Σάββατο 24 Μαρτίου 2018

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ: ΣΑΒΒΑΤΟ 21 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1945

Επιστροφή 

Στις 3 το πρωί το αυτοκίνητο με τους Χίμλερ Σέλεμπεργκ και Μπράντ φτάνει στο κτήμα Κέρστεν κάτω από βροχή.  Ο Μάζουρ , o πρώτος Εβραίος που πατά το πόδι του στην Γερμανία προσκεκλημένος από Εθνικοσοσιαλιστή αξιωματούχο είναι ήδη εκεί και  περιμένει.[1]
Η συνομιλία με τον Κέστερν και τον Μάζουρ διάρκεσε μέχρι την αυγή. O Χίμλερ δεν ήταν καταπονημένος καθόλου και ο Μάζουρ τον βρήκε ήρεμο ευδιάθετο και κύριο του εαυτού του, έναν Χίμλερ πολύ διαφορετικό από εκείνον πού περιέγραφε ο Συνταγμα­τάρχης Έϊσμαν. Το τέλος της στρατιωτικής του καριέρας τον είχε αναζωογονήσει.  Αλλά είναι πολύ δύσκολο ο Χίμλερ να πίστευε ότι θα μπορούσε να εξαπατήσει τον άνδρα πού είχε μπροστά του. Πιθανότατα εξαπατούσε τον ίδιο του τον εαυτό. Τι πράγμα ήθελε να πετύχει; Ο καθηγητής Μάζουρ είχε διατρέξει ένα μεγάλο προσωπικό κίνδυνο με την ελπίδα ότι ο Φαραώ θα κατευναζόταν και ότι θα άφηνε να φύγουν αυτοί που είχαν απομείνει από τον λαό του. Παρ’ όλα αυτά ο Χίμλερ ο οποίος διέτρεχε έναν κίνδυνο εξ ίσου μεγάλο με εκείνον του Μάζουρ δεν έκλεισε καμία συμφωνία, δεν ζήτησε καμία χάρη...  Ο Μάζουρ ζήτησε επίσημα να σταλούν όλοι οι επιζήσαντες Εβραίοι που είχαν απομείνει στα στρατόπεδα, στην  Ελβετία ή στην Σουηδία ή αν αυτοί ήσαν μακριά από τα σύνορα να παραδοθούν στους συμμάχους σε καλή φυσική κατάσταση και δίχως επιπλέον μεταφορές από το ένα στρατόπεδο ατό άλλο. Σύμφωνα με τις στατιστικές του Χίμλερ υπήρχαν ακόμη 75.000 Εβραίοι μοιρασμένοι στο Ravensbrück ,  Θέρενσινστάντ και Μαντχάουζεν.  Αφού αποσύρθηκε για να συνομιλήσει ιδιαιτέρως με τον Σέλεμπεργκ και  τον Ρούντυ Μπράντ επί 20 λεπτά, ο Χίμλερ προθυμοποιήθηκε να παραδώσει στην Σουηδία μία χιλιάδα από Εβραίες του Ρά­βενσμπρουκ και στην  Ελβετία ένα μεγαλύτερο αριθμό από Εβραίους της Ολλανδίας με την προϋπόθεση ότι ο Ερυθρός Σταυρός θα ελάμβανε μέριμνα για την μεταφορά.»[2]
Έχει αρχίσει να ξημερώνει όταν ο Χίμλερ παίρνει το δρόμο της επιστροφής για το Χοχενλύχεν όπου τον περιμένει ο κόμης Μπερναντότε[3]. Κάτω από το πρόσχημα των διαπραγματεύσεων για την απελευθέρωση και την ασφαλή μεταφορά κρατουμένων από τα διάφορα στρατόπεδα συγκέντρωσης υπό την αιγίδα του Σουηδικού Ερυθρού Σταυρού, οι επαφές με σκοπό την υπογραφή μιας ξεχωριστής ειρήνης με τη μεσολάβηση του Σουηδού αξιωματούχου βρίσκονται σε καλό δρόμο. Από τις αρχές του χρόνου ο Schellenberg προσπαθεί να πείσει το Χίμλερ πως στο σημείο που έχουν οδηγήσει τη Γερμανία τα πολεμικά πράγματα , μια ξεχωριστή συμφωνία με τους δυτικούς είναι η μοναδική ενδεδειγμένη λύση και ότι ο παραμερισμός του Χίτλερ για να διευκολυνθούν οι συνομιλίες , μονόδρομος.

Ο Χίμλερ εξακολουθεί να διστάζει[4 ].  Για μια ακόμη φορά η συζήτηση περιορίζεται σε καθαρά διαδικαστικά θέματα που πρέπει να τακτοποιηθούν πριν οι ενδιαφερόμενοι καθίσουν στο τραπέζι των διαπραγμα­τεύσεων. Είναι πλέον ξεκάθαρο. Ο Χίμλερ δεν τολμά ακόμα να κάνει το αποφασιστικό βήμα. Εκείνο το βήμα πού θα τον έφερνε αντιμέτωπο με την θέληση του αρχηγού του. Οι συνομιλίες στις οποίες τόσο είχε ελπίσει ο Σέλεμπεργκ πέφτουν σε σημείο νεκρό.

Ο Χίμλερ συζήτησε με τον Κόμητα το θέμα της μεταφοράς όλων των Πολωνών εις την Σουηδία. Εκ μέρους μου είχα προετοιμάσει τα πάντα για την μεταφορά και την κατάρτιση των πινάκων των κρατουμένων Πο­λωνών, εις το στρατόπεδον του Ravensbrück . Οι περισσότερες εξ αυτών ήσαν παιδιά και νέες κοπέλλες και για τούτο πήρα την απόφαση να τους ελευθερώσω όλους. Υπεγράμμισα στον Χίμλερ, ότι η παραπέρα  κράτηση τους αποτελούσε αίσχος για την Γερμανία και μεγάλη αδικία. Επίσης του ανέφερα και για τα φυλετικά προτερήματα των Πολωνών. Ενόμιζα, ότι επέσυρα την προσοχή και το ενδιαφέρον του, διότι πραγματικά εκείνην την στιγμήν άφηνε την εντύπωση, ότι το θέμα αυτό τον απασχολούσε πολύ, αλ­λά την οριστική του απόφαση την έλαβε αργότερα. Ο κόμης Μπερναντόττε εζήτησε να πληροφορηθεί, εάν θα ήταν δυνατόν να μεταφερθούν εις την Σουηδίαν όλοι οι Δανοί και οι Νορβηγοί κρατούμενοι. Ο Χίμλερ δεν έδωσε την συγκατάθεσή του, αλλά ανέλαβε την υποχρέωση, να μην μετεφέροντο οι αιχμάλωτοι, εις περίπτωση οπού οι σύμμαχοι θα απειλούσαν την κατάληψη του στρατοπέδου του Νέϋγκα. Ο κόμης εξέφρασε την ικανοποίη­ση του και η συνομιλία ετερματίσθη, διότι επρόκειτο να συνοδεύσω τον κόμητα ως το Κάκλενμπουργκ. Ο Χίμμλερ μου συνέστησε να προσπαθήσω να πείσω τον κόμητα, όπως επισκεφθεί τον στρατηγό Αϊζενχάουερ με τον σκοπόν, όπως διοργανώσει την συνάντηση μεταξύ στρατηγού και του Ραϊχσφύρερ. Όταν όμως απεχαιρέτησα τον κόμητα πλησίον του Βάρεν εις το Κάκλενμπουργκ, ό κόμης μοΰ ειπε:—Δυστυχώς ο Χίμλερ δεν αντιλαμβάνεται τη πραγματική κατάσταση και δεν μπορώ να κάνω τίποτε γι' αυτόν. Έπρεπε να είχε αναλάβει την κυβέρνηση της χώρας σας, ακόμη, μετά την πρώτη μας συνάντηση. Προς το παρόν δεν έχει πλέον καμμίαν ελπίδα. Νομίζω, όμως, αγαπητέ μου Σέλλενμπεργκ, ότι καιρός είναι πλέον να σκεφθείτε για τον εαυτό σας. [5]
Το Βερολίνο φλέγεται. Ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα καταρρέουν. Οι αμερικανικές βόμβες παραχωρούν  τη θέση τους στις Ρωσικές οβίδες. Μέσα σ’ αυτόν τον χαλασμό ή έξοδος συνεχίζεται.

Το γραφείο του διοικητού του Βερολίνου εκδίδει περισσότερες από 2.000 άδειες εξόδου από τη πόλη. Παρ’ όλο που ο Γκαίμπελς είχε διατάξει ότι κανένας από αυτούς που ήταν σε θέση να κρατήσουν όπλο δεν έπρεπε να εγκαταλείψει το Βερολίνο εμείς δεν φέρναμε κανένα εμπόδιο σ’ αυτούς τους μαχητές του «εσωτερικού μετώπου» που ήθελαν την άδεια για να φύγουν αφηγείται ο Ρέφιορ. Γιατί θα έπρεπε να κρατήσουμε εδώ αυτά τα άχρηστα άτομα; Όλοι τους πίστευαν ότι με την φυγή θα έσωζαν τις πολύτιμες ζωές τους.[6]

Σε αντίθεση με τα άλλα Υπουργεία που οι ηγεσίες τους αναζητούν την ασφάλεια και την "ελευθερία δράσης" έξω από το Βερολίνο το  Υπουργείο Προπαγάνδας παραμένει στη θέση του, σε πλήρη σύνθεση . Εξαντλεί τη καυστικότητά του απέναντι σε συντρόφους που με διάφορες αιτιολογίες προσπαθούν να σώσουν το τομάρι τους. Όταν ο Δρ Friedrich-Wilhelm Kritzinger [7], που από την ασφάλεια του Mecklenburg προσπαθεί να δικαιολογήσει τη φυγή του ισχυριζόμενος ότι  «η κυβέρνηση του Ράιχ» είχε αποσυρθεί από την επικίνδυνη ζώνη «για να διατηρήσει την ελευθερία δράσης της»,ο Γκαίμπελς ξεσπά με οργή. «Η κυβέρνηση του Ράιχ οφείλει να βρίσκεται  εκεί που βρίσκεται ο Führer και εγώ.[8] Για δώδεκα χρόνια είχα την επιθυμία να σε φτύσω στα μούτρα .Για δώδεκα χρόνια καταπίεσα αυτή την επιθυμία  και σήμερα λυπάμαι  γι αυτό.

Ο Αρχηγός της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας του Βερολίνου Υποστράτηγος Βάλτερ Γκόλντμπαχ [9]ζει το δικό του δράμα. Έχει ακόμα στη διάθεσή του περίπου 700 πυροσβεστικά οχήματα που ενώ δεν χρησιμεύσουν αποτελεσματικά σε μια πολιορκημένη πόλη που βομβαρδίζεται  είναι καταδικασμένα να γίνουν στόχος του εχθρικού πυροβολικού,  Στις 9 το πρωί υπογράφει την διαταγή να απομακρυνθούν από το Βερολίνο αλλά μπροστά στις αντιδράσεις που προκαλούνται το μεσημέρι υποχρεώνεται να την ανακαλέσει. 

Ή 21η Απριλίου ήταν Σάββατο. Δεν βγήκαν βράδυνες εφημερίδες. Παρά τη σχετική απαγόρευσι, οι πρόσφυγες συνέχιζαν να κατακλύζουν το Βερολίνο κατά χιλιάδες. Δεν ήταν οι Ρώσοι στρατιώτες, αλλά χωρικοί από την Ανατολική Πρωσσία αυτοί πού πρώτοι οδήγησαν τ' άλογα και τις αγελάδες τους μέσα από την πρωτεύουσα του Ράϊχ. Στο κέντρο της πόλεως, η αστυνομία οδηγούσε τους πρόσφυγες προς Νότο. θα έλεγε κανείς ότι ήθελαν να κρατήσουν τις αριστοκρατικές δυτικές συνοικίες απηλλαγμένες από ανεπιθύμητους επισκέπτες.Την ίδια ώρα, οι ίδιοι Βερολινέζοι είχαν αρχίσει να μετακινούνται προς τα δυτικά προάστια, που σύντομα γέμισαν με «μετανάστες» από το Ρούμμελσμπουργκ και το Κάρλσορστ.[10]
Μέσα στο μπούνκερ ο Χίτλερ ακούει τις οβίδες που πέφτουν αλλά αρνείται να πιστέψει ότι οι Ρώσοι είναι τόσο κοντά. Τηλεφωνεί στο Πτέραρχο  Κόλλερ και τον ρωτά με σαρκαστική διάθεση αν τον ενημέρωσαν για το  Βερολίνο που βομβαρδίζεται. Ο Κόλλερ (αντιπρόσωπος του του Γκαίριγκ) από την έδρα του στο Βίλπαρκβέρντεν δεν είχε Ιδέα. Ο Χίτλερ ζητά να μάθει για ποιο λόγο δεν έχουν φθάσει ακόμα στο Βερολίνο οι Ισχυρότατοι προβολείς της Πράγας. . Ο Κόλλερ θέτει θέμα ασφαλείας. Το Βερολίνο είναι πόλη του μετώπου. Τα μηχανήματα κινδυνεύουν κατά την μεταφορά να βομβαρδιστούν.
Θαυμάσια... αποκρίνεται o Χίτλερ. Αυτό σημαίνει ότι θα κάνουμε δίχως τούς προβολείς και δίχως την Luftwaffe. Όμως θα διατάξω να εκτελέσουν όλους τούς επιτελείς σας. Η ένταση εκείνων των ωρών καταγράφεται στις σημειώσεις του ίδιου του Karl Κoller, Επιτελάρχη της Luftwaffe: 
21 Απριλίου. Νωρίς το πρωί τηλεφωνεί ο Χίτλερ. "Γνωρίζετε ότι το Βερολίνο είναι κάτω από τα πυρά του πυροβολικού; Το  κέντρο της πόλης! " "Όχι ." "Δεν το ακούς;" ";Oχι !  Είμαι στο  Βίλπαρκβέρντεν."
Hitler: "Έντονη ανησυχία στη πόλη από  πυρά του πυροβολικού προερχόμενα από μεγάλη απόσταση . Λέγεται   πρόκειται για μεγάλου βεληνεκούς πυροβολαρχία πάνω σε σιδηροδρομικές ράγες. Οι Ρώσοι λένε ότι έχουν καταλάβει  μια σιδηροδρομική γέφυρα πάνω στον Oder. Η αεροπορία να την εντοπίσει και να επιτεθεί αμέσως. 
Εγώ: "Ο εχθρός δε κατέχει σιδηροδρομική γέφυρα πάνω στον Όντερ  Πιθανόν να έχει κυριεύσει  μια γερμανική βαρέως τύπου πυροβολαρχία την οποία και περιφέρει. Αλλά πιθανότατα αυτό που ακούτε είναι μεσαίου διαμετρήματος πυροβόλα  του Ρωσικού στρατού ' για την ώρα ο εχθρός πρέπει να είναι σε θέση  να  χτυπά το κέντρο  της πόλης μ΄αυτά."  
Παρατεταμένη συζήτηση  για το αν τα πυρά προέρχονται ή όχι από τη  σιδηροδρομική γέφυρα πάνω στον Όντερ  και αν το ρωσικό πυροβολικό ή το ρωσικό πεζικό  μπορεί να φτάσει στο κέντρο του Βερολίνου....
Αμέσως μετά  ο Χίτλερ αυτοπροσώπως  είναι ξανά στο ακουστικό. Θέλει ακριβή εικόνα του τρέχοντος αεροπορικής επίθεσης  νότια του Βερολίνου. Απάντησα ότι τέτοια ζητήματα  δεν μπορούν να απαντηθούν   διότι οι επικοινωνίες με τις δυνάμεις δεν λειτουργούν πλέον αξιόπιστα. Πρέπει να είμαστε ικανοποιημένοι,  λέω, με τις τρέχουσες  πρωινές και βραδυνές αναφορές που διαβιβάζονται απευθείας' είναι πολύ εξοργισμένος γι αυτό.[11]

Πληροφορίες αναφέρουν ότι στα προάστια Στράουσσμπεργκ και Μπερνάου ο εχθρός έχει ήδη κάνει την εμφάνισή του . Πριν από τη καθιερωμένη  στρατιωτική Σύσκεψη του μεσημεριού, κάνει την εμφάνισή του στο καταφύγιο της Καγκελαρίας ο  Στρατάρχης Ferdinand Schörner.
Γίνεται αμέσως δεκτός από το Führer σε ιδιαίτερη ακρόαση.
Η αναφορά του Στρατάρχη ανυψώνει για μια ακόμη φορά το ηθικό του Führer κάτι που δεν περνά απαρατήρητο από τον Στρατάρχη Κάιτελ.[12]...............
Το βράδυ, μεταξύ 8.30 και 9 μ.μ η τηλεφωνική συνομιλία Χίτλερ Karl Κoller, Επιτελάρχη της Luftwaffe επαναλαμβάνεται:
Χίτλερ: Ο Στρατάρχης του Ράιχ  διατηρεί ένα ιδιωτικό στρατό στο Karinhall. Να το διαλύσετε αμέσως  και να τον θέσετε στη διάθεση του  SS Obergruppenführer Steiner' και κλείνει το ακουστικό. Ενώ σκέφτομαι ακόμα τι μπορεί μα σημαίνει αυτό  -  ο  Χίτλερ καλεί και πάλι. "Κάθε διαθέσιμος άνδρας της Πολεμικής Αεροπορίας στην περιοχή ανάμεσα στο Βερολίνο και τις  ακτές μέχρι το Stettin και το Αμβούργο πρέπει να ριχθεί στην επίθεση που έχω διατάξει στα βορειοανατολικά του Βερολίνου". . . .  Στην ερώτησή μου για το πού θα γίνει η επίθεση. δεν παίρνω απάντηση γιατί έχει ήδη κλείσει. . . .
Με μια σειρά τηλεφωνικών κλήσεων προσπάθησα να ανακαλύψω τι συνέβαινε ακριβώς. Έτσι πληροφορήθηκα από το ταγματάρχη Freigang του Επιτελείου του Στρατηγού Konrad ότι o Obergruppen­führer Steiner επρόκειτο να εξαπολύσει επίθεση από τη περιοχή του Eberswalde με κατεύθυνση προς Νότο. . Αλλά μέχρι στιγμής μόνο ο Steiner και ένας αξιωματικός έφτασαν στο Schonwalde. Άγνωστος ο αριθμός των μονάδων για την επίθεση. Τηλεφώνησα στο καταφύγιο του Φύρερ , τελικά κατάφερα να μιλήσω με το στρατηγό Krebs στις 10:30 μ.μ και του ζήτησα περισσότερο ακριβείς πληροφορίες σχετικά με τη σχεδιαζόμενη επίθεση. Ξαφνικά Ο Χίτλερ παρενέβη στη συνομιλία . Έχετε ακόμα αμφιβολίες σχετικά με τις διαταγές μου;Νομίζω ότι εκφράστηκα με αρκετή σαφήνεια." Στις 11.30 μ.μ μια άλλη τηλεφωνική κλήση από το Führer : Ζήτησε να μάθει για τα μέτρα της αεροπορίας σχετικά με την επίθεση του Στάινερ . Ανέφερα σχετικά επισημαίνοντας ότι τα στρατεύματα είναι παντελώς ακατάλληλα για να πολεμήσουν , ότι δεν είναι εκπαιδευμένα ούτε εξοπλισμένα για μάχες εδάφους , επιπλέον στερούνταν βαρέος οπλισμού. Μου κάνει ένα σύντομο μάθημα  πάνω στη κατάσταση. "Θα δείτε   Koller, Οι Ρώσοι θα υποστούν τη μεγαλύτερη ήττα τους , τη πιο αιματηρή ήττα τους  της ιστορίας τους στις πύλες της πόλης του Βερολίνου." 


                                                                                                                                                                                                            
Υποσημειώσεις:  


[1] Στις τρεις το πρωί, φθάσαμε εις το Χάρισβαλντ,Ο Κέρστεν και ο Μάσουρ μας .περίμεναν και μετά από μερικές αβρότητες, άρχισε η συζήτηση. Ο Χίμλερ επεχείρησε να αποδείξει ότι προσπάθησε να ρυθμίσει το  ζήτημα των Ισραηλιτών αλλά συνήντησε την αντίδραση του ναζιστικού κόμματος. Ο Μασούρ με μεγάλη προσοχή παρακολουθούσε τις δικαιολογίες του Χίμμλερ και στο τέλος του είπε, ότι μέχρι της στιγμής αυτής, οι προσπάθειες του , δεν απέδωσαν τίποτε. Σκοπός του ταξιδιού του ήταν η εξέταση και η ρύθμιση της καταστάσεως των κρατουμένων Ισραηλιτών. Εζήτησε τις ακό­λουθες διαβεβαιώσεις: ότι από σήμερον θα κατηργούντο όλες οι εκτελέσεις των Ισραηλιτών, οι απομένοντες θα περέμενον εις τα στρατόπεδα συγκεν­τρώσεως και τα οποία δεν θα εκκενούντο. Εζήτησε επίσης να του παρουσιά­σουμε και μίαν κατάσταση των κρατουμένων Ισραηλιτών εις τα διάφο­ρα στρατόπεδα.
Επετεύχθη συμφωνία επί όλων των ανωτέρω ζητημάτων και ο Χίμλερ επανέλαβε ότι ήδη είχε δώσει τις σχετικές εντολές. Πράγματι, επειδή είχε λάβει την άδεια από τον Χίτλερ για την απελευθέρωση όλων των Πολωνέζων από το στρατόπεδον του Ράβενσμπρούκ, ο Χίμμλερ ήταν έτοιμος να απελευθερώσει και τις Ισραηλίτησες από το ίδιο στρατόπεδον, με την πρό­φαση ότι όλες τους ήσαν Πολωνοί υπήκοοι. Κατόπιν, απεσύρθη μετά του κ. Μασούρ για να διατυπώσουνε όλες τις λεπτομέρειες της συμφωνίας.
Προσπάθησα να τερματίσουμε τις συζητήσεις μας όσον το δυνατόν ταχύτερον για να δυνηθούμε να επιστρέψουμε, με τον Χίμλερ εις το Χόχενλίχεν, προς συνάντηση του Κόμητος Μπερναντόττε. Με όλη την ψυχή μου ήλπιζα ότι η τόσον ποθούμενη μεταξύ του Χίμμλερ και του Κόμητος επαφή θα επραγματοποιείτο επί τέλους.(Σέλεμπεργκ Β  Κατασκοπεία και Αντικατασκοπεία εις τον Β Παγκόσμιον Πόλεμον σελ 313-4)
[2] G. Reitlinger:  σελ 182
[3] C. Ryan:  σελ  385
[4] Σ' αυτή την κατάσταση βρισκόταν ο Χίμλερ στα μέσα του Απριλίου, όταν ο Σέλενμπεργκ τον πίεζε να πάρει στα χέρια του τα ηνία της Γερμανίας και να συνθηκολογήσει με τη Δύση. Εάν ο Χίμλερ ήταν όντως Φύρερ, θα ενεργούσε πράγματι όπως του υπεδείκνυε ο Σέλενμπεργκ. Αλλά δεν ήταν. Ο Χίτλερ ήταν ακόμα ζωντανός και τα υπολείμματα αφοσίωσης του Χίμλερ προς τον αρχηγό του. καθιστούσαν όλες τις ειλικρινείς και πειστικές συμβουλές του Σέλενμπεργκ μάταιες. Από ψυχολογικής πλευράς ήταν αδύνατον ο Χίμλερ να αποβάλει από το μυαλό του το Χίτλερ ή έστω να τον αγνοήσει. Κι αν ακόμα κάτι τέτοιο ήταν δυνατό, υπήρχαν περαιτέρω δυσκολίες. Εάν ο Χίμλερ αγνοούσε το Χίτλερ και τον εκθρόνιζε, υπήρχε άραγε η βεβαιότητα πως θα τον υπάκουαν; Διότι, για το γερμανικό λαό, όπως είχε συνειδητοποιήσει ο Σπέερ, ο Χίτλερ,
όσο ζούσε, ήταν ο μόνος που ενέπνεε υπακοή κι αφοσίωση άνευ όρων. Ήταν σαν ένα ξόρκι από το οποίο είχε μαγευτεί ολόκληρος ο γερμανικός λαός, ανάμεσά τους ο Χίμλερ και ο Σπέερ.(Τρεβορ-Ρόπερ σελ 235-6
[  5]
[  6]
[  7]
[ 8] Οι Σοβιετικοί έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον να εντοπίσουν το προσωπικό του Υπουργείου προπαγάνδας. Όλες οι γυναίκες περίπου 300 συνελήφθησαν και εκτοπίστηκαν .Καμία από αυτές δεν επέστρεψε  στη Γερμανία. 
[  9]
[10]

