Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ ΣΤΡ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ ΣΤΡ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Ιουνίου 2017

ΣΤΡΑΤΗ ΜΥΡΙΒΗΛΗ : Ο ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΙΔΟΜΑΖΩΜΑ 2

Προηγούμενο
.......................................................................................................................................................................................................... .......................................................................................................................................................................................................... ..........................................................................................................................................................................................................

Αμέτρητα είναι τα δεινά που σώριασε και εξακολουθεί vα σωριάζει πάνω στην Ελλάδα η θεομηνία του σλαύικου κομμουνισμού. Να πιάσει να τα λογαριάσει κανείς, δε θα βρει άκρη. Μόνο στις δώδεκα πληγές του Φαραώ, που αναφέρει η γραφή, μπορεί να βρει κανείς κάτι ανάλογο, αν τις φανταστεί να ενεργούν σύγχρονα και χωρίς διακοπή επί χρόνια ολόκληρα. Ανάμεσα τους το πιο αποτρόπαιο είναι χωρίς άλλο το «παιδομάζωμα». Τη λέξη αυτή την έφκιασε το Ελληνικό Γένος στην πιο σκληρή περίοδο τής Τουρκικής σκλαβιάς. Είναι ένας όρος που ζημιώθηκε με ποταμούς από δάκρυα και αίμα. 
Τριακόσια χρόνια, τριακόσια έξη χρόνια για την ακρίβεια, η λέξη αυτή αποτελούσε τον πιο πικρό βραχνά για την Ελληνίδα μητέρα. Ξυπνούσε και πλάγιαζε, και μπροστά της στεκόταν αυτή η μυστική τρομάρα. Πότε θα περάσει η Κουστωδία του Σουλτάνου από το χωριό, να μαζέψει για τα Τάγματα των Γενιτσάρων τα πιο γερά, τα πιο έξυπνα, τα πιο όμορφα αγόρια τους. Τα μεγάλωναν, τα βύζαιναν, τα νανούριζαν και τα μοιρολογούσαν σα νάταν ετοιμοθάνατα. Η ομορφιά τους είταν μαχαίρι δίκοπο για τη βασανισμένη τους καρδιά. Η γέννηση του αγοριού σημάδευε για το ελληνικό σπίτι τη γέννηση μιας νέας δυστυχίας. Το παιδομάζωμα άρχισε στα 1320 ακόμα, από τα χρόνια του Ορχάν, που είταν ο γιος του Οσμάν, του ιδρυτού του τουρκικού Κράτους. Πήρε τέλος στα 1632, στα χρόνια του Σουλτάνου Μουράτ του Δ'. Ο Μουράτ κατάργησε το φοβερό τούτο φόρο των υποδουλωμένων Ελλήνων, για να διαλύσει αυτά τα τάγματα, που άρχισαν να παίζουν το ρόλο πραιτωριανών στην Τουρκική αυτοκρατορία. Ο Καρολίδης όμως πιστεύει πως ο Σουλτάνος φοβήθηκε μήπως με το παιδομάζωμα λείψει ολότελα το χριστιανικό στοιχείο από το κράτος του. Και το χριστιανικό στοιχείο ο Μουράτ το λογάριαζε πολύ χρήσιμο για την ύπαρξη και τη στερέωση της τουρκικής αυτοκρατορίας. Απ' αυτό είναι εύκολο να καταλάβει κανείς πόσο ελληνικό αίμα ρούφηξε αυτός ο απαίσιος φόρος από την καρδιά του σκλαβωμένου Γένους. Το πιο ακριβό και το πιο διαλεχτό του αίμα. Ο Παπαρρηγόπουλος λογαριάζει σε ένα εκατομμύριο τα Ελληνόπουλα που τούρκεψαν, και πολέμησαν τη φυλή που τα γέννησε, όλα αυτά τα τρακόσια έξη μαύρα χρόνια. Οι τούρκοι παίρνανε από κάθε οικογένεια ένα ή δύο αγόρια, κάποτε και τα μονογενή τους, από 10 μέχρι 14 χρονώ. Η απόγνωση και η λαχτάρα των μανάδων είτανε τέτοια που, όπως διηγείται ο Γερμανός συγγραφέας Γκέρλαχ που γύρισε την ανατολή στα 1572, οι μανάδες που είδε  στη Βιθυνία, κάνανε προσευχές στο θεό, να πάρει τ' αγόρια τους, πριν έρθουν οι Αξιωματικοί του Σουλτάνου γι' το παιδομάζωμα. ... «Τα δημοτικά τραγούδια που άκουσα στην,Ελλάδα, λέει ο Γάλλος περιηγητής Μπρυνέ ντε Πρελ, τραγουδάνε τις μανάδες του Μωρηά που σφάζουν με τα ίδια τους τα χέρια τ' αγόρια τους, να μην πέσουν στα χέρια των τούρκων στρατολόγων». Και ο Μέντελσων Βαρτόλντι λέει: «Σπαράζει η καρδιά του ανθρώπου να μαθαίνει πως oι Ελληνίδες μητέρες σφάζουν τα παιδιά τους μπροστά στις στρατολογικές ορδές των Τούρκων, για να μη τα δούνε να ντροπιάζουν την πατρίδα τους και τη θρησκεία», Τα τάγματα αυτά των Γενιτσάρων έφτασε να έχουν στις αρχές του 17ου αιώνα δύναμη 46 χιλιάδων ανδρών. Όλοι αυτοί οι θηριώδεις διώχτες του Ελληνικού Γένους δεν είταν παρά εξισλαμισμένα Ελληνόπουλα, που τα μεγάλωσε ο Τούρκος, σπουδάζοντας τα να σφάζουν και να καίγουν την Ελλάδα και τους γονείς που τα γέννησαν. Από τότε που σταμάτησε αυτή η φριχτή δοκιμασία του Ελληνικού Γένους πέρασαν 316 χρόνια.
Τριακόσια δέκα έξη χρόνια είχε ν'  ακουστεί στον τόπο μας η λέξη "παιδομάζωμα", η πιο ανατριχιαστική λέξη που έπλασε ο Ελληνικός λαός με το αίμα, με το δάκρυ και με την πιο τρυφερή του σάρκα. Το ανάφερνε η ιστορία μονάχα. Με αποτροπιασμό το ανάφερε και η λαογραφία μας με τα τραγούδια-μοιρολόγια, που διασώθηκαν από κείνο το πανελλήνιο σύθρηνο. Και κατόπι σαν ήθελαν πια οι άνθρωποι να χαρακτηρίσουν τη βαρβαρότητα και την αγριότητα κείνης της εποχής, λέγανε: "την εποχή που γινόταν το παιδομάζωμα". Και εννοούσαν μιαν εποχή άγριας βαρβαρότητας, που οι μητέρες δάκρυζαν αίμα, και οι πατέρες καταργιούνταν την ερωτική χαρά του γάμου που έσπερνε τόση θλίψη και τόσο σπαραγμό μέσα στο σπίτι τους.
Καί ήρθε το 1948. Ο κόσμος σ' αυτό το αναμεταξύ προόδεψε. Υπάρχουν τώρα διεθνείς ερυθροί Σταυροί, υπάρχουν σύλλογοι προστασίας των ζώων, που δεν επιτρέπουν καν να κρατάς τα πουλερικά από τα πόδια με το κεφάλι κρεμασμένο προς τα κάτω, για να μην υποφέρουν από τούτη την αφύσικη στάση. Υπάρχουν διεθνείς οργανώσεις γυναικών, και ορφανοτροφεία και Υπουργεία περιθάλψεως. Υπάρχουν νόμοι και Δικαστήρια, που προστατεύουν τα παιδιά, ακόμα και από ένα μπάτσο που θα τους δώσει ο γονιός και ο δάσκαλος. Υπάρχουν ακόμα οργανώσεις ευαίσθητων ανθρώπων πού έχουν ως μοναδικό σκοπό ν' αγοράζουν και να ξελευτερώνουν από τα κλουβιά τους  τα σκλαβωμένα πουλιά. Τόσο πολύ προόδεψε μέσα σ' αυτά τα 316 χρόνια η ανθρωπιά, που έγινε νόμος και δικαστήριο. 
.......................................................................................................................................................................................................... .......................................................................................................................................................................................................... ..........................................................................................................................................................................................................
Τι ειν αυτό  που γυρεύω; Μια μεγάλη, μια πανελλήνια οργάνωση της Μακρονήσου γυρεύω, για τα δηλητηριασμένα νειάτα , σαν αυτή που αυτοσχεδίασε και τόσο άξια έφερε σε τέλος ο Στρατός μας.
Αυτή είναι η νέα γενεά της Ελλάδας για την οποία πρέπει να αγωνιστούμε όλοι .Με πάθος, με φανατισμό, με επιμονή.Τα παιδιά, τα νιάτα. Αυτά είναι το νέο θεμέλιο , η ελπίδα μας για το μέλλον.Αυτό το ξέρει  ο σλαύος  Ελληνομάχος, γι' αυτό ζητά να μεταδώσει τη σαπίλα της προπαγάνδας του στο Εθνικό μας θεμέλιο. Αλλιώτικα, όταν θα μεστώσουν λιγάκι οι μικροί γενίτσαροι  του παιδομαζώματος που γίνεται στο εξωτερικό και εξαπολυθούν ενάντια στην Πατρίδα μας μόλις θα τους το διατάξει ο σλαύος, θα είναι πια τότε αργά.Και τι θα γίνει τότες αυτό:   Οι άλλοι, οι νέοι Γενίτσαροι που εκπαιδεύονται μέσα στις πόλεις μας και  μέσα στα χωριά μας, θα ενωθούν μαζί τους για να χτυπήσουν την Πατρίδα από τη ράχη, όπως μόνο oι κομμουνιστές ξέρουν να χτυπούν την πατρίδα τους από τη ράχη. Ποιος είναι  λοιπόν ο μυστικός αυτός προστάτης των συνοδοιπόρων, των δημοσιογράφων, των λογίων, των υπαλλήλων, που εμποδίζει το χέρι της Ελλάδας να ξετινάξει από πάνω της τα παράσιτα της σιγανής φθοράς; Δεν είναι καθόλου μυστικός. Και δεν είναι ένας. Δύο είναι. Ο ένας εσωτερικός. Ο πολιτευόμενος που ξέχασε πως είναι εθνικός απόστολος και Εθνικός αγωνιστής και έγινε επαγγελματίας της  Βουλής, και δούλος της συναλλαγής. Ο άλλος είναι εξωτερικός. Είναι ο διεθνής κομμουνισμός που το χρώμα του αρχίζει από το αιματηρό κόκκινο του μπολσεβίκου και φτάνει έως το πιο υποκριτικά δυσδιάκριτο τριανταφυλλί, τής συνοδοιπορίας, τής ουδετερότητας, τής δήθεν ανθρωπιάς, της δήθεν δημοκρατίας, της δήθεν ελευθερίας σκέψεως. Όλες αυτές τις ωραίες λέξεις που αποκοιμίζουν την συνείδηση των νωθρών, των ανάνδρων και των καιροσκόπων, ο κομμουνιστής προπαγανδιστής τις μεταχειρίζεται για να διαλύσει την εθνική ενότητα. Και γι' αυτό βλέπετε κάθε φορά που πάει η Ελλάδα να κάνει μιαν αποφασιστική κίνηση για να κόψει με το νυστέρι τον κακό καρκίνο που της κατατρώει τα σπλάχνα, ακούγονται από μέσα από τον τόπο καθώς και από όλα τα πέρατα της γης, από τα σλαυόδουλα κράτη εις τα Κοινοβούλια και τις εφημερίδες των δημοκρατιών, ακούγονται κραυγές και βρισιές και συκοφαντίες ενάντια στην Ελλάδα. Ενάντια στην Ελλάδα που υποφέρει, που αιμορροεί οχτώ συνεχή χρόνια, που αγωνίζεται για όλους τους λεύτερους λαούς, που καίγεται και ρημάζεται και δεν έχει λεφτά για να οπλιστεί όπως οπλίστηκε το 40—41. Και  δεν έχει λεφτά να ξοδέψει στο εξωτερικό για να απαντήσει στη διεθνή συκοφαντική επίθεση που της γίνεται. Και δεν έχει ηγέτες άξιους να μπουν επικεφαλής ενός πανελλήνιου συναγερμού. Ηγέτες άξιους αυτού του λαμπρού λαού, του προδομένου.
Ενός συναγερμού που να μην ενδιαφέρεται για τα κόμματα, και για τους κομματάρχες και  για τις ωραίες λέξεις τις αδειανές πού είναι ηχηρές, ακριβώς γιατί είναι αδειανές, όπως είναι ηχηροί οι  αδειανοί ντενεκέδες.
Τότε λοιπόν; θα μας ρωτήσετε. Είστε ένας απελπισμένος; Καθόλου δεν είμαι ένας απελπισμένος. Είμαι απεναντίας ένας αισιόδοξος, ένας Έλληνας γεμάτος πίστη για το μέλλον και για το παρόν της φυλής μου, ένας άνθρωπος γεμάτος από χαρά και περηφάνια για το λαό στον οποίον ανήκει. Γιατί κάθε μέρα αυτός ο λαός μας δίνει νέες αποδείξεις για   τη θαυμαστή ποιότητα του. Το δείχνει με την αντίσταση του προς τα μολύσματα της αποσύνθεσης που τον ποτίζουν. Το δείχνει με τα έργα του τα καταπληχτικά. Με το θάρρος του το ακατανίκητο. Με την τιμιότητα του την αμόλυντη. Με τη λεβεντιά του την αλύγιστη που κάνει την ιστορία του των 3000 χρόνων μια αδιάσπαστη σειρά από γεγονότα ομοιόμορφα υπέροχα. 
Αυτό το Λαό σήμερα δεν τον αντιπροσωπεύουν οι ανάξιοι πολιτευόμενοι, ούτε οι άνανδροι λόγιοι, ούτε οι συμβιβαστικοί κρυφοπροδότες. Τον αντιπροσωπεύει ο Στρατός. Ο Ελληνικός Στρατός, που δεν είναι τίποτ΄ άλλο παρά ο ένοπλος Ελληνικός Λαός, απαλλαγμένος από την πολιτική διαφθορά, θέλετε να δήτε την ποιότητα του Λαού μας; Κοιτάξετε το στρατό του. Αυτόν που στάθηκε στα σύνορα από την 28 του Οχτώβρη του 1940 και από τότε δεν σταμάτησε τον αγώνα του. Τον κράτησε ένοπλος, ώσπου τσακίστηκε στο χέρι του το όπλο, μαζύ με το χέρι που το κρατούσε. Δεν τόνε σταμάτησε άοπλος. Τον συνέχισε πεινασμένος, βασανισμένος, φυλακισμένος, ντουφεκισμένος, σταυρωμένος. Τον συνεχίζει τώρα μόλις του παράδωσαν μερικά από τα όπλα που τούκλεψαν πάνω στην ιερή μάχη του εχτροί και φίλοι. Τον συνεχίζει στην Πίνδο και στο εσωτερικό, στις πολιτείες και στα βουνά και στα καράβια, όπως μόνος αυτός ξέρει να τον συνεχίζει.
Αυτό είναι που λέμε με δύο λέξεις: «Το πνεύμα του Γράμμου». Το πνεύμα του Γράμμου είναι ο  δυνατός αγέρας του καθαρμού και της υγείας, που κατεβαίνει από τις τρομερές βουνοκορφές της Ηπείρου για να συνεπάρει στο πέρασμα του όλα τα μολύσματα του κάμπου και της Πολιτείας. Το πνεύμα του Γράμμου σαν έρθει η ώρα θα κατεβεί στις πολιτείες, θα κατεβεί στις καρδιές μας, να γίνει συνείδηση πανελλήνιου εξαγνισμού. Και ανόρθωσης. Και τιμωρίας. Ο Γράμμος είναι η μεγάλη αναπνοή μας. Η μεγάλη ελπίδα μας. Αυτός είναι που δίνει σήμερα τις αποστομωτικές απαντήσεις του στη διεθνή συκοφαντική εκστρατεία πού διεξάγει στο εξωτερικό ο κομμουνισμός σαν παγκόσμια οργάνωση κακοποιών. Αυτός είναι πάλι που θα φυσήξει μεθαύριο στο εσωτερικό, όταν θα τελειώσει εκεί πάνω και εδώ γύρω με τα ανδράποδα των σλαύων, για να συνεφέρει την Ελλάδα στη φυσική της, την ιστορική της ηθική υγεία. Το πνεύμα του Γράμμου είναι η αισιοδοξία μου και η πίστη μου. Ξαίρω ποια είναι η αισιοδοξία και η πίστη όλων των γνήσιων Ελλήνων. Γι΄ αυτόν τον ανώνυμο φαντάρο, γι΄ αυτόν τον ήρωα Χωροφύλακα, γι' αυτόν το φτωχό Μ.Α.Υ. πρέπει να κινηθεί, να κινείται αδιάκοπα, άγρυπνα, ακούραστα, γενναιόδωρα η στοργή μας, η φροντίδα μας, η αγάπη μας, η έγνοια μας. Γιατί αυτός είναι η αληθινή καρδιά της ΕΛΛΑΔΑΣ, η ζεστή, η πιο πιστή, η τίμια καρδιά της ΕΛΛΑΔΑΣ.

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2011

ΣΤΡΑΤΗ ΜΥΡΙΒΗΛΗ: ΓΙΑΚΩΠ

ΓΙΑΚΩΠ
ΣΤΡΑΤΗ ΜΥΡΙΒΗΛΗ
Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ
Το βιβλίο του πολέμου
Βιβλιοπωλείον της "Εστίας"
Σελ. 402
ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΒΔΟΜΑΔΑ που μας φέρανε μιαν ομάδα καινούργιους για να γιομίσουν τα «κενά» που μας άνοιξαν η αρρώστια και οι οβίδες. Μέσα σ' αυτούς που μας ήρθαν είναι ένας Εβραίος, είναι κ' ένας δικός μας από τη Μεραρ­χία Σερρών. Αυτός βγαίνει από Νοσοκομείο. Δημητράτο τον λένε, φαίνεται γουστόζικος τύπος. Πο­λυλογάς, ρωνιό, κωλοπετσωμένος Σαλονικιός. Ο Εβραίος, που στην οργή βρέθηκε και μάλιστα μέσα σε Λεσβιακό Σύνταγμα ; Μυστήριο. Είναι αδύνατος, πολύ μακρύς άνθρωπος, με κανελιά μάτια, μι­κρούτσικα σαν δυο κουκούτσια του καφέ. Και τα φρύδια του είναι έτσι κανελιά. Μαλλιά πολύ σγουρά, κοκκινόξανθα. Μου θύμισε μονομιάς το αχυρένιο αντρείκελο, τον «Ουβριό» που σκαρώνει στο νησί ο Κώστας ο Πατλακτσής κάθε Μεγάλη Παρασκευή και το καιν οι μόρτες με αλαλαγμούς χαράς. Είναι παραγεμισμένο τράκες και λογής πυροτεχνήματα, που παίρνουνε φωτιά ένα - ένα, όσο ανάβει ο αχυράνθρωπος. Η πιο μεγάλη χαρά των παιδιών είναι σαν ανάψει η σφυρίχτρα. Την έχει κρυμμένη ο Κώστας ο Πατλακτσής στον πισινό τ' «Ουβριού». Μόλις είδα το Γιακώπ από τη ράχη, χωρίς να το θέλω κοίταξα εκεί προς τα πισινά του, να δω αν κρέμεται το άσπρο φιτίλι της σφυρίχτρας ανάμεσα στα κανιά του. Τα μούτρα του είναι πολύ άσπρα, όλο πιτσούλες κοκκινωπές. Σα να τόνε ράντισες με κολλυβοζούμι. Και τα χέρια του το ίδιο. Έτσι, το ψιλό τσιγαροχαρτένιο δέρμα του δεί­χνει σαν νάναι ερεθισμένο. Συλλογιέσαι να τον αγγίσεις, μην του φέρεις πόνο, μην τόνε ξεγδάρεις. Είναι ένας τα­πεινός και πειθαρχικός τύπος μολαταύτα, ολοπρόθυμος για τις πιο δύσκολες υπηρεσίες. Και όμως δεν μπορώ να τόνε συμπαθήσω, δεν μπορώ. Είναι κάτι άνθρωποι ζωηρά απωθητικοί. Ό,τι και να κάνεις, όσο και να λογικευτείς δεν μπορείς να τους δεχτείς, να σιμοχνωτίσεις μαζί τους. Η ψυχή σου τους ξερνά σαν ρετσινόλαδο. Γι' αυτό, χω­ρίς να μπορώ να ξηγήσω το γιατί, σχεδόν με χαρά μου τ' άκουσα πως χτες που τόνε στείλανε μαζί με κάτι άλ­λους αγγαρεία συσσιτίου, ένας από τους συντρόφους του, ο Γιωργαλάς ( αχ ! θά σου πω γι' αυτόν ), τον έσπασε στο ξύλο. Δέν έχω καμιά πρόληψη ενάντια στους υιούς του Ισραήλ, και πρώτη φορά στη ζωή μου τους αντίκρισα στη Θεσσαλονίκη. Απεναντίας θάμαξα με την ομορφιά των κοριτσιών τους, πού κάνει ένα φαινόμενο ολότελα αξήγητο την ανυπόφερτην ασκήμια που είδα σ' όλες τις γριές Εβραίισσες. Ωστόσο γέλασα που τόνε δείρανε αυτόν το μακρύ - μακρύ Γιακώπ, έμαθα μάλιστα κι όλες τις λεπτο­μέρειες αυτής της ιστορίας. ( Τώρα το ξαναστοχάζουμαι και λέω πως ίσως εκείνος ο πονηρός τρόπος που παίζει τις καφετιές χάντρες τω ματιών του είναι που μου τον κάνει έτσι αχώνευτον. ) Διαλογιέμαι τη θλιβερή θέση πού του δημιουργεί ανάμεσό μας αυτό το αντιπαθητικό πα­ρουσιαστικό του και η αστεία προφορά που κάνει στα ελληνικά. Λέω πόση βαρυγκόμια και δικαιολογημένη κακία πρέπει νάχει μέσα της συμπυκνωμένη αύτη η φτωχή ψυχή, η τορβαδιασμένη μέσα σ' ένα τόσο πρόστυχο ψιχαλιστό πετσί. Όμως τίποτα. Δεν μπορώ, δεν μπορώ να τόνε κοι­τάξω με συμπόνεση. Τον αντιπαθούν όλες μου οι αίσθησες. Το ίδιο βλέπω πως συμβαίνει μ' όλους τους φαντάρους. Τον κοιτάζουν με λοξό μάτι.
Ο Γιωργαλάς το λοιπόν δεν ήτανε παρά ο συμπυκνωτής της κοινής και αξήγητης αυτής αντιπάθειας. Τον έπιασε ξαφνικά από την επωμίδα, εκειδά μέσα στη λαγκα­διά πούναι το πυρομάχι του μαγερειού. Τον έπιασε με τα τέσσερα δάχτυλα τ' αριστερού του χεριού. ( Το μικρό του δαχτυλάκι είναι κομμένο σύρριζα από ένα τορπίλι στο ψάρεμα. )
— Μπρε Γιακώπ, του λέει βάζοντας το τριχωτό μούτρο του κάτω από τη σουβλερή μύτη τ' Οβραίου. Μπρε Γιακώπ, γιατί μπρε καρφώσατε το Χριστό μας και τον πιλατέψατε σαν νάτανε κανένας του σκοινιού και του παλουκιού ; Ε ;
Ο Γιακώπ, που του μύρισαν οι κρασίλες από το στόμα του Γιωργαλά, κατάλαβε πούχε να κάνει μ' ένα μεθυσμένον. Πολεμούσε λοιπόν να ξεφύγει κάνοντας πως ξεκαρδίζεται στα γέλια με τούτο το χωρατό.
— Ιάχαχαχα, ιάχαχαχα, ιάχαχα . . .
Όμως ο Γιωργαλάς δεν αστειεύεται καθόλου. Τόνε τραντάζει άλλη μια φορά σαν πέταυρο και τα φουσκωτά μάτια του μπαίνουν  ίσια μέσα στις καφετιές χάντρες του Οβραίου.
— ΔΕν έχει «Iάχαχα », γιαχουντή ! Πες μου γιατί τόνε σταυρώσατε, μωρέ, το Χριστό μας ; Ε ; Γιατί ; Τί σας έκαμε, μωρέ τσιφούτη ;
— Εγώ . . . εγώ δεν τόνε σταύρωσα, λέει ο Γιακώπ, και τρέμει χεροπόδαρα. Μην ακούς τέτοια παραμύθια . . .
Ο Γιωργαλάς γίνεται πια έξω φρενώ. Οι χοχλοί τω ματιών του πάνε να πέσουν από ιερήν οργή, τα μουστά­κια του κουνιούνται σαν τα κεντίδια του αχινού.
— Πα - ρα - μύ - θια ; Παραμύθια, μωρέ, είν' αυτά, που τα γράφει το Βαγγέλιο ; Ε ; Παραμύθια, μωρέ αμύρωτε, είναι το Βαγγέλιο ; Γιούδα ;
Και σου τόνε στρώνει χάμου, του τινάζει ένα διαβο-λοστύλιαρο και τον κάνει τ' αλατιού.
Τόνε φέρανε σε κακό χάλι. Πήγε στο λοχαγό και γύρεψε μετάθεση λόχου. Ο λοχαγός τον παρηγόρεσε, τούπε πως θα παιδέψει αυστηρά το Γιωργαλά. « Τί ; ! » Ο Γιακώπ γεμάτος απελπισία ακούει το καινούργιο κακό που πάει να τον εύρει. Παρακαλεί το λοχαγό μην τύχει και του χαρίσει αυτή την ικανοποίηση. Γιατί τότες δα είναι που θα τόνε λιώσει ο Γιωργαλάς. Παρακαλεί με δάκρυα στα μάτια, όχι, να μην τιμωρηθεί ο Γιωργαλάς. Ο λο­χαγός στο τέλος του το υπόσχεται. Φωνάζει στ' αμπρί του το Γιωργαλά. Είναι μπαρούτι. Πάει κ' έρχεται σιωπηλός, τα χέρια πίσω, ψηλά το σαγόνι. Ξαφνικά σταματά μπροστά του και ρωτά απότομα :
— Γιατί, βρε συ, χτύπησες το  Γιακώπ ;
Ό Γιωργαλάς είναι ακόμα μεθυσμένος. Πολεμά να σταθεί κανονικά « εις προσοχήν » με το χέρι στην κάσκα. Όμως δεν καταφέρνει άλλο παρά να κουνάει το μεγάλο του κορμί σαν ξεκάρφωτο, δώθε - κείθε, πολεμώντας να βρει την ισορροπία πάνω στα κλεισμένα πόδια με τις φτέρνες ενωμένες. Στο τέλος δεν τα καταφέρνει να κρα­τηθεί περισσότερο και τον παίρνουν ποτάμι τα δάκρυα, κείνα τα άφθονα δάκρυα των μεθυσμένων.
— Κυρ - λοχαγέ . . . λαμβάνω την τιμή, κυρ - λο­χαγέ . . . Δηλαδής τί τους έφταιξε ο Χριστός, κυρ - λο­χαγέ, ναν τόνε σταυρώσουν ; Ε ; Όχι, σε ρωτώ, τί τους έφταιξε, κυρ - λοχαγέ;  Αυτός τους γιάτρεψε . . .  αυτός τους έβγαλε τα δαιμόνια . - . αυτός τους ανάστησε, κυρ -λοχαγέ . . . Γιατί να τον παιδέψουν ετσιδά, ε ; Γιατί να τον παιδέψουν ετσιδά ; Όχι, πε μου !