- Και τώρα κύριοι θα αρχίσω να σάς εξηγώ τι είναι τα Waffen SS...Αν θέλετε να γεμίσετε το στομάχι σας, καλύτερα μη έρχεστε μαζί μας. Με μας θα πεθάνετε από την πείνα. Αν σας αρέσουν οι ωραίες στολές, να πάτε στην Βραζιλία παρέα με τούς νέγρους, είναι λάθος να τις ψάχνετε εδώ, στα Waffen SS.Αν σας αρέσουν τα λεφτά, εμπρός μεταβολή για το Σίτυ τού Λονδίνου. Στα Βάφφεν SS σας αναλογεί μόνον ένα μάρκο την ήμερα και μετά ένα συμπληρωματικό όταν θα βρεθήτε στο μέτωπο. Και αυτό όχι για πολύ, γιατί ο Ιβάν θα σας σκοτώση...
Έπειτα από μια σύντομη παύσι διέταξε
- Αυτοί που επιμένουν ακόμη να καταταγούν στα Waffen SS ακόμη ένα βήμα μπροστά.
Δεκαπέντε άνδρες έκαναν ένα βήμα μπροστά. Οι άλλοι διασκορπίστηκαν εδώ και εκεί. Οι Γάλλοι εθελοντές είχαν κατεβάσει τα όπλα και γελούσαν κάτω από τα μουστάκια τους, καθώς παρακολουθούσαν την σκηνή. Η δασκάλα του χωριού, γνωστή για τις επαφές της με την αντίοτασι, παρακολουθούσε με αγωνία την κατάστασι πίσω από τις μισόκλειστες κουρτίνες του σπιτιού της. Δεν καταλάβαινε τίποτα από όσα συνέβαιναν, γιατί δεν μπορούσε να ακούση τα λόγια τού συνταγματάρχη.Στις 2 ή δασκάλα μπορούσε να διαπίστωση, ότι από τους 40 συντρόφους της αντιστάσεως παρέμεναν μπροστά από τον συνταγματάρχη σε στάσι προσοχής μόνον δέκα ξεροκέφαλοι Αλσατοί. Ο Hersche κατέληξε:- Πηγαίνετε τώρα μαζί με τούς άλλους συναγωνιστές σας, αλλά φροντίστε να πολεμήσετε στις γραμμές μας, με περισσότερη αποφασιστικότητα από εκείνη που δείξατε σήμερα το πρωί. Η άφιξις των παρτιζάνων στο Networschitz είχε προκαλέσει ένα ζωηρό αίσθημα περιέργειας. Οι εκπαιδευόμενοι πήγαιναν κατά ομάδες να τους δουν με την περιέργεια των ανθρώπων που πηγαίνουν στον ζωολογικό κήπο για να δουν την καμηλοπάρδαλη. Όμως τίποτα το εξαιρετικό δεν έχουν πάνω τους οι παρτιζάνοι. Απλώς ήσαν νέα παιδιά, που ήθελαν να δώσουν το παρόν τους στην εποχή που τους γέννησε, διακινδυνεύον τας την ζωή τους. Γι' αυτούς η αντίστασις είχε πεθάνει. Ζήτω λοιπόν τα Waffen SS.
Ο Le Fauconnier έφερε στο στήθος τον σιδηρούν σταυρό πρώτης τάξεως, το διακριτικό των τραυματισμένων, καθώς και εκείνο που δίδεται στους νικητές 6 μαχών σώμα προς σώμα. Στον λαιμό, τον σταυρό Ρour le merite. Στο εξωτερικό μέρος του αριστερού μανικιού του 4 ασημένιες ταινίες, μαρτυρούσαν την καταστροφή ισαρίθμων τεθωρακισμένων του εχθρού σε μάχες εκ του σύνεγγυς.
- Το τάγμα εφόδου διελύθη... φώναξε. Χαιρετώ τους συναγωνιστές της μεραρχίας SS Σαρλεμάν.
Πάνω στο τραπέζι η σούπα άχνιζε μέσα σ' ένα μεγάλο πήλινο τσουκάλι. Μιά απαίσια νερομένη λαχανόσουπα με μικρότατα κομμάτια κρέας, που έπλεαν στην επιφάνεια.
Αυτό είναι το μενού, τόσο για τους απλούς στρατιώτες όσο και για τον Le Fauconnier, πολυτιμότατο μαχητή των διεθνών Βάφφεν SS.
Η βροχή έπεφτε πάνω στην στέγη της παράγκας με ένα βελουδένιο ταμπούρισμα. Κορνιζομένος μέσα σ' ένα Βαγγνερικό τοπίο ο Φύρερ επιτηρεί το επιτελείο των Γαλλικών SS.
Έπειτα από πρόσκλησι του Croise, o Le Fauconnier έλαβε θέσι στην κεφαλή του τραπεζιού, τιμητικός καλεσμένος και αναγνωρισμένος αρχηγός έναν καιρό. Ο λοχαγός Cuny κάθησε ανάμεσα στoν Fernay και τoν Μίchel.
-Έμαθα ότι θα αναλάβετε υπηρεσία στο επιτελείο του Βrigadenfuhrer Κρούκενμπεργκ, άρχισε επιφυλακτικά ο Croise.
- Δεν είναι αλήθεια. Από επιχειρισιακής πλευράς θα εξαρτώμαι από την μεραρχία Σαρλεμάν, αλλά θα αποσπαστώ στo Ηildeshein για να σχηματίσω ένα λόχον ειδικού προορισμού.
Οι λέξεις έπεσαν μέσα σε μια ησυχία νευρική, γεμάτη αναμονή. Λόχος ειδικού προορισμού μπορούσε να σημαίνη, τόσον τις επικίνδυνες επιχειρήσεις, τα σαμποτάζ πίσω από τις γραμμές του εχθρού, όσο και τις αναγκαίες εκείνες πολιτικές και αστυνομικές τιμωρίες, βαθύτατα ξένες με το πνεύμα των Βάφφεν SS γενικά, πολύ περισσότερο δε με τα Γαλλικά.
Όλοι οι αξιωματικοί της ταξιαρχίας εφόδου εγνώριζαν την φήμη του Le Fauconnier, συμμαθητή του Ρομπέρ Μπραζιγιάκ, που είχε καταταγεί από τους πρώτους στην L.V.F. (θ) και που είχε μάθει να αντιμετωπίζη τους παρτιζάνους του Στάλιν όχι με τα συνηθισμένα στρατιωτικά συστήματα, αλλά με το καινούργιο Δυτικό πνεύμα του Επαναστατικού πολέμου.
Περιπλανώμενος μέσα στα εδάφη του εχθρού, με επιχειρήσεις παράτολμες, ο Le Fauconnier ήδη από το 1942 γύριζε στα Ρωσσικά χωριά, κηρύσσοντας ενα είδος υπέρ-Μαρξισμού, τον Βιολογικό πνευματισμό.
Γενναίος μέχρι τρέλλας αλλά κάτω από την κυριαρχία της εξυπνάδας του και της επαναστατικής του φλόγας αντιμετώπιζε τον πόλεμο από την καθαρά πολιτική του σκοπιά. Έτοιμος να χρησιμοποίηση το αυτόματο, το οποίο χειριζόταν με καταπληκτική ακρίβεια, παρ' όλα αυτά προτιμούσε τα πνευματικά όπλα, όταν βέβαια αυτό ήταν δυνατόν.
Ο Μισέλ δίστασε αρκετά πριν του θέση το ερώτημα, που του έκαιγε τα χείλη. Στο τέλος το αποφάσισε:
- Και αυτή η οργάνωσι;
- Δεν μπορώ να σας μιλήσω αναλυτικώτερα.
Ο Μισέλ δεν επέμεινε άλλο και πέρασε σε άλλο θέμα.
- Λέγεται ότι προέρχεσθε από την Ανωτέρα σχολή...
- Είναι αλήθεια.
- Σ' αυτήν την περίπτωσι θα μπορούσα νά σας ζητήσω Χάουπτστουρμφύρερ να κάνετε στη θέσι μου αύριο την άσκησι της Weltanschauung; Για ολόκληρο τον τέταρτο τομέα θα είναι μια μεγάλη τιμή.
Ο Le Fauconnier εδίστασε μερικά δευτερόλεπτα, χαμογέλασε και απάντησε:
- Αν βεβαίως το θέλετε. Αλλά σας προειδοποιώ ότι έχω μια τελείως ξεχωριστή αντίληψι της Weltanschauung. Με μένα όλα πρέπει νά γίνουν πάνω στην γη. Από πολύ καιρό και εγώ όταν ακούω για κουλτούρα, τραβώ το περίστροφο μου.
-Ολόκληρη η ταξιαρχία εφόδου συμφωνεί απόλυτα μαζί σας στο σημείο αυτό Χάουπτστουρμφύρερ.
Το επόμενο πρωί ο Μισέλ παρουσιάζει τον τέταρτο τομέα, που τον αποτελούν παιδιά ανάμεσα στα 18 καί 20 χρόνια, στο λοχαγό Le Fauconnier, που πλησιάζει ευκίνητος και δυνατός, το σακκάκι τεντωμένο από τους μυς των χεριών και των ώμων, ο μπερές τυλιγμένος με μαύρο βελούδο, πάνω στο οποίο η νεκροκεφαλή σαρκάζει περήφανη και κοιττά μέ μάτι προκλητικό.
- Τριάντα άνδρες τοϋ τετάρτου τομέως στις διαταγές αας Χάουπτστουρμφύρερ.
- Ανάπαυσι... διατάζει ό λοχαγός.
Έχει μιά ήρεμη και χαρούμενη όψι, αλλά τα μάτια του, που μπορούν κάτω από την επίδρασι του θυμού ή της συγκινήσεως να περνούν από το γκρίζο στο γαλάζιο, σκορπίζουν μια παράξενη γοητεία.
- Το μάθημα της Weltanschauung, αρχίζει νά λέη, πηγάζει από μια λακωνική φράσι του Μοntherlant: «Ρas de passe a un homme marque» (η)
Στo ποδόσφαιρο o μαρκαρισμένος είναι εκείνος, που επιτηρείται συνεχώς από τον αποφασισμένο να τον εξουδετέρωση αντίπαλο. Στον αγώνα και στην ζωή ο μαρκαρισμένος είναι πάντα εκτεθειμένος στους κινδύνους. Αυτούς τους κινδύνους ο SS πρέπει να είναι σε θέσι να τους ξεπερνά με τις δικές του μόνον δυνάμεις. Αυτό είναι όλο. Και τώρα θα προχωρήσουμε στην πρακτική απόδειξι.
Ο λοχαγός οδηγεί το τμήμα προς την κατεύθυνσι της λίμνης Μούσκεν. Φτάνοντας στα όρια του τέλματος, που τυλίγει σε ακτίνα 100 μέτρων τον υδάτινο καθρέπτη, διατάζει ανάπαυσι και εξηγεί το θέμα της ασκήσεως. Πρόκειται για την διάβασι του εμποδίου Μούσκεν, θα διασχίσουν σε πρώτη φάσι την βαλτώδη περιοχή και στην συνέχεια θα περάσουν το ποτάμι κολυμπώντας με τις αρβύλες για να συνηθίζουν το πέρασμα των ποταμών, ειδικά όταν είναι φορτωμένοι.
Αρχικά αμήχανα τα παιδιά για την ιδέα αυτή, σύντομα ξαναβρίσκουν τον εύθυμο δυναμισμό τους.
-Εγώ έχω ήδη κολυμπήσει ντυμένος, λέγει ο ΒΙanchard , τo χειρότερο είναι οι αρβύλες γιατί βαραίνουν.
- Το νερό δεν είναι λίγο κρύο κ. λοχαγέ; ρωτά ο Bastide με ανησυχία.
-Βεβαίως. Δίχως άλλο... παραδέχεται ο Le Fauconnier. Αλλά όταν θα περάσουμε κολυμπώντας τον Νέβα για να επιστρέψουμε στο Λένινγκραντ θα κάνη περισσότερο κρύο.
Κρύβοντας την ανησυχία του σκέπτεται: «Ποιος ξέρει αν θα τα καταφέρω με αυτό το καταραμένο μπράτσο;»
Πράγματι, πριν από λίγες μόνον ημέρες του είχαν βγάλει τον γύψο και η πληγή, που του είχε κοστίσει το τέταρτο κατεστραμένο άρμα του εχθρού, πονά ακόμη Παρ' όλα αυτά προχωρεί αταλάντευτος, κλείνει τήν γροθιά, κατεβάζει τον αντίχειρα και φωνάζει:
- Hinlegen..
Οι άνδρες πέφτουν με τα μούτρα στην λάσπη, σέρνονται, ιδρώνουν παρ΄όλη την υγρασία που διαπερνά το κολημένο πάνω στην στολή κορμί. Σύντομα οι νέοι δεν είναι άλλο από μαύρες γλοιώδεις κάμπιες. Η πρώτη χαρά έχει εξαφανισθή πίσω από μια προσωπίδα λάσπης, από την οποία το ασπράδι των ματιών μοιάζει σαν να πετάγεται έξω από την κόγχη. Οι φαλαρίδες ταραγμένες από τις γιγαντιαίες κάμπιες που περνούν, πετούν μακριά, αγγίζοντας την επιφάνεια της λίμνης με τα μακριά τους πόδια.
Ο Le Fauconnier προχωρεί επικεφαλής της ομάδος του, όρθιος για να επιβλέπη την άσκησι. Οι μπότες του γουργουρίζουν σαν δυσώδεις αντλίες. Σε κάθε βήμα όλο και δυσκολότερη γίνεται ή προσπάθεια να ξεκολλά τις μπότες από τη λάσπη, ενώ πίσω του οι εθελοντές εξακολουθούν να σέρνον ται...
Ασυναίσθητα περνούν από το λασπώδες τμήμα του βάλτου στο υδάτινο. Οι κινήσεις τους γίνονται περισσότερο ελεύθερες.
- Θεέ μου τί κρύο... διαπιστώνει ό Thierbach.
Ό Le Fauconnier μπαίνει πρώτος μέσα στο νερό, όπως επιβάλλεται στον κάθε υπεύθυνο μιας ασκήσεως και ιδιαίτερα σε έναν λοχαγό των Waffen-SS, που πρέπει πάντα να δίνη το παράδειγμα πρώτος. Κολυμπά με δυσκολία- το κεφάλι προς τα πίσω. Μόλις πού κατορθώνει να κράτηση το κεφάλι έξω από το νερό.' Ο ένας έπειτα από τον άλλον οι άνδρες ακολουθούν.
Η Μούσκεν είναι μια μικρή λίμνη. Σε μήκος δεν ξεπερνά το ένα χιλιόμετρο σε πλάτος μόλις 100 μέτρα. Η ομάδα την διασχίζει κάθετα. Το πέρασμα της είναι παιχνίδι γι' αυτά τα παιδιά έμπειρα στις φυσικές δοκιμασίες. Όμως αυτό το παιχνίδι, το βάρος των ρούχων και οι αρβύλες, το μετατρέ πουν σε μια δοκιμασία αντοχής.
Ο Le Fauconnier κολυμπά με τις τελευταίες του δυνάμεις, ικανοποιημένος απόλυτα για την συμπεριφορά των παιδιών. Ούτε ένας δεν εδίστασε έστω και για μια στιγμή να μπη στο νερό.
Ο Thierbach που ακολουθεί σταθερά τον Bastide αισθάνεται ξαφνικά να ακινητοποιείται, αρπαγμένος από μια μυστική δύναμι, πού μοιάζει να ξεπήδησε από τα βάθη της λίμνης... Τραβά μπροστά το αριστερό του πόδι και ακινητοποιείται περισσότερο. Γυρνά ανάσκελα για να εξοικονόμηση δυνάμεις και σκέπτεται ήρεμα:
«Πρέπει κάπου να σκάλωσε το πόδι μου».
Το πρώτο ένστικτο επιβιώσεως παραλίγο να τον κάνη να βγάλη κραυγή για βοήθεια. Έπειτα σκέφτηκε ότι το θέμα της ασκήσεως: «Pas de pase a un homme marque», του απαγόρευε παρόμοια αδυναμία, και σώπασε. Ο πυθμένας της λίμνης Μούσκεν είναι γεμάτος από καλάμια μακριά, ισχυρά και ευλύγιστα σαν κληματαριές. Έχει μπερδευτεί λοιπόν στα καλάμια. Όταν ξαναγυρίζει μπρούμητα, πάντα αιχμάλωτος, ό Thierbach αντιλαμβάνεται πως είναι μόνος. Οι συναγωνιστές του, που τα κεφάλια τους μόλις που ξεπροβάλουν από το νερό, απομακρύνονται σαν μια σειρά από μαύρα σημάδια πάνω στην ασημένια επιφάνεια των νερών. Από πάνω τους κουρέλια ομίχλης.
Όταν συνειδητοποιή την μοναξιά του ο Thierbach αρχίζει να χάνη την ψυχραιμία του. Με όλες τις δυνάμεις του τραβά το αιχμαλωτισμένο πόδι. Με την απελπισμένη όμως αυτή πράξι του δεν κατορθώνει τίποτε άλλο από το να σφίξη περισσότερο το καλάμι γύρο από τον αστράγαλο του. Η καρδιά του κτυπά δυνατά. Ένα υπερφυσικό κρύο του παγώνει τα σπλάχνα. Για να μη βουλιάξη γυρίζει και πάλι ανάσκελα. Σκέπτεται: «Οι άλλοι μ' έχουν εγκαταλείψει. Δίχως άλλο έτσι πρέπει να έγινε».
Στην πραγματικότητα κανείς δεν είχε αντιληφθή την δύσκολη θέσι του. Παρ' όλα αυτά δεν τα βάζει κάτω. Από τις ήμερες τού Sennherim αγνοεί τον μεταφυσικό φόβο και τα τέρατα του. Σύντομα καταλήγει στο ακόλουθο λογικό συμπέ ρασμα: «Πρέπει να απελευθερωθώ μόνος μου από αυτήν την βρωμερή κατάστασι».
Γεμίζει τα πνευμόνια του μ' αέρα και βυθίζεται με δύναμι. Αρπάζει το λασπωμένο στέλεχος του καλαμιού, προσπαθών τας να το σπρώξη προς τον βυθό ή να το σπάση. Αλλά αυτό απόλυτα λείο δεν πιάνεται και γλυστρά μέσα από τα χέρια. Επιμένει, κόκκινα σημάδια αρχίζουν ν' αστράφτουν μπροστά στα μάτια του και τ' αυτιά του κουδουνίζουν.
Με ένα χτύπημα της φτέρνας στον βυθό ανεβαίνει στην επιφάνεια. Γυρίζει ανάσκελα και μετρά μέχρι τα 50 για να ξαναβρή την ηρεμία του, να σκεφθή ψύχραιμα, να αποκαταστήση την ισορροπία των ζωτικών του δυνάμεων. Σκέπτεται:
«"Όχι λανθασμένες κινήσεις. Δεν πρέπει να χάσω το κουράγιο μου. Μού χρειάζεται λίγη εξυπνάδα. Ξαναγεμίζει τα πνευμόνια με αέρα και καταδύεται. Με κινήσεις συντονισμέ νες και ήρεμες για να κάνη οικονομία στο οξυγόνο, προσπαθεί να χαλάρωση την θηλειά γύρω από τον αστράγαλο. Όμως το καλάμι είναι κολλημένο σφιχτά. Με γυμνό πόδι θα μπορούσε να γλιστρήση ανάμεσα από την θηλειά. Λοιπόν χρειάζεται να ξεφορτωθή την αρβύλα. Δοκιμάζει, παλεύει μέχρι πού ξανα βλέπει τα κόκκινα σημάδια μπροστά από τα μάτια του. Αναδύεται και για μια φορά ακόμη ξαπλώνει ανάσκελα.
Νοιώθει πλέον εξαντλημένος. Είναι απίστευτη ή ζωτική δύναμις, πού είχε χαθή μέσα στα λίγα αυτά λεπτά.
Αισθάνεται την μυρουδιά τού σάπιου, που βασιλεύει πάνω στην επιφάνεια της λίμνης.
Μια μυρουδιά πεθαμένου, πού φαίνεται να βγαίνη μέσα από το ίδιο του το κορμί. Τα λόγια του λοχαγού, ξαναγυρίζουν στο μυαλό του για μια ακόμη φορά. «Pas de passe a un homme marque*.
Σφίγγει τα δόντια. Σκέπτεται: «Μόνος».
Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα κατορθώση να απελευθερωθή από την αρβύλα. Όμως το απόθεμα των δυνάμεων του μειώνεται με ταχύτητα. Είναι τόσο κρύο το νερό... Μπορεί να δοκιμάση μια φορά ακόμη. Ίσως δύο, όχι περισσότερο. Γεμίζει αέρα τα πνευμόνια του και καταδύεται. Πιέζει τα δάχτυλα του πάνω στον κόμπο με την επιμονή μιας παγιδευ μένης αλεπούς. Τα δερμάτινα κορδόνια αντιστέκονται. Τραβά όλο και με μεγαλύτερη δύναμι. Το δέρμα του σχίζεται δίχως αυτός να αισθάνεται τον παραμικρό πόνο... Μια καινούργια απόπειρα τον οδηγεί στα πρόθυρα της λιποθυμίας. Τέλος τα κορδόνια σπάζουν.
Βγάζει την αρβύλα και περνά το γυμνό πόδι από την θηλειά τού καλαμιού στα βάθη των νερών, πού έχουν βαφτεί κόκκινα από το αίμα των χεριών του. Ξανά τα κόκκινα σημάδια μπροστά στα μάτια του. Μ' ένα χτύπημα της φτέρνας στον βυθό ξαναβρίσκεται στην επιφάνεια.
Ρουφά αχόρταγα μεγάλες ποσότητες αέρος και σκέπτε ται: «Τί παλιοκατάστασι;» Αρχίζει και πάλι να κολυμπά χάρις στα ανύποπτα αποθέματα δυνάμεων πού υπάρχουν ακόμη μέσα του. Ακόμη και αν η λίμνη Μούσκεν ήταν 2 χιλιόμετρα πλατειά, θα μπορούσε δίχως άλλο να φθάση στην άλλη όχθη. Ένα τέταρτο αργότερα έφθανε στους συναγωνιστές του, που ήσαν φυτεμένοι μέσα στην λάσπη του βάλτου.
Ο Le Fauconnier τον παρατηρεί με ήρεμο βλέμμα καθώς πλησιάζει:
- Αργήσατε.
- Το ξέρω απαντά ο Thierbach προσπαθώντας να χαμογελάση. Πρέπει να με συγχωρήσετε κ. Λοχαγέ, κινδύνευσα να πνιγώ και επί πλέον έχω χάσει και μια αρβύλα.
- Δεν είναι δεκτή η συγγνώμη στα Βάφφεν SS. Η αρβύλα θα σας κοστίση το λιγότερο 15 μάρκα. Όσο για την καθυστέρησι ο Ομπερστρουρμφύρερ Μichel θα σας κάνη δυό ώρες Hinlegen ... Άουφ... Μάρς... Μάρς... Κάποια αντίρησι; Οι άνδρες μαζεύονται. Ο Bastide μετρά τους Εθελοντές και αναφέρει:
- Λείπει ακόμη ο ΒΙοnchard κ. Λοχαγέ.
Ο καιρός περνά. Όλα τα βλέμματα είναι καρφωμένα πάνω στην επιφάνεια της σκεπασμένης από αραιή ομίχλη λίμνης. Δέν βλέπουν τίποτα. Κάτω από την προσωπίδα της λάσπης, το πρόσωπο του λοχαγού κρύβει μια απέραντη κούρασι, μαζί με την ολοένα αυξανομένη αγωνία του, καθώς τα λεπτά που περνούν επιβεβαιώνουν τον θάνατο του εξαφανισθέντος συναγωνιστού.
- Θά μπλέχτηκε σε κανένα καλάμι όπως και εγώ... έκανε μιά υπόθεσι ο Thierbach.. Δίχως άλλο πρέπει να πνίγηκε.
- Είναι πολύ πιθανό... απαντά ατάραχος ο Le Fauconnier. Η άσκησις συνεχίζεται. Χαμηλώνει τόν αντίχειρα προς την γη κραυγάζοντας:
- -Hinlegen.
VII
Ο Le Fauconnier ο Cuny και ο λοχαγός γιατρός Μalhart έφθασαν στo Stettiner Bahnhot , που ήταν γεμάτο από πρόσφυγες, όπως όλοι οι σταθμοί του Βερολίνου. Αυτά τα ανθρώπινα ναυάγια είχαν μετατρέψει πλέον όλες τις πλατείες σε καταυλισμούς νομάδων. Προχωρούσαν με δυσκολία ανάμεσα από ξεκοιλιασμένα στρώματα, πρόχειρες κούνιες μωρών, καμωμένες από κασόνια καί άχυρα, φούρνους εκστρατείας , ννater-closet , άδεια δοχεία βενζίνης, κλουβιά γιά κότες. Οι τρεις αξιωματικοί άνοιξαν έναν διάδρομο ανάμεσα από πρόσφυγες, που είχαν συρρεύσει από τις Βαλτικές χώρες, την Ανατολική Πρωσσία, την Πολωνία και την Ουγγαρία (10). Ένας γέρος κοιμώταν καθισμένος πάνω σ' ενα σακκί πατάτες με το κεφάλι ακουμπισμένο πάνω στην γόμωσι ενός παντσερφάουστ, που κρατούσε όρθιο ανάμεσα στα πόδια του. Δωδεκάχρονα παιδιά καθάριζαν περήφανα παλιά ντουφέκια, που είχε μοιράσει η Φόλκστουρμ, η λαϊκή αυτή στρατιά της απελπισίας, που ο Γκαίμπελς δημιουργεί με πυρετώδη και ανυπέρβλητη θέλησι. Ο Cuny διάβαζε στα μάτια τους τους τελευταίους στίχους της Χιτλερικής Βίβλου, καθώς και τον τρόμο που η Ρωσική εισβολή είχε χαράξει με πύρινα γράμματα . Αυτά τα παιδιά, που έγιναν άνδρες μέσα σε λίγες μόνον εβδομάδες, ήσαν αποφασισμένα να πολεμήσουν μέχρις εσχάτων πριν υποχρεωθούν να πνίξουν με τα ίδια τους τα χέρια τις μητέρες και τις αδελφές τους. Δίπλα τους γυναίκες που έσφιγγαν ακόμη πάνω στα αδυνατισμένα τους στήθη τα νεκρά τους παιδιά. Ανάμεσα τους πηγαινοερχόντουοαν νοσοκόμες του Γερμανικού Ερυθρού Σταυρού μοιράζοντας ζεστά ροφήματα. Κάθε τόσο επιθεωρητές της Γκεστάπο (ια) ζητούσαν ταυτότητες. Τα μεγάφωνα μετέδιδαν συνθήματα. Στο άκουσμα τους το πλήθος ξαναζωντάνευε, σαν ένα τεράστιο σώμα που επέστρεφε στην ζωή. Παντού μεγάλες ανθρώπινες ουρές έσπευδαν, προς τις ακόμη άδειες πλατείες, περιμένοντας τά τραίνα, πού θά τούς μετέφεραν μακρυά, όσο πιό μακρυά άπό αυτόν τόν τρόμο πού ξεχυνόταν σέ ολόκληρη τήν ανατολική Ευρώπη, πρός τήν Ελευθερία... πρός τήν ζωή...
Η αγωνία της Χιτλερικής Γερμανίας είχε αρχίσει. Όλοι αυτοί, που δεν είχαν περάσει τα 40 χρόνια, προετοιμαζόντουσαν να πεθάνουν όρθιοι. Αθέατοι κινηματογραφιστές, βετεράνοι στο έργο αυτό από τις φωτεινές νύχτες των συνεδρίων της Νυρεμβέργης, ρύθμιζαν τούς προβολείς μέσα στό
σούρουπο.
Ο Le Fauconnier έρριξε ένα έμπειρο βλέμμα στο πλήθος των προσφύγων, που ήταν μπερδεμένο με τους παράδοξους αυτούς στρατιώτες και είπε;
- Σύντομα οι μάχες θα γίνουν μέσα σ' αυτήν την πόλι. Μια χούφτα εκλεκτών ανδρών προετοιμάζεται να πεθάνη για το Βερολίνο. Εδώ πρέπει να τελειώσουν όλα... και απ' εδώ να ξαναρχίσουν.
Το τραίνο που πήγαινε στο Αννόβερο έμπαινε αργά στον σταθμό πίσω από μια παλιά πολεμική ατμομηχανή, τυλιγμένο από τον θόρυβο των σιδερικών και τα σύννεφα του καπνού................................................................... ..................................................................................................................................................................................................................................................... .......................................................................................................................................................................................................................................
(ε) Οι Γρεναδιέροι της Παλαιάς Φρουράς γνωστοί σαν les Grognards
(η) Ούτε ένα βήμα στο σημαδεμένο άνθρωπο
(θ) L.VF Λεγεώνα των Γάλλων Εθελοντών
(ια) Geheime Staatpolizei -Μυστική αστυνομία του Κράτους