Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 3 Απριλίου 2019

Δ. ΚΟΚΚΟΣ: Ο ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΟΜΕΝΟΣ


Εν μέσω της εκλογικής αυτής ανεμοζάλης, 
ενόμισα καθήκον μου κ' εγώ να εισπηδήσω,
και μετ' αγώνος φοβερού και πυρετώδους πάλης
νεκρός ή μόνον νικητής, παιδιά, να επιζήσω !
Τουτέστι « ταν ή επί τας ! », οι πάντες μ'εννοείτε,
αι δ' εξηγήσεις περιτταί μοι φαίνονται, πολίται!

Αντιπολιτευόμενος ! ιδού το πρόγραμμα μου!
Την τωρινήν κυβέρνησιν αγρίως θα πατάξω !
Πατρίς εδώ, πατρίς εκεί, πατρίς το σύνθημά μου,
πατρίς, μα τον θεόν, πατρίς - enfin θα πατριάξω!

Οράτε ότι την πτωχήν πατρίδα μας προδίδουν,
διότι τρώγουν μοναχοί και εις ημάς δεν δίδουν.
Τα οικονομολογικά ! - ιδού πρώτη φροντίς μου !
Τα στρατοναυτολογικά ! - ιδού και η δευτέρα !
Τα εξωεσωτερικά ! - εν όλω πόθοι τρεις μου,
εκ της κοιλίας θ΄ αντηχούν οξείς εις τον αιθέρα.
Το μεγαλείον, η πατρίς, η δόξα, το καθήκον,
και το ανήκον άπασι και πάσι το προσήκον !

Άλλως, μενόντων ωδέ πως των πάντων συμφερόντων, 
και των ταμείων τρομερώς συνδιασπαθιζόντων, 
κ' εκείνων πάντων, δηλαδή, τρωγόντων και πινόντων, 
ημών δε πάντων των λοιπών πεινόντων και διψώντων, 
ημείς θα καταντήσωμεν, αναμφιβόλως, τσίροι,
και νεκρικόν μετ' ου πολύ θ’ ακούσωμεν ψαλτήρι.

Λοιπόν ! Λοιπόν άπαντ' αυτά ευκόλως εννοοΰντες,
και βλέποντες πως η πατρίς επνίγη εντός έλους, 
πρέπει, εν γένει τον λαόν ορθώς ποδηγετούντες,
να φθάσωμεν εις ασφαλή λιμένα, επί τέλους. 
Τοιουτοτρόπως η πατρίς, νικώσα, μετά θάρρους 
θα πέσει ως μικρός ιχθύς εις πεινασμένους γλάρους !

Ελπίζω, συμπολίται μου, την ψήφον σας να έχω !
Ελπίζω να μ' εκλέξετε, ως αντιπρόσωπόν σας,
διότι, μα τον Ιησούν Χριστόν μας. δεν αντέχω,
και φευ ! θα μ' έχετε βαρύ φορτίον στον λαιμόν σας!
Εν τούτοις, αν μοι πέπρωται ο τάλας ν' αποθάνω,
τα κατωτέρω γράφατε στον τάφον μου επάνω :

«Αντιπολιτευόμενος ο μακαρίτης ήτο’
είχ' ευγενή αισθήματα, αρχάς και πεποιθήσεις,
και υπό τούτων πάντοτε αγνώς ενεφορείτο’
αλλ' όμως τον κατέβαλον στομαχικαί παθήσεις.
Απέθανε φιλόπατρις και ομιλών και γράφων -
με άλλους λόγους νηστικός κατήλθεν εις τον τάφον».

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2018

ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΚΙΠΗΣ: ΕΘΝΙΚΟΣ ΘΡΗΝΟΣ

Ένας αιώνας θυσιών, ηρωισμών, τροπαίων
ξανά εσωριάστη κάτου
κι' οι ξένοι απ' ό,τι Ελληνικό, ό,τι υψηλό κι' ωραίον
γελοκοπούν, σαρκάζοντας μες' στα χαλάσματά του.

Γιατί σ' αυτόν τον άτυχο τον τόπο πάντα ζούνε
πλευρό-πλευρό με τους Γ ρ α ι κ ο ύ ς οι απάτριδες Γραικύλοι
κι' ό,τι να υψώσουν οι Γ ρ α ι κ ο ί για χρόνια προσπαθούνε,
σε μια στιγμή συντρίμματα το ρίχνουν οι Γραικύλοι.

Και τώρα πούνε η πίστη μας; Ποιά ελπίδα πια μας μένει ;
Φριχτοί σαβανωτήδες
το σάβανό σου υφαίνουνε, Ελλάδα μου καημένη,
οι λαοπλάνοι οι σκοτεινοί κι' οι ανήθικοι κιοτήδες.

Κι' αντί αναστάσιμους σκοπούς κι άσματα περηφάνειας,
τα πολυπικραμένα μας να τραγουδήσουν χείλη,
προφέρουν γόους καταστροφής και μοιρολόγια ορφάνιας,
γιατί έτσι οι χιλιοντρόπιαστοι, το θέλησαν ,Γραικύλοι.

Τετάρτη 18 Οκτωβρίου 2017

ΙΩ. ΚΑΜΠΟΥΡΟΓΛΟΥΣ: ΟΙ ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ



Στα τέκνα που Σ' εδόξασαν
κ' είν όλα ξακουσμένα 
Τώρα μοιράζεις στέφανα
και της τιμής τα κρίνα 
Κι' αν άλλα κλαις, που πέσανε
για λευτεριάς ελπίδα
 Έχεις καλή παρηγοριά
την κοσμική τους φήμη. 
Κι' όμως πόσ' άλλα τέκνα σου.
στη λησμονιά θαμένα 
σα γίγαντες επάλεψαν, 
Σ' εδόξασαν κι' εκείνα 
και μόνον από αίσθημα ιερό
γλυκεία Πατρίδα 
σούδωκαν πλούτη και ζωή,
δίχως ν' αφήσουν μνήμη ! 
Αν μαύρη μοίρα σούκρυψε
σκληρά και τόνομά τους, 
ποιο κλάμα, ποιο μνημόσυνο,
ποιο θαυμασμού σημείο 
μπορεί ν' ανάψη στο πικρό
σκοτάδι του λυχνάρι ; 
Ω ! νάξερες που βρίσκονται
σπαρτά τα κόκκαλά τους 
κι' αντάμα να τα σώριαζες
σ' ένα ψηλό μνημείο ! 
Πες μου τα λόγια τα γλυκά,
που πρωτολέει η Νειότη, 
για νάνε σάλλες γενεές
ιερό προσκυνητάρι.




Δευτέρα 9 Οκτωβρίου 2017

ΤΙΜΟΣ ΜΩΡΑΪΤΙΝΗΣ: ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΠΛΗΓΩΜΕΝΟΥ

Σου στέλνω μοσχολίβανο με τ' αγεράκι του βουνού
Και δέξου μια παράκλησι κι' απ' τα δικά μου χείλια,
Τώρα  που η νύχτα η ξάστερη γλυκόφωτα καντήλια
Σου ανάβει τ' άστρα τ' ουρανού.

Γλυκειά του κόσμου Δέσποινα, μια χάρι θέλω να μου κάνης:
To χέρι μου να γιάνης,
Το χέρι που λαβώθηκε βαρειά από τον εχθρό μου
Και σκλαβωμένο τώρα στέκει.
Για να μπορέσω γρήγορα  να ξανακάνω το σταυρό μου.
Να ξαναπιάσω το ντουφέκι!...

Δεν είμ' εγώ το Άδικο, το Δίκηο ειμ' εγώ,
Δεν είμ' εγώ ο κατακτητής, εγώ ειμ' η Ελλάδα,
Κι' έστησα  εδώ την λόγχη μου αλύγιστη λαμπάδα
Τη Υπερμάχω Στρατηγώ,

Και που θα μ'  έκανες καλά, την ώρα εκαρτερούσα,
Αγαπημένη Παναγιά, Γλυκοφιλούσα,
Να πολεμάω μερόνυχτα, ω Άγια Παρθένα,
Για την Πατρίδα όρθιος, γονατιστός για Σένα!... 

Κυριακή 4 Ιουνίου 2017

Ι.ΠΟΛΕΜΗΣ: Η ΔΙΑΝΑ


Κοιμήσου , λεβεντόκορμο' τα ονείρατα τα πλάνα
που μάγευαν την νειότη σου στον ταπεινό καιρό,
σαν τον καπνό στον άνεμο τα σκόρπισε η διάνα
όταν σε πρωτοξύπνησε με τ΄ όπλο στο πλευρό .

Μάχης μονάχα ονείρατα σου φέρνει ο ύπνος τώρα
κ' η διάνα , που το χάραμα με γέλιο σε ξυπνά
κράζει και λέει χαλκόφωνη κοντοζυγώνει η ώρα
που τάψυχα τα ονείρατα θα γίνουν ζωντανά.

Κι αν σ' εύρη βόλι αλύπητο στη μάχη, και σου φέρη
τον ύπνο τον αξύπνητο, μην παραπονεθής'
η Δόξα η δαφνοστέφανη με σάλπιγγα στο χέρι
τη διάνα την ασίγητη θε να σημάνη ευθύς.


Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2016

Γ. ΔΡΟΣΙΝΗΣ: ΔΙΠΛΗ ΚΡΙΣΗ

Είπε του Πορθητή τη φωνή
"Ποιός έχει φέρει το κεφάλι
Του εχθρού μου βασιλιά;  Ας  φανή!"
κ' ένας γενίτσαρος  προβάλλει.
Συμμαζεμένοι  ταπεινοί, 
Την τύχη του ζηλεύουν οι άλλοι
Πασάς , βεζύρης θα γενή!...
Του Πορθητού η φωνή  είπε πάλι:
Του νικημένου νικητής 
Προστάζω (η προσταγή μου νόμος)
Δόξα και πλούτη να σου δώσουν'
Της βασιλείας του κληρονόμος.
Του σκοτωμού του εκδικητής.
Προστάζω να σε θανατώσουν

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2016

ΠΩΛ ΝΟΡ : 606


Εμπρός, στα όπλα οι  Έλληνες ,
κατά Ελλήνων  ίτε!
Ήρθε της δόξης ο καιρός!
Εμπρός να σκοτωθήτε!

Με τη βοήθεια του θεού, 
ωρμάτε κατ΄απίστων,
που ο μουσάτος Σατανάς
η μόνη είναι ελπίς  των!

Σαν το λυσσάρικο σκυλί 
ο γέρος ο παράφρων
έχει αλλάξει  τη φυλή
σε άγρια φυλή των Κάφρων!

Η σπειροχαίτη  η ωχρά
έδωσε πια τη λύση.
Αυτή του γένους η εχθρά
τον έχει όλον σαπίσει.

Η επιστήμη τώρα ας πη
την τελευταία λέξη!
Γεμίστε τις οβίδες σας 
με 606!

Και στους αντάρτες  ρίχτε τες
-τα άλλα είν' ουτοπία!-
Μόνο μ΄αυτό το φάρμακο 
θα γίνη θεραπεία.

Εκτός και αν είναι τόσο αργά
και τώρα η Συφιλίδα
γράφει της ιστορίας του
τη τελευταία σελίδα!...

Παν οι ανθρώποι, βρίζοντάς τον. 
άτιμε, κλέφτη και ληστή!
Και στο φονιά του λέει χαρά στον!
Κι αλλοίμονό του σαν πιαστή!

Παραμιλούν όλοι στο δρόμο:
Τον άτιμο τον μασκαρά!
Την προδοσιά έχει κάμει νόμο
γυναίκα του τη Συμφορά!

Στο φετεινό το καρναβάλι
την κάθε μαύρισε καρδιά!
Κλαίν' οι μαννάδες τους και πάλι
καθώς γλεντούνε τα παιδιά!

Όλους ο χάρος  ο σκουφάτος
καλεί στο γλέντι του θανάτου!
Και το χορό τον σέρνει  να τος
μπροστά μας με την Έλενά του .

Την είχαν κάποτε πληγώσει  
και τώρα η μοίρα μας το γράφει...
Το μέλος πούχατε ματώσει
θα  το πληρώστε με χρυσάφι!

Και συνεχίζεται η δίκη 
κι αι καταθέσεις των μαρτύρων.
Ω κωμωδία και ρεζιλίκι!
Θέμις σαρκαστική και είρων!

-Δεν ξέρω τίποτα, δεν είδα!
Και "ναι " και "όχι " δίχως τσίπα!
"Εν οίδα ότι ουδέν οίδα"
και θρίαμβος του "είπα-ξείπα!"

Κι ο δόλιος ο Καραθανάσης
επάγγελμα που χε διαλέξει!
Λήσταρχος ήταν της θαλάσσης
συνάδελφος του Κολιαλέξη.

Και νάτανε μονάχ' αυτά!
Απ' όλους τους εντιμοτάτους
θενα τους πάρουν τα λεφτά, 
τ' αμάξια και τα μέγαρά τους.

Μπενάκης, Μαρρής Βενιζέλος 
θα δουν της τσέπης τους τον πάτο
και θενά σμίξουνε στο τέλος 
στο λούμπεν προλεταριάτο!....

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΒΡΑΔΥΝΗ στις 7 Μαρτίου 1935 ) 

Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2015

Η ΜΕΤΑΝΟΙΩΜΕΝΗ


Την πρωτογνώρισε μικρή και φτωχιά,
Αρχοντοπούλα ξεπεσμένη,
Μα ήταν πεντάμορφη μέσ' στη δυστυχιά
ευθύς την διάλεξε Ερωμένη.
Χρόνια ταξίδευε μέσ' στις ξενητειές
Κι' όλο προικιά της κουβαλούσε'
Μ' αυτή και σ' άλλους επετούσε ματιές
Κι' αυτός πικρά της ωμιλούσε'
Στον καυγά, μια βραδυά
Τούπε μ' αχάριστη καρδιά:

-Φύγ' από μένα, Τύραννε,
Φύγε και ξέχασε με!
Δε θέλω πειά τα δώρα σου
Στη φτώχεια μ' άφησε με!
Σκλάβα σου πειά κατάντησα
Με στεναγμούς απόχτησα
Λαχούρια και φλουριά!
Άνοιξε την αγκάλη σου
Και δός μου Ελευθεριά!»

Μίσεψε Εκείνος πληγωμένος βαρειά
Από την τόση αγνωμοσύνη
Μα τα χρυσά λαχούρια και τα φλουριά
Όλα τα κράτησεν Εκείνη...
Χρόνος δεν πέρασε και, φίλοι κ' εχθροί,
Την έχουν περιφρονημένη'
θέλουν να πάρουν το στερνό της φλουρί
Και τώρ' αυτή μετανοιωμένη
Δέρνεται και μηνά
Στον παληό της φίλο ταπεινά:

-Έλα, γλυκέ μου Τύραννε
Ξανατυράννησέ με!
Από το χέρι πάρε με
«Στην Πόλι πήγαινε με!
«Με σένα ζούσα αρχόντισσα
«Και τώρα σα ζητιάνισσα.
Δεν με λυπάσαι πειά;
Κλείσε με στην αγκάλη σου
Ναύρω τη θεραπειά!

(Στίχοι - Μουσική: Κλέων Τριανταφύλλου)


 

Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2014

ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ: ΠΑΤΡΙΔΑ


Πάλε ξυπνάει της άνοιξης τ΄αγέρι
στην πλάση μυστικής αγάπης γλύκα,
σα νυφ' η γη , πώχει αμέτρητα άνθη προίκα
λάμπει ενώ σβυέται της αυγής τ΄αστέρι.

Πεταλούδες πετούν ταίρι με ταίρι,
εδώ βουϊζει μέλισσα , εκεί σφήκα
τη φύση στην καλή της ώρα ευρήκα
λαχταρίζει η ζωή σ΄όλα τα μέρη.

Κάθε μοσκοβολιά και κάθε χρώμα,
κάθε πουλιού κελάιδημα ξυπνάει
πόθο στα φυλοκάρδια μου  κι ελπίδα

να σου ξαναφιλήσω τ΄άγιο χώμα,
να ξαναιδώ και τον δικό σου Μάη
ώμορφη μου, καλή, γλυκειά πατρίδα..

ΑΡΙΣΤΟΜΕΝΗΣ ΠΡΟΒΕΛΕΓΓΙΟΣ: ΣΤΟ ΣΤΡΑΤΟ ΜΑΣ


Άφησες  κάθε χώρα μακρινή και κάθε γη,
που της ζωής ο πόλεμος σ' έκράτει
και πάνω στων ωκεανών τα πλάτη
έτρεξες  στης Πατρίδας την κραυγή.

Ήρθες  από τη Ρούμελη και το Μωριά,
μεσ' από τα λαγκάδια σου τ' αγαπημένα,

ήρθες απ' τα νησιά τα μυροβολημένα,
που λούζονται στο κύμα του βοριά.

Ήρθες και με το χέρι σου το στιβαρό,

που ακούραστο τη γη οργώνει,
που  στην παλάμη του στενάζει το τιμόνι,

φουχτώνεις τ' όπλο το ιερό.

Σαν  την ανεμοζάλη, σαν την αστραπή,

γκρεμίζεις της σκλαβιάς το καταχθόνιο κτίριο
και θεμελιώνεις μ' άσμα νικητήριο
της λευτεριάς τον πύργο το φωτολαμπή.

Ώ , πόσα χέρια απλώνονται σ' εσένα,

και πόσα μάτια σου γελούνε δακρυσμένα!
Πόσες καρδιές μ' ευγνωμοσύνη σ' ευλογούνε,
και πόσα χείλη σ' ανυμνούνε!

«Ποιήματα»  1916


Δευτέρα 25 Αυγούστου 2014

ΠΩΛ ΝΟΡ:ΣΤΙΧΟΜΥΘΙΑ

(Πρόσωπα του δράματος:Βενιζέλος ,Καφαντάρης)


Β. Εσύ , μωρέ ζωντόβολο, δε μ' έβριζες τις άλλες

παλιάνθρωπο και κλέφτη
και για τις καταχρήσεις μου μιλούσες τις μεγάλες,

απατεώνα ψεύτη;
Κ. Φίλτατε !.. Μην κυττάς το παρελθόν

και συ ειχες πη ότι θα με μπατσίσης,
πράγμα οπού δεν ήτο διόλου ορθόν
και μια φορά πήγες να με κλωτσήσης!

Β. Βρε αδερφέ μην τα θυμάσαι τώρα

και αστ' αυτά να τα σκεπάση λήθη.
προσμένει να σωθή από μας η χώρα

αφού εξακολουθούν να είνε ηλίθιοι!

Κ. Εμείς και αν εμαλώσαμε πάλι θ' αγαπηθούμε
Β. Κι΄όταν μας έρθ΄ η όρεξη πάλι θα τσακωθούμε!
Κ. Ωσάν εσέ πολιτικός δεν είν' άλλος κανείς,
τρανός κι επιφανής!

Β. Και συ δεν είσαι τάχατες ο άφθαστος ο Γώγος,
ο θείος και ο ασύγκριτος ο οικονομολόγος;

ΜΑΖΙ. Είμαστε κι΄οι δυό μεγάλοι
σαν και μας δεν είναι άλλοι.


Β.Τόκα λοιπόν το χέρι!
Κ. Μετά χαράς Λευτέρη!
Β.Έλα 'δω, ν΄αγκαλιαστούμε
και να γλυκοφιληθούμε
για να σκάσουν οι εχθροί μας,
και ο κάθε αποφάγιας !
Κ.Βοήθεια! Βοήθεια!
Με δάγκωσ' ο κανάγιας!

(Εφημερίδα Βραδυνή 8/2/33)

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ: Ο ΥΠΝΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΔΟΤΗ


Τραντάζουν τα παράθυρά του
Σκέλεθρα ολόρθα τα΄ αγριοκαίρια
Φυτεύει η νύχτα ολόγυρά του
Τάφων σταυρούς και νεκροκέρια.

Κι΄αν ύπνος κλη τα βλέφαρά του
Σκόρπια ορφανά κ΄ έρημα ταίρια
Τον καταριώνται στα όνειρά του
Σηκώνοντας τα΄άσαρκα χέρια.

Στου νου του την σπηλιά φωλιάζει
Και τον κυττάζει και τον κράζει
Μεγαλομάτα κουκουβάγια….
Αλίμονό του, τον θυμάται!
Κι’ αλίμονό του , που κοιμάται
Τον ύπνο του Θανάση Βάγια!



Κυριακή 29 Ιουνίου 2014

Γ. ΣΤΡΑΤΗΓΗΣ: ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΝΔΡΙΑΝΤΑ ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ






















ΠΥΡΙΝ' εργάτη τ' ουρανού , π' οργώνεις τους αιθέρες
Με το χρυσό τ' αλέτρι σου και σπέρνεις της ημέρες,
Πριν έμπης στ' αστερόφωτα της Δύσεως παλάτια,
Σταμάτησε για μια στιγμή τ' ακράτητά σου τ' άτια,
Κι' αφού φωτίσης τ' άφθαρτο κι αμάραντό του στέμμα,

Που επότισε παράκαιρα τ' αθάνατό του αίμα,
Χύσε μια αχτίδα ολόφωτη στη σεβαστή μορφή του
Και πες μου:"Ο γυιός της Καλογρηάς τι λέει στην προσευχή του;"

 Αγέρι της πατρίδας μου , που στον κρυφό σου πόνον
Ηχολογείς  τα τρόπαια των δοξαστών της χρόνων .
Στο  φτερωτό το διάβα σου με σεβασμό σταμάτα .
Και φίλησε, κι' ανέμισε την άσπρη του φλοκάτα .
Που γέρνει σαν βασιλική πορφύρα στο κορμί του
Και πες μου: "Ο αρχιστράτηγος τι λέει στην προσευχή του;"

Συ του Φαλήρου ένδοξο και ματωμένο κύμα,
Που αφ' ου τη νειότη του έψαλλες τώρα του κλαις το μνήμα,
που κάθε βράδυ σ΄αγροικώ με μυστική λαχτάρα
Είτε σε αύρας φύσημα, ή σε νοτιάς αντάρα .
Ν' αντιλαλής  απ' το Μωρηά και απ' τα Νησιά τα τρία,
Την δόξα των ναυάρχων μας των στόλων την ανδρεία,
Πες μου συ που είδες να πετά στο άπειρο η ψυχή του:
"Ο Καπετάνιος της Στερηάς τι λέει στη προσευχή του;"

Ο Ήλιος προς την δύση του φέρνει γοργό το βήμα,
Τ΄αγέρι προσπερνά βουβό κι΄απόκριση δεν δίνει
Και του Φαλήρου μοναχά το στοιχειωμένο κύμα
Με στεναγμό την προσευχή του Καραϊσκου αφίνει:

"Θεέ μου, παντοδύναμε, ελπίδα μου μονάχη,
Π΄αγνάντεψα ολοφάνερο το δυνατό σου χέρι .
Να μου φτερώνη το σπαθί στην τουρκοφάγο μάχη,
Στους βράχους της Αράχωβας , στου Δίστομου τα μέρη
Συ που και σκλάβα αν άφησες τη δόλια μου πατρίδα.
Με τόσα μάτια τη θωρείς όσα τη φέγγουν άστρα.
Που κάτω από τη χρυσόφτερη και πατρική σου ασπίδα
Έκανες τ' άτια μας θεριά και τα ταμπούρια κάστρα,
Και της βαρκούλες έσπρωξες να πυρπολήσουν στόλους,
Θυσία, που έφτανε ο καπνός ίσιος στους θείους θόλους,
θεέ μου , αν ήμουν ταπεινός της πίστεως Λευίτης
Και τους βωμούς σου αδειανούς δεν άφησα μια μέρα.
Αν τη πατρίδα εδούλεψα σαν καρδιακό παιδί της.
Την δέησί μου άκουσε στους ουρανούς, Πατέρα.

"Και σεις σκιαίς που γύρω μου σας βλέπω να πετάτε.
Όλου του αγώνος η σκιαίς εδώ, εδώ ελάτε!
Του Κωνσταντίνου η ψυχή , ψυχή του Γρηγορίου ,
Του Ρήγα, με τα σύμβολα  του άγιου μαρτυρίου.
Εδώ πετάτε σήμερα , με στεμμα και πορφύρα,
σταυρό, σπαθί και λύρα.
Σεις όλοι  που επιστέψατε  του γένους πολεμάρχοι.
Από τον Αυτοκράτορα  έως τον Πατριάρχη,
Προσευχηθήτε όλοι σας μαζύ μου στην αράδα
Προσευχηθήτε:"ο Θεός να σώση την Ελλάδα."

Όπου κι' αν στρέψης , Πλάστη μου ,το φοβερό σου μάτι,
Στη θάλασσά της και στη γη, σε κύμα σε λιθάρια
Είναι η μάννα με βωμούς  της πίστεως γεμάτη ,
Π' ούγειναν απ το αίμα μας σεμνά προσκυνητάρια.
Επίστευαν και πέθαιναν .Επίστευαν στη Πόλι,
Στο Μεσολόγγι επίστευαν , στην Τρίπολι , στο Λάλα,
Στη Ρούμελη και στο Μωρηά ,όλοι πιστεύαν όλοι,
Γιατί 'ς την πίστι εβύζαξαν στης μάννας των το γάλα.
Όλοι επιστεύαμε μαζύ κ' επέφταμεν αντάμα,
Κι' αν εθαυματουργήσαμε, δικό σου είνε το θάμμα.

Συ το σπαθί του Μπότσαρη, του Διάκου το τουφέκι
Έκανες τώνα κεραυνό  και τ΄άλλο αστροπελέκι.
Συ το Μιαούλη εφώτισες  και τον Κολοκοτρώνη
Την αμαζόνα των Σπετσών , τον Λάμπρο τον Κατσώνη.
Συ τον δαυλόν εφύσησες στου Ψαρριανού τα χέρια,
Όταν στη Χιό ετίναξε  το τρίκροτο στ΄αστέρια.
Παντού σ' αγνάντεψα, παντού και το εικοσιένα
Το είδα γεμάτο πάντοτε με φλόγες και με Σένα!

Το στρατόπεδο του Γ. Καραισκάκη στο Πειραια
(πίνακας του Θ. Βρυζάκη)














"Μα τώρα, τώρα στ΄άπιστα καταραμένα χρόνια,
Που τα πλακώνει η εντροπή και θάφτει η καταφρόνια,
Ζύγωσε πάλι , ζύγωσε απ΄ τα μακρυά σου ουράνια,
Και μεσ ΄ς τον ύπνο το βουβό που μοιάζει νεκροφάνεια
Ακούμπησε το μέτωπο της  μάννας μας και πάλι,
Να 'δη κανένα όνειρο, να νοιώση καμμιά αχτίδα,
Ν΄αστράψη μεσ' το βυθό της ολόξανθο κεφάλι
Με στέμμα και γυμνό σπαθί, η μόνη μας ελπίδα
Άνοιξε πάλι, άνοιξε την πατρική σου αγκάλη,
Θεέ μεγάλε,την μικρή προστάτεψε πατρίδα!"

 Αυτά τα λόγια σου αυτά μούφερε χθες το κύμα ,
Οπού στον τάφο σου κοντά βρίσκει κι΄αυτό το μνήμα,
Και με την προσευχή σου αυτή κυλούσε από πέρα
Της Κρήτης το παράπονο της Κύπρου τη φοβέρα.....
Κ' έλεγε αλήθεια! και ς' αυτά τα πέτρινά σου χείλη
Τα ίδια λόγια εφύσησε και του τεχνίτη η σμίλη.

Αχ ! άμποτε η αγάπη μας και η λαχτάρα η τόση
Στα μαρμαρένια στήθη σου πνοή ζωής να δώση,
Κι' όταν διαβαίνη ο λαός, που τόσο σε θαυμάζει,
Που σαν ημίθεο πειό πολύ απ΄όλους  σε δοξάζει,
Να νοιώθη τ΄αγαλμά σου αυτό χρησμούς να μουρμουρίζη,
Κ ημέρες ποιό καλλίτερες το έθνος να ελπίζη.

Ναι! ελπίζει πειό καλλίτερο το μέλλον και πιστεύει,
Γιατί λαός που σαν θεούς τους ήρωες λατρεύει
Λαός που στήνει αγάλματα στη μνήμη των προγόνων
Και τα θωρεί με σεβασμό ωσάν την Εκκλησία,
Είναι γενηά των Πλαταιών , παιδί των Μαραθώνων
Κι έχει στο μέτωπο γραφτή μια λέξις "Αθανασία".

Ο θάνατος του Γ.Καραισκάκη
(πίνακας του Αλεξ. Ησαϊα)














Προσευχηθήτε. Μπρος ς' αυτό το άγιο μαυσωλείο,
Πούνε γεμάτο ευλάβεια, γεματο μεγαλείο,
Χίλιαις γενηαίς θα γεννηθούν , χίλιαις γενηαίς θα σβύσουν

Μα τούτα τα μαρμάρινα τα τρόπαια θα ζήσουν
Προσευχηθήτε! Ο Θεός θ' ακούση ό,τι πήτε'
Όλος ο Αγώνας γύρω μας πετά! Προσευχηθήτε!

Ημερολόγιο Σκόκου Τ.11 (1896)


Τρίτη 18 Μαρτίου 2014

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (1902-1986)


ΤΟΝ ΗΡΩΑ ΤΟΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙΣ

Τον ήρωα τον γνωρίζεις απ' την πτώση
και τον δειλό απ' τ' ανέβασμα που δεν του αξίζει.
Του πρώτου τ' όνομα το ψιθυρίζει
στ' αφτιά του λαού ένας άγνωστος με πλούσια γνώση.

Τ' όνομα του άλλου το σαλπίζει
και με τα τύμπανα το διαφημίζει
στην αγορά ο εσμός των εργολάβων.



ΘΑ ΠΡΟΦΤΑΣΟΥΜΕ Ν' ΑΝΟΙΞΟΥΜΕ ΤΙΣ ΠΥΛΕΣ..

Δεν αγρυπνούν πια οι φυλακές... Τα τείχη
τα παρατήσανε σε χέρια γυναικών.
Τα προστατεύει, λένε, η τύχη —
και η αλλαγή τα προστατεύει των καιρών...

Ας έρθη ο Αττίλας πάλι — και χτυπάμε
 
την ώρα εκείνη το συναγερμό... 
(Ναι! θα προφτάσουμε να πάμε 
ν' ανοίξουμε τις πύλες στον εχθρό!...)




Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2014

ΙΩΣΗΠΟΣ Ο ΛΙΠΠΑΡΙΝΗΣ:ΣΤΗΝ ΑΦΡΟΔΙΤΗ
















Ι
Στo   ερωτικό  μας  κλινάρι   μας   βρήκε   ανεπάντεχος   ο  ήλιος. 
Στα ουράνια   θριάμβευε κιόλα ο φλογάλογος δίφρος, και απάνω 
στα  βλέφαρα μας ακόμα γλυκός δεν κατέβαινε ο  ύπνος'
μα ολονυχτίς  με του πόθου τη λάβρα  βογγούσεν ο Κέβης
πάνου στον  άσπρο  μου κόρφο,  στην  πύρινη αγκάλη μου  μέσα. 
Γοργά γλυκόφεγγε η   αυγή,  και ολοένα   πεθαίναμε οι δυό  μας'
όμως,   σαν   έλαμψε ο ήλιος, στο   θρήνο   εγώ   ξέσπασα η δόλια, 
και σε μιαν αίγλη από αχτίνες ξανάπεφτε ο Κέβης στον ύπνο.
ΙΙ
Έκλαψα,   κρύβοντας   μέσ' στη   λυτή   μου   την  κόμη   την όψη.
και όμοια με βρύση η ζωή πως ροούσε απ' τα μάτια μου εφάνη. 
Ο  νέος μακάριος  κοιμόταν,   την έγνοια  μου διόλου δεν είχε,
κίτρινος σαν το κερί,  με χαμόγελα   ωστόσο  στα   χείλη.
Ένοιωθα εγώ τα  νεφρά  μου  λυωμένα,  τα γόνατα τρέμια,
και στα  μηλίγγια οι σφυγμοί σφυροκόπαγαν   σαν από θέρμη.
Μέσ' στον καθρέφτη είδα κ' είχα  τα  μάτια γαλάζια τριγύρω,
και, στο  μεσόφρυδο,  ορθή   μια  ρυτίδα,  θανάτου σημάδι.
III
Να το: είχα   βάλει στο  νου, τον πυρρό  νά σκοτώσω τον Κέβη 
πάνου στο πούπουλο στρώμα σ' ένα  άγριο  ξεχείλισμα αγάπης, 
ολονυχτίς και τη μέρα, ως να μείνη νεκρός, και μαζί του, 
μεσ' στο στερνό   αγκάλιασμα του, κ' εγώ   να χαθώ  και να σβήσω! 
Και να: ο γλυκός μου ερωμένος με χόρτασε πια και τον πήρε, 
κι ας σπάζαν μεσ' στης καρδιάς μου τη λίμνη σαν κύματα οι πόθοι.
Θρύμμα τα ρόδινα μέλη, κι ωστόσο μου ανάφρισσε η σάρκα,— 
και τον τσιμπούσα του κάκου, να γίνω και πάλι δικιά του.
ΙΠ
Πες μου,  Αφροδίτη, γιατί,   σα   θεά   πολυπόθητη  αν   είναι
η ξανθή Μέλιττα, αφού την ξετρέχουν οι πλούσιοι μακριάθε, 
αν για ένα  μόνο φιλί   μου   ένας  άρχοντας  τάλαντο   δίνει,
κ' η ολακρινή Ανατολή με τη   δόξα μου   ως   πέρα  βουίζει, — 
πες μου, Αφροδίτη,  γιατί εγώ  θρηνώ, και λιγώνω και ρέβω
για το   Θηβαίο  νεανίσκο   που   πρώτος   μ' εχάρη  στο   ρέμα; 
Πόσοι   για   με  τη   ζωή,   που   δεν   έχουνε τάλαντα,   δίνουν! — 
πες μου γιατί θέλω αυτόν, που είναι ψεύτης, γελάει και προδίνει;
Π
Τούτα σου λέγω τα λόγια γυρνώντας στου λόφου τους κήπους, 
και γελά η θάλασσα μέσ' απ' τα σμύρτα, τα λιόδεντρα, πέρα, 
ενώ   δροσάτη  φωνή  τραγουδάει  αποκείθε απ' το  φράχτη 
το ερωτικό της τραγούδι. Ζυγώνω: η Γλυκέρα είναι,  η κόρη
του   κηπουρού,   και μαζεύει σε   μέγα πανέρι τα ρόδα. 
Παρθένα   ακόμα,   δεν ξέρει  τι πίκρες σκορπάς στους ανθρώπους,
μηδ' ο σκοπός που  λαλεί,   ο φλογερός, την καρδιά της ταράζει'
αχνογελά τόσο αγνή που δακρύζω ενθυμούμενη  τί είμουν.


(Από τη ποιητική συλλογή με το γενικό τίτλο:"Τα τραγούδια της Μέλιττας" σε μετάφραση- διασκευή του Νικολάου Ποριώτη. 
Τα ξυλογραφικά στολίδια είναι του Ιταλού καλλιτέχνη Αντωνέλλο Μορώνη.
Εκδόθηκε σε 410 αριθμημένα αντίτυπα από τις εκδόσεις Γκοβόστη.)

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΓΡΑΜΜΟΥ




Αντηχεί ο Γράμμος τα τραγούδια.
Ξημερώνει η Λευτεριά.
Ξανανθίζουν πάλι τα λουλούδια

και φυτρώνουν δάφνινα κλαδιά.


Της Πατρίδος το σεμνό κεφάλι
Δάφνης στέφανο φορεί.

Και στης μάχης την ανεμοζάλη
ο Στρατός μας πάντα προχωρεί.




Ορμήστε Γραμμομάχοι, ορθώστε το κορμί.
Η Δόξα παραστέκει στη Θεία σας ορμή.
Του Γράμμου το τραγούδι ας γίνει Προσευχή,
βαθειά για ν ακουστεί σε κάθε ελεύθερη ψυχή.



Προχωρείτε, προχωρείτε
κι' ένας Νους Φωτεινός κυβερνά,
για άλλους Γράμμους εμπρός χυθείτε.
Να ο Στρατός μας με δόξα περνά.




Τα κανόνια δεν σας σκιάζουν
τα μπαζούκας κι ας βροντούν.
Οι 300 του Λεωνίδα σας θωρούν
κι όλοι σας χειροκροτούν.


Κυριακή 11 Αυγούστου 2013

RUDYARD KIPLING'S VERSE

THE WHITE MAN'S BURDEN (1899)
TAKE up the White Man's burden-
Send forth the best ye breed
Go bind your sons to exile
To serve your captives' need;
To wait in heavy harness,
On fluttered folk and wild
Your new-caught, sullen peoples,
Half-devil and half-child.

Take up the White Man's Burden—
In patience to abide,
To veil the threat of terror
And check the show of pride;
By open speech and simple,
An hundred times made plain,
To seek another's profit,
And work another's gain.
Take up the White Man's burden
The savage wars of peace
Fill full the mouth of Famine
And bid the sickness cease;
And when your goal is nearest
The end for others sought,
Watch Sloth and heathen Folly
Bring all your hope to nought


Take up the White Man's burden
No tawdry rule of kings,
But toil of serf and sweeper
The tale of common things.
The ports ye shall not enter,
The roads ye shall not tread,
Go make them with your living,
And mark them with your dead.

Take up the White Man's burden
And reap his old reward:
The blame of those ye better,
The hate of those ye guard
The cry of hosts ye humour
(Ah, slowly!) toward the light:
"Why brought ye us from bondage,
"Our loved Egyptian night?"

Take up the White Man's burden
Ye dare not stoop to less
Nor call too loud on Freedom
To cloak your weariness;
By all ye cry or whisper,
By all ye leave or do,
The silent, sullen peoples
Shall weigh your Gods and you.

Take up the White Man's burden
Have done with childish days
The lightly proffered laurel,
The easy, ungrudged praise.
Comes now, to search your manhood
Through all the thankless years,
Cold, edged with dear-bought wisdom,
The judgment of your peers!


Σχετικό:
Τα απαγορευμένα του Rudyard Kipling

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2013

ΤΑ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ RUDYARD KIPLING

The Forbidden Poems of Rudyard Kipling



Here are two great poems by the legendary English writer Rudyard Kipling. To be honest , so far i haven`t made any in-depth research in Kipling`s writings and poems. I know only the basics and things i saw here and there or probably i saw a couple of documentaries that describe his life and India of his time. Something which is always really intresting to me (Everytime i watch pictures of Kipling`s lifetime or covers of his books it always bring to my mind Jules Verne`s hero Phileas Fogg from "Around The World in Eighty Days" and his adventures in India), Ofcourse i`m very familiar with THE MAN WHO WOULD BE KING. Amongst other things Kipling is also famous for his many poems and the tongue he used in many of his works. From what i read in Counter-Currents , the following two poems are not included in any of the post-WW2 official publications of his works. By the nature of this poems , we can easily understand why this is happening. Thats great pieces that speak directly to the soul of any conscious European.




A Song of the White Men

Now, this is the cup the White Men drink
When they go to right a wrong,
And that is the cup of the old world’s hate–
Cruel and strained and strong.
We have drunk that cup—and a bitter, bitter cup
And tossed the dregs away.
But well for the world when the White Men drink
To the dawn of the White Man’s day!

Now, this is the road that the White Men tread
When they go to clean a land–
Iron underfoot and levin overhead
And the deep on either hand.

We have trod that road—and a wet and windy road
Our chosen star for guide.
Oh, well for the world when the White Men tread
Their highway side by side!

Now, this is the faith that the White Men hold
When they build their homes afar–
“Freedom for ourselves and freedom for our sons
And, failing freedom, War. ”
We have proved our faith—bear witness to our faith,
Dear souls of freemen slain!
Oh, well for the world when the White Men join

To prove their faith again!

The Stranger

The Stranger within my gate,
He may be true or kind,
But he does not talk my talk–
I cannot feel his mind.
I see the face and the eyes and the mouth,
But not the soul behind.

The men of my own stock
They may do ill or well,
But they tell the lies I am wonted to.
They are used to the lies I tell,
And we do not need interpreters
When we go to buy and sell.

The Stranger within my gates,
He may be evil or good,
But I cannot tell what powers control
What reasons sway his mood;
Nor when the Gods of his far-off land
Shall repossess his blood.

The men of my own stock,
Bitter bad they may be,
But, at least, they hear the things I hear,
And see the things I see;
And whatever I think of them and their likes
They think of the likes of me.

This was my father’s belief
And this is also mine:
Let the corn be all one sheaf–
And the grapes be all one vine,
Ere our children’s teeth are set on edge

By bitter bread and wine.


Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2012

Γ. ΑΘΑΝΑΣ : Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΡΑΜΜΑΤΗΣ


Είναι ο καλός μας στο στρατό και τόσους  μήνες
                                                                           [λείπει!
Στο μάγουλό της άνθισε κίτρινο ρόδο           
                                                          [η λύπη
Απ το βουβό παράπονο κι' απ' το κρυφό
                                                               [το κλάμμα.
Κι' αν σήμερα χαμογελά κρατεί στο χέρι
                                                               [γράμμα!
Αυτή δεν ξέρει γράμματα μα τρέμαντας το
                                                                 [ανοίγει
Απ' άκρη σ' άκρη το  κυτά και στα φιλιά
                                                              [ το πνίγει.
Στα γόνατά της το ακουμπά, το παίζει,
                                                              [το χαϊδεύει.
 Αυτή δεν ξέρει γράμματα κι' απόξω
                                                         [το μαντεύει!
Τρέχει το γέροντα Παππά στην εκκλησιά
                                                               [ να φτάση.
Θα κάτση στο πεζούλι της και θα της 
                                                          [ το διάβαση.
Κι' όταν διαβάζη τα γλυκά λογάκια,
                                                      [ τα μελένια
Τι νόστιμα που θα γελά κάτω απο τ' άσπρα
                                                                    [γένια!
Και στα δικά της μάγουλα τι όμορφα
                                                         [θα  βγαίνουν,
Τ' άλικα ρόδα της ντροπής, που θα την
                                                            [ ομορφαίνουν,
Και θα  σκορπούν βαρειά βαρειά της Παρθενιάς
                                                                           [τα μύρα.
Λιβάνι—μοσκολίβανο στης  εκκλησιάς
                                                            [τη θύρα!...
Δειλά τον άσπρο φάκελλο θα δώση του
                                                             [παπούλη
Να γράψη το 'πανώγράμμα για τον καλόν
                                                                 [αντρούλη.
Αυτή δεν ξέρει γράμματα -μα θα του 
                                                        [ απαντήση ;
—Ένα κλωνί βασιλικό στο φάκελλο
                                                        [ θα κλείση!

Γ. ΑΘΑΝΑΣ : Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΡΑΜΜΑΤΗΣ


Είναι ο καλός μας στο στρατό και τόσους  μήνες
                                                                           [λείπει!
Στο μάγουλό της άνθισε κίτρινο ρόδο           
                                                          [η λύπη
Απ το βουβό παράπονο κι' απ' το κρυφό
                                                               [το κλάμμα.
Κι' αν σήμερα χαμογελά κρατεί στο χέρι
                                                               [γράμμα!
Αυτή δεν ξέρει γράμματα μα τρέμαντας το
                                                                 [ανοίγει
Απ' άκρη σ' άκρη το  κυτά και στα φιλιά
                                                              [ το πνίγει.
Στα γόνατά της το ακουμπά, το παίζει,
                                                              [το χαϊδεύει.
 Αυτή δεν ξέρει γράμματα κι' απόξω
                                                         [το μαντεύει!
Τρέχει το γέροντα Παππά στην εκκλησιά
                                                               [ να φτάση.
Θα κάτση στο πεζούλι της και θα της 
                                                          [ το διάβαση.
Κι' όταν διαβάζη τα γλυκά λογάκια,
                                                      [ τα μελένια
Τι νόστιμα που θα γελά κάτω απο τ' άσπρα
                                                                    [γένια!
Και στα δικά της μάγουλα τι όμορφα
                                                         [θα  βγαίνουν,
Τ' άλικα ρόδα της ντροπής, που θα την
                                                            [ ομορφαίνουν,
Και θα  σκορπούν βαρειά βαρειά της Παρθενιάς
                                                                           [τα μύρα.
Λιβάνι—μοσκολίβανο στης  εκκλησιάς
                                                            [τη θύρα!...
Δειλά τον άσπρο φάκελλο θα δώση του
                                                             [παπούλη
Να γράψη το 'πανώγράμμα για τον καλόν
                                                                 [αντρούλη.
Αυτή δεν ξέρει γράμματα -μα θα του 
                                                        [ απαντήση ;
—Ένα κλωνί βασιλικό στο φάκελλο
                                                        [ θα κλείση!