Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1945. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1945. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2017

H MAXH TOY ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2016

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ

ΣΑΝ ΠΡΟΛΟΓΟΣ



Υπήρξε (ο Χίτλερ) ο Ρουσσώ, ο Μιραμπό, ο Ροβεσπιέρος, ο Ναπολέων 
 της επαναστάσεώς του. Υπήρξε ο Μαρξ, ο Λένιν, ο Τρότσκι, ο Στάλιν. 
Σαν χαρακτήρας και νοοτροπία μπορεί να υπήρξε πολύ κατώτερος, 

από το μεγαλύτερο μέρος αυτών των ανθρώπων, αλλά όμως κατόρθωσε 

να επιτύχει σε κάτι που κανείς από αυτούς δεν επέτυχε: κυριάρχησε
 στην επανάσταση του σε κάθε της φάση, ακόμη και στην ήττα.
Trevor - Roper
Introduzione al Testamento di Hitler
Βερόνα 1961 σελ. 15




Ο Χίτλερ γνώρισε την γλύκα του θριάμβου και αντιστάθηκε 
στις πλέον σκοτεινές στιγμές της ήττας.
Ο Χίτ­λερ θριάμβευσε στο Βατερλό, όπου είχε υποκύψει 
ο Ναπολέων και δεν υπέστειλε ποτέ την σημαία του.
                 Salvator Borrego
                          Derrοta Mundial
                      Μεξικό 1957 σελ. 532




Ένα όμως εκ των προσόντων του Χίτλερ παρέμεινε ακλόνητον, το προσωπικό θάρρος του.
Είχεν είπει ότι θα παρέμενε εις το Βερολίνον και θα απέθνησκε εις αυτό και ετήρησε το λόγο του.
Ο Χίτλερ δυνατόν να περιφρόνη την Πρωσσικήν Αριστοκρατίαν , ολίγαι όμως έξοδοι
από την σκηνήν της Ιστορίας εγένοντο με τοιαύτην ακριβή τήρησιν  του κώδικος των ευγενών.
Allan Clark
Βαρβαρόσσα
Στρατιωτικόν Τυπογραφείον
Αθήναι 1968 σελ 587-8







Πέμπτη 14 Ιουλίου 2016

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ; ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ


ΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ


«  Αναμένω από κάθε Γερμανό να εκτελέσει το καθήκον του μέχρι του τέλους, να δεχθεί κάθε θυσία, η οποία του ζητείται ή που πρόκειται να του ζητηθεί. Αναμένω από κάθε υγιή άνθρωπο να διαθέσει στον αγώνα το σώμα και την ψυχή του.
Αναμένω από κάθε άρρωστο, κάθε αδύναμο, από κάθε άνθρωπο απαραίτητο, να εργασθεί έως ότου σβήσουν και οι τελευταίες δυνάμεις του.
 Αναμένω από τους κατοίκους των πόλεων να λάβουν τα όπλα, αναμένω από τους αγρότες... να δώσουν ψωμί στους στρατιώτες και τους εργάτες αυτού του αγώνα.
Αναμένω από τις γυναίκες και τις κοπέλες όλες να βοηθήσουν αυτόν τον αγώνα, όπως έκαναν μέχρι τώρα. με υπέρτατο φανατισμό. Λέγοντας αυ­τά απευθύνομαι με πλήρη εμπιστοσύνη στην Γερμανική νεολαία...  Ακόμα και σ' αυτό τον αγώνα, δεν θα είναι η Κεντρική Ασία αυτή που θα νικήσει, αλλά η Ευρώπη...».

                       Αδόλφος Χίτλερ 30 - l - 45
 
 Με τους Ρώσους στον ποταμό Όντερ το Βερολίνο θεωρείται και τυπικά πόλη του μετώπου. Ο εχθρός απέχει πλέον από τα ανατολικά προάστια της πρωτεύουσας  μόλις δύο ώρες . Οι πολίτες προετοιμάζονται για τη τελευταία μάχη που αναπόφευκτα θα δώσουν από τη στιγμή που τα στρατεύματα του Μετώπου υποχρεωθούν να υποχωρήσουν .Στις 6 Μαρτίου ο Στρατηγός (Generalleutnant) Hellmuth Reymann[1] με προσωπική απόφαση του Φύρερ, καλείται να οργανώσει την άμυνα της Πρωτεύουσας του Ράιχ (σε αντικατάσταση του Bruno Ritter von Hauenschild.) Στις 9 Μαρτίου ημέρα που καινούρια  Σοβιετικά τμήματα προσεγγίζουν από Βορρά και από Νότο τη πόλη του Στεττίνο στην ανατολική Όχθη του Όντερ, ο στρατηγός Reymann υπογράφει την «βασική διαταγή» για την άμυνα του Βερολίνου. Μέσα από 24 άρθρα δίνεται ανάγλυφη η εικόνα της υπεράνθρωπης προσπάθειας και το μέγεθος των θυσιών που απαιτούνται. Το δεύτερο άρθρο δεν αφήνει περιθώρια για ψευδαισθήσεις και παρερμηνείες. Προβλέπει με σαφήνεια«Η υπεράσπισις της πρωτευούσης θα συνεχισθεί μέχρι τον τελευταίο άνδρα και την τελευταία σφαίρα».
Στην πράξη ή πόλη είναι τεράστια θάλασσα από ερείπια.
Οι Αμερικανοί βομβάρδιζαν την ημέρα και η R.A F την νύκτα. Οι αριθμοί που αναφέρονταν στις καταστροφές μεγάλωναν ώρα με την ώρα και γίνονταν εντυπωσιακοί. Οι βόμβες είχαν ισοπεδώσει περισσότερα από 2.600 εκτάρια οικοδομημένης γης[2]. Μία έκταση δέκα φορές μεγαλύτερη από την κατεστραμμένη επιφάνεια του Λονδίνου εξ αιτίας των βομβαρδισμών της Λουφτβάφφε. Ογδοντα­τέσσερα εκατομμύρια κυβικά μέτρα ερειπίων έφραζαν τους δρόμους. Ήσαν αρκετά για να υψωθεί ένας λόφος πάνω από 300 μέτρα... Επί 1.562.000 κατοικιών περίπου οι μισές είχαν χτυπηθεί και ένα σπίτι στα τρία είχε τελείως καταστραφεί η είχε κριθεί ακατοίκητο.»[3]
 Παρ , όλα αυτά ή ζωή εξακολουθεί να κυλά έστω και φαινομενικά με τον πρώτο ρυθμό. Τα καταστήματα λειτουργούν κανονικά, οι Βερολινέζοι πληρώνουν τα τρόφιμα που αγοράζουν από τον μπακάλη, τα ταχυδρομεία και οι Τράπεζες προσπαθούν να λειτουργήσουν όπως και στους καιρούς της ειρήνης.  Οι  εφημερίδες εκδίδονται και κυκλοφορούν καθημερινά αρκετοί κινηματογράφοι και θέατρα καθώς και ένα μέρος του ζωολογικού κήπου παραμένουν ανοικτά  για το κοινό.
Χρησιμοποιούσαν στις συζητήσεις  τους τις ίδιες λέξεις  που χρησιμοποιούσαν και πριν. Εσέβοντο  ακόμη την προσωπικότητα  και την ατομική ζωή του άλλου. Εγόγγυζαν, αλλ' ακόμη σιωπούσαν  αν βρισκόταν κοντά τους κάποιος αδιάλλακτος Ναζί. Όταν ήθελαν  ν' ανακουφισθούν , πήγαιναν ακόμη στα κατάλληλα μέρη κι έκλειναν την πόρτα πίσω τους.Όλα αυτά επρόκειτο ν' αλλάξουν .Συγκρινόμενη με το παρελθόν, η ζωή είχε ξεφύγει από τον κανονικό ρυθμό της . αλλ' οι Βερολινέζοι δεν είχαν φθάσει ακόμη στο σημείο να διαπιστώσουν πως οι συνήθειες και τα έθιμα που καλλιεργήθηκαν επί αιώνες μπορούν να παραχωρήσουν ξαφνικά τη θέση τους στην άγρια βαρβαρότητα. Αυτό έμελλε να γίνη σε λίγο.[4]
  12.000 αστυνομικοί εκτελούν ακόμα υπηρεσία έστω και αν τώρα φορούν στρατιωτικό κράνος και είναι οπλισμένοι με τουφέκια και κάθε μέρα 600.000 κόσμος εξακολουθεί να πηγαίνει στις δουλειές του. Οι άνθρωποι μετά το πρώτο σοκ και βλέποντας τις ημέρες να περνούν δίχως θεαματικές εξελίξεις από το Μέτωπο της αντιμετωπίζουν τη ζωή με μεγαλύτερη αισιοδοξία και δεν είναι λίγοι αυτοί που πιστεύουν ότι ο Gröfaz [5] θα στείλει τούς Ρώσους για μια ακόμη  φορά πίσω στην Ασία.
 Πόσοι ακριβώς βρίσκονταν στο Βερολίνο εκείνες τις τραγικές ημέρες δεν είναι δυνατόν να προσεγγίσει κανείς  με ακρίβεια. Υπολογίζεται ότι στις αρχές του 1945 υπήρχαν περίπου 2. 700.000. άτομα από τα οποία οι γυναίκες υπερέβαιναν τα 2.000.000. Οι άνδρες ηλικίας 18 - 30 χρόνων δεν ξεπερνούσαν τις 100.000 και οι περισσότεροι από αυτούς ήσαν η τραυματισμένοι η στο στάδιο της αναρρώσεως.
Βέβαια με τη ταχύτατη προέλαση των Σοβιετικών και την άφιξή τους στον Όντερ  μεγάλα κύματα προσφύγων πλημμυρίζουν τη πόλη παρά τις προσπάθειες των αρχών να ελέγξουν τις επιπτώσεις του. Όσοι από τους Βερολινέζους μπορούν να φύγουν το κάνουν δίχως καθυστερήσεις. "Όλοι πλέον διαισθάνονται το κίνδυνο. Όσοι μπορούν να φύγουν από το Βερολίνο το κάνουν δίχως χρονοτριβή. 
Ο Γιόζεφ Γκαίμπελς ο υπουργός Προπαγάνδας του Ράιχ είναι η σπουδαιότερη μετά το Χίτλερ πολιτική προσωπικότητα που παραμένει στη Πρωτεύουσα. Γκαουλάιτερ του Βερολίνου και πολιτικός προϊστάμενος του Reymann είναι ο πρώτος πού αντιλαμβάνεται τις ολέθριες συνέπειες πάνω στο ηθικό του λαού πού θα έχουν αυτές οι άσκοπες μετακινήσεις των προσφύγων και οι ανεξέλεγκτες φήμες πού αρχίζουν ήδη να ταξιδεύουν μέσα από τα τηλεφωνικά καλώδια. Στα τέλη Ιανουαρίου οι πρόσφυγες ξεπερνούν τα 4.000.000 και μέσα σε ένα μόλις εικοσαήμερο υπερδιπλασιάζονται.
Με έντονα διαβήματα προς τούς Γκαουλάϊτερ των ανατολικών διαμερισμάτων του Ράιχ ζητά να ληφθεί μέριμνα ώστε να εξασφαλισθεί η μόνιμος διαμονή των προσφύγων πλησίον των συνόρων. Κάθε μαζική μετακίνηση πληθυσμών προς το εσωτερικό της χώρας απαγορεύεται. Τα τραίνα παρακάμπτουν τη Πρωτεύουσα .Τονίζει ότι ο πανικός των προσφύγων έχει μεγαλοποιήσει υπέρμετρα τόσο την σημασία όσο και την ισχύ της Ρωσικής επιθέσεως. Διαβεβαιώνει ότι τα στρατεύματα του ανατολικού μετώπου είναι πανέτοιμα να αντιμετωπίσουν τον εχθρό. Ως εκ τούτου ο πανικός δεν δικαιολογείται και οποιαδήποτε προσπάθεια κατασκευής οχυρωματικών έργων όχι μόνον είναι περιττή αλλά και επιζήμια διότι υπονομεύει την Εθνική ενότητα και την πίστη του Γερμανικού λαού για την τελική Νίκη.

Ο Γκαίμπελς κατάφερε να φανεί αντάξιος των περιστάσεων. Αν και όλες οι επικλήσεις είχαν αποτύχει και οι πολυάριθμοι υποστηρικτές είχαν λιποταχτήσει, υπήρχε τουλάχιστον ακόμα το σύνθημα του επαναστατικού Ναζισμού' ένα σύνθημα που είχε εμπνεύσει τους απόκληρους, τους φτωχούς, τους περιθωριακούς, τα αποβράσματα της κοινωνίας, αυτούς δηλαδή που είχαν στηρίξει το Ναζισμό πριν από τους Πρώσους αριστοκράτες και τους στρατηγούς, τους βιομηχάνους και τους δημόσιους λειτουργούς ένα σύνθημα που θα μπορούσε γι' άλλη μια φορά να αποτελέσει πηγή έμπνευσης, τώρα που δεν μπορούσαν πια να υπολογίζουν σ' αυτούς τους δειλούς συμμάχους. Από το ραδιοφωνικό σταθμό του Βερολίνου, κι αργότερα από το σταθμό των Λύκων, το σύνθημα ακούστηκε και πάλι. Το σύνθημα της καταστροφής. Η φωνή του Ναζισμού χωρίς αναστολές, αναλλοίωτη από τις εξελίξεις που είχαν συμβεί στο μεσοδιάστημα.[7]
Ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού εύχεται να φθάσουν στο Βερολίνο πρώτοι οι Αγγλοαμερικάνοι αλλά, καλού κακού προετοιμάζονται καρτερικά για τα χειρότερα.
Η Μαργκό Σάουερμπρουχ είχε εντυπωσιαστεί από το πλήθος των πολιτών που είχαν αποπειραθεί να αυτοκτονήσουν συμπεριλαμβα­νομένων δεκάδων γυναικών που δεν είχαν κακοποιηθεί η βιασθεί. Τρομοκρατημένοι από αυτά πού είχαν ήδη ακούσει, πολλοί είχαν κόψει τις φλέβες των χεριών τους. Μερικοί είχαν προσπαθήσει να σκοτώσουν ακόμα και τα παιδιά τους. Πόσοι κατόρθωσαν να αυτοκτονήσουν κανείς δεν μπορεί να το πει - ή ιατρός είχε δει μόνον όσους δεν τα είχαν καταφέρει - αλλά φαινόταν βέβαιο ότι αν οι Ρώσοι καταλάμβαναν την πόλη ένα κύμα αυτοκτονιών θα συγκλόνιζε το Βερολίνο[8]."
Όπως παραδέχεται ο ιατρός Λάμπρεχτ το πλέον διαδεδομένο θέμα ­ακόμα και ανάμεσα στους γιατρούς - είναι η τεχνική της αυτοκτονίας.
Αλλά ήσαν περισσότερο από απλές συζητήσεις. Πολλοί κατάστρωναν σχέδια για τον τρόπο πού θα πέθαιναν. Σε κάθε συνοικία οι γιατροί ήσαν πολιορκημένοι από ασθενείς και φίλους πού ζητούσαν πληροφορίες για μια ανώδυνη αυτοκτονία καθώς και συνταγές για το δηλητήριο. " Αν οι γιατροί αρνούντο τότε ο κόσμος έτρεχε στους φαρμακοποιούς. Παρασυρμένοι από ένα κύμα τρόμου έξαλλοι οι Βερολινέζοι  είχαν αποφασίσει κατά χιλιάδες να πεθά­νουν με κάθε τρόπο παρά να υπομείνουν τον ερυθρό στρατό.[9]
Όμως δίπλα σ' αυτούς τούς απελπισμένους ανθρώπους , υπάρχουν  και οι άλλοι. Αρνούνται ακόμα να πιστέψουν ότι είναι ποτέ δυνατόν οι Ρώσοι να φθάσουν μέχρι το Βερολίνο. Ακόμη και στη περίπτωση που συμβεί κάτι τέτοιο είναι έτοιμοι να τούς υποδεχθούν με το όπλο στα χέρια. Αδιαφορούν για τις βόμβες που πέφτουν,δεν τρομάζουν με τις εκατόμβες των νεκρών και τη θάλασσα των ερειπίων   Όλες αυτές οι δοκιμασίες δεν καταφέρνουν τίποτε περισσότερο από το να εξαγνίζουν και να χαλυβδώνουν την αφοσίωσή τους στον Εθνικοσοσιαλισμό και τη πίστη τους για τη τελική δικαίωση.
Νέα παιδιά της Χιτλερικής νεολαίας ζουν με το άγχος, ότι ο πόλεμος μπορεί να τελειώσει δίχως να προλάβουν να ρίξουν έστω και μία τουφεκιά και  ζητούν  να φύγουν το συντομότερο για το μέτωπο. Σ' αυτόν το γενικό ενθουσιασμό συμμετέχουν οι κοπέλες της , Ενώσεως Γερμανίδων καθώς και παιδιά της J. ν. Η οργάνωση αυτή είχε στις τάξεις της παιδιά ηλικίας 10 - 14 χρόνων. Στον καιρό της ειρήνης αποτελούσαν ένα διακοσμητικό στοιχείο στις γιγάντιες παρελάσεις και είχαν την φήμη του καλύτερου πληροφοριοδότη της κυβερνήσεως του Ράιχ. Τώρα στην γενική κινητοποίηση ασχολούνται με τις κατασβέσεις των πυρκαγιών, την μεταφορά των τραυματιών, γεμίζουν με συνθήματα τούς τοίχους πού έχουν απομείνει ακόμα όρθιοι και τραγουδούν:

Ένας νέος λαός ανατέλλει, έτοιμος για επίθεση
Ψηλότερα τις σημαίες συναγωνιστές
Αισθανόμαστε τον καιρό να μας πιέζει
τον καιρό των νέων πολεμιστών
μπροστά από μας βαδίζουν με σχισμένες σημαίες
οι νεκροί ήρωες του νέου έθνους
και πάνω από μας οι ήρωες πρόγονοι
Γερμανία πατρίδα μας. τώρα ερχόμαστε και εμείς.[10]


Τα πάρκα μετατρέπονται σε κέντρα εκπαιδεύσεως όπου αγόρια και κορίτσια εκπαιδεύονται στην ρίψη του Πάντσερ - φάουστ (αντιαρματική γροθιά) και στην σκοποβολή. Οι εκπαιδευτές συναντούν τρομερές δυσκολίες μ’ αυτά τα παιδιά πού γκρινιάζουν για τη περιορισμένη ποσότητα πυρομαχικών που προβλέπεται για την εκπαίδευσή τους  και ζητούν να φύγουν για το μέτωπο. Η διαχείριση των πυρομαχικών γίνεται με τρομερή φειδώ και μόνον μια φορά την εβδομάδα γίνονται ασκήσεις με πραγματικά πυρά. Η προσέλευση των «εκπαιδευόμενων» σ΄αυτές τις περιπτώσεις είναι τεραστία.

..Χιλιάδες από αυτούς τους φανατικούς ήσαν παιδιά και όπως το μεγαλύτερο μέρος εκείνης της γενιάς δεν γνώριζαν παρά έναν θεό: τον Χίτλερ. Από την προσχολική ακόμη ηλικία είχαν γαλουχηθεί με την ιδεολογία του Εθνικοσοσιαλισμού... Αλλά οι πλέον πιστοί από αυτά τα στρατιωτικά ρομπότ ήσαν μέλη των SS. Ήσαν τόσο σίγουροι για την τελική νίκη και τόσο πιστοί στον Χίτλερ, πού για τούς άλλους Γερμανούς η διανοητική τους κατάσταση προκαλούσε τον οίκτο. Ο φανατισμός τους ήταν τόσο μεγάλος που μερικές φορές φαινόταν ότι είχε εισβάλει μέσα στο υποσυνείδητο. Ο ιατρός Φ. Σάουερμπρουχ του νοσοκομείου Σαριτέ την στιγμή κατά την οποία χειρουργούσε πάνω στο ναρκωμένο σώμα ενός SS πού είχε μεταφερθεί με βαριά τραύματα από το μέτωπο του Όντερ ξαφνικά έμεινε σαν απολιθωμένος. Στην ησυχία της χειρουργικής αιθούσης, παρ’ όλο πού ήταν ναρκωμένος ο SS άρχισε να μιλά. Ήρεμα και καθαρά συνέχιζε να επαναλαμβάνει: Χάιλ Χίτλερ, Χάιλ Χίτλερ, Χάιλ Χίτλερ.[11]
Παρ' όλη αυτή την γενική κινητοποίηση του πληθυσμού, το Βερολίνο δεν μπορεί να θεωρηθεί ένα Φέστουγκ όπως το παρουσιάζει ή προπαγάνδα του δόκτορα Γκαίμπελς. 'Οχυρωματικά έργα δεν υπάρχουν. Ο στρατός όλος είναι στα διάφορα μέτωπα. . Ο Χίτλερ ακόμα και εκείνη την στιγμή δεν σκέφτεται να μετατρέψει την πρωτεύουσα του Ράιχ σε πεδίο μάχης. Πιστεύει ότι τα στρατεύματα του Όντερ είναι σε θέση να αναχαιτίσουν την Ρωσική απειλή, ελπίζει ακόμη την οριστική ρήξη των «συμμάχων». Οι ενδείξεις είναι ενθαρρυντικές. Στην απελευθερωμένη Γαλλία μια βιαστική συμφωνία του λιποτάκτη Τορές με τον Ντε Γκολ μόλις και σώζει την χώρα από ένα αιματοκύλισμα, ενώ στην Ελλάδα ή σύγκρουση Αγγλικών και Ρωσικών συμφερόντων αποκορυφώνει το δράμα του εμφυλίου πολέμου.
Παρόλα αυτά έστω και προληπτικά ή οχύρωση της πρωτευούσης ξεκινά . Σκάβονται αντιαρματικοί τάφροι, φράζονται οι δρόμοι με αντιαρματικά εμπόδια, σχηματίζονται ναρκοπέδια, τοποθετούνται πολυβόλα σε στρατηγικές θέσεις. Είναι αλήθεια ότι όλες αυτές οι προετοιμασίες προβληματίζουν κάπως τούς Βερολινέζους.
Πριν αποφασιστούν τα καινούρια μέτρα   όλοι σκέπτονταν: . Ο Gröfaz βρίσκει άσκοπο να οχυρώσει την πρωτεύουσα.  Άρα τα πράγματα πάνε καλά.
Τώρα όμως βλέποντας τα αναποδογυρισμένα και παραγεμισμένα με πέτρες τραμ να φράζουν τούς δρόμους, τις οχυρωμένες πίσω από τα οδοφράγματα μονάδες VS και HJ αρχίζουν να αναρωτιούνται κατά πόσο το Βερολίνο μπορεί να θεωρηθεί ένα ισχυρότατο οχυρό, ένα «Festung».
0 δόκτωρ Γκαίμπελς όμως άγρυπνα. Γι’ αυτόν το ηθικό του πληθυσμού και η πίστη του αναφορικά με την τελική Νίκη του Ράιχ έχει πρωταρχική σημασία. Πιστεύει ότι οι πολίτες πρέπει να αισθάνονται ασφαλείς μέσα στην πρωτεύουσα. Και αν τα οχυρωματικά έργα, που κατασκευάζονται δεν εμπνέουν εμπιστοσύνη, αυτός θα τους βρει καλύτερα. Με εντολή του το εικονογραφημένο Das Reich στα μέσα Μαρτίου θα δημοσιεύσει μία λεπτομερή περιγραφή ενός τεραστίου συγκροτήματος από οχυρωματικά έργα που περιτριγυρίζουν την πρωτεύουσα. Τα ανύπαρκτα αυτά έργα όχι μόνον πείθουν τούς Βερολινέζους αλλά και τους σκανδαλί­ζουν σε τέτοιο βαθμό ώστε να αναρωτιούνται, αν στο εξής πρέπει να δημοσιεύονται τέτοια υψίστης σημασίας μυστικά που μπορούν να χρησι­μεύσουν στον εχθρό. Ανάμεσα σ΄αυτούς είναι και ο συνταγματάρχης Hans Refior που μόλις έχει αναλάβει καθήκοντα Επιτελάρχη του Reymann'
 Ο στρατηγός Reymann γνωρίζει ότι η κατάσταση είναι τελείως διαφορετική. Όχι μόνον δεν υπάρχουν οχυρωματικά έργα, όχι μόνον δεν υπάρχουν στρατεύματα αλλά του λείπουν ακόμα και αυτοί οι ανώτεροι αξιωματικοί για να επανδρώσουν το επιτελείο του.
Τα πυρομαχικά είναι ελάχιστα. Οι εντεταλμένοι για την αεροπορική άμυνα στους 6 τεράστιους αντιαεροπορικούς πύργους, οι οποίοι βρίσκονταν στο Humboldthain στο Friedrichshain και στον Ζωολογικό κήπο,έχουν εντολές να κάνουν οικονομία στη κατανάλωση των πυρομαχικών . 
«Στην έδρα του επιτελείου του στο Χοεντζόλλερνταμ ο διοικη­τής της πόλεως στρατηγός Reymann στεκόταν όρθιος μπροστά από τον απλωμένο στον τοίχο τοπογραφικό χάρτη του Βερολίνου κοιτάζοντας τις σημειωμένες γραμμές αμύνης, διερωτώμενος, όπως θα πει αργότερα «τι πράγμα, στο όνομα του Θεού πίστευαν ότι μπορούσα να κάνω»[12].
Δεν υπάρχει ένα γενικό σχέδιο φυγαδεύσεως του πληθυσμού. Τα στοιχεία του Δημάρχου αναφέρουν ότι ζουν μέσα στην πόλη II0.000 παιδιά τα οποία θα δημιουργήσουν τεράστια προβλήματα την στιγμή της πολιορκίας.  Ο οπλισμός είναι ανεπαρκής. Τα στοιχειώδη εφόδια για μία άμυνα όπως τα συρματοπλέγματα και οι νάρκες λείπουν. Ο στρατηγός γνωρίζει ότι δεν πρέπει να περιμένει καμία βοήθεια από τα στρατεύματα του Όντερ. «Εμείς θα πολεμήσουμε και θα πεθάνουμε εδώ» τον διαβεβαιώνει κατηγορηματικά ο Επιτελάρχης του  Μπούσσε.
Όπως θα παραδεχθεί ο Reymann 
"βρισκόμαστε μπροστά σε μία αποστολή πού δεν μπορούσαμε να εκπληρώσουμε ούτε είχαμε την παραμικρή δυνατότητα επιτυχίας. Μπορούσα μονάχα να ελπίζω ότι θα γίνει κάποιο θαύμα πού θα αλλάξει την κατάσταση ή θα τελειώσει ο πόλεμος πριν πολιορκηθεί το Βερολίνο. ' Αλλιώς ο Θεός ας βοηθήσει τούς Βερολινέζους»[13].
 Παρ' όλα αυτά ή προσπάθεια κατασκευής οχυρωματικών έργων εντείνεται. Μία πρώτη γραμμή αμύνης - ένας κλοιός 100 περίπου χμ πού απέχει από τα προάστια του Βερολίνου 30 - 50 χμ - ενισχύεται με ένα δεύτερο εσωτερικό δακτυλίδι μήκους 40 χλμ.  Η πόλη διαιρείται σε 8 τομείς στην θεωρία αυτοδύναμους ενώ το κέντρο οχυρώνεται με ένα τρίτο δακτυλίδι άμυνας. Κάθε τομέας βαπτίζεται με ένα γράμμα του αλφάβητου (Α - Η) και διοικείται από έναν Μέραρχο. Το κέντρο συμβολίζεται με το γράμμα Ζ.[14]

Όλα αυτά προξενούσαν εντύπωση πάνω στον χάρτη του Γκαίμπελς αλλά στην πραγματικότητα σήμαιναν ελάχιστα πράγματα. Για μία σοβαρή άμυνα του Βερολίνου θα χρειάζονταν 18  πλήρεις μεραρχίες... 8 για την εξωτερική γραμμή και 10 για τις δύο εσωτερικές.[15]
Όμως ο στρατηγός δεν διαθέτει παρόμοιες δυνάμεις. Οι άνδρες του πέρα από τις λιγοστές δυνάμεις του τακτικού στρατού, προέρχονταν από τις τάξεις της VS ( Φόλκστουρμ - Λαϊκά τμήματα εφόδου) και της H.J (Χίτλερ-γιούγκεν Χιτλερική νεολαία). Σ' αυτούς θα προστεθούν και οι τραυματίες των νοσοκομείων που είναι σε θέση να σταθούν στα πόδια τους. Ένα σύνολο 75.000 ανδρών. Ο οπλισμός τους είναι ετερόκλητος. Δεκαπέντε διαφορετικά είδη όπλων. Σημειώνονται τα πρώτα κρούσματα λιποταξίας. Η επαγρύπνηση εντείνεται. Αιφνιδιαστικές έρευνες στο μετρό, τα εστιατόρια στους κινηματογράφους. Οι λιποτάκτες συλλαμβάνονται, δικάζονται συνοπτικά από τα έκτακτα στρατοδικεία και εκτελούνται επί τόπου δια απαγχονισμού. Στα στήθη των κρεμασμένων κρέμονται επιγραφές όπως: «ΣΤΑΘΗΚΑ ΔΕΙΛΟΣ ΝΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΩ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ» «ΟΠΟΙΟΣ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΟΝ ΗΡΩΙΚΟ ΘΑΝΑΤΟ ΠΕΘΑΙΝΕΙ ΑTIMAΣMENΟΣ». Οι κρεμασμένοι έρχονται σε μεγάλη αντίθεση με τα γραμμένα στους τοίχους συνθήματα. ΟΠΟΙΟΣ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΣΤΟΝ XITΛΕΡ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΣΤΗΝ ΝΙΚΗ ΓΙΑ ΜΑΣ ΤΙΠΟΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΔΕΝ ΘΑ ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΗΣΟΥΜΕ ΠΟΤΕ. ΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ, Η ΒΙΕΝΝΗ ΘΑ ΞΑΝΑΓΙΝΕΙ ΓEPΜΑΝΙΚΗ Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ ΠΟΥ ΑΝΑΤΕΛΛΕΙ.



Υποσημειώσεις:

[  1] Hellmuth Reymann (24 Nοεμβρίου 1892 – 8 Δεκεμβρίου 1988)
[  2] Υπολογίζεται ότι από τους 1.350.000 τόννους βομβών που έριξαν οι Σύμμαχοι στη Γερμανία κατά την διάρκεια του πολέμου το 1/3 περίπου έπεσε στο διάστημα μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαΐου του 1945. Από τα 329.000 των νεκρών από τους βομβαρδισμούς πάνω από το 1/3 χάθηκαν στο ίδιο διάστημα.
[  3] C. Ryan L'ultima battaglia. Garzzanti1971 σελ 5
[  4] Έρικ Κιούμπι: Οι Ρώσοι και το Βερολίνο 1945 Εκδόσεις Δημ.Δαρεμά 1969 σελ 32
[  5] Σύντμηση των λέξεων Grosser Feldherr Aller Zeiten, ο μεγαλύτερος στρατηγός όλων των χρόνων. Μ ' αυτό τον τίτλο ο λαός του Βερολίνου αποκαλούσε τον Χίτλερ
[  6]
[  7] Hugh Trevor-Roper: Χίτλερ. Οι τελευταίες μέρες 1945
[ 8] C. Ryan L'ultima battaglia. Garzzanti1971 σελ 25 
[  9] C. Ryan L'ultima battaglia. Garzzanti1971 σελ 25
[10]Είη junges voIk steht auf zum Sturm Bereit/ Reisst die Fahnen Hohen Kameraden/ Wir FίίhΙen Nahen Unsere Zeit/Die Zeit der jungen Soldaten/ Vor uns marschieren mit sturmzerfetzten Fahnen/Die Toten Helden der Jungen Nation,/Und Uber uns die Heldenahnen/DeutschIand, VaterIand, wir Kommen schon
[11] C. Ryan L'ultima battaglia. Garzzanti1971 σελ 44
[12]
[13]
[14]
[15] Α. Tully: Le ultime ore di Berlino σελ 151
                                                                                                                                                                    Επιστροφή 









Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

THEODOR PLEVIER :ΒΕΡΟΛΙΝΟ

Ενώ ο Μέερκατς κι η ομάδα του ξεφόρτωναν ράγιες από τα βαγόνια στο σταθμό του Μπρέστ, ο συνταγματάρχης Ζέκε στεκόταν απέναντι στο Ρώσο ταγματάρχη με το στρυφνό πρόσωπο μέσα στο Γραφείο του 4ου Κλάδου. Ένα χοντρό ντοσσιέ βρισκόταν πάνω στο γραφείο του ταγματάρχη - ο φάκελος του Ζέκε! Εκείνος σχεδόν δε σήκωνε τα μάτια του:
-Σαντίτιε! Καθίστε!
Η δακτυλογράφος έξυνε μολύβια.
Η ανάκριση άρχισε με τα ίδια ερωτήματα που του είχαν κάνει εκατοντάδες φορές πριν, και που εκατό φορές πριν εί­χαν γραφτεί. Κοινωνική προέλευση, σπουδές, φοίτηση στη στρατιωτική σχολή, υπηρεσία κατά τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, πότε μπήκε στο Ράιχσβερ, Ραπάλλο και μυστική Γερμανο-Ρωσική Συνθήκη, συνεργασία του Ράιχσβερ με τον Κόκκινο Στρατό.
Η ανάκριση σταμάτησε στο Ραπάλλο.
Ραπάλλο και Τάουρογκεν. Η σχέση της συνθήκης του Ραπάλλο το 1925 με την ανακωχή του Τάουρογκεν μεταξύ του στρατηγού Γιόρκ φον Βάρτενμπουργκ [1] και του Ρώσου στρα­τηγού φον Ντίμπιτς [2] στις 30 Δεκεμβρίου 1812, ήταν σημαντική για τον Ταγματάρχη, και ήθελε ν' αναγνωρίσει κι ο Ζέκε τον παραλληλισμό.
— Οι ιστορικές συνθήκες είναι σχεδόν κάθε φορά αλλιώτι­κες και μοναδικές· είναι δύσκολο να κάνεις παραλληλισμούς, είπε ο Ζέκε.
—Ωστόσο, αναγνωρίζετε καθόλου ομοιότητες ανάμεσα σε τούτες τις δύο συνθήκες, Χερ Ζέκε;
—Ωραία, είπε ο ταγματάρχης - κι ακούστηκε σαν επί­πληξη.- Ο στρατηγός Γιόρκ φον Βάρτενμπουργκ, που για την Πρωσο-γερμανική ιστορία είναι ήρωας κι ελευθερωτής, υπήρξε πρότυπο για τον Βίσμαρκ καθώς και για τους Γερμανούς πολιτικούς που υπέγραψαν τη συνθήκη του Ραπάλλο · και το ίδιο πνεύμα εξακολουθούσε να ζει κατά την εποχή τής συνθήκης μεταξύ Χίτλερ και Στάλιν, αλλά αργότερα ό Χίτλερ απομακρύνθηκε απ' αυτό [3].
— Αυτό μοιάζει λίγο παρατραβηγμένο για να το δεχτεί κα­νείς, κύριε Ταγματάρχα.
Ο ταγματάρχης φαινόταν θυμωμένος.
-Άκου να δεις: Χωρίς τον Γιόρκ φον Βάρτενμπουργκ και τη συνθήκη με το Ρώσο στρατηγό Ντίμπιτς, δεν θα μπορούσε η αναγέννηση της Πρωσίας να...
Μόλις μέχρι εκεί τόχε τραβήξει όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε ένας Ρώσος συνταγματάρχης. Ο ταγματάρχης κι η δακτυλογράφος σηκώθηκαν, ο Ζέκε σηκώθηκε κι εκείνος. Ο συνταγματάρχης σταμάτησε μπροστά στον Ζέκε, έκανε μια ελαφριά ένδειξη υπόκλισης και είπε:
— Γιεγκόρωφ.
Ο Ζέκε δεν κατάλαβε αμέσως· έπειτα διαπίστωσε πως ο συνταγματάρχης του είχε συστηθεί: πράγμα ιδιαίτερα ασυνήθιστο.
Αμέσως υποκλίθηκε κι εκείνος:
— Ζέκε, είπε.
Κάθησαν όλοι.Η ανάκριση συνεχίστηκε.
—  Χωρίς Τάουρογκεν, ούτε Πρωσογερμανικό Ράιχ θα υπήρχε, ούτε Βίσμαρκ ούτε Γερμανική Αυτοκρατορία, είπε ο ταγματάρχης και συνέχισε: Χωρίς ένα καινούργιο Τάουρογκεν και χωρίς ειλικρινή και στενή συνεργασία μεταξύ Γερμανίας
και Σοβιετικής Ένωσης, είναι αδύνατη η αναγέννηση της Γερμανίας.




Ο συνταγματάρχης Γιεγκόρωφ τον διέκοψε.
Τα μάτια του ήταν παγερά γκρίζα, τα μαλλιά του ξανθά και το πρόσωπο του έδειχνε έξυπνο άνθρωπο. Μίλαγε γερμανικά με ελαφριά σλαβονική προφορά.
—Εκείνη την εποχή, ο Ναπολέων είχε συντρίψει την Πρωσία. Δεν είστε της γνώμης, κύριε συνταγματάρχα Ζέκε, ότι οι συζητήσεις του Ρώσου στρατηγού Ντίμπιτς και του Πρώσου Γιόρκ φον Βάρντενμπουργκ έδειξαν το σημείο στροφής για την Πρωσία μετά το Ναπολεόντειο πόλεμο; Επιπλέον, δεν είστε της γνώμης ότι η κατάσταση της Πρωσίας, ταπεινωμένης και τσακισμένης όπως ήταν μετά την ανακωχή του Τιλζίτ [4], μοιάζει απελπιστικά με την κατάσταση της Γερμανίας μετά το 1945; Και δεν είναι φανερό ότι μια Γερμανο-Σοβιετική συνεργασία θα δώσει πλεονεκτήματα και στη σημερινή περίπτωση της Γερμανίας;
— Μιλάτε σ' έναν αιχμάλωτο πολέμου, συνταγματάρχα Γιεγκόρωφ;
— Μιλάω αποκλειστικά σε σας, συνταγματάρχα Ζέκε. Μιλάω σαν στρατιώτης σε στρατιώτη, σαν αξιωματικός σε αξιωματικό, σαν άνθρωπος σε άνθρωπο, και θα επιθυμούσα ν' ακούσω την προσωπική σας γνώμη.
— Σαν συνταγματάρχης Ζέκε, σαν στρατιώτης, αξιωματικός και άνθρωπος, η απάντηση μου θα πρέπει νάναι: Ο Ρώσος στρατηγός Φον Ντίμπιτς διαπραγματεύθηκε με τον Πρώσο στρατηγό Γιόρκ φον Βάρτενμπουργκ σαν δύναμη προς δύναμη. Ο στρατός του Γιόρκ μπορούσε ν' ανατρέψει την ισορροπία μεταξύ ρωσικών και ναπολεόντειων στρατιών σε μια ιστορική στιγμή. Για την Πρωσία η κατάσταση εκείνη την εποχή ήταν θεμελιωδώς διαφορετική από εκείνην της σημερινής Γερμανίας.
— Και σε τι, συνταγματάρχα Ζέκε, συνίσταται εκείνη η θεμελιώδης διαφορά;
— Εάν, συνταγματάρχα Γιεγκόρωφ, μου μιλάτε σαν σε στρατιώτη και άνθρωπο, και όχι σαν κατακτητής στον κατακτημένο, θα μπορούσα να πω πως δεν χρειάζεται να περιγράψω εγώ την κατάσταση της χώρας μου κάτω από την κατοχή του ρωσικού στρατού. Κι ούτε να περιγράψω το θλιβερό ρόλο που θ' αναμενόταν σήμερα από έναν στρατηγό Γιόρκ. 
Απέχω πολύ από του να θέσω τον Ναπολέοντα και τον Στάλιν στο ίδιο πολιτικό και ηθικό επίπεδο. Κι ούτε τον Ναπολέοντα και τον Χίτλερ θάβαζα στο ίδιο επίπεδο. Τρέφω πολύ μεγάλο σεβασμό για τον Ναπολέοντα. Ωστόσο μοιάζει να υπάρχει κάποιος παραλληλισμός. Η κατάσταση του Ναπολέοντα ύστερα από την ανακωχή του Τιλζίτ είναι τουλάχιστον συγκρίσιμη μ' εκείνην του Στάλιν - μόνο που ο Ναπολέων δεν εξεκένωσε τον πληθυσμό τεράστιων περιοχών κάτω από την κάλυψη της νύχτας. Και, λαμβάνοντας υπόψη τη Γραμμή Όντερ-Νάισσε, είναι δύσκολο να μιλάμε για ένα νέο Τάουρογκεν και για Γερμανο-Σοβιετική συνεργασία. Εσείς, συνταγματάρχα Γιεγκόρωφ, είστε στρατιώτης μιας μεγάλης δύναμης που στηρίχτηκε στη στρατιωτική της ισχύ για να προσαρτήσει το ένα τρίτο της πατρίδας μου και να εκτοπίσει και ξεριζώσει τους πληθυσμούς των προσαρτημένων περιοχών. Τί θα σκεφτόσασταν στη θέση μου, συνταγματάρχα Γιεγκόρωφ, για έναν στρατιώτη που έστω και θα σκεφτόταν μόνον ένα καινούργιο "Τάουρογκεν";
Ο ταγματάρχης δεν έκρυβε το θυμό του. Αλλά ο συνταγματάρχης Γιεγκόρωφ δεν φαινόταν να προσέχει. Παρέμεινε ήρεμος και απάντησε με εγκαρδιότητα:
— Άλλοι Γερμανοί αξιωματικοί, δικοί σας συνάδελφοι, όχι μόνο σκέφτονται ένα καινούργιο Τάουρογκεν αλλά και κινιόνται προς τα κει. Θα αρνιόσασταν τον πατριωτισμό του στρατάρχη Πάουλους και την υπευθυνότητα του απέναντι στο λαό του;
— Ο στρατάρχης Πάουλους θα πρέπει πρώτα να συμβιβαστεί με την ίδια του τη συνείδηση. Κατά τη γνώμη μου, μόνον ένας ανόητος ή ένας απατεώνας θα συνέκρινε τις συνθήκες της ανακωχής μεταξύ Γιόρκ και Ντίμπιτς με τη σημερινή κατάσταση της Γερμανίας.
— Και σε ποιά από τις δύο κατηγορίες κατατάσσετε τον Χέρ Πάουλους [5] ή τον Χερ Πηκ [6];
— Την απάντηση θ' αφήσω να τη δώσετε μόνο σας, συνταγματάρχα Γιεγκόρωφ.
Ο ταγματάρχης με δυσκολία συγκρατιόταν. Δυσφορούσε σαν αλυσοδεμένο μπουλντόγκ.
—Ομολογώ, συνέχισε ο συνταγματάρχης Γιεγκόρωφ με την ίδια ήρεμη φωνή, ότι ορισμένες καταστάσεις δεν μοιάζει να μιλάνε ακριβώς για Σοβιετο-Γερμανική συνεργασία αν 
και πρέπει κανείς να λαμβάνει υπόψη του και το παγκόσμιο πολιτικό πλαίσιο. Μόνο το ένα τρίτο της Γερμανίας είναι ρωσικό, και τα δύο τρίτα κατέχονται από δυτικές δυνάμεις. Ένας αριθμός συνθηκών ευνοούν μια Γερμανο-Σοβιετική συνεργασία. Από τη γερμανική πλευρά, ποιά γεγονότα σας φαίνονται πως δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά;
— Είναι φανερό πως η Γερμανία πρέπει να επανορθώσει τις καταστροφές που κάτω από τον Χίτλερ έκανε στη χώρα σας. Από την άλλη πλευρά όμως, εγώ θα πρότεινα να πάψει η ισχύς της συνοριακής Γραμμής Όντερ-Νάισσε, να αποδοθούν οι προσαρτηθείσες περιοχές και να δοθεί βοήθεια στο θέμα της επιστροφής των εκκενωμένων πληθυσμών...
Ο ταγματάρχης είχε φτάσει στα έσχατα της υπομονής του. Βρόντησε τη γροθιά πάνω στο τραπέζι και ούρλιαξε:
Ιντί κ τσορτίου, άει στο διάβολο, γιούμπ τβόι...
Ετούτη η απροσδόκητη έκρηξη ήταν και το τέλος της συζήτησης.
Ο συνταγματάρχης Γιεγκόρωφ σηκώθηκε και υποκλίθηκε.
— Σας ευχαριστώ συνταγματάρχα Ζέκε. Α ναι, η διάσκεψη του Λονδίνου [7]θα γίνει πολύ σύντομα, θα φροντίσω να λάβετε τις εφημερίδες που θα την περιγράφουν.
Τον Ζέκε δεν τον χρειαζόντουσαν άλλο · ήτανε ξανά έξω, και δεν ήξερε τι συμπέρασμα να βγάλει απ' όλ' αυτά. Κ τσορτίου ... αυτό ήταν ειλικρινές· αλλά τι σήμαιναν όλα τ' άλλα; Δεν ήξερε τι συμπέρασμα να βγάλει από τον υπερευγενικό Γιεγκόρωφ.
Οι μέρες περνούσαν. Δεν τον φώναξαν γι' άλλες ανακρίσεις. Είδε ένα Γερμανό ανθυπολοχαγό να μπαίνει στο στρατόπεδο επικεφαλής σαράντα ανδρών. Σε κανονικές τετράδες, με ίδιο βήμα και στολές από τα λάφυρα του πρώην σώματος καταναγκαστικής εργασίας. Είχαν ακόμα και σημαία, και τραγουδούσαν: "Πιο ψηλά και πιo ψηλά... παρά το μίσος και την περιφρόνηση... κάθε προπέλα τραγουδάει καθώς γυρίζει... προστατεύουμε τη Σοβιετική Ένωση..."
Μ' εκείνους τους σαράντα άντρες, που είχαν εκπαιδευτεί στη Σοβιετική Ένωση για τη Λαϊκή Αστυνομία, ο κατάλογος των επαναπατριζόμενων είχε συμπληρωθεί. Ο Ζέκε δεν είχε ακόμα σβηστεί. Τ' όνομα του εξακολουθούσε να είναι μαζί με το πλήθος των επαναπατριζόμενων όταν πήραν το δρόμο για το σταθμό του Μπρεστ. Του είχαν δοθεί όλες οι εφημερίδες που έγραφαν για τη Διάσκεψη του Λονδίνου, η οποία και είχε διακοπεί χωρίς κανένα αποτέλεσμα - όχι μόνο οι Ανατολικογερμανικές εφημερίδες αλλά επίσης κι εκείνες από τη Δυτική Γερμανία που είχαν σχόλια από τη Γαλλία και την Αγγλία. 

Έστεκαν στο σταθμό. Όλοι τους... ο Ζέκε, ο Κόπμαν, ο Μέερκατς, ο επιλοχίας Βούστμαν, καθώς κι ο επιλοχίας Λόοζε, που πάνω του είχε περάσει η καταιγίδα για να καταγραφεί στο κουτί από ξύλο σημύδας. Περίμεναν. Τα άδεια φορτηγά βαγόνια που είχαν φτάσει από την Ανατολή με τ' ανθρώπινα ναυάγια τους, είχαν γυριστεί ήδη στις γραμμές αναχωρήσεων. Δύο επιβατικά βαγόνια δένονταν στο πίσω μέρος του τραίνου για τους πολιτικούς Ενεργούς από το στρατόπεδο των επαναπατριζόμενων. Επί τέλους τους επέτρεψαν να επιβιβαστούν. Από το κάθισμα του ο Ζέκε είδε τις άθλιες φιγούρες να βγαίνουν από το τραίνο με τις φαρδιές γραμμές και να παίρνουν θέσεις σ' ένα βαγόνι με γερμανικά μέτρα γραμμών. Μερικοί απ' αυτούς μπορούσαν να περπατάνε μόνο με τη βοήθεια άλλων. Μερικοί μπορούσαν να στέκουν όρθιοι, αλλά τους ήταν αδύνατο να περπατήσουν χωρίς υποστήριξη · άλλους χρειάστηκε να τους κουβαλήσουν σηκωτούς. Όλοι τους ήταν άρρωστοι, και ορισμένοι επικίνδυνα, ενώ άλλοι βρισκόντουσαν στο χείλος του τάφου. Εκείνο που τους έδινε τη δύναμη να βαστήξουν, ήτανε μόνον η σκέψη να ταφούν στην πατρίδα τους και όχι στο Μπρεστ. Το τραίνο έμεινε ακίνητο για πολλή ώρα. Η αλλαγή δεν είχε χρησιμέψει σ' εκείνα τα κακομοιριασμένα ναυάγια. Έπρεπε να ξανακατέβουν και να σταθούν ανάμεσα στις γραμμές. Το να τους αφήσουν πίσω, εδώ στον τελευταίο ρωσικό σταθμό, σαν "ανίκανους για ταξίδι" ήταν το χειρότερο που θα μπορούσε να τους τύχει, και έτσι, ακόμα κι εκείνοι που μετά βίας μπορούσαν να σταθούν όρθιοι, σύρθηκαν έξω από τα βαγόνια κι έλαβαν θέση στη γραμμή. Αλλά είχαν κάνει λάθος, δεν επρόκειτο για τελευταία επιθεώρηση. Το Μπρεστ δεν είχε αρκετούς εργάτες για ν' αντικαθιστά εκείνους που πέθαιναν. Ανάμεσα σ' εκείνους που είχαν ελευθερωθεί από τα στρατόπεδα της Ανατολής σαν ανήμποροι για εργασία, μπορεί να υπήρχαν και μερικοί που είχαν συνέλθει έπειτα από μια δύο βδομάδες ξεκούραση. Νάτους τώρα με τεντωμένα γόνατα, με προτεταμένα στήθη, να προσπαθούν να κάνουν καλή εντύπωση.

Ο γιατρός του στρατοπέδου είχε συζητήσει ήδη το ζήτημα με τον Επικεφαλής Μεταφοράς πάνω από ένα ποτήρι βότκα, και τώρα κι οι δύο περπατούσαν κατά μήκος της αράδας. Δεν χρειαζόταν οι άντρες να βγάλουν τα κουρελιασμένα ρούχα όπως έκαναν στις περιοδικές εξετάσεις στο στρατόπεδο. Εδώ δεν υπήρχε θέμα για τις συνηθισμένες κατατάξεις - ικανός για εργασία, Ι,//, ///, ή ανίκανος /,//, ///.
Αν κάποιο ζευγάρι μάτια δέν ήταν ακόμα τελείως χωμένο στις κόγχες ή κάποιο κρανίο δέν ήταν τόσο αδυνατισμένο ώστε να φαίνονται κάτω από το δέρμα οι ραφές των οστών, ο γιατρός θα γύμνωνε το στήθος και θα τσίμπαγε το δέρμα πάνω στο ξιφοειδές κόκαλο του στέρνου. Αν υπήρχε έστω και ίχνος λιπαρού ιστού κάτω από το δέρμα, τότε ένας αντικαταστάτης εργάτης είχε βρεθεί. Λίγες μέρες στο νοσοκομείο και μερικές έξτρα μερίδες Κάσα[7] κι ο άρρωστος θα ήταν έτοιμος για τις ομάδες εργασίας.




Αφού ξεδιαλέχτηκε μ' αυτό τον τρόπο ένας αριθμός άντρων, στους υπόλοιπους επέτρεψαν νά επιβιβαστούν στο τραίνο.Τελικά τέλειωσε κι αυτό — εκείνοι που ξεδιαλέχτηκαν στέκονταν άθλια ανάμεσα στις γραμμές φρουρούμενοι από πολιτικούς Δραστικούς που τους οδήγησαν στα βαγόνια τους. Ο άνθρωπος με το κόκκινο πηλήκιο: Το σινιάλο για αναχώρηση. Οι τροχοί γύρισαν, το τραίνο γλιστρούσε βγαίνοντας από το σταθμό του Μπρέστ-Λιτόφσκ. Κύλησε σε μια γραμμή με γερμανικά μέτρα, και τράβηξε προς τη Δύση.
Απίστευτο... ούτε οι φθισικοί που ήταν τεντωμένοι πάνω στα γυμνά σανίδια των φορτηγών βαγονιών, ούτε οι Δραστικοί στα επιβατικά βαγόνια δεν μπορούσαν να το πιστέψουν, και λιγότερο απ' όλους ο Ζέκε. Υπάρχουν χωριά Ποτέμκιν -γιατί λοιπόν να μην υπάρχουν και ταξίδια Ποτέμκιν - πάνω σε ράγιες με Δυτικά μέτρα; Αλλά το ποτάμι που ζευόταν από μια πρόχειρη γέφυρα που την πέρασαν την ίδια νύχτα, έλεγαν πως ήταν ο Βιστούλας, κι η εφιαλτική πόλη των ερειπίων που γλιστρούσε πίσω τους μες στο σκοτάδι, ήταν χωρίς αμφιβολία η Βαρσοβία. Το ταξίδι τους τους οδήγησε μες από γυμνή γη, δίπλα σε αποδεκατισμένες πολιτείες, σε σταθμούς που τα ονόματα τους ήταν ακόμα γραμμένα στα γερμανικά. Και τίποτα δεν έγινε· καμιά διαταγή δεν τους πρόλαβε στο δρόμο· τίποτα δεν τους εξανάγκασε να γυρίσουν πίσω.Ένα γκρίζο πρωινό · μουσκεμένοι δρόμοι πνιγμένοι στή λάσπη.
Οι ρόδες κυλούσαν αργά. Δίπλα στο τραίνο έτρεχαν γυναίκες. Ήταν Γερμανίδες και φώναζαν: Έχετε λίγο ψωμί;" Σίγουρα έπρεπε να το βλέπουν - σαράντα βαγόνια με επαναπατριζόμενους αιχμαλώτους πολέμου, πεινασμένους, πετσί καί κόκαλο, έτοιμους για το μνήμα. Το έβλεπαν και το ήξεραν, αλλά παρ' όλ' αυτά ζητιάνευαν, και έπεφταν χάμω και πάλευαν μ ένα μπουλούκι από ραχιτικά παιδιά για ένα ξεροκόμματο που κάποιος Πλένα είχε πετάξει έξω. Τούτο ήταν απρόσμενο · και για κείνους που κοίταζαν - τον Ζέκε και τον Μέερκατς και τον Βούστμαν και τους άλλους Πλένα μπροστά στις ανοιχτές πόρτες των βαγονιών για ζώα - τούτο τους φαινόταν χειρότερο από κάθε τι άλλο που είχαν γνωρίσει στην αιχμαλωσία.

 Υποσημειώσεις:
[7] Χυλός άπό κεχρί.


 







 

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2013

GRAF FOLKE BERNADOTTE : DAS ENDE -EPILOG


Während ich also im Frühjahr
1945 mehrere Reisen nach Deutschland unternahm, erhielt ich verschiedentlich Aufschluß über die führenden Gestalten des Dritten Reiches, Diese Aufhellungen, von denen ich annehmen darf, daß sie aus zuverlässigen Quellen stammen, haben mich davon überzeugt, daß es für die künftige Entwicklung der Welt von größter Bedeutung ist, wenn nach zwei Richtungen hin völlige Klarheit geschaffen wird.
Erstens muß dem deutschen Volk unbedingt zum Bewußtsein gebracht werden, daß das Reich im Jahre 1945 nicht nur an den militärischen Fronten, sondern auch in allen anderen Bereichen eine totale Niederlage erlitten hat ganz genau so wie im Jahre 1918, wo zwar die deutsche Propaganda nichtsdestoweniger den «Dolchstoß» der Heimatfront bald genug als den wahren Grund der Niederlage auszugeben suchte. Der Mythos von der Unüberwindbarkeit der deutschen Wehrmacht muß jetzt ein für allemal ausgetilgt werden. Es darf keine neue Dolchstoßlegende aufkommen.
Zweitens muß das deutsche Volk auch dazu gebracht werden, daß es die führenden Männer des Dritten Reiches nach ihrem wahren Maß zu beurteilen vermag. Persönliche Erfahrung hat mir gezeigt, daß sie Männer ohne irgendwelche moralische Haltung und ohne alle menschliche Größe waren. Der letzte Akt entlarvte sie: von ihrer furchtbaren Vergangenheit belastet, suchten sie verzweifelt, sich gegenseitig in den Schlingen ihres Ränkespiels zu fangen, feige,unentschlossen und ratlos mir darauf bedacht, sich einer hinter dem Rücken des anderen 7,ii verkriechen. Die Schlußszene des Dritten Reiches ermangelte (96) jeglicher Würde und aller wahrhaft menschlichen Tragik. Sie konnte ja nur klein sein, weil die handelnden Personen so kleinlich, so minderwertig waren. Sie kämpften nicht für eine Idee, für einen Glauben, für eine Überzeugung, sie verteidigten bloß noch ihr nacktes Leben, das durch unsühnbare Verbrechen befleckt war.
Werfen wir deshalb einen raschen Blick auf diese Führergestalten, wie sie sich im dreizehnten und letzten Jahre des tausendjährigen Dritten Reiches selber zeigten.
Zuerst Adolf Hitler, der Führer. Die von Großadmiral Dönitz bereits erfundene Legende behauptet, er sei im Kampfe für sein Volk auf den letzten Barrikaden des Abendlandes gegen den Bolschewismus den Heldentod gestorben. Aber in besonders gut informierten deutschen Kreisen vertritt man in diesem Punkt eine ganz andere Auffassung. Der Führer hatte kein heroisches Ende, das kann als völlig sicher angesehen werden. Er ist ums Leben gebrach! worden. Gewiß, er behielt bis in die letzten Tage des Dritten Reiches seine führende Stellung, doch hatte er schon längst die Fähigkeil verloren, eine positive Initiative zu ergreifen. Fr vermochle nur noch, die Beschlüsse umzustoßen, die seine Gehilfen gefaßl hallen. Für seine nähere Umgebung war er genau so ein Schreckgespensl geworden wie längst für die ganze übrige Well. Mißfiel ihm jemand, so unterzeichnete er sogleich den Hinrichtungsbefehl. Im letzten Akt war Adolf Imitier ein körperlich und seelisch gezeichneter Mann, sehr wahrscheinlich mit einer Krankheil behaftet, die verschiedenes in seinen sinnlosen Maßnahmen und in seinen Wahnvorstellungen zu erklären vermag. Seine Hände zitterten, und nur mit äußerster Mühe vermochle er sich in geschlossenem Räume fortzubewegen. Er wußte, daß seine Tage gezählt waren, und gab sich Rechenschaft über das vollständige Mißlingen seiner Pläne. Er wußte âlich, daß seine Gegner im Begriffe waren,  Im einzukreisen, daß seine Lage immer verzweifelter wurde. In den letzten Tagen war er zu nichts anderem mehr fähig, als Himmler durchs Telephon seine Anklagen zuzubrüllen, imver-y.wci(eilen Bestreben, so eine Änderung der Lage heraufzubeschwören.
In Hitlers engster Umgebung traf man vor allem Eva Braun, seine Geliebte. Sie entstammte einer Münchner Familie und muß allem Anschein nach sehr schön gewesen sein. Nach allein, was man mir berichtete, übte sie einen sehr starken Einfloß auf den Führer aus. Sie war es zum Beispiel, die den Obergruppenführer Kaltenbrunner bei Hitler einführte und damit einem der verhängnisvollsten Geister in der Kamarilla von Männern und Frauen, die in jenen Tagen die Geschicke Deutschlands lenkten, den Weg ebnete. Dieser Kaltenbrunner war mit einem weiteren Mitglied des Kreises, mit dem Gruppenführer Fegelein, der eine Schwester Eva Brauns geheiratet hatte, intim befreundet. Dieser ehemalige Reitlehrer war rasch zu hohen Würden aufgerückt. Das Vierblatt die beiden Schwestern Braun, Kaltenbrunner und Fegelein bildete eine der skrupellosesten, gefährlichsten Gruppen im Gefolge Hitlers. In der letzten Phase verbrachte Kaltenbrunner täglich mehrere Stunden beim Führer und tat sein möglichstes, um ihn auf dem längst eingeschlagenen Wege ins Verderben zu hetzen.
Zu den Koryphäen des Schlußaktes gehörte auch der Reichsleiter Martin Bormann, der Nachfolger von Rudolf Heß. Dieser Spezialist der Intrigen übte auf den Führer ebenfalls einen beträchtlichen Einfluß aus. Er hatte ein Talent ausgebildet, das sieh nun als sehr wertvoll erwies: er redigierte für Hitler über die kompliziertesten Sachverhalte äußerst vereinfachte Rapporte. I )er Führer schätzte diese Gabe sehr hoch.

Goebbels: er schöpfte seine ganze Kraft aus seinen Propagandareden, berauschte sich daran, als ihnen längst kein Mensch mehr Glauben schenkte, und beschwor aus sicherem Schutzraum in flammenden Ansprachen die Bevölkerung Berlins, bis zum letzten Mann zu kämpfen.
Göring: nach allem zu urteilen, hatte er sich 1940 davon überzeugt, der Krieg sei ein für allemal gewonnen, und ließ sich durch nichts zu einer anderen Auffassung bringen. Als Folge davon hatte er die Luftwaffe vernachlässigt und rasch verfallen lassen.
Ribbentrop: er war lächerlich eitel und sein Gesichtskreis eng begrenzt.
Sie alle gehörten zum innersten Kreis, der Hitler bis zuletzt umgab. Görings Einfluß scheint allerdings so gut wie ausgeschaltet gewesen ZU sein.
Und dann war da noch Heinrich Himmler: über ihn soll hier nur gesagl werden, daß er Hitler ebenso gefürchtet zu haben scheint, wie umgekehrt der Führer in Angst vor ihm lebte.
Der Klüngel um Hitler richtete seine [ntrigen vor allem gegen den Chef der Gestapo. Das Ergebnis war, daß er an die Front geschickt wurde; zuerst, im Späth6rb8t, an die Westfront, dann an die Oderfront, einen der schwierigsten und gefährdet-sten Abschnitte. Es bestand die Absicht, ihn zum Versagen zu bringen. Er sollte sich kompromittieren. Dann konnte man ihn liquidieren.
Himmler endete als Selbstmörder, Aber vorher war noch Hitler von der Bühne abgetreten.
Kurz nachdem das europäische Drama zu Ende gespielt und der Vorhang gefallen war, hatte ich eine längere Unterredung
(99) mit dem Gesandten Schellenberg, der wie bereits berichtet nach Stockholm gekommen war, um die Kapitulation der deutschen Truppen in Norwegen zu regeln, und immer noch in der schwedischen Hauptstadt weilte. Meine früheren Verhandlungen mit Schellenberg ließen eine Schlußkonferenz zwischen uns beiden notwendig erscheinen. Seine Einstellung gegen den offiziellen Kurs hatte ihn veranlaßt, meine Pläne im Dienste des Roten Kreuzes zu unterstützen. Ich muß sagen, daß die Art, wie er im eigentlichen Schlußakt seinen Einfluß geltend machte, in hohem Maße dazu beitrug, daß Dänemark und Norwegen nicht zum Schauplatz eines vernichtenden Endkampfes wurden. Es ist hauptsächlich seiner energischen Forderung zu verdanken, daß man beschloß, die deutschen Streitkräfte dort bedingungslos kapitulieren zu lassen.
Nun saß Schellenberg vor mir und erzählte, was er während der letzten Wochen beobachtet und erlebt hatte. Er gab mir auch einen Einblick in das Spiel hinter den Kulissen, wie es sich in Verbindung mit meinem eigenen Auftreten auf der deutschen Bühne entwickelt hatte. Seine Darstellung, für deren Richtigkeit er selbstverständlich allein die Verantwortung trägt, scheint mir vom Standpunkt der Geschichte aus und auch als Ergänzung zu meinem eigenen Bericht von so großer Bedeutung, daß sie in ihren wesentlichen Teilen veröffentlicht zu werden verdient.

Σάββατο 11 Αυγούστου 2012

GRAF FOLKE BERNADOTTE:DAS ENDE

BERLIN
Niemals habe ich eine Reise mit größerer Spannung angetreten als an jenem Morgen im Februar dieses Jahres, da ich in Bromma zum Flug nach Berlin aufstieg. Illusionen machte ich mir keine; meine Hoffnung, ein völlig positives Ergebnis zu erreichen, war gering. Um so mehr war ich mir der Schwierigkeiten bewußt, die es zu überwinden galt. Wenn ich nur mit Himmler sprechen konnte, dann würde ich nicht mit leeren Händen zurückkommen. Ob es mir wohl glückte, diesen Mann zu treffen, den ich für die damals mächtigste Persönlichkeit in ganz Deutschland hielt? Er war in jenem Augenblick Oberbefehlshaber an der Ostfront, und da der Druck der Russen täglich zunahm, war er dort gewiß unabkömmlich. Überdies erschwerte es meine Aufgabe, daß ich den Vermittlern der Zusammenkunft den wahren Grund, weshalb ich Himmler treffen wollte, nicht verraten konnte. Wenn sie meinen Vorschlag nicht annahmen, konnte das ganze Unternehmen gar leicht zum Scheitern gebracht werden.
Als ich in Berlin landete, lagen die politischen und militärischen Dinge etwa so: Die Jalta-Konferenz war gerade abgeschlossen worden. Nach dem Communiqué der «Großen Drei» vom 12. Februar konnte man erwarten, daß die Alliierten ihre Kräfte koordinieren würden. Die Pläne für gleichzeitig aus allen Himmelsrichtungen gegen Deutschland losbrechende Offensiven lagen bereit. Den Russen war es bereits gelungen, auf reichsdeutsches Gebiet vorzudringen, und im Westen harrten die britischen und amerikanischen Heere auf das Signal zum (18) Großangriff gegen den Rhein. Das Dritte Reich begann in allen Fugen zu krachen. Dem allem zum Trotz hatten die Nazi ihre verzweifelte Terrorpolitik in den besetzten Gebieten fortgeführt, ja sogar verschärft. So waren in Norwegen vom 8. bis zum 10. Februar weitere vierunddreißig Patrioten ermordet worden. Die Entwicklung ging in rasendem Tempo der letzten großen Krise zu. Man mußte auf alles gefaßt sein.
Berlin stand bereits im Zeichen der Kriegsmüdigkeit. Zwar wirkten die Menschen, denen man auf der Straße begegnete, noch immer wohlgenährt. Ein ausgesprochener Mangel an Lebensmitteln scheint damals noch nicht geherrscht zu haben. Natürlich sah man lange Schlangen vor den Lebensmittelgeschäften, doch bekamen die Leute anscheinend die Rationen, auf die ihnen ihre Karten ein Recht gaben. Aber diese Menschen sahen ermattet aus. Sie hegten nur noch den einen Wunsch, der Krieg möge so rasch wie möglich zu Ende gehen.
In den Straßen Berlins hatte der Bau von Barrikaden bereits begonnen. Man merkte nichts von Panikstimmung, aber auch nichts von Begeisterung. Die Untertanen des Dritten Reiches arbeiteten mit der mechanischen Pflichttreue, die nun einmal das Kennzeichen der Deutschen ist. Es wurden hier Angehörige des Volkssturms, dann auch Frauen und natürlich ausländische Arbeiter aus den Konzentrationslagern beschäftigt. Angesichts der ziemlich illusorischen Barrikaden, zu denen man nahm, was man gerade fand — Autobusse, Straßenbahnwagen, Autos, die man mit Ziegelsteinen füllte —, machte sich der bekannte Berliner Humor geltend. So war etwa folgende Geschichte im Umlauf:
Wenn die Russen nach Berlin kommen, brauchen sie eine Stunde und zwei Minuten, um die Stadt zu erobern. — Wieso? — Nun. erst werden sie eine Stunde lang vor den Barrikaden (19) stehen und sich schief lachen. Dann werden sie zwei Minuten brauchen, um sie zu durchbrechen.

So standen also die Berliner Schlange vor ihren Lebensmittelgeschäften oder arbeiteten auf den Barrikaden und erwarteten den Feind in der Stadt. Und rund herum breiteten sich die Greuel der Zerstörung aus. Im Stadtzentrum bekam man den Eindruck, daß von fünf Häusern vier durch die von den Alliierten mit unerhörter Wucht durchgeführten Bombenangriffe zerstört worden waren. Trotzdem lebten die Leute in den Kellern weiter
viele waren natürlich evakuiert worden —, und das Leben nahm wenn auch nicht gerade seinen gewohnten Gang, so doch einen einigermaßen normalen Verlauf. Die U-Bahn war in Betrieb und erlitt nur nach Flugangriffen Stockungen, und dasselbe galt für Gas. Elektrizität und Telephon.
Es ist nicht leicht, zu sagen, was diese Menschen über die allgemeine Lage dachten, was ihr apathischer Gesichtsausdruck bedeutete. Das Vertrauen in den Nationalsozialismus war schwer erschüttert; auch war man sich offenbar darüber klar, daß der Krieg allen Propagandareden des Dr. Goebbels zum Trotz für Deutschland endgültig verloren war. Sehr charakteristisch ist es indessen, daß man in gewissen Kreisen immer noch nicht verstand oder nicht verstehen wollte, wie sehr gerade Hitler die Verantwortung für das ganze Elend trug. Mit der für die Deutschen so bezeichnenden Sentimentalität hielten große Teile des Volkes selbst in den letzten Monaten und Wochen des Dritten Reiches immer noch an ihrem vergötterten Führer fest. Man hatte ihm den Treueid geschworen; man mußte zu ihm stehen. Die phantastischen Träume, die Adolf Hitler geträumt hatte, waren für alle Völker zu Alb träumen geworden, nur dem deutschen Volk bedeuteten sie Wunschträume. Der einfache Mann brachte es nicht über sich, den Glauben an denjenigen (20)  aufzugeben, in dem er seinen Erlöser sah. Er brachte es auch nicht über sich, die Vorstellung von der Berechtigung des Hitlerschen Programms aufzugeben.

Als ersten besuchte ich den Chef der deutschen Sicherheitspolizei, Obergruppenführer Kaltenbrunner. Mit eleganter Geste wies er auf die Chesterfield-Zigaretten, die auf dem Tisch lagen, und schob mir auch die Flasche Dubonnet hin, die er hatte kommen lassen und die sicher aus einem in Frankreich gestohlenen Lager stammte. Gleichzeitig betrachtete er mich mit kalt forschenden Blicken. Das war am 17. Februar, am Tag nach meiner Ankunft in Berlin. Die durch die schwedische Gesandtschaft vermittelte Begegnung fand in Kaltenbrunners prunkvoller Villa in Wannsee draußen statt. Ich mußte alles daransetzen, meinen Gastgeber, Hitlers Stellvertreter in der Gestapo, davon zu überzeugen, daß es überaus wichtig wäre, mit dem Reichsminister zusammenzutreffen.
Obergruppenführer Kaltenbrunner, ein Mann von etwas über vierzig Jahren, konnte bereits auf zahlreiche hervorragende Verdienste zurückblicken. Eifer und Erfolg kennzeichneten seine Karriere. Sehr rasch war er Gestapochef in Wien geworden, und als Reinhard Heydrich, eine der bestqualifizierten Kräfte, die der Gestapo je zu Gebote gestanden hatten, als stellvertretender Reichsprotektor für Böhmen und Mähren 1942 ermordet wurde, nachdem er eine nicht genau bestimmbare Zahl tschechischer Fatrioten hatte ermorden lassen, war es ganz natürlich, daß man Kaltenbrunner zu seinem Nachfolger als Chef der deutschen Sicherheitspolizei bestimmte. Er hatte nicht nur den nötigen Charakter — auch sein Aussehen sprach für ihn. Er sah genau so aus, wie man (21) sich einen Gestapochef vorzustellen pflegt. Auf jeden Fall war Obergruppenführer Kaltenbrunner nicht der Mann — das sah ich auf den ersten Blick —, der irgendwelches Verständnis für eine humanitäre Aktion in deutschen Konzentrationslagern bekunden konnte.
Während unserer Zusammenkunft zeigte er sich beherrscht, eisig kühl und ungemein wißbegierig. Er wollte herausbringen, warum mir so viel daran lag, Himmler zu treffen. Während er an seinem Dubonnet nippte, der so gut zum eleganten Milieu in seiner Wannsee-Villa paßte und überdies so bezeichnend war für das Leben, das ein Chef der deutschen Sicherheitspolizei noch in den Monaten vor dem Zusammenbruch führte, betonte er, es sei außerordentlich schwer, ein solches Zusammentreffen herbeizuführen. Er schlug mir daher vor, ich sollte mein Anliegen ihm vortragen, er werde es dann an seinen Chef weiterleiten.
Begreiflicherweise konnte ich diesen Vorschlag nicht annehmen. Ich mußte nun versuchen, sein Interesse so stark zu wecken, daß er sich bereit erklärte, eine Begegnung mit Himmler zu vermitteln, ohne daß ich ihm etwas Wesentliches über meine eigentliche Aufgabe verriet. Nach den Aufzeichnungen, die ich machte, entspann sich ungefähr folgendes Gespräch:
Bernadotte: «Das Verhältnis zwischen Schweden und Deutschland ist, wie Sie wissen, ein außerordentlich schlechtes. Die Stimmung in Schweden ist im höchsten Grade antideutsch. Vor allem sind es die deutschen Grausamkeiten in Norwegen und Dänemark, die diese Stimmung hervorgerufen haben, die Plünderungen in Nordnorwegen zum Beispiel, und dann vor allem die Festnahme von Geiseln. Es gibt viele Beispiele für diese Taktik, die unbedingt gegen alle internationalen Vereinbarungen (22) verstößt. Reichsminister Himmler bekleidet eine Stellung, die es ihm erlaubt, Maßregeln zu treffen, die die Stimmung in Schweden Deutschland gegenüber zu verbessern geeignet wären. Soweit ich verstehe, liegt das vor allem im deutschen Interesse.»
Kaltenbrunner: «Haben Sie von Ihrer Regierung einen offiziellen Auftrag?»
Bernadotte: «Den habe ich nicht, aber ich kann soviel sagen, daß nicht nur die schwedische Regierung, sondern auch das schwedische Volk die Auffassung teilt, die ich hier skizziert habe.»
Kaltenbrunner: «Ich weiß, daß das Verhältnis zwischen unsern Ländern höchst unbefriedigend ist, und ich bedaure das. Ich weiß aber auch, daß Reichsminister Himmler ein besonderes Interesse daran hat, zwischen Deutschland und Schweden gute Beziehungen zu schaffen. Anderseits hat sich die Festnahme von Geiseln als eine notwendige Maßnahme erwiesen, wenn man mit der Sabotagetätigkeit fertig werden will. Ähnliche Maßnahmen sind übrigens auch von den Russen getroffen worden, ohne daß die öffentliche Meinung in Schweden darauf reagiert hat.»
Bernadotte: «Es wäre für Deutschland von größter Bedeutung, Schweden nicht zum Feinde zu haben, ob Deutschland nun den Krieg gewinnt oder verliert.»
Da mischte sich zum erstenmal eine dritte Persönlichkeit ins Gespräch, nämlich Brigadeführer Schellenberg, welcher der Zusammenkunft ebenfalls beiwohnte. Er bemerkte:
«Für Deutschland wäre es ein großes Unglück, wenn Schweden ihm den Krieg erklärte.»
Brigadeführer Schellenberg sollte bei meiner weiteren Tätigkeit in Deutschland, also während der letzten Phase des (23) Krieges, eine so bedeutende Rolle spielen, daß es mir gerechtfertigt erscheint, ihn kurz vorzustellen.
Walter Schellenberg, den ich auf etwa fünfunddreißig Jahre schätzte, bildete in allem geradezu den Gegentyp zu Kaltenbrunner. Seiner Ausbildung nach Jurist, wurde er 1940 Chef der politischen Abteilung des deutschen Nachrichtenwesens. Vier Jahre später kam er an die Spitze der ganzen Organisation zu stehen. Hier spielte er eine wichtige Rolle, vor allem, weil er sich, wie ich selber feststellen konnte, energisch und zielbewußt für eine Schwenkung in der deutschen Politik, besonders für eine Neugestaltung der Außenpolitik, einsetzte. Er versuchte auch, der Bestialität entgegenzuarbeiten, die sich die Gestapo zuschulden kommen ließ. Im Verlaufe eingehender Gespräche erzählte er mir in der Folge, daß Kaltenbrunner ihn haßte und sogar — wenn auch ohne Erfolg — Hitler zu überzeugen versucht hatte, er, Schellenberg, stehe im Dienste des Intelligence Service. Ich gebe gerne zu, daß ich von Anfang an zu diesem menschlich fühlenden Nazi ein gewisses Vertrauen faßte, und daß ich ihm auf jeden Fall für die positive Hilfe dankbar bleiben werde, die er mir im Zusammenhang mit meiner Mission in Deutschland geleistet hat.
Die Beratung ging weiter. Unbeirrt fuhr Kaltenbrunner fort, mir auf den Zahn zu fühlen. Er suchte zu erfahren, was ich Himmler vorzuschlagen beabsichtigte, und fragte mich, ob ich konkrete Vorschläge zu unterbreiten hätte. Ich verneinte das, um einer eingehenderen Diskussion zwischen Kaltenbrunner und mir auszuweichen. Wenn er das, was ich auf dem Herzen hatte, nicht guthieß, würde er natürlich alles daransetzen, ein Zusammentreffen zwischen mir und Himmler zu verhindern. Deshalb unterbreitete ich ihm meinen eigentlichen Plan nicht, sondern sagte bloß, ich hätte zwei Wünsche: nämlich (24) die Erteilung eines Visums für alle mit Deutschen verheirateten, als Schwedinnen geborenen Frauen mit Kindern, sonders für solche, die ausgebombt oder deren Männer gefallen waren oder vermißt wurden, und die Erlaubnis für das Schwedische Rote Kreuz, in den Internierungslagern in Deutschland zu arbeiten. Erstaunlicherweise stellte sich Kaltenbrunner ganz verständnisvoll zu diesen Wünschen, worauf ich ihn fragte, ob er nunmehr begreife, wie wichtig es sei, daß ich Himmler träfe. Selbst wenn eine positive Lösung der Fragen, die ich gerade berührt hätte, nicht gefunden werden könnte, würde ein solches Zusammentreffen ausreichen, um die Einstellung des schwedischen Volkes der deutschen Führung gegenüber zu ändern. Kaltenbrunner erklärte in entschiedenem Ton, daß er das einsehe. Als ich mich von ihm verabschiedete, hatte ich wirklich Anlaß, zu hoffen, ich würde bald mit Himmler selbst sprechen können.


Nach meinem Besuch bei Obergruppenführer Kaltenbrunner fuhr ich direkt ins Auswärtige Amt. Ein Wort über das Vorspiel zu die&er zweiten Audienz: Schon wenige Stunden nach meiner Ankunft in Berlin wurde mir berichtet, es läge dem deutschen Außenministerium sehr viel daran, genauere Angaben über meine Geschäfte in Berlin zu erhalten; man suchte vor allem zu erfahren, weshalb ich Himmler treffen wollte. Es war längst kein Geheimnis mehr, daß das Verhältnis zwischen Herrn von Ribbentrop und dem Chef der Gestapo nicht das allerherzlichste war. Gerade als ich am ersten Abend in den provisorischen Räumlichkeiten der schwedischen Gesandtschaft an der Rauchstraße — ganz in der Nähe des . einen Bombenangriff völlig zerstörten Gesandtschafts(25)-gebäudes — speiste, erschien ein Bote von Ribbentrop mit der Nachricht, der Außenminister wünsche mich schon am nächsten Tag zu treffen.
Joachim von Ribbentrop empfing mich im zum Teil bomb engeschädigten Auswärtigen Amt. Sein Arbeitsraum war immerhin noch intakt, und er selbst schien körperlich und geistig frisch und sehr erfüllt von seiner hohen Würde und seiner eigenen überragenden Persönlichkeit. Er bat mich, neben dem geheizten Kamin Platz zu nehmen, und begann sofort zu reden. Unbemerkt setzte ich meine Stoppuhr in Gang.
Als ich sie wieder abstellte, zeigte es sich, daß Ribbentrop eine Stunde und sieben Minuten ununterbrochen gesprochen hatte, ohne daß ich während des ganzen Vortrags Gelegenheit gehabt hätte, auch nur ein einziges Wort zu äußern. Wenn ich jetzt in meinen Aufzeichnungen nachlese, finde ich, daß er mir im großen und ganzen folgendes sagen wollte:
Zuerst dankte er mir in äußerst herzlichen und schmeichelhaften Worten für meine Leistungen beim wiederholten Austausch von Kriegsgefangenen und für die Hilfe des Schwedischen Roten Kreuzes in Holland und anderswo. Dann stürzte er sich geradezu in einen Vortrag, den er bald in sentimental bebendem Tone hielt, bald zum Gebrüll anschwellen ließ, das in seiner höchsten Steigerung der vollbesetzten Krolloper alle Ehre gemacht hätte. Zwischendurch kommentierte er in selbstgefälligen Wendungen seine eigene Persönlichkeit. Es fing damit an, daß er mir den Unterschied zwischen dem Nationalsozialismus und dem Bolschewismus klarmachte. Seiner Meinung nach war es Hitler gelungen, den deutschen Arbeiter von der Notwendigkeit der Beibehaltung der verschiedenen Gesellschaftsklassen zu überzeugen, die sich jedoch dem nationalsozialistischen System anpassen müßten; der Bolschewismus (26) hingegen habe den russischen Arbeiter gelehrt, die führenden Klassen müßten liquidiert werden. Darin bestand für Ribbentrop der Hauptunterschied. Dann erklärte er mir ausführlich, warum es im August 1939 für Deutschland eine zwingende Notwendigkeit gewesen sei, mit der Sowjetunion zusammenzugehen. Er berichtete über gewisse Gespräche, die er mit Stalin und Molotow geführt hatte. Unter anderem berührte er eine Episode, die sich während des letzten Besuches Molotows in Berlin abgespielt hatte. Ribbentrop hatte sich nämlich gezwungen gesehen, den russischen Außenkommissar einzuladen, da man in Deutschland mißtrauisch geworden war, als die Russen nicht weniger als 960 Delegierte zu gewissen Handelsvertragsverhandlungen geschickt hatten! Es war ganz offenbar, sagte Ribbentrop, daß sie gekommen waren, um das Dritte Reich auszuspionieren. Aus anderen Anzeichen ersah man in Berlin — fuhr Ribbentrop fort —, daß ein Krieg zwischen Deutschland und Rußland auf die Dauer unvermeidlich würde. Ja, man wußte tatsächlich, daß Rußland Ende August 1941 Deutschland anzugreifen beabsichtigte. Für die endgültige Stellungnahme der deutschen Führung war ein Gespräch entscheidend, das Ribbentrop während eines Luftangriffs auf Berlin, nach einem Galaessen zu Ehren Molotows, mit diesem gehabt hatte. Sie mußten damals mehrere Stunden im Schutzraum sitzen, und Molotow stellte die entschiedene Forderung, Deutschland solle Rußland gewisse Stützpunkte im Skagerrak und Kattegat garantieren. Das habe Ribbentrop bestimmt abgelehnt, vor allem, weil er nicht wollte, daß die nordischen Länder der Gefahr der Bolschewisierung ausgesetzt würden.
«Ganz Europa», fuhr Ribbentrop fort, «würde übrigens von der Bolschewisierung bedroht, wenn die deutsche Ostfront zusammenbräche. Wir kennen die Pläne Stalins bis in (27)ihre Einzel
stehen und sich schief lachen. Dann werden sie zwei Minuten brauchen, um sie zu durchbrechen.