Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2013

Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟΝ ΤΟΥ ΑΛ. ΠΑΠΑΓΟΥ








Ο ΝΙΚΗΤΗΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΠΟΛΕΜΩΝ
 
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ.
Ο Στρατάρχης Αλέξανδρος Παπάγος, καταγόμενος από πατριαρχικήν οικογένειαν των Κυδωνιών της Μ. Ασίας, εγεννήθη εις τας Αθήνας την 9ην Δεκεμβρίου 1883, εις μίαν απέριττον κατοικίαν επί της οδού Σταδίου, όπου σήμερον είναι το μέγαρον της Τραπέζης Εμπορικής Πίστεως. Ο πάππος του ήτο Πρόεδρος του δικαστηρίου εις την Σύρον και ο πατέρας του υποστράτηγος, ο οποίος διεκρίθη εις το στράτευμα δια το εξαίρετον ήθος του. Η μητέρα του Στρατάρχου κατήγετο από την μεγάλην ηπειρωτικήν οικογένειαν των Αβέρωφ και το γεγονός αυτό συνετέλεσεν ώστε ο Αλέξανδρος Παπάγος να λάβη μίαν καθαρώς ελληνοπρεπή μόρφωσιν, η οποία προπαρεσκεύασε το έδαφος δι ένα λαμπρόν στρατιωτικόν στάδιον.
Εις ηλικίαν 19 ετών ο Στρατάρχης, ότε απεφοίτησεν εκ του λυκείου Βούλγαρη Αθηνών, μετέβη εις τας Βρυξέλλας, όπου εφοίτησε μέχρι του 1904 εις την εκεί Στρατιωτικήν Σχολήν. Ευθύς μετά την έξοδόν του εκ της Σχολής παρέμεινεν επί διετίαν μετεκπαιδευόμενος εις την περίφημον Σχολήν Ιππικού του Υπρ, διοικητής της οποίας ήτο ο κατόπιν καταστάς διάσημος, ως υπερασπιστής του φρουρίου της Λιέγης, υποστράτηγος Λέμαν.

Εις την Σχολήν αυτήν ο Παπάγος διεκρίθη μεταξύ όλων των συμμαθητών του και μετά το πέρας των σπουδών του επανήλθεν εις την Ελλάδα την 15ην Ιουλίου 1906. Ένα μήνα αργότερον εισήρχετο εις τον Ελληνικόν Στρατόν ως ανθυπίλαρχος και από της πρώτης στιγμής κατέκτησε την εμπιστοσύνην της διοικήσεως του και την βαθείαν εκτίμησιν των συναδέλφων του. Άριστος εκπαιδευτής, συνδυάζων παραλλήλως και τήν πλήρη έπιτελικήν κατάρτισιν,- υπήρξεν εν αληθές κόσμημα διά τό Ίππικόν. Όταν, κατά τό 1910 ώς υπίλαρχος, ήτο υπασπιστής του τότε υπουργού τών Στρατιωτικών, εΐχεν ήδη αποκτήσει τό κύρος μιας στρατιωτικής φυσιογνωμίας. Ο Παπάγος, όπως είχεν είπει εις τό Υπρ ο Βέλγος στρατηγός Λέμαν, ήτο εξωπλισμένος εις την τελειότητα με την «Βίρτους Μιλιτάρε», την σύνθεσιν δηλαδή όλων των αρετών που αναδεικνύουν εις μεγάλους ήγέτας τους αληθείς στρατιώτας.


ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ ΤΟΥ ΠΥΡΟΣ
Με αυτήν λοιπόν την «Βίρτους Μιλιτάρε» έλαβε το βάπτισμα του πυρός κατά τας θρυλικάς εξορμήσεις της Φυλής δια την δημιουργίαν της Μεγάλης Ελλάδος. Ως αγγελιαφόρος του Αρχιστρατήγου—Βασιλέως Κωνσταντίνου κατά τους πολέμους 1912—13 έγραψε τας πρώτας σελίδας δόξης εις την επικήν ιστορίαν της στρατιωτικής σταδιοδρομίας του. Ήτο η ωραία εκείνη εποχή των μεγάλων ανατάσεων της Ελληνικής Ιδέας και ο Παπάγος εφάνη αντάξιος των προσδοκιών εκείνων που διέβλεπαν εις την μορφήν του ένα αυριανόν Στρατηλάτην. Ολίγας ημέρας μετά τους ευτυχείς γάμους του με την Μαρίαν Καλλίνσκη, εγγονήν του θρυλικού στρατηγού Τιμολέοντος Βάσσου, εγκαταλείπει την σφύζουσαν ζωήν της συνεχώς αναγενωμένης πρωτευούσης δια να σπεύση εις το μέτωπον. Υπηρετήσας αρχικώς ως διοικητής Ίλης αναγνωρίσεως με εξαίρετον δράσιν εκλήθη κατόπιν εις το Γενικόν Στρατηγείον δια μίαν άκρως εμπιστευτικήν και επικίνδυνον αποστολήν. Ωνομάσθη προσωπικός διαγγελεύς του Βασιλέως Αρχιστρατήγου. Και εις τον τομέα αυτόν ακτινοβολεί από της πρώτης στιγμής. Νυχθημερόν διασχίζει έφιππος τας εχθρικάς προφυλακάς, διαβιβάζων άδιακόπως τάς διαταγάς που ωδήγησαν εις τας θρυλικός εκείνας νίκας. Ο Αρχιστράτηγος—Βασιλεύς κατ' επανάληψιν τον τιμα με ευφήμους μνείας ενώ παραλλήλως τον συμβουλεύεται επί ζητημάτων τακτικής και η γνώμη του νεαρού Ιλάρχου Παπάγου είναι αξίωμα.

Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους αποστέλλεται τιμητικώς εις την Γαλλικήν Ακαδημίαν Πολέμου. Είσήλθεν και έξήλθεν πρώτος μεταξύ πολλών εκατοντάδων Γάλλων και ξένων αξιωματικών, διακριθείς ιδίως δια την στρατηγικήν αντίληψίν του, την ετοιμότητα εις την λήψιν αποφάσεων και την ηγετικήν του ιδιοφυΐαν. Όταν επανήλθεν εις την Ελλάδα ανέλαβε την διεύθυνσιν της εκπαιδεύσεως εις το Ιον Σύνταγμα Ιππικού Θεσσαλονίκης, ακολούθως υπηρέτησεν εις το Επιτελείον του Γ'. Σώματος Στρατού και εν συνεχεία ως Επιτελάρχης της ιδρυθείσης το πρώτον εις Αθήνας προτύπου Ταξιαρχίας Ιππικού.


ΕΙΣ ΤΗΝ Μ. ΑΣΙΑΝ
Ήδη είναι Ταγματάρχης. Αλλά κατά το 1917, προσχωρήσας εις την παράταξιν του Βασιλέως Κωνσταντίνου, εξορίζεται διαδοχικώς εις την Ίον, Θήραν, Μήλον και Κρήτην και το 1920, ανακληθείς εις την ενεργόν υπηρεσίαν με τον βαθμόν του αντισυνταγματάρχου ανέλαβε καθήκοντα Επιτελάρχου της Μεραρχίας Ιππικού υπό τον υποστράτηγον Καλλίνσκην. Εις το Μικρασιατικόν μέτωπον αποκαλύπτει όλην την εκχειλίζουσαν δύναμιν της ηρωικής ψυχής του. Κατά την περίφημον μάχην του Ουτς Σεράι σώζει, χάρις εις την προσωπικήν του γενναιότητα και ψυχραιμίαν, από μέγαν κίνδυνον τον τομέα του Α'. Σώματος Στρατού, όταν Τουρκική Μεραρχία Ιππικού έξηνάγκασεν εις υποχώρησιν τμήματα πεζικού. Ο Παπάγος αναλαβών πρωτοβουλίαν εις εκείνην την κρίσιμον στιγμήν ανεσυγκρότησε τους διαρρέοντας φυγάδας και ωθήσας αυτούς εις αντεπίθεσιν απεσόβησε την πραγματοποίησιν των προθέσεων του εχθρού.
Τον Σεπτέμβριον του 1922 μετά την επανάστασιν των συνταγματαρχών Πλαστήρα και Γονατά απομακρύνεται εκ νέου του στρατού δια να επανέλθη το 1926 επί οικουμενικής Κυβερνήσεως.
Αρχικώς μέ βαθμόν συνταγματάρχου υπηρέτησεν ως διοικητής της Μεραρχίας Ιππικού Λαρίσης και το 1931 προαχθείς εις υποστράτηγον ετοποθετήθη επι Κυβερνήσεως Ελευθερίου Βενιζέλου Υπαρχηγός του Γ.Ε.Σ.
Τό 1934 διωρίσθη Γενικός Επιθεωρητής Ιππικού και περί τας αρχάς του 1935, φέρων τον βαθμόν του αντιστρατήγου, ανέλαβε διαδοχικώς τας Διοικήσεις του Γ'. και Α'. Σώματος στρατού.
Το 1935 ο Αλέξανδρος Παπάγος διαπιστώσας ότι μετά το αποτυχόν κίνημα Βενιζέλου επεκράτει μεγάλη δυσφορία μεταξύ των αξιωματικών λόγω των συνεχών αναβολών του δημοψηφίσματος δια την επάνοδον του Βασιλέως, ανέλαβε την πρωτοβουλίαν εκκαθαρίσεως της καταστάσεως. Προς τούτο, κατόπιν συνεννοήσεως μετά των αρχηγών Ναυτικού και Αεροπορίας αντιναυάρχου Οικονόμου και υποπτεράρχου Ρέππα, προέβη εις έντονον διάβημα προς τον τότε πρωθυπουργόν Παναγήν Τσαλδάρην προκαλέσας παραίτησιν τής Κυβερνήσεως του Λαϊκού Κόμματος.
Οι τρεις στρατιωτικοί ηγέται εκάλεσαν κατόπιν τούτου τον Γεώργιον Κονδύλην και τον εξουσιοδότησαν να σχηματίση νέαν Κυβέρνησιν με υπουργόν των Στρατιωτικών τον Αλέξανδρον Παπάγον. Ολίγας ημέρας αργότερον η Εθνοσυνέλευσις κατέλυε την Δημοκρατίαν και κατόπιν θριαμβευτικού υπέρ του Βασιλέως Δημοψηφίσματος, ο Αλέξανδρος Παπάγος μετέβη εις Λονδίνον και μετέδωσεν επισήμως εξ ονόματος του Έθνους εις τον Βασιλέα το μήνυμα της επανόδου του εις τον θρόνον.
Μετά την παλινόρθωσιν της Βασιλείας σχηματισθείσης υπηρεσιακής Κυβερνήσεως υπό τον καθηγητήν Κωνσταντίνον Δεμερτζήν, ο Παπάγος ανέλαβεν εκ νέου το υπουργείον Στρατιωτικών, εκ του οποίου απεχώρησε το 1936, δια ν' αναλάβη ολίγους μήνας αργότερον (όταν ήδη από της 4ης Αυγούστου 1936 είχεν ανέλθει εις την εξουσίαν ο Ιωάννης Μεταξάς, την Γενικήν Επιθεώρησιν στρατού.

ΑΡΧΗΓΟΣ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ

Ο νέος Πρωθυπουργός, παλαιός Επιτελής των Βαλκανικών Πολέμων, ο οποίος περισσότερον παντός άλλου εγνώριζεν την στρατιωτικήν ιδιοφυΐαν του Αλεξάνδρου Παπάγου, του ενεπιστεύθη την ηγεσίαν του Γενικού Επιτελείου στρατού, με την ρητήν εντολήν να προπαρασκευάση ταχύτητα τον Στρατόν δια την άμυναν της χώρας, προ της συνεχώς αυξανομένης απειλής ενός νέου παγκοσμίου πολέμου. Δύναται να λεχθή μετά βεβαιότητος ότι, εξ ίσου, με το θαύμα του Έπους της Πίνδου και των αλβανικών ορέων υπήρξε μία μεγίστη επιτυχία του Στρατάρχου Παπάγου η προς πόλεμον προπαρασκευή της Ελλάδος. Ουδέποτε άλλοτε εις την στρατιωτικήν ιστορίαν της Ελλάδος αρχηγός στρατού αντιμετώπισεν τόσον κολοσσιαίας δυσχερείας εν όψει πολέμου. Ο Ελληνικός στρατός δεν είχεν τότε αριθμητικήν δύναμιν μεγαλυτέραν των 9 χιλιάδων ανδρών, εκ των οποίων μόνον 3 χιλιάδες εκάλυπτον τας επάλξεις των βορείων συνόρων. Ο οπλισμός ήτο ακατάλληλος και αι αποθήκαι επιστρατεύσεως χωρίς επαρκή εφόδια—μία επικίνδυνος γυμνότης, την οποίαν εγνώριζον ήδη οι εχθροί της Ελλάδος Τούτο απεκαλύφθη όταν κατά το κίνημα του 1935 όχι μόνον δεν κατέστη δυνατός ο εξοπλισμός και εφοδιασμός των επιστρατευθεισών εις μικράν κλίμακα μονάδων, αλλά και υπέστη η Ελλάς την ταπείνωσιν να δεχθή προτάσεις βοηθείας εκ μέρους των τότε συμμάχων βαλκανικών κρατών, ενώ εξ άλλου η Βουλγαρία ήτο έτοιμη να πλήξη την χώραν μας εκ των νώτων.
Αυτόν τον σκιώδη στρατόν παρέλαβεν ο Αλέξανδρος Παπάγος το 1936 και την αυγήν της 28ης Οκτωβρίου 1940 τον επρόβαλεν ενώπιον της καταπλήκτου ανθρωπότητος ως απαράμιλλον σύμβολον μαχητικότητος ακμαίου ηθικού και αποφασιστικότητος. Εις διάστημα τεσσάρων ετών παρά τας οικονομικάς δυσχερείας του τόπου εποπτεύων τα πάντα αυτοπροσώπως και περιβαλλόμενος από ένα Έπιτελείον αριστέων του Ελληνικού Στρατού εφωδίασεν αυτόν με συγχρονισμένον οπλισμόν, ωργάνωσε τας εφεδρείας προπαρεσκεύασεν την οχύρωσιν της μεθορίου και γενικώς επραγματοποίησεν ένα αληθή άθλον αθορύβως, χωρίς κομπασμούς, με ευσυνειδησίαν και πείσμα—ένα άθλον που διήνοιξε τον δρόμον προς την Νίκην του 1940.

Την 28ην Οκτωβρίου, ολίγας ώρας μετά την κήρυξιν του ελληνοϊταλικού πολέμου ο Βασιλεύς και ο Πρωθυπουργός Μεταξάς εν πλήρει ομοφωνία, ανέθεσαν εις τον Παπάγον την αρχιστρατηγίαν και από της στιγμής εκείνης ο ελληνικός στρατός ήρχιζε μίαν άνευ προηγουμένου εις την ιστορίαν άνισον μεν, νικηφόρον δε πάλην κατά του εχθρού. Εις διάστημα ολίγων ημερών ο αρχηστράτηγος Παπάγος εξέρριψε τους εισβολείς εκ του εθνικού εδάφους, τους απώθησεν εις τας απροσήτους κορυφογραμμάς της Βορείου Ηπείρου και τελικώς τους κατεδίκασεν εις πλήρη εξουθένωσιν υπό το δριμύ ψύχος και τας συνεχείς απωλείας. Υπό την ηγεσίαν του ο ελληνικός στρατός, ενώπιον της εκπλήκτου ανθρωπότητος, απηλευθέρωσε την Βόρειον Ήπειρον και συνέτριψε κυριολεκτικώς πολλαπλάσιας ιταλικάς δυνάμεις που είχαν κατακλύσει την Αλβανίαν. Χάρις εις το άριστον ηθικόν του, την εκχειλίζουσαν μαχητικήν ικανότητα του και το θαυμάσιον φρόνημα της ηγεσίας του ο ελληνικός στρατός ήτο ήδη έτοιμος περί την άνοιξιν του 1941, ότε απέτυχον όλαι αι ιταλικαί αντεπιθέσεις, να επιχειρήση την αποφασιστικήν εξόρμησιν δια να ρίψη τον έχθρόν εις την θάλασσαν.

ΥΠΟ ΤΟΝ ΖΥΓΟΝ ΤΩΝ ΚΑΤΑΚΤΗΤΩΝ
Η δημιουργηθείσα κρίσιμος κατάστασις εις τα βόρεια σύνορα και η επηκολουθήσασα τον Απρίλιον του 1941 γερμανική επίθεσις εις τα νώτα της της μαχομένης Ελλάδος δεν επέτρεψεν εις τον Αλέξανδρον Παπάγον ν' αξιοποιήση τας μεγαλειώδεις αυτάς νίκας τας οποίας είχεν πραγματοποιήσει ο ελληνικός στρατός εις την Αλβανίαν. Το μέτωπον κατέρρευσεν και οι νικηταί της Πίνδου υπεχρεώθησαν υπό την πίεσιν της υλικής δυνάμεως των χιτλερικών ορδών να ανακόψουν τον αγώνα. Κατά την κρίσιμον εκείνην στιγμήν ο Βασιλεύς Γεώργιος Β', αποφασισμένος να καταφύγη εις Κρήτην και εν συνεχεία εις την Αίγυπτον με την σχηματισθείσαν προσωρινήν Κυβέρνησιν επρότεινεν εις τον Παπάγον όπως τον ακολουθήση. Αλλά ο Νικητής της Πίνδου είπεν εις τον Βασιλέα ότι αδιαφορών δια τους κινδύνους προτίμα νά παραμείνη εις τήν πατρώαν γήν δια ν' αποδυθή εις νέους αγώνας. Και ενώ πράγματι ο Βασιλεύς Γεώργιος έφθανεν εις την Κρήτην και ανελάμβανεν αυτοπροσώπως την ηγεσίαν της εθνικής αντιστάσεως εις την εσχατίαν αυτήν της ελληνικής γης, ο Παπάγος έσπευσεν από της πρώτης στιγμής να προπαρασκευάση την αντίστασιν εις το εσωτερικόν της χώρας. Από του 1941 μέχρι του 1943 ήρχετο αθορύβως εις έπαφήν με ομάδας αξιωματικών και αγωνιστών όλων των οργανώσεων και την 20ήν Μαΐου 1943 αποφασίζει ν' αρχίση την εξόρμησιν κατά του κατακτητού. Την νύκτα της ημέρας εκείνης συνεκάλεσεν εις σύσκεψιν τους αντιστρατήγους Ιωάννην Πιτσίκαν, Δ. Παπαδόπουλον, Π. Δέδεν, Γ. Κοσμάν και Κ. Μπακόπουλον τους οποίους εκάλεσε όπως συνεργασθούν μαζί του δια την ένωσιν όλων των Ελλήνων εν όψει εντάσεως του συμμαχικού αγώνος. Υπεγράφη μάλιστα σχετικόν πρακτικόν και έκτοτε ο Παπάγος ήρχισε πολύμοχθον προσπάθειαν δια την δημιουργίαν όλων εκείνων των προϋποθέσεων προς έναρξιν αποφασιστικού και καλώς ωργανωμένου αγώνος.
Κατόπιν προδοσίας όμως, προφανώς των κομμουνιστών οι οποίοι είχον ανησυχήσει από την κίνησιν των στρατηγών, την 26ην Ιουλίου 1943 ο Αλέξανδρος Παπάγος και τέσσαρες εκ των ανωτέρω στρατηγών (διέφυγεν μόνον ο Αντιστράτηγος Παπαδόπουλος) συνελήφθησαν υπό των Γερμανών και κατόπιν δραματικών περιπετειών ήχθησαν όμηροι εις τα χιτλερικά στρατόπεδα του Ορενιεμπουργκ Φλόσεμπουργκ, Νταχάου και Νήντερντοφ, απηλευθερώθησαν δε μόλις τον Μάρτιον του 1945 υπό των αμερικανικών στρατευμάτων.
Ο Παπάγος επανήλθεν αμέσως εις Αθήνας και κατόπιν συντόμων επισκέψεων του εις Αίγυπτον και Αμερικήν παρεκλήθη τιμητικώς υπό του Βασιλέως και ανέλαβε καθήκοντα Μεγάλου Αυλάρχου.

Η ΝΕΑ ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΝΙΚΗΝ
Αλλά εν τω μεταξύ η ερυθρά ανταρσία εμαίνετο. Ξενοκίνητοι πράκτορες του κομμουνισμού εξαπέλυσαν δολοφονικάς επιθέσεις εις όλην την Ελλάδα και ένα κύμα απιστεύτου εις στυγνότητα βαρβαρότητος κατέπνιγεν εφιαλτικώς όλην την χώραν. Οι ένοπλοι συμμορίται περί τα τέλη του 1948 έκρουον ήδη τας πύλας της πρωτευούσης. Η κατάστασις γενικώς ήτο απελπιστικώς τραγική και η Ελλάς ευρίσκετο ήδη εν μέσω χάους και αγωνίας εις το χείλος τρομεράς αβύσσου ,μιας αβύσσου εις την οποίαν ενεφώλευεν η κομμουνιστική αποκτήνωσις και η δουλεία. Κατά την στιγμήν τούτην ο Αλέξ. Παπάγος εκλήθη να σώση δι άλλην μίαν φοράν την Ελλάδα. Πράγματι την 20ήν Ιανουαρίου κατόπιν εκκλήσεως του τότε Πρωθυπουργού Θεμιστοκλή Σοφούλη ανέλαβε την Αρχιστρατηγίαν των εθνικών ενόπλων δυνάμεων με ευρυτάτας αρμοδιότητας αι οποίαι δια πρώτην φοράν παρεχωρούντο υπό της Βουλής εις Έλληνα στρατιωτικόν ηγέτην. Ήρκεσε και μόνη η αναγγελία του χαρμοσύνου τούτου γεγονότος δια ν' αναπτερώση το φρόνημα του λαού. Από της πρώτης στιγμής ο Παπάγος ήρχισε δια ραγδαίων και σοφών εις οργανωτικήν τελειότητα μέτρων την πλήρη ανασυγκρότησιν των ενόπλων δυνάμεων. Εφωδίασε τον στρατόν με άφθονον οπλισμόν, επέβαλε την κατάλληλον διάρθρωσιν εις την ανωτάτην ηγεσίαν και προ παντός ώθησε τους πάντας εις μίαν άνευ προηγουμένου εξόρμησιν εναντίον των προδοτικών συμμοριών. Εις διάστημα ελαχίστων ημερών από της ανόδου του εις την Αρχιστρατηγίαν εξεκκαθαρίσθη η Πελοπόννησος, την άνοιξιν απελυτρώθη η Ρούμελη και η Θεσσαλία και το θέρος του ιδίου έτους 1949 ο Παπάγος επέτυχεν να συντρίψη ολοκληρωτικώς τον εχθρόν δια σειράς θυελλωδών επιθέσεων κατά τας οποίας ο ελληνικός στρατός απεκάλυψεν ενώπιον συμμάχων και εχθρών δι άλλην μίαν φοράν την ασύγκριτον, την θαυματουργόν μαχητικήν δυναμικότητα του. Οι εξωμόται συμμορίται ή εσωριάσθησαν νεκροί εις τας χαράδρας του Γράμμου και του Βίτσι ή εσύρθησαν αιχμάλωτοι δια να λογοδοτήσουν ενώπιον της Δικαιοσύνης της Πατρίδος ή εξερρίφθησαν εκεί οπόθεν ενεπνεύσθησαν την άτιμον προδοσίαν των, εις τάς γειτονικάς χώρας του Παραπετάσματος.

ΕΙΣ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ

ΤΟ Έθνος ητένιζεν από της στιγμής εκείνης προς τον Αλέξανδρον Παπάγον με λατρείαν και ευγνωμοσύνην. Τον ανύψωσεν η λαϊκή ψυχή εις τα όρια του θρύλου. Και η δόξα του επτερύγιζεν μέχρι του Θεού... Κατόπιν ομοφώνου αποφάσεως της Βουλής ο Βασιλεύς εν επιβλητική τελετή του απένεμεν ισοβίως τον τίτλον του Στρατάρχου της Ελλάδος, τίτλου πρώτην φοράν απονεμομένου εις Έλληνα στρατιωτικόν ηγέτην. Απετέλεσεν η τιμή αύτη την δικαιοτέραν επιβράβευσιν ενός γιγαντιαίου έργου αποπνέοντος σοφίαν, ιεράν πίστιν, αισιοδοξίαν, θείαν γαλήνην, αποφασιστικότητα και εκχειλίζουσαν δραστηριότητα. Ο λαός τον απεθέωνεν εις όλην την χώραν. Ουδείς Έλλην περιεβλήθη ποτέ με την αίγλην μιας τόσον ιεράς λατρείας και θαυμασμού.
Την 30ήν Μαίου του 1951, αφού επί 2 έτη από της ιστορικής νίκης του εις τον Γράμμον εργασθείς υπερανθρώπως κατέστησεν τον έλληνικόν στρατόν υπέρλαμπρον υπόδειγμα δι' όλον τον κόσμον, παρητήθη της Αρχιστρατηγίας και την 30ήν Ιουλίου του ιδίου έτους ανήγγειλεν την κάθοδόν του εις την πολιτικήν υπό την σημαίαν της εθνικής κινήσεως του «Ελληνικού Συναγερμού». 




Ατυχώς δια την Ελλάδα από του Φεβρουαρίου του 1955 ενώ ο Στρατάρχης ευρίσκετο εις την ακμήν του δημιουργικού έργου του, προσεβλήθη υπό ακαθορίστου μορφής ασθενείας (αρχικώς υπό γαστρίτιδος και εν συνεχεία γενικής εξασθενήσεως του οργανισμού) συνεπεία της οποίας επί πολύν χρόνον παρέμεινεν οικουρών αλλά χωρίς να παύση ούδ' επί στιγμήν ασκών ενεργώς τα καθήκοντα του.
 Αξίζει να εξαρθή ιδιαιτέρως το γεγονός ότι πρώτος αυτός έθεσεν ενώπιον των Ηνωμένων Εθνών το αίτημα περί αποδόσεως της Κύπρου εις την Ελλάδα και όταν την 5ην Οκτωβρίου 1955 ο Μέγας Στρατιώτης, ο Νικητής Αρχιστράτηγος άφηνε την τελευταίαν πνοήν του εις την απέριττον κατοικίαν της Εκάλης, αι τελευταίαι λέξεις του ήσαν δια την Κύπρον. Με το όνειρον μιας ελευθέρας Μεγαλονήσου και μιας αναγεννημένης Ελλάδος εξεκίνησεν δια την πολιτικήν σταδιοδρομίαν του και με το γλυκύ αυτό όνειρον που προσήγγιζεν τώρα εις την πραγματικότητα, άνήλθεν εις την αιωνιότητα.
Ο θάνατος του εβύθισεν εις το πένθος ολόκληρον το Έθνος. Διότι ο Στρατάρχης ήτο το παν δια την Ελλάδα. Υπήρξεν άξιος της Πατρίδος και ως στρατιώτης και ως χριστιανός και ως πολίτης. Έφυγε με την ψυχήν αγίαν όπως αγία θα είναι πάντοτε εις τους αιώνας η μνήμη του, μνήμη συμβολίζουσα ζωήν αφιερωμένην εις το μεγαλείον και την δόξαν της Ελλάδος.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου