Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

ΤΡΙΑΝΤ. Α. ΓΕΡΟΖΗΣΗΣ: Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ

Βαριά, σαν ένα τεράστιο φίδι, κυλούσε η φάλαγγα πάνω στην άσπρη κορδέλα του δρόμου. Ένα φίδι πολύχρωμο, από τα χρώματα του καμουφλάζ. Μπροστά, σε μεγάλες αποστάσεις το ένα από το άλλο, προχωρούσαν, με μικρή ταχύτητα, μερικά τανκς, έπειτα μοτοσυκλέτες-βαρκούλες και πίσω μεγάλα καμιόνια με στρατιώτες και κάθε είδους υλικό. Στο τέρμα μπορούσε κανένας να δει νοσοκομειακά και μερικά αυτοκίνητα αξιωματικών.
Μερικά χιλιόμετρα δεξιά δύο στούκας κάνανε βουτιές αφήνοντας το θανατερό τους φορτίο πάνω από ένα Σέρβικο χωριό απ' όπου έβγαι νε μαύρος καπνός και σε κάθε έκρηξη μια λεπτή κόκκινη σκόνη σηκωνότανε πάνω απ' αυτό, από τα κεραμίδια που έσπαζαν.
Σε λίγο η φάλαγγα θα έμπαινε σε Ελληνικό έδαφος. Πέρα μπροστά, προς την Ελλάδα, μέσα στο απόγευμα φαίνονταν μαύρα βουνά, αλλού ομαλά, αλλού απότομα. Κάμπος όμως πουθενά.
Η Ελλάδα ύστερα από σκληρό αγώνα μερικών ημερών, είχε συνθηκολογήσει σε έναν τομέα. Φήμες έλεγαν πως πιο κάτω, στο νότο, οι Έλληνες θα αμύνονταν. Κι επειδή κανένας δεν ξέρει τι μπορεί να γίνει μ' αυτούς τούς παράξενους ανθρώπους πού την κατοικούν, τα πρώτα τανκς προχωρούσαν «εν πλήρει ετοιμότητι», κλειστά, έχοντας πάντα επαφή με την διοίκηση. Πιο πίσω όμως οι τανκίστες το είχανε ρίξει στο τραγούδι.
Ο υπολοχαγός Φράντς Κέπεν χωμένος βαθειά μέσα στη βαρκούλα της μοτοσυκλέτας σκεφτόταν από ώρα χωρίς μιλιά. Οδηγούσε ο ανθυπασπιστής Ερρίκος Μπόμ. Κάπου - κάπου οι ρόδες τίναζαν χαλίκια που έκαναν έναν οξύ θόρυβο χτυπώντας από κάτω στη λαμαρίνα. 
Ο Κέπεν ήθελε να επισκεφτεί την Ελλάδα από παλιότερα. Τόθελε, αλλά όχι μ' αυτόν τον τρόπο, με το κράνος στο κεφάλι και το αυτόματο στα χέρια.Ήταν έφεδρος αξιωματικός και οχτώ μήνες πριν ακόμη, δίδασκε αρχαία Ελληνικά σε γυμνάσιο του Μονάχου Δεν ήθελε πόλεμο ούτε τον Χίτλερ πολυσυμπαθούσε παρ' όλο που είχε κάνει τη Γερμανία από νικημένη χώρα, να είναι τώρα ένας από τους τέσσερες παράγοντες στη διεθνή στρατιωτικοπολιτική κλίμακα. Ο Φράντς είχε ακούσει πολλά κι είχε διαβάσει περισσότερα για την Ελλάδα και την ένιωθε σαν πνευματική του μητέρα. Θα ήθελε να δει τους Έλληνες ν' αμύνονται ως το τέλος, μα αυτό φαινόταν να είναι έξω από κάθε λογική, αν λογαριάζον ταν οι δυνάμεις του καθένα. Μα πάλι, του έρχονταν στο μυαλό όλα τα μεγαλεία των Ελλήνων, ε, λοιπόν, όλα ήταν έξω από κάθε λογική, η Σαλαμίνα, ο Μαραθώνας, οι Θερμοπύλες, το 21 και χτες η Αλβανία, αλλά και πριν οπό λίγες ακόμη ώρες η μάχη στο Στρυμώνα. Ένα λοιπόν ήταν το συμπέρασμα που έβγαινε. Οι Έλληνες θα συνέχιζαν την αντίσταση μ' οποιοδήποτε τρόπο.
Θυμήθηκε μια γνωστή του Ελληνίδα, την είχε γνωρίσει στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, την Μάρθα, και τα παράξενα λόγια που έλεγε για την πατρίδα της. Γι αυτόν που ήξερε την ιστορία της Ελλάδας δεν ήταν καθόλου παράξενα όσα έλεγε η Μάρθα... «Εμείς έχουμε δυο εθνικές εποχές. Την εποχή που κυβερνά η κατάρα αρχίζουμε να τρωγόμαστε μεταξύ μας, όπως οι προγονοί μας, όταν κυβερνά η ευλογία είμαστε μονιασμένοι και πετυχαίνουμε πράγματα απίθανα για τον αριθμό μας και τις δυνατότητες μας, πάλι σαν τους προγόνους μας. Οι αντιλήψεις μας για την ελευθερία και τις ηθικές αξίες διαφέρουν σε πολλά από κείνες πού έχουν άλλοι λαοί...» Όλα αυτά έρχονταν μέσα στο μυαλό του καθώς η μοτοσυκλέτα έτρεχε και μέσα από το κεφάλι του περνούσαν ένα πλήθος ονόματα, ο Αλέξανδρος, ο Περικλής, ο Λεωνίδας, ο Δημοσθένης, η Σπάρτη, η Αθήνα , ο Παρθενώνας... Από τις σκέψεις αυτές τον έβγαλε ο Μπόμ.
- Δες Φράντς, εκεί δεξιά, τι νάναι άραγε;
- Βγες απ' τη φάλαγγα και στάσου. 
Είχανε μπει πια στην Ελλάδα. Εκείνο που τράβηξε την προσοχή τους ήταν ένα κοπάδι από κοράκια που φέρναν γύρους πάνω από ένα σημείο κοντά στο δρόμο Ο Μπομ έφερε την μοτοσυκλέτα στην άκρη του δρόμου κάνοντας σήμα στους άλλους να προχωρήσουν, Δεν ήταν όμως τίποτα άλλο από δυο μουλάρια ψόφια. Συνηθισμένο θέαμα. Συνέχισαν τον δρόμο τους.
Mε τον Μπομ ήταν φίλοι από τρία χρόνια πριν. Είχανε κάποια διαφορά στην ηλικία. Αυτό όμως δεν είχε καμιά σημασία. Ο Μπομ ήταν μέλος της Χιτλερικής νεολαίας και με τον πόλεμο κατατάχτηκε εθελοντής. Είχε πάρει μέρος στην εκστρατεία της Τσεχοσλοβακίας και τώρα στην Γιουγκοσλαβία, Τύπος που συνδύαζε τη σκληράδα με την ευθυμία. Ο Φράντς τον πρωτογνώρισε μια βραδιά που τον είχαν καλέσει να μιλήσει για την Ελλάδα, στά μέλη της νεολαίας
Υπεύθυνος για την διοργάνωση της διάλεξης είχε οριστεί ο Μπομ, νεαρώτατος αλλά και το πιο δραστήριο στοιχείο στο τμήμα εκείνο. Ξανασυναντήθηκαν όταν πριν λίγο καιρό ο Φράντς ταποθετήθηκε σ' αυτό το τμήμα. Είχε πιά σουρουπώσει και μερικά σύννεφα στα δυτικά με το ηλιόγερμα παίρναν ένα πλήθος από χρώματα. Η φάλαγγα κάπως ξαφνικά σταμάτησε. Ο Φράντς κύταξε τον χάρτη του. Ναι, εδώ θα έπρεπε να σταματήσουν . Είχε αφαιρεθεί. Θα προχωρούσαν πάλι μόλις γινόταν ο ανεφοδιασμός, κυρίως σε καύσιμα. Από μακριά άκουσε να τον φωνάζουν . Μια μονή μοτοσυκλέτα πλησίασε.
- Κύριε υπολοχαγέ, συγκέντρωση αξιωματικών στις εφτά και μισή στο αυτοκίνητο του διοικητή.
Είχε δέκα λεφτά ακόμα. Άνοιξαν μια κονσέρβα με τον Μπόμ, έφαγαν βιαστικά και ο Φράντς έφυγε αμέσως.Ο δρόμος κι' από τις δυο μεριές είχε γεμίσει άντρες. Ήταν νόμος πια σε κάθε στάση οι άντρες να πηδούν κάτω για να ουρήσουν, είναι δύσκολο να κάνεις αυτή τη δουλειά όταν το αυτοκίνητο τρέχει. Άλλοι κάπνιζαν κι' άλλοι είχαν ξαπλώσει στο πρώτο χορτάρι που φύτρωνε μετά το χειμώνα. Είχε νυχτώσει και μέσα στο σκοτάδι έβλεπες σ' όλη την έχταση της φάλαγγας να φεγγίζουν οι καύτρες των τσιγάρων σαν ένα τεράστιο κοπάδι από πυγολαμπίδες.
Όταν ο Φραντς έφτασε στο αυτοκίνητο του διοικητή του οι περισσότεροι αξιωματικοί ήταν εκεί. Εφτά και μισή φάνηκε να έρχεται από μπρος ο αντισυνταγματάρχης Ρίχτε.
-Κύριοι, άρχισε να λέει ήρεμα, καθώς θα αντιληφτήκατε βρισκόμαστε πια μέσα στην Ελλάδα. Αποστολή μας ήταν στον λιγότερο δυνατό χρόνο να φτάσουμε πέρα από τη Φλώρινα. Αυτή παραμένει αλλά και προεκτείνεται. Μετά την Φλώρινα, εφ' όσον ανατραπεί η αντίσταση που προβλέπεται, θα είμαστε εμείς η κεφαλή. Αντικειμενικός σκοπός είναι τώρα η Λάρισα. Η Θεσσαλονίκη από ώρα σε ώρα θα καταληφτεί. Εμείς θα προχωρήσουμε όσο το δυνατό ταχύτερα αγνοώντας τυχόν μικροαντιστάσεις, ή ξηλώνοντας αυτές γρήγορα, ώστε σύμφωνα με τη διαταγή να βρισκόμαστε στη Λάρισα μαζί με τις δυνάμεις μας που θα ενεργήσουν στην κατεύθυνση Θεσσαλονίκη - Τέμπη - Λάρισα. Η κατάσταση μπροστά μας είναι ρευστή. Το πρωί εδώ έγινε πολύωρη μάχη με τα πεζοπόρα μας τμήματα. Μπορεί πίσω απ' αυτά να υπάρχουν αποκομμένα εχτρικά τμήματα. Με διαταγή, για να πετύχουμε στην αποστολή μας, αποτελούμε ανεξάρτητο μηχανοκίνητο απόσπασμα. Επαφή με την μεραρχία θα έχουμε επείγουσα με τους α συρμάτους, ταχτική με τους αγγελιοφόρους μοτοσυκλετιστές. Όσο χρόνο θα έχουμε μπροστά δικά μας τμήματα θα εξακολουθήσουν να ισχύουν τα ίδια μέτρα για την ασφάλεια μας, αργότερα θα ενισχυθούν και η φάλαγγα θα πάρει τους αναλόγους σχηματισμούς. Στους διοικητές θα μοιραστούν χάρτες με τις νέες αποστολές τους. Θα μείνουμε εδώ ως τις τρεις το πρωί. Οι άντρες να κοιμηθούν, στις τέσσερες θα συναντηθούμε πάλι για να υποβάλετε τυχόν απορίες σχετικά με τους χάρτες που θα σας μοιραστούν. Ερώτηση κανείς;
Κανένας δεν είχε κείνη τη στιγμή να ρωτήσει κάτι.
-Κύριε Κέπεν, μείνετε.
Έφυγαν οι άλλοι κι έμεινε ο Φραντς με το διοικητή του.
-Υπολοχαγέ, η αποστολή που μας ανάθεσαν είναι τιμητική για μας, γιατί μας δίνεται η δυνατότητα πρώτοι εμείς να μπούμε σε μερικές μεγάλες πόλεις και ίσως στην Αθήνα. Η επιτυχία μας θα κριθεί αρκετά από σας και το τμήμα σας, κυτάξτε το χάρτη. Πρέπει να καλύψουμε τον άξονα Φλώρινα - Κοζάνη - Ελασσόνα - Λάρισα σε όσο το δυνατό λιγότερο χρόνο, μετά την ανατροπή της εχτρικής άμυνας, που όλα δείχνουν πως θα αντιμετωπίσουμε μετά τη Φλώρινα. Σ' αυτή μας λοιπόν την κίνηση πρέπει να έχω κάθε στιγμή πληροφορίες για τους δρόμους, τις γέφυρες, τα πάντα. Μέχρι τώρα είχαμε ότι μας έδινε η αεροπορία. Τώρα κι' εμπρός θα έχουμε ανάγκη κι από τις δικές σας πληροφορίες κι' ενέργειες.
Τώρα άρχισε να μιλάει στον ενικό. Συνέχισε:
-Πρέπει να προλάβεις ορισμένες γέφυρες. Θα κινείσαι όσο θα μπορείς σε -μεγαλύτερη απόσταση από μας. Πάντα -πίσω από τον εχτρό, θα ελέγχεις τους δρόμους που διασταυρώνονται και θα αναφέρης κάθε τι πούυ θα σου παρουσιάζεται χωρίς να βρίσκεται μέσα στο χάρτη. Πόσες μοτοσυκλέτες έχεις;
-Εικοσιτέσσερες διπλές και οχτώ μονές, κύριε διοικητά.
-Θα πάρεις τις δεκάξη διπλές και δύο μονές. Θα σου δώσω και 5 τάνκς, δύο καμιόνια με εξήντα άντρες και ένα καμιόνι με βενζίνη. Με αιχμαλώτους δεν θα ασχολείσαι. Πιθανόν να συναντήσεις τμήματα Ελληνικού στρατού άοπλα. Θα αναφέρεις με τον ασύρματο που θα σου δώσω και με αγγελιοφόρο. Θα φύγετε στις έντεκα για να συνδεθείς με τους πεζούς που είναι ή που θα είναι πέρα από τη Φλώρινα. Υπολοχαγέ, καλή επιτυχία.
Δυο ξεροί κρότοι τακουνιών και χώρισαν.
                                                                                                                                         * * *

-Έι Μπόμ, ζήτω η ελευθερία.
-Τί έγινε Φραντς και τάβαλες με την ελευθερία;
-Εάν είμαστε τυχεροί θα πάμε ως τη Λάρισα, κάπου τριακόσια χιλιόμετρα, ανεξάρτητοι κι ελεύθεροι. Ο Ρίχτε λέει όσο μπορούμε πιο μακριά απ' αυτόν.
-Έτσι θα απολαύσουμε Ελλάδα. Στις έντεκα θα φύγουμε.
Ξημέρωνε δέκα τ' Απρίλη όταν συναντήθηκαν με τα πρώτα τμήματα των πεζών, λίγο πριν φτάσουν στη Φλώρινα. Αραιωμένοι οι στρατιώτες, με κλαριά στα κράνη και τους γυλιούς, βάδιζαν σε απλή φάλαγγα από κάθε πλευρά του δρόμου. Μ' όλη την ψύχρα του ανοιξιάτικου πρωινού έδειχναν ευδιάθετοι, με τα μανίκια ανασηκωμένα, ωραίοι στις λαδί τους στολές, προχωρούσαν ξεκούραστα και απαντούσαν στα — πειράγματα εκείνων πού πήγαιναν πάνω στ' αυτοκίνητα. Από κάποιον αξιωματικό τους ο Φραντς έμαθε ότι από χτες η Θεσσαλονίκη βρισκόταν στα χέρια των Γερμανών ενώ μονάχα ένα τμήμα του Ελληνικού στρατού είχε παραδώσει τα όπλα. Βρίσκονταν πια μέσα στη Φλώρινα όταν έφτασε την κεφαλή των πεζών. Ήταν η πρώτη Ελληνική πόλη που έβλεπε. Μια πόλη έρημη, παγωμένη, νεκρωμένα τα πάντα και μόνο κάτι μικρά παιδιά μέσα από τις αυλόπορτες τους κύταζαν ανέκφραστα. Τίποτ’ άλλο. Πέρασαν την πόλη χωρίς ούτε έναν άντρα να δουν, χωρίς να βρουν καμια αντίσταση. Ίσως ο Διοικητής των πεζών να είχε συναντηθεί με τις αρχές, ποιος ξέρει.
Βγαίνοντας από τη Φλώρινα άκουγαν από το βάθος αραιούς πυροβολισμούς ττου έδειχναν πως oι Έλληνες συνέχιζαν να υποχωρούν στα νότια. Γερμανικά τμήματα δεν υπήρχαν μπροστά τους. Πολύ μακριά, στο Κελί - Δερβέν, έβλεπε κινήσεις Ελληνικών τμημάτων, πότε πάνω στο δρόμο και πότε έξω απ' αυτόν, ενώ σμήνη από στούκας περνούσαν αδιάκοπα πάνω από τα κεφάλια τους.Ο Φραντς άφησε ένα μοτοσυκλετιστή με τις αναφορές για τον Ρίχτε και συνέχισε την πορεία του, σε σχηματισμό πια, για κάθε ενδεχόμενο, μια που από στιγμή σε στιγμή μπορούσε να δεχτούν πυρά. Πραγματικά στις τέσσερες το απόγευμα, ξαφνικά, χωρίς κανένας ν΄ αντιληφτεί τι συμβαίνει, ο δεύτερος μοτοσυκλετιστής αφήνοντας το τιμόνι έγειρε αριστερά κι έπεσε, ενώ η μηχανή με τον μυδραλιοβολιτή τσακιζόταν στην άκρη του δρόμου. Όλα αυτά έγιναν τόσον αστρα­πιαία που μόνο το κακάρισμα του πολυβόλου από απέναντι φώτισε το Φραντς. Προχώρησε μπρος το ένα τάνκς, αλλά τα πυρά έρχονταν από τέτοιο ύψωμα που ήταν αδύνατο ν΄ ανεβεί. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να υποστηρίξει ενέργεια των πεζών. Είχε τέτοια ισχύ πυρός ο Φράντς που σε ένα εικοσάλεφτο είχε ανέβει στό ύψωμα, αλλά κιόλας από τα τριακόσια μέτρα έπαψε νά δέχεται πυρά και τώρα τους χτυπούσαν από άλλο ύψωμα. Τόξερε αυτό ο Φραντς, το καταλάβαινε, αγώνας επιβραδυντικός, γι' αυτό ενεργούσε. Ως το σούρουπο αυτή η δουλειά έγινε σε τρία υψώματα που δέσποζαν στο δρόμο του.Είχε πιά νυχτώσει. Πέρα στη μεριά των Ελλήνων, δεξιά, μια φω τοβολίδα φάνηκε κι αμέσως άλλες δύο από τ' αριστερά.
 Ήταν αδύνα το να προχωρήσει άλλο, γιατί τώρα δέχονταν περισσότερα και μεγα λύτερου διαμετρήματος πυρά. Υπήρχε τώρα πυροβολικό που για λί γο τον πέτυχε και τρόμαξε να περάσει τη ζώνη βολής του. Το ανά φερε και σε λίγο μια μονομαχία πυροβολικού άρχισε, αφήνοντας τους αυτούς ήσυχους. Πίσω τους, από την κατεύθυνση της Φλώρινας, το πυροβολικό για ώρες χτυπούσε ενα σημείο που μέσα στη νύχτα δεν φαινόταν το σχήμα του. Απ' ό,τι είχε καταλάβει ο Φραντς κι από τις γενικές πληροφορίες έβγαζε το συμπέρασμα ότι υπήρχαν μιχτές Αγγλικές κι' Ελληνικές δυνάμεις απέναντί τους. Αύριο, λοιπόν, η μέρα είχε δουλειά. Αργότερα αποκαμωμένος κοιμήθηκε μέσα στο βαρκάκι, αφού πρώτα ανάφερε στο Ρίχτε.
 Ξύπνησε απότομα. Κάποιος τον σκουντούσε. O Μπoμ από πάνω του φώναζε. Κύταξε το ρολόι του. Ήταν τέσσερες, ησυχία παντού, τίποτα δέν πρόδινε ότι δυό στρατοί ετοιμάζονταν για τη μέρα που ξημέρωνε.
- Κύριε υπολοχαγέ, τα παιδιά έπιασαν έναν από τους απέναντι. Τον έχω εδώ δίπλα.Τον κρατούσαν σ' ένα βαθούλωμα. Φαινόταν ξανθός, αυτό όμως μέσα στο σκοτάδι δεν μπορούσε να το καθορίσει. Του δημιουργήθηκε όμως η εντύπωση πως ήταν Άγγλος.
- Για ρωτείστε τον, πώς βρέθηκε εδώ κοντά μας.
- Δεν καταλαβαίνουμε τι λέει, πάντως δεν μοιάζει να μιλάει Ελ ληνικά. Του μίλησε ο Φραντς Ελληνικά, μα αυτός τίποτε.
- Φωνάξτε τον δεκανέα Μπάουμ.
Ήρθε ο Μπάουμ, λεπτός, νευρικός στις κινήσεις.
- Κύταξε Μπάουμ μήπως είναι Άγγλος.
Ο αιχμάλωτος στη λέξη Άγγλος γύρισε στον Κέπεν κι άρχισε να μιλάει. Στις ερωτήσεις όμως του Μπάουμ απαντούσε συνεχώς τα ίδια.
-Λέγομαι Τζων Σμιθ, αριθμός μητρώου εφτά χιλιάδες τριανταένα, στρατιώτης.Ο Μπομ νευρίαζε κι ο Μπάουμ δήλωσε πως με το καλό τουλάχι στο, δεν θα έβγαζαν τίποτα απ' αυτόν.
- Ή είναι ξεκομμένος, ή ήταν μέλος σε ανιχνευτική περίπολο και χάθηκε. Πάρτον Μπάουμ με δυό άντρες και πήγαινε τον στον Ρίχτε.

Πέρα στήν ανατολή άρχισε νά φαίνεται κάτι γαλάζιο και η μέρα πλησίαζε γοργά. Για λίγο μια κίνηση επικράτησε παντού που με το ξημέρωμα εντάθηκε για να σταματήσει πάλι σε λίγο. Κι άλλα άρματα φάνηκαν νάρχονται και σε λίγο ο βόμβος των αεροπλάνων κι oι εκρήξεις του πυροβολικού γέμισαν την ατμόσφαιρα με το θόρυβο τους, σκεπάζοντας τα πρωινά κελαϊδήματα από κάτι μικρά κιτρινωπά πουλάκια.Η μέρα πιά είχε προχωρήσει κι ο Μπομ από τη θέση του έβλεπε μπροστά του ένα χωριό, ακριβώς πάνω στο δρόμο. Σχεδόν πάνω από το χωριό , ένα ύψωμα κάπνιζε συνεχώς από τις εκρήξεις . Τα στούκας και τα βομβαρδιστικά Γιούγκερς, με τη χοντρή κοιλιά, ρίχνανε στο ύψωμα και στο χωριό κι η γνώριμη πια κόκκινη σκόνη σηκωνόταν κάθε φορά από πάνω του. Από παντού ακουγόταν τώρα θόρυβος και νέα σμήνη αεροπλάνων περνούσαν . Όλη τη μέρα αυτή η δουλειά γινόταν κι ο Φραντς μπόρεσε να κοιμηθεί λίγο , μέσα στο βαρκάκι της μοτοσυκλέτας του, ενώ ο Μπομ ήταν πάνω στο παρατηρητήριο των πεζών κι από κει παρακολουθούσε το θέαμα της ανταλλαγής βολών μεταξύ του πυροβολικού των αντιπάλων , τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς ορισμένων θέσεων και την προσπάθεια του πεζικού να καταλάβει όλο και νέες καλύτερες θέσεις. - ·

Είχανε συσσωρευτεί σε κάθε σημείο του εδάφους, πού τους έκρυβε <3πτό απέναντι, άντρες όλων των όπλων. Περνούσαν πεζικάριοι πού Τραβούσαν στις προχωρημένες Θέσεις, τανκς και δίπλα μουλάρια, μοτοσυκλέτες, νοσοκομειακά, τηλεφωνητές κι ανάμεσα τους ό γνωστός σε όλους ανταποκριτής του πρακτορείου εφημερίδων, με το καρνέ στο χέρι Και φορτωμένος με κάθε είδους φωτογραφικές μηχανές, ο Φόερμαν. Έτρεχε εδώ κι εκεί, αψηφώντας τα βλήματα του πυροβολικού που έπεφταν σκόρπια. Όλη η μέρα πέρασε με την προώθηση τμημάτων εμπρός και με ανελέητο σφυροκόπημα από τον αέρα και την ξηρά των εχτρικών θέσεων. Όλοι ξέραν ότι ο «μεγάλος γέρος» ετοίμαζε τη γροθιά του.
Τον ξέραν τον στρατηγό τους, όπου βρίσκανε ισχυρή αντίσταση και καθυστερούσαν, έπιανε τον πρώτο στρατιώτη πού εύρισκε μπρο­στά του και τούλεγε:
- Τι λες, να πάρω φόρα να σε χτυπήσω είναι καλύτερα,  ή έτσι, για να σε κάνω μεγαλύτερη ζημιά;
Ο στρατιώτης όπως ήταν φυσικό τα έχανε.
-Μα στρατηγέ μου , εγώ... ξέρετε... εμένα... ξέρω...
-Βιάζεσαι να πιείς σοκολάτα από  εχτρικό εφοδιασμό;
-Βεβαίως στρατηγέ μου.
-Ε κι εγώ βιάζομαι γι αυτό ετοιμάζω τη γροθιά μου.
Όλοι λοιπόν ξέραν ότι ο "γέρος" ετοίμαζε τη γροθιά του και πως το πρωί της πρώτης μέρας που θα ανάτρεπαν τον εχτρό και την αντίστασή του, θα πίνανε σοκολάτα...........................

Ο Μπομ τάραξε την ησυχία γύρω από τον Φραντς , βάλθηκε να παίζει με τη φυσαρμόνικα. Μέσα στην ησυχία που ερχόταν κι αντικαθιστούσε σιγά σιγά τους κρότους της μέρας, ο Φραντς νοστάλγησε τους δικούς του. Παράξενο, όλη μέρα δεν είχε νιώσει την ανάγκη τους και τώρα, μ' όλο το σκοτάδι, ήθελε, έπρεπε να τους δει, να δει τη φω­τογραφία τους.

Βάλθηκε με το φακό μέσα στη βαρκούλα της μοτοσυκλέτας να κυτάζει μια πρόσφατη φωτογραφία τους. Την είχε πάρει πριν λίγες μέ­ρες, Η γυναίκα του, η μητέρα του, η αδερφή του ζωντάνεψαν μπροστά του. Στη γυναίκα του, εκεί στάθηκε το μάτι του σαν να τραβούσε τα βλέματά του μαγνήτης. Πονούσε, μα τούκανε καλό να κυτάζει τη Βέρθα του, φαινόταν καθαρά η εγκυμοσύνη της... Έτσι, όπως υπολόγιζε αυτός, θάπρεπε αυτές τις μέρες να γίνει πατέρας, αν δεν είχε γίνει κιόλας. Κάπως αστείο του φάνηκε.
- Εγώ πατέρας!......και, για φαντάσου, ποιος ξέρει αν δω το γιο μου ή την κόρη μου και πότε, έτσι είναι, όσο κι αν πάμε με τον πόλεμο να σταματήσουμε την πρόοδο, κι ας λέμε το αντίθετο, η ζωή προχωρεί και ζητά κι αποχτά πάντα καινούργια δικαιώματα.
- Φιλοσοφείς Φραντς;
- Θα σε ρωτήσω κάτι, Μπόμ, σταμάτα λίγο τη φυσαρμόνικα.
- Λέγε.
- Τί νομίζεις, με τον πόλεμο βοηθάμε στην παγκόσμια πρόοδο ή όχι;
- Να σου πω, σε ορισμένους τομείς βοηθάμε, σε άλλους όχι. Μιλώ για παγκόσμια κλίμακα. Έτσι νομίζω. Αν το πάρουμε όμως στενά, δεν βοηθάμε. Πάρε αυτές τις δυό χώρες, Σερβία και Ελλάδα, θα καταστρα­φούν και κάθε κίνηση προς τα μπρος θα σταματήσει. Ως πότε όμως; Πάλι θα ξεκινήσει ή πρόοδος σπρωγμένη από την ανάγκη γι' αυτήν την ίδια την πρόοδο.
- Δεν συμφωνώ μαζί σου. Με τον πόλεμο πνίγουμε κάθε κίνηση προόδου.
- Γνώμη σου και γνώμη μου.
- Αν γινόσουν πατέρας, τί θάθελες , Μπομ, να είναι το παιδί σου, αγόρι ή κορίτσι;
Ο Μπομ κούνησε το δάχτυλο του επιτιμητικά.
- Α, κύριε υπολοχαγέ, κάτι μού κρύβεις, έγινες πατέρας, ή πρό­κειται να γίνεις;
- Πρόκειται σε λίγο, αν πάνε όλα καλά.
- Γιατί; μήπως η Βέρθα είναι άρρωστη;
- Όχι, δεν εννοώ αυτό. Ίσως αύριο πεθάνω και φασικά ένας πεθαμένος δεν γίνεται πατέρας.

- Να σου πω, εγώ, αν θα γίνω πατέρας εκείνο που θα  σκεφτώ είναι να γεννηθεί το παιδί εντάξει και  η μητέρα του να μην πάθει τίποτα. Δεν ξέρω αν μέχρι τότε αλλάξω αντιλήψεις, αλλά τώρα αυτό πιστεύω. Όσο για  τις άλλες  κουβέντες σου, για το αν πεθάνεις, μη φοβάσαι, εσύ κι εγώ έχουμε τύχη βουνό. Χτες ακόμα δεν χτύπησαν εμάς που είμασταν πρώτοι, αλλά τον άτυχο Έφφελ.
- Να σου πω τη γνώμη μου , Μπομ,  σ' αυτό ειλικρινά;
- Ναι.
- Ε, λοιπόν ούτε εγώ ούτε εσύ θα ζήσουμε από αυτόν τον πό­λεμο.
- Σ' αυτό δεν  μπορώ να πω ούτε ναι, ούτε όχι, κατηγορηματικά όπως εσύ. Ξέχασα να σου πω  κάτι, τώρα θυμήθηκα. Σήμερα είδα την Έλγκα, έχεις χαιρετισμούς.
- Η Έλγκα εδώ, απίστευτο.
-Ήμουν στο παρατηρητήριο. Από  κει, κάτω, περνά ένας χωραφόδρομος. Λοιπόν με τα  κυάλια γνώρισα το αυτοκίνητο της από το χτύπημα που έχει στο σταυρό.  Κατέβηκα γρήγορα και την πρό­φτασα. Δεν μπορούσαν όμως να σταματήσουν , είχαν μαζί τους έναν αντισυνταγματάρχη χτυπημένο, γι' αυτό πήγα κάμποσο μαζί τους και μετά γύρισα εδώ.
- Μα δεν είχε μείνει στη Νίσσα;
- Ναι, μα πήγε στη Σόφια κι από κει ήρθε στη Φλώρινα.
- Δηλαδή η μέρα σου ήταν τυχερή.
- Μπα, δεν έγινε και  τίποτα. Ξέρεις, πήρε μετάλλιο. Θυμάσαι κείνον τον Μπράχεν, το λοχαγό του επιτελείου;
- Αν θυμάμαι, είναι κείνος που μας έκανε παρατηρήσεις για τα κοτόπουλα που πήραν τα παιδιά από τους Σέρβους χωριάτες.
- Μπράβο, αυτός λοιπόν, ο Μπράχεν, πλακώθηκε από χώματα σε μια έκρηξη και η Έλγκα μ' όλο που το σημείο που σκεπάστηκε αυτός χτυπιόταν από πολυβόλα κι ήταν ακάλυφτο, κατάφερε να τον βγάλει και τον γλύτωσε. Αυτό το είδε ο ίδιος ο στρατηγός από το πα­ρατηρητήριο του, γιατί όλοι είχαν πάψει κάθε ασχολία και κυτούσαν την Έλγκα να παλεύει με τον Μπράχεν.
Αργότερα ο στρατηγός έβγαλε ένα μετάλλιο δικό του και της το καρφίτσωσε, ενώ εμένα μου το χρωστάει από δω και μήνες.
-- Άλλο εσύ κι άλλο η Έλγκα, άλλωστε εδώ θα έχουμε πολλές ευκαιρίες για μετάλλια.
- Ε, ή μετάλλιο ή κανένα μέταλλο εγγλέζικο. 
-Θα προσπαθήσω να κοιμηθώ, κάνε και συ το ίδιο.    

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010

ΧΡΗΣΤΟΣ ΖΑΛΟΚΩΣΤΑΣ:ΡΟΥΠΕΛ

Μαύρη λύπη πλάκωσε τα φρούρια όταν εξαφανίστηκαν όσοι προτίμησαν ν' απομακρυνθούνε. Την άγρια δραστηριότητα που βασίλευε στις στοές όντας πολεμούσαν, τη διαδέχτηκε τώρα η βουβαμάρα. Όμως αυτή η σιωπή ήταν πιο εκφραστική κι από ξεφωνητά ακόμα. Αξιωματικοί τραυματίες που ως τώρα δεν καταδέχονταν να πλαγιάσουν, παρά έτρεχαν γεμάτοι αίματα από το ένα πολυβολείο στ' άλλο εμψυχώνοντας τους οπλίτες, χώθηκαν τώρα στα κρεβάτια τους, μαραμένοι από τους πόνους όχι της πληγής μα της ψυχής τους. Παιδιά που τα μάτια τους άστραφταν μπροστά στον κίνδυνο, τώρα έστεκαν αποβλακωμένα όσο να τα πάρει στην ξεχάστρα αγκαλιά του ο ύπνος.
Δέκα η ώρα το πρωί, παρουσιάζονται πάλι οι ξένοι πληρεξούσιοι και ζητάν να παραλάβουν τα φρούρια. Μετά την υπογραφή του πρωτοκόλλου ζητάν την παράδοση των Άγγλων. Ποιων Άγγλων; Αυτών που πολεμούσαν τάχα μαζί μας. Με κόπο πείστηκαν ότι μήτε ένας Άγγλος δεν υπήρχε σ' όλη τη γραμμή των συνόρων. Τέλος ζητάν να τους παραδοθούν τα σχέδια των οχυρών και τα αρχεία τους. Μα ούτε αυτά δεν υπάρχουν, οι φρούραρχοι τα έχουν κάψει αποβραδίς. Τους δείχνουν καταγής τ' αποκαΐδια των χαρτιών. Οι πληρεξούσιοι φεύγουν κι αμέσως ύστερα ανεβαίνουν σε κάθε οχυρό οι Γερμανοί συνταγματάρχες των μονάδων που τα πολεμούσαν από κάτω. Αρχίζει τότε μια τελετή που δεν την περίμενε κανένας. Ο νικητής τιμά τον ηττημένο! Αντίθετα από τον ιταλικό στρατό που κοκορεύεται κι όταν ακόμα τον ξυλίζουν, ο γερμανικός δε φιλαργυρεύεται το θαυμασμό του, αν ο αντίπαλος τον αξίζει. Δεν κατεβάζουν την ελληνική σημαία από τα φρούρια, αφήνουν τα ξίφη στους αξιωματικούς, απαγορεύουν στους στρατιώτες τους να μπουν στις στοές ενόσω βρίσκονται μέσα φαντάροι. Παρατάσσουν ένα τιμητικό τάγμα στους πρόποδες κάποιου οχυρού και παρακαλούν το φρούραρχο να κατεβεί να το επιθεωρήσει.
Μιλάν με απορία για την ελληνική άμυνα, που την χαρακτηρίζουν ως «μεγαλειώδη». Πριν δουν από κοντά τα φρούρια, φαντάζονται πως είναι ανώτερα από τα γαλλικά της Μαζινό. Μόλις όμως τα επισκέπτονται σαστίζουν. Πόσο λίγο προσωπικό τα υπηρετούσε! Με τι ελάχιστα κανόνια και πυρομαχικά, έδωσαν εντύπωση «μεγίστης ισχύος και αφθονίας μέσων». Η πενιχρότητα των όπλων που διάθεταν οι Έλληνες κάνει τον εχθρό να καταλάβει το ρόλο που έπαιξε η παλικαριά σ' αυτό τον αγώνα. Ο στρατηγός Μπαίμε, ο ίδιος που διεύθυνε τον κατά μέτωπο αγώνα, δεν πιστεύει τα μάτια του όταν βλέπει το Περιθώρι με 120 μόνο φαντάρους φρουρά να έχει πιάσει 300 Γερμανούς αιχμαλώτους. Αυτό τον κάνει να πει στο μέραρχό μας πως λυπάται ότι τέτοιος στρατός σαν τον ελληνικό δεν ήτανε σύμμαχος του Άξονα παρά αντίπαλος. Μα την αλήθεια!
άλλος από τους Γερμανούς συνταγματάρχες που μάχονταν το Καρατάς, έδειξε στο φρούραρχο αυτού του οχυρού κάποιο λιβάδι, όπου το ελληνικό πυροβολικό είχε θερίσει το σύνταγμά του κατά μια νυχτερινή επίθεση, και ζήτησε να γνωρίσει τον αξιωματικό που διεύθυνε με τόση ευθυβολία τα πυρά. Ο φρούραρχος έφερε τότε και του παρουσίασε ένα αμούστακο ανθυπολοχαγό του πυροβολικού που στάθηκε σε προσοχή. Ο Γερμανός τον διάταξε:
«Ελάτε μαζί μου.» Και ξεκίνησε για το λιβάδι, εμπρός αυτός, πίσω το ανθυπολοχαγάκι που απορούσε τι θ' απογινόταν. Όταν κατέβηκαν στο πεδίο της σφαγής, είδαν τους άταφους Γερμανούς ακόμα στη στάση που τους είχε βρει ο θάνατος, φριχτά ακρωτηριασμένους: πόδια κομμένα, κεφάλια ανοιγμένα στα δυο, πτώματα εδώ πολτοποιημένα από ολόσωμη οβίδα που τα παραμόρφωσε, κι εκεί στρατιώτες, που κάποιο θραύσμα, κοφτερό σα λεπίδι, τους είχε θανατώσει χωρίς να τους βλάψει, νεαρά παιδιά με τα πρόσωπά τους ακόμα ροδοκόκκινα και γαλήνια. Ούτε πιθαμή στο γύρω χώμα δεν ήταν άβαφη από αίματα. Καμιά ανθρώπινη ψυχή δε θα έμενε ασυγκίνητη βλέποντας τέτοιο απαίσιο θέαμα.
«Ανθυπολοχαγέ», είπε στον πυροβολητή ο Γερμανός συνταγματάρχης δείχνοντας τους νεκρούς, «αυτό το μακελειό είναι έργο δικό σας. Σε μισή ώρα μέσα μου θανατώσατε τετρακόσιους άντρες. Σας συγχαίρω!» Και του έσφιξε το χέρι, ενώ ο Έλληνας αξιωματικός ανατρίχιασε απ' αυτό το πρωτάκουστο παράδειγμα σκληρής καρδιάς, αλλά και στρατιωτικής αρετής.

Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2010

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΤΑΡΑΓΚΑΣ: Η ΑΝΟΙΞΗ ΑΡΓΗΣΕ ΝAΡΘΗ

Ήταν η χρονιά που η γη δεν είχε καρπίσει.
Η μπόττα τοϋ σκληροτράχηλου καταχτητή, ξεθωριασμένη από τις λάσπες της Ευρώπης, τρυπούσε το αδυνατισμένο κορμί της γαλαζοπελαγίττικης χώρας και την έκανε να νοιώθη μέσα στα στήθεια, βαρύ τον ανα σασμό του ανθρώπινου τρόμου. Και τα φθισικά πνευμόνια της ξερνούσαν καϋμούς και βόγγους, σάν ξέσπασμα μανιάτικου μοιρολογιού, για μια άνθινη αυγή που έτσι ξαφνικά ένα απριλιάτικο πρωινό - ίδια ειρωνία μέσα στην άνοιξη - την κλάδεψαν από το ουράνιο δέντρο, κλαδεύοντας ταυτόχρονα και την αναπνοή της ζωής.
Σταμάτησε το απαλό θρόισμα από τη ρωμαντική αύρα του Χάϊνε, ράγισε το σμάλτο των λεπτόηχων στίχων του Γκαίτε, η θλίψη από τους θρύλλους των Νυμπελούγκεν έπνιξε στο τραγικό της μοτίβο τον «Ύμνο στη χαρά" του Σίλλερ και φοβισμένα όλα ετούτα, κάνανε τόπο να περά­ση το μακάβριο αναβρόντημα της πολεμικής μηχανής του Γ' Ράϊχ. Ο ειδυλλιακός Ρήνος βάφτηκε κόκκινος από το αίμα της καταστροφής και έπε σε πάνω του μαύρη η κατάρα του θανάτου, ενώ η ελπίδα ξεψύχισε πάνω σ' έναν αγκυλωτό σταυρό.
Η παραφροσύνη συνεπήρε τα μυαλά της Αρείας Φυλής και τα φονικά όπλα ακονίζονταν στο αμόνι της Πρωσσικής υπεροψίας. Κι' εκείνη τη στιγμή, πέθαινε ο άνθρωπος και γεννιώταν το χτήνος.

                                                                                      * *

Λίγες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα του 1941 .
- Θεέ μου ! .. Κι' άλλος έπεσε στο δρόμο .. .
Ξεπήδησε μια κραυγή μέσα από ένα μισάνοιχτο φύλλο πόρτας. Κά ποιο γεροδεμένο παλληκάρι έσπρωξε το ξεβαμμένο πορτόφυλλο και βρέθη κε μ' ένα σάλτο στα κράσπεδα του δρόμου. Ένα κουβάρι από κολλημένα πετσιά σε λιανά κόκκαλα, ανάπνεε ακόμα. 
Ο Τάκης έσκυψε πάνω στην ανθρώπινη αγωνία κι' αφουγκράστηκε το λαχάνιασμα της. Έσπρωξε στην άκρη το γερμένο εκείνο κεφάλι και η προσοχή του γαντζώθηκε στα μυτερά μήλα του ασκητικού προσώπου κι' από κει γλύστρησε για να καρφωθή σε μια ακίνητη ματιά και να παγώση μετά από το φόβο του θανάτου που έφτανε. Έσκυψε πολύ πιο κοντά στον άνθρωπο και τον ταρακούνησε με τα στιβαρά του χέρια.
-Ε! .. Κάνε κουράγιο.... Περίμενε και θα σου δώσω το ψωμί από· το δελτίο μου.
Τά' λεγε αυτά ό Τάκης και η φωνή του αναρριχιόταν στα φορτίσσιμα μιας επίκλησης.Δυο μάτια από κείνο το ταλαιπωρημένο κουβάρι, πήραν την γλυκεία έκφραση που δέχεται το χρώμα της ευγνωμοσύνης από τον χρωστήρα της ανθρωπιάς. Στις άκρες των άνυδρων χειλιών έσκασαν τα μπουμπούκια ενός πικραμένου χαμόγελου.
Ό Τάκης γύριζε και αναψοκοκκινισμένος από την ταραχή, τράβηξε για το σπίτι του. Σκόνταψε σε μια μεσόκοπη γυναίκα — τη μάνα του. Εκείνη τούριξε ένα ανήσυχο βλέμμα. Κοντοστάθηκε και την κύτταξε. ΟΓ βολβοί των ματιών του κολυμπούσαν σε ταραγμένες λίμνες από δάκρυα. Μια παγερή σιωπή τύλιξε και τους δυό τους. Αμέσως δ Τάκης έτρεξε και μπήκε βιαστικά στην κουζίνα κι' ή γυναίκα έμεινε να τον βλέπη αμίλητη.
Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα και ή μάνα του Τάκη γλύστρησε στην κουζίνα. Είδε το παιδί της να κρατάη ένα κομμάτι ψωμί στα χέρια του.
- Τί κάνεις εκεί; τον ρώτησε με κοφτή κι' ανήσυχη ανάσα.
- Πάω το μερτικό μου από το ψωμί, σ' αυτόν εκεί απόξω.
Κάτι σα να συντάραξε τη μάνα και σκέπασε με μπλάβο σύννεφο στενοχώριας τη ματιά της.
«Το λιγοστό ψωμί πού αναλογούσε εκείνες τις μαύρες ώρες στο παιδί της, έφευγε τώρα από τα χέρια του για να το πάρη κάποιος μισοπε θαμένος ... Τί φοβερή στιγμή για τις χριστιανικές συνειδήσεις !... Πόση δυσαναλογία στις δυνάμεις της ζωής . .. Κανένας οίκτος στην πάλη των ενστίκτων ... Δίπλα σου σωριάζεται ένα ταλαιπωρημένο κουφάρι και την ώρα πού γλύφει ό θάνατος τις σάρκες του, εσύ πού όλη σου τη ζωή είχες αναλωθεί στις καλοσύνες και τις ευεργεσίες και ύψωνες σταυρούς μαρτυ ρίου για να περάση τον παραδοσιακό δρόμο της η αγάπη, από τον Γολγο θά στην Ανάσταση, πιστεύοντας στο μέγεθος της ανθρώπινης κατανόη σης, με την επαινετή διάκριση πως είσαι από τις μετρημένες εκλεχτές πού πατήσανε τα υψίπεδα της, έχεις για τούτη τη στιγμή το θλιβερό προνόμιο, να κουβαλάς στους αδυνατισμένους ώμους σου τον ασήκωτο τίτλο της μάνας. Έτσι μπροστά στη ζωή του παιδιού σου, κλείνεις ερμητικά τ' αυτιά σου στην ανθρώπινη επίκληση και σφαλίζεις τα μάτια σου στο αποκορύφωμα της δυστυχίας. Εκείνο το δευτερόλεπτο είναι αποφασιστικό για τα ανθρώπινα ενδιαφέροντα σου και ξεγυμνώνεσαι από τούς ιδεαλισμούς σου, για να φορέσης την αντικειμενικότητα του ρεαλισμού και να ρίξης όλη σου την προσοχή, στο κομμάτι της σάρκας από τη σάρκα σου».
- Μα, παιδί μου, δε καταλαβαίνεις πως δεν έχεις άλλο απ' αυτό το ψωμί ;
Ό Τάκης πού ήταν έτοιμος να φύγη, κοντοστάθηκε. Κύτταξε τη μάνα του μ' εν α λυπημένο ύφος και της απάντησε:
-Έχω το κουπόνι του ψωμιού για την άλλη μέρα. Αυτός, όμως, μπορεί να μην έχη κι' άλλο κουπόνι ζωής !....
Μια βίαιη κίνηση της μάνας για ν' αρπάξη το ψωμί από τη χούφτα του παιδιού της, έβαλε σε δίλημμα την αγάπη και το μητρικό φίλτρο την τραβούσε στην υποκειμενικότητα του. Ο Τάκης ξαφνιάστηκε. Κατακεραύνωσε τη μάνα του μ' ένα άγριο βλέμμα και τραβώντας το χέρι του πού ήταν σφιχτοδεμένο με το κομμάτι το ψωμί, έδωσε ένα σάλτο και βρέθηκε έξω.
Προχώρησε προς τον άνθρωπο πούχε πέσει στο δρόμο και τον σκούντηξε. Δεν έβλεπε καμμιά κίνηση. Τον έπιασε από τους ώμους κι' όπως πήγε να του σηκώσει το κεφάλι, το ένοιωσε βαρύ. Αντίκρυσε--την ίδια γαλήνη στα μάτια, το ίδιο πικραμένο χαμόγελο στα χείλη. Μόνο πού αυτή τη φορά και οι δυό εκφράσεις, είχαν την παγερή ακινησία του θανάτου. Ό Τάκης κάρφωσε το βλέμμα του στα γυάλινα μάτια πού έμοιαζαν σα να τον κυττούσανε με μια μεταθανάτια καλοσύνη.Ύγρανε τα χείλη του ένα πικρό σάλιο και ή καρδιά του σπαρτάρισε, λες και πάλευε να ξεκολλήση από τη θέση της κι' αλαφιασμένη περιδιάβαζε στα στήθεια, ενώ το καρύδι της α γωνίας και του τρόμου, είχε σκαλώσει στον λάρυγγα κι' έφραζε ένα άγχος την αναπνοή.
Κατάλαβε ό Τάκης πώς ό θάνατος πρόλαβε να καταστρέψη σ' εκείνο το κορμί, ότι μπορούσε να αναστήλωση, προσωρινά, ένα κομμάτι ψωμιού.
Η φρίκη κατακομμάτιασε το φρέσκο εφηβικό πρόσωπο. Στα μηνίγ για του πέφτανε αμέτρητες σφυριές κι' έβγαζαν μια στριγγή κραυγή, έτσι πού άγγιζαν την ευαισθησία, σέρνοντας την ανήμπορη και καταπονημένη στα όρια της τρέλλας. Κι' όταν κάποια στιγμή συνήλθε, δ Τάκης, από το ξάφνιασμα και κύτταξε το ψωμί πού κρατούσε, το χούφτιασε περισσότερο και ρίχνοντας μια μελαγχολική ματιά στο πτώμα πού βρισκόταν μπρος του, με αργή κίνηση έβαλε στο χέρι του πεθαμένου το κομμάτι του ψωμιού.
Σκέφτηκε, πως ίσως μ' αυτό να του εξασφάλιζε τα ναύλα για το πέ ρασμα στην Αχερουσία λίμνη.
Όταν σηκώθηκε από κείνο το μέρος κι' έστρεψε γύρω το βλέμμα του, είδε πως ήταν πολιορκημένος από περίεργες ματιές και βουβά χείλη. Έσπρωξε στην άκρη κάποιον που βρέθηκε μπροστά του και αμίλητος τράβηξε για την πόρτα του σπιτιού του. Την ίδια στιγμή το μελίσσι που ως τότε στε κόταν βουβό πάνω στο νεκρό και λίγο πιο πέρα, άρχισε να βουΐζη, ενώ η πόρτα έκλεισε πίσω από την πλάτη του Τάκη.
Ό Ναζισμός πέρασε λίγο πριν από το ήσυχο αθηναϊκό δρομάκι κι' ήτανε ο αγκυλωτός σταυρός του, ίδιο το θανατερό δρεπάνι του χάροντα.......................

Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2010

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

JEAN MABIR: MURIR A BERLIN




I.
Engagés sur le front de Poméranie, dès leur débarquement des convois ferroviaires en gare de Hammerstein, à partir du 21 février 1945, les SS français de la division Charlemagne ont été lancés dans la bataille par unités isolées, de la force d'un bataillon ou même d'une compagnie. Ils se sont trouvés à la charnière de l'attaque de deux armées soviétiques vers l'Oder et vers la Baltique. Sans soutien d'aviation ni d'artillerie, sans chars, sans appuis, sans liaisons, ils ont subi dès leur baptême du feu des pertes sérieuses mais ont quand même réussi à retarder de quelques heures, à Bârenwald et à Elsenau, la ruée de l'Armée rouge.
A Neustettin, un bataillon de marche français improvisé a assuré l'ultime défense de la ville, tandis que le gros de la division poursuivait sa longue marche vers la région de Belgard et Korlin.
Le Brigadefiihrer Krukenberg, général-inspecteur de la division, a pris le commandement et a réussi à reformer un régiment de marche et un régiment de réserve, à deux bataillons d'environ un demi-millier d'hommes chacun.
Dans la soirée du 4 mars 1945, après de durs combats retardateurs, la division Charlemagne reçoit du groupe d'armées de la Vistule, que commande le Reischsfùhrer SS Heinrich Himmler en personne, l'ordre de rejoindre Greifenberg, non loin des rives de l'Oder.
De toutes les unités françaises engagées en Poméranie, un seul bataillon réussira à se sortir, au complet et en ordre, du piège de korlin. Un demi-millier d'hommes sur les cinq mille lancés dans la  bataille.....Mais dans (eue défaite, qui a souvent tourné à la déroute, quelques centaines de combattants, en majorité anciens de  la Sturm brigade Frankreich, ont tenté et réussi l'impossible.     
* *  
* *
Dans la nuit du 4 au 5 mars 1945, le bataillon de marche de l'Obersturmfùhrer Fernet, avec qui se trouve toujours Krukenberg, est arrivé à l'ouest de Belgard où se déroulent encore de durs combats. 'Les SS français, sans s'attarder, poursuivent rapidement leur progression, selon un axe de marche du nord-ouest au sud-est. Ils dépassent le village de Denzin, puis se dirigent vers la bourgade de Boissin, qui se trouve de l'autre côté de la Persante, à un carrefour de routes.
Le Hauptsturmfiihrer allemand Jauss, qui marche en tête avec son camarade Fernet, avertit Krukenberg :
— Il faut éviter de nous diriger maintenant vers Standemin, que les Russes doivent déjà occuper. La seule solution sera de suivre encore la Persante.
— Dépêchons-nous avant le lever du jour.
Un épais brouillard dessine, dans une clarté glaciale et laiteuse, les sinuosités du gros cours d'eau qui sert d'axe de marche. Le bataillon Fernet poursuit sa route, laissant Boissin derrière lui.
*
Peu avant le lever du jour, le commandeur de la division Charlemagne décide de quitter les routes et de s'enfoncer sous les couverts.
— Tout le monde dans les bois ! ordonne Krukenberg. Aussitôt leurs hommes à l'abri des arbres, les gradés font disposer
des postes de surveillance, tandis que les soldats, harassés de fatigue par une journée de combat et une nuit de marche, se laissent tomber par terre. Ils s'écroulent littéralement de sommeil. Mais ils ne peuvent dormir. Il fait trop froid. La neige cingle à gros flocons. Le vent ne cesse pas de siffler et perce les vêtements en loques des SS français. Ils claquent des dents, battent la semelle, se donnent de grandes bourrades pour se réchauffer un peu. Le bataillon semble soudain figé par le froid. Des nuages glacés se forment devant la bouche et le nez quand les hommes respirent.
Il va bientôt faire jour. Il est impossible de continuer d'emprunter les routes, désormais entre les mains des troupes loviétiques,  La marche va reprendre à travers bois. Mais auparavant, il faut se reposer quelques heures, à l'abri des couverts.
L'Ostuf Fernet qui commande le bataillon n'a que vingt-cinq ans. Mais il a déjà été blessé deux fois au feu. En 1940 en se battant contre les Allemands et en 1944 en luttant contre les Russes. Engagé dans la Waffen SS pendant l'été 1943, il a commandé une compagnie de la Sturmbrigade dès sa sortie de la Junkerschule de Bad Tôlz. Il l'a menée au combat sur le front des Carpates avec une efficacité et une énergie qui font de lui un des meilleurs officiers de la division Charlemagne, conscient jusqu'au fanatisme de sa qualité de « soldat politique ». A l'aube de ce tragique 5 mars 1945, Fernet peut être satisfait de la discipline de ses hommes. Ses consignes ont'été rigoureusement respectées lors de cette marche de nuit qui a permis de gagner la forêt au sud de Belgard. Ses hommes ont progressé dans un silence absolu, tels des fantômes glissant sur les chemins enneigés.
Pendant cette pause, personne n'allume une cigarette et les gradés donnent encore leurs ordres à voix basse. Il faut se compter, regrouper les unités, obliger les hommes à se débarrasser de tout ce qui n'est pas indispensable. Une fois encore, ils s'allègent et ne gardent strictement que les munitions et les vivres.
Le froid, avec l'aube' grise, devient épouvantable. Les arbres sont couverts de neige et parfois une rafale de vent agite les branches. Les SS français tapis sous les couverts reçoivent de brusques douches glacées. Fernet se secoue, essuie soigneusement les verres de ses lunettes à fine monture d'écaillé et remonte le col de son imperméable : des gouttes lui coulent dans le cou.
— Il faut envoyer des patrouilles, dit-il à son adjoint Labourdette qui ne l'a pas quitté d'un mètre depuis le départ de Redlin.
Rapidement et silencieusement, quelques petits groupes de SS français vont reconnaître les sentiers et les couverts de la forêt. Les Russes tiennent uniquement les routes et les villages. Il semble encore possible de leur échapper. Quelques paysans signalent les points occupés par l'Armée rouge.
Le Brigadefiihrer, enfermé dans son long manteau de cuir gris, regarde la carte avec un air attentif et cherche l'itinéraire le plus praticable pour gagner Greifenberg à travers le pays tenu par l'adversaire. Soudain, il se tourne vers son adjoint Zimmermann :
— Faites appeler Jauss et Fernet.
L'Allemand et le Français arrivent rapidement. Krukenberg les toise entre ses paupières plissées. Il aime que les officiers gardent en toute circonstance une allure rigide. Fernet et Jauss esemblent aussi nets que sur le terrain de manœuvres lors de l'entraînement à Wildflecken. L'Estonie pour l'un et la Galicie pour l'autre les ont habitués à affronter calmement les situations les plus difficiles.
— Les civils nous assurent, dit Krukenberg, que les routes de grande communication et même les chemins forestiers sont sillonnés par des patrouilles de cavaliers russes. L'ennemi occupe le nœud routier de Standemin et nous barre la route de l'ouest.
Le commandeur de la division Charlemagne poursuit, après avoir indiqué la situation sur la carte :
— C'est la nuit que nous avons le plus de chances de pouvoir passer. Le jour, il faudra se cacher dans les forêts.
— Sans doute, Brigadefùhrer, répond Fernet, à condition de ne pas rester immobiles une journée entière par le froid qu'il fait. Les hommes ne pourraient plus repartir.
Dissimulés sous les arbres, à moitié recouverts par la neige, les SS français semblent peu à peu se dissoudre dans le paysage. S'ils restent jusqu'à ce soir immobiles, la plupart auront des membres gelés.
— Et puis... ajoute Fernet.
— ... Et puis, quoi ? coupe Krukenberg en levant les sourcils.
— Je crois, Brigadefùhrer, que nous n'avons pas une seule demi journée à perdre, si nous voulons rejoindre les lignes allemande», Il faut profiter du désordre qui suit l'avance russe. Désormais, Le temps travaille contre nous.
— Je pense que vous avez raison, conclut Krukenberg.
D'un geste, il indique que la brève conférence d'état-major < ,i terminée.
Le jour est maintenant levé. Mais le brouillard a succède .1 11 nuit. Quand il se dissipe, les SS français du bataillon Fernet, tipll sur les lisières de la forêt, vont assister au massacre de leurs cftffll
rades du régiment de réserve de la division Charlemagne, sans |.....
voir porter secours à ceux qui se sont si imprudemment avan..-. dans la plaine de Belgard .(6)
A 9 heures du matin, le 5 mars 1945, le bataillon Fernet reprend sa marche pour s'éloigner de Belgard et échapper aux troupes russes. Les SS français avancent à travers une vaste forêt qui s'étend vers l'ouest. Les sentiers ne sont pas indiqués sur la carte et il faut souvent progresser à la boussole. Fernet marche en tête de son bataillon et oriente toute la colonne qui le suit rapidement. Tout ce qui pourrait retarder la longue marche vers l'Oder a été enterré OU détruit.
Krukenberg a précisé, une fois pour toutes, sa seule idée de manœuvre :
— Il faut d'abord sauver les hommes.
Maintenant que la division qu'il a conduite au feu se trouve démantelée et incapable de s'opposer à la ruée russe vers la Baltique ci l'Oder, il ne reste plus à son commandeur qu'à protéger le dernier capital des SS français : leur propre vie. Car les survivants seront appelés à d'autres combats.
Les hommes, équipés d'armes légères, ne se sont chargés que de cartouches et de grenades.
— Achtung !
Les éclaireurs se sont immobilisés sur les lisières de la forêt. Devant eux, une route. Les voies de communication, sillonnées par les Russes, représentent le plus grand danger : des blindés et des camions soviétiques peuvent surgir d'un instant à l'autre.
l'omet vérifie sur sa carte et annonce à Krukenberg :
- C'est la route de Rambin à Belgard. Elle est certainement gardée.
I )es patrouilles confirment aussitôt l'existence de postes fixes de muvcillance établis par les Soviétiques: toute tentative de franchissement provoquera un accrochage et la colonne va se trouver repérée.
- Il faut faire un détour, décide aussitôt Krukenberg. Nous trou-vetoiis peut-être un passage plus loin.
Les SS français s'enfoncent à nouveau sous les couverts. Les hommes progressent silencieusement, faisant totalement confiance à leurs chefs pour les sortir de ce piège. La discipline légendaire de lu Stuiiiibrigacle Frankreich, acquise dès l'Ausbildungslager de Senn-hï im, joue à fond. Au Ier bataillon, personne ne se pose de questions. Oïl m.m lie, on obéit, on se bat.
— Pour le moment, dit Fernet, il ne faut pas se laisser accrocher. On se battra plus tard... "f^
Les éclaireurs finissent par découvrir une portion de route qui échappe à la surveillance des petits postes russes. Des mitrailleuses sont mises en batterie dans les fossés, pour protéger le passage. Les hommes, les uns après les autres, franchissent la route d'un bond et se dissimulent à nouveau à l'abri des couverts. Et ils reprennent la longue marche vers l'ouest.
La colonne avance dans un silence total, comme étouffée par la neige et la forêt. On n'entend pas un murmure. On ne voit pas une cigarette. Il n'y a pas une seule gamelle pour cogner contre un seul fourreau de baïonnette. Les rescapés manœuvrent comme à l'exercice, avec l'enchaînement implacable des gestes silencieux et efficaces.
Ils ont faim. Mais depuis des mois et des mois, ils sont habitués à marcher le ventre creux. Ils mâchonnent quelques croûtes de pain, conservées au fond de leurs poches, avec deux ou trois morceaux de sucre. Il faut s'alléger pour vivre. Le poids est l'ennemi de la rapidité. Sauver sa peau pour la remettre en jeu. Plus tard. Pour le moment, une seule hantise : ne pas tomber aux mains des Russes. Un SS prisonnier perd sa raison d'être, de vivre. Marcher encore. Ne pas se retourner. Ne pas penser à leurs camarades disparus dans la plaine de Belgard, entre Zarnefanz, Ristow et Boissin, pour n'avoir pas observé les lois impitoyables de la prudence, de la vitesse et du silence.
*
L'Ostuf Fernet presse encore la cadence. Ses hommes s'enfonceni dans la forêt comme dans un océan. Les sapins vert sombre Les recouvrent comme des vagues. Un vent glacial siffle dans les hautes branches. La neige tombe encore un peu. Cette journée du 5 mars 1945 sera longue, longue, longue. Il faut marcher.

2.
Dans l'après-midi du 5 mars 1945, les éclaireurs du 1er bataillon de marche se trouvent brusquement en face de quelques hommes qui viennent à leur rencontre. Claquement sec des culasses. On se dissimule de part et d'autre derrière les troncs des arbres, le doigt sur la détente. Mais les nouveaux venus portent le casque d'acier des forces armées du Reich :
— Waffen Grenadier division der SS Charlemagne, crie une voix en face.
— Charlemagne ! Ça alors... Nous aussi ! Quelle unité ?
— Section de transmissions du régiment 58.
— Nous sommes du 1er bataillon de marche.
Un gradé s'avance. C'est l'Ustuf Laune, un ancien officier de marine, qui explique aussitôt à son camarade Fernet :
— Je me trouvais avec le gros de la division ce matin, quand nous sommes passés près de Belgard. Il y avait un brouillard comme je n'en ai jamais vu, même en mer.
— Je sais, dit Fernet. Je me trouvais dans le secteur, un peu plus loin que vous vers le sud-est.
— Soudain, poursuit Laune, le brouillard s'est levé. Les Russes nous sont tombés dessus de partout. Un vrai massacre. Les canons, les chars, les fantassins. En quelques minutes le régiment de réserve de la division Charlemagne a cessé d'exister...
L'Ostuf Fernet se rappelle le combat auquel ses hommes et lui-même ont assisté de loin, en début de matinée. Ces soldats qui se sont  ainsi volatilisés sous les coups de l'ennemi étaient bien ses camarades de la division.
J'ai réussi à m'en tirer  , poursuit  Laune. Ne me demandez............
1.  Division Charlemagne, Fayard, 1974, pages 429-437.

ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ:SVEN HASSEL

 MALEDETTI DA DIO (Kαταραμένοι από το Θεό)

« FUORI, fuori! » urlava il Vecchio Unno.
 « Questa è la fine del ventisettesimo reggimento corazzato. » 
 Venti minuti dopo i nostri seicento carri armati erano ridotti a rottami contorti e bruciacchiati. Dopo altri venti minuti il colonnello von Lindenau giunse a bordo della sua vettura da campagna, e dopo aver guardato i carri annientati, disse con voce stanca:
« Che tutti gli uomini che ne hanno la possibilità tornino ai nostri vecchi alloggiamenti. Il ventisettesimo reggimento non esiste più, dopo questa tragica batosta che l'aviazione ci ha inflitto ».
Era la nostra aviazione. Per un deplorevole errore erano stati i nostri Stukas a bombardarci.Pochi giorni dopo eravamo di nuovo in azione con nuovi equipaggi e nuovi carri armati fatti giungere in gran fretta da Charkov. Fu allora che scopersi con profondo disgusto quanto la guerra può avvelenare lo spirito.
Ho sempre odiato la guerra, e la odierò sempre; e tuttavia mi comportai allora esattamente nel modo più esecrabile, quello che condanno negli altri, e di cui ancora oggi ho rimorso e non riesco a giustificare.Dal mio periscopio vidi un soldato russo uscire con un balzo da una buca di granata per correre a rifugiarsi in un'altra, poco distante. Con efficiente rapidità puntai su di lui il mirino e gli diedi una sventagliata con la mitragliatrice. I proiettili gli scoppiettarono tutt'attorno senza però colpirlo. Vedendo il mio carro avvicinarsi, schizzò fuori dalla buca in cui si era rifugiato e corse come una lepre verso un'altra. E di nuovo la rosa dei proiettili danzò attorno a lui. Anche Porta cominciò a sparargli, ma senza riuscire a toccarlo. Porta si faceva le più matte risate e teneva Stalin a una delle feritoie perché potesse assistere alla nostra caccia.« Guarda come si balla quando suoniamo noi », gli disse.(194) Il russo doveva ormai aver perduto la ragione per la paura, perché correva a torno a torno in circolo. E di nuovo la nostra mitragliatrice crepitò investendolo di colpi, e tuttavia, con nostro grande- stupore, non riuscì a colpirlo. Il Vecchio Unno e Stege ridevano ormai di gusto anche loro, e Stege ci disse in tono di scherno:« Sant'Iddio, non siete neppure più capaci di stender piatto qualcuno? »Lanciai una maledizione e,, mentre quel disgraziato tentava di raggiungere con un altro salto la più pros-sima buca, lo investii con il getto del lanciafiamme. Quindi mi volsi a Stege dicendogli:« Hai visto, se l'ho steso piatto? »« Davvero? » mi rispose Stege. « Da' un'occhiata dal tuo periscopio! »Non riuscivo a credere ai miei occhi; mezzo carbonizzato, nero da capo a piedi di miscela del lanciafiamme, il russo stava ancora correndo e riuscì anzi a infi¬larsi di corsa in una casa, suscitando tra i miei amici un coro poderoso di risate.Ormai per me era una questione d'onore uccidere quell'uomo, e così diedi fuoco alla casa e soddisfatto la vidi bruciare completamente con dentro il soldato russo.Una questione d'onore. Ma come ho potuto uccidere un uomo? Eppure l'ho fatto. La guerra aveva lentamente finito per avvelenare purtroppo anche me.Anche i più fanatici nazisti dovevano ormai ammettere che i tedeschi avevano perso la loro grande offensiva, poiché stavamo preparandoci a una ritirata in grande stile. Un ultimo sforzo sovrumano fu tentato per assicurare la vittoria alle armi germaniche. La nostra compagnia si spinse fino a Birjutsk, dove sorprendemmo un intero squadrone di cavalleria nei suoi quartieri di riposo. In poco tempo e con poco sforzo trasformammo uomini e cavalli in un ammasso urlante e sanguinolento di uomini atterriti e di animali scalcianti. Poi fummo costretti a ritirarci perché ci stavano dando la caccia con una forza poderosa di T34.(195) Da per tutto la battaglia era dura, e dure erano le perdite.Massacrammo un reggimento che, circondato, rifiutava di arrendersi, come già aveva fatto il nostro 104-granatieri. Appostammo i carri sulle alture e tenemmo fuoco aperto su di loro per più di tre ore. Urlavano in maniera atroce. Quando tacquero la vista che si presentò fu più orrenda ancora: tra gli autocarri smozzicati e schiantati stavano i cadaveri incredibilmente mutilati dei soldati, ed erano tutte donne. Molte erano giovani e graziose, con denti bianchi e unghie laccate di rosso. Ciò accadde a circa un chilometro a sud del villaggio di Livny.Il Vecchio Unno era pallidissimo in volto: « Promettiamoci ora che chi di noi uscirà vivo da questo inferno, scriverà un libro su questa schifezza che ci tocca di vivere. Dovrà essere un pugno nell'occhio dell'intera fetentissima classe militare, tedesca russa ο ame¬ricana che sia, perché tutti si rendano conto di quanto marcio e quanto stupidissimo spreco nascondono questi romantici duelli ».Ci avevano dato ordine di distruggere tutto, prima della ritirata. Impossibile descriverne il risultato. Ponti, villaggi, strade e linee ferroviarie saltavano per aria in continuità. Tutti i viveri che non potevamo portare con noi venivano cosparsi di petrolio e di catrame ο di liquidi presi dalle latrine; i magnifici ampissimi cam¬pi di girasole arsi e poi rullati con un trattore; i maiali e tutti gli animali delle fattorie uccisi e poi messi a im¬putridire al sole, dove in poche ore si trasformavano in carogne puzzolenti. E dovunque si sistemavano trappole mortali, cosicché bastava aprire la porta di una casa per saltar per aria. In un paesaggio funereo di morte, lasciavamo dietro di noi la desolazione.Come al solito il ventisettesimo reggimento rischiò di essere annientato in poche settimane, perché eravamo naturalmente alla retroguardia, impegnati in una battaglia mortale contro le preponderanti forze corazzate russe. Il reggimento era destinato a scomparire: ancora poche settimane, pochi giorni...(196) Mentre rullavamo per una strada alle spalle delle truppe tedesche che ripiegavano rapidamente verso l'interno, ci era spesso difficile proseguire nella densa colonna di cavalleria, fanteria, artiglieria e carri in fuga. Una fila interminabile di autocarri, carri armati, cannoni, cavalli e uomini, lottava disperatamente lungo le strade sabbiose, trasformate dalla polvere e dal calore in un incubo allucinante. Nei campi ai due lati della strada sfilavano colonne altrettanto interminabili di uomini e animali, ma era la popolazione civile. Adopera¬vano i più strani veicoli, ai quali talvolta era attaccato qualche vecchio cavallo ο una mucca, ο un cane, un asino ο persino un uomo, ma il più spesso delle volte gli uomini trasportavano a spalle tutto quanto ormai rimaneva loro. E una sola idea li dominava: fuggire.Strano a dirsi non vedemmo mai l'ombra di un aereo russo, altrimenti la guerra avrebbe avuto fine con l'anticipo di un anno. Quando uno dei nostri veicoli aveva un guasto, fosse una piccola vettura ο un carro armato, non c'era tempo per ripararlo. Un panzer lo sospingeva nel fossato laterale in modo che non ostruisse la strada. Soldati sfiniti in gran numero si erano gettati in quel fossato, da dove ci imploravano di dar loro un passag¬gio, ma era severamente vietato accogliere estranei a bordo. Spezzava il cuore, udire le loro suppliche e soffocare la voce della coscienza che avrebbe voluto spingerci a prenderne almeno uno ο due con noi. Ma nessuno si fermava e nessuno li raccoglieva. L'uno dopo l'altro i grossi carri armati passavano vicino a loro, sollevando nuvole di polvere che si depositavano per i campi. Anche i profughi cadevano a centinaia e giacevano immoti nel calore atroce. E nessuno si preoccupava neppure di loro. Dal sedile di guida in fondo al carro armato, Porta schiamazzava:« Questa sì che è una ritirata sul serio, ragazzi! Mol¬to meglio riuscita di quella dei francesi e inglesi quando noi li inseguivamo verso il mare. Per la verità allora le nostre carrette non andavano ancora così in fretta, ma mi pare che noi stiamo per vincere tutti i records di velocità. Mi divertirebbe molto sentire cosa ci racconterà (197) adesso Goebbels della nostra razza ben riuscita di superuomini. Se continuiamo di questo passo sarò a Berlino per il mio compleanno. Stalin, micio mio, ti farò dei vestitini borghesi deliziosi, al posto di quella lurida uniforme che sei costretto a portare, e ti permet¬terò di dare una bella graffiata al sedere di Adolfo. Siete tutti invitati; vi offrirò purè di patate e un bel¬l'arrosto di maiale e poi frittelle e zucchero e marmellata e tutto quello che ci riuscirà di mandar giù. E andremo a prendere quell'asino senza gambe, Asmus, all'ospedale, con le sue gambe di legno e il suo cessene privato ».Ci diede una bottiglia pregandoci di berne tutti e brindare alla meravigliosa disfatta delle forze armate nazi-prussiane.A est di Sharkov fummo coinvolti in una vasta azione di retroguardia durante la quale perdemmo tutti i carri e ci riducemmo a fanteria.Ero rimasto solo con Porta, a circa un chilometro dal Vecchio Unno e da tutti gli altri, alle prese con una mitragliatrice pesante. Mentre stavamo usando la mitragliatrice a tutto spiano contro i russi avanzanti, una figura umana apparve improvvisamente al nostro fianco e si sarebbe precipitata verso i russi se Porta non l'avesse acchiappata per una gamba.Era il cappellano, quello stesso che aveva recitato quella preghiera poco prima che cominciasse la ritirata. Porta lo immobilizzò sedendoglisi sopra e gli diede un colpo secco sull'orecchio.« Dove stai andando, maledetto corvo? Non starai disertando, per caso? »« Abbiamo perso la guerra », singhiozzò il cappellano. « Meglio arrenderci di nostra spontanea volontà, così almeno non ci faranno alcun male. »« Ti farò arrendere io e di corsa! Credi che abbiamo dimenticato le tue parole così edificanti con le quali ci incitavi ad assassinare questi selvaggi rossi? Adesso sta¬rai qui tu a far funzionare per benino la nostra mitragliatrice ο ti sbatto in testa la mia cartucciera finché (198) ti faccio morire di botte! Gusterai anche tu le gioie del¬l'eccidio che ci avevi tanto raccomandato! »Porta gli fece un occhio nero, e quindi lo colpì con l'elmetto metallico facendolo ripiegare su se stesso come uno straccio.« Questa è... insubordinazione », gridò il cappellano in uno stato di assoluto isterismo. « Vi farò deferire alla corte marziale se non... »Lo colpii al viso con tutta forza e appoggiando la bocca della mia rivoltella alla croce dorata ricamata sul petto della sua divisa gli gridai:« Ο ti metti tranquillo dietro questa mitragliatrice e fai il tuo dovere passandoci le munizioni, ο ci sarà un cappellano di meno al mondo ».Scosso da singhiozzi di collera e di umiliazione, si trascinò carponi al punto da noi indicato. Senza mai provar pietà sfogammo su di lui tutto il nostro desiderio di vendetta. Ogni volta che inciampava, lo colpivamo sulle dita con il calcio delle pistole.« Questo è per Hans Breuer! »« Questo è per Asmus! »« E questo... e questo... ed eccotene un altro... per Ursula! »E un'altro ancora perché ho ucciso una dozzina di uomini con un fucile da franco tiratore quando ero fuor di me per il dolore della morte di Ursula.E un altro perché ho ucciso quel povero diavolo che non mi riusciva di colpire, l'altro giorno.Vedevo rosso e la vista mi si annebbiava. Mi sfogai di tutto. E anche Porta aveva dei conticini da regolare.« Ora che finalmente sei tra buone mani, non ci sfuggirai tanto facilmente. »Quando tutti i conti furono regolati, lo costringemmo a correre verso le linee russe e gli sparammo nelle gam¬be, colpendolo in pieno, quando era già quasi giunto alle trincee nemiche. Tre mongoli uscirono carponi a prenderlo. Smettemmo di sparare soltanto quando lo ebbero portato al riparo.« Non so cosa ne pensi tu », mi disse Porta tergendosi il sudore dalla fronte, « ma io mi sento un altro uomo. »Di ritorno alla compagnia facemmo un rapporto regolamentare per denunciare che il cappellano von W3-nau della dodicesima divisione motorizzata aveva diser¬tato passando al nemico, e che noi gli avevamo sparato, ferendolo a una gamba nel tentativo di impedirgli la fuga. Così se per caso i russi lo avessero rimesso in libertà, ci avrebbero pensato i tedeschi a fucilarlo come disertore.« Erano russi ο asiatici quelli che lo hanno raccolto? » mi chiese Pluto. « Asiatici. »« Allora riceverà una bella benedizione sonora. »Furono tutti molto soddisfatti di sapere che il cappellano era caduto tra le mani dei più feroci tra i guerrieri sovietici. Non capitava tutti i giorni a quei satanassi di avere tra le mani un prete genuino.Preferirei poter essere umano. Preferirei poter dire di non nutrire nessun istinto sanguinario; ma ancora cggi vedo rosso quando penso, ο peggio incontro, coloro che incitano alla guerra, tutti quegli idioti che apertamente, ο con infide insinuazioni, spingono ai conflitti : popoli e coltivano gli istinti bellicosi dei singoli indi¬vidui. Conosco i risultati delle attività mostruose di questi propagandisti, commentatori, fanatici, freddi af¬faristi e avidi politicanti. Razza di vipere da distruggere, facciamoli uscire dai loro nascondigli, dalle loro tane, e che sia finita con loro. Capisco benissimo che il trattamento inflitto al cappellano fu del tutto barbaro, ma non c'era altra via d'uscita per noi. Nessuna pietà per chi predica la guerra, per quelli che costringono miglioni di esseri umani pacifici ad assumere atteggiamenti inumani. Quelli sono gli esseri veramente pericolosi e come tali vanno trattati con la massima energia. E so benissimo che ogni tedesco, in cuor suo, la pensa esat¬ramente come me. Oh, se soltanto i tedeschi riuscissero a capire chiaramente questa verità e agissero secondo i loro migliori istinti! Un'azione di tutti i tedeschi uniti contro la guerra, una resa di conti spietata con lo spirito militaresco e chi lo nutre, sistemerebbe per sempre la nostra situazione.Prima di abbandonare definitivamente Charkov le unità del Genio la raserò al suolo. Charkov era stata una delle più belle città dell'Unione Sovietica, grande quanto Copenaghen, con una popolazione di più di ottocentocinquantamila abitanti, e considerata della stessa importanza di Mosca od Odessa. Più di trecentomila dei suoi abitanti vennero uccisi. Secondo l'ordine del giorno fieramente diramato dal generale Zeitler, fu restlos vernichtet. Dovrei dunque impietosirmi sulla sorte di un prete?(201)« Figuratevi, se non me ne rendo conto benissimo anch'io, mio caro Beier! » Barring scosse il capo con un movimento ansioso, appoggiando la mano sulla spalla del Vecchio Unno. « Siamo arrivati ormai all'impossibile. Non è più guerra, è suicidio puro e semplice. Dobbiamo batterci con l'aiuto di bambini e di vecchietti; ma capirete che non è molto semplice neppure per loro, poveri diavoli, capitati in mezzo a questo letamaio senza nessun addestramento. Perciò vi prego, siate almeno cortesi con loro. Pensate di aver di fronte vostro padre, ο un fratellino, e trattateli come trattereste loro. Sarà successo anche a voi, a sedici ο diciassette anni, di star per scoppiare a piangere, lo giurerei. Per farmi un piacere, trattateli in maniera decente. Cercate di dar loro un certo equilibrio, per quanto sia difficile in questa situazione assurda. Se non altro non rendete loro più difficile la vita, perché proprio non se lo meritano. Che colpa ne hanno loro, poveri figli? Ma una cosa è certa a giudicare dalle ultime reclute che ci hanno mandato: siamo ormai giunti al fondo, più in là sarà impossibile andare e da ciò possiamo dedurre che la guerra è agli sgoccioli. »« Oh no, capitano », gli rispose ridendo Porta. « Poi ci manderanno delle ragazze. Non potremmo metterci già in lista da ora perché ci mandino delle comparse cinematografiche? Sarei ansiosissimo di fare da istruttore a reclute del genere. Conosco alcuni esercizi molto stimolanti in posizione orizzontale... »« Porta, consegnerò certo nelle tue mani lo squadrone cinematografico quando giungeremo a quel punto ». lo interruppe sorridendo von Barring. « Ma ora fatemi un piacere e ricordate quanto vi ho appena detto. Non è che un consiglio da parte mia, naturalmente, ma sono sicuro che non vi sarà difficile seguirlo. »








IΩΑΝΝΗΣ ΚΟΦΙΝΗΣ:ΗΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1940-1941

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΙΩΝ Σελ. 230
...Ο συνταξιδιώτης με τα σκληρά με κοίταζε με ανυπομονησία (192) περιμένοντας ν' αρπάξει το λόγο, μα τον πρόλαβε η Ιταλίδα. Δεν είπετε πως είστε γεωπόνος; Παράλειψη μου που δε σας ρώτησα αν της μικρής Λαρισαϊκής σχολής ή της ανώτατης των Αθηνών πώς όλες αυτές οι αναδρομές σας στη μυθολογία και την ιστορία; Κάθομαι και σας παρακολουθώ σας βλέπω μ' αυτά τα τσαλακωμένα σας τα γκολφ και δεν ξέρω τι να υποθέσω με εσάς. Είναι αλήθεια πως πάτε ν' αγοράσετε γουρούνια και κάθεστε και μου μιλάτε για Ελένες και Φάουστ, Ηρακλήδες και μυθολογίες; Τα λέει και ξεκαρδίζετε με ειρωνία. Να μου ειπείτε παρακαλώ κι όταν θα διαπραγματεύστε τα γου ρούνια με τους χοιροβοσκούς για τον Κένταυρο Χείρωνα ή τον κάπρο της Καλυδώνας, θα χρησιμοποιείτε τη μυθολογία; 
 Κι ο συνταξιδιώτης επεμβαίνει: Δεν αφήνετε να μιλήσουμε με τη δεσποινίδα για κάτι πιο σύγχρονο.Τον άφησε να σιγογαβγίζει και ν' αναζητά νοερά την κουβέντα πού θα την αποσπούσε από εμέ. 
Δε θα εκπλαγώ να σας ακούσω να μου μιλάτε για το Δάντη μας και τον Πετράρχα μας. Είστε παράξενος τύπος. Ναι έχω ακούσει κάτι για το δημοτικό σας τραγούδι. Περιλάλητο είναι σ' όλη την Ευρώπη κι άνθρωποι των γραμμάτων μας ασχολή θηκαν μ' αυτό. 
Μοιρολόγια της κακής ώρας και νιαουρίσματα διακόφτει πεισματωμένος ο Κώστας Σκαφίδας, έτσι μας συστήθηκε την τελευταία στιγμή και συμπεπλήρωσε μετέπειτα δικηγόρος Λαμίας, κι όρσε να μας τραγουδήσεις κανένα.
Αν το θέλετε του απαντώ σ' ήρεμο τόνο μα σας θυμίζω πως φθάνετε στον προορισμό σας. Θα το χαιρόμουνα λοιπόν να μας ανοίξετε το θέμα σας. Κι εμείς με τη δεσποινίδα έχουμε τον καιρό να τα ειπούμε ως τη Λάρισα. Δεν πρέπει και να σας στενοχωρήσουμε. «Κι αυτός απαντά βουνίσιος μοιάζετε γι αυτό και σας αρέσουν τα κλαψιάρικα.»
Γιατί περιφρονείτε τους αχούς των δημοτικών τραγουδιών μας συμπατριώτη; Βέβαια μοιρολόγια ήταν τα περσότερα κλέφτικα μια και θρηνούσαν τους καπεταναίους και τα παλικάρια που έπεφταν από το εχθρικό βόλι στον αέναο αγώνα για τη λευτεριά. Δε διακρίνετε όμως μέσα στο ξεδίπλωμα του μακροπόρευτου ήχου τους την εγκαρτέρηση και την ελπίδα της φυλής που κατεβαίνει στην ψυχή τού τραγουδιστή σαν μια (193) λουλουδισμένη άνοιξη. Δεν έτυχε να σας πλημμυρίσει με συγκίνηση το νόημα τους, τα φιλοσοφημένα τους λόγια. Αν ξεχωρίστε το περιεχόμενο τους από τον ήχο τότε ακούτε μοιρολόγια σαν να μην είστε Έλληνας.
Η Ιταλίδα, που υποψιάζεται παρεξήγηση χαμογελά με ασύγκριτη χάρη πότε σε κείνο πότε σε εμένα.
Φαίνεστε πως δεν είστε μουσουτραφής μου απαντά με κομπασμό. Δέκα χρόνια βιολί εμένα που με βλέπετε και χαρακτηρίζω από καθέδρα και στρέφει όλος προς την Ιταλίδα για να του καμαρώσει το θρίαμβο.
Κύριε του απαντώ στον ίδιο τόνο να το χαίρεστε το βιολί σας κι εγώ λέω ότι όποιος δε συνέλαβε την πλημμύρα των πόνων των δημοτικών μας τραγουδιών σ' όλες τους τις μορφές και των κλέφτικων δεν είναι Έλληνας. Σήμερα ότι. είναι Ελλάδα είναι το δημοτικό μας τραγούδι, στους στίχους του είναι η πεμπτουσία της φιλοσοφίας μας και των ονείρων της φυλής μας , κι είναι αυτό που συνδέει τη σημερινή μας υπόσταση με τη δοξασμένη προγονική μας πατρίδα.
Τα τσιουγκρίσαμε λιγάκι με τον κ. Σκαφίδα. Σας έτυχε λέω καμιά φορά να κάθεστε με το πρωτοβρόχι σε κανένα σπήλιο ή κάτω από κανένα κιτρινισμένο δέντρο και να συλλογίζεστε την αποδημία των χειλιδονιών;
Με τέτοιες ανοησίες δεν ασχολούμε μου απαντά περιφρονητικά. Μήτε ρομαντικός είμαι, μήτε μελαγχολώ Τη χάρη την έχουν οι γεωπόνοι και σέρνει τη λέξη για να τον προσέξει η δεσποινίδα, αυτό το μήλο της έριδας.
Σας έτυχε να είστε σε βουνό με μαυροομιχλιασμένο ουρανό και να βλέπετε τους βλαχοποιμένες να ροβολάν για τα χειμαδιά τραγουδώντας, παιδιά μ' πήρε ο χεινόπωρος παιδιά μ' πήρε ο χειμώνας.

Πέσαν τα φύλλα απ' τα κλαριά ξεϊσκιώσαν τα λημέρια.
παιδιά μ' να διασκορπίσουμε να γίνουμε μπουλούκια.
κι άλλοι να πάτε στ' Άγραφα κι άλλοι στο Καρπενήσι.
Μπέλτα και τον περάσουμε και τούτο το χειμώνα.

Αυτή δεν είναι μια σύλληψη Μπετόβεν;
Ο κ. Σκαφίδας ωρύεται. Ακούστε παραλληλισμός τους τσαρλατάνους τούς καράβλαχους με τον Μπετόβεν. Κύριε ο καθένας εφ' ό ετάχθη και σαν μην τον γέμισε ο λόγος του (194) σύστιγμα για να δείξει την προσωπικότητα του μου λέει με κομπασμό κοιτώντας την Ιταλίδα. Έχετε ιδεί το Κολοσσαίο της Ρώμης. Αντέστε να το ιδείτε κι ελάτε να κουβεντιάσουμε. Εσείς ανεβήκατε στην Ακρόπολη του απαντώ με κακεντρέχεια. Λοιπόν χτες κυνηγούσα λύκους στον Παρνασό κι αγρι ογούρουνα κι άφησα εκεί το κυνηγητικό μου μαχαίρι κι αν θέλετε να χτυπηθούμε δε θα σας κάνω τη χάρη.
Αλήθεια παρανέβηκε η κοπέλλα ενώ φαίνεστε προοδευτικός άνθρωπος δείχνεστε τόσο σωβινιστής Έλληνας. Περσότερο κοσμοπολίτη να ειπώ τον κύριο; Ο δικομάχος που δεν είχε κατευναστεί απ' τον ευτράπελο τόνο μου ικανοποιημένος παρά το ερωτηματικό πρόστεσε βιαστικά Σκαφίδα κι ήταν τόσο κωμική η παρέμβαση του που προκάλεσε το γέλιο.Σαν έπαψε να γελά της απάντησα κι ήμουν εγώ αυτή τη φορά ο πεισματωμένος: Ακούτε δεσποινίς λυπούμαι που θα σας το επιβεβαιώσω ναι είμαι σωβινιστής. Αγαπώ την πατρίδα μου περσότερο από κάθε τι κι είμαι έτοιμος να προσφέρω το ασήμαντο κουφάρι μου στο βωμό της. Όχι δε θα γίνουμε Ιταλοί όπως το λογαριάζει και το 'χει αποφασίσει ο Μουσολίνι σας. Έχω απ' τη στιγμή της γνωριμίας μας που σας το δηλώνω πότε ίσια πότε από πλάγια. Μόνο σας υπενθυμίζω, πως όσοι βάρβαροι κι αν την πάτησαν και τη διαγούμισαν αυτή τη χώρα δεν μπόρεσαν να την καταχτήσουν κι ούτ' ίχνος δεν έμεινε απ' το πέρασμα τους όσο μακρόχρονο κι αν στάθηκε. Ναι Έλληνες την κατοικούνε τούτη τη γης απ' την αυγή της ιστορίας της μέχρι σήμερα και θα την κατοικούνε. Κι είμαι και προοδευτικός θέλοντας όλη τη γη πατρίδα του ανθρώπου κι όχι των τεράτων του καπιταλισμού, χειρότερων και των άγριων θηρίων της ζούγκλας. Θέλω την πατρίδα μου ελεύτερο μέλος της παγκόσμιας κοινοπολιτείας κι όχι προστατευόμενη του Μουσουλίνι σας. Μισώ τον πόλεμο αυτό το κατάλοιπο της ζούγκλας μα είμαι έτοιμος να πολεμήσω για την πατρίδα μου. Αυτό που λέγεται πόλεμος θα το καταργήσει ο άνθρωπος που έστω κι αργά αξιοποίησε το λόγο του Ιησού κι οραματίζεται μια ζωή αγάπης με την ειρήνη, σκοτώνοντας την απαίσια λέξη συμφέρον.Ο Σκαφίδας ξαφνιάστηκε. Ώστε είστε Ιταλίδα αποτείνεται (195) προς την κοπέλλα.; Κι όμως το είχα φανταστεί πως δεν είστε Ελληνίδα. Όσο καλά κι αν μιλάτε τα Ελληνικά έχετε ένα ελάχιστο τόνο ξενικής προφοράς. Τα γούστα σας οι προτιμήσεις στο ένα και στ' άλλο δεν ταιριάζουν με των κοριτσιών μας. Χαίρομαι που επισκεφτήκατε τη χώρα μας. Χαίρομαι που επισκέφτηκα τη χώρα σας και θαύμασα το πολιτισμό σας. Το παλικάρι από εδώ παραλογίζεται με τις πατριωτικές του εξ άρσεις προφέροντας τα τελευταία λόγια του με τόνο περιφρόνησης.Την Ιταλίδα ήταν φανερό πως τη δυσαρεστούσε αυτή η τροπή του λόγου που έντεχνα ως τη στιγμή πάσχιζε να την αποφύγει κι ήταν ο κομπασμός του που την πείραζε πλειότερο γιατί δεν τού 'χει δώσει κανένα τέτοιο δικαίωμα, να κομπάζει σε βάρος μου. Προσπάθησε να διαμαρτυρηθεί. Χαρακτήρισε τις προβλέψεις μου αυθαίρετες χωρίς να με πείσει. Ο Σκαφίδας μη βλέποντας τις δυσκολίες και την αμηχανία της τη διέκοψε και συνέχισε.Την περσότερη Ιταλία σας την έχω γνωρίσει. Έχω τόσες εντυπώσεις από τη Ρώμη σας και τη Φλωρεντία με τον αθάνατο Άρνο της. Είστε τόσο πολιτισμένοι άνθρωποι. Εγώ πιστεύω πως καλά έπραξε ό Μουσολίνι σας και κατάχτησε τούς απολίτιστους Αβησσυνούς και Αλβανούς. Σίγουρα θα ιδούνε καλό στις άθλιες ημέρες τους από εσάς. Είλωτες στο Νεγκούς οι μεν σκλάβοι τού Ζώγου οι δε. Σαν άρχισε η επίθεση κι άκουγα τις επικλήσεις του βασιλιά τους είπα: Τί ουρλιάζεις Χαίλασιέ ζητιανεύοντας βοήθεια; Λαό παλικαρά είχες ας τον όπλιζες στην ώρα του, παρά σάκιαζες το χρήμα του και τον άφηνες με τα τόξα, τα κοντάρια και τα μαχαίρια τη σήμερο που κακαρίζουν τα πολυβόλα ξεκοιλιάζουν τη γης οι βόμβες και βρέχει ναπάλμ ο ουρανός. Καλά κάνετε και χτυπήσατε και τούς Γάλλους. Οι πουρκουάδες είχαν γίνει μπολσεβικάκια κι είχαν χάσει τον εθνισμό τους κι ας βάλουν αν το επιθυμούν μυαλό.Η κοπέλλα ωστόσο δεν είναι καθόλου ευχαριστημένη απ' τους ύμνους του Σκαφίδα. Μουρμούριζε και δεν έπαιρνε θέση κι όλο ψαχούλευε τις αντιδράσεις μου.Διάκοψα το Σκαφίδα χωρίς καν να του ζητήσω συγγνώμην και σε προσχεδιασμένο ήρεμο τόνο της είπα ........................................