Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ: ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ

XVIII
Μπήκαμε σε μια φάλαγγα, δυο χιλιάδες άντρες και ξεκινήσαμε για την αιχμαλωσία. Μας παραδώσανε δίχως καταστάσεις στο απόσπασμα που θα μας πήγαινε στη Μαγνήσια. Υποψιαστήκαμε πως μόλις βγούμε παραόξω θα μας ξεκάνουνε. Το κακό άρχισε μέσα στα σοκάκια της Σμύρνης. Δεν προλάβαμε να ξεκινήσουμε κι ένας κόσμος εξαγριωμένος, διψασμένος για εκδίκηση, έπεσε πάνω μας με ξύλα, πέτρες, σίδερα.
- Βουρ, Βουρ, κεραταλάρ!
Απ τα μπαλκόνια πετούσανε μπουκάλες και δοχεία μ' ακαθαρσίες. Ίσαμε να φτάσουμε στο Μπασμάχανε, πενήντα πέσανε νεκροί. Τους πληγωμένους τους τραβούσανε πέρα απ τη γραμμή οι ίδιοι οι φύλακες και τους λέγανε ειρωνικά:
- Ώχου! Ώχου, τους καημένους! Ελάτε να σας πάμε στο νοσοκομείο...
Και τους σκοτώνανε! Όσοι καταφέραμε και βγήκαμε ζωντανοί από τη Σμύρνη είπαμε «Δόξα σοι ο Θεός! Γλιτώσαμε...» Βιαστήκαμε. Παραόξω μας περιμένανε τα χειρότερα. Τα τουρκοχώρια, μόλις μας παίρνανε χαμπάρι, κατεβαίνανε στη δημοσιά να πάρουν εκδίκηση. Ο κάθε Τούρκος φώναζε σαν μανιακός:
- Εμένα μου σκοτώσανε το παιδί!
Εμένα τη γυναίκα!
Εμένα κάψανε το σπίτι μου!
Αρπάξανε από την τετράδα μας το Λύσαντρο, δάσκαλο απ τα μέρη του Πόντου, του σκίσανε την κοιλιά με μια μαχαιριά, τον βάλανε και βάδιζε κρατώντας τ' άντερα του στα χέρια! Τον κατηγόρησε ένας γέρος, που τα τσίμπλικα μάτια του δεν καταλάβαινες αν ήταν ανοιχτά ή κλειστά.
- Να, αυτός είναι! Αυτός, και τον έδειχνε με το δάχτυλο.
Δυο τσέτες χίμηξαν πάνω του.
- Όχι, δεν είμαι εγώ. Δεν μπορεί να λέει εμένα! φώναξε ο Λύσαντρος, που δεν ήξερε ούτε το γέρο ούτε γιατί τον κατηγορούσε.
Οι τσέτες τον χτυπούσανε με μανία, όπως χτυπάς ένα κούτσουρο που δε λέει να σπάσει.
- Κερατά, γκιαούρη, εσύ μας έκαψες το σπίτι!
- Μην κολάζεστε. Δεν είμαι εγώ. Εγώ δεν τα ξέρω τούτα τα μέρη. Ποτέ δεν ήρθα... Πο...τέ...
Η μαχαιριά άνοιξε την κοιλιά του. Ο Τούρκος χούφτιασε τ' άντερα.
- Πάρε στο χέρι την πλερωμή σου! Βάδιζε! Ακούς; Βάδιζε!
Τον άρπαξε απ το γιακά, τον έστησε ορθό. Κείνος γλιστρούσε χάμω σαν ρούχο. Λίγα βηματάκια μπόρεσε να κάνει κι ύστερα έπεσε νεκρός.
- Απαπά! έμπηξε ένα απελπισμένο κλάμα ο Αρίστος ο αλμπάνης, που ήταν πλάι στο Λύσαντρο.
Απαπά! Λάθος έγινε!
Δεν είχαμε πνοή για να βγάλουμε κρίση. Δεν είχαμε σάλιο στο στόμα. Η δίψα έκαιγε τα σωθικά. Δίψα, κάψα, κορακίλα! Περπατούσαμε τρεις μέρες δίχως γουλιά νερό. Περνούσαμε ποτάμια και βρυσούλες, πηγές, μάγγανα, ρυάκια και δε μας αφήνανε ούτε τ' αχείλι μας να βρέξουμε. Όποιος δεν άντεχε, τον σκότωναν.
Ένας μαφαζάς καβάλησε στο σβέρκο τ' αδερφού μου, για να περάσει το ποτάμι δίχως να βραχεί. Του κλώτσαγε την κοιλιά με τις αρβύλες και φώναζε χασκογελώντας.
- Ντέι! Ντε! Τσε! Τσε!
Έβλεπα τις φλέβες στο λαιμό του Κώστα να φουσκώνουνε το πρόσωπο του μπλάβο, τα μάτια του θολά. Το στήθος ανεβοκατέβαινε. Ήξερα πόσο περήφανος και λεβέντης ήταν και περίμενα με λαχτάρα να γκρεμίσει το βασανιστή του, να του δαγκώσει το λαρύγγι κι ας τον σκότωναν. Μα ο Κώστας διψούσε, μόνο διψούσε' δε θυμόντανε τίποτ' άλλο!
- Αμάν, πες πως είμαι, ζωντανό! Το ζωντανό τ' αφήνεις απότιστο;
Ντέε, ντέι! Γκιαούρη, θεριό! Τον κλοτσούσε πιο δυνατά. Τα ζωντανά είναι αθώα πλάσματα, δεν είναι μοβόρα, σαν ελόου σας.
- Αμάν, άφησε με, να βρέξω τη γλώσσα μου! Για χάρη του Αλλάχ.
Δεν τον άφηκε! Κι έκλαιγε σαν παιδί...
Θα ήτανε δυο τ' απόγεμα, πάνω στην ντάλα κάψα, όταν μας ρίξανε για ...ξεκούραση σε κάτι ανατιναγμένες μπαρουταποθήκες. Το χώμα κι οι πέτρες καίγανε λες ήτανε αναμμένο καμίνι. Λίγοι βγήκαμε ζωντανοί από κει μέσα. Άντρες δυνατοί, ψημένοι, πέφτανε χάμω, κυλιόντανε σαν λαβωμένα φίδια και φωνάζανε απελπισμένα:
- Σού-ού! Σούουου! (Νερό! Νερόοο!)
Ύστερα οι φωνές σβήσανε σιγά σιγά, τα στόματα μέναν ανοιχτά, τα μάτια ακίνητα. Ποιος είδε θάνατο από δίψα! Εμείς αντέξαμε, δεν τρελαθήκαμε. Μας βάλανε με άλλους πεντακόσιους αιχμάλωτους σ' ένα στρατόπεδο περιφραγμένο με συρματόπλεγμα. Όξω απ' το συρματόπλεγμα ήτανε μια μεγάλη βρύση με τρεις κάνουλες και τρεις γούρνες. Στεκόντανε Τούρκοι, ποτίζανε τα ζωντανά τους. Πίνανε κι ατοί τους, δροσιζόντανε και μας περιπαίζανε. Τους παρακολουθούσαμε μ' άγριο μάτι. Ύστερα - πως έγινε - δίχως συνεννόηση, χιμήξαμε όλοι μαζί, αρπάξαμε τα συρματοπλέγματα και με μια μόνη κίνηση τα ξεριζώσαμε! Τρέξαμε ατή βρύση μ' αλαλαγμούς και μουγκρητά. Αρχίσαμε ν' αρπαζόμαστε στα χέρια, ποιος πρώτος θα πιει. Όλα γίνηκαν τόσο γρήγορα! Κανένας φρουρός δεν πυροβόλησε. Μας κοιτούσανε που δερνόμαστε και δαγκωνόμαστε αναμεταξύ μας.
Πριν φτάσουμε στο Αχμετλί, πήρανε τρακόσους, στην τύχη, και τους δώσανε σε μια φρουρά που πήγαινε για τ' Αιντίνι και ζητούσε αιχμαλώτους ν' ανοικοδομηθούνε τα χωριά. Μέσα σ' αυτούς ήμουνα κι εγώ κι ο φίλος μου ο Πάνος Σωτήρογλου. Τον αδερφό μου, την τελευταία στιγμή, τον τσάκωσε ο βασανιστής ο μαφαζάς.
- Εσύ μείνε! του έκανε. Είσαι γερό μουλάρι- σε χρειάζομαι.
Δεν προλάβαμε ν' αποχαιρετιστούμε. Τον παρακολούθησα με το μάτι. Χάθηκε μέσα στο πλήθος που απλώθηκε σαν λασπονέρι στη δημοσιά. Τους πηγαίνανε για τη Μαγνησία. Εκεί τις πρώτες μέρες, μέσα σε μια ντερεδιά, θερίσανε με τα πολυβόλα  σαράντα χιλιάδες αιχμαλώτους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου