Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΛΑΧΟΣ Γ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΛΑΧΟΣ Γ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 30 Απριλίου 2019

ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΞΑΣ: ΕΙΠΑΝ ΚΑΙ ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙ ΑΥΤΟΝ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΛΑΧΟΣ : O κ. ΑΝΤΙΣΤΡΑΤΗΓΟΣ!
(Το άρθρο αυτό με την υπογραφή του Γεώργιου Βλάχου δημοσιεύτηκε  στις 25 Αυγούστου 1922 στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ. Το ίδιο άρθρο αναδημοσιεύτηκε  στην εφημερίδα "ΠΑΤΡΙΣ" δώδεκα χρόνια αργότερα (27 Νοεμβρίου 1934) 


Ένας κύριος εισέρχεται εις την Σχολήν των ευελπίδων, τρέφεται εκεί και εκπαιδεύεται, όπως όλοι οι μαθηταί, δι’ εξόδων σχεδόν του Κράτους. Γίνεται ανθυπολοχαγός, φορεί γαλόνια, του κάμουν σχήματα οι στρατιώται, παραμερίζουν οι πολίται όταν περνά, είναι αξιωματικός, παίρνει μισθόν. Προάγεται. Σήμερον λοχαγός, αύριον ταγματάρχης, μεθαύριον συνταγματάρχης, έπειτα αντιστράτηγος. Και τα έτη αυτά πληρώνεται, είναι σεβαστός, είναι σπουδαίος.

Το Κράτος εις το οποίον εστοίχισε τόσα, γυρίζει τον βλέπει, τον καμαρώνει: - Ιδού ένας κύριος, τον οποίον ανέθρεψα, εμεγάλωσα, ετίμησα, επλήρωσα, δια να τον έχω την στιγμήν της ανάγκης. Οιασδήποτε ανάγκης· αυτής την οποίαν κρίνω εγώ και υπέρ ης θα θυσιασθή ασυζητητί αυτός. Διότι θυσιάζονται άλλοι: χωρικοί, εργάται, άνθρωποι του γραφείου, πολίται και πολίται μηδεμίαν πραγματικήν έχοντες προς εμέ υποχρέωσιν, όταν εγώ το ζητήσω. Αυτά σκέπτεται το Κράτος.

Και η στιγμή έρχεται: Μία εκστρατεία και το Κράτος καλεί δεξιά και αριστερά τους Έλληνας· παιδιά δεκαοκτώ ετών, αφήνουν τα θρανία, άνθρωποι οικογενειάρχαι κλείνουν το σπίτι, το μαγαζί, ζώνονται τις παλάσκες, τον γυλιόν, τα φυσέκια, αποχαιρετούν άλλοι με ενθουσιασμόν, άλλοι με δάκρυα και στενοχώριαν, και τρέχουν εκεί που τους στέλλει το Κράτος. Πού πηγαίνουν; Δεν ερωτούν! Τι θα γίνει, δεν ξεύρουν. Εμπρός παιδιά! Και πηγαίνουν εμπρός. Σκοτωθήτε παιδιά! Και σκοτώνονται. Και όλοι είναι παιδιά; Όχι. Είναι και άνθρωποι προ πολλού καταθαλόντες θαρύν τον φόρον των θυσιών προς την πατρίδα, άνθρωποι κουρασθέντες από τα πολεμικά, άνθρωποι ξένοι και προς της νίκης τα αγαθά και προς της δόξης τα κέρδη. Εν τούτοις πηγαίνουν. Διότι έτσι είναι, διότι έτσι γίνεται. Διότι ο πολίτης δεν παζαρεύει με την Πατρίδα.

Τότε έρχεται και η σειρά του κ. Αντιστράτηγου: 
- Περάστε, κ. Αντιστράτηγε. Σας χρειαζόμεθα. Αρχηγόν του στρατού. Αρχηγόν του Επιτελείου, αυτό ή εκείνο..., λέγει πνιγμένον από την ανάγκην το Κράτος. 
- Δεν πάω, λέγει ο κ. Αντιστράτηγος. 
- Διατί; 
- Διότι η εκστρατεία αυτή δεν μου αρέσει. Διότι θα αποβή ολεθρία, διότι τα πράγματα θα πάνε έτσι κι έτσι... Και ο κ. Αντιστράτηγος προμαντεύει την καταστροφήν. Και το Κράτος; Το Κράτος το οποίον εφήρμοσε τον νόμον περί ληστείας διά να συλλάθει τους ανυποτάκτους της υπαίθρου της χώρας, το οποίον εφάνη αμείλικτον όταν κανείς τσοπάνης, πατήρ τεσσάρων ή πέντε τέκνων, δεν προσήλθεν εν καιρώ, κουνεί το κεφάλι του, μετρά τα έξοδα και τους μισθούς που επλήρωσε, καμαρώνει τα γαλόνια και τους βαθμούς και τον αφήνει και φεύγει.
Τότε εις την έξοδον τον συλλαμβάνει ένας δημοσιογράφος - ο δημοσιογράφος είναι εν ζωή και γράφει αυτήν την στιγμήν - και του λέγει: 
- Κύριε Αντιστράτηγε, κάτι εκρυφάκουσα από την πόρτα: Θεωρείτε την εκστρατείαν καταστρεπτικήν; Έτσι την νομίζω και εγώ. Έρχεσθε σεις με το κύρος σας και εγώ με την πένναν μου, να το ειπούμε εις τον κόσμον; Διότι είναι φοβερόν, να ξέρετε ότι θα επέλθη μία καταστροφή και ούτε να πηγαίνετε να την καταστήσετε ίσως μικροτέραν, ούτε να επιχειρήτε να την σταματήσετε, εκ φόβου ότι θα χάσετε αγαθά της προφητείας.
Αλλ’ ο κ. Αντιστράτηγος θεωρεί τούτο καταστρεπτικόν. Και σιωπά και πηγαίνει εις το Φάληρον και κλειδώνεται και περιμένει. Τι περιμένει. Περιμένει ως κόραξ την καταστροφήν, τον θάνατον, από τον οποίον πρόκειται να τραφή η φιλοδοξία του. Κάτω εις τα πεδία των μαχών γίνονται λάθη. Ο Αντιστράτηγος τα γνωρίζει και σιωπά. Γίνονται επιχειρήσεις μέλλουσαι να φέρουν την προφητευθείσαν κατα­ στροφήν. Ο κ. Αντιστράτηγος τας γνωρίζει και σιωπά.
Και όταν η καταστροφή επήλθε, όταν κλαίουν όλα γύρω του όταν ο οίκος της Ελλάδος επληρώθη από τραυματίας, νεκρούς, πρόσφυγας, δυστυχίαν, ο κ. Αντιστράτηγος φορεί το φράκο του και της κτυπά την θύραν. 
- Τι θέλετε; 
- Είμαι ο κ. Αντιστράτηγος. Θέλω να γίνω πρωθυπουργός. Έχω τα χαρτιά μου εν τάξει: «Τα έχω ειπεί». 
Αλλ’ η Ελλάς έχει εργασίαν, μαζεύει τα τέκνα της. Αν δεν είχε, θα έπαιρνε την σκούπαν και θα του έλεγε εκεί, εις την οδόν: 
- Φύγε, απ’ εδώ. Άνθρωπε μικρέ, που περίμενες να κατασκευάσης πρωθυπουργικόν φράκον από τα ράκη. Φυγ’ απ’ εδώ, ανυπότακτε στρατιώτατων αναγκών μου, αυτόκλητε κηδεμών της ατυχίας μου, τέκνον άχρηστον, άνθρωπε μηδέν. Αυτά θα έλεγε εις τον Αντιστράτηγον κ. Μεταξάν δακρύουσα η Ελλάς, αν έστρεφε ποτέ προς τον κ. Μεταξάν η Ελλάς τα βλέμματα.









Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2019

ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΞΑΣ: ΕΙΠΑΝ ΚΑΙ ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙ ΑΥΤΟΝ


ΠΡΟ TOΥ NEKPOΥ

Κύριο άρθρο του Γεωργίου Α. Βλάχου που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στις 30/1/1941.

To Σάββατον το πρωί, προ δώδεκα ήμε­ρων, εις το Στρατηγείον, ησθάνθη ένα ελαφρόν πόνον εις τον λαιμόν. O ιατρός του, στρατιωτικός, του έδωσε ένα πρόχειρον φάρμακον το oποίον τον ανεκούφισε. Κάποιος εν τω μεταξύ παρενέβη:
— Δεν πηγαίνετε καλλίτερα σπίτι σας, κ. Πρόεδρε;
— Δυστυχώς, έχω δουλειά...
Και, πράγματι, είχε δουλειά. Εμπρός του ένα πλήθος τηλεγραφημάτων, έγ­γραφων, επιστολών. Γύρω του Υπουρ­γοί, στρατιωτικοί, επιτελείς, υπάλληλοι, γραμματείς. Εις τον προθάλαμον, άλλοι. Άλλοι εις τους διαδρόμους. Παντού, γύρω από τον ένα άνθρωπον, το Κράτος με το πλήθος των ζητημάτων του, ο πόλε­μος με το μέγεθος των στιγμών του, η ζωή ολοκλήρου του Έθνους, με τον φόρτον των προβλημάτων του. Έτσι, άρ­ρωστος, χωρίς να εννοή ότι επλησίαζαν βιαστικαί αι τελευταίαι ώραι της επι­γείου ζωής του, έμεινεν εκεί εργαζόμε­νος έως τας τρεις. Και από τότε δεν ε­πανήλθε. Μία εβδομάς ηκολούθησε με­ταξύ ασθενείας και αναρρώσεως, και έ­ξαφνα η κατάστασις εδεινώθη. Η εστία της νόσου μετέδωσε εις τον οργανισμόν τοξίνας και δηλητήρια, μία παλαιά πλη­γή ήρχισε να αιμορραγή, τα ερυθρά αιμοφαίρια παρουσιάσθησαν αραιά, ο σφυγ­μός ταχύς, ο πυρετός υψωμένος. Μία ημέρα ακόμη, έπειτα άλλη, κατά τας ο­ποίας η αισιοδοξία διεδέχετο την απόγνωσιν, και τας ελπίδας η αγωνία, μία φωτεινή διακοπή ενός τραγικού ρόγχου:
— Αι ελπίδες μου εις τους Έλληνας...
Και τέλος η χθες πρωί: Ο ήσυχος, ο αιώνιος ύπνος. Ένα εικόνισμα, ολίγα φύλλα δάφνης από το μικρόν περιβόλι του εξοχικού του σπιτιού ετοποθετήθησαν επάνω εις τα εσταυρωμένα χέρια τα οποία έως προ τινων ημερών ανήσυχα, ασφαλή, στιβαρά, διηύθυναν την Ελλά­δα, και με αυτά, με της Παναγίας το βλέμμα και την δάφνην της ελληνικής γης, έφυγε δια την αθανασίαν ο Ιωάννης Μεταξάς.
Τώρα, πώς να σταθώμεν εμπρός εις τον Νεκρόν του και πώς να τον κλαύσωμεν; Από πού ν' αρχίσωμεν των αρετών του την απαρίθμησιν και πού να σταματήσωμεν εις των επαίνων το πλήθος; Νους οξύς, σκέψις βαθεία, αγάπη προς την Πατρίδα ασύλληπτος, γενναιότης ψυχής, τόλμη, απλότης, ευγένεια... — Και τί έλειπε, τί δεν είχε ο θαυμαστός αυτός άνθρωπος τον οποίον επέπρωτο ν' αποκτήση η Ελλάς οδηγόν εις την δύσιν του βίου του; Δημιουργός, Εμπνευστής, Στρατιώτης, Διδάσκαλος, πρώτος επι­τελής μεταξύ των επιτελών, μεταξύ των εργατών πρώτος εργάτης, αγρότης εις τους αγρούς, νέος εν τω μέσω των νέων, φρουρός εις τα σύνορα και Σωτήρ — ναι, Σωτήρ της τιμής της Πατρίδος μας το ιστορικόν εκείνο πρωί, το οποίον νομίζει κανείς ότι με το τεράστιον μέγεθος των ωρών του ηνάλωσε της λαμπράς του ζωής το υπόλοιπον. Πώς να σταθώμεν εμπρός εις τον Νεκρόν του και πώς να τον κλαύσωμεν; Αυτήν την στιγμήν αισθανόμεθα ότι, αι νεκραί του χείρες λύονται από την ψυχράν των αδράνειαν, ότι κινούνται πάλιν τα χείλη:
— ΕΜΠΡΟΣ, ΕΜΠΡΟΣ, ΜΗ ΣΤΕΚΕΣΘΕ! ΕΧΩ ΔΟΥΛΕΙΑ...
Απ' επάνω εκεί, από τους αγνώστους κόσμους όπου ζη ανήσυχος η ψυχή του, σκύβει κάτω προς την Ελλάδα του, πα­ρακολουθεί, εποπτεύει, προσέχει, ευλο­γεί, έχει ακόμη δουλειά, ο αλησμόνητος Κυβερνήτης.
ΜΑΖΙ ΤΟΥ ΛΟΙΠΟΝ! ΟΠΩΣ ΧΘΕΣ.
Μαζί του ολόκληρος η άλλοτε ερίζουσα και διχογνωμούσα και συμπλεκομένη Ελλάς, όπως από την πρώτην στιγμήν του πολέμου. Με ό,τι μας εδίδαξε, με ό,τι δρόμους μας ήνοιξε, με ό,τι όπλα μας έδωσε, με ό,τι σημαίας ύψωσε εις τους εξώστας μας, τας οποίας κρατεί τώρα το πένθος του μεσίστιους, με ό,τι μας αφήκε ως ένδοξον και μεγάλην κληρονομίαν, ΜΕ Ο,ΤΙ ΖΩΝ ΣΥΝΕΣΤΗΣΕ ΚΑΙ Ο,ΤΙ ΕΠΙΣΤΕΥΣΕ ΘΝΗΣΚΩΝ:
— Αι ελπίδες μου, εις τους Έλληνας"
Διότι, ναι, είχε δίκαιον να ελπίζη. ΑΣ ΜΗ ΕΟΡΤΑΖΟΥΝ ΚΑΙ ΑΣ ΜΗ ΑΓΑΛΛΩΝΤΑΙ ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ. Έλειψεν ο Μεταξάς;... Εκατομμύρια Μεταξάδων γεννώνται τώ­ρα μέσα εις τας ψυχάς των Ελλήνων και θα έχουν τον σπόρον της αρετής και της δυνάμεως και του θάρρους του.
ΠΑΡΑ ΤΟ ΠΛΕΥΡΟΝ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗ­ΝΩΝ, ΥΠΟ ΤΟ ΣΚΗΠΤΡΟΝ ΤΟΥ, ΠΙΣΤΟΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΚΟΝ ΜΑΣ, ΓΕΝΝΑΙΟΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΙΝ ΜΑΣ, ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΞΙΟΝ, ΤΟΝ ΑΨΟΓΟΝ, ΤΟΝ Ε­ΞΕΧΟΝΤΑ ΑΝΔΡΑ, ΤΟΝ ΟΠΟΙΟΝ ΕΤΑΞΕ ΠΡΩΤΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΟΝ, θα βαδίσωμεν με το στέρνον ευθύ, το μέτωπον υψηλά, τα χέρια χαλύβδινα, προς την Νίκην. Εις τας πόλεις, αι οποίαι αντικρύζουν την βάναυσον των βαρβάρων επι­βουλήν, εις τα βουνά που αντιλαλούν των τηλεβόλων οι κρότοι, εις τους ουρανούς όπου μάχονται με τα πτερά της Δόξης οι Έλληνες, εις τας θαλάσσας που φωτίζουν με τους δαυλούς του Κανάρη οι ναυτικοί, ας ακουσθή μία κραυγή πελωρία, μία τρομακτική προσταγή: Εμπρός!... Οι Έλληνες, και οι μεγάλοι Έλληνες, απο­θνήσκουν. ΑΛΛΑ Η ΕΛΛΑΣ ΔΕΝ Θ' ΑΠΟΘΑΝΗ ΠΟΤΕ. Εμπρός, προς την Δόξαν, την Τιμήν και την Νίκην!
Δεν έχει ούτω;... Δεν είσαι, κ. Πρόε­δρε, σύμφωνος; Δεν επιβάλλεις συ το ε­νώπιον του σεπτού σου φέρετρου σταμάτημα να είναι βραχύ; Δεν θέλεις συ να κάμη ευλαβής τον σταυρόν του, να κλίνη το γόνυ ο Στρατός των Ελλήνων σου και ν' ανασηκωθή αμέσως, με τα όπλα, την πυρίτιδα και την λόγχην, τιμωρός, διώκτης, εκδικητής; ΛΟΙΠΟΝ, ΕΤΣΙ ΘΑ ΓΙΝΗ. Έζησες και μας έστειλες ένα πρωί να νικήσωμεν. Απέθανες, και κά­ποιο βράδυ θα έλθη κοντά σου η Παναγία της Τήνου, θα θωπεύση της ψυχής σου την αγωνίαν, θα διαστείλη τα χείλη σου εις μειδίαμα και θα σου αναγγείλη ότι η θέλησίς σου εξεπληρώθη, ότι η επιταγή σου εξετελέσθη, ΠΩΣ ΕΝΙΚΗΣΑΜΕΝ!

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2014

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΒΛΑΧΟΣ: ΠΡΟΣ ΤΟΝ κ. ΜΟΥΣΣΟΛΙΝΙ ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ



Κύριε,
Ευρέθην εις την Ρώμην το απόγευμα εκείνο της 26ης Οκτωβρίου του 1922, όταν επί κεφαλής διαδηλώσεως μελανοχιτώνων εισήρχεσθε εις την Ρώμην. Ήσθε έφιππος, είχατε κοντά σας τον Ίτα­λο Μπάλμπο, αριστερά ένα γέροντα, ο οποίος ήτο αρχηγός των «κυανών», με τους οποίους ηνώθητε το πρωί, και είχα­τε το αυστηρόν ύφος του Ρωμαίου συγ­κλητικού. Ο νικητής και εις τους εμφυ­λίους αγώνας ακόμη είναι αξιοθαύμαστον πρόσωπον, όταν μάλιστα περνά και προχωρή, όχι δια ν' ανατρέψη αυτούς τους οποίους ενίκησε, αλλά δια να σταθή υπερήφανος και πειθαρχικός κάτω από τον εξώστην των, όπως σεις. Πράγματι, σας είδα τότε να σταθήτε κάτω από το Κυρηνάλιον και σας εθαύμασα ακούων τον λόγον τον οποίον εξεφωνήσατε προς τον παρουσιασθέντα εις τον εξώστην του Βασιλέα της Ιταλίας: Θα μετεβάλλατε την Ιταλίαν εις μέγα κράτος, θα εδίδατε ρυθμόν εις το κουρασμένον βήμα του αρ­χαίου λαού, θα εξυπνούσατε την παλαιάν Ρωμαϊκήν Αυτοκρατορίαν... Το παρά­στημα σας ήτο αγέρωχον, η φωνή σας βαρεία, ο ενθουσιασμός του πλήθους τρομακτικός:
—Εβίβα!... εφώναζαν όλοι, μελανοχίτωνες και πλήθος, οι Ιταλοί. Εβίβα, είπε υψώνων προς το άγνωστον την χεί­ρα ο Βασιλεύς. Εβίβα, προσέθεσα και εγώ, ξένος, ναυαγός μιας κακής θυέλλης, η οποία είχεν εκσπάσει εις την πατρίδα μου.
Έκτοτε η εικών του θριάμβου και των ζητωκραυγών, και των ρητορειών η ανάμνησις μ' έκαναν να σταθώ ζηλότυ­πος κοντά εις το έργον σας και την τύχην της Ιταλίας. Έμεινα σχεδόν εν έτος ε­κεί και είδα την αρχήν της οικοδομής: τας νεολαίας, τα έργα, τα ιδρύματα, την ταχύτητα, τον ρυθμόν. Ήκουσα τα ρη­τά: «Ζην επικινδύνως». «Πάντοτ' εμ­πρός!...» Είδα τους υπουργούς σας εις τα Αεροδρόμια, εις τα Σκοπευτήρια, τους Αγώνας. Είδα σας και τα παιδιά σας αεροπόρους, είδα —το οποίον με κατέ­πληξε κάποτε— ότι εκάη ο Σταθμός του Μιλάνου και ότι εντός μηνός είχε κτισθή. Είδα την ανατολήν της ευτυχίας του φασισμού, την ανατολήν του θριάμ­βου του.
Και εσκεπτόμουν: Ετελείωσε η επο­χή της Λίσσας, του Καπορέττο, των ητ­τών, του εξευτελισμού, της φυγής. Η Ιταλία ευρήκε τον άνθρωπόν της. Μία νέα γενεά ετοιμάζεται. Θα έχη νεύρα, θα έχη όπλα, θα κρατή την κεφαλήν υψηλά.
Έτσι, επανήλθα μετά μήνας μακρούς εις τον τόπον μου, και καθώς παρήρχετο ο καιρός αι σκέψεις εκείναι εγίνοντο πε­ποιθήσεις. Κατ' έτος ανηγγέλλετο μία πρόοδος, μία νίκη ιταλική. Άλλοτε ήσαν τα μεγαλύτερα θωρηκτά του κόσμου τα οποία καθειλκύοντο εις τον Τάραντα, άλλοτε αι μεγαλύτεραι μηχανοκίνητοι μεραρχίαι αι οποίαι ώργωναν τας νέας λεωφόρους της Αφρικής, και έπειτα ο πλούτος, η πρόοδος, αι παρελάσεις, αι εορταί. Κράτος, έ;... Φτερά εις τα κράνη, θώρακες εις το στήθος, χάλυψ στα χέ­ρια...
— «Ποιος», εσκεπτόμουν, «θα ημπορέση εναντίον των να αντισταθή;»
Και ο πόλεμος ήρχισεν. Η Πολωνία επυρπολείτο, η Ολλανδία υπέκυπτε, το Βέλγιον υπεχώρει, η Γαλλία εστέκετο οπίσω από την γραμμήν Μαζινώ και όλος ο κόσμος σας επερίμενε: «Τώρα», έ­λεγε, «οι νέοι Ιταλοί "θα ζήσουν επικιν­δύνως". Τώρα, εις το νότιον μέτωπον, το οποίον τους έχει ανατεθή, θα πολεμή­σουν ως λέοντες. Τώρα θα την πάθουν οι Γάλλοι». Και οι Γάλλοι την έπαθαν. Αλλά πώς;... Χωρίς ν' ανοίξη μύτη ιτα­λική. Χωρίς να κινηθή από σας ούτε εις. Την δεκάτην Ιουνίου του 1940, όταν η λευκή σημαία ανέβαινεν αργά και α­σθμαίνουσα τον πύργον του Άιφελ, σεις εβγήκατε εις τον εξώστην του Παλάτσο Βενέτσια και είπατε τον περίφημον λόγον σας: «Η ώρα των μεγάλων αποφάσε­ων έχει σημάνει...» Και εγέλασεν η υφή­λιος. Και η Λίσσα, το Ιζόντζο, το Καπορέττο, και ο υπερίτης τον όποιον εδοκίμασαν οι πτωχοί Αβησσυνοί, όλα ήλθον εις των ανθρώπων την μνήμην, και ό,τι εκερδίσατε επί δεκαοκτώ χρόνια, το εχάσατε εις ένα λεπτόν και εγίνεσθε καταγέλαστοι και παρεδώσατε το έθνος σας εις την χλεύην του κόσμου και εγίνε­σθε πάλιν στίχος, ανέκδοτον, σάτιρα, γε­λοιογραφία, εμπαιγμός όλης της Γης.
Αλλ' αυτό δεν σας έφθανε. Το ολί­σθημα σας εφάνη μικρόν και η φιλοδο­ξία σας ήτο μεγάλη. Δια το βήμα σας το στρατιωτικόν εχρειάζετο πεπονόφλουδα. Ήλθε λοιπόν η ώρα της —ήτο τρεις πρωί, είκοσι οκτώ Οκτωβρίου— και την επατήσατε. Ηθελήσατε να εισβάλετε εις την Ελλάδα, να έχετε μίαν εύκολον νίκην —και προς τούτο εστείλατε τάγ­ματα και συντάγματα και φασίστας και υπαλλήλους μαζί και είχατε φροντίσει δια την διοικητικήν μας οργάνωσιν και δια την πρόχειρον αλλαγήν των δραχμών εις λιρέττας και διψά τον σημαιοστολισμόν ακόμη των νέων σας κτήσεων, και... 
— ΦΕΥΓΕΤΕ. Φεύγετε κατά τρόπον επονείδιστον, λασπωμένοι, αιματωμένοι, με τραύματα εις τα νώτα και τους γλου­τούς, χωρίς κράνη, χωρίς πηλήκια, χωρίς πτερά, χωρίς υλικόν. — Διατί;
Θα σας είπω, κ. Μουσσολίνι, διατί. Διότι το Κράτος σας αυτό, το οποίον μας εθάμβωσεν όλους, δεν είχε το Δί­καιον ως θεμέλια. Διότι το Σχολείον που εκτίσατε εστερείτο μαθήματος Ηθικής. Διότι εις τους πολίτας τους Ιταλούς, εις τας νεολαίας, εις τα παιδιά, δεν εδώσατε ένα ύμνον προς την πατρίδα, μίαν ζητωκραυγήν εθνικήν. Δεν ανεβήκατε εις ένα πύργον διά να τους ειπήτε: «Να, αυτή είναι η Ιταλία. Αρχίζει απ' εκεί και τελειώνει εκεί. Έχετε αυτήν την ιστορίαν, αυτούς τους προγόνους, αυτούς τους τάφους. Μάθετε ότι πρέπει να πέσετε όλοι πριν τους πατήση εχθρός». Αλλ' ανεβήκατε εις μίαν σάπιαν καρέκλαν, διά να τους πείτε: «Να, αυτή είναι η Αβησσυνία. Οι κάτοικοι της δεν έχουν ούτε σουγιάν. Πηγαίνετε με τ' αεροπλά­να σας να τους κάψετε. Αυτή είναι η Αλβανία. Οι άνθρωποι της είναι άο­πλοι. Πηγαίνετε να τους κάμετε δού­λους». Και έπειτα: «Αυτή είναι η Ελ­λάς. Έχει οκτώ εκατομμύρια κατοίκων και είμεθα σαράντα οκτώ. Ο οπλισμός της απέναντι μας είναι μηδαμινός. Οι πιλότοι των δήθεν "αεροπορικών συγ­κοινωνιών" μας την έχουν μάθει απέξω και την έχουν επισημάνει. Θα της κηρύξωμεν τον πόλεμον ξημερώματα, ενώ κοιμάται, έως το μεσημέρι θα έχωμεν ανατινάξει εις τον αέρα τα γεφύρια της, τους λιμένας της, τους κόμβους των συγκοινωνιών της, και το βράδυ, επειδή λείπει το είδος, θα πίνετε εις τας Αθή­νας καφέν».
Αλλ' όλα αυτά ήσαν άτιμα, όλα αυτά δεν ημπορούσαν να εμπνεύσουν κανένα, όλα αυτά απέπνεαν αδικίαν, κακοήθειαν, ψεύδος, επιβουλήν του ισχυρού εναντίον του ασθενούς. Όλα αυτά δεν ήτο δυνα­τόν να γίνουν ούτε Θούριον, ούτε Παιάν, ούτε Σημαία. Ήσαν όλα πτωχαί, άναν­δροι, ρυπαραί εντολαί. Δι' αυτό λοιπόν ενικήθητε. Δι' αυτό οι άνθρωποι σας υπεχώρησαν, δι' αυτό φεύγουν. Διότι τους είπατε να ζουν επικινδύνως, αλλά ζήτε σεις και οδηγείτε και διδάσκετε ως δειλός. Διότι ως δειλός εκάψατε την Αβησσυνίαν με υπερίτην. Ως δειλός επετέθητε κατά της Γαλλίας νεκρας, ως δει­λός εφθάσατε εις την άοπλον Αλβανίαν, ως δειλός ήλθατε εις τα σύνορα μας με το στιλέτον, εις τας τρεις το πρωί. Οι δειλοί, λοιπόν, όπως σεις, και οι φαύλοι ουδέποτε οδηγούν εις ανδραγαθήματα τους στρατούς και ουδέποτε ο Δόλος ωδήγησε τους ανθρώπους εις έργα σημαν­τικά. Δι' αυτό, το Κράτος αυτό, του ο­ποίου εχειροκρότησα και εγώ την ανατολήν, αρχίζει τώρα να δύη υπό τον παγκόσμιον χλευασμόν: Διότι η οικοδομή, κ. Μουσσολίνι, εστερείτο θεμελίων Δι­καίου, διότι το Σχολείον που εκτίσατε εστερείτο μαθήματος Ηθικής...


(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Καθημερινή στις 25 Νοεμβρίου 1940 )


 

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α ΒΛΑΧΟΣ: Η ΣΦΑΙΡΑ




Ήτο σφάλμα, σφάλμα ασυγχώρητον του παλαίοντος τώρα με τον θάνατον Κυβερνήτου της κατεστραμμένης «Πανόρ­μου»[1] , το ότι το πλοίον με τας τορπίλλας του και τα πυροβόλα του και τα πυρομα­χικά του προσέκρουσεν εδώ πλησίον, εις γνωστήν παραλίαν, και κατεστράφη. Η ανάκρισις και οι ναυτικοί θα καθορίσουν το ποσόν των ευθυνών αι οποίαι βαρύνουν τον κυβερνήτην, και τα λογιστήρια θα κανονίσουν το ποσόν της ζημίας. Η «Πά­νορμος», λέγουν, εστοίχισε με τας τορπίλλας της και τα πυροβόλα της δεκαπέν­τε εκατομμύρια. Ιδού λοιπόν από την μίαν σελίδα των καταστίχων του Κρά­τους μία ζημία απρόβλεπτος δεκαπέντε ολοκλήρων εκατομμυρίων. Και από την άλλην;... Αλλά ποίαν άλλην —μη έχη και όφελος η καταστροφή; Από την άλ­λην, πολύ καθ' ημάς βαρυτιμοτέρα από τα δεκαπέντε εκατομμύρια, μία σφαίρα.

Ο κυβερνήτης της «Πανόρμου», όταν εί­δε το πλοίον του βυθιζόμενον, ηυτοκτόνησε. Και όταν, αναίσθητος πλέον μετεφέρετο εις τον Πειραιά, κατώρθωσεν εις μίαν στιγμήν να ψελλίση:

—Αν το καράβι μας πνίγηκε, πρέπει εγώ να πεθάνω.

«Πρέπει εγώ να πεθάνω». Ακούτε, Κύριοι;... Ο άνθρωπος δεν ήτο, δεν εί­ναι, ούτε ναύαρχος ούτε στρατηγός. Δεν παρέλαβε κανένα στόλον και δεν διώκησε κανένα στρατόν. Δεν υπήρξε ναυμάχος, δεν υπήρξε αρχηγός στρατιάς, δεν έχασε τον στρατόν του, δεν παρέδωσε τας σημαίας του, δεν έφυγε, δεν ηχμαλωτίσθη, δεν ητιμάσθη. Νέος, είκοσι οκτώ μόλις ετών, με την σκέψιν τις οίδε που ταξιδεύουσαν την ώραν όπου το πλοίον του προσέκρουεν εις τους βράχους, έγινεν υπαίτιος συμφοράς, της οποίας πρώ­τος ησθάνθη το βάρος. Να ζήση;... Αλ­λά πως να ζήση, αφού το Κράτος τον εξεπαίδευσε, τον έκαμε ναυτικόν, του παρέδωσε ένα πλοίον, τον ωνόμασε Κυ­βερνήτην και αυτός, ως Κυβερνήτης, το έπνιξε; Και εις μίαν στιγμήν κατά την οποίαν εθόλωνε η φιλοτιμία τον νουν, ο κυβερνήτης της «Πανόρμου» εξήγαγε το περίστροφόν του και ηύτοκτόνησε...

***
Πόσον η σφαίρα αντηχεί γύρω σκληρά. Πόσων ενδόξων ανδρών της Ελλάδος δεν κατακαίει τας δάφνας; Πόσον σπιλώνει την πικράν ιστορίαν του τόπου μας η απλή και σύντομος αυτοκαταδίκη, πόσους δεν κολαφίζει γενναίους, εκδικητάς, εντολοδόχους της θείας Νεμέσεως και ήρωας της ασφάλτου! Από το εν μέρος μία δεκαετία, από το άλλο μία στιγμή. Εδώ μία καταστροφή υλικού, ούτε ένα καν θύμα, εκτός του αυτόχειρος. Και εκεί;... Άνθρωποι, όπλα, σημαίαι, στρατός, πλοία τα οποία στασιάζουν και επιπίπτουν το εν εναντίον του άλλου, στόλοι οι οποίοι περιφρονούν τους εχθρούς και μεταφέρουν επαναστάτας, υλικόν το οποίον σκορπίζεται εις εμφύλιον σπαραγμόν, αξιωματικοί των οποίων υπέγραψε η φυγή τα φύλλα πορείας και πριν γίνουν κατηγορούμενοι γίνονται δικασταί... — και όμως ούτε μία σφαίρα παρήγορος, ούτε μία ωραία στιγμή, ούτε μία χειρονομία τιμίου ανθρώπου εις το πλήθος αυτό της καταστροφής.


***

Οι ναυτοδίκαι θα εκτελέσουν μεθαύριον το καθήκον των, αν ζήση ο νεαρός Κυβερνήτης. Ημείς δεν θα σταθώμεν τότε παρά το εδώλιόν του συνήγοροι' διότι πρέπει να τιμωρούνται συμφώνως προς τους νόμους του Κράτους εκείνοι οι οποίοι αναλαμβάνουν ευθύνας και τας διαχειρίζονται ελαφρώς. Σήμερον όμως πλησιάζομεν την κλίνην του με στοργήν και θλίβομεν την χείρα του αγωνιώντος ανθρώπου:

—Όχι, κ. Πλωτάρχα, δεν πρέπει να πεθάνης, αν το καράβι σου κατεστράφη. Εις τον τόπον αυτόν όσοι εζημίωσαν το Δημόσιον, όσοι κατέστρεψαν το καράβι τους, όσοι παρέλαβαν εις τα θυλάκιά των τον στόλον, όσοι παρέλαβαν τον στρατόν και τον απέστειλαν εις νίκας κατά διαδηλωτών και εις μάχας εναντίον Ελλήνων, όσοι κατεσπατάλησαν χρήματα, υλικόν, όπλα, ανθρώπους, έγιναν στρατοδίκαι, πρωθυπουργοί, σωτήρες, επαναστάται, Αρχηγοί, Κεραυνοί. Φύλαξε την υγείαν σου, κ. Πλωτάρχα.  Αν άλλοτε κυβέρνησης, όχι την «Πάνορμον» αλλά όλον τον στόλον και έχεις πάλιν περίστροφον, κράτησε τας σφαίρας σου δια τους αντιπάλους σου. Θα είσαι ολιγώτερον φιλότιμος τότε, αλλά περισσότερον σύγχρονος Έλλην...

Αλλ' ας ζήση πρώτον ο φιλότιμος άνθρωπος.


1.Το περιστατικό συνέβη στις 12/3/28. Ο Κυβερνήτης του σκάφους πλωτάρχης Τάκης Δούκας , αυτοπυροβολήθηκε την ώρα που κατέβαινε από το σκάφος τελευταίος μαζί με τον ύπαρχο.


Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΛΑΧΟΣ: Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ



Σήμερον οι δημοκράται εορτάζουν την δεκάτην επέτειον της Δημοκρατίας των. Δια λόγους καθήκοντος, τάξεως και ευ­πρεπείας, αφού συζώμεν μαζί των, συνεορτάζομεν την επέτειον αυτήν και ημείς, οι μη δημοκράται. Λέγομεν: οι μη δημο­κράται. Αλλά τι είμεθα;... Βασιλόφρονες; Κάθε άλλο! Κάθε τι άλλο είμεθα παρά βασιλόφρονες, εν τη ειδική μάλι στα σημασία την οποίαν τελευταίως η λέξις απέκτησε εν Ελλάδι, άνθρωποι δηλαδή αγωνιζόμενοι υπέρ της παλινορθώσεως της παραιτηθείσης ελληνικής Δυναστείας και πιστεύοντες εις αυτήν ως εις μεταβολήν μέλλουσαν οπωσδήπο­τε να ωφελήση τον τόπον. Την μεταβο­λήν ταύτην, τώρα πλέον, ομολογούμεν και ημείς ότι δεν θα είχε δυνάμεις δια να την υποστή η Ελλάς και προσθέτως ότι, αν τυχόν κατηνάλισκε υπέρ αύτης τας όσας έχει δυνάμεις, θα τας κατηνάλισκε αδίκως και προς παλινόρθωσιν μιας κα­ταστάσεως η οποία πάντως θα ήτο εφή­μερος.

Ο Ναύαρχος Κουντουριώτης κατά τον εορτασμόν της
 εγκαταστάσεως  της αβασιλεύτου  δημοκρατίας
.
Δεν είμεθα λοιπόν βασιλόφρονες τώρα πλέον αλλά, είτε διότι κάποτε κακώς και εις βάρος μας επεβλήθη η Δημοκρα­τία, είτε διότι είδομεν πενιχράν την απόδοσίν της, είτε διότι πιστεύομεν βοη­θούς και συμμάχους των αριστερών τας Δημοκρατίας, δεν είμεθα πιστοί, δεν είμεθα θερμοί, δεν είμεθα στρατευόμενοι δημοκράται. Και δια να είμεθα σαφέστε­ροι, λέγομεν ότι: Αν εξ ημών εξηρτάτο ν' αλλάξη αύριον πολίτευμα η Ελλάς και αν, εκτός της ιδικής μας διαθέσεως είχομεν πρόχειρον εδώ ένα Χίτλερ, ένα Μουσσολίνι, ένα Κεμάλ, θα ανετρέπομεν μετά χαράς την Δημοκρατίαν δια να την αντικαταστήσωμεν με ένα δικτάτορα, ισχυρόν, εθνικόφρονα, εμπνευσμένον, ο ο­ποίος, με τας δυνάμεις του και την πνοήν του, θα ηδύνατο να επαναφέρη την χώραν αυτήν εις τον δρόμον της ευτυχίας και της προόδου, εις τον οποίον ή δεν θα την επαναφέρουν ποτέ ή θ' αργήσουν προς τούτο, ο κοινοβουλευτισμός, η Δημο­κρατία, το Σύνταγμα και το δικαίωμα του καθ' ενός να διαπράττη εν ονόματι των «ελευθεριών» του λαού παν ό,τι θέ­λει εις βάρος του κράτους. Αφού όμως δεν υπάρχει δικτάτωρ, αφού της παραι­τηθείσης δυναστείας η παλινόρθωσις εί­ναι ασύμφορος, και αφού η Δημοκρατία αποτελεί καθεστώς παραδεδεγμένον και εκπροσωπούν τουλάχιστον την γαλήνην, δεν έχομεν καμμίαν αντίρρησιν να εορτάσωμεν μαζί της τα δέκα της έτη, κατά τα οποία —ας ομολογηθή— και να βλάψη και να ωφελήση υπήρξεν ανίκανος.



* * *



Η πρώτη δημοκρατική κυβέρνηση στην Ελλάδα.
Στις 12 Μαρτίου 1924 ο Α .Παπαναστασίου σχημάτισε κυβέρνηση
η οποία κατέλυσε τη Βασιλεία.....
Αν η αλήθεια είναι είδος πολύτιμον, ας μας επιτραπή να προσφέρωμεν εις την εορτάζουσαν μερικάς αληθείας. Και ιδού μία, πρώτη: Δεν υπήρξε τίποτε, δεν με­τέβαλε τίποτε, δεν εδημιούργησε τίποτε η Δημοκρατία εις την Ελλάδα. Αλλού, εκεί όπου επεβλήθησαν αι Δημοκρατίαι κατόπιν λαϊκών εξεγέρσεων ή στρατιω­τικών πραξικοπημάτων, ευθύς αμέσως εκ των κάτω, τα οποία έως τότε επίεζε το πολίτευμα, εκ των σπλάγχνων της χώ­ρας, εξεπήδησαν νέαι ιδέαι, νέοι άνθρω­ποι, νέαι τάσεις. Εδώ δεν εξεπήδησε τίποτε άλλο έκτος ενός καφενέ ο οποίος ωνομάσθη «Δημοκρατία» και έκλεισε ελλείψει πελατείας τας πύλας του. Δεν εξεπήδησε τίποτε, και τίποτε απολύτως δεν μετεβλήθη. Κατ' αρχάς ο ναύαρχος Κουντουριώτης και έπειτα ο κ. Α. Ζαΐ­μης, δύο σκιαί, διεδέχθησαν τον τελευταίον βασιλέα Γεώργιον, ο οποίος υπήρξε σκιά και αυτός, εστεμμένη. Τίμιος Έλλην, βασιλόφρων ή δημοκράτης, θα ήτο αδύνατον να μας αποδείξη ότι ο κ. Ζαΐμης δεν θα εδέχετο να πράξη τι το οποίον ο Γεώργιος έπραξεν ή ότι ο Γε­ώργιος δεν θα έπραττε ό,τι πράττει ο κ. Ζαΐμης. Βασιλείς και Πρόεδροι της Δη­μοκρατίας υπήρξαν τελευταίως εις την Ελλάδα σφραγίδες ξύλιναι εις χείρας των ισχυρών. Οπωσδήποτε όμως, αν δεν μετέβαλε τίποτε, αν δεν εδημιούργησε τίποτε η Δημοκρατία —ίσως μας αντείπη τις ότι κάτι κατέλυσε: την κληρονομικήν Βασιλείαν, το οικτρόν αυτό σύστημα καθ' ο μία παιδίσκη ή ένα βρέ­φος τίθενται από του λίκνου των επί κε­φαλής ενός λαού δια να βασιλεύσουν αργότερα, άδιαφόρως του αν αξίζουν ή όχι, αν είναι βλάκες ή όχι, αν είναι ελαττω­ματικοί ή παράφρονες —όπως συνέβη συχνά εις την ιστορίαν. Εις τούτο όμως έχομεν ν' απαντήσωμεν ότι η ιδική μας Δημοκρατία, αφού φυσικά κατέλυσε μα­ζί με την Βασιλείαν τους κληρονόμους της, ελησμόνησε ότι η κατάλυσις αύτη ήτο πράξις ασήμαντος, αφού η Βασιλεία ήτο ανίσχυρος και ισχυρά η Πολιτική, και εις την Πολιτικήν όχι μόνον αφήκε ως δικαίωμα την κληρονομίαν αλλά την ενομιμοποίησε και την προήγαγε. Εις την Γαλλίαν, όταν κατόπιν μιας Επα­ναστάσεως εκαρατόμησαν την Βασι­λείαν, τον βασιλέα και τους διαδόχους του, έστειλαν εις την λαιμητόμον και πάντα αντιπρόσωπον της ελέω κληρονομιάς ισχύος. Εδώ αντιθέτως εκαρατομήθη η Βασιλεία και η κληρονομική διαδοχή, αλλ' επετράπη εις τον υιόν του κ. Ε. Βενιζέλου να εκτίθεται βουλευτής, και επιτυγχάνων —ελέω κληρονομιάς— να τοποθετή εις την θύραν του πινακίδα αναγγέλλουσαν ότι δέχεται εις τας τάδε και δείνα ώρας τους κ.κ. Γερουσιαστάς και Βουλευτάς. Η Δημοκρατία λοιπόν κατήργησε τον Παύλον αλλ' εδημιούργησε τον Κυριάκον. "Ήτο μεταβολή;... Αλλά δια να μη είμεθα άδικοι, ας προσθέσωμεν ότι παντού όπου η Δημοκρατία συνήντησε την συνήθειαν, την ίσχύν και τα εκ της συναλλαγής παραδεδεγμένα τα εσεβάσθη, δι' ο και παντού κληρονομικώς βασιλεύουν και διευθύνουν τον τό­πον όλαι αι πολιτικαί οίκογένειαι, τας οποίας έστησαν προπατόρων αξίαι. Τώ­ρα, διά να φανώμεν ευχάριστοι εις τους εορτάζοντας, προσπαθούμεν εις μάτην να ανακαλύψωμεν κάτι το οποίον άλλως ερρύθμισε η Δημοκρατία παρ' ό,τι επί Βασιλείας υπήρχε, κάτι το οποίον να χαρακτηρίζη αυτήν ως πολίτευμα νέον, ά­ξιον τόσης ανατροπής, τόσων αγώνων και τόσου εορτασμού. Και, μα τον Θεόν, δεν ευρίσκομεν τίποτε. Ευρίσκομεν ότι ήτο πράξις τις αξία παντός επαίνου η μεταβολή του Βασιλικού Κήπου εις Εθνικόν, η πώλησις του γηπέδου των Σταύλων, και ακόμη ο περιορισμός της βασι­λικής χορηγίας κατά τινας χιλιάδας δραχμών. Αλλ' αυτά, ως ενεργητικόν μιας ολοκλήρου δεκαετίας, πρέπει να ομολογηθή ότι δεν είναι πολλά.

Ευρίσκομεν ότι ήτο πράξις τις αξία παντός επαίνου
η μεταβολή του Βασιλικού Κήπου εις Εθνικόν.......


* *

Υπήρξαν αι γραμμαί μας παραφωνία;... Δεν βλάπτει. Τώρα θα συμφωνήσωμεν. Θα συμφωνήσωμεν εις το ότι η Δημο­κρατία, καλή, κακή, επιβληθείσα νομί­μως ή όχι, είναι σήμερον το πολίτευμα της Ελλάδος, υπό το οποίον θα ζήσωμεν όλοι. Αν εις την πρώτην δεκαετίαν της δεν απέδωσε τίποτε, ίσως αποδώση εις την δευτέραν και ίσως ευρεθή τρόπος, αντί του δικτάτορος τον οποίον θέλομεν και δεν έχομεν, να ευρεθή αργότερα Πρό­εδρος με δυνάμεις, με θέλησιν, με πνοήν, ο οποίος, εργαζόμενος εντός των ορίων του πολιτεύματος, να δράση προς χάριν του τόπου. Να συγκινηθή από τα παθή­ματα του, να παρακολούθηση τας τύχας του, να ηγηθή καλών ιδεών, να είναι πράγματι πολίτης πρώτος ενδιαφερόμε­νος και όχι τελευταίος αδιαφορών. Τού­το ελπίζοντες, ταύτα ευχόμενοι, προεξοφλούμεν από το μέλλον ολίγην χαράν και την δανείζομεν εις την σημερινήν εορτήν, δια να γίνη και εκ μέρους μας κα­λή, κοινή, αδελφική εορτή των Ελλή­νων.(25 Μαρτίου 1934)



Άλλα άρθρα του Γεωργίου Βλάχου στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΒΛΑΧΟΣ: ΟΙ κ.κ. ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ...

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α ΒΛΑΧΟΣ: Η ΣΦΑΙΡΑ

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΒΛΑΧΟΣ: ΟΙ κ.κ. ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ...


Αν όλοι όλων των κομμάτων οι βουλευ­ταί ήσαν εχθροί του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, αν δεν είχον ως επάγγελ­μα ν' αποδίδουν Βουλάς και κοινοβουλευτικάς Κυβερνήσεις αλλά δικτάτορας και δικτατορίας, αν ήσαν εντεταλμένοι όχι να εξαίρουν και να βοηθούν την χρη­σιμότητα του θεσμού αλλά να εξευτελί­ζουν και ν' αχρηστεύουν αυτόν, και τότε πάλιν οι κ.κ. βουλευταί δεν θα διεχειρίζοντο τόσον επιζημίως δι' εαυτούς και αυτό το επάγγελμα των.
Διότι πράγμα­τι, τελευταίως νομίζει κανείς ότι αγωνί­ζεται εις έκαστος εξ αυτών να πείση τους πολίτας περί της ιδίας του αχρη­στίας και, ων πτωχός αριθμός και πρό­σωπον βωβόν και πέμπτος τροχός, βιάζεται να διαλαλήση τας ιδιότητας του αυτάς δημοσία ίνα τας πληροφορηθούν όλοι, ίνα μη πλανώμενός τις πολίτης τας αγνοή.
Προ τινος, βουλευτής ο κ. Ε. Βενιζέλος και αρχηγός βουλευτών, έλεγεν από του βήματος της Βουλής προς τον κ. Τσαλδάρην  ότι, προκειμένου να σχηματίση  αυτός, ο κ. Τσαλδάρης, Κυβέρνησιν θα ηδύνατο "να του δανείση αριθμόν τινα βουλευτών". Και οι βουλευταί ήκουσαν απαθείς και βωβοί την πρότασιν του προχείρου αυτού δανεισμού των, πρότασιν την  οποία θα συνεζήτουν και πρόβατα αν επληροφορούντο ότι πρόκειται να  μετατεθούν από στάνης εις στάνην.
Αλλά  μη οι βουλευταί αυτοί δεν ήσαν οι ίδιοι , εντελώς οι ίδιοι, οι οποίοι, προκει­μένου περί του σημαντικωτάτου ζητήματος των καλυμμάτων, έδωσαν και εις διάστημα ενός έτους δύο λύσεις διαφό­ρους;... Ανήκοντες ως πλειοψηφία εις την οικουμενικήν του 1927, εψήφισαν ό­τι τα καλύμματα —επρόκειτο περί υπερχιλίων εκατομμυρίων— ανήκουν εις την Εθνικήν, και αυτομολήσαντες μίαν νύκτα εις την σκηνήν του κ. Ε. Βενιζέλου εψήφισαν μετ' ολίγον, εις τα 1928, ότι τα καλύμματα ανήκουν εις το Δημόσιον. Ούτω εις πάσαν περίστασιν, πάσαν ευκαιρίαν, πάσαν σπουδαίαν στιγμήν της ζωής του τόπου αυτού, οι βουλευταί, οι οποίοι επί τέλους στοιχίζουν ήμισυ εκατομμύριον έκαστος εις το Κράτος, δεν βλέπουν κανένα λόγον, δεν αισθάνονται καμμίαν ανάγκην να δικαιολογήσουν την υπαρξίν των, τον μισθόν των, την χρησι­μότητα του θεσμού τον οποίον εκπρο­σωπούν.
Και τώρα;... Τώρα, αφού προ τίνος είχον συγκεντρωθή άλαλοι και βωβοί περί το Κυβερνείον δια να πληροφορηθουν με­τά την ορκωμοσίαν τίνα Κυβέρνησιν με ποίον άγνωστον πρόγραμμα θα υποστη­ρίξουν, τώρα, προκειμένου περί ενός ση­μαντικωτάτου ζητήματος, του νόμου των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ζητήματος περί ου όλοι θέλουν να έχουν γνώμην και δια το οποίον ακούεται ότι επιστημονι­κοί, εμπορικοί, βιομηχανικοί Σύλλογοι, και αυτός ο Φιλολογικός Σύλλογος «Παρ­νασσός», συνεδριάζουν από ημερών, ζη­τήματος περί του οποίου γράφουν και συζητούν από των στηλών των εφημερί­δων νέοι και παλαιοί επιστήμονες, μόνοι αυτοί οι κ.κ. βουλευταί δεν έχουν, δεν θέλουν να έχουν και διακηρύσσουν δημο­σία ότι δεν θέλουν να έχουν γνώμην. Την γνώμην των επί του ζητήματος αυτού την μεταφέρει και την διαχειρίζεται εν αγνοία των ο έμπιστος φίλος του τέως Πρωθυπουργού κ. Σκουλάς. Ο κ. Σκουλάς βλέπει τον κ. Βενιζέλον, βλέπει έπει­τα τον κ. Παπαναστασίου, συζητεί μαζί των, επιμένει, υποχωρεί και, αναλόγως, εις το ίδιον αυτοκίνητον μεταφερομένη, υποχωρεί ή επιμένει η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, οι διακόσιοι είκοσι πέντε πατέρες του Έθνους, τους οποίους δια να έχουν γνώμην και να κυβερνούν και να σκέπτωνται εξέλεξε ο λαός ιδία βουλήσει και τους οποίους πληρώνει —εκατόν και πλέον εκατομμύρια. Και επί τέλους, μετά τας επισκέψεις και τας συζητήσεις και τας διαπραγματεύσεις του κ. Σκουλά, παρουσιάζεται επίσημον ανακοινω­θέν. Και τι λέγει;... Ότι επί τέλους οι κ.κ. βουλευταί συνεσκέφθησαν μετά του αρχηγού των και έλαβον αποφάσεις και αι αποφάσεις των αυταί συνοψίζονται εις την άρνησίν των όπως ψηφισθή αμέσως το νομοσχέδιον εις το σύνολον, αλλά νά ψηφισθή... μισό και μισό. Διότι ούτω και τα προσχήματα  σώζονται και των φρονίμων ανθρώπων γίνεται    κατά τύπους το κέφι και κολακεύονται αι μάζαι , οι πολλοί αυριανοί εκλογείς...
Δια το κατάντημα αυτό των κ.κ βουλευτών , ενώ έπρεπε πρώτοι αυτοί να λυπούνται, λυπούμεθα βαθέως ημείς , διότι τι ημείς πιστεύομεν εις την χρησιμότητα του θεσμού τον οποίον κακοποιούν.

Το κοινοβούλιον, παρ' όλα τα ελαττώματά του , παρ' όλας του τας αδυναμίας , είναι πολίτευμα , είναι  θεσμός, ενώ αι δικτατορίαι και οι δικτάτορες είναι άνθρωποι. Και οι άνθρωποι εις την Ελλάδα προ πάντων, είναι κάποτε πατριώται και σώζουν, άλλ' είναι συχνότατα και κακής  υποστάθμης κακά αποβράσματα και κα­ταστρέφουν. Θα ηθέλαμε λοιπόν να μείνη και να ζήση και να στηριχθή το κοινοβούλιον ως πολίτευμα, ως θεσμός. Αλλά  δια να συμβή αυτό, πρέπει να το θέλουν οι πρώτοι ενδιαφερόμενοι, οι κ.κ. βουλευταί. Και αυτοί, δεν το θέλουν.

Σάββατο 17 Μαρτίου 2012

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α ΒΛΑΧΟΣ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ


Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος στα 1917
Όταν εγεννάτο, ολόκληρος η Ελλάς, η ελευθέρα και δούλη, έκυψε εις το λίκνον του δια να ελπίση. Αι μακρυναί Θάλασσαι και η απέραντος γη, όπου είχε σπαρή, κατακτήσεων και επαναστάσεων και δι­ωγμών θύμα, το Γένος, συνεστάλησαν εις έκτασιν μιας σπιθαμής, εις μίαν γωνίαν του ελληνικού Ανακτόρου και εστάθησαν εκεί, και εκράτησαν σιωπηλαί την αναπνοήν των, δια να μη ταράξουν τον πρώτον ύπνον του βρέφους, το οποίον εξεπροσώπει την Ευτυχίαν, το Μέλλον. Γρήγορα, από της πρώτης στιγμής, έ­σπευσαν ανάδοχοι μυριάδες παλμών, χι­λιάδες ελπίδων και προσεκόμισαν, σμύρναν και λίβανον, την πορφύραν των αιμά­των της από τον νότον η Κρήτη, από τον βορράν την τελευταίαν λειτουργίαν της η Αγία Σοφία, εξ ανατολών και δυσμών αναμνήσεις και πόθους και όνειρα ο Ελληνισμός. Και ωνομάσθη το Βρέ­φος, πριν καν ανοίξη προς την ημέραν τους οφθαλμούς, Κωνσταντίνος. Ο πα­λαιός ποιητής εστάθη κοντά του και έ­δωσε το ελληνικόν αίσθημα εις στίχους ωραίους. 


Δεν είσαι Βασιλιά παιδί. 
Δεν είσαι μάννας γέννα. 
Οι πόθοι και οι ελπίδες μας εσμίξανε μαζί 
Κ' εγέννησαν εσένα. 


Και, αλήθεια, οι πόθοι και αι ελπίδες του Έθνους είχον γεννήσει τον Βασιλέα. Επί τέσσαρας αιώνας, μάρτυς, υπόδου­λος η Ελλάς, κάτω εις τα υπόγεια όπου ετέλει τας μυστικάς λειτουργίας της, ε­πάνω, εις κρυφά σχολειά, όπου εδίδασκε την παράδοσιν, αυτό το όνειρον ύφαινε, αυτόν ητοίμαζε τον στρατάρχην, αυτού εσφυρηλάτει τα όπλα, αυτού έτρεφε τον πολεμικόν ίππον, αυτού εχρύσωνε με α­κτίνας ελευθέρων ηλίων το Στέμμα. 

Και παρήρχετο ο καιρός. Και από της πρώτης οδοντοφυΐας του μέχρι των πρώτων του λαλημάτων, από των πρώ­των βημάτων του μέχρι των πρώτων ω­ρών της μαθητικής του ζωής, ο κόσμος εκείνος των κατάκοπων ηρώων και των γερόντων αγωνιστών, ο κόσμος των α­πομάχων της μεγάλης Επαναστάσεως, οι οποίοι δια του αίματος και του χρή­ματος και του νου των εθεμελίωσαν την ελευθέραν Ελλάδα, ύψωσε γύρω του πανύψηλον τείχος στοργής και λατρείας: διότι θα ήτο Αυτός, ο αναμενόμενος εκ Θεού. Διότι θα ήτο αυτός ο οποίος θα επραγματοποίει της Ειμαρμένης την παλαιάν προσταγήν. Διότι θα ήτο αυτός ο οποίος με το γύρισμα του χρόνου, δια μέσου αγώνων, προσπαθειών και ατυ­χημάτων, θα ωδήγει κάποτε επί κεφαλής χιλιάδων στρατού την Ελλάδα εις την χαράν και την δόξαν. Διότι θα ηλευθέρωνεν αυτός την Μακεδονίαν, θα έδιδε αυτός την Κρήτην εις την Ελλάδα, θα έπαιρνεν αυτός τα Γιάννενα. Διατί;... Παιδί δεν ήτο; Άνθρωπος δεν ήτο καί αυτός;... Αλλά το Έθνος δεν εδέχετο με τους μεμψίμοιρους συζήτησιν. Δεν ήτο παιδί, ούτε άνθρωπος, ούτε διάδοχος, ού­τε θα ήτο βασιλεύς όπως όλοι ο Κωνσταντίνος. Ο Κωνσταντίνος ήτο θρύλος, ήτο ψυχή, ήτο ο εντεταλμένος της Μοί­ρας.

* * *

Και ήλθε στιγμή κατά την οποίαν αι ευχαί και οι ψαλμοί έγιναν θούρια και οι ε­θνικοί θρήνοι παιάνες πολεμικοί και αν­τήχησε απ' άκρου εις άκρον από ιαχάς χαράς η Ελλάς, και ωπλίσθησαν οι στρατοί, και έσπευσαν υψηλά προς τας υποδούλους θαλάσσας οι στόλοι και το όνειρον επραγματοποιείτο: Τα φρούρια των πόλεων εκρημνίζοντο ως εις άκου­σμα υπερκοσμίων σαλπίγγων, και έφευ­γαν οι κατακτηταί, και ηλευθερούντο η Κρήτη, η Θεσσαλονίκη, η Σάμος, η Χίος, η Μυτιλήνη, τα Ιωάννινα. Και εις το μέσον του στρατού του, επροχώρει και εκάλπαζε προς την δόξαν και ήτο πάντοτε πρώτος. Αυτός. Ήτο υψηλός τώρα, και είχε γαλανούς οφθαλμούς και την ηλιοκαή του μορφήν εφώτιζε απεράντου καλωσύνης μειδίαμα και είχε ευγένειαν, θάρρος, ευθύτητα, νουν, και υπέρ αυτόν είχαν η στολή και το έθνος προσκομίσει πτερά, πτερά ά­σπρα και καταγάλανα, τα οποία ανέμιζε ευτυχής η πνοή της ελευθερίας. Αλλ' έ­ξαφνα, πώς έγινε η πνοή καταιγίς; Και πώς διερράγησαν της στοργής και της λατρείας τα τείχη; Και πώς αι ευχαί έγι­ναν πάθη και η ευλάβεια ύβρις, και κακία ο ενθουσιασμός και διαδήλωσις διωκτών των υπηκόων η λιτανεία;... Ας μείνη το ερώτημα αναπάντητον και ας πληρώση τώρα την αμαρτωλήν παρένθεσιν η σιω­πή. Μόνος, εξόριστος, ζων χωρίς θρόνον, χωρίς βασίλεια, χωρίς πατρίδα, νεκρός χωρίς τάφον, υποστάς και τον κόλαφον του παράφρονος εις την ξένην, δακρύσας με την ιδίαν συμφοράν και την συμφοράν της Ελλάδος, επιστρέψας εν μέσω φρενίτιδος, και απελθών εν μέσω φλογών πυρκαϊάς, έζησε, εκουράσθη, εμαρτύρησε, έπαθε, εδοξάσθη, υψώθη και έπεσε, και ανέμεινεν, ως άνθρωπος και ως σο­ρός, επί έτη μακρά εις τον ήλιον και το σκότος, Δικαιοσύνην.

* * *
Τώρα, τον φέρομεν πάλιν. Επάνω εις ένα κιλλίβαντα παλαιού πυροβόλου —τις οίδε τίνος πυροβόλου του Δεκατρία, του Δώδεκα— του οποίου τα ξύλα θα φρικιούν εις την σκέψιν ότι τώρα ορίζουν αυτά την πορείαν του, οδηγείται εις τον τάφον ο Κωνσταντίνος, ο Διάδοχος των εθνικών μας ονείρων, η Μεγάλη Ιδέα της χρυσής εποχής, ο Βασιλεύς των ενδό­ξων ωρών μας, ο ευτυχής και ατυχής, ο ιδίω έργω υψωθείς εις τα σύννεφα και έργω άλλων κρημνισθείς εις ερέβη, ι­στορικός στρατηλάτης. Ας τον οδηγήσωμεν λοιπόν όλοι μαζί εις τον Τάφον Του. Ας δώσωμεν περί την σορόν Του τας χείρας, και εις των κοινών δακρύων το πλήθος ας ποτίσωμεν τον σπόγγον της λήθης, η οποία θα μας οδηγήση αύριον προς δρόμους καλούς. Ο Βασιλεύς ήλθε εις την πατρίδα του και θα κοιμηθή τώρα δια πρώτην φοράν. Ας ετοιμάσωμεν με άνθη την κλίνην του, ας ποτίσω­μεν με καλωσύνην το χώμα, ας κλίνουν αι καρδίαι μας εμπρός του γονυπετείς και ας ταφούν μαζί του αι έριδες και αι κακίαι των οποίων υπήρξεν Αυτός, το πρώτον, το μέγιστον, το αδικώτατον θύ­μα...