Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ ΙΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ ΙΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2018

ΠΕΤΡΟΣ ΩΡΟΛΟΓΑΣ: (Ο ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ ΚΑΙ) ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Ήταν ακόμα πολύ νωρίς για να επιτύχη ο Δραγούμης τη γενική πολιτικοκοινωνική θεώρηση, να φτάση σε συμπεράσματα σαφή και να καθορίση τη μορφή της Ελληνικής Πολιτείας. Ατελής η πείρα του κι' ο πνευματικός του εφοδιασμός δεν παρουσίαζε πληρότητα. Παράλληλα τον πίεζεν η ανάγκη για σύντονη δράση και δεν έχανε ποτέ την παρουσία του συγκεκριμένου και αμέσου σκοπού του αγώνος, ώστε να απασχολήται ειδικώτερα με θεω­ρητικές αναζητήσεις.
Αλλ' ακριβώς η ανάγκη για τη σύντονη δράση προσέκρουε στην ανάγκη για τη διευκόλυνση της δράσεως, για την οργάνωση και την ανάπτυξη της. Κι' επήγασεν η πεποίθηση ότι με το αντιπροσωπευτικό σύστημα, το κοινο­βούλιο και τη δουλική προσήλωση στους τύπους, οι γεν­ναίες επιδιώξεις, οι μεγάλες πραγματοποιήσεις, είναι ανέφικτες.
Αντικρύζοντας τα εμπόδια και την αδράνεια ο Δραγούμης, αισθάνθηκεν ότι πρέπει να επιβληθή νέο σύστημα που να εξυπηρετή δίχως χρονοτριβή τις σκοπιμότητες, τις απαιτήσεις της τρέχουσας ώρας, και να μην αναχαιτίζον­ται οι ενέργειες, από καμμιά παρέμβαση αναρμόδιων και από κανένα γράμμα νεκρό.
— «Δεν συγχωρώ στον πατέρα μου το ότι προσκολ­λήθηκε στους συνταγματικούς τύπους».
Η Βουλή, η συνταγματική ορθοδοξία, η θεοποίηση των τύπων περιορίζουν την εθνική δραστηριότητα. Η όλη κοι­νοβουλευτική λειτουργία παρεμποδίζει την ανάπτυξη των πρωτοβουλιών. Έχει δημιουργηθεί ένας πολιτικός δασκα­λισμός, που δεν επιτρέπει την άμεση αντιμετώπιση των προβλημάτων. Η κοινοβουλευτική σχολαστικότητα απασχολείται με ζητήματα ακατανόητης ευθιξίας, με ζύγισμα δυνάμεων κομματικών και μέτρημα ψήφων. Αναφαίνεται, κάθε τόσο, η τυφλή θέληση των πολλών, για να εκμηδενίση μίαν απόφαση. Σπάνουν οι γενικές γραμμές της πολι­τικής, με το εναλλασσόμενο της κομματικής προσπάθειας.
Ο Δραγούμης έγινεν αντικοινοβουλευτικός στη Μακεδονία.
Αυτό που ζητεί να καταστρέψη, δεν ξέρει με τι μόνιμο και σταθερό να το αντικαταστήση, χαρακτηριστικό δε είναι το πως ταλαντεύεται απάνω στην εναγώνιά του έρευνα. Έχει πεισθεί ότι πρέπει να πέσουν οι φραγμοί, ότι δεν χρειάζεται να ζητήται. η γνώμη του πλήθους, σε προβλήματα που ξεπερνούν τη μάθηση του και την πείρα του, θέλει να ιδρυθή μια εταιρία στην Αθήνα με σκοπό «να βγάζη βουλευτές που να σκέφτονται αλλιώς από τους κοινούς (που να σκέφτονται για τη Μακεδονία)».
—«"Ας βγαίνουν βουλευτές, για να μην τύχη και θυμώση ο λαός αν του αφαιρέσουμε την ψήφο. Μα οι βουλευτές ας μην κοιτάζουν τα εθνικά ζητήματα. Ας κοιτάζουν τα επαρχιακά. Τα εθνικά τα κοιτάζουν εκεί­νοι που δεν έχουν να συλλογισθούν ούτε κοινοτικά, ούτε επαρχιακά".
Έτσι, από το 1903, ο Δραγούμης προσπαθεί να βρη έναν τύπο διακυβερνήσεως. Αρχική του σκέψη θα ήταν ν' αφαιρεθή από το λαό η ψήφος, που είναι άχρηστη και κάποτε τόσον επικίνδυνη. Αλλ' η αντικοινοβουλευτική του επαναστατικότητα δε φτάνει ίσαμε το σημείο ν' αποτολμήση καθαρά μια τέτοια δήλωση. Από την επίδραση τoυ περιβάλλοντος, κρατάει ακόμα ίσως κάτι από την πρόληψη των «λαϊκών ελευθεριών» και του φάνηκεν αρ­κετό να τις περιορίση στα έσχατα.
Ο λαός έχει ανάγκη να βρίσκεται σε απασχόληση. Οι εκλογές είναι οι μεγάλες γιορτές της δημοκρατίας, το Πάσχα της. Έχει συνηθίσει να βγάζη βουλευτές δικούς του εκλεκτούς, επαγγελματίες της πολιτικής για να τον εξυπηρετούν στα τοπικά και τα ατομικά ζητήματα. Κι' αν υπάρχει όμως τέτοια βουλή πρέπει να είναι ολότελα περιωρισμένη η αποστολή της. Ν' αποτελήται από πράκτορες επαρχιακούς, να μείνη στο φυσικό προορισμό της, να φτάνη ως εκεί που της επιτρέπουν οι δυνατότητες της, να μην είναι «σώμα κυρίαρχον», αλλ' άθροισμα αντιπροσώ­πων περιφερειακών και να μη δικαιούται να επεμβαίνη στον καθορισμό των μεγάλων κατευθύνσεων του Έθνους.
Από την πρώτη του εμφάνιση ο Δραγούμης εκδηλώ­νεται αντικοινοβουλευτικός. Αποκρούει το σύστημα και περιφρονεί την κοινοβουλευτική αριστοκρατία που βγάζουν στην επιφάνεια οι κάλπες.
Από την πρώτη του εμφάνιση εκδηλώνεται επίσης αντιδημοκρατικός, όχι μόνο διότι συγγενεύουν οι δυό έννοιες, όχι μόνον διότι δεν ανέχεται το ισοπέδωμα και ζητεί μια -διαφορετική τοποθέτηση και ικανοποίη­ση των αξιών, αλλά και διότι διαπιστώνει ότι ο λαός είναι αντιδημοκρατικός βαθύτατα. Αισθάνεται την ανάγκη της υποταγής σε ωρισμένα ξεχωριστά πρόσωπα, δεν παρα­δέχεται την έννοια της ισότητας, η επιβολή των ικανών γίνεται δίχως συζήτηση και παίρνει συχνά τις διαστάσεις μιας τυφλής προσωπολατρείας. 
Ο Έλλην βρίσκεται σε με­γαλύτερη άνεση μέσα σε μια κατάσταση πειθαρχίας, όταν καθοδηγείται από τους ικανούς και προτιμά να κινήται και να κατευθύνεται από πρόσωπα κι' όχι από ψυχρές ιδέες.
Όσο κι' αν η κοινοβουλευτική του αγωγή τον έκαμεν ευερέθιστο και φαινομενικά ανυπόταχτο, προτιμά να υποτάσσεται σε πρόσωπα Ισχυρά και να πιστεύη.
— «Στην εκκλησία της Αλεξανδρείας είχαν κλείσει, την πορτοπούλα που είναι στα κάγκελα και ο κόσμος σπρώχνονταν και ταράσσονταν. Ήρθε τρεχάτος ένας από μέσα και πήγε στην πορτοπούλα και την άνοιξε. Ο πρόξενος του είπε : — Τΐ κάνεις ;» Κι' εκείνος απήντησεν : 
— Ο πρόεδρος διέταξε».... Δηλαδή της κοινότη­τος ο πρόεδρος. Αυτός είναι ο Βασιλιάς, ο κοτζάμπα­σης ο προεστώς. Όλοι τον υπακούουν και δεν αντιλέγουν. Οι Έλληνες είμαστε ολιγαρχικοί κι' όχι δημοκρατικοί και όμως συχνά χανόμαστε από τα λόγια και δεν καταλαβαίνομε πως δεν είμαστε δημοκρατικοί. Ο πρόεδρος είναι ένας από μηχανής Θεός , είναι μια δύναμη ανώτερη , είναι μεγαλύτερος από τους άλλους ανθρώπους και δεν τον έβγαλεν η καθολική ψηφοφορία, αλλ' η αξία του".
Αντικοινοβουλευτικός, αντιδημοκρατικός, αντικομματικός ο Δραγούμης, κατανοεί από την πρώτη στιγμή, ότι οι θεσμοί και τα καθεστώτα δεν είναι σκοποί για τα Έθνη, άλλα μέσα και όπλα. Και διαισθάνεται ότι για την Ελλάδα χρειάζεται ένα καθεστώς καινούριο , πιο ελαστικό , πιο εξυπηρετικό των αναγκών της εποχής που να διευκολύνη τη δράση αντί να τη σταματά με τα μύρια εμπόδια. 

Στο Δεδέαγατς έχει τον καιρό να σκεφθή πλατύτερα. Μελετά τον κοινοβουλευτισμό όχι πια στενά μέσα στα ελ­ληνικά πλαίσια, άλλα σαν γενική αντίληψη του κόσμου. Μελετά τις επιδράσεις που μας έρχονται από τη Δύση, τις «νέες ιδέες» και βρίσκει ότι οι νέες ιδέες επιβουλεύονται το Έθνος περισσότερο από τους γύρω εχθρούς.
Φανερώθηκαν με τα κηρύγματα της γαλλικής Επα­ναστάσεως, απλώθηκαν με τη Δημοκρατία, αποτελούν το πνευματικό περιεχόμενο του «σύγχρονου πολιτισμού», του ρεπουμπλικανικού και σοσιαλιστικού. Και ο πολιτισμός αυτός μας έρχεται ύπουλος, μαλακός, καταπραϋντικός, γιο­μάτος χλιαρότητα, «με τη φιλανθρωπία του» με την αλλη­λοβοήθεια του, με τον κοινοβουλευτισμό του, με το ισοπέδωμά του και μας κάνει όλους τους ανθρώπους ίσους με τους μικρότερους».
Οι «νέες ιδέες» εξυπηρετούν την μετριότητα και τυποποιούν τον πολίτη στην άκρα νομιμοφροσύνη του. Καταρ­ρίπτουν την ισχυρή μονάδα, την αξία, ανεβάζουν το ανώ­νυμο πλήθος κι' αναγνωρίζουν την παντοδυναμίαν του Αριθμού. Παράλληλα απομονώνουν το άτομο και το στρέφουν κατά του συνόλου. Ιδιαίτερα, στην καμπή εκείνη της ιστορίας του Ελληνισμού, που το Έθνος είχεν ανάγκη από ένταση, ανάταση και ενότητα, ο Δραγού­μης κατανόησεν ότι πρέπει να χτυπηθούν οι νέες ιδέες, οι επίβουλες και χαυνωτικές, να πολεμηθούν οι επιδράσεις της Δημοκρατίας και του Σοσιαλισμού.
Δεν κατώρθωοε, βέβαια, να καθορίση για την Ελλάδα το κατάλληλο σύ­στημα, το ολοκληρωμένο, που να βασίζεται απάνω σε αρ­χές θεωρητικές και να ξεπερνά την εξυπηρέτηση των παρωδικών σκοπιμοτήτων. Έδωκε μόνον. ένα τύπο διακυβερνήσεως με Βουλή περιωρισμένης δικαιοδοσίας, Δεν κατέστρωσε τις βάσεις του νέου συστήματος, που έπρεπε ν' αντικαταστήση το παλιό. Περιωρίσθηκε, την εποχή εκείνη σ' έναν αγώνα για το ξέσπασμα των εθνικών δυνάμεων και την ανάδειξη των ισχυρών ατόμων, έναν αγώνα, που φαντάζει κάποτε σαν αυτοσκοπός. Κι' εκδηλώθηκεν ανεπιφύλακτα εχθρός του κοινοβουλευτισμού του δημοκρατικού πνεύματος και των κομμάτων. 
Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του γνώρισμα είναι ένας πληθωρισμός ζωτικότητας, μια ανάγκη δράσεως, άγρια θέληση, για ν' αναταράξη και ν' ανυψώση τον κοιμώμενο Ελληνισμό, η προσπάθεια του να χυθή, να διαλύση την ύπαρξή του μέσα στον Ελληνισμό, για να τον καλλιτερέψη και ν' αναβαπτισθή κι' ο ίδιος στην εθνική κολυμβήθρα να βγη καλλίτερος, υψωμένος, σ' ένα επίπεδο ανώτερης ζωής.
Αλλά και ο αποκλειστικός άνθρωπος της δράσεως, κινούμενος από ενστικτώδεις παρορμήσεις, δεν είναι. Εξακολουθητικά τον τυραννούν η εναγώνια σκέψη, ο προορισμός του, ο ατομικός του ρόλος, η οδύνη που έρχεται από την αδυναμία της αυτοϊκανοποιήσεως, η έννοια του χρόνου.
Κι' ή φράση του δε φτάνει ποτέ στην τελική μορφή, όπου βρίσκει την εύκολη λύτρωση του ο λογοτέχνης ασπαίρει, είναι δοχείο των κινήσεων της ψυχής του και των ορμών, είναι μια επέκταση δραστηριότητας.
Δεν παίρνει για σκοπό της ζωής του την τελειωμένη μορφή. Σκοπός της ζωής του, κύριος, βασικός, είναι ο πό­λεμος του υπερήφανου και Ισχυρού , που βδελυσσεται με όλες τις φρικιάσεις της επιδερμίδας του, κάθε τι μικρό και δόλιο. Που ζητεί κυριαρχώντας απάνω στο 'Έθνος, να μεταδώση σ' αυτό την ευγένεια και τη σκληρότητα.
Περισσότερο από κάθε εξήγηση χαρακτηρίζει τη στάση του Δραγούμη, τη θέση του και νοοτροπία του, κατά την αποστολική, μάλιστα, εκείνη περίοδο της ζωής του, η ακόλουθη περικοπή.
— «Η Μακεδονία είναι τόπος Αληθινής ζωής, όχι ψεύτικης, όπως αι Αθήναι. Οι Έλληνες, είτε αξιωματικοί, είτε άλλοι, που στην Αθήνα κοποοσκυλιάζουν.—-και κανένα κίνδυνο δεν έχουν από κανένα - πήγαν στη Μακεδονία να βοηθήσουν τους Μακεδόνες και βρέθηκαν ριγμένοι σε άλλον κόσμο, σε κόσμο επικίνδυνο, σε κόσμο αλύπητο, περιτριγυρισμένον από γκρεμούς, από βάραθρα, από τριβόλους και παγίδες, από Βουλγάρους, από στοιχειά και από αίματα, κόσμον ζωής αληθινής. Πρέπει ν' ακονίσουν το μυαλό τους. τα πόδια τους, τα χέ­ρια τους, να ξεσκουριάσουν τα όπλα τους, να είναι αδιά­κοπα ξυπνητοί και έτοιμοι για πόλεμο. Ειδεμή χάνονται, ειδεμή πεθαίνουν, από αλύπητο χέρι Βουλγάρων ή Τούρ­κων. Ο θάνατος είναι αλήθεια, δεν είναι λόγια, σαν τα γυμνάσια στα Παραπήγματα, τα γραφεία του υπουργείου των Στρατιωτικών και η πλατεία του Συντάγματος, με τα τραπεζάκια του Ζαχαράτου, Ζαβορίτη κ. λ. π. όπου κανείς δεν πεθαίνει παρά από συγκοπή. Οι αξιωματικοί αυτοί, oι ψεύτικοι άνθρωποι, έγιναν άνδρες αληθινοί, έγιναν αληθινοί άνθρωποι. Όσοι πήγαν στη Μακεδονία ελευθερώθηκαν από την ψευτιά, που φέρνει την παρα­λυσία και τη νάρκη».
Ο Δραγούμης εκίνησε το Έθνος, όσον ολίγοι, Ύστε­ρα από την ταπείνωση του 97 αισθάνθηκεν ότι είναι μόνος ανάμεσα σ' έναν κόσμον ηττημένων. Κινούμενος από την αλληλεγγύη τη φυλετική κι' από την υποχρέωση του δυνατού να επιβάλη τη θέληση του, είπεν εν τη καρδία αυτού, ότι το σκόρπιο και άβουλο πλήθος των ηττημένων, θα το μεταβάλη σε λαό νικητών.(Από το βιβλίο Ίων Δραγούμης ,σελ 13-18, Θεσσαλονίκη 1938)




Τρίτη 7 Νοεμβρίου 2017

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΔΡΑΓΟΥΜΗ ΓΙΑ ΤΗ ΦΥΛΗ

Ο Ίων Δραγούμης μελέτησε τα προβλήματα του Ελληνισμού με την προσεκτική διερεύνηση του διανοουμένου πολιτικού και αναδείχτηκε -πρόδρομος εκπληκτικός, σ' εποχή μάλιστα που το Έθνος, απροσανατόλιστο, αφώτιστο κι' ακαθοδήγητο, δε μπορούσε να δεχτή καμιά Ιδέα, έξω από την πρακτική του κοινοβουλευτισμού. Η ασχολία του δεν ήταν ψυχρά επιστημονική προσπάθεια για την ανακάλυψη της αλήθειας, αλλά μέριμνα για την ποικιλότροπη εξυπηρέτηση του Σκοπού. Ξέφυγεν έτσι, από τον τύπο του Έλληνος πολιτικού, όπως τον είχαν διαμορφώσει οι κομματικές ανάγκες και γενικά η κοινοβουλευτική νοοτροπία.
Ο Έλλην πολιτικός, φρόντιζε να είναι πνευματικά ησυχασμένος, σοβαρός μαζί κι' ευτράπελος, επιβλητικός και οικείος, μυκτηριστής των ιδεών, που δεν ημπορούν να έχουν άμεση εφαρμογή και πρακτική σκοπιμότητα, που δεν ημπορούν να ωφελήσουν στην κατάκτηση ή την κατακράτηση της εξουσίας.
Ο Έλλην πολιτικός δεν αγαπούσε την Τέχνη, δεν αγαπούσε τη σκέψη, φροντίζοντας να φαίνεται λογικός και ισορροπημένος σ' ένα κοινό που το έθελγεν η μεγαλοστομία και η τυπικότητα, σ' ένα κύκλο από παράγοντες καλοκαθισμένους στη βεβαιότητα που δυσπιστούν σε κάθε τι, το οποίον ημπορεί να φαντάζη σαν πνευματική ανησυχία, σε κάθε τι που δεν ανταποκρίνεται στην καθημερινή ανάγκη της αντιμετωπίσεως των αντιπάλων και της εξυπηρετήσεως του μοναδικού, του ύστατου σκοπού : Της εκλογής.
Η Πολιτική και η Τέχνη, βρίσκονταν σε διάσταση. Η πολιτική του κομματικού κράτους, δεν  ήτο δυνατόν να εννοήση την Τέχνη (και την Επιστήμη) σα μια από τις ωραιότερες εκδηλώσεις της ζωής. Ζητούσε ψηφοφόρους και όργανα. Ό,τι ξεπερνούσε τα όρια της ανάγκης της, ό,τι δεν ήταν σύμφωνο με τη νοοτροπία της, φαινόταν μάταιο και άχρηστο. Ακολουθούσαν δρόμους διαφορετικούς, διότι η πολιτική, πρακτικό επάγγελμα, κατέτεινε στην κολακεία του πλήθους, ενώ η Τέχνη, εργασία αριστοκρατική, κατέτεινε στην καλλιέργεια της πνευματικότητας και τη δημιουργία εκλεκτών ανθρώπων.
Η κοινοβουλευτική αριστοκρατία, αντιπνευματική και οχλική από προέλευση και από διαμόρφωση, δεν ημπορούσε να περιλάβη εντός της ένα πραγματικό διανοούμενο, που θα ήθελε να παραμένη ασυμβίβαστος και αναφομοίωτος.
Οι άνθρωποι των Γραμμάτων εμαρτύρησαν στην Ελλάδα. Αφημένοι στον εαυτό τους, ανυπεράσπιστοι, καταδιωκόμενοι, αγωνίσθηκαν μ' απελπισία, σ' ένα περιβάλλον στενό και αδιάφορο και κρατήθηκαν στο περιθώριο, βασανισμένοι, περιφρονημένοι, από τους ισχυρούς της ημέρας· που έπαιρναν την ιερή τους μανία σαν παιδαριώδη απασχόληση. Απροστάτευτοι, κατανικήθηκαν oι περισσότεροι από την αρρώστια και τη φτώχεια. Κι' αν υπάρχη στην Ελλάδα μια ηθική προσπάθεια, άξια να τιμηθή. είναι αυτή η προσπάθεια των εργατών της Τέχνης και της Επιστήμης, που δεν εφρόντισε να την αναγνωρίση η Ιστορία των νεωτέρων χρόνων. Σ' ένα τέτοιο περιβάλλον, ο Δραγούμης παρουσιάστηκε σαν πολιτικός — διανοούμενος και για τούτο έμεινε ίσα με το τέλος της ζωής του ξένος, ακατάληπτος από τους γύρω του, σα φαινόμενο. Αλλ' αφήκε το σπόρο και ο σπόρος βλάστησε πολύ αργότερα.
Ο Δραγούμης εμελέτησε το πρόβλημα της Φυλής. Το γεγονός ότι εμελέτησε το πρόβλημα τούτο σημαίνει ότι θέλησε να αισθανθή το Έθνος του βαθύτερα, οργανικώτερα, όχι μόνο σαν παράδοση και σαν αποτέλεσμα πολιτισμού, κοινής ιστορίας και επιδράσεως του φυσικού περιβάλλοντος, αλλά και σαν βιολογική ενότητα αδιάσπαστη, ξέχωρη από τους άλλους πολιτισμούς και από τις άλλες φυλές τού κόσμου.
Και είπεν ότι οι Έλληνες είναι «άπειροι τύποι». Ξεχωρίζουν αναμεταξύ τους, όχι μόνον από τη διαφορά του κλίματος και των τόπων, αλλά και διότι η σμίξη με άλλες Φυλές, δεν έγινε παντού, ούτε στην ίδια δόση, ούτε με την ίδια ξένη φυλή, ούτε στην ίδια εποχή. «Ακόμη δεν έγινε το ισοπέδωμα των διαφορετικών αυτών Ρωμιών κι' η αποκρυστάλλωση τους, σ' ένα τύπο, σε μια μορφή, σ' ένα καλούπι. Ούτε έλαχε ποτέ το αίμα καμιάς απ' αυτές τις φυλές, που χύθηκε ποτάμι μέσα στη μεγάλη μάζα της Ελληνικής φυλής, της χιλιοαναστατωμένης, να είναι τόσο δυνατό σε ποσό ή σε ποιό, που να κυβερνήση τα άλλα αίματά της».
Έτσι, η ράτσα η ελληνική, δεν είναι καθάρια ακόμη, δεν έχει σχηματισθή ολότελα, δεν έχουν κατακαθίσει όλα τα αίματα κι' οι κληρονομικότητες που χύθηκαν μέσα της, δεν έχει βγη ο μέσος όρος του χαρακτήρα της και του μυαλού της.
— «..Ακόμα γίνεται, ακόμα σχηματίζεται η Φυλή σας. Τί απελπίζεστε;... Μια μέρα θα γίνη καθάρια ή Φυλή σας, όταν κατασταλλάξουν σε στρώματα πειθαρχημένα ol κληρονομικότητες όλες που κληρονομήσατε και βγη ο μέσος όρος και τότε θα έχετε ασφαλίσει τις πόρτες στα ξένα αίματα και θα χαίρεστε ξεμοναχιασμένοι, περήφανοι, ξεχωριστοί, μέσα σ' έναν καινούργιο πολιτισμό, που θα δημιουργήσετε εσείς μοναχοί σας. Από την πρωτινή ελληνική ψυχή σας απόμειναν σημαντικά σημάδια στα σωθικά σας. Μα τί κι αν εχάσατε μερικά άλλα της στοιχεία; Μήπως δεν αποκτήσατε καινούργια και διαφορετικά; Την ψυχή την ανθρώπινη, την ελεύθερη, την πλατύτερα ελληνική, δεν την εχάσατε. Γιατί κλαίτε;..· Ανοίξτε τα μάτια σας».
Η Ελληνική φυλή υπάρχει. Ίσως καμιά άλλη φυλή δεν είναι τόσον ενιαία. Και αν άπειροι είναι οι ελληνικοί τύποι, οι ποικιλίες είναι ελληνικές. Τον μέσο τύπο του νέου Έλληνα, ή τουλάχιστον τον επικρατέστερο τύπο. τον βλέπει, τον διακρίνει ο ξένος, Η απέραντη αυτή ποικιλία του όμοιου Ελληνισμού, είναι και το θαύμα του. που τον εμφανίζει μεγάλον, όσο μια ήπειρος, είναι ο βασικός πλούτος, που θα θρέψη τον καινούργιο πολιτισμό του. Χρειάζεται μονάχα η αποκατάσταση μιας κάποιας Ισορροπίας, για να βρούμε, για να εκφράσουμε πιστά κι αληθινά τον εαυτό μας.
Σήμερα ο ελληνισμός δεν είναι σκόρπιος, όπως τότε που τον έβλεπεν ο Δραγούμης, ανάμεσα σε πυκνά πλήθη αλλοφύλων, έρμαιο των ισχυρών. Σήμερα γίνεται, κάτω από τον ελληνικό ουρανό, μέσα στα όρια της ελεύθερης πατρίδας, μια άλλη ενοποίηση του ελληνισμού και βγαίνει μια ράτσα πολύ πιο ομοιότυπη και στερεή, με τη συγχώνευση όλων εκείνων που ήρθαν από τον Καύκασο, τον Πόντο, την Ιωνία. Κλείστηκαν oι πόρτες στα ξένα αίματα. Οι παλιές κληρονομικότητες υπάρχουν μέσα μας, υπάρχει η παράδοση η συνενωτική, υπάρχουν η μνήμη και το θρησκευτικό συναίσθημα και το εθνικό ιδανικό. Δημιουργήθηκαν νέοι όροι, που συντελούν στο να γίνη η ελληνική φυλή ολοκάθαρη, όμοια, συνεκτική, με το ίδιο ψυχικό βάθος. Και δεν θα χρειασθή να περάσουν χρόνια πολλά για να πραγματοποιηθή η αφομοίωση των Ελλήνων από τους Έλληνες.
Ο Ελληνισμός είναι μια φυλή ξεχωριστή, που δεν σχετίζεται με καμιάν άλλη. Δε μπορεί να τοποθετηθή σε καμιά, μεγάλη οικογένεια. Δε συγγενεύει με τους σλαύους, με τους γερμανούς, με τα «λατινικά» Έθνη. Φυλή μοναδική, με ιδιαίτερο πνεύμα, συνέρχεται σιγά-σιγά από το λήθαργο της δουλείας και το σάλο των περιπετειών, ενώνεται από τη Μοίρα και από το ένστικτο, πειθαρχείται για να στερέωση την ενότητα και να ολοκληρώση την αφομοίωση και αισθάνεται από τώρα να σκιρτούν μέσα της κρυφές δυνάμεις και να σαλεύουν τα σπέρματα, που ετοιμάζουν την καινούργια Αναγέννηση.
(Ωρολογάς Πέτρος: Ιων Δραγούμης. Θεσσαλονίκη 1938)

Κυριακή 29 Απριλίου 2012

Δ. Π. ΤΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ: "ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΚΑΙ ΗΡΩΩΝ ΑΙΜΑ" (Κριτική)


Στα 1907 έπεσε σαν μπόμπα ξαφνικό ένα περίεργο βιβλίο : «Ί δ α ς. Ηρώων και Μαρτύρων αίμα». Βαγγέλιο μακεδόνικο το χαραχτηρίσανε τότε το βιβλίο, μα κι ο χαρακτηρισμός αυτός, όσο βαρύς κι αν είναι, τίποτα δεν λέει. Το πρώτο βιβλίο του Ίδα, που τού­τες τις μέρες ξαναβγήκε και σε δεύτερη έκδοση, μπο­ρεί νάναι και Βαγγέλιο, μα είναι και έργο λογοτε­χνικό πρώτης σειράς. Μερικά του κεφάλαια: «Αγνή», «Ο θάνατος του παλληκαριού», «Ανάγκη» κτλ. ξαφνίζουνε με την πρωτοτυπία τους και θέλγουνε με τo απέριττο γράψιμο τους. Δε ζητάει να συγκινήσει ο 'Ιδας. Συγκινιέται και τη συγκίνηση του την μετα­δίδει και στον αναγνώστη του ' απογοητεύεται και σου σταλάζει στην ψυχή την απογοήτεψη'  ελπίζει και σου αναφτερώνει την ψυχή. Να, το μυστικό του το μέγα' Καταφέρνει ό,τι κ' ένας αληθινός ποιητής,  Το «Ηρώων και Μαρτύρων Αίμα »  τόζησε πριν το γράψει. Το Νοέβρη του 1902 πρωτοπήγε στο Μοναστήρι, όπου έμεινε πάνου από ένα χρόνο, κι από κει πήγε στις Σέρρες και στην Καβάλλα. Το καλοκαίρι και το χυνοπωρο του 1904 τα πέρασε στον Πύργο της Βουλγαρίας και στη Φιλιππούπολη. Και στα 1907 έβγαλε το βιβλίο του. Έτσι, τη Μακεδονία, πούναι και ιδιαίτερη πατρίδα του, τη γνώρισε καλά και την πόνεσε, γνώρισε και τους Βουλγάρους από κοντά και τους μελέτησε, είταν κι αδερφός του Παύ­λου Μελά, του παλληκαριού  «που σκοτώθηκε ένα βράδυ το φθινόπωρο τοϋ 1904» — αρκετά όλ' αυτά για να γράψει το πρώτο του βιβλίο με τόσο αίστημα και με τόση αγανάχτηση και με τόση ελπίδα. 

Το αίμα του παλληκαριού δε χύθηκε στα χαμένα, ούτε το βιβλίο του Ίδα έμεινε ανικανοποίητο. Ύστερ'  από πέντε χρόνια, στα 1912, η Μακεδονία λευτερω­νότανε, κι ο Ίδας, δεκανέας της εθνοφρουράς, αποσπασμένος στο Γενικό Στρατηγείο, όπου ο Διάδοχος, τον έκαμε πολιτικόν του σύμβουλο, σύνταξε το πρωτόκολλο της παράδοσης και σήκωσε, με τα χέρια του, γιά πρώτη φορά, την Ελληνική σημαία στη Μητρόπολη της λευτερωμένης πια Θεσσαλονίκης.