Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015

PAUL JOSEF GOEBBELS: ΑΠΟ TO RHEYDT ΣΤΑ ΕΔΡΑΝΑ ΤΟΥ ΡΑΪΧΣΤΑΓΚ (3)


3 ΤΑ ΔΥΣΚΟΛΑ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ 
 Το γερμανικό αίτημα για ανακωχή υπογράφεται στις 11 Νοεμβρίου στον σιδηροδρομικό σταθμό του Rethondes (μόλις 8 χιλιόμετρα ανατολικά από τη Κομπιένη). Επί κεφαλής της γερμανικής αντιπροσωπείας είναι ο Matthias Erzberger [1] υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στη Κυβέρνηση του Πρίγκιπα Max von Baden [2] . Πρόκειται για τη λογική και προμελετημένη κατάληξη μιας σειράς διεργασιών και μεθοδεύσεων που θεωρητικά έχει σαν αφετηρία την 29 Σεπτεμβρίου 1918 , ημέρα που η ανώτατη ηγεσία του Στρατού ενημερώνει το Kaiser Wilhelm II [3] και το καγκελάριο, Κόμη Georg von Hertling [4] στο Αυτοκρατορικό στρατηγείο στο Spa, για την απελπιστική στρατιωτική κατάσταση που αντιμετωπίζει η Γερμανία [5].
Από τις 11 το πρωί εκείνης της ίδιας ημέρας τα όπλα των αντιπάλων σιωπούν. Ο πόλεμος στο Δυτικό Μέτωπο έχει πια τελειώσει. Για τον γερμανικό λαό , που μέχρι εκείνη την στιγμή έβλεπε τον στρατό του να πολεμά ακόμα συντεταγμένος εκτός συνόρων, η τραγική είδηση της συνθηκολόγησις, ακούγεται σαν κεραυνός στο κατακαλόκαιρο.
Στο στρατιωτικό νοσοκομείο του Pasewald της Πομερανίας, ένας τραυματισμένος δεκανέας θα θυμηθεί:
" Όλα σκοτείνιασαν γύρω μου' παραπατώντας επέστρεψα στην πτέρυγά μου, όπου έκρυψα το κεφάλι μου ανάμεσα στα μαξιλάρια Εκείνες τις νύχτες το μίσος μου μεγάλωσε, μίσος για τους υπεύθυνους εκείνου του τρομερού εγκλήματος."[ 6]
Το κακό νέο βρίσκει το νεαρό Goebbels στο Wurzburg . Ασφαλώς νοιώθει ανήσυχος για τα πρωτοφανή γεγονότα που εδώ και ημέρες διαδραματίζονται ανεξέλεγκτα πλέον στη χώρα. Καθώς οι ημέρες κυλούν γίνονται όλο και περισσότερο αισθητές οι τραγικές συνέπειες από την υποβαθμισμένη μέχρι τότε εξέγερση των ναυτών στη στρατιωτική βάση του Wilhelmshaven. Κυρίαρχη και παντοδύναμη η επανάσταση μετακινείται ανεξέλεγκτα , από τη μια άκρη της χώρας στην άλλη, πάνω στα υπερφορτωμένα με στρατιώτες και ναύτες τραίνα. [7].
Στο Βερολίνο, η αναγγελία της παραίτησης του Κάιζερ συμπίπτει με την ανακήρυξη της Δημοκρατίας από το τον αρχηγό του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, Φιλίπ Scheidemann  [8].

Η επανάσταση στη Βαυαρία [ 9] και το χάος που βασιλεύει στα ανατολικά σύνορα [10] είναι ένα δύο ακόμα καυτά προβλήματα που η Κεντρική Κυβέρνηση οφείλει να αντιμετωπίσει άμεσα. Από το Rheydt, ο πατέρας του Paul Josef , Φριτς, ανήσυχος για τα όσα πρόκειται να ακολουθήσουν στη χώρα, ζητά από το νεαρό φοιτητή να επιστρέψει πίσω στο πατρικό σπίτι. Μέχρι να το αποφασίσει όμως τον προλαβαίνει η είδηση ότι οι Γάλλοι πέρασαν τα σύνορα και κατέλαβαν τη πόλη. Αλλάζει γνώμη. Παίρνει το δρόμο για τη Κολωνία. Στο σιδηροδρομικό σταθμό συνωστίζονται νικητές και ηττημένοι Ανάμεσα στους νικητές καλοκάγαθοι μελανόμορφοι Σενεγαλέζοι με τα γαλλικά χρώματα.......[11]
Σε αυτές τις ώρες της αγωνίας και της μεγάλης σύγχυσης κάποιοι διατηρούν τη ψυχραιμία τους . Στις 15 Νοεμβρίου οι εκπρόσωποι του Μεγάλου Κεφαλαίου κάθονται στο ίδιο τραπέζι με τους εκπρόσωπους των συνδικάτων . Και οι δύο πλευρές συμφωνούν ότι ο πρώτος κοινός άμεσος στόχος είναι η όσο το δυνατό αποτελεσματικότερη θωράκιση των δομών της γερμανικής κοινωνίας .Οι διαπραγματεύσεις είναι ταχύτατες και το κλήμα συναινετικό.
Στη Γερμανία η συνδικαλιστική οργάνωση δεν μπόρεσε να παίξει ποτέ το ρόλο της στρατευμένης πτέρυγας του εργατικού κινήματος. Δεν υπήρξε η αφετηρία του σοσιαλιστικού κόμματος , όπως στην Αγγλία ή όπως στη Γαλλία , βρισκόταν πάντα τοποθετημένη στα αριστερά του Κόμματος και διατηρούσε επιφυλάξεις σε σχέση με τη όποια συμμετοχή του στο πολιτικό παιχνίδι. [12]
Ο χρόνος πιέζει.
Στις 25 Νοεμβρίου οι Κυβερνήσεις των Länder [13] αποφασίζουν υπέρ της προκήρυξης εκλογών και την ανάδειξη Συντακτικής συνέλευσης . Στο Βερολίνο ο κόσμος εξακολουθεί να βρίσκεται στο δρόμο και στη Κυβέρνηση εκδηλώνονται οι πρώτες ουσιαστικές διαφωνίες. Η παραίτηση των υπουργών του USPD θα αποδειχθεί ένα τραγικό λάθος . Αντί να προκαλέσει κυβερνητική κρίση ενισχύει ακόμα περισσότερο το SPD που βρίσκει την ευκαιρία να υπουργοποιήσει στελέχη σαν το Βίσσελ [14] και το Νόσκε,[15] . Από τις 22 Δεκεμβρίου [16] ο Νόσκε αναλαμβάνει το Υπουργείο των Στρατιωτικών και η παρουσία του εκεί θα διαδραματίσει σημαντικότατο ρόλο στα γεγονότα που θα ακολουθήσουν.
Ανάμεσα στην αποχώρηση του USPD από τη κυβέρνηση και τις πολιτικές εκλογές που προγραμματίζονται για τις 19 Ιανουαρίου 1919 παρεμβάλλεται όπως είναι γνωστό , η αιματοβαμμένη εβδομάδα του Βερολίνου με πρωταγωνιστές τους Σπαρτακιστές [17] .........
Τέσσερις μέρες μετά τη δολοφονία του Λίμπκνεχτ και της Λούξεμπουργκ μέσα σε μια κατάσταση συγκεχυμένη γίνονται οι Εθνικές εκλογές [18]. Η απλή αναλογική και η για πρώτη φορά συμμετοχή στην ψηφοφορία των γυναικών, δεν κρύβει ουσιαστικές εκπλήξεις για όσους μπορούν να ερμηνεύσουν τα σημεία των καιρών.
Πρώτο κόμμα αναδεικνύεται το S.P.D.[19] Συγκεντρώνει 11.509.048 ψήφους ,δηλαδή το 37,86% και 163 έδρες από τις 421 του κοινοβουλίου.[20] Στις εκλογές αυτές η Φεουδαρχική δεξιά καταποντίζεται όχι όμως και το πνεύμα της, που προλαβαίνει να τρυπώσει με άνεση στα σοσιαλιστικά πολιτικά σχήματα, που καλούνται τώρα να κυβερνήσουν.

Στις 6 Φεβρουαρίου στο καινούριο Εθνικό Θέατρο της Βαϊμάρης δίχως ιδιαίτερη λαμπρότητα ξεκινούν οι εργασίες της Εθνοσυνέλευσης ( Nationalversammlung).


Πέντε ημέρες αργότερα ο Πρώτος Πρόεδρος της Δημοκρατίας Εμπερτ δίνει στο Scheidemann του SPD, εντολή σχηματισμού Κυβέρνησης . Οι Δημοκράτες και το Κόμμα του Κέντρου [21] στηρίζουν τη προσπάθεια και εξασφαλίζουν στο κυβερνητικό σχηματισμό ευρύτατη πλειοψηφία. Η δράση όμως γεννά την αντίδραση. Απροετοίμαστος ο λαός να κατανοήσει τα όσα έχουν προηγηθεί παρακολουθεί με αυξανόμενη ανησυχία το σφυροκόπημα που τα πολιτικά άκρα επιχειρούν εναντίον της νεοσύστατης Δημοκρατικής κυβέρνησης. Απεργίες, ένοπλες εξεγέρσεις, πολιτικά εγκλήματα κοινωνικό χάος.
Στις 7 Μαΐου 1919 δημοσιεύονται στο Βερολίνο οι όροι της Συνθήκης των Βερσαλλιών , όροι που συντάχθηκαν από τους νικητές χωρίς την συμμετοχή των ηττημένων. Όπως και οι Ρώσοι δύο χρόνια πριν, έτσι και οι Γερμανοί είναι υποχρεωμένοι να δεχθούν και να υπογράψουν την συνθήκη ειρήνης με το πιστόλι στον κρόταφο.
Στις 8 Μάιου ο Έμπερτ , παίρνει θέση και μιλά για όρους «απραγματοποίητους και απαράδεκτους»[22]
Ο Καγκελάριος Scheidemann πυροδοτεί ακόμη περισσότερο την ένταση με την φράση:
-Να κοπεί το χέρι αυτού που θα υπογράψει αυτή την συνθήκη.
Ο Έμπερτ νοιώθει εγκλωβισμένος . Δεν θέλει να πάρει μόνος του μια απόφαση που ισοδυναμεί με εθνική προδοσία Ασφαλώς επιθυμεί δύο λόγια στήριξης από το στρατό , αλλά ο Στρατός δεν έχει καμία τέτοια διάθεση. Υπερασπιζόμενος την υστεροφημία του ο Στρατάρχης Χίντεμπουργκ απαντά στην έκκληση του Έμπερτ στις 17 Ιουνίου.
"Στην περίπτωση επαναλήψεως των εχθροπραξιών δυνάμεθα να επανακτήσουμε την περιοχή του Πόζεν (Πολωνία) και να υπερασπισθούμε τα ανατολικά μας σύνορα. Δυστυχώς, στα Δυτικά με πολύ δυσκολία μπορούμε να ελπίζουμε σε αντίσταση σε ενδεχόμενη ισχυρή επίθεση του εχθρού ,δοθείσης της ξεκάθαρης αριθμητικής υπεροχής της Συνεννόησης και δοθέντων των δυνατοτήτων που θα έχει να μας επιτεθεί και στα δύο πλευρά. Η επιτυχία παρόμοιας αντίστασης είναι , στο σύνολό της, πολύ αμφίβολη , αλλά σαν στρατιωτικός δεν μπορώ να απαγορεύσω από τον εαυτό μου την σκέψη ότι θα ήταν προτιμότερο να χαθώ με τιμή παρά να δεχθώ μια ταπεινωτική ειρήνη."[23]
Έτσι μέσα σ’ αυτό το κλίμα έντασης που δεν υπόσχεται τίποτα καλό η Γερμανική Κυβέρνηση [24] υποχρεώνεται να υπογράψει στις 28 Ιουνίου 1919 την συνθήκη των Βερσαλλιών μια συνθήκη που περιλαμβάνει σκληρότατους όρους[25]
Οι προδότες στις συνειδήσεις ενός λαού που δεν έχει ακόμα συνειδητοποιήσει το μέγεθος της καταστροφής δεν είναι άλλο από πουλημένοι πράκτορες στην υπηρεσία του εχθρού. Και αυτή ακόμη η Δημοκρατία αντιμετωπίζεται σαν ένας Δούρειος ίππος των εχθρών της Γερμανίας [26]. Ένα επικίνδυνο σύνθημα κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος. «Δεν γίνεται ταυτόχρονα να είμαστε πιστοί στην Πατρίδα και στην Δημοκρατία.»[27]
Ο Goebbels διακατεχόταν από δεξιόστροφες εθνικιστικές απόψεις και είχε τρομάξει όταν ο ηγέτης του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος Philipp Σάιντεμαν , ανακήρυξε τη Δημοκρατία στο Βερολίνο στις 9 Νοεμβρίου 1918 . Λίγο αργότερα ο Karl Liebknecht, ηγέτης της Λίγκας του Σπάρτακου ανακήρυξε μια «ελεύθερη σοσιαλιστική δημοκρατία». Σημείωσε στα απομνημονεύματά του, «Επανάσταση. Αποστροφή." [28]
Στις αδελφότητες των φοιτητών αξιόπιστη πυξίδα προσανατολισμού σε στιγμές εθνικών κρίσεων, η ιδέα της εθνικής ανασυγκρότησης είναι κυρίαρχη. Αποκτά καινούρια δυναμική καθώς πληθαίνουν οι παλιοί φοιτητές που επιστρέφουν από το μέτωπο. Κουβαλούν μαζί τους μνήμες που είναι δύσκολο να αλλοιωθούν, υιοθετούν μια νοοτροπία και μια πρακτική των χαρακωμάτων ,είναι ευαίσθητοι σε θέματα συντροφικότητας και αλληλοσυμπαράστασης , νοιώθουν τιμή να περιφέρονται με τις στρατιωτικές τους στολές και τα παράσημά τους μέσα στα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα.. Καθησυχάζουν τις συνειδήσεις τους με τη σκέψη ότι η χώρα έχασε το πόλεμο όχι γιατί δείλιασαν οι στρατιώτες της αλλά γιατί την πρόδωσαν οι πολιτικοί της. Η θεωρία της πισόπλατης μαχαιριάς [29] έχει ευρύτατη αποδοχή. Όλο αυτό το διάστημα ο Goebbels όσο και να δείχνει απορροφημένος με τις σπουδές του δεν παύει να παρατηρεί τη κοσμογονία που συντελείται γύρω του και να βγάζει τα δικά του συμπεράσματα. Γράφει στο φίλο του Fritz Prang:
«Δεν συμφωνείς ότι θα ξανάρθει η ώρα που οι άνθρωποι μέσα από τη ταπεινή, ασήμαντη και νομαδική μάζα τους θα διεκδικήσουν το πνεύμα και τη δύναμη; Ας περιμένουμε αυτή την ώρα και ας μη παύσουμε να προετοιμάζουμε τους εαυτούς μας για αυτόν τον αγώνα;».[30]
Ο Αλέξανδρος Millerand Πρωθυπουργός και υπουργός των εξωτερικών από την πρώτη στιγμή υποπτεύεται ότι η Γερμανική Κυβέρνηση κάνει τα πάντα για να αποφύγει τις υποχρεώσεις της. Για να τη συνετίσει καταφεύγει σε μια αψυχολόγητη επίδειξη δύναμης . Στις 8 Μαρτίου συμμαχικά στρατεύματα καταλαμβάνουν τις πόλεις Dusseldorf, Duisburg και Ruhrort. Η δράση γεννά αντίδραση τόσο στο Βερολίνο όσο και στο Μόναχο.
Στις 12 Μαρτίου κάνει απειλητικά την εμφάνισή της στη Γερμανική Πρωτεύουσα η Ναυτική Ταξιαρχία (Marinebrigade) Reinhardt [31] πλαισιωμένη από τμήματα των Ελευθέρων Σωμάτων. Ενάντια στη γαλλική υπεροψία και στη κυβερνητική αδράνεια που ερμηνεύεται σαν ηττοπάθεια ο Reinhardt αντιπαραθέτει την εκτός τόπου και χρόνου ρομαντική ιδέα της  παλινόρθωσης της Αυτοκρατορίας.[32] Το σχέδιο αυτό  είναι ένας  ξεκάθαρος παραλογισμός και βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τη συνθήκη των Βερσαλλιών και τη θέληση των νικητών.
Οι Γάλλοι δε κρύβουν τις προθέσεις τους. Αν η Γερμανική Κυβέρνηση δεν μπορέσει να επιβάλλει την τάξη θα το κάνουν οι ίδιοι ακόμα και αν χρειαστεί να βαδίσουν προς το Βερολίνο. Η ιδέα μιας παρόμοιας επιχείρησης που εγκυμονεί θανάσιμους κινδύνους για το Έθνος  μόνο τρόμο μπορεί να προκαλέσει. Τα πράγματα χειροτερεύουν όταν την επομένη, ο Kapp [33] και οι στασιαστές που τον ακολουθούν, ανακαλύπτουν ότι σχεδόν σύσσωμη η Κυβέρνηση έχει εγκαταλείψει πανικόβλητη τη Πρωτεύουσα . Ύστερα από αυτές τις εξελίξεις όλο και μεγαλύτερα πλήθη πλημμυρίζουν με ενθουσιασμό τους δρόμους ενός ήδη στρατοκρατούμενου Βερολίνο [34] και ενώνουν τις φωνές τους στο στρατιωτικό εμβατήριο της Ταξιαρχίας.
 
 
 
 
Stolz tragen wir die Sterne
Und usern Totenkopf,
Wikingerschiff am  ¨Αrmel, 
Kaiserkron im Knopf

Hakenkreuz am Stahlhelm,
Schwarzweissrot das Band,
Die Brigade Ehrhardt
Werden wir genannt [35]
 
 
 
 
 
 
Στις 14 Μαρτίου ξημερώματα στην άλλη άκρη της Γερμανίας, στο Μόναχο, η ανατροπή της Κυβέρνησης πραγματοποιείται με λιγότερη φασαρία αλλά το ίδιο αποτελεσματικά. Ένας άλλος στρατιωτικός , αυτή τη φορά ένας στρατηγός , ο Arnold von Moehl [36] εμφανίζεται μπροστά στον Johannes Hoffman [37] για να τον «ενημερώσει» ευγενικά ότι δεν απολαμβάνει πλέον της εμπιστοσύνης του στρατού . Ο Johannes Hoffman δεν επιμένει και ο Κahr [38] που έχει τη φήμη ενός πιστού φιλομοναρχικού γίνεται αδιαμαρτύρητα, ο καινούργιος ισχυρός άνδρας της Βαυαρίας. Πίσω στο  Βερολίνο οι στασιαστές ελπίζουν να πάρουν με το μέρος τους και το τακτικό στρατό και ο  Noske ο μόνος από τους υπουργούς που βρίσκεται ακόμα στη Πρωτεύουσα ελπίζει ακόμα ότι ο τακτικός στρατός είναι σε θέση να  υπερασπισθεί  την έννομη τάξη και να συντρίψει τους  στασιαστές όσο είναι ακόμα καιρός.


-Θέλεις εμφύλιο με φόντο τη πύλη του Βραδεμβούργου; το ρωτά θυμωμένος ο στρατηγός.
Το ενδεχόμενο ενός εμφυλίου την συγκεκριμένη στιγμή είναι για τον von Seeckt πράξη αδιανόητη . Η ηττημένη Γερμανία δεν έχει τη πολυτέλεια να κλείσει ένα χαμένο πόλεμο με έναν εμφύλιο που θα έβαζε σε κίνδυνο τη συνοχή ενός στρατεύματος που ξαναγεννιόταν από τις στάχτες του. Το δόγμα του Seeckt «Truppe schiesst nicht auf Truppe»[39] οδηγεί τελικά την «εκτροπή» σε ένα ανώδυνο συμβιβασμό. Οι επαναστάτες εγκαταλείπουν το Βερολίνο και επιστρέφουν στα στρατόπεδά τους με τάξη και με το κεφάλι ψηλά. Ο von Seeckt δεσμεύεται ότι δεν πρόκειται να υπάρξει τιμωρία για κανένα ακόμα και για τους πλέον εκτεθειμένους όπως ο Εhrhardt και ο Luttwitz [40]. Για να κερδίσει κάτι από αυτή την υπόθεση και η Κυβέρνηση διατάζει από την εξορία της μια γενική απεργία ώστε να καλλιεργηθεί ένας παραπάνω μύθος. 
Η Γερμανική Κυβέρνηση  με την αξιοπιστία της υπονομευόμενη επιστρέφει στην Πρωτεύουσα και ο Πρωθυπουργός υποβάλλει την παραίτησή του.

Στις  27 Μαρτίου ο ένας άλλος Σοσιαλδημοκράτης  ο Hermann Müller σχηματίζει  καινούργια Κυβέρνηση με την συμμετοχή του SPD, DDP και  Zentrum.
Στις 6 Ιουνίου 1920 ο γερμανικός λαός οδηγείται και πάλι στις κάλπες για να αναδείξει τους νέους εκπροσώπους του στο [41] Ράιχσταγκ. Δεν υπάρχουν εκπλήξεις. Το SPD είναι ο μεγάλος χαμένος. Στις 25 Ιουνίου 1920 σχηματίζεται στη Γερμανία καινούργια Κυβέρνηση υπό την Προεδρία του Κεντρώου Konstantin Fehrenbach [42] . η στηρίζουν τα κόμματα Zentrum, DDP, DVP ενώ για πρώτη φορά το SPD περνά στην αντιπολίτευση.
Ο νεαρός φοιτητής προτιμά να περάσει τις Φθινοπωρινές διακοπές στο πατρικό του αγκαλιά με τους «Αδελφούς Καραμαζώφ» του Ντοστογιέφσκι. Η ψυχική του διάθεση δεν είναι καλή και η σχέση του με την Άνκα περνά κρίση. Σκέφτεται την αυτοκτονία και στις 1 Οκτωβρίου 1920 συντάσσει τη διαθήκη του. Χαρίζει τα προσωπικά του αντικείμενα στους φίλους του και ζητά να καλυφθούν οι όποιες οικονομικές υποχρεώσεις του από τη πώληση των ρούχων του. Αναθέτει τέλος στην Άνκα να κάψει τα γράμματά του. [43]
Τελικά ο νεαρός Γκαίμπελς ξεπερνά τη συναισθηματική του κρίση , κάνει Χριστούγεννα με τους δικούς του και μετά τις γιορτές φεύγει για τη Χαΐδελβέργη να συνεχίσει τις σπουδές του.
Τον Μάρτιο του 1921 επιστρέφει πάλι στη πατρική κατοικία φορτωμένος βιβλία και σημειώσεις . Έχει μπει στη τελική ευθεία για την ολοκλήρωση των σπουδών του πρέπει να προετοιμαστεί για το διδακτορικό του. Ο καθηγητής του Μαξ Βαρόνος von Waldberg [44] του έχει αναθέσει μια εργασία πάνω στο Wilhelm von Schute [45] και ο φίλος του Flisges πάντα παρών στα καλά και στα άσχημα ,μετακομίζει για συμπαράσταση στο Rheydt.
Εκεί, τον Απρίλιο του 1921 τους βρίσκει η είδηση της συμμαχικής απόφασης σχετικά με το τελικό ποσό που οφείλει να πληρώσει η Γερμανία για τις  πολεμικές αποζημιώσεις. Αν και έχει μειωθεί σημαντικά το ποσόν εξακολουθεί να παραμένει εξωπραγματικό: . 132.000.000.000 χρυσά μάρκα.


Καινούργια αναταραχή και θορυβώδεις διαδηλώσεις που οξύνονται από το καλοκαίρι και μετά όταν ο πληθωρισμός κάνει την αξία του εθνικού νομίσματος να εξανεμίζεται. Η γερμανική κυβέρνηση απευθύνεται στον Πρόεδρο των Η.Π.Α Warren G. Harding [46] ζητώντας να μεσολαβήσει για το διακανονισμό των οικονομικών απαιτήσεων των νικητών.Σα πράξη καλής θέλησης προθυμοποιείται να πληρώσει 50.000.000.000 χρυσά μάρκα κάτι περισσότερο από το 1/3 του χρέους  που της αποδίδουν. Η πρόταση απορρίπτεται σαν ανεπαρκής.
Στις 18 Νοεμβρίου 1921 ο Goebbels περνά με επιτυχία τη προφορική δοκιμασία μπροστά σε 4 καθηγητές του φημισμένου πανεπιστημίου της Χαιδελβέργης και εντυπωσιάζεται βαθύτατα ακούγοντας για πρώτη φορά τους καθηγητές του να το προσφωνούν χερ Ντόκτορ . Ακολουθεί η θριαμβευτική επιστροφή στη πατρική κατοικία. Για το πατέρα Φρίτς είναι η τελική δικαίωση των κόπων και των προσπαθειών του για τη κοινωνική καταξίωση της οικογένειάς του.
Στα τέλη του 1921 ο Goebbels ένας πολλά υποσχόμενος πτυχιούχος που αναζητά όπως χιλιάδες άλλοι μια θέση στον ήλιο. Είναι 24 χρόνων , εξακολουθεί να πιστεύει στο λογοτεχνικό του ταλέντο και ζει με την ελπίδα πως μέσα από αυτό θα κερδίζει αν όχι τη καταξίωση τουλάχιστον τα αναγκαία χρήματα για την επιβίωσή του. Εκείνη την εποχή βλέπουν το φως κάποια ποιήματα , δοκίμια , ακόμη και άρθρα για τις εφημερίδες. Η επιτυχία είναι ασήμαντη και η Berliner Tageblatte του κλείνει δίχως ευγένειες τη πόρτα. Όπως κάθε νέος δημιουργός που πιστεύει στο ταλέντο του δεν απογοητεύεται. Εξακολουθεί να γράφει και εξακολουθεί να ελπίζει στην ύπαρξη κάποιου εκδότη που θα αναγνωρίσει το έργο του και θα προχωρήσει στην έκδοσή του.
Τον Ιούνιο του 1922 βρίσκεται για μια ακόμη φορά στο Μόναχο. Ακούει για πρώτη φορά εκεί το όνομα Χίτλερ. Πρόκειται για ένα νέο πολιτικό , βετεράνο του πολέμου που ηγείται ενός μικρού κόμματος η εμβέλεια του οποίου περιορίζεται στην ευρύτερη περιοχή της Βαυαρίας. Παρευρίσκεται μάλιστα σε μια δημόσια ομιλία του στο γνωστό Τσίρκο Κρον. Ένα ιστορικό παράδοξο διαμορφώνεται : Ενώ ο Γκαίμπελς ανακαλύπτει το Χίτλερ στα 1922 [47] το Εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα των Γερμανών εργατών και ο αρχηγός του θα χρειαστούν 3 επί πλέον χρόνια για να ανακαλύψουν το Γκαίμπελς.
Στις 4 Ιουνίου 1922 λαμβάνει χώρα μια απόπειρα δολοφονίας εναντίον του «πατέρα» της Γερμανικής Δημοκρατίας Philipp Scheidemann .Ταπεινός Δήμαρχος του Kassel από το 1920 γίνεται στόχος επίθεσης με πρωσικό οξύ αλλά καταφέρνει να γλυτώσει δίχως ιδιαίτερες συνέπειες . Πριν όμως ο κόσμος προλάβει να συνέλθει από την έκπληξη , στις 24 του ίδιου μήνα, πληροφορείται ότι ο υπουργός των Εξωτερικών Walther Rathenau [48] αποδεικνύεται λιγότερο τυχερός δύο μήνες μετά από την υπογραφή της συνθήκης του Rapallo. [49]
Η επιβίωση είναι το μεγάλο πρόβλημα. Μια σταθερή εργασία μοιάζει με απραγματοποίητο όνειρο. Επί πλέον κάποιες παλιές υποχρεώσεις προβάλουν σα φαντάσματα από το παρελθόν. Οι ιερωμένοι της καθολικής κοινότητας Αlbertus Magnus , τον αναζητούν για να του υπενθυμίσουν τις οικονομικές εκκρεμότητες που εξακολουθούν να υφίστανται και αφορούν τα ποσά του δανείου αναγκαία για την ολοκλήρωση των σπουδών του.. Απαντά στο γράμμα τους στις 10 Μαΐου 1922 . Παραδέχεται ότι ακόμη δεν έχει καταφέρει να βρει σταθερή εργασία αλλά επιμένει να την αναζητά στο χώρο του θεάτρου ή της Δημοσιογραφίας.
Από τα άρθρα που γράφει, μια εφημερίδα καταδέχεται να διαβάσει κάποια, και από αυτά 6 περίπου, θα δουν το φως της δημοσιότητας. Σαν Πατριώτης ασφαλώς είχε ανησυχίες για το μέλλον της πατρίδας του και σε ένα μεγάλο βαθμό . Η ιδεολογία του στη διαμόρφωση της οποίας έχει σημαντικό ρόλο είναι ξεκάθαρα αριστερή, ουμανιστική. Το Νοέμβριο του 1922 επιχειρεί μια ανοικτή ομιλία στο Rheydt και αποσπά κάποια ευνοϊκά σχόλια από το τοπικό τύπο.
Στις αρχές Νοεμβρίου 1922 [50]  και ελάχιστες ημέρες μετά την ιταλική πορεία προς τη Ρώμη φτάνει στο Βερολίνο  η Συμμαχική επιτροπή επανορθώσεων . Της αποστολής ηγείται  ο Louis Barthou [51 ] που μόλις είχε παραδώσει στον  Maurice Colrat τη θέση  Υπουργού  Δικαιοσύνης που κατείχε  στη Δεύτερη Κυβέρνηση Poincaré . Η εντύπωση που αποκομίζει είναι ότι η  Γερμανία δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρεώσεις. Το χρεοστάσιο είναι πλέον αναπόφευκτο και στις  13 Νοεμβρίου η Γερμανία το ζητά επίσημα περνώντας από την Κυβέρνηση Wirth στην Κυβέρνηση  Βίλχελμ Cuno [52]  διευθυντή της Hamburg America.
Για το Γκαίμπελς το 1923 μπορεί να θεωρηθεί μια χρονιά διαφορετική. Στις 2 του Ιανουαρίου προσλαμβάνεται υπάλληλος σε μια Τράπεζα. Το μέλλον διαγράφεται ρόδινο. Αντίθετα για τη Γερμανία το 1923 είναι μια δύσκολη χρονιά. Καινούρια σύννεφα συγκεντρώνονται απειλητικά πάνω από τον ουρανό της.
Με αφορμή μια καθυστερημένη παράδοση ξυλείας- κάπου 100.000 τηλεγραφόξυλα-στις 11 Ιανουαρίου , γάλλο-βελγικά στρατεύματα [53] καταλαμβάνουν την περιοχή του Ρουρ [54]. Η κυβέρνηση Cuno [55] καλεί ανοικτά τον πληθυσμό σε παθητική αντίσταση κατά του εισβολέα και πνίγει τη χώρα με μια ξέφρενη παραγωγή υποτιμημένου χαρτονομίσματος οδηγώντας στην απόγνωση τις  χαρτοβιομηχανίες  της . Μια φρατζόλα ψωμί που στα 1918 στοίχιζε 0,63 μάρκα τώρα στοιχίζει 250 μάρκα και τα δύσκολα δεν έχουν έλθει ακόμα. Η Reichsbank επιχειρεί να σταθεροποιήσει τη σχέση RM με το $ στο 1/20.000 αν και κατά βαθος γνωρίζει ότι πρόκειται για μια σχέση ολότελα θεωρητική και ανεφάρμοστη. Η κατάσταση γίνεται έκρυθμη και επικίνδυνη [56]. Δεν έχουν περάσει 5 χρόνια από το τερματισμό του πολέμου και όλοι φοβούνται ότι ένας καινούργιος πόλεμος μπορεί αυτή τη φορά να φέρει τους Γάλλους μέσα στο ίδιο το Βερολίνο. Οι απεργοί εργάτες νεκρώνουν τα ορυχεία και οι πράξεις δολιοφθοράς πολλαπλασιάζονται στα πλαίσια ενός κλασσικού ανταρτοπόλεμου. Μη βρίσκοντας εργάτες πρόθυμους να συνεργαστούν οι Γάλλοι σε μια προσπάθεια να αποφύγουν την γελοιοποίηση, κάνουν έκκληση στους συμπατριώτες τους να περάσουν τα σύνορα και να κάνουν όσα οι Γερμανοί αρνούνται. Ο Seeckt , χαρισματικός Chef der Heeresleitung [57] ανήσυχος για τις απρόσμενες πολιτικές εξελίξεις και πιο ανήσυχος για τις διαστάσεις που μπορεί να λάβει η οργισμένη αντίδραση του λαού προσπαθεί να ελέγξει τη κατάσταση ώστε να προλάβει το χάος που φαίνεται αναπόφευκτο. Τα γαλλικά σχέδια που μεθοδεύουν την αυτονόμηση της περιοχής, με δέλεαρ την παραχώρηση ιδιαιτέρων προνομίων έναντι των άλλων Γερμανών ,θα οδηγήσουν σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις και ο ίδιος ταξιδεύσει στο Νότο σε μια προσπάθεια να εκτιμήσει επί τόπου τη κατάσταση . Στο Μόναχο ο Seeckt μπορεί να συνειδητοποιήσει προσωπικά την δυναμική που κρύβει μέσα του το NSDAP και ο θορυβώδης κομματικός στρατός του. Στις 11 Μαρτίου με την μεσολάβηση του Λούντεντορφ έχει την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά τον Αρχηγό του Adolf Hitler και μάλιστα στη διάρκεια της συνάντησης τους , ο Seeckt ζητά από το Hitler να δεσμευτεί ότι στη περίπτωση που ένας γερμανό-γαλλικός πόλεμος θα καταστεί αναπόφευκτος οι άνδρες του θα ταχθούν στο πλευρό του στρατού. Ο Hitler που στον πόλεμο έχει κερδίσει δύο πολεμικούς σταυρούς, τα γαλόνια του δεκανέα και μια μόνιμη βραχνάδα στη φωνή από τα δηλητηριώδη αέρια στην κόλαση του Υπρ ,αντιμετωπίζει με έντονο σκεπτικισμό τη πρόταση του Στρατηγού. Φαίνεται να δηλώνει ότι ο πραγματικός εχθρός κατά την άποψή του δεν είναι Γάλλοι εισβολείς αλλά οι εγκληματίες του Νοεμβρίου, δηλαδή οι Γερμανοί πολιτικοί που υπέγραψαν την ανακωχή [58]. ‘Οπως είναι αναμενόμενο η στρατιωτική κατοχή από τα γαλλοβελγικά στρατεύματα μετατρέπει το Ρουρ σε εμπόλεμη ζώνη. Ο λαός αντιδρά αποφασιστικά .Η μία δολιοφθορά διαδέχεται την άλλη , σιδηροδρομικές γραμμές υπονομεύονται και τρένα κατάφορτα με λεηλατημένα γερμανικά αγαθά ανατινάζονται. Ισχυροί βιομήχανοι χρηματοδοτούν τον ένοπλο αγώνα και οπαδοί αντίθετων ιδεολογιών σχηματίζουν κοινό μέτωπο ενάντια στον εισβολέα. Από διάφορες περιοχές της Γερμανίας πληθαίνουν οι εθελοντές που έρχονται να πυκνώσουν τις γραμμές της αντίστασης.
Ολότελα ξαφνικά τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου ο Γκαίμπελς απολύεται από τη δουλειά του στη τράπεζα και σύμφωνα με την εθνικοσοσιαλιστική μυθιστορία το καμίνι του Ρουρ συμβολίζει το προθάλαμο που οδηγεί στο πολιτικό ακτιβισμό.[59]
Η απόφασή του Stresemann στις 27 Σεπτεμβρίου να αναγγέλλει σαν δείγμα καλής θέλησης, την εγκατάλειψη της παθητικής αντίστασης στο Ρουρ, αντί να καλυτερεύσει την κατάσταση την χειροτερεύει γιατί τον φέρνει σε αντίθεση με το λαϊκό αίσθημα. Η απόφαση ερμηνεύεται από πολλούς σαν πράξη προδοσίας και πυροδοτεί για μια ακόμη φορά την ένταση στο Μόναχο που τώρα έχει εξελιχθεί σε «εθνικό» άσυλο κάθε δυσαρεστημένου της Κεντρικής Κυβέρνησης του Βερολίνου [60]. Η κυβέρνηση του Μονάχου της οποίας ηγείται ο Eugen von Knilling [61] ,αντιδρά κηρύσσοντας τη χώρα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και ο γνωστός φιλομοναρχικός Gustav von Kahr [62] περιβάλλεται για δεύτερη φορά με σχεδόν δικτατορικές εξουσίες. Ο στρατός που σταθμεύει στη Βαυαρία κάτω από την διοίκηση του Otto von Lossow [63] στασιάζει και αρνείται πλέον να υπακούσει στις εντολές της κεντρικής κυβέρνησης. Διακινδυνεύοντας το γόητρό του ο von Seeckt αντιδρά σπασμωδικά. Με επείγουσα διαταγή του απαλλάσσει τον Στρατηγό από τα καθήκοντά του και τον ανακαλεί στο Βερολίνο. Ο Gustav von Kahr ρίχνει λάδι στη φωτιά διατάσσοντας τον Στρατηγό να μην υπακούσει και να παραμείνει στη θέση του. Σ΄ αυτό το κλίμα της έντασης ο Μαχητικός σύνδεσμος (Kampfbund ) ένας συνασπισμός Πατριωτικών Οργανώσεων που περιστρέφεται γύρω από NSDAP , διογκώνει τις απαιτήσεις του και ζητά στις ριζοσπαστικές λύσεις, τον μόνο δρόμο που θα βγάλει από το αδιέξοδο την χώρα ολόκληρη. Τώρα περισσότερο από ποτέ δεν κρύβει την εχθρότητά του για την Κεντρική κυβέρνηση του Βερολίνου την οποία θεωρεί επικίνδυνη. Τυπικά ο Μαχητικός σύνδεσμος ελέγχεται από μια τριανδρία αλλά ο πραγματικός Αρχηγός του είναι ο ηγέτης του NSDAP Αδόλφος Hitler. Ο Hitler γνωρίζει ότι το παιχνίδι στη Βαυαρία είναι πολύ μεγαλύτερο από ότι φαίνεται . Υποψιάζεται τις απόκρυφες σκέψεις του Gustav von Kahr και κρατά τις οφειλόμενες αποστάσεις. Θεωρεί εγκληματική κάθε ιδέα αυτονόμησης της Βαυαρίας πολύ περισσότερο μια ενδεχόμενη ένωσή της με την Αυστρία. Πιστεύει ότι η πηγή του κακού βρίσκεται στο ίδιο το Βερολίνο και ο ίδιος , επηρεασμένος ίσως από το ανάλογο πείραμα στην Ιταλία κάνει σχέδια για τη δική του « Marcia» προς το Βερολίνο αυτή τη φορά.
Μιλώντας σε ένα πυκνό ακροατήριο στις 12 Σεπτεμβρίου ο Χίτλερ δηλώνει:
Τώρα υπάρχουν δύο μόνο εναλλακτικές λύσεις μπροστά μας., η σβάστικα ή το σοβιετικό αστέρι, ο παγκόσμιος δεσποτισμός του διεθνούς κομμουνισμού  ή η Αγία Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους. 
Κανένας δισταγμός για τη συνέχεια :
Πορεία προς το Βερολίνο  και εγκαθίδρυση Εθνικής δικτατορίας.
Κάθε ημέρα που περνά δείχνει την αδυναμία της Κυβέρνησης να διαχειριστεί μια κρίση που συνεχώς επιδεινώνεται. Αυτή ακριβώς η  αδυναμία  επιχειρούν να εκμεταλλευτούν και οι Γερμανοί κομμουνιστές  που αν και διχασμένοι από τις αποφάσεις του 4ου Συνεδρίου της Comintern επιμένουν στην ανάγκη της επανάστασης. Οι ειδήσεις από τα βασικά προπύργιά τους της Θουριγγίας της Σαξονίας και του Αμβούργου δεν καθησυχάζουν την Κυβέρνηση και ο Πρόεδρος Ebert στις 26 Σεπτεμβρίου κάνει το αυτονόητο. Παραχωρεί στον Seeckt δικτατορικές σχεδόν εξουσίες .

Την ώρα που ο Seeckt ετοιμάζεται να συντρίψει τη κόκκινη επανάσταση, στις 30 Σεπτεμβρίου στρατεύματα της λεγόμενης Μαύρης Reichswehr υπό τη διοίκηση του ταγματάρχη Bruno Ernst Buchrucker [64] κάνουν μια άσκοπη επίδειξη δύναμης και καταλαμβάνουν δίχως αντίσταση τρία οχυρά στα ανατολικά του Βερολίνου. Για τον von Seeckt είναι μια καταπληκτική ευκαιρία να αποδείξει ότι ο στρατός δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα στον μαύρο και τον κόκκινο κίνδυνο. Οι στασιαστές παραδίδονται μάλλον ανακουφισμένοι και ο ίδιος ο Buchrucker δέχεται να παραδοθεί και να οδηγηθεί στη δικαιοσύνη με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας .  Στις 4 Οκτωβρίου η Κυβέρνηση Stresemann παραιτείται . Την διαδέχεται στις 6 Οκτωβρίου η δεύτερη Κυβέρνηση Stresemann [65] περισσότερο διευρυμένη . Μια μεγάλη μερίδα στελεχών από το ΚΚΓ που εξακολουθεί να αγνοεί το μέγεθος της συνεργασίας ανάμεσα στη Ράιχσβερ και τον Κόκκινο Στρατό  νομίζει ότι βλέπει  στον Οκτώβριο του 1923 αυτό που οι Μπολσεβίκοι είχαν δει  στη Ρωσία έξη χρόνια νωρίτερα.. Την αποφασιστική ώρα για την κατάκτηση της εξουσίας [67] . Οι ηγέτες του πιστεύουν ότι  οι προϋποθέσεις για μια μαζική και νικηφόρα κόκκινη επανάσταση έχουν πλέον ωριμάσει και επιμένουν να  ζητούν    από τη Μόσχα την έγκρισή της. Η Μόσχα όμως δεν φαίνεται να συμμερίζεται πλέον  τον ενθουσιασμό των οπαδών της για μια γενική επαναστατική δράση και αντιμετωπίζει με  έντονο σκεπτικισμό κάθε κίνηση και πρωτοβουλία που θα μπορούσαν να βάλουν σε κίνδυνο την πορεία προσέγγισης και συνεργασίας που σε ανώτερα κλιμάκια πραγματοποιείται  μυστικά ανάμεσα στις δύο χώρες [68].  Επειδή όμως δεν μπορεί να υποστηρίξει ανοικτά κάτι τέτοιο οχυρώνεται  πίσω από τις αποφάσεις του Τετάρτου Συνεδρίου της Comintern. Καταδεικνύει στους Γερμανούς συντρόφους ότι παρά τα όσα οι ίδιοι ισχυρίζονται , οι βασικές προϋποθέσεις για μια μετωπική σύγκρουση δεν έχουν ακόμα κατακτηθεί  και ότι παρόμοιο εγχείρημα κινδυνεύει με αποτυχία. 
Στις 21 Οκτωβρίου στο Chemnitz γίνεται φανερό   ότι οι αποφάσεις της Μόσχας είναι ισχυρότερες από εκείνες του ΚΚΓ. Η επανάσταση δεν πρέπει να γίνει. Με τον Stalin κατηγορηματικά αντίθετο στην ιδέα μιας γενικευμένης εξέγερσης στη Γερμανία, και μια Comintern η οποία δημιουργεί συνεχώς εμπόδια και καλλιεργεί επικίνδυνους αποπροσανατολισμούς  με την διφορούμενη στάση της ,οι Γερμανοί Κομμουνιστές δείχνουν αποφασισμένοι  να προχωρήσουν ..........
 Μπροστά στα σύνορα της Σαξονίας ο στρατηγός Μύλλερ στέλνει τελεσίγραφο και απαιτεί από τη τοπική κυβέρνηση να διαλύσει τους σχηματισμούς των κόκκινων εκατονταρχιών . Στο κοινοβούλιο της Σαξονίας η ένταση αποκορυφώνεται. Το λαϊκό μέτωπο - αν είχε ποτέ δημιουργηθεί καταρρέει  . Μπροστά στην ώρα της κρίσεως  οι Γερμανοί κομμουνιστές δείχνουν να υποχωρούν. Στις 22 Οκτωβρίου  η 4η Μεραρχία  Πεζικού πλαισιωμένη από τμήματα της 3ης Μεραρχίας Ιππικού περνούν τα σύνορα της Σαξονίας. Από τη Δρέσδη ο ριζοσπάστης Πρωθυπουργός Δρ Erich Zeigner (1886-1949)  που είχε οπλίσει τους  επαναστατημένους εργάτες , αναλογίζεται τις συνέπειες και αποφεύγει την τελευταία στιγμή παραπέρα ηρωισμούς.[69] .Η τοπική κυβέρνηση αυτοδιαλύεται και μια άλλη περισσότερο συνεργάσιμη εμφανίζεται στη θέση της.  Αντίθετα στο Friburg προφανώς κάτω από την σύγχυση αντικρουόμενων διαταγών  oι επαναστάτες επιμένουν και ο  στρατός και τα «ελεύθερα σώματα» βιάζονται να κάνουν χρήση  των όπλων .[70]  Στο Αμβούργο ανάμεσα σε 23 και 25 οι σκληρές συγκρούσεις ανάμεσα στις οποίες καταλήψεις αστυνομικών τμημάτων και οδοφράγματα στις εργατικές συνοικίες οδηγούν σε 24 νεκρούς από τη πλευρά των κομμουνιστών και 17 από τη πλευρά της αστυνομίας. Την ίδια ώρα που στο Αμβούργο  η κομμουνιστική εξέγερση καταπνίγεται με αγριότητα η Ρηνανία κάτω από τους χειρισμούς των Γάλλων αυτοανακηρύσσεται σε ανεξάρτητη Δημοκρατία. (25 Οκτωβρίου)    Οι στρατηγοί ανήσυχοι για τα όσα συμβαίνουν  στρέφουν τις ελπίδες τους στο σχηματισμό  μιας στρατιωτικής Κυβέρνησης. Κάτω από τις πιέσεις του Hasse, του von Stulpnagel  και του  Schleicher να αναλάβει πρωτοβουλίες,  o von Seeckt  αντιστέκεται. Δεν πιστεύει στην συνταγή των στρατιωτικών Κυβερνήσεων. Πιστεύει όμως σε μια πολιτική κυβέρνηση πρόθυμη να τον δεχθεί σαν Καγκελάριο.  Την επομένη ο von Seeckt σπεύδει να συναντήσει τον Πρόεδρο και προνοητικά έχει στην τσέπη του ένα δεκαεξασέλιδο πρόγραμμα για τα όσα σκοπεύει να κάνει σαν Πρωθυπουργός. Διπλωματικά ο Ebert αρνείται να δεχτεί ένα παρόμοιο ενδεχόμενο. Για να χρυσώσει το χάπι  δηλώνει ότι αυτό που χρειάζεται περισσότερο η Γερμανία δεν είναι ένας ικανός Πρωθυπουργός αλλά ένας  ικανός αρχηγός της Heeresleitung . Και όσο δεν βρίσκεται καταλληλότερος άνδρας για την Ηγεσία του Στρατού  σε  καμία περίπτωση δεν σκοπεύει να στερηθεί από τις καλές υπηρεσίες του.
Όπως ήταν αναμενόμενο μετά την  είσοδο των κυβερνητικών στρατευμάτων στη Σαξονία η Βαυαρική Κυβέρνηση υποχρεώνεται να σκληρύνει την στάση της. Η τελική σύγκρουση μοιάζει αναπόφευκτη. Τα στρατεύματα της Βαυαρίας καλούνται  να δώσουν (και δίνουν) προσωπικό όρκο  πίστεως στον Kahr και  δύο ημέρες αργότερα ο Lossow διαβεβαιώνει ανοικτά  ότι το επόμενο βήμα θα είναι  μια πορεία προς το Βερολίνο με στόχο την ανατροπή της Κυβέρνησης . Στα σχέδια για μια πορεία προς το Βερολίνο τόσο ο Kahr όσο και ο Lossow κρατούν για τον Kampfbund έναν περιφερειακό αν όχι ανύπαρκτο ρόλο. Πολλοί λίγοι γνωρίζουν ότι η επανάσταση στη Βαυαρία  είναι ένα απραγματοποίητο όνειρο και πολύ περισσότερο μια πορεία προς το Βερολίνο . Ακόμα και μετά τη κυβερνητική κρίση και την έξοδο των Σοσιαλιστών από την κυβέρνηση στις 2 Νοεμβρίου η Κυβέρνηση εξακολουθεί να είναι ισχυρή γιατί απολαμβάνει της εμπιστοσύνης του Προέδρου . Καλύτερα πληροφορημένους από όλους ο Kahr  γνωρίζει ότι από τις 8  Νοεμβρίου ο Πρόεδρος Ebert και ο Καγκελάριος Στρέζεμαν μπροστά στο θεατό κίνδυνο νέων ταραχών έχουν δώσει  πλήρη εκτελεστική εξουσία στον von Seeckt  και ο ίδιος έχει προειδοποιηθεί ότι οποιαδήποτε λανθασμένη κίνηση του από εδώ και στο εξής, θα αντιμετωπιστεί με τη δύναμη των όπλων. Υπερβολικά εκτεθειμένος έχει κάθε λόγο να εγκαταλείψει μια βάρκα που βουλιάζει αλλά σαν φιλόδοξος πολιτικός  νοιώθει την ανάγκη να μεθοδεύσει  μια αξιοπρεπή και ασφαλή έξοδο του από την μεγάλη αυτή περιπέτεια. Με λίγα λόγια αναζητά  ένα εξιλαστήριο θύμα πρόθυμο να πληρώσει για όλους αυτούς τους μήνες της αναστάτωσης [71]
Ο Kampfbund  όλο αυτό το διάστημα  αγνοεί τις τελευταίες εξελίξεις. Ο Χίτλερ από τη μεριά του  πιστεύει ακράδαντα πλέον, ότι η τύχες της επανάστασης βρίσκονται σε λάθος χέρια. Η αναγγελία μιας βαρυσήμαντης ομιλίας του Kahr στη μεγαλύτερη μπυραρία του Μονάχου είναι η αρχή μιας μεγάλης παρεξήγησης. Ο Χίτλερ την ερμηνεύει σαν προοίμιο της επερχόμενης επανάστασης και ο ίδιος δεν θέλει να λείψει από μια τέτοια ώρα. Την παρεξήγηση ακολουθούν μια σειρά  λαθών που για τουλάχιστον 24 ώρες από κακή συνεννόηση και κακό συντονισμό  διαδέχονται το ένα το άλλο. Ο Hitler συνοδευόμενος από ομάδα οπλισμένων οπαδών του εμφανίζεται  στη Buergerbraeukeller διακόπτει την ομιλία  του Kahr,  απομονώνει τους πρωτεργάτες της υποτιθέμενης επανάστασης σε ένα διπλανό δωμάτιο κηρύσσει  την επανάσταση μέσα σε ένα γενικό ενθουσιασμό και  στη συνέχεια αποσύρεται στο δωμάτιο που κρατούνται οι υπόλοιποι για να συζητήσει τον σχηματισμό Κυβέρνησης.  Τα όσα συμφωνούνται μπροστά στον Λούντεντορφ ακυρώνονται λίγες ώρες αργότερα. Ο Kahr μέσα στη νύχτα τηλεφωνεί στο Βερολίνο ,ενημερώνει ότι δεν φέρει καμία ευθύνη για τα όσα γίνονται στο Μόναχο και πιο βασιλικός  του βασιλέως ζητά την άμεση αποστολή στρατιωτικών και αστυνομικών δυνάμεων για να επιβάλλουν την τάξη. Η αξιοπρεπής και ασφαλής έξοδός του από την περιπέτεια έχει επιτευχθεί.  Καινούργιες οδηγίες συντάσσονται και τόσο η   κρατική αστυνομία όσο και  ο Στρατός παίρνουν συγκεκριμένες διαταγές να μην επιτρέψουν την επικράτηση της επανάστασης. Ο Ραιμ με λίγους αφοσιωμένους έχει κλειστεί στο Υπουργείο Στρατιωτικών δίχως να συναντήσει αντίσταση  ενώ ολόκληρη η σχολή αξιωματικών που εδρεύει στο Μόναχο έχει στασιάσει Στις 9 Νοεμβρίου  ο Hitler που μπορεί να αγνοεί τις διαταγές που ήδη έχει λάβει ο Κress von Kressenstein  αλλά έχει το πολιτικό αισθητήριο να δει  ξεκάθαρα ότι η εικόνα έχει αλλάξει δραματικά ταλαντεύεται ανάμεσα στην ιδέα της ματαίωσης του εγχειρήματος και σε εκείνη της μεταφοράς της επανάστασης εκτός της πόλης με σκοπό να ξεσηκώσει τους αγροτικούς πληθυσμούς. Ο  Λούντεντορφ είναι ανένδοτος. Η θέση του ξεκάθαρη και τα λόγια του λόγια στρατιώτη. "Wir marschieren!" Ενθουσιασμένα πλήθη ξεδιπλωμένες σημαίες  και λάβαρα σχηματίζουν μια μεγάλη ειρηνική διαδήλωση  αλλά η στάση  της αστυνομίας δεν αφήνει περιθώρια για ψευδαισθήσεις.  .Στη πρώτη γραμμή ο Hitler και Λούντεντορφ βαδίζουν δίπλα-δίπλα . Μπροστά από το ανάκτορο των Βίτελσμπαχ η αστυνομία τους ζητά να διαλυθούν και όταν αυτοί δεν συμμορφώνονται ανοίγει πυρ  . Η μάζα των διαδηλωτών αφήνοντας στο δρόμο νεκρούς και τραυματίες υποχωρεί και διαλύεται μέσα σε μια γενική σύγχυση.  Μόνο ο Λούντεντορφ μέσα στη μεγάλη του στολή  συνεχίζει αγέρωχος και είναι ο μοναδικός που διασπά τον αστυνομικό κλοιό  γιατί κανείς δεν διανοείται να τον σταματήσει και πολύ περισσότερο να τον συλλάβει.
Στον απόηχο των γεγονότων του Μονάχου στις 13 Νοεμβρίου 1923 ο Barthou [72] της επιτροπής επανορθώσεων πεπεισμένος ότι η Γερμανία αντικειμενικά αδυνατεί να ανταποκριθεί στις διεθνείς υποχρεώσεις της  ζητά την αποστολή  ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων που θα σχεδιάσουν και θα προτείνουν καινούργια μέτρα για την έξοδο της χώρας από τη κρίση.  Στο Aachen  οι πρωτεργάτες της  Rheinische Republik  αντιλαμβάνονται ότι τα γαλλικά σχέδια έχουν αναθεωρηθεί και στις 16  μια ακόμα εφήμερη Δημοκρατία καταρρέει. Στις 23 Νοεμβρίου  οι Βουλευτές του  SPD διαμαρτύρονται έντονα για τον διαφορετικό τρόπο που η Κυβέρνηση αντιμετώπισε τις περιπτώσεις στη Σαξονία και την Βαυαρία . Το DNVP ακολουθεί και ο Stresemann δεν έχει άλλη λύση από το να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης. Του την αρνούνται. Ανάμεσα στην πτώση της Κυβέρνησης  Stresemann και την ανάθεση σχηματισμού κυβέρνησης στον   Wilhelm Marx (Zentrum ) ο von Seeckt βρίσκει τον χρόνο να απαγορεύσει τις πολιτικές δραστηριότητες του NSDAP, του  DVFP και του  KPD. Στις 28 Νοεμβρίου η Κυβέρνηση  Wilhelm Marx [73] παίρνει ψήφο εμπιστοσύνης . Στο Υπουργείο των Εξωτερικών ο Stresemann καλείται να συνεχίσει το δύσκολο έργο του. Τον Δεκέμβριο η άθλια οικονομική κατάσταση που επικρατεί στην Γερμανία αποτυπώνεται με την ισοδυναμία μάρκου δολαρίου.Για την απόκτηση ενός δολαρίου χρειάζονται 4,2 τρισεκατομμύρια μάρκα.


Υποσημειώσεις κεφαλαίου.










[3. 1] Matthias Erzberger (20 Σεπτεμβρίου 1875 – 26 Aυγούστου 1921) Γερμανός δημοσιογράφος και πολιτικός προερχόμενος από το χώρο του Κέντρου. ....Μετά το πόλεμο συνεργάστηκε με τις Κυβερνήσεις Philipp Scheidemann και Gustav Βauer αναλαμβάνοντας για σύντομο χρονικό διάστημα το υπουργείο των Οικονομικών (21 Ιουνίου 1919 – 12 Μαρτίου 1920) .Δολοφονήθηκε σε ηλικία 45 ετών.
Αφού ο Ερτσμπέργκερ έπαιξε το παιχνίδι του Λούντεντορφ και υπέγραψε την ανακωχή στις 11 Νοεμβρίου 1918 , αυτός και οι φίλοι του κατηγγέλθησαν ως "Νοεμβριανοί εγκληματίες" από την Άκρα Δεξιά. Ο ίδιος ο Ερτσμπέργκερ δολοφονήθηκε το 1921 και προτού περάσουν δώδεκα χρόνια η Δημοκρατία της Βαϊμάρης στραγγαλίστηκε από τις ίδιες πολιτικές δυνάμεις που είχαν πρώτα ονειρευτεί ότι προορισμός της Γερμανίας ήταν να καταστεί μια παγκόσμια δύναμη και ύστερα - όταν είδαν ότι απέτυχαν τραγικά- να διαπράξει εθνική αυτοκτονία.(Ι. Γκάις: Ο δρόμος προς την ανακωχή)
[3. 2] Maximilian Alexander Friedrich Wilhelm, Prince of Baden (10 Ιουλίου 1867 – 6 Νοεμβρίου 1929), Γερμανός Πρίγκιπας και πολιτικός .Υπήρξε ο τελευταίος Καγκελάριος της Γερμανικής Αυτοκρατορίας (3 Οκτωβρίου -9 Νοεμβρίου 1918)
[3.33] Kapp, Wolfgang (1858–1922) Γερμανός πολιτικός. Υπήρξε ο εμπνευστής της του στρατιωτικού κινήματος στο Βερολίνο με σκοπό τη παλινόρθωση της γερμανικής Μοναρχίας. Μετά την αποτυχία του κινήματος κατέφυγε στη Σουηδία αλλά όταν πληροφορήθηκε ότι παραπεμπόταν σε δίκη με τη κατηγορία της «εσχάτης προδοσίας» στα 1922 επέστρεψε στη Γερμανία για να υπερασπίσει τον εαυτό του..Πεθανε πριν προλάβει να δικαστεί.
[3.34] Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι τις εκρηκτικές ημέρες στο Βερολίνο ο Hitler βρισκόταν εκεί σαν αντιπρόσωπος των Εθνικιστών του Μονάχου . Ταξιδεύοντας για πρώτη φορά στη ζωή του με αεροπλάνο και με την πλαστή ιδιότητα του εμπορικού αντιπροσώπου είχε την ευκαιρία να γνωρίσει από τα μέσα τη φύση της προσπάθειας και φυσικά κάθε άλλο παρά υπερήφανος ένοιωσε όταν αντιλήφθηκε πως ο εκπρόσωπος τύπου των κινηματιών ήταν ο Τrebistch Lincoln ένας πρώην Βρετανός βουλευτής εβραϊκής καταγωγής από την Ουγγαρία.
[3.47] Αυτή η πρώτη συνάντηση θα αποδωθεί από το Michael-Goebbels μέσα στις σελίδες του αναθεωρημένου Michael με λόγια θρησκευτικής πίστης, Ποιος είναι ο Χίτλερ του 1922 και τι αντιπροσωπεύει ; Φυσικά είναι ο "προφήτης" που θα σώσει τη Γερμανία . Που θα αφυπνίσει το λαό , θα του ξαναδώσει δύναμη κάνοντας τον μια πραγματική κοινότητα λαική. Μετά τη συνάντηση .Παραμένω εκεί επί μακρόν με τα μάτια καρφωμένα στο πρόσωπο εκείνου του μοναδικού ανθρώπου .Δεν είναι ρήτορας. Είναι προφήτης. Ο ιδρώτας του κυλά σε ρυάκια στο μέτωπο. Στο χλομό του πρόσωπο , καίνε δύο μάτια και εκτοξεύουν βέλη νοητά. Οι γροθιές του κλείνουν . Όπως στη τελική κρίση κάθε λέξη , κάθε φράση αντηχεί σαν να πρόκειται για βρυχηθμό βροντής. Δεν ξέρω πια τι κάνω . Μοιάζω σαν να έχω χάσει τα λογικά μου, Φωνάζω ζήτω Κανείς δεν παραξενεύεται . Από την εξέδρα ο άνδρας με κοιτά για μια στιγμή .Τα μπλε του μάτια σαν αστέρια με χτυπούν σαν φλόγα. Να η διαταγή. Αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή ξαναγεννιέμαι. 
[3.55] Cuno, Wilhelm ( 1876–1933) Γερμανός Καγκελάριος (22 Νοεμβρίου 1922 – 12 Αυγούστου 1923). Στη σύντομη θητεία του προσπάθησε να αποσπάσει την έγκριση των νικητών για ένα moratorium των γερμανικών επανορθώσεων εκβιάζοντας με τη παθητική αντίσταση του πληθυσμού στα κατεχόμενα. Μια από τις συνέπειες της πολιτικής του υπήρξε η δραματική υποτίμηση του εθνικού νομίσματος .
[3.91] Όπως σωστά ήδη από τον περασμένο χρόνο ο Γάλλος Κομμουνιστής Μονμουνσώ είχε καταγγείλει:«Αδυνατώντας να στηριχθεί πάνω στην υπόθεση μιας παγκόσμιας επανάστασηςούτε πάνω στη δραστήρια δύναμη της επαναστατικής Διεθνούς , ο άξονας της Ρωσικής επανάστασης μετατοπίζεται βαθμηδόν. Αφού εξώθησε την πάλη των τάξεων στα άκρα των δυνατοτήτων της , η ρωσική επανάσταση αρχίζει συνομιλίες με τον αντίπαλό της , ζητά να διαπραγματευτεί με τους πιο ευνοϊκούς όρους , δεν αποβλέπει πλέον στην Διεθνή επανάσταση αλλά στη διατήρηση των καταχτημένων θέσεων …Οι Ρώσοι έρχονται σε σχέσεις με τα καπιταλιστικά κράτηκαι ζητούν να επιτύχουν , για να σώσουν το Σοβιετικό Κράτοςμια συμφωνία επίσης με τους ρεφορμιστές (Αναφέρεται από τον πρόεδρο της Κόκκινης συνδικαλιστικής Διεθνούς Λοζόφσκι στα «Πρακτικά της συνδιάσκεψης της Ευρείας Εκτελεστικής της Κ.Δ Παρίσι 1922 σελ 134.
[3.92] Στις 2 Αυγούστου 1935 στην περίφημη εισήγησή του στο 7ο Συνέδριο της Comintern ο Δημητρόφ θα πει: «Στα 1923 η Σαξονία και η Θουριγγία παρουσιάζουν μια καθαρή εικόνα της Δεξιάς οπορτουνιστικής «κυβέρνησης των εργατών» σε φάση δράσεως. Η είσοδος των Κομμουνιστώνστην Κυβέρνησητων Εργατών της Σαξονίας από κοινούμε τους αριστερούς Σοσιαλδημοκράτες (ομάδα Ziegner) δεν ήτανλάθοςαπό μόνο του ,αντιθέτως η επαναστατική κατάσταση της Γερμανίας δικαιολογούσε πλήρως παρόμοιο βήμα. Αλλά συμμετέχοντας στην κυβέρνηση , οι Κομμουνιστές όφειλαν εκ των προτέρων να καθορίσουν την στάση πρωταρχικάμε σκοπό τον εξοπλισμό του προλεταριάτου.Όμως δεν το έκαναν . Δεν τόλμησαν να απαιτήσουν ούτε ένα διαμέρισμα πλουσίου.Δεν το έκανανπαρά το γεγονός ότι ηέλλειψη σπιτιώνγια τους εργάτες ήταν πολύ μεγάληκαι πολλοί από αυτούς με τις γυναίκες και τα παιδιά τους ήσαν δίχως μια στέγη πάνω από τα κεφάλια τους. Επίσης δεν έκαναν τίποτα για να οργανώσουν το μαζικό επαναστατικό εργατικό κίνημα Γενικά συμπεριφέρθηκαν σαν συνηθισμένοι κοινοβουλευτικοί υπουργοί "στα πλαίσιατης αστικής δημοκρατίας ". Όπως όλοι γνωρίζετε , αυτό στάθηκε το αποτέλεσμα της οπορτουνιστικής τακτικής του Brandler και των υποστηρικτών του. Το αποτέλεσμα ήταν τόσο θλιβερό ώστε από εκείνη την ημέρα αναφερόμασταν στην Κυβέρνηση της Σαξονίας σαν κλασσικό παράδειγμα για όσα οι επαναστάτες όφειλουν να αποφεύγουν ευρισκόμενοι στην εξουσία.
 
 
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου