Κυριακή, 10 Ιουνίου 2018

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΧΡΥΣΟΧΟΟΥ:ΠΥΡΠΟΛΗΜΕΝΗ ΓΗ

Στην Πέργαμο

Αν η κατάληψη της Μαινεμένης, με επικεφαλής το λοχαγό Καβράκο, έγινε ομαλά, δε συνέβη το ίδιο με την Πέργαμο. Στην αρχή, καμιά αντίσταση απ' τους Τούρκους. Τρεις μέρες ζουν όλοι το πανηγύρι της λευτεριάς. Ξαφνικά φτάνουν άσκημα νέα. Όλοι μιλούσαν για αιφνιδιασμό των Τούρκων, για μάχες.
Ανησύχησαν οι χριστιανοί. Σφίχτηκε η καρδιά τους. Ξεσηκώθηκε η Τουρκιά της Μαινεμένης. Έτοιμη να χτυπήσει. Το σύνθημα το 'δωσε ένας Τούρκος στα Σούσα-Γιολού, κοντά στο σταθμό. Σκότωσε έναν Έλληνα στρατιώτη, και τρέχει και χώνεται στον πλαϊνό δρόμο, στο σπίτι του. Πριν προφτάσουν να κινηθούν οι άλλοι Τούρκοι, συλλαμβάνεται απ' τους Έλληνες. Κυκλώνουν και το σπίτι του Τούρκου, και τον εκτελούν επί τόπου. Στήνουν πυροβόλα γύρω απ' τον Τουρκομαχαλά. Μαζεύουν τους Τούρκους απ' το δρόμο, τα σπίτια, τα μαγαζιά και τους κλείνουν στον αυλόγυρο της Άγιας Παρασκευής, στις τάξεις του σκολειού. Ο λοχαγός Νικολινάκος, ένας άντρακλας απ' τη Μάνη, δυο μέτρα μπόι, ανοίγει την αποθήκη του πολεμικού υλικού του στρατού και μοιράζει όπλα στους Μαινεμενλήδες. Τώρα, στρατός και πολίτες μαζί, φυλάνε καραούλι στους δρόμους. Φωνές, τρεχαλητά, πιστολίδι. Έκλεισε το τσαρσί, ερημώθηκε το Ρωμέικο, σφαλίστηκαν τα γυναικόπαιδα στα σπίτια.
Πεντέξι οικογένειες μαζεύτηκαν στο σπίτι του Χατζηνάσου. Καλύτερα, σε τούτες τις ώρες, να 'ναι όλοι μαζί. Ζαρωμένοι στην κάμαρα, ζαρώνουν πιο πολύ μόλις ακούνε το οπλοπολυβόλο να ρίχνει απανωτά.
—Πού να 'ναι ο Θανάσης; κλαίει η Ελένη.
—Πού να 'ναι οι άντρες μας, κλαίνε κι οι άλλες οι γυναίκες.
Κάμποση ώρα τίποτα δεν ακούγεται. Κάπου κάπου, κάνας περαστικός στο δρόμο.
Σε λίγο έφτασε λαχανιασμένος ο Θανάσης.
—Τι τρέχει; Έπαθε κανένας τίποτα; Πού είναι οι άλλοι;
—Ησυχάστε. Κανείς δεν πειράχτηκε.
—Και το πιστολίδι που έπεσε;
—Το κάναμε για εκφοβισμό. Όλοι ρίχνανε στον αέρα.
Εκείνη την ώρα έφτασε κι ο Μήτσος.
—Σκοτώσανε τον καϊμακάμη.
—Πώς, που; κρέμονται απ' το στόμα του όλοι.
—Μέσα στο δικαστήριο. Την ώρα που δίκαζε.
—Γιατί;
—Δεν ξέρω ακριβώς. Λένε, ότι μόλις έμαθε ο καϊμακάμης τα νέα της Περγάμου, ρίχνει απ' την χαρά του στον αέρα και, προκαλώντας τους Έλληνες, φωνάζει: «Έρχεται η σειρά σας». Ύστερα μπαίνει με όλο του το πάσο στο δικαστήριο κι αρχίζει τη δίκη. Δεν το βάσταξε ο Έλληνας δεκανέας που φύλαε σκοπός. Χύνεται μέσα και τον καρφώνει με τη λόγχη. Τότε μπήκαν κι άλλοι στρατιώτες κι αρχίζουν να ρίχνουν. Δυο σκοτώθηκαν. Καλά που προφτάσαμε εμείς και τους σταματήσαμε. Δεν τα βλέπω καλά τα πράματα.
—Εσύ πάντα απαισιόδοξος ήσουνα. Τώρα θ' αλλάξεις; λέει ο Θανάσης.
—Κι αν γίνει σφαγή κι εδώ, όπως στην Πέργαμο; αγωνιούν οι γυναίκες.
—Δεν υπάρχει τέτοιος φόβος. Οι Κρητικοί φυλάνε τα γεφύρια του Γκεντιζιού. Δεν κινδυνεύει η Μαινεμένη. Ύστερα, εδώ όλους τους ύποπτους Τούρκους τους έχουν συλλάβει.
Αναθάρρεψαν όλες. Μια μια φεύγουν για τα σπίτια τους.
Ολόκληρη τη μέρα ο κόσμος είναι ξεχυμένος στους δρόμους. Όλοι ζούνε την αγωνία για την τύχη της Περγάμου. Τη νύχτα έφτασαν οι ειδήσεις: «Υποχωρεί ο ελληνικός στρατός προς τη Μαινεμένη». Πολλοί οι νεκροί κι οι τραυματίες. «Σφαγές και φωτιά στην Πέργαμο».
Ξανάρχισε το χτυποκάρδι του πολέμου.
Απ' τα ξημερώματα, αραδιασμένες οι νοικοκυρές στις άκρες του Σούσα-Γιολού για την Πέργαμο, περιμένουν τους στρατιώτες. Απ' όλα είχανε μαζί τους. Βαμβάκι, γάζες, ιώδιο, σπίρτο, τρόφιμα, κουβέρτες, σεντόνια. Οι Μαινεμενλήδες προχώρησαν μ' άλογα, μ' αραμπάδες να βοηθήσουν. Μ' ερειπωμένη την ψυχή και το κορμί γυρίζει πίσω ο στρατός. Τα οχήματα, οι αραμπάδες γιομάτα τραυματίες. Πήρανε στα σπίτια, όσους ήτανε ελαφρά τραυματισμένοι. Τους άλλους, που ήτανε βαριά, τους πήγαν στη Σμύρνη, στα νοσοκομεία. Γέμισαν τα σπίτια απ' τα χτυπημένα φανταράκια. Όλοι μιλάνε για τη συμφορά που βρήκε την Πέργαμο. Οι νοικοκυρές στα σπίτια. Οι άντρες στο δρόμο. Κανείς δεν έχει κέφι για δουλειά. Ο στρατός ανασυντάσσεται. Περιμένει βοήθεια να εξορμήσει για ανακατάληψη της Περγάμου.
Στο καφενείο, όλοι κρέμονται απ' το στόμα του Κώστα Κώστογλου, που 'χε προσφερθεί να οδηγήσει απ' τη Μαινεμένη ένα τμήμα απ' το Πέμπτο Ελληνικό Σύνταγμα Πεζικού.
—Δε θα ξεχάσω με τι ενθουσιασμό ξεκινήσαμε. Όλα τα κορίτσια της Μαινεμένης βγήκαν στο Σούσα-Γιολού να ξεπροβοδίσουν το στρατό μας με λουλούδια και τραγούδια. Ώσαμε το τέλος του δρόμου ακουγότανε το τραγούδι τους.
«Βγήτε κορίτσια, βγήτε νιες, και ράνετε λουλούδια
στο δρόμο που πηγαίνουμε, πήτε γλυκά τραγούδια».

Με το τραγούδι στ' αυτιά μας, φτάσαμε στην Πέργαμο. Μόλις είχε η πόλη καταληφθεί απ' το Όγδοο Σύνταγμα Κρητών. Τίποτα δεν έδειχνε τη συμφορά που μας περίμενε. Οι Τούρκοι ήταν ευγενικοί. Προθυμοποιήθηκαν να μας προμηθεύσουν σφάγια: βόδια, αρνιά, κατσίκια. Ζήτησαν άδειες να πηγαινοέρχονται στα γύρω χωριά, να φέρουν στο στρατό μας τρόφιμα. Για να δείξει την ευαρέσκειά του ο Έλληνας διοικητής, παράγγειλε τρακόσια ψωμιά σε Τούρκο φούρναρη. Έκανε εντύπωση στους Τούρκους, γιατί τόσα λίγα ψωμιά! Κατάλαβαν ότι η δύναμη των Ελλήνων ήτανε μικρή. Συνεννοούνται με τα γύρω τουρκοχώρια, και σε τρεις μέρες, στις τρεις του Ιούνη, κατεβαίνουν χιλιάδες, κι αρχίζουν επίθεση όξω απ' την Πέργαμο. Οι δικοί μας αιφνιδιάστηκαν, όμως δεν τα 'χασαν. Αντιστέκονται με γενναιότητα. Την ώρα που πολεμά ο ελληνικός στρατός όξω απ' την Πέργαμο, χτυπούν οι ντόπιοι Τούρκοι τους χριστιανούς της πόλης. Σε λίγο γενικεύεται το κακό. Χιλιάδες Τούρκοι χτυπάνε από παντού. Οι Έλληνες, ούτε οχτακόσιοι σωστοί, πολεμούν ολόκληρη τη μέρα, χωρίς ελπίδα. Βοήθεια από πουθενά. Κομμένος ο τηλέγραφος με τη Σμύρνη. Την νύχτα αναγκάζεται ο συνταγματάρχης Σιρμακέζης να υποχωρήσει. Δημιουργείται σύγχυση. Παρατούν εφοδιασμό, ζώα κι οχήματα και φεύγουν. Μόνο τους τραυματίες μπόρεσαν να μεταφέρουν στη Μαινεμένη. Ανενόχλητοι πια οι Τουρκοι, ενώθηκαν με τους ντόπιους, κι άρχισαν τις λεηλασίες και να υποβάλουν τους χριστιανούς σε βασανιστήρια. Ατίμασαν κορίτσια κι ύστερα τα ξεκοίλιαζαν. Γδέρναν τους νέους. Κομμάτιαζαν με το πριόνι τους γέρους, πετάλωναν και κρεμούσαν τους στρατιώτες.
— Θεέ μου, ως πότε θα πλερώνει η Ρωμιοσύνη;

Απ' τις δυο ως τις εφτά του Ιούνη η Πέργαμος ήτανε στα χέρια των Τούρκων. Τα νέα, το ένα χειρότερο απ' τ' άλλο, σπάραξαν την πρώτη χαρά και τον ενθουσιασμό του κόσμου. Πέντε μέρες ο στρατός στη Μαινεμένη, προσπαθεί ν' ανασυνταχθεί. Περιμένει βοήθεια να εξορμήσει για την ανακατάληψη της Περγάμου. Τέλος, στις εφτά του Ιούνη, αφού έφτασε βοήθεια απ' τη Σμύρνη και το Δικελή, μαζί και τα δυο τάγματα απ' τη Μαινεμένη, ξαναπήραν την Πέργαμο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου