Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2017

ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:Η ΣΙΔΗΡΑ ΚΑΙ ΧΡΥΣΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

49. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΑΗΔΟΝΙΟΥ
Kαι επρόσθεσε το φάσμα :
— Μαντεύω πως δεν πιστεύεις ότι ο έρως είνε η ηλιθιότης της ευφυΐας· δεν θα είνε δύσκολον να πεισθής.
Τότε μου έδειξεν εις τον κλάδον ενός δένδρου ένα μικρόν και όχι πολύ ωραίον πουλί, που ετραγουδούσεν όμως με γλυκυτάτην φωνήν, την οποίαν εσυμμάζευε με ενδιαφέρον και στοργήν η ηχώ, την επανελάμβανεν όσον ημπορούσεν αρμονικώτερα, και κατέθελγε την ακοήν του διαβάτου.
— Ήκουσες το πουλί αυτό; ερωτά ο Δαίμων. Είνε Αηδόνι. Διάκοψε το τραγούδι του και ερώτησε το διατί τραγουδά τόσον ωραία.
Επήγα κάτω οπό το δένδρον και είπα :
— Συγχώρησε με, αδελφέ, ον διακόπτω το ώραίον τραγούδι σου. Διατί τραγουδάς με τόσην μελωδίαν; Και εγώ πουλερικόν είμαι, αλλά ποτέ δεν ετραγούδησα έτσι. Φαίνεται ότι είσαι πολύ ευτυχισμένον.
Το Αηδόνι διέκοψε το τραγούδι του και μου απήντησε με φωνήν γεμάτην από θλίψιν :
— Όχι, αδελφέ' είμαι πολύ δυστυχισμένον, και ιδού  διατί ο άνθρωπος ευχαριστείται να με ακούη.
Διέκοψεν ο Δαίμων:
— Δεν πρέπει να παραξενεύεσαι, που άκουσες το αηδόνι να εκφράζη τον πόνον του με τόσο θελκτικάς στροφάς. Το αηδόνι, και αν το κάμης ακόμη να λυπηθή, θα κλάψη ώσάν. αηδόνι· τον κόρακα, και αν τον κάμης ακόμη να χαρή, θα φωνάξη ωσάν κόρακας!
Τότε ηρώτησα τον πτερωτόν τραγουδιστήν :
— Αλλά διατί είσαι δυστυχισμένον; Τί σου λείπει; Συ χαιρετάς πρώτον την αυγήν το αεράκι το πρωϊνόν, συ το αναπνέεις πρώτον με τόσην ηδονήν. Επί τέλους είσαι ελεύθερον και πετάς όπου θέλεις.
Το Αηδόνι αναστέναξε και απήντησεν :
— Αλλοίμονον! Η ανεξαρτησία είνε της ψυχής τα πτερά και όχι του σώματος. Άκουσε μίαν θλιβεράν ιστορίαν και θα καταλάβης, ότι το ωραιότερον τραγούδι είνε συνήθως συνθεσις από αναστεναγμούς.
»Εγώ αγαπούσα ένα άνθος, ένα θαυμάσιον άνθος, που ολόκληρος η φύσις του είχε προσφέρη ό,τι ωραιότερον είχεν εις χρώμα και ό,τι μεθυστικώτερον είχεν εις άρωμα. Αλλά το άνθος αυτό, αναίσθητον εις τον έρωτα μου, κωφόν εις το τραγουδί μου που του έστελνα οπό τόσον υψηλά, είχε στραφή προς τα κάτω και ηγάπησεν ένα διαβάτην, που επερνούσεν από κοντά του, σερνόμενος εις το χώμα...
»Τετέλεσται! Ο διαβάτης κατέκτησε το αγαπημένον μου άνθος, εγώ δε απέμεινα με το μέλι εις τον λάρυγγα και με το φαρμάκι εις την καρδίαν!
Ηρώτησα έκπληκτος :
— Λοιπόν ποίος ήτο ο διαβάτης εκείνος, που ένίκησε σέ, τόν βασιλέα του τραγουδιού, του έρωτος και της χαράς;
Ένας θλιβερός λαρυγγισμός απήντησεν εις την ερώτησίν μου και το πουλί απεκρίθη :
— Ήταν ένας Σάλιαγκας. Εγώ, πτωχόν πουλί, μόνον ελαφρά πτερά έφερνα εις την ράχην μου' εκείνος, σερνόμενος εις την γην, έφερνεν εις την ράχην του και ένα ολόκληρον σπήτι : και το άνθος μου τον εθαύμασε και τον επροτίμησεν!...
»Έφυγα μακρυά, πολύ μακρυά, εντροπιασμένος δια την ήτταν μου, Επεριπλανήθηκα παντού, ετραγούδησα όσον ημπορούσα δια να διασκεδάσω την λύπην μου. — Τίποτε! Έπειτα  από ολίγον καιρόν, — ένα ολόκληρον αίώνα δι' εμέ, — εξαναγύρισα εις το δένδρον, κάτω από το οποίον είχε το άνθος μου ανοίξη... Τίποτε δεν είχεν αλλάξη... όλα ήσαν εις
την ιδίαν θέσιν και το άνθος και ο εκλεκτός της ψυχής του. 
Κύτταξε εμπρός σου και θα τα ιδής και συ.
Εστράφην περίεργος, δια να ίδω την παράξενον εικόνα.
Θεέ μου! ΔιΑ την εικόνα αυτήν το τρομερόν είχε συμμαχήση με το γελοίον!
Αλήθεια· ένα θαυμάσιον Άνθος είχεν ανοίξη εκεί κοντά' το μύρον του εβαλσάμωνε τον αέρα, αλλά εις τα πέταλα του ο ήλιος αντανακλούσε εις ένα περιδέραιον οπό σάλια.
Από κάτω, επάνω εις το χώμα, ήτο μακαρίως εξαπλωμένος ένας Σάλιαγκας, φέρων πάντοτε εις την ράχην το αναπόσπαστον σπήτι, εις δε το κεφάλι του επάνω δύο διπλά μάλιστα κέρατα, που τα επεδείκνυε με υπερηφάνειαν εις τον υπομονητικόν και ανεξίκακον ήλιον!...
Παράξενος εικών!
Εκινήθηκα ολίγον προς τά εμπρός, δια να θαυμάσω αυτό το ζεύγος· αλλ' ο Σάλιαγκας, μόλις ήκουσε το τρίξιμον, που έκαμαν τα ξηρά φύλλα εις το βάδισμα μου, έσπευσε γρήγορα να κρύψη τα κέρατα του μέσα εις το ίδιον κεφάλι του!...
Ό Δαίμων επλησίασε και μου είπε.
— Είδες τί έκρυψε;
— Ναι, είδα· έκρυψε τα κέρατα του.
— Πραγματικώς. Ολίγον τον μέλει αν τα έχη· η μόνη του φροντίς είνε να μη τα ιδούν oι άλλοι. Βλέπεις, εκεί έχει συγκεντρωθή ολόκληρος η ευαισθησία του!
Και απεμακρύνθημεν οπό το οικτρόν εκείνο θέαμα, ενώ από την κορυφήν του δένδρου εξακολουθούσε το Αηδόνι να συνοδεύη ακόμη την αθλίαν είκόνα με το γλυκύτερον τραγούδι! 
Ω! πόσον σατανικά είναι ανακατωμένα εις την ζωήν τα ωραία με τα άχρηστα! θα έλεγε κανείς, ότι η κατανομή των έχει γίνη με τέτοιον τρόπον, ώστε ό θεός να κράτηση τα άσχημα και ο Διάβολος τα ωραία!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου