Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2011

ΣΤΡΑΤΗ ΜΥΡΙΒΗΛΗ: ΓΙΑΚΩΠ

ΓΙΑΚΩΠ
ΣΤΡΑΤΗ ΜΥΡΙΒΗΛΗ
Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ
Το βιβλίο του πολέμου
Βιβλιοπωλείον της "Εστίας"
Σελ. 402
ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΒΔΟΜΑΔΑ που μας φέρανε μιαν ομάδα καινούργιους για να γιομίσουν τα «κενά» που μας άνοιξαν η αρρώστια και οι οβίδες. Μέσα σ' αυτούς που μας ήρθαν είναι ένας Εβραίος, είναι κ' ένας δικός μας από τη Μεραρ­χία Σερρών. Αυτός βγαίνει από Νοσοκομείο. Δημητράτο τον λένε, φαίνεται γουστόζικος τύπος. Πο­λυλογάς, ρωνιό, κωλοπετσωμένος Σαλονικιός. Ο Εβραίος, που στην οργή βρέθηκε και μάλιστα μέσα σε Λεσβιακό Σύνταγμα ; Μυστήριο. Είναι αδύνατος, πολύ μακρύς άνθρωπος, με κανελιά μάτια, μι­κρούτσικα σαν δυο κουκούτσια του καφέ. Και τα φρύδια του είναι έτσι κανελιά. Μαλλιά πολύ σγουρά, κοκκινόξανθα. Μου θύμισε μονομιάς το αχυρένιο αντρείκελο, τον «Ουβριό» που σκαρώνει στο νησί ο Κώστας ο Πατλακτσής κάθε Μεγάλη Παρασκευή και το καιν οι μόρτες με αλαλαγμούς χαράς. Είναι παραγεμισμένο τράκες και λογής πυροτεχνήματα, που παίρνουνε φωτιά ένα - ένα, όσο ανάβει ο αχυράνθρωπος. Η πιο μεγάλη χαρά των παιδιών είναι σαν ανάψει η σφυρίχτρα. Την έχει κρυμμένη ο Κώστας ο Πατλακτσής στον πισινό τ' «Ουβριού». Μόλις είδα το Γιακώπ από τη ράχη, χωρίς να το θέλω κοίταξα εκεί προς τα πισινά του, να δω αν κρέμεται το άσπρο φιτίλι της σφυρίχτρας ανάμεσα στα κανιά του. Τα μούτρα του είναι πολύ άσπρα, όλο πιτσούλες κοκκινωπές. Σα να τόνε ράντισες με κολλυβοζούμι. Και τα χέρια του το ίδιο. Έτσι, το ψιλό τσιγαροχαρτένιο δέρμα του δεί­χνει σαν νάναι ερεθισμένο. Συλλογιέσαι να τον αγγίσεις, μην του φέρεις πόνο, μην τόνε ξεγδάρεις. Είναι ένας τα­πεινός και πειθαρχικός τύπος μολαταύτα, ολοπρόθυμος για τις πιο δύσκολες υπηρεσίες. Και όμως δεν μπορώ να τόνε συμπαθήσω, δεν μπορώ. Είναι κάτι άνθρωποι ζωηρά απωθητικοί. Ό,τι και να κάνεις, όσο και να λογικευτείς δεν μπορείς να τους δεχτείς, να σιμοχνωτίσεις μαζί τους. Η ψυχή σου τους ξερνά σαν ρετσινόλαδο. Γι' αυτό, χω­ρίς να μπορώ να ξηγήσω το γιατί, σχεδόν με χαρά μου τ' άκουσα πως χτες που τόνε στείλανε μαζί με κάτι άλ­λους αγγαρεία συσσιτίου, ένας από τους συντρόφους του, ο Γιωργαλάς ( αχ ! θά σου πω γι' αυτόν ), τον έσπασε στο ξύλο. Δέν έχω καμιά πρόληψη ενάντια στους υιούς του Ισραήλ, και πρώτη φορά στη ζωή μου τους αντίκρισα στη Θεσσαλονίκη. Απεναντίας θάμαξα με την ομορφιά των κοριτσιών τους, πού κάνει ένα φαινόμενο ολότελα αξήγητο την ανυπόφερτην ασκήμια που είδα σ' όλες τις γριές Εβραίισσες. Ωστόσο γέλασα που τόνε δείρανε αυτόν το μακρύ - μακρύ Γιακώπ, έμαθα μάλιστα κι όλες τις λεπτο­μέρειες αυτής της ιστορίας. ( Τώρα το ξαναστοχάζουμαι και λέω πως ίσως εκείνος ο πονηρός τρόπος που παίζει τις καφετιές χάντρες τω ματιών του είναι που μου τον κάνει έτσι αχώνευτον. ) Διαλογιέμαι τη θλιβερή θέση πού του δημιουργεί ανάμεσό μας αυτό το αντιπαθητικό πα­ρουσιαστικό του και η αστεία προφορά που κάνει στα ελληνικά. Λέω πόση βαρυγκόμια και δικαιολογημένη κακία πρέπει νάχει μέσα της συμπυκνωμένη αύτη η φτωχή ψυχή, η τορβαδιασμένη μέσα σ' ένα τόσο πρόστυχο ψιχαλιστό πετσί. Όμως τίποτα. Δεν μπορώ, δεν μπορώ να τόνε κοι­τάξω με συμπόνεση. Τον αντιπαθούν όλες μου οι αίσθησες. Το ίδιο βλέπω πως συμβαίνει μ' όλους τους φαντάρους. Τον κοιτάζουν με λοξό μάτι.
Ο Γιωργαλάς το λοιπόν δεν ήτανε παρά ο συμπυκνωτής της κοινής και αξήγητης αυτής αντιπάθειας. Τον έπιασε ξαφνικά από την επωμίδα, εκειδά μέσα στη λαγκα­διά πούναι το πυρομάχι του μαγερειού. Τον έπιασε με τα τέσσερα δάχτυλα τ' αριστερού του χεριού. ( Το μικρό του δαχτυλάκι είναι κομμένο σύρριζα από ένα τορπίλι στο ψάρεμα. )
— Μπρε Γιακώπ, του λέει βάζοντας το τριχωτό μούτρο του κάτω από τη σουβλερή μύτη τ' Οβραίου. Μπρε Γιακώπ, γιατί μπρε καρφώσατε το Χριστό μας και τον πιλατέψατε σαν νάτανε κανένας του σκοινιού και του παλουκιού ; Ε ;
Ο Γιακώπ, που του μύρισαν οι κρασίλες από το στόμα του Γιωργαλά, κατάλαβε πούχε να κάνει μ' ένα μεθυσμένον. Πολεμούσε λοιπόν να ξεφύγει κάνοντας πως ξεκαρδίζεται στα γέλια με τούτο το χωρατό.
— Ιάχαχαχα, ιάχαχαχα, ιάχαχα . . .
Όμως ο Γιωργαλάς δεν αστειεύεται καθόλου. Τόνε τραντάζει άλλη μια φορά σαν πέταυρο και τα φουσκωτά μάτια του μπαίνουν  ίσια μέσα στις καφετιές χάντρες του Οβραίου.
— ΔΕν έχει «Iάχαχα », γιαχουντή ! Πες μου γιατί τόνε σταυρώσατε, μωρέ, το Χριστό μας ; Ε ; Γιατί ; Τί σας έκαμε, μωρέ τσιφούτη ;
— Εγώ . . . εγώ δεν τόνε σταύρωσα, λέει ο Γιακώπ, και τρέμει χεροπόδαρα. Μην ακούς τέτοια παραμύθια . . .
Ο Γιωργαλάς γίνεται πια έξω φρενώ. Οι χοχλοί τω ματιών του πάνε να πέσουν από ιερήν οργή, τα μουστά­κια του κουνιούνται σαν τα κεντίδια του αχινού.
— Πα - ρα - μύ - θια ; Παραμύθια, μωρέ, είν' αυτά, που τα γράφει το Βαγγέλιο ; Ε ; Παραμύθια, μωρέ αμύρωτε, είναι το Βαγγέλιο ; Γιούδα ;
Και σου τόνε στρώνει χάμου, του τινάζει ένα διαβο-λοστύλιαρο και τον κάνει τ' αλατιού.
Τόνε φέρανε σε κακό χάλι. Πήγε στο λοχαγό και γύρεψε μετάθεση λόχου. Ο λοχαγός τον παρηγόρεσε, τούπε πως θα παιδέψει αυστηρά το Γιωργαλά. « Τί ; ! » Ο Γιακώπ γεμάτος απελπισία ακούει το καινούργιο κακό που πάει να τον εύρει. Παρακαλεί το λοχαγό μην τύχει και του χαρίσει αυτή την ικανοποίηση. Γιατί τότες δα είναι που θα τόνε λιώσει ο Γιωργαλάς. Παρακαλεί με δάκρυα στα μάτια, όχι, να μην τιμωρηθεί ο Γιωργαλάς. Ο λο­χαγός στο τέλος του το υπόσχεται. Φωνάζει στ' αμπρί του το Γιωργαλά. Είναι μπαρούτι. Πάει κ' έρχεται σιωπηλός, τα χέρια πίσω, ψηλά το σαγόνι. Ξαφνικά σταματά μπροστά του και ρωτά απότομα :
— Γιατί, βρε συ, χτύπησες το  Γιακώπ ;
Ό Γιωργαλάς είναι ακόμα μεθυσμένος. Πολεμά να σταθεί κανονικά « εις προσοχήν » με το χέρι στην κάσκα. Όμως δεν καταφέρνει άλλο παρά να κουνάει το μεγάλο του κορμί σαν ξεκάρφωτο, δώθε - κείθε, πολεμώντας να βρει την ισορροπία πάνω στα κλεισμένα πόδια με τις φτέρνες ενωμένες. Στο τέλος δεν τα καταφέρνει να κρα­τηθεί περισσότερο και τον παίρνουν ποτάμι τα δάκρυα, κείνα τα άφθονα δάκρυα των μεθυσμένων.
— Κυρ - λοχαγέ . . . λαμβάνω την τιμή, κυρ - λο­χαγέ . . . Δηλαδής τί τους έφταιξε ο Χριστός, κυρ - λο­χαγέ, ναν τόνε σταυρώσουν ; Ε ; Όχι, σε ρωτώ, τί τους έφταιξε, κυρ - λοχαγέ;  Αυτός τους γιάτρεψε . . .  αυτός τους έβγαλε τα δαιμόνια . - . αυτός τους ανάστησε, κυρ -λοχαγέ . . . Γιατί να τον παιδέψουν ετσιδά, ε ; Γιατί να τον παιδέψουν ετσιδά ; Όχι, πε μου !

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου