Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΣΚΟΚΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΣΚΟΚΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Ιουνίου 2014

Γ. ΣΤΡΑΤΗΓΗΣ: ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΝΔΡΙΑΝΤΑ ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ






















ΠΥΡΙΝ' εργάτη τ' ουρανού , π' οργώνεις τους αιθέρες
Με το χρυσό τ' αλέτρι σου και σπέρνεις της ημέρες,
Πριν έμπης στ' αστερόφωτα της Δύσεως παλάτια,
Σταμάτησε για μια στιγμή τ' ακράτητά σου τ' άτια,
Κι' αφού φωτίσης τ' άφθαρτο κι αμάραντό του στέμμα,

Που επότισε παράκαιρα τ' αθάνατό του αίμα,
Χύσε μια αχτίδα ολόφωτη στη σεβαστή μορφή του
Και πες μου:"Ο γυιός της Καλογρηάς τι λέει στην προσευχή του;"

 Αγέρι της πατρίδας μου , που στον κρυφό σου πόνον
Ηχολογείς  τα τρόπαια των δοξαστών της χρόνων .
Στο  φτερωτό το διάβα σου με σεβασμό σταμάτα .
Και φίλησε, κι' ανέμισε την άσπρη του φλοκάτα .
Που γέρνει σαν βασιλική πορφύρα στο κορμί του
Και πες μου: "Ο αρχιστράτηγος τι λέει στην προσευχή του;"

Συ του Φαλήρου ένδοξο και ματωμένο κύμα,
Που αφ' ου τη νειότη του έψαλλες τώρα του κλαις το μνήμα,
που κάθε βράδυ σ΄αγροικώ με μυστική λαχτάρα
Είτε σε αύρας φύσημα, ή σε νοτιάς αντάρα .
Ν' αντιλαλής  απ' το Μωρηά και απ' τα Νησιά τα τρία,
Την δόξα των ναυάρχων μας των στόλων την ανδρεία,
Πες μου συ που είδες να πετά στο άπειρο η ψυχή του:
"Ο Καπετάνιος της Στερηάς τι λέει στη προσευχή του;"

Ο Ήλιος προς την δύση του φέρνει γοργό το βήμα,
Τ΄αγέρι προσπερνά βουβό κι΄απόκριση δεν δίνει
Και του Φαλήρου μοναχά το στοιχειωμένο κύμα
Με στεναγμό την προσευχή του Καραϊσκου αφίνει:

"Θεέ μου, παντοδύναμε, ελπίδα μου μονάχη,
Π΄αγνάντεψα ολοφάνερο το δυνατό σου χέρι .
Να μου φτερώνη το σπαθί στην τουρκοφάγο μάχη,
Στους βράχους της Αράχωβας , στου Δίστομου τα μέρη
Συ που και σκλάβα αν άφησες τη δόλια μου πατρίδα.
Με τόσα μάτια τη θωρείς όσα τη φέγγουν άστρα.
Που κάτω από τη χρυσόφτερη και πατρική σου ασπίδα
Έκανες τ' άτια μας θεριά και τα ταμπούρια κάστρα,
Και της βαρκούλες έσπρωξες να πυρπολήσουν στόλους,
Θυσία, που έφτανε ο καπνός ίσιος στους θείους θόλους,
θεέ μου , αν ήμουν ταπεινός της πίστεως Λευίτης
Και τους βωμούς σου αδειανούς δεν άφησα μια μέρα.
Αν τη πατρίδα εδούλεψα σαν καρδιακό παιδί της.
Την δέησί μου άκουσε στους ουρανούς, Πατέρα.

"Και σεις σκιαίς που γύρω μου σας βλέπω να πετάτε.
Όλου του αγώνος η σκιαίς εδώ, εδώ ελάτε!
Του Κωνσταντίνου η ψυχή , ψυχή του Γρηγορίου ,
Του Ρήγα, με τα σύμβολα  του άγιου μαρτυρίου.
Εδώ πετάτε σήμερα , με στεμμα και πορφύρα,
σταυρό, σπαθί και λύρα.
Σεις όλοι  που επιστέψατε  του γένους πολεμάρχοι.
Από τον Αυτοκράτορα  έως τον Πατριάρχη,
Προσευχηθήτε όλοι σας μαζύ μου στην αράδα
Προσευχηθήτε:"ο Θεός να σώση την Ελλάδα."

Όπου κι' αν στρέψης , Πλάστη μου ,το φοβερό σου μάτι,
Στη θάλασσά της και στη γη, σε κύμα σε λιθάρια
Είναι η μάννα με βωμούς  της πίστεως γεμάτη ,
Π' ούγειναν απ το αίμα μας σεμνά προσκυνητάρια.
Επίστευαν και πέθαιναν .Επίστευαν στη Πόλι,
Στο Μεσολόγγι επίστευαν , στην Τρίπολι , στο Λάλα,
Στη Ρούμελη και στο Μωρηά ,όλοι πιστεύαν όλοι,
Γιατί 'ς την πίστι εβύζαξαν στης μάννας των το γάλα.
Όλοι επιστεύαμε μαζύ κ' επέφταμεν αντάμα,
Κι' αν εθαυματουργήσαμε, δικό σου είνε το θάμμα.

Συ το σπαθί του Μπότσαρη, του Διάκου το τουφέκι
Έκανες τώνα κεραυνό  και τ΄άλλο αστροπελέκι.
Συ το Μιαούλη εφώτισες  και τον Κολοκοτρώνη
Την αμαζόνα των Σπετσών , τον Λάμπρο τον Κατσώνη.
Συ τον δαυλόν εφύσησες στου Ψαρριανού τα χέρια,
Όταν στη Χιό ετίναξε  το τρίκροτο στ΄αστέρια.
Παντού σ' αγνάντεψα, παντού και το εικοσιένα
Το είδα γεμάτο πάντοτε με φλόγες και με Σένα!

Το στρατόπεδο του Γ. Καραισκάκη στο Πειραια
(πίνακας του Θ. Βρυζάκη)














"Μα τώρα, τώρα στ΄άπιστα καταραμένα χρόνια,
Που τα πλακώνει η εντροπή και θάφτει η καταφρόνια,
Ζύγωσε πάλι , ζύγωσε απ΄ τα μακρυά σου ουράνια,
Και μεσ ΄ς τον ύπνο το βουβό που μοιάζει νεκροφάνεια
Ακούμπησε το μέτωπο της  μάννας μας και πάλι,
Να 'δη κανένα όνειρο, να νοιώση καμμιά αχτίδα,
Ν΄αστράψη μεσ' το βυθό της ολόξανθο κεφάλι
Με στέμμα και γυμνό σπαθί, η μόνη μας ελπίδα
Άνοιξε πάλι, άνοιξε την πατρική σου αγκάλη,
Θεέ μεγάλε,την μικρή προστάτεψε πατρίδα!"

 Αυτά τα λόγια σου αυτά μούφερε χθες το κύμα ,
Οπού στον τάφο σου κοντά βρίσκει κι΄αυτό το μνήμα,
Και με την προσευχή σου αυτή κυλούσε από πέρα
Της Κρήτης το παράπονο της Κύπρου τη φοβέρα.....
Κ' έλεγε αλήθεια! και ς' αυτά τα πέτρινά σου χείλη
Τα ίδια λόγια εφύσησε και του τεχνίτη η σμίλη.

Αχ ! άμποτε η αγάπη μας και η λαχτάρα η τόση
Στα μαρμαρένια στήθη σου πνοή ζωής να δώση,
Κι' όταν διαβαίνη ο λαός, που τόσο σε θαυμάζει,
Που σαν ημίθεο πειό πολύ απ΄όλους  σε δοξάζει,
Να νοιώθη τ΄αγαλμά σου αυτό χρησμούς να μουρμουρίζη,
Κ ημέρες ποιό καλλίτερες το έθνος να ελπίζη.

Ναι! ελπίζει πειό καλλίτερο το μέλλον και πιστεύει,
Γιατί λαός που σαν θεούς τους ήρωες λατρεύει
Λαός που στήνει αγάλματα στη μνήμη των προγόνων
Και τα θωρεί με σεβασμό ωσάν την Εκκλησία,
Είναι γενηά των Πλαταιών , παιδί των Μαραθώνων
Κι έχει στο μέτωπο γραφτή μια λέξις "Αθανασία".

Ο θάνατος του Γ.Καραισκάκη
(πίνακας του Αλεξ. Ησαϊα)














Προσευχηθήτε. Μπρος ς' αυτό το άγιο μαυσωλείο,
Πούνε γεμάτο ευλάβεια, γεματο μεγαλείο,
Χίλιαις γενηαίς θα γεννηθούν , χίλιαις γενηαίς θα σβύσουν

Μα τούτα τα μαρμάρινα τα τρόπαια θα ζήσουν
Προσευχηθήτε! Ο Θεός θ' ακούση ό,τι πήτε'
Όλος ο Αγώνας γύρω μας πετά! Προσευχηθήτε!

Ημερολόγιο Σκόκου Τ.11 (1896)


Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010

ΚΩΝ/ΝΟΣ Φ.ΣΚΟΚΟΣ: Ο ΦΟΡΟΣ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ

(Αναμνήσεις της επιστρατείας του 1881).

Όταν εκλήθην ν' αποτίσω κ' εγώ τον φόρον του αίματος τόσον εμέθυσα από ενθουσιασμόν — διότι ησθανόμην ότι η πα­τρίς όλη εκυκλοφόρει ως καμπανίτης εις τας φλέβας μου — ώστε και αυτή ακόμη η φυσιογνωμία του χωροφύλακος και του ενωμοτάρχου μοι εφάνη συμπαθής και αξιέραστος. 
Θα με χλευάσετε ίσως ' αλλά τί να γίνη ! Ημείς οι επαρχιώται έχομεν, βλέπετε, την ανοησίαν ενίοτε να ηλεκτριζώμεθα εις την λέξιν : πατρίς. 
Ο δήμαρχος μας — καλή του ώρα ! — πρακτικός και φρό­νιμος άνθρωπος, επρότεινεν εις την μητέρα μου να μ' εξαιρέση διότι — ως ισχυρίζετο— είχε τα μέσα με την κυβέρνησιν, η οποία του εχρεώστει δύω βουλευτάς ιδικούς του. Αλλ' εγώ εθεώρησα ως ύβριν την καλοκάγαθον προσφοράν του. 
Εξάπαντος θα με εξέλαβεν ως τρελλόν ή ηλίθιον. 
Αφήκα την μελέτην μου, εζήτησα την ευλογίαν της μη­τρός μου, κατεφίλησα τα μικρά μου αδέλφια, και με το πρώ­τον ατμόπλοιον ανεχώρησα πετών εις Αθήνας. 

** 
— Μπρε ! πώς 'βρέθηκες εδώ ; μου λέγει ο βουλευτής της επαρχίας συναντήσας με εις την αυλήν του Φρουραρχείου. 
Υπερήφανος και δακρύων από συγκίνησιν τω απήντησα ότι ήλθον να χύσω το αίμα μου δια την πατρίδα ! 
Με ητένισε μειδιών και με έσυρεν εις τινα γωνίαν της αυλής : 
— Θέλεις να σ' εξαιρέσω και σένα ; Η επιτροπή είνε 'δική μας. Ναι μεν είσαι ολοστρόγγυλος από υγεία, αλλ' έννοια σου ! Πες πως πάσχεις από ι σ χ ί α σ ι ν' είνε νόσημα που δεν φαί­νεται. 
— Καλέ τί λέγεις; αστεϊζεσαι ; εγώ ανίκανος που αισθά­νομαι τόση φλόγα και ζωή στα στήθη μου ; 
— Άμε να χαθής, βλάκα ! μου είπε και μου έστρεψε τα νώτα .... 

** 
Ενεγράφην εις το πεζικόν. 
Ο επιλοχίας με παρέλαβε μετ' άλλων εις την αποθήκην του τάγματος δια να μας ενδύση την στολήν του στρατιώτου. 
Με έχωσαν εντός πολυπτύχων σάκκων, μου εφόρτωσαν εν ζεύγος αρβυλών εις τους πόδας, ζυγίζον υπέρ την οκάν, και επέθηκαν μετέωρον έν πιλίκιον επί της κεφαλής μου. 
_ Ιδού η στολή σου ! μοι είπον. 
Στολή, επί τη θέα τής οποίας θα ηυτοκτόνει βεβαίως ο κ. Λαμπίκης. 
— Κύριε λοχία. . . . —απεπειράθην να παρατηρήσω. 
— Σουτ ! τσιμουδιά! αυτό θα 'πη στρατιώτης ! νά δα η ώρα να σου πάρωμε και μέτρο ! Καλό - κακό, συ δεν έχεις δικαίωμα να εξετάσης ! 
Είχε δίκαιον. 
Από της στιγμής εκείνης εδιδασκόμην ότι ο πολίτης άμα σαβανωθή εντός της στρατιωτικής στολής, παύει να ήνε πρό­σωπον και γίνεται έπιπλο, δια να μη είπω κολοκύθι! 
Εγώ τουλάχιστον ήμην — αν όχι μηδενικόν — ο αριθμός 47 του λόχου. 
— Αριθμός 47 ! 
—Παρών ! έπρεπε να φωνάξω,
Ο κύριος λοχίας είχε τον στρογγυλόν και ευώδη αριθμόν 100, πολύ δικαίως, διότι—πρέπει να το ομολογήσω — ποτέ δεν μας έδερνε κατά το μάθημα της θεωρίας. 

** 
Εις τον στρατώνα, όπου το εσπέρας έπεσα να κοιμηθώ, φαίνεται ότι δεν εστρατωνίζετο μόνον το τάγμα μου, αλλά και άπειρα άλλα τάγματα και συντάγματα . . . κορέων αιμοδιψών. 
Έν σύνταγμα τουλάχιστον κατηυλίσθη όλην την νύκτα επί του σώματος μου. 
-Κύριε επιλοχία, αυτοί οι κοργιοί..... 
-Σκασμός ! Δεν ήλθες δια να χύσης το αίμα σου για την πατρίδα; πρέπει να συνειθίσης από τώρα! 
Είχε δίκαιον. Δεν επρόκειτο περί του φόρου του αίματος; 

Ευτυχώς τα γυμνάσια του λόχου είχον τελειώσει πριν μας αποτελειώση ο λοχίας στο τρέξιμο υπό τον ζέοντα ήλιον, όστις μας ερρευστοποίει τόσον, ώστε ο φόρος του αίματος εκινδύνευε να προεξοφληθή δια του φόρου του. . . ιδρώτος. 
Αι! τώρα πλέον θα με χρησιμοποίηση δια τας ανάγκας της η Πατρίς ! εσκέφθην εν εμοί. 

Αλλά προ τούτου έσχον την τιμήν να χρησιμοποιηθώ υπό του κυρίου λοχίου, όστις μοι ενεπιστεύετο το λουστράρισμα των υποδημάτων του και την μεταφοράν της κουραμάνας εις της εξαδέλφης του, τέως παχύσαρκου παραμάνας εκ της πο-λυγύναικος Άνδρου. 
Πρωίαν τινα ανακαλύπτω ότι ο υπολοχαγός του λόχου μου ήτον ο παλαιός επιστάτης των κτημάτων του πατρος μου , ο Στρατής! 
Όταν ήμην μικρό τρελλούτσικο, μ' έπερνε στα γόνατά του και με διεσκέδαζε. Ενθυμούμαι μίαν φοράν ότι με είχε παρα­καλέσει να μεσιτεύσω εις τον πατέρα μου να μη τον διώξη. 
— Καλέ τί κάμνεις, κύριε Στρατή, έπειτα από τόσα χρόνια ! 
— Βρε, ποιος σούδωκε το δικαίωμα να μιλάς έτσι στους αξιωματικούς; Αι ! Δέκα 'μέραις κράτησι ! να σου δείξω εγώ κούτσουρο ! 
Είχε δίκαιον. Έπρεπε να γνωρίζω ότι η στρατιωτική επι­στήμη έχει υπερφυσικήν δύναμιν, μεταβάλλουσα τα κούτσουρα εις ανθρώπους και τους ανθρώπους εις κούτσουρα . 

Παρητήθην της κουραμάνας μου. Αλλ' οφείλω να ομολογήσω ότι εις αποζημίωσιν είχον ενίοτε άδειαν διανυκτερεύσεως.... 

Ο καιρός εν τούτοις παρήρχετο κ εγώ δεν έβλεπα πότε ν' ανάψη το τουφέκι στη Θεσσαλία, να χυθώ εις τας φλόγας του πολέμου, και να υπηρετήσω τας ανάγκας της πατρίδος. 



Αλλ' είχα κάμει τον λογαριασμόν χωρίς τον ξενοδόχον, χωρίς δηλαδή να υποπτευθώ ότι, αν είχεν η πατρίς ανάγκην των βρα­χιόνων μου, επίσης όμως είχεν ανάγκην των χειρών και των πο­δών μου και η. . .κυρία λοχαγού, η οποία μου είχεν αναθέσει τα καθήκοντα της ε σ ω τ ε ρι κ ή ς υ π η ρ ε σ ί α ς, εις τον νεροχύτης, εις την μπουγάδαν, εις τα ψώνια της αγοράς και εις την παιδαγώγησιν των δύο χαριεστάτων μικρών.. . διαβόλων της, τα όποια έβγαινα στον περίπατον και μου εβγαινον αμοιβαίως την πίστι! 

** 
Ο κύριος λοχαγός είχε πράγματι στρατιωτικήν εύπείθειαν εις την κυρίαν λοχαγού, προ της όποιας ετρέμεν από. . .σέβας. 
Αύτη έδιδε τα προστάγματα εις το σπήτι. Μίαν ημέραν διολιθήσας έθραυσα εν πινάκιον. Η κυρία εθεώρησε καλόν εις εξόφλησιν να μου θραύση την κεφαλήν δια της σιδεράς εσχάρας ήν έκράτει την στιγμήν εκείνην, και ιδού, μετά τους αιμοχαρείς κοργιούς, απέτινον ήδη δευτέραν φοράν τον φ ό ρ ο ν του αί­ματος. 
Εν τω μεταξύ φθάνει και ο υφιστάμενος της κυρίας, εις ον δια­τάσσει έφοδον κατ εμού. 
Ο κύριος λοχαγός μετά προθυμίας ηκόνισε το ξίφος του επί της ράχεώς μου με κάμποσες διπλαριαίς. 
— Ά ! μα κύριε λοχαγέ ! αυτό πλέον είνε απάνθρωπον ! Εγώ ήλθα να προσφέρω την ζωήν μου εις το έθνος και όχι να με σκοτώσετε στο ξύλο ! 
— Τώρα σου δείχνω εγώ, κοπρόσκυλο ! 
Και μεταβαίνει εις τον διοικητήν του τάγματος επιδίδων κατ' εμού μήνυσιν επί εξυβρίσει και β ι ο π ρ α γ ί α κατ' ανωτέρου εν καιρώ υπηρεσίας. 
** 
Είνε ανάγκη αρά γε να σας είπω ότι ερρίφθην εις τας φύ­λακας του φρουραρχείου ; 
Έμεινα επτά μήνας έως ού περαιώθη η ανάκρισις και εισα­χθώ εις δίκην. 
Εν τω μεταξύ η μήτηρ μου αφίνει τα δύο μικρά κλαίοντα με την αδελφήν μου, δανείζεται ολίγα χρήματα, καταφθάνει ασθμαίνουσα εις Αθήνας, και πίπτει εις τα γόνατα του βουλευτού μας : 
— Για το θεό , κύριε βουλευτή, από το θεό και στα χέρια σου ! 
— Το παληόπαιδο ! καλά τα παθαίνει ! Μήπως δεν του είπα εγώ να τον εξαιρέσω από την αρχή ; Έννοια σου όμως ' θα προσπαθήσω να αθωωθή. 
Και πράγματι ενήργησε μετά ζέσεως. Το δε Στρατοδικεί ον σ κ ε φ θ έ ν κατά τον νόμον, ι δ ό ν τα άρθρα—δεν ενθυμούμαι ποία, — ώ εάν έβλεπε και την αιματηράν σκηνήν της εσχά­ρας — ακούσαν. . . διεξελθόν την δικογραφίαν, απεφά­σισε μετά επτά μηνών πολυστένακτον προφυλάκισιν να με κηρύξη αθώον! 'Σ πολλά 'τη ! Κι' αυτό μεγάλη του κα­λώσύνη ! 

** 
Και ο πόλεμος ; ο φόρος του α ί μ. α τ ο ς ; Είχον αναβληθεί επ' αόριστον. 
Έκτοτε επέρασαν πέντε περίπου έτη, χωρίς όμως να μου περάσουν και οι ρευματισμοί, παρέμειναν δε μόνον αι αναμνή­σεις και τα ίχνη των επί του κρανίου μου ούλων της εσχάρας. 
Προ ολίγων ημερών με εκάλεσε πάλιν η πατρίς εις τα όπλα δια τον φόρον του αίματος. 
Ευρίσκω τον βουλευτήν μας : 
— Σε παρακαλώ να ενεργήσης να εξαιρεθώ' τώρα υπάρχει πραγματικός λόγος εξαιρέσεως. Με καλούν δια τον φόρον του αίματος ενώ εγώ από την πρώτη επιστρατεία με κατήντησαν όλως διόλου αναιμικόν ! . 

Αθήναι, τη 29 Σεπτεμβρίου, 1885
Οδυσσεύς Θερμοκέφαλος