξεσήκωσε ο Κολοκοτρώνης. Πήρε μέρος σε όλες τις μάχες, στην Καρύταινα, στο Βαλτέτσι, όπου κατατροπώθηκε ο στρατός του Μουσταφά μπέη. Στις 5 Οκτωβρίου η πρωτεύουσα της Πελοποννήσου αναγκάστηκε να παραδοθεί και παρά τη συμφωνία, που είχανε κάνει, κυλίστηκε στο αίμα και στη φωτιά τρεις ολόκληρες μέρες. Δέκα χιλιάδες Τούρκοι σκοτώθηκαν, μικροί και μεγάλοι, άντρες και γυναίκες.
Τον ερχόμενο χρόνο, στις 4 Μαρτίου, η Ανδρονίκη πολεμούσε με το Μιαούλη. Μετά πέντε ώρες τρομερό αγώνα οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να φύγουν και να ζητήσουν καταφύγιο στη Ζάκυνθο. Τότε, πάνω σ' ένα εχθρικό καράβι, η Ανδρονίκη αναγνώρισε το γιο της, που οδηγούσε τους Τούρκους. Τη μέρα εκείνη, μη θέλοντας πια να ζήσει ύστερ' απ' αυτή τη μεγάλη ντροπή, η Ανδρονίκη ρίχτηκε με λύσσα στον αγώνα, γυρεύοντας το θάνατο. Μα ο θάνατος δεν την ήθελε ακόμα.
Image illustrative de l'article L'Archipel en feu
Κι όμως, ο Νικόλας Στάρκος βυθίστηκε ακόμα περισσότερο στον εγκληματικό του δρόμο. Ύστερα από λίγες μέρες ενώθηκε με τον Καρά Αλή, που έκαιγε τη Χίο. Πήρε μέρος στις τρομερές σφαγές. Εικοσιτρείς χιλιάδες Χριστιανοί χάθηκαν, χωρίς να λογαριάσουμε σαράντα εφτά χιλιάδες που πουλήθηκαν σκλάβοι στα παζάρια της Σμύρνης. Κι ένα από τα μπαρμπαρέζικα καράβια, που πήγαιναν να πουλήσουν τους δυστυχισμένους αυτούς στα παράλια της Αφρικής, είχε καπετάνιο το γιο της Ανδρονίκης, το Νικόλα Στάρκο.
Σε λίγο όμως νέα τρομερή εποχή αρχίζει για τους Έλληνες. Ο αιγυπτιακός στρατός ενώνεται με τον τουρκικό, οι εχθρικές δυνάμεις δεκαπλασιάζονται. . . Απαίσια εποχή, κυρίως για το Μοριά. Ο Ιμπραΐμ ξαπόλυσε τους άγριους Αραπάδες του, πιο απάνθρωπους κι από τους Τούρκους. Η Ανδρονίκη, ήτανε μαζί με τις τέσσερις χιλιάδες τους αγωνιστές, που κατόρθωσε να μαζέψει ο αρχιστράτηγος της Πελοποννήσου Κολοκοτρώνης. Μα ο Ιμπραΐμ έβγαλε 11.000 άντρες στη μεσσηνιακή ακτή και χύθηκε πρώτα στην Κορώνη και στην Πάτρα. Έπειτα κυρίεψε το Ναυαρίνο, που το φρούριο του θα του χρησίμευε για βάση στις επιχειρήσεις του και το λιμάνι του για καταφύγιο του στόλου του. Έκαψε ύστερα το Αργός, κυρίεψε την Τριπολιτσά και μπόρεσε έτσι ως το χειμώνα να εξακολουθήσει τις λεηλασίες του. Ιδιαίτερα η Μεσσηνία υπόφερε από τον τρομερό αυτό κατακτητή. Η Ανδρονίκη αναγκάστηκε πολλές φορές να καταφύγει ίσαμε τα βάθη της Μάνης, για να μπορέσει να γλυτώσει από τα χέρια των Αραπάδων. Κι όμως, δεν συλλογιζότανε καθόλου να ησυχάσει.
Και πώς θα μπορούσε μια γενναία ψυχή να ησυχάσει σε μια χώρα σκλαβωμένη; Την ξαναβρίσκουμε στις εκστρατείες του 1826. Έπειτα πηγαίνει με τους ταχτικούς του Φαβιέρου στη μάχη του Χαϊδαρίου, τον Ιούλιο του 1826. Εκεί πληγώθηκε βαριά.
Πολλούς μήνες η Ανδρονίκη πάλεψε με το Χάρο. 0 δυνατός οργανισμός της επί τέλους νίκησε. Ολόκληρο το 1826 όμως ήταν εξαντλημένη και δεν μπόρεσε να ξαναβρεί τις δυνάμεις της, για να πάρει πάλι τα όπλα.
Τότε αποφάσισε να πάει στη Μάνη. Ήθελε να δει το σπίτι της στο Οίτυλο. Μια παράδοξη σύμπτωση έφερε κει την ίδια μέρα και το γιο της. Και ξέρουμε πως η Ανδρονίκη τον καταράστηκε.

Τώρα, μην έχοντας πια τι να κάνει στην πατρίδα της, η Ανδρονίκη έφυγε πάλι για να πολεμήσει τους Τούρκους. Στο σημείο αυτό βρίσκονταν τα πράγματα στις 10 Μαρτίου 1827, τη στιγμή όπου η χήρα του Στάρκου ξανάπαιρνε τους δρόμους της Μάνης, για ν ανταμώσει τους Έλληνες της Πελοποννήσου, που βήμα με βήμα πολεμούσαν ν' απελευθερώσουν την πατρίδα τους από τους άγριους στρατιώτες του  Ιμπραΐμ.

Υποσημειώσεις:
[1]To βιβλίο με τίτλο με τίτλο L'Archipel en feu είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα του Jules Verne, που εκδόθηκε στα  1884. Η ιστορία του εκτυλίσσεται με φόντο τα νησιά του Αιγαίου στα χρόνια της Εθνεγερσίας. Οι όποιες ιστορικές ανακρίβειες  απορροφούνται από την ίδια μυθοπλαστική φύση του έργου και είναι άχαρη η οποιαδήποτε ανάδειξή τους.
Στη συγκεκριμένη ελληνική έκδοση, παρατηρούμε μια μετονομασία των τίτλων των κεφαλαίων (π.χ πρωτότυπος τίτλος του 3ου Κεφαλαίου είναι  το Grecs contre Turcs ) . Η μετάφραση από το  Δ.Π Κωστελένο κρίνεται απόλυτα ικανοποιητική.Το έργο κυκλοφορεί στην ελληνική γλώσσα και με άλλους παρεμφερείς τίτλους .
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου