Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 30 Απριλίου 2019

ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΞΑΣ: ΕΙΠΑΝ ΚΑΙ ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙ ΑΥΤΟΝ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΛΑΧΟΣ : O κ. ΑΝΤΙΣΤΡΑΤΗΓΟΣ!
(Το άρθρο αυτό με την υπογραφή του Γεώργιου Βλάχου δημοσιεύτηκε  στις 25 Αυγούστου 1922 στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ. Το ίδιο άρθρο αναδημοσιεύτηκε  στην εφημερίδα "ΠΑΤΡΙΣ" δώδεκα χρόνια αργότερα (27 Νοεμβρίου 1934) 


Ένας κύριος εισέρχεται εις την Σχολήν των ευελπίδων, τρέφεται εκεί και εκπαιδεύεται, όπως όλοι οι μαθηταί, δι’ εξόδων σχεδόν του Κράτους. Γίνεται ανθυπολοχαγός, φορεί γαλόνια, του κάμουν σχήματα οι στρατιώται, παραμερίζουν οι πολίται όταν περνά, είναι αξιωματικός, παίρνει μισθόν. Προάγεται. Σήμερον λοχαγός, αύριον ταγματάρχης, μεθαύριον συνταγματάρχης, έπειτα αντιστράτηγος. Και τα έτη αυτά πληρώνεται, είναι σεβαστός, είναι σπουδαίος.

Το Κράτος εις το οποίον εστοίχισε τόσα, γυρίζει τον βλέπει, τον καμαρώνει: - Ιδού ένας κύριος, τον οποίον ανέθρεψα, εμεγάλωσα, ετίμησα, επλήρωσα, δια να τον έχω την στιγμήν της ανάγκης. Οιασδήποτε ανάγκης· αυτής την οποίαν κρίνω εγώ και υπέρ ης θα θυσιασθή ασυζητητί αυτός. Διότι θυσιάζονται άλλοι: χωρικοί, εργάται, άνθρωποι του γραφείου, πολίται και πολίται μηδεμίαν πραγματικήν έχοντες προς εμέ υποχρέωσιν, όταν εγώ το ζητήσω. Αυτά σκέπτεται το Κράτος.

Και η στιγμή έρχεται: Μία εκστρατεία και το Κράτος καλεί δεξιά και αριστερά τους Έλληνας· παιδιά δεκαοκτώ ετών, αφήνουν τα θρανία, άνθρωποι οικογενειάρχαι κλείνουν το σπίτι, το μαγαζί, ζώνονται τις παλάσκες, τον γυλιόν, τα φυσέκια, αποχαιρετούν άλλοι με ενθουσιασμόν, άλλοι με δάκρυα και στενοχώριαν, και τρέχουν εκεί που τους στέλλει το Κράτος. Πού πηγαίνουν; Δεν ερωτούν! Τι θα γίνει, δεν ξεύρουν. Εμπρός παιδιά! Και πηγαίνουν εμπρός. Σκοτωθήτε παιδιά! Και σκοτώνονται. Και όλοι είναι παιδιά; Όχι. Είναι και άνθρωποι προ πολλού καταθαλόντες θαρύν τον φόρον των θυσιών προς την πατρίδα, άνθρωποι κουρασθέντες από τα πολεμικά, άνθρωποι ξένοι και προς της νίκης τα αγαθά και προς της δόξης τα κέρδη. Εν τούτοις πηγαίνουν. Διότι έτσι είναι, διότι έτσι γίνεται. Διότι ο πολίτης δεν παζαρεύει με την Πατρίδα.

Τότε έρχεται και η σειρά του κ. Αντιστράτηγου: 
- Περάστε, κ. Αντιστράτηγε. Σας χρειαζόμεθα. Αρχηγόν του στρατού. Αρχηγόν του Επιτελείου, αυτό ή εκείνο..., λέγει πνιγμένον από την ανάγκην το Κράτος. 
- Δεν πάω, λέγει ο κ. Αντιστράτηγος. 
- Διατί; 
- Διότι η εκστρατεία αυτή δεν μου αρέσει. Διότι θα αποβή ολεθρία, διότι τα πράγματα θα πάνε έτσι κι έτσι... Και ο κ. Αντιστράτηγος προμαντεύει την καταστροφήν. Και το Κράτος; Το Κράτος το οποίον εφήρμοσε τον νόμον περί ληστείας διά να συλλάθει τους ανυποτάκτους της υπαίθρου της χώρας, το οποίον εφάνη αμείλικτον όταν κανείς τσοπάνης, πατήρ τεσσάρων ή πέντε τέκνων, δεν προσήλθεν εν καιρώ, κουνεί το κεφάλι του, μετρά τα έξοδα και τους μισθούς που επλήρωσε, καμαρώνει τα γαλόνια και τους βαθμούς και τον αφήνει και φεύγει.
Τότε εις την έξοδον τον συλλαμβάνει ένας δημοσιογράφος - ο δημοσιογράφος είναι εν ζωή και γράφει αυτήν την στιγμήν - και του λέγει: 
- Κύριε Αντιστράτηγε, κάτι εκρυφάκουσα από την πόρτα: Θεωρείτε την εκστρατείαν καταστρεπτικήν; Έτσι την νομίζω και εγώ. Έρχεσθε σεις με το κύρος σας και εγώ με την πένναν μου, να το ειπούμε εις τον κόσμον; Διότι είναι φοβερόν, να ξέρετε ότι θα επέλθη μία καταστροφή και ούτε να πηγαίνετε να την καταστήσετε ίσως μικροτέραν, ούτε να επιχειρήτε να την σταματήσετε, εκ φόβου ότι θα χάσετε αγαθά της προφητείας.
Αλλ’ ο κ. Αντιστράτηγος θεωρεί τούτο καταστρεπτικόν. Και σιωπά και πηγαίνει εις το Φάληρον και κλειδώνεται και περιμένει. Τι περιμένει. Περιμένει ως κόραξ την καταστροφήν, τον θάνατον, από τον οποίον πρόκειται να τραφή η φιλοδοξία του. Κάτω εις τα πεδία των μαχών γίνονται λάθη. Ο Αντιστράτηγος τα γνωρίζει και σιωπά. Γίνονται επιχειρήσεις μέλλουσαι να φέρουν την προφητευθείσαν κατα­ στροφήν. Ο κ. Αντιστράτηγος τας γνωρίζει και σιωπά.
Και όταν η καταστροφή επήλθε, όταν κλαίουν όλα γύρω του όταν ο οίκος της Ελλάδος επληρώθη από τραυματίας, νεκρούς, πρόσφυγας, δυστυχίαν, ο κ. Αντιστράτηγος φορεί το φράκο του και της κτυπά την θύραν. 
- Τι θέλετε; 
- Είμαι ο κ. Αντιστράτηγος. Θέλω να γίνω πρωθυπουργός. Έχω τα χαρτιά μου εν τάξει: «Τα έχω ειπεί». 
Αλλ’ η Ελλάς έχει εργασίαν, μαζεύει τα τέκνα της. Αν δεν είχε, θα έπαιρνε την σκούπαν και θα του έλεγε εκεί, εις την οδόν: 
- Φύγε, απ’ εδώ. Άνθρωπε μικρέ, που περίμενες να κατασκευάσης πρωθυπουργικόν φράκον από τα ράκη. Φυγ’ απ’ εδώ, ανυπότακτε στρατιώτατων αναγκών μου, αυτόκλητε κηδεμών της ατυχίας μου, τέκνον άχρηστον, άνθρωπε μηδέν. Αυτά θα έλεγε εις τον Αντιστράτηγον κ. Μεταξάν δακρύουσα η Ελλάς, αν έστρεφε ποτέ προς τον κ. Μεταξάν η Ελλάς τα βλέμματα.









Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2019

ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΞΑΣ: ΕΙΠΑΝ ΚΑΙ ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙ ΑΥΤΟΝ


ΠΡΟ TOΥ NEKPOΥ

Κύριο άρθρο του Γεωργίου Α. Βλάχου που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στις 30/1/1941.

To Σάββατον το πρωί, προ δώδεκα ήμε­ρων, εις το Στρατηγείον, ησθάνθη ένα ελαφρόν πόνον εις τον λαιμόν. O ιατρός του, στρατιωτικός, του έδωσε ένα πρόχειρον φάρμακον το oποίον τον ανεκούφισε. Κάποιος εν τω μεταξύ παρενέβη:
— Δεν πηγαίνετε καλλίτερα σπίτι σας, κ. Πρόεδρε;
— Δυστυχώς, έχω δουλειά...
Και, πράγματι, είχε δουλειά. Εμπρός του ένα πλήθος τηλεγραφημάτων, έγ­γραφων, επιστολών. Γύρω του Υπουρ­γοί, στρατιωτικοί, επιτελείς, υπάλληλοι, γραμματείς. Εις τον προθάλαμον, άλλοι. Άλλοι εις τους διαδρόμους. Παντού, γύρω από τον ένα άνθρωπον, το Κράτος με το πλήθος των ζητημάτων του, ο πόλε­μος με το μέγεθος των στιγμών του, η ζωή ολοκλήρου του Έθνους, με τον φόρτον των προβλημάτων του. Έτσι, άρ­ρωστος, χωρίς να εννοή ότι επλησίαζαν βιαστικαί αι τελευταίαι ώραι της επι­γείου ζωής του, έμεινεν εκεί εργαζόμε­νος έως τας τρεις. Και από τότε δεν ε­πανήλθε. Μία εβδομάς ηκολούθησε με­ταξύ ασθενείας και αναρρώσεως, και έ­ξαφνα η κατάστασις εδεινώθη. Η εστία της νόσου μετέδωσε εις τον οργανισμόν τοξίνας και δηλητήρια, μία παλαιά πλη­γή ήρχισε να αιμορραγή, τα ερυθρά αιμοφαίρια παρουσιάσθησαν αραιά, ο σφυγ­μός ταχύς, ο πυρετός υψωμένος. Μία ημέρα ακόμη, έπειτα άλλη, κατά τας ο­ποίας η αισιοδοξία διεδέχετο την απόγνωσιν, και τας ελπίδας η αγωνία, μία φωτεινή διακοπή ενός τραγικού ρόγχου:
— Αι ελπίδες μου εις τους Έλληνας...
Και τέλος η χθες πρωί: Ο ήσυχος, ο αιώνιος ύπνος. Ένα εικόνισμα, ολίγα φύλλα δάφνης από το μικρόν περιβόλι του εξοχικού του σπιτιού ετοποθετήθησαν επάνω εις τα εσταυρωμένα χέρια τα οποία έως προ τινων ημερών ανήσυχα, ασφαλή, στιβαρά, διηύθυναν την Ελλά­δα, και με αυτά, με της Παναγίας το βλέμμα και την δάφνην της ελληνικής γης, έφυγε δια την αθανασίαν ο Ιωάννης Μεταξάς.
Τώρα, πώς να σταθώμεν εμπρός εις τον Νεκρόν του και πώς να τον κλαύσωμεν; Από πού ν' αρχίσωμεν των αρετών του την απαρίθμησιν και πού να σταματήσωμεν εις των επαίνων το πλήθος; Νους οξύς, σκέψις βαθεία, αγάπη προς την Πατρίδα ασύλληπτος, γενναιότης ψυχής, τόλμη, απλότης, ευγένεια... — Και τί έλειπε, τί δεν είχε ο θαυμαστός αυτός άνθρωπος τον οποίον επέπρωτο ν' αποκτήση η Ελλάς οδηγόν εις την δύσιν του βίου του; Δημιουργός, Εμπνευστής, Στρατιώτης, Διδάσκαλος, πρώτος επι­τελής μεταξύ των επιτελών, μεταξύ των εργατών πρώτος εργάτης, αγρότης εις τους αγρούς, νέος εν τω μέσω των νέων, φρουρός εις τα σύνορα και Σωτήρ — ναι, Σωτήρ της τιμής της Πατρίδος μας το ιστορικόν εκείνο πρωί, το οποίον νομίζει κανείς ότι με το τεράστιον μέγεθος των ωρών του ηνάλωσε της λαμπράς του ζωής το υπόλοιπον. Πώς να σταθώμεν εμπρός εις τον Νεκρόν του και πώς να τον κλαύσωμεν; Αυτήν την στιγμήν αισθανόμεθα ότι, αι νεκραί του χείρες λύονται από την ψυχράν των αδράνειαν, ότι κινούνται πάλιν τα χείλη:
— ΕΜΠΡΟΣ, ΕΜΠΡΟΣ, ΜΗ ΣΤΕΚΕΣΘΕ! ΕΧΩ ΔΟΥΛΕΙΑ...
Απ' επάνω εκεί, από τους αγνώστους κόσμους όπου ζη ανήσυχος η ψυχή του, σκύβει κάτω προς την Ελλάδα του, πα­ρακολουθεί, εποπτεύει, προσέχει, ευλο­γεί, έχει ακόμη δουλειά, ο αλησμόνητος Κυβερνήτης.
ΜΑΖΙ ΤΟΥ ΛΟΙΠΟΝ! ΟΠΩΣ ΧΘΕΣ.
Μαζί του ολόκληρος η άλλοτε ερίζουσα και διχογνωμούσα και συμπλεκομένη Ελλάς, όπως από την πρώτην στιγμήν του πολέμου. Με ό,τι μας εδίδαξε, με ό,τι δρόμους μας ήνοιξε, με ό,τι όπλα μας έδωσε, με ό,τι σημαίας ύψωσε εις τους εξώστας μας, τας οποίας κρατεί τώρα το πένθος του μεσίστιους, με ό,τι μας αφήκε ως ένδοξον και μεγάλην κληρονομίαν, ΜΕ Ο,ΤΙ ΖΩΝ ΣΥΝΕΣΤΗΣΕ ΚΑΙ Ο,ΤΙ ΕΠΙΣΤΕΥΣΕ ΘΝΗΣΚΩΝ:
— Αι ελπίδες μου, εις τους Έλληνας"
Διότι, ναι, είχε δίκαιον να ελπίζη. ΑΣ ΜΗ ΕΟΡΤΑΖΟΥΝ ΚΑΙ ΑΣ ΜΗ ΑΓΑΛΛΩΝΤΑΙ ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ. Έλειψεν ο Μεταξάς;... Εκατομμύρια Μεταξάδων γεννώνται τώ­ρα μέσα εις τας ψυχάς των Ελλήνων και θα έχουν τον σπόρον της αρετής και της δυνάμεως και του θάρρους του.
ΠΑΡΑ ΤΟ ΠΛΕΥΡΟΝ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗ­ΝΩΝ, ΥΠΟ ΤΟ ΣΚΗΠΤΡΟΝ ΤΟΥ, ΠΙΣΤΟΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΚΟΝ ΜΑΣ, ΓΕΝΝΑΙΟΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΙΝ ΜΑΣ, ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΞΙΟΝ, ΤΟΝ ΑΨΟΓΟΝ, ΤΟΝ Ε­ΞΕΧΟΝΤΑ ΑΝΔΡΑ, ΤΟΝ ΟΠΟΙΟΝ ΕΤΑΞΕ ΠΡΩΤΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΟΝ, θα βαδίσωμεν με το στέρνον ευθύ, το μέτωπον υψηλά, τα χέρια χαλύβδινα, προς την Νίκην. Εις τας πόλεις, αι οποίαι αντικρύζουν την βάναυσον των βαρβάρων επι­βουλήν, εις τα βουνά που αντιλαλούν των τηλεβόλων οι κρότοι, εις τους ουρανούς όπου μάχονται με τα πτερά της Δόξης οι Έλληνες, εις τας θαλάσσας που φωτίζουν με τους δαυλούς του Κανάρη οι ναυτικοί, ας ακουσθή μία κραυγή πελωρία, μία τρομακτική προσταγή: Εμπρός!... Οι Έλληνες, και οι μεγάλοι Έλληνες, απο­θνήσκουν. ΑΛΛΑ Η ΕΛΛΑΣ ΔΕΝ Θ' ΑΠΟΘΑΝΗ ΠΟΤΕ. Εμπρός, προς την Δόξαν, την Τιμήν και την Νίκην!
Δεν έχει ούτω;... Δεν είσαι, κ. Πρόε­δρε, σύμφωνος; Δεν επιβάλλεις συ το ε­νώπιον του σεπτού σου φέρετρου σταμάτημα να είναι βραχύ; Δεν θέλεις συ να κάμη ευλαβής τον σταυρόν του, να κλίνη το γόνυ ο Στρατός των Ελλήνων σου και ν' ανασηκωθή αμέσως, με τα όπλα, την πυρίτιδα και την λόγχην, τιμωρός, διώκτης, εκδικητής; ΛΟΙΠΟΝ, ΕΤΣΙ ΘΑ ΓΙΝΗ. Έζησες και μας έστειλες ένα πρωί να νικήσωμεν. Απέθανες, και κά­ποιο βράδυ θα έλθη κοντά σου η Παναγία της Τήνου, θα θωπεύση της ψυχής σου την αγωνίαν, θα διαστείλη τα χείλη σου εις μειδίαμα και θα σου αναγγείλη ότι η θέλησίς σου εξεπληρώθη, ότι η επιταγή σου εξετελέσθη, ΠΩΣ ΕΝΙΚΗΣΑΜΕΝ!