Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΑΠΩΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΑΠΩΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2012

ΤΑΚΑΣΙ ΝΑΓΚΑΪ : ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ ΤΟΥ ΝΑΓΚΑΣΑΚΙ

Ο ΣΤΑΘΜΟΣ ΒΟΗΘΕΙΑΣ ΤΟΥ ΜΙΤΣΟΓΙΑΜΑ
Στα βορινά του Ναγκασάκι, υψώνουνε περήφανα στον ουρανό τις ψηλές τους κορφές ένα σύμπλεγμα από βουνά καταπράσινα. Η γεωγραφία τα ονομάζει Κουραντάκι, αλλά οι κάτοικοι της περιοχής συνηθίσαμε να τα λένε πιο απλά Μιτσουγιάμα (τα τρία βουνά). Μέσα στη κοιλάδα, πέρ' από τις κορφές, τρέχει μια μεταλλική πηγή, γνωστή απ' την αρχαιότητα ως βάλσαμο για τα εγκαύματα. Αυτή η πηγή τραβούσε πολλούς άρρωστους, και χτίστηκε κει, είκοσι χρόνια τώρα, ένα ξενοδοχείο για να τους υποδέχεται. Σκεφτήκαμε λοιπόν ότι το νερό αυτό θάτανε το καταλληλότερο μέσον για να βοηθήσουμε τις χιλιάδες των τραυματισμένων από εγκαύματα, κι' εγκαταστήσαμε κει κοντά στη Κόμπα ένα σταθμό.
Στις 12 Αυγούστου κουβαλώντας μαζί τα κόκκαλα των νεκρών μας, εγκαταλείψαμε το Ουρακάμι για τη Κόμπα. Αφήναμε πίσω μας ένα τόπο κατεστραμμένο κι' ολόγυμνο με μόνο κάλυμά του τη στάχτη. Μπαίναμε δω που μας τριγύριζαν πράσινα δέντρα και φυλλώματα. Η δροσερή αύρα των βουνών, έδωσε καινούρια δύναμη στα σώματα μας και ζωήρεψε το πνεύμα μας. Από καιρό σε καιρό στεκόμαστε κι' αναπνέαμε βαθιά για να καθαρίσουμε τα πλεμόνια μας από τη σκόνη και τη μπόχα που τόχε πλημμυρίσει η οσμή των πτωμάτων που κάψαμε. Κάθε πνοή ήτανε και νέα ζωή.
Στο Φουζινό-ο, περιοχή του Κόμπα, νοικιάσαμε ένα σπίτι για να το μεταβάλουμε σε σταθμό. Μα πριν απ' όλα, πήγαμε μέσα στο δάσος που απλωνότανε μπροστά σ' αυτό το κτίριο, όπου ένα μικρό ποταμάκι έτρεχε καθαρό και δροσερό νερό. Παρατώντας τα ρούχα μας πάνω στα βράχια, ξαπλωθήκαμε μέσα στο νερό: το ρεματάκι ήτανε το στρώμα μας και οι πέτρες μαξιλάρια. Κυττάζοντας από κάτω προς τα πάνω, τα πλάγια φαίνονταν απότομα και τα δένδρα μας ρίχνανε τη σκιά των μεγάλων τους κλαριών... Τα τζιτζίκια κτυπούσανε τη καλοκαιρινή τους συμφωνία και, στη λουρίδα του γαλανού ουρανού που φαινόταν πάνω από τα κεφάλια μας, πλανιώνταν τεμπέλικα αχνά λευκά σύννεφα. Τι ωραία πούναι η ζωή, σκέφτηκα, θυμήθηκα ένα ποίημα πούχα ο ίδιος συνθέσει, στο μέτωπο: σήμερα είμαι ακόμα ζωντανός' κι' όσο ζω τόσο πολυτιμότερη είναι η ζωή.,. Πόσες φορές τις επανέλαβα αυτές τις φράσεις...
Καθώς σκουπιζόμουνα, ανακάλυψα με έκπληξη ότι όλη η δεξιά μου πλευρά ήτανε γιομάτη από μικρά αναρίθμητα κοψίματα που μούχαν κάνει τα τζάμια με την έκρηξη' τώρα τα αισθανόμουνα κι' όλα με πονούσαν. Έπλυνα τα ματωμένα μου ρούχα, και περιμένοντας να στεγνώσουνε, πήγα να κοιμηθώ κατ' από ένα δένδρο. Ήτανε η πρώτη φορά μετά την έκρηξη πούκανα τέτοιον ύπνο. Όταν ξύπνησα, είδα όλες τις νοσοκόμες κοιμισμένες. Πόσο είχανε κουραστεί οι καϋμένες...
Το βράδυ, από σπίτι σε σπίτι, επισκευθήκαμε τους άρρωστους. Πρώτα πήγαμε στον Οκαμουρασάν, διοικητή στη Κόμπα, και τον βρήκαμε ξαπλωμένο στο κρεββάτι και σε κακά χάλια. Μας είπε ότι του ήτανε δύσκολο να ξέρει πόσοι ήτανε σε κάθε σπίτι. Πράγματι, όταν μπήκαμε στο σπίτι του Τουκαμίζαν, μεγαλοκτηματία στη περιοχή, η γυναίκα του μας βεβαίωσε πως θάτανε περισσότεροι από εκατό εκείνοι που έχουνε καταφύγει στο σπίτι τους. Είχε μπροστά της μια σειρά κολοκύθια και τάκοβε φέτες σκουπίζοντας κάθε τόσο το πρόσωπο της που έτρεχε αυλάκι ο ιδρώτας. Πολλά θύματα, και προπαντός καλόγηροι βουδιστές από το μοναστήρι του Ζουνσέν, ήτανε ξαπλωμένοι κάτ' από κουνουπιέρες. Πεθαίνανε αράδα κι' ο γεωργός έβγαινε κάθε τόσο ν' ανοίξει καινούριους λάκκους. Οι τραυματισμένοι είχανε κουβαληθεί όπως τους αφήσαμε στο Ουρακάμι. Κανείς δεν είχε αγκίξει τις πληγές τους που ήτανε ακόμα δεμένες με τα πρόχειρα πανιά εκείνης της στιγμής. Γι' αυτό πολλές πληγές είχανε πιάσει πύο κι όταν έβγαζες τον επίδεσμο, τρέχανε κι' αφήναμε μια οσμή ανυπόφορη. Όταν καθαρίζαμε τις πληγές, βγάζαμε από μέσα κομάτια γυαλιά, ξύλα και χαλίκια από το μπετόν. Πλέναμε τις πληγές, αδιαφορώντας για τους πόνους των πληγωμένων, αλλά καθαρά κι' αποτελεσματικά με κριεζότο. Μ' όλο ότι η περίσταση μας είχε κάνει όλους σκληρούς και απαθείς, δε καταφέρναμε να συγκρατήσουμε τα ρίγη που διέτρεχαν τη ραχοκοκκαλιά μας, στη θέα αυτής της φρίκης.Πόσο δύσκολη ήτανε η δουλειά, όταν σκεφτεί κανείς, ότι ο καθένας απ' αυτούς τους ανθρώπους είχε δέκα κ' είκοσι πληγές. Και χρειαζότανε να τους βασανίζεις πολύ ώρα για να τους πλύνεις, να τους καθαρίσεις, να τους ράψεις, να τους δέσεις και να τους ξαπλώσεις όλους αυτούς τους δυστυχισμένους. Το ρεκόρ τόχε ένας με εκατόν δέκα πληγές!...Τα εγκαύματα επίσης πολύ σοβαρά. Τα χέρια το στήθος και το πρόσωπο ήτανε τα κυριότερα μέρη πούχανε πλήξει. Αποσπούσαμε ολόκληρα κομμάτια δέρματος που αφήναν να φαίνεται η κόκκινη και ζωντανή σάρκα. Τα πρόσωπα ήτανε πρησμένα τερατωδώς και κλείνανε το στόμα που δεν μπορούσε πια ν' αρθρώσει λέξη. Τα εγκαύματα που, σύμφωνα με τις οδηγίες, είχαν επαλειφθεί με λάδι, παρουσιάζανε κατάσταση κάπως παρήγορη, μα στις περισσότερες περιπτώσεις ήτανε φοβερές. Τους απολυμάναμε και συστήσαμε στους τραυματίες να βάζουνε κομπρέσες βουτηγμένες στο νερό της πηγής.
Από το ένα σπίτι στ' άλλο, μέσα στα χωράφια, οι κουνουπιέρες μας δείχνανε που θα βρίσκαμε τα θύματα που θάχανε την ανάγκη μας, και προχωρούσαμε πάντα με καινούργιο θάρρος.
Στις δέκα το βράδυ είχαμε τελειώσει με το χωριό Ίνουτσούζι και μπαίναμε στο Φουζιμό · ο από τα μονοπάτια του βουνού, προσέχοντας τις οχιές πού κάθε τόσο μας ξαφνιάζανε με το πέρασμα τους, Η δροσιά κάλυπτε τη χλόη και τα ζουζούνια θροούσαν μέσα στις λόχμες. Στον ουρανό η Μεγάλη Άρκτος είχε εξαφανιστεί και ο Σκορπιός απλωνότανε πάνω από το Τρία Βουνά.
Την περασμένη νύχτα, η λάμψη του Πολικού, μέσα από το καταφύγιο, κι' ανάμεσα απ' τα ερείπια, μου φαινότανε σα μια σταγόνα αίμα. Τώρα που τον κοιτούσα οπό το βάθος της ήσυχης κοιλάδας, έμοιαζε να με χαιρετάει φιλικά. Κανένας δε μίλαγε. Καθώς περνούσα κείνα τα μονοπάτια, αισθανόμουνα να με συνοδεύουνε όλα τ' αγαπημένα πρόσωπα πού δεν ύπάρχανε πιά καθώς και κείνα πού βρισκόταν γύρω μου. Σήκωσα πάλι τα μάτια μου κατά τον ουρανό, αναζητώντας στον ορίζοντα τον αστερισμό της Παρθένου. "Ήθελα να γιομίσω τα μάτια μου με το γαλάζιο φως του πουμίαζε με τα πρόσωπα των αδελφών νοσοκόμων που δε θα ξανάβλεπα πια,
Η δέκατη τρίτη τ' Αυγούστου ήρθε ολοκάθαρη και ζεστή, Αφού πλυθήκαμε μέσα στο ποταμάκι, κατεβήκαμε στη Ρουκουμάϊτα με την πρόθεση να επισκεφθούμε τους αρρώστους αυτού του χωρίου, καθώς και του Τοπομυζού, Ακαμιζού και Οντορίζι. Ήταν ένας γύρος οκτώ χιλιόμετρα κι΄ελπίζαμε να τελειώσουμε με τη Ροκουμάϊτα, πριν το πρόγευμα .Εκεί βρήκαμε πολύ περισσότερους τραυματίες απ' ότι φανταζόμαστε, και το νέο του ερχομού μας συγκέντρωσε κι' άλλους απ΄αλλού κι΄έτσι δεν καταφέραμε να τελειώσουμε πριν από τις δέκα .
Μας είχαν ετοιμάσει όμως πρόγευμα στο σπίτι του γεωργού Ματσουσίτα, και δοκιμάσαμε αληθινή κατάπληξη, όταν, αφού πλύναμε τα χέρια μας μπήκαμε μέσα. Καθισμένος πάνω στο πάτωμα μ' ένα πιάτο γιομάτο ρύζι αχνιστό, σκεύτηκα ακόμα μια φορά, τι ωραία νασ' ακόμα ζωντανός! Τα δάκρυα γιομίζανε τα μάτια μου.
Φάτε όσο θέλετε , μας είπε συμπαθητικά ο ξενοδόχος μας. Όλα τα χωριά σας χρειάζονται , πώς να σας αφήσουμε νηστικούς; Φάτε να κρατηθείτε μέχρι το βράδυ...Δεν περιμέναμε να μας το ξαναπούνε κι' αφού χορτάσαμε πήραμε πάλι τη πορεία μας....
Τελειώναμε με το Αναμιζού, όταν ακούσαμε ένα τρομαχτικό θόρυβο μηχανής.Γρήγορα σωριαστήκαμε ο ένας πάνω στον άλλο στη σκιά ενός βράχου.Μια ατομική βόμβα ακόμα και όλα θα τελείωναν, αλλά ευχόμουνα να μη γίνει. Τις συνηθισμένες βόμβες και τα μυδράλια τα γνωρίζαμε καλά, και με λίγη φρόνηση, μπορούσαμε να τα διαφύγουμε. Αλλά με την ατομική έκρηξη ήτανε διαφορετικά, γιατί δεν ήξερες ούτε πότε θάρθει, ούτε και πως θα φυλαχτείς...Τι το εκπληκτικό λοιπόν αν αισθανόμαστε εκνευρισμένοι και τρέμοντες;
Τελικά o θόρυβος έσβησε, και μεις ξαναπήραμε το δρόμο μας αποφεύγοντας τον κεντρικό δρόμο προσέχοντας ακόμα και τις μαύρες σκιές μας να κινούνται πάνω στη λευκή του επιφάνεια. Δεν είχαμε πια ούτε σπίτια, ούτε περιουσία, ούτε οικογένεια. Βαδίζαμε από χωριό σέ χωριό με τα ίδια πράγματα που ξεκινήσαμε μέσ' από τα ερείπια. Ποιός θα μπορούσε, μέσα σε τούτη την αθλιότητα που μας τύλιγε, να πει, ότι είμαστε μια ομάδα γιατρών, καθηγητών, βοηθών και φοιτητών της Ιατρικής Σχολής;
Μερικοί ήτανε με κεφάλια δεμένα, και μεσ' από τους επίδεσμους έσταζε φρέσκο χλιαρό αίμα άλλοι κουτσαίνανε, γιατί η μεγάλη πληγή πούχανε στο πόδι τους πονούσε φοβερά' άλλοι, χτυπημένοι στο στήθος, αναπνέανε με κόπο. Αυτοί, οι τελευταίοι, είχανε γίνει σταχτοπράσινοι, γιατί η ραδιενέργεια τους είχε δηλητηριάσει το αίμα' κι' άλλοι σκοντάφτανε σε κάθε βήμα, γιατί είχανε χάσει τα ματογυάλια τους....
Μα προχωρούσαμε, προχωρούσαμε στηριγμένοι σε μπαστούνια ή στον ώμο του διπλανού δίνοντας χέρι ο ένας στον άλλον, όλο και προχωρούσαμε αδελφικά, ενωμένοι. Οι μεν φορούσανε στα πόδια τους ξεσχισμένα παπούτσια, άλλοι παντούφλες ή ξύλινα κατσάρια και κάποιος μπότες λαστιχένιες. Το ξεραμένο αίμα σκέπαζε τα λαναρισμένα παντελόνια και τα κουρελιασμένα πουκάμια Μερικοί προστατεύανε τα κεφάλια τους από τον ήλιο με μια πετσέτα ή ένα μαντήλι, κ.' άλλοι φοράγανε κράνη. Στις πλάτες και τα κεφάλια μας είχαμε ρίξει χόρτο να μοιάζουμε με τη γη γύρο για να ξεγελάμε τ' αεροπλάνα.
— Ωραίο πορτραίτο κάνουμε όλοι μαζί, γέλασε ο Χόρο.
Μοιάζαμε πραγματικά σα στράτευμα σε υποχώρηση. Μέναμε όμως πιστοί στο καθήκον που μας επέβαλε η στιγμή. Κατ' απ' τον καταθληπτικό ήλιο, με το φόβο των αεροπλάνων που κάθε τόσο περνούσανε πάνω από τα κεφάλια μας, εμείς προχωρούσαμε ψάχνοντας για πληγωμένους, σπρωγμένοι από επαγγελματικό ενθουσιασμό, Να βοηθήσουμε τον κόσμο έπρεπε όσο το δυνατόν καλύτερα. Γιατί μέναμε πάντα στο Κολέγιο Ιατρικής! Αλλά κοντά σ' αυτό έπρεπε ν' ανακαλύψουμε και την αλήθεια : να που μας προσφερόταν ένα πεδίο παρατηρήσεων απόλυτα καινούργιο. Να το παραμελήσεις, δεν ήτανε μόνο σκληρότατα έναντι των ανθρώπων, αλλά και έγκλημα κατά της Επιστήμης.
Άρχισα να αισθάνομαι τα συμπτώματα της ατομικής αρρώστειας, Ήξερα πως με τους πόνους και την εξάντληση, γρήγορα θα πέθαινα ή το λιγότερο θ' αρρώσταινα βαρειά. Όργανα πειραματικά δεν είχαμε μ' αφού δεν είχαμε ούτε χαρτί και μολύβι. Μερικά νυστέρια, τανάλιες και βελόνες και μερικές γάζες, ήτανε τα μόνα γιατρικά που κουβαλούσαμε μέσα στους σάκκους προμηθειών. Είχαμε όμως τα κεφάλια μας, τα μάτια μας, τα χέρια μας και τη θέληση κάτι να κάνουμε.
—Αεροπλάνα ! Όλοι κάτω !
Πέφτομε χάμω μέσα στο σκονισμένο χορτάρι. Τα μερμήγκια ανεβαίνανε και περπατούσανε στο πρόσωπό μας...
-Φύγανε! Σηκωθείτε!

Σηκωνόμαστε και βαδίζαμε βιαστικά  μέσα στο λιοπύρι.
-Άλλο αεροπλάνο ! Καταδιωκτικό! Όλοι κατ' από τα βράχια! Τρέξετε.
-Προσέξετε τα μπουκάλια με τα φάρμακα! Είναι τα τελευταία μας.
Να φυλάγεσαι από τ΄αεροπλάνα , να τρέχεις για να κερδίσης το χαμένο σου καιρό , έπειτα να ξαπλώνεσαι εξαντλημένος κάτ' απ' τα δένδρα, να κυττάζεις το ρολόι σου και να ξαναξεκινάς , έκπληκτος για την ώρα που πέρασε γρήγορα ...έτσι πέρασε εκείνη η ημέρα. Ο κύκλος μας πήρε  πολύ περισσότερα απ ότι είχαμε προβλέψει. Τα πόδια μας βασανίζανε  σε κάθε βήμα,και το βράδυ μας βρήκε φυσικά, και ηθικά εξουθενωμένους.
Οι πάσχοντες ήτανε πέντε φορές περισσότεροι απ' όσο υπολογίζαμε κάθε σπίτι είχε και τους δικούς του. Πολλοί ήτανε τελείως άγνωστοι γι' αυτούς που τους είχανε παραχωρήσει στέγη. Αλλά καθώς πέφτανε από τα πόδια τους μπροστά τους, ανίκανοι να κινηθούνε, τους βοηθούσανε όσο μπορούσανε περισσότερο, βρήκαμε πολλούς μέσα στα δασύλλια, στα πεζοδρόμια, και σε λίγο δεν είχαμε πια επιδέσμους. Η προϊσταμένη και  η Τσουμπακιγιάμα, αναγκαστήκανε να κάνουνε το δρόμο πίσω στο Κολέγιο, με τη γλώσσα έξω από την κούραση και τη ζέστη για να μας φέρουν προμήθειες. Την ώρα . που φεύγανε, τους είπαμε μισοσοβαρά : Αν πέσει μια βόμβα ακόμα στο Ναγκασάκι, με ποιόν θα μας στείλετε, κορίτσια, τους επιδέσμους!..

Αλλά το βράδυ ήρθε' και μαζί μ' αυτό καί κείνες, ζωηρές, χαρούμενες, και με τους σάκκους γιομάτους. Μαζί τους ερχότανε και η νοσοκόμα Ουασί. Το πρωΐ της ενάτης Αυγούστου, πριν γίνει η έκκρηξη, μαθαίνοντας πως ο αδελφός της σκοτώθηκε στη μάχη, έφυγε για τό σπίτι. Την άλλη μέρα,  όταν πληροφορήθηκε τήν καταστροφή του Κολεγίου, πήρε το τραίνο, βιαστικά κι έκανε το δεκάωρο ταξ'ιδι από τη Κέτα Ματσουούρα, για να προσφέρει τις υπηρεσίες της.

-Ήθελα τουλάχιστον να βρω τα λείψανα σας, μας είπε κλαίγοντας. Ο ερχομός αυτού του νεαρού, δυνατού κι' ενεργητικού κοριτσιού μας ανακούφισε. Στις δέκα το βράδυ είχαμε τελειώσει πια και μπορούσαμε να γυρίσουμε στο Φουζινό-ο . Γύρω απ' τη φωτιά που βράζανε οι πατάτες και τα κολοκύθια, πιάσαμε τη συζήτηση για τα συμπτώματα της ατομικής αρρώστειας. Διαταραχές στο χωνευτικό σύστημα είχανε εκδηλωθεί τώρα. Πυώδη εξανθήματα στο στόμα, στοματίτιδα... Ρίχνοντας ξύλα στις φλόγες κι' επιχειρήματα στη κουβέντα, βρεθήκαμε γρήγορα μπροστά σε μια σούπα αχνιστή καί προκλητική.
14 Αυγούστου 1945.Εκείνη την ημέρα, σ' ακτίνα εννιά χιλιομέτρων, είχαμε να επισκεφτούμε τέσσερα χωριά : το Αζεμπέτο, το Καβαντόκο, τη Τοπίτα και το Κοτάνι. Ο δρόμος περνούμε μεσ' από βουνά και πλαγιές. Που και που βλέπαμε κανένα μοναχικό σπίτι στη κορφή ενός βουνού και διστάζαμε να σκαρφαλώσουμε κει πάνω. Αλλά με τη σκέψη πως κάποιος μπορούσε να μας περιμένει, ή ότι κάποια άλλη περίπτωση μπορούσε να μας παρουσιαστεί, κρατούσαμε δυνατά τα μπαστούνια μας, και σιγά - σιγά, νικούσαμε τον γκρεμό.
Οι οικογένειες, μας υποδέχονταν με χαρά κι' ευγνωμοσύνη. Οι άρρωστοι αισθανόντουσαν καλύτερα μόλις φθάνανε οι γιατροί και λύνανε μόνοι τους τα δεσίματα, Συχνά ακούγαμε στη κουζίνα να κόβουνε αγγούρια' οί νοικοκυραίοι τοιμάζανε το τσάι. ..
Το βράδυ μας βρήκε πεθαμένους από πείνα, κούραση και πόνο. Γυρνούσαμε δυο · δυό, πιασμένοι από τα χέρια και σιωπηλοί, ενώ το φεγγάρι έλαμπε στον ουρανό.
—Η μέρα τέλειωσε, αλλά, ο δρόμος είναι πολύ μακρύς ακόμα, μουρμούρισε ο καθηγητής Σεΐκι ... Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, ένοιωσα ένα μούδιασμα οτο δεξί πόδι και σωριάστηκα κατά γης, κ' οι άλλοι τρέχανε να με περιμαζέψουνε . . .
Το φεγγάρι εξαφανίστηκε και μας τύλιξε το σκοτάδι.. Δε βλέπαμε καθόλου και για το Φουζινό-ο θέλαμε ακόμα, τρία χιλιόμετρα... 'Υστερ' από μισή ώρα ,τα νεύρα του ποδιού μου αμολύσανε κάπως, και στηριγμένος στον ώμο της Μικρής καλαμιάς, κατάφερα να περπατήσω. Μά δεν είχαμε κάμει ένα χιλιόμετρο, καί τώρα ήταν εκείνη που έπεσε στα πόδια μου λιπόθυμη. Το Μικρό Βαρελάκι και η Ουασί, τρέξανε και την πήρανε στην αγκαλιά τους, κι' εγώ στηρίχτηκα στο Χόρο.
Τελικά, φτάσαμε στο σπίτι του Τακαμισάν, όπου κάναμε στάση. Η κυρία του σπιτιού, περίλυπη που μας είδε νάμαστε στο δρόμο τέτοια ώρα, βιάστηκε να μας τοιμάση μια σούπα' ήμαστε πολύ πεινασμένοι για να κάνουμε πως δε θέλαμε. Καταβροχθίζαμε το ρίζι, τα κολοκύθια,, τις πατάτες και τα δαμάσκηνα, με τόση λαιμαργία, που μοιάζαμε σαν πειναλέοι σκύλοι.
15 Αυγούστου 1945.Για να γιορτάσουμε τη Κοίμηση της Θεοτόκου, παρακολουθήσαμε τη λειτουργία στην εκκλησία του Κόμπα, Πολλές φορές, τ' αεροπλάνα, διακόψανε τη τελετή, κι' ο Πάτερ Σιμιζού, κατέφευγε, με την άγια κοινωνία στα χέρια, στο καταφύγιο που ήτανε ανοιγμένο στό πίσω μέρος του ναού.
Όταν σχόλασε η εκκλησία, ξαναρχίσαμε την επίσκέψη των αρρώστων του Ινουτσούζι. Ο θάνατος εξακολουθούσε να κάνει θραύση ' ανάμεσα στους πάσχοντες εκδηλωνόντουσαν νέες περιπτώσεις. Η κατάσταση γινότανε ακόμα τραγικώτερη, γιατί και οι δικές μας δυνάμεις άρχισαν να εξαντλούνται, θα μπορούσαμε ίσως να υποστηρίξουμε, ότι στα δικά μας κορμιά είχανε εκδηλωθεί οι πιό σοβαρές κι' επικίνδυνες περιπτώσεις. Οι άλλοι, τουλάχιστον, μπορούσανε να παραπονούνται και να λένε καθαρά εκείνο που αισθανόντουσαν, αλλά εμείς, για να δώσουμε μιαν απάντηση, έπρεπε να σκεφθούμε πολύ...
Είναι ο πόλεμος' δε μπορούμε να υποχωρήσουμε, σκεπτόμαστε. Ο Χόρο, που είχε φύγει το πρωί για να φέρει τρόφιμα, τα οποία θα του παραχωρούσε η γενική διεύθυνση του Κολεγίου, γύρισε το βράδυ, και μας φάνηκε πολύ συγκινημένος. Το σακκί το ρύζι, το πακέτο τ' αλεύρι, τα φασόλια και οι κονσέρβες που μας έφερε, τα δεχτήκαμε με χαρά, αλλά τα νέα!..
— Φαίνεται πως ο πόλεμος τέλειωσε, είπε.

— Τέλειωσε ; Και πώς τέλειωσε;
— Παράδωση χωρίς όρους. Οι συμφωνίες του Πότσδαμ, έγιναν πλήρως αποδεκτές.
Έπεσε βαρειά σιωπή, που τη διέσπασα εγώ :
— Δεν είναι δυνατόν, είπα.
Η πόλη είναι άνω κάτω. Άλλοι το βεβαιώνουν κι' άλλοι το αρνούνται. Μεταδόθηκε μια ειδική εκπομπή το μεσημέρι. Δεν ήτανε εύκολο να την ακούσης καθαρά... αλλά η λέξη «Εμείς», έκφραση που μόνο ο Αυτοκράτορας εχει δικαίωμα να τη χρησιμοποιήσει, ακούστηκε πολλές φορές, και πολλοί πιστεύουνε, ότι μιλούσε ο ίδιος. Απ' εναντίας όμως' oι χωροφύλακες, περιέρχονταν τη πόλη πάνω σε φορτηγά αυτοκίνητα και φώναζαν, ότι όλ' αυτά δεν είναι παρά εχθρική προπαγάνδα και πως δε πρέπει να πιστεύουμε τίποτα. Ουρλιάζανε : θα πολεμήσουμε μέχρι το τέλος, πάνω στο ίδιο μας το έδαφος αν χρειαστεί, κι, άλλα τέτοια. Κανένας δεν είναι βέβαιος ποιά είναι η αλήθεια. Μερικοί που τολμήσανε να πούνε πως ο πόλεμος τέλειωσε πια, ξυλοκοπηθήκανε.
H σιωπή ξανάπεσε πένθιμη. Ναταν αλήθεια ; Όχι, δε μπορούσε νάταν αλήθεια ! Μιά ψεύτικη διάδοση πάρα - πάνω !... Όμως μπορεί ! Τί το παράξενο ; Το κεφάλι μου πονούσε από το βομβαρδισμό των ερωτημάτων που το ίδιο γεννούσε. Πάλι ήρθανε οι δέκα το βράδυ καί η δουλειά μας τέλειωσε, αλλά το δείπνο, μ' 'ολο που ήτανε πλούσιο με τις κονσέρβες του Χόρο, μας φάνηκε άνοστο.


Πέμπτη 9 Αυγούστου 2012

ΤΑΚΑΣΙ ΝΑΓΚΑΪ: ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ ΤΟΥ ΝΑΓΚΑΣΑΚΙ

Η ΒΟΜΒΑ
Ο Τσουκιμότο είχε πάει να κόψει χορτάρι στη κορφή του λόφου Καβαμπίρα. Από κει, μπορούσε να βλέπει τη συνοικία του Ουρακάμι στο Ναγκασάκι που άπεχε τρία χιλιόμετρα προς τα νοτιοδυτικά. Ο ήλιος του καλοκαιριού τύλιγε τους λόφους και τη πόλη με βαριά αδιαφορία.
Ξαφνικά, ο Τσουκιμότο αντελήφθη το θόρυβο, αδύνατο μα αναμφίβολα, ενός αεροπλάνου. Ανασηκώθηκε με το δρεπάνι στο χέρι και κύτταξε τον αέρα. Ο ουρανός ήτανε καθαρός και μόνο σ' ένα σημείο ακριβώς πάν' απ' το κεφάλι του στεκότανε ένα σύννεφο σε σχήμα ανοιχτής παλάμης. Ο θόρυβος φαινόταν νάρχεται μέσα από κείνο το σύννεφο. Ο άνθρωπος μας εξακολουθούσε να παρατηρεί ακολουθώντας τον ήχο που μετατοπιζότανε, και τέλος το είδε.., ένα Β 29. Το μικροσκοπικό αργυρό αντικείμενο βρισκότανε στην άκρη του δείκτου του συννεφένιου χεριού, σε ύψος οκτώ περίπου χιλιομέτρων. Δε χάνει το αργυρό αντικείμενο από τα μάτια του : Αχ! φώναξε, κάτι ρίξανε. Είναι μαύρο, μακρύ ' είναι βόμβα ! Μια βόμβα!

O Τσουκιμότο έπεσε στο έδαφος. Πέντε δευτερόλεπτα περνούνε, δέκα, είκοσι, ένα λεπτό. Μένει ξαπλωμένος μπρούμυτα κει συγκρατώντας την αναπνοή του... Απότομα στον ουρανό έλαμψε ένα φως. Ένα τέτοιο φως, σκέφτηκε, αλλά χωρίς κρότο ! παράξενο! Νευρικά, δειλά, σηκώνει το κεφάλι. Ναι, είναι βόμβα, χτυπήσανε το Ουρακάμι. Από το μέρος που βρισκότανε ο καθεδρικός ναός, μια στήλη άσπρου καπνού άρχισε ν' ανεβαίνει στον ουρανό και πλάταινε χωρίς παύση.
Το Ναγκασάκι πριν από τη καταστροφή.
 Μα κείνο που γιόμισε τρόμο το Τσουκιμότο, κείνο που του πάγωσε το αίμα στις φλέβες, ήτανε ο σίφουνας που ξέφυγε κάτω απ' το λευκό σύννεφο. Με μια τρομακτική ταχύτητα περνάει πάνω στους λόφους και τα ισιώματα, και ζυγώνει. Όλα τα σπίτια στη κορφή υποχωρούνε μπροστά του, καθώς και κάθε δέντρο. Γίνονται όλα κομμάτια μπρος στη μανία του φαινομένου. Πριν ακόμα βρει τον καιρό να σκεφτεί πάνω σ' ότι έβλεπε ο θεατής, ο σίφουνας θερίζει το δάσος πούναι μπροστά του και σαρώνει τον τόπο που βρίσκεται ξαπλωμένος.
Θάλεγε κανείς ότι ήτανε ένα γιγάντιο αόρατο πιεστήρι που σύνθλιβε κάθε τι που συναντούσε. Τέλειωσε ' θα με λειώσει, σκέπτεται ο Τσουκιμότο κι' ενώνοντας τα χέρια του κώλυσε το πρόσωπο στο χώμα, αναστενάζον¬τας : θε μου θε μου! Ένας φριχτός θόρυβος φτάνει στ' αυτιά μου, αισθάνεται να σηκώνεται σαν άχυρο και βρίσκεται ριγμένος δέκα μέτρα μακρύτερα πάνω σ' ένα ξερότοιχο.
Όταν κάποτε πήρε το θάρρος ν' ανοίξει τα μάτια του και να κυττάξει γύρα του, είδε ξεριζωμένα δέντρα, ούτε ένα φύλλο κι' ούτε ίχνος χόρτου. Τάχε όλα παρασύρει. Δεν έμεινε στον αέρα παρά η οσμή ρετσινιού . . .
Από το Μισινόο, ο Κυρ Φουρούε, γύριζε στο σπίτι του στο Ουρακάμι. Περνώντας κοντά στο εργοστάσιο πολεμοφοδίων , του φάνηκε πως άκουσε τον ήχο ενός έλικα. Σήκωσε τα μάτια του κ' είδε στον ουρανό, στο ύψος του όρους Ινόσα, κατά τη διεύθυνση της συνοικίας Ματσουγιάμα, μια πυρωμένη κατακόκκινη σφαίρα, όχι τόσο λαμπερή που να μη μπορείς να τη κυττάξεις. Η σφαίρα έπεφτε. Δεν μπορούσε να καταλάβει τί ήτανε ' για να δει καλύτερα, έκλεισε το ένα μάτι και δοκίμασε να κυττάξει με τ' άλλο. Ξαφνικά ξέσπασε φέγγοντας σαν έκρηξη μαγνησίου. Ο κύριος Φουρούϊ αισθάνθηκε να πετιέται στον αέρα... Ύστερα από πολλές ώρες ξανάρθε στις αισθήσεις του: Κειτότανε μέσα σ' ένα ριζοχώραφο κάτω από το ποδήλατο του. Το ένα του μάτι είχε ξεκολλήσει και χαθεί...
Το σχολείο του Καρακούρε βρίσκεται εφτά χιλιόμετρα μακριά από το Ουρακάμι. Ο δάσκαλος Ταγκάβα γράφει για την εφημερίδα των αεροπορικών συναγερμών τα γεγονότα της στιγμής. Κατόπιν σηκώνεται και για μια στιγμή κοιτάζει από το ανοιχτό παράθυρο. Μπροστά του, χαμηλά, ανάμεσα σε κοιλάδες πολύχρωμες και στον γαλάζιο ουρανό, απλώνεται η πόλη του Ναγκασάκι.
Ξαφνικά, ο ουρανός φωτίζεται για μια στιγμή με μια τόσο δυνατή λάμψη που κάνει τον καλοκαιρινό ήλιο να χλομιάσει.
Να μια στενή ιδέα να τοποθετούνται φάροι μέρα - μεσημέρι, μουρμούρισε ο δάσκαλος, σκύβοντας για να δει καλύτερα τι συνέβαινε, Μα τι θέαμα ήτανε κείνο που αποκαλύφτηκε μπρος στα μάτια του !
— Κυττάξετε, φώναξε στους συναδέλφους που βρίσκονταν στην ίδια αίθουσα, κυττάξετε λοιπόν' τ' είν' αυτό;.. Ωρμήσανε όλοι προς το παράθυρο. Μια μεγάλη κηλίδα άσπρου καπνού φαινότανε κάθετα στο Ουρακάμι, κι' όλο μεγάλωνε. Τ' είναι; Τ' είναι; Τί μπορεί νάναι; φώναξαν όλοι βλέποντας την κηλίδα να παίρνει το σχήμα ενός γιγάντιου μανιταριού με περισσότερο από ένα χιλιόμετρο διάμετρο...
Τότε, ήρθε ένα φύσημα τρομοκρατικό : Τράνταζε το κτίριο, τίναξε σε κομμάτια τα τζάμια και σκέπασε τους δασκάλους με συντρίμμια...
— Είναι βόμβα, χτυπήθηκε το σχολείο, κρυφτείτε, ούρλιαξε ο κύριος Ταγκάβα ορμώντας στο καταφύγιο που είχαν ανοίξει στο λόφο πίσω απ' το σχολείο.
Εδώ όλα είναι ήρεμα, αλλά ενώ αυτός καθότανε πάνω στο δροσερό χώμα, μέσα στο μαύρο υπόγειο, πως θα μπορούσε να ξέρει αν την ίδια στιγμή, στο σπίτι του στο Ουρακάμι, η γυναίκα και τα παιδιά του δε θ΄ άφηναν τη τελευταία τους πνοή, καλώντας βοήθεια;..
Το μικρό χωριό Ογιάμα απλώνεται πάνω στη πλαγιά του όρους Χασίρο, στα νότια του λιμανιού του Ναγκασάκι, σ' απόσταση κάπου οκτώ χιλιομέτρων από το Ουρακάμι. Από κει, πάν' από τον όρμο, βλέπει κανείς στο γκρίζο βάθος, το λεκανοπέδιο του Ουρακάμι. Ο κύ¬ριος Κάτο καλλιεργούσε τα χωράφια του με τα δυο του βουβάλια. Είχε βρει πριν από λίγο μερικές κόκκινες φράουλες ανάμεσα στη πράσινη χλόη. Άγριες φράουλες. Πήρε δύο και τις έβαλε στο στόμα του...
Εκείνη τη στιγμή ξέσπασε η αστραπή. Τα βουβάλια την είδανε και στρέψανε αντίθετα τα κεφάλια τους. Ένα σύννεφο, ίδιο με μια μεγάλη βαμβακερή σφαίρα σχηματίσθηκε πάνω από το Ουρακάμι. Άρχισε να μεγαλώνει... Έμοιαζε μ' ένα φανάρι τυλιγμένο σε λευκό μαλί. Το εξωτερικό ήτανε άσπρο, στο εσωτερικό έκαιγε μια κόκκινη φλόγα και, απ' αυτή τη λευκή σφαίρα, βγαίνανε συνεχώς εκλάμψεις με τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Ωραίες ακτίνες, κόκκινες, κίτρινες, μωβ... Ύστερα, το σύννεφο πήρε το σχήμα ογκολίθου μ' επίπεδες επιφάνειες κ' η κορφή όλο κι' ανέβαινε, ανέβαινε, και σε λίγο έγινε σαν ένα τεράστιο μανιτάρι. Την ίδια στιγμή, ένας μαύρος κυκλώνας σκόνης και συντριμμιών σηκώθηκε από την πεδιάδα του Ουρακάμι. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι όλο αυτό το προκαλούσε το μανιτάρι που όλο και ψήλωνε.

Να τώρα που το σύννεφο έπεφτε και κατόπιν ξέκλινε προς τ' ανατολικά. Ο στρόβιλος πέρασε σε ύψος τους λόφους ύστερα, ένα μέρος του έπεσε και τ' άλλο ακολούθησε το σύννεφο... Ήτανε μια ωραία μέρα' οι λόφοι κ' η θάλασσα κολυμπούσαν στον ήλιο' αλλά η συνοικία του Ουρακάμι, κατ' από το σύννεφο, φαινότανε μαύρη κι' έρημη.
Ήρθε το φύσημα και τίναξε τα ρούχα του κυρίου Κούτο, τα φύλλα πέσανε απ' τα δέντρα, ο σίφουνας είχε χάσει πολύ απ' τη δύναμη του. Τα βουβάλια δεν πάθανε τίποτα κι' ο κύριος Κούτο σκέφτητε απλά : μωρέ, ακόμα μια βόμβα δω κοντά μας.
Γυρίζει με το βουβάλι του ο κύριος Τακαμί στη Κομπά, από το δρόμο του Οντορίζε που απέχει δυο χιλιόμετρα απ' το Ουρακάμι. Αισθάνεται απότομα πολύ ζέστη' μα όχι ανυπόφορη' μ' όλα αυτά, εκείνος και το βουβάλι του καίγονται. Μικρές φωτιές πιάνουνε πάνω τους σφυρίζοντας. Μια αγγίζει το πόδι του και σκάζει αφήνοντας μια γραμμή άσπρου καπνού και μυρουδιά παραφίνης που καίγεται. Εδώ και κει, μια παράξενη βροχή ανάβει πυρκαγιές.

ΤΑΚΑΣΙ ΝΑΓΚΑΪ: ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ ΤΟΥ ΝΑΓΚΑΣΑΚΙ¨

ΟΙ ΩΡΕΣ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΑΝΕ
Η απόσταση που χώριζε το κέντρο της έκρηξης από τα κτίρια του Πανεπιστημίου, άλλαζε από 300 σε 700 μέτρα. Δηλαδή τα κτίρια αυτά πληγήκανε καίρια από το κύμα του αέρα, το ωστικό κύμα καθώς συνηθίζουν να το λένε. Η ιατρική σχολή, που ήτανε ξύλινη και βρισκότανε μπροστά - μπροστά, έγινε σε μια στιγμή κομμάτια ανακατωμένα και φλεγόμενα. Κανένας καθηγητής ή φοιτητής δεν έζησε για να μας διηγηθεί τη σκηνή. Μέσα στα κλινικά εργαστήρια πού ήτανε από μπετόν - αρμέ και βρίσκονταν αρκετά μακρύτερα, μερικά άτομα, κι' εγώ μαζί τους, είχαμε την τύχη να σωθούμε.
Η πόλη του Ναγκασάκι μετά την έκρηξη της
"βόμβας" Α.
Στο βάθος δεξιά διακρίνονται τα ερείπια
της Ιατρικής Σχολής
 Μόλις είχανε περάσει οι έντεκα. Στα πρώτο πάτωμα του κεντρικού κτιρίου, μέσα στο θάλαμο μου που βρισκόταν πάνω από τα εξωτερικά ιατρεία, καταγινόμουν με την διαλογή ραδιογραφιών για να διδάξω στους φοιτητές την επιστήμη της διάγνωσης. Ξαφνικά, μια λάμψη, ένας τρανταγμός. Για μια σύντομη στιγμή, νόμισα πως έσκασε βόμβα στην είσοδο και θέλησα να πέσω κάτω... Δε πρόφτασα : Τα παράθυρα ξεκολλήσανε, ένας άνεμος εισόρμησε και με σήκωσε με τα μάτια ορθάνοιχτα από έκπληξη, Τα σπασμένα τζάμια σφυρίξανε στον αέρα σα φύλλα στον ανεμοστρόβιλο. Η σκέψη που με άδραξε, ήτανε: Είμαι χαμένος !
Πράγματι, κομμάτια ξύλου είχανε χωθεί στα πλευρά μου βαθιές πληγές πάνω απ' το δεξί μάτι και τ' αυτί μου • αφήναν να τρέχει άφθονο ζεστό αίμα που μούσκευε το μάγουλο και το λαιμό μου. Ωστόσο δε δοκίμαζα κανένα πόνο.
Ένα πελώριο αόρατο χέρι φαινόταν ν' ανατρέπει τα πάντα μέσα στο δωμάτιο. Καθώς ήμουνα ριγμένος πάνω στο πάτωμα, κρεβάτι, καρέκλες, ντουλάπια, κράνη, παπούτσια, ρούχα, είχανε ξεσκισθεί, αποσπασθεί από τα στηρίγματα τους και τέλος σωριαστεί πάνω μου. Ένας αέρας γιομάτος σκόνες, αηδιαστικός, γέμιζε τα ρουθούνια μου και μ' έκανε να βήξω. Κρατούσα ακόμα τα μάτια ανοιχτά κι' εξακολουθούσα να κυττάζω το παράθυρο.
Έξω σκοτείνιαζε και μέσα ο άνεμος στριφογύριζε με τον πάταγο των κυμάτων και το ουρλιαχτό της καταιγίδας. Έσερνε μαζί του ρούχα, κομμάτια ξύλα, λαμαρίνες κι' άλλα αντικείμενα σ' ένα είδος φανταστικού χορού.
Και κατόπιν μια παράξενη σιωπή.
—Να κάτι το περίεργο, είπα μέσα μου. Θα είναι καμιά έκτακτη βόμβα... μεγαλύτερη του ενός τόνου φυσικά, πού έπεσε στην είσοδο. Στοιχημάτιζα ότι θα είχαμε πάνω από εκατό τραυματίες, Πού θα τους βάλουμε!... Πρέπει να τους περιποιηθούμε. Πώς όμως; Το πρώτο πράγμα που έχουμε να κάνουμε είναι να χρησιμοποιήσουμε τις τάξεις για τους βαριά τραυματίες. Το δύσκολο θα είναι, αν περισσότεροι απ' αυτούς δε μπορούνε να κινηθούν. Όπως και να έχει το πράγμα, πρέπει να βγω από εδώ μέσα.
Δοκίμασα να τεντώσω τα γόνατα μου και να ελευθερώσω τα πόδια μου από κείνο το σωρό που με πλάκωνε αλλά, έτσι απότομα, όλα γίνανε μαύρα και δεν έβλεπα, τίποτα.
—Τώρα τι θα κάνω ; σκέφτηκα.
Τραυματισμένος κοντά στα μάτια, ήρθε να πιστέψω ότι το αίμα ερχότανε από τους βολβούς μέσα και θα τυφλωνόμουνα. Γρήγορα όμως ανακάλυψα πως μπορούσα να κινώ ακόμα τα μάτια μου. Διαπιστώνοντας ότι δεν είχα τυφλωθεί, αντιλαμβανόμουνα ταυτόχρονα και τη φριχτή μου κατάσταση : Το κτίριο θα είχε ολόκληρο καταρρεύσει και θα ήμουν θαμμένος ζωντανός.
—Γελοίος κι' άσχημος τρόπος να πεθάνεις' πρέπει να κάνω ότι μπορώ, αποφάσισα, πριν αφεθώ στη μοίρα μου. Άρχισα ένα φανταστικό αγώνα για να ελευθερωθώ από κείνο το σωρό τα ξύλα, τα τζάμια και τ' άλλα συντρίμμια που με κρατούσανε αιχμάλωτο. Αλλά πιασμένος σαν πίττα μέσα στο ταψί, δε μπόρεσα να κουνήσω κανένα μέρος του σώματος μου. Και το κεφάλι μου ακόμα, έπρεπε να το κινώ με μεγάλη προφύλαξη, γιατί δίπλα μου, παντού, ήτανε σωρός τα σπασμένα γυαλιά. Και το σπουδαιότερο είναι ότι βρισκόμουν σ' απόλυτο σκοτάδι, και δεν ήξερα τίποτα για τη φύση και το βάρος των πραγμάτων που με πλακώνανε. Ένα αλαφρό σήκωμα του δεξιού μου ώμου προκάλεσε το γκρέμισμα μιας μάζας μικροαντικειμένων. Φώναξα βοήθεια, αλλά η φωνή μου έσβησε μέσα στο σκοτάδι.
Η νοσοκόμα Χασιμότο, τη στιγμή της έκρηξης, βρισκότανε μέσα στον ακτινολογικό θάλαμο. Είχε τη καλή τύχη να βρίσκεται όρθια κοντά στη βιβλιοθήκη, και δε τραυματίσθηκε. Τις τρομερές στιγμές πού τ' αντικείμενα ξέφρενα, σα να είχανε πάρει ζωή από κάποια μυστηριώδη δύναμη και στροβιλίζονταν με δαιμονισμένο θόρυβο, αυτή έμενε κολλημένη στο τοίχο. Σ' ένα λεπτό, που το παχύ σύννεφο σκόνης εξακολουθούσε να στροβιλίζεται και θα μπορούσε να της κάνει κακό, κατάλαβε ότι τα μεγάλα αντικείμενα είχανε σταματήσει. Σκέφτηκε πώς ήταν καιρός να τρέξει προς βοήθεια των τραυματισμένων.
Γλύστρισε πλάι απ' την αναποδογυρισμένη βιβλιοθήκη, και το θέαμα που αντίκρυσε, την έκανε να τα χάσει. Όλα ήτανε άνω κάτω. Σκαρφαλώνοντας στα ερείπια, κατάφερε να φτάσει στο παράθυρο και να δει τότε μια σκηνή απί­στευτη πού την έκανε να τρεκλίση από ζάλη. Τ' είχε συμβεί λοιπόν; Δε μπορούσε να καταλάβει. Πριν λίγα λεπτά, μπροστά σ' εκείνο το παράθυρο, απλωνότανε μια μεγάλη πολιτεία που έφτανε κάτω στα νερά του λιμανιού' αλλά τώρα το Σακαμάτο-βο είχ' εξαφανιστεί, και το Σβακάβα- σο και το Χαμαγκούσι - σο. Μα πού πήγανε;... Και τα εργοστάσια με τις καμινάδες που αφίνανε τον άσπρο καπνό, πού είναι;... Και το όρος Ινόσα που πριν από λίγο ήτανε σκεπασμένο από βαθυπράσινο φύλλωμα, γιατί μοιάζει τώρα σα κόκκινος ξερόβραχος; Πάνε τα χορτάρια, τα φύλλα η πρασινάδα. Τίποτα δεν υπάρχει ' η γη πέταξε τα ρούχα της κι' είναι θεόγυμνη.
Κι' ο κόσμος που ήτανε κοντά στην είσοδο τί έγινε: Κύτταξε κατά κει ' το πλάτωμα μπροστά στο Νοσοκομείο ήτανε γιομάτο από ξεριζωμένα δέντρα' κι' ανάμεσα τους, γυμνά, κοίτονταν αναρίθμητα πτώματα. Σκέπασε με φρί­κη τα μάτια της : η κόλαση, αυτό είναι κόλαση, αυτό είναι κόλαση, φώναξε. Ένας ολόκληρος κόσμος νεκρός, νεκρός χωρίς κανέναν έστω που να στενάζει από πόνο. Κι' ενώ εκείνη έκρυβε τα μάτια της, όλα γίνανε σκοτει­νά ΄ κι' όταν τα ξανάνοιξε και κύταξε γύρω της, δεν έβλεπε τίποτα ' σκοτάδι, πίσσα, και ησυχία, ησυχία από­λυτη.
Νόμισε πως είχε μείνει μόνη μέσα στο κόσμο, το μοναδικό ζωντανό πρόσωπο, κι' ένας τρόμος της έσφιξε το λαρύγγι. Σε λίγο, ο θάνατος θα ερχότανε να τη βρει και κείνη. .. Σαν αστραπή πέρασε απ' το μυαλό της το σπίτι της στην εξοχή, η μητέρα της' τα μάτια της γιομίσανε δάκρυα' τί ήτανε άλλωστε, ένα παιδί μόλις δέκα εφτά χρονών.. . Την ίδια στιγμή, άκουσε μια φωνή. Κά­ποιος φώναζε εκεί κοντά, πολύ κοντά. . . Ωστόσο ο ήχος φαινότανε νάρχεται πίσω από τους παχιούς τοίχους....
Ακόμα ένα ξεφωνητό : ήτανε η φωνή του προϊσταμέ­νου της υπηρεσίας. Ζούσε λοιπόν! Κι' αν ζούσε κάτι θα μπορούσανε να κάνουν μετά πτώματα πού ήτανε μπροστά στο Νοσοκομείο. Η Χασιμότό ξαναβρήκε το θάρρος της. Ακολουθώντας τη Φωνή, δοκίμασε να φτάσει, στο πλαϊνό δωμάτιο' τα πόδια της σκοντάψανε κάπου κι' έκρινε πώς ήτανε το μηχάνημα των ακτίνων Χ, γιατί μπερδεύτηκε στα καλώδια. Αδύνατο να προχωρήσει, καθώς φαινότανε. Πήγε στη γωνιά πού φύλαγε πάντα ένα φτιάρι εκεί, αλλά δεν το βρήκε, είχε κάνει φτερά' βρήκε όμως ένα φωναγωγό. Θυμήθηκε τότε ότι κάτω, στο θάλαμο ραδιογραφίας, φυλάγαμε τις σκαπάνες' κι' ύστερα, εκεί κάτω θα βρισκότανε η προϊσταμένη αδελφή κι' άλλες ακόμα, θάτανε καλύτερα να καλέσει σε βοήθεια όσους μπορούσε περισσότερους' κι' έτσι βγήκε απ' το δωμάτιο..
Οι συχνές συσκοτίσεις την είχαν συνηθίσει να περιτρέχει τους διαδρόμους μέσα στο σκοτάδι. Μόλις όμως έκανε μερικά βήματα έπεσε πάνω σε κάτι μαλακό, Έσκυ­ψε, ψηλάφισε, ανθρώπινο σώμα, τα δάχτυλα της συναντήσανε μια ύλη γλοιώδη που δε μπορούσε ναναι παρά αίμα. Αναζήτησε το χέρι, έπιασε το σφιγμό : τίποτα κανένας κτύπος. Ένωσε τα χέρια της σε προσευχή, προχώρησε πάλι μερικά βήματα, και να, σκοντάφτει πάλι σ' ανθρώ­πινο σώμα. Τ' άγκιξε, μαλλιά υγρά κολήσανε στα δά­χτυλα της. Απόλυτο σκοτάδι ακόμα' πόσα πνεύματα άραγε θα κοίτονταν γύρω της. Αναζητώντας το σφιγμό, ανοιγόκλεινε τα βλέφαρα προσπαθώντας να δει...
Απ' έξω φάνηκε ξαφνικά νάρχεται φως : Φωτιά! Την έβλεπε από το παράθυρο. Οι φλόγες μεγάλωσαν αποκα­λύπτοντας ένα θέαμα αληθινά φρικιαστικό. Αφίνοντας να πέσει το χέρι του νεκρού, η αδελφή, στάθηκε όρθια σαν ένα ζωντανό φάντασμα. Τυλιγμένα στο πορ­φυρό χρώμα της φωτιάς, άλλα κοίτονταν με τα πρόσωπα προς στον ουρανό, άλλα στο πλάι ' κι' άλλα μπρούμητα ' κι' άλλα πεσμένα στα γόνατα, φαίνονταν ακόμα, με τα μπράτσα σηκωμένα να χτυπάνε τον αέρα σε μια έσχατη προσπάθεια να σηκωθούν.
Τίποτα δε θα μπορέσω να κάνω ολομόναχη, σκέφτηκε η νοσοκόμα. Χρειάζεται μια ομάδα βοήθειας, ένα συνερ­γείο, μια προσπάθεια συνδυασμένη, για να γίνει κάτι το θετικό. Μα πριν απ' όλα, εκείνο που επέβαλε η στιγμή, ήτανε να μαζέψει τους ζωντανούς και τους ανάπηρους εκεί που ο προϊστάμενος της υπηρεσίας βρισκότανε θαμένος ζωντανός. Μ' αυτή τη σκέψη η δεσποινίδα Χασιμότο δρασκέλιζε τα πτώματα — ζητώντας απ' το καθένα συγχώρηση, μυστικά — κατέβηκε τις σκάλες που οδηγού­σαν στο θάλαμο των ακτίνων Χ.
Η δίδα Τσομποκιγιάμα, μια νεαρή μαθητευομένη νοσοκόμα, ο Σίρο Τομακίγιο καί Δόκτωρ Χόρο Σι, ετοιμάζανε το μηχάνημα των ακτίνων Χ. Ξαφνικά έφτασε στ' αυτιά ο αδύνατος μα οξύς και μεταλλικός βόμβος ενός αεροπλάνου.
— Τ' είν' αυτό ; ρώτησε η Τσουμπακιγιάμα.
—Ένα Β29, απάντησε ο Σίρο εξακολουθώντας τη , δουλειά του.
— Ρίξανε μια βόμβα, είπε ο Χόρο, που είχε ακόμα τη πληγή στο πόδι από μια προηγουμένη επιδρομή.
— Κατεβαίνει;
— Ναι, και γρήγορα. Φυλαχτήτε !
Κ' οι τρεις πέσανε κατ' από ένα μεγάλο τραπέζι. Η αστραπή ήρθε, ύστερα ο πάταγος...
— Να μια καινούργια! φώναξε ο Σίρο, αλλ' η φωνή του πνίγηκε στην ανεμοζάλη που ξαπόλυσε η καταιγίδα μέσα στο θάλαμο. Όλοι μείναμε σιωπηλοί περιμένοντας να πάψει ο θόρυβος. Η Τσουμπακιγιάμα κρατούσε την αναπνοή της 'τέλος ρώτησε:
—Τραυματίστηκε κανείς ;
—Όχι, και σεις ;
—Εγώ δεν αισθάνομαι τίποτα...
—Ε ε ε, προϊσταμένη, φωνάξανε κι' οι τρεις με μια φωνή.
— Ναι ε ε ε., απάντησε από την άλλη μεριά η γνωστή φωνή.
Περιμένετε ένα λεπτό. Σωροί από πράγματα έχουνε πέ­σει πάνω μου.
Τότε ακούστηκε ένας βρυχηθμός όμοιος μ' εκείνον
που κάνει το τραίνο όταν περνάει μια σήραγγα. Κι' ύστερα τους τύλιξε το σκοτάδι. Η σταχτιά σιλουέτα της Τσουμπακιγιάμα που καθότανε μπροστά στους άλλους, χάθηκε από τα μάτια τους.
—Τί ναν' αυτό άραγε ; έκανε ό Χόρο και συνέχισε :
—Ο καινούργιος τύπος βόμβας που ρίξανε στη Χιρο­σίμα. . . Ή μήπως είναι ο ήλιος που έπαθε έκρηξη;
— Μπορεί νάναι κι' έτσι. Δεν είδες που άρχισε να κάνει κρύο; τόνισε ό Σίρο με σοβαρότητα.
—Αν πάθει έκρηξη ο ήλιος, τί πρόκειται να συμβεί με μας; ρώτησε διστακτικά και κουρασμένα η Τσουμπα­κιγιάμα.
— Θα σημάνει το τέλος του κόσμου . . . Ο Χόρο φάνηκε καρτερικός .. .
Περίμεναν, αλλά το σκοτάδι επέμενε. Πέρασε ένα λεπτό. Το τικ ·τακ του μικρού ρολογιού πούχε στο χέρι της η κοπέλλα, μετρούσε τα αιώνια δευτερόλεπτα με ρυ­θμό μαγικό μέσα στην ένταση του πυκνού σκοταδιού.
— Τί θα κάνουμε για το γεύμα; είπε ο Σίρο.
—Εγώ έχω ήδη φάει! είπε ο Χόρο. Σεις έχετε τα τρόφιμα σας ;
Φαινόταν νάθελε ένα τελευταίο καλό φαγητό πριν πεθάνει.
— Βέβαια. Ας μοιραστούμε ότι υπάρχει ακόμα... Αλλά όπως το τραίνο όταν βγαίνει από τη σύραγγα, κι' ο θόρυβος άρχισε βαθμιαία να πέφτει- το φώς λί­γο - λίγο ξανάρθε. Τα λευκά δόντια του Χόρο ξαναφανήκανε καθώς και η μακριά του μύτη- φάνηκε και η εληά στο μάγουλο της Τσουμπακιγιάμα.
— Τότε, ο ήλιος; Είναι μια χαρά λοιπόν ο φίλος μας, συμπέρανε ο Σίρο.
—Πάντως εγώ πεινώ, είπε ο Χόρο- φέρτε το φαγητό σας.