[11] Karl Κoller: Der letzte Monat σελ.19 και συνέχεια.
[12] On 21st April, General Ferdinand Schörner , commander of the largest and strongest army group on the Eastern Front [Army Group Centre], operating from down in the Carpathians to (234) almost as far as just south of Frankfurt-on-Oder, arrived to make a personal report on the situation to the Führer. They met in complete privacy and, as Jodl and I entered the Führer ís bunker that afternoon, Schörner was just taking leave of him. It was obvious that th e Führer had been greatly encouraged by their talk, for he uttered a few optimistic remarks which Schörner echoed and then invited us to congratulate Germanyís latest field-marshal. As the war conference progressed, it became very obvious that Schörner had imbued the Führer with an exaggerated confidence in his own front and leadership, and that Hitler was now clutching at this like a drowning man at a straw, despite the fact that in the final synthesis it was only a limited section of the front that was putting up any show of resistance. Things were becoming hopeless in the west and in Italy, the Russians were at the gates of Berlin. . . .

Τρίτη 20 Μαρτίου 2018

«Ήρωες του Έθνους» (Children Of Glory) μια ταινία για την Ουγγρική επανάσταση

Το ‘Children Of Glory’ τιμά την Επανάστασης της Ουγγαρίας του 1956 και το αίμα των Ούγγρων πολιτών που τόλμησαν να θέλουν να ζήσουν ελεύθεροι και εθνικά περήφανοι. Διαδραματιζόμενη στη Βουδαπέστη και στην Ολυμπιάδα της Μελβούρνης, τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο εκείνου του έτους, η ταινία οδηγεί το θεατή μέσα από το πάθος και τη θλίψη μιας από τις πιο δραματικές λαϊκές εξεγέρσεις του εικοστού αιώνα. Τότε που τα σοβιετικά τανκς κατέπνιξαν στο αίμα την επανάσταση στην Ουγγαρία, η ουγγρική ομάδα υδατοσφαίρισης είχε κερδίσει τη Ρωσία στην Ολυμπιακή πισίνα στη Μελβούρνη, σε αυτό που έχει περιγραφεί ως ο πιο αιματηρός αγώνας υδατοσφαίρισης στην ιστορία (ο αγώνας είναι γνωστός ως "Blood in the Water", ‘Αίμα στο Νερό’). Η ταινία καταφέρνει να αναδημιουργήσει πολλές από τις βασικές δημόσιες εκδηλώσεις και τις τεράστιες λαϊκές διαδηλώσεις της Επανάστασης, καθώς και τις σκληρές μάχες στους δρόμους της Βουδαπέστης.
Η ταινία αρχίζει με το προ-ολυμπιακό αγώνα, στη Μόσχα, που δείχνει την εχθρότητα μεταξύ των δύο ομάδων. Την Ουγγαρία την κυβερνάει από το 1945, ο εβραϊκής καταγωγής ορκισμένος σταλινικός Mátyás Rákosi (βλ. κι εδώ) και την έχει με επιτυχία μετατρέψει σε μια σοβιετική στρατιωτικοποιημένη περιοχή, κάτω από τον κλοιό της ουγγρικής μυστικής αστυνομίας (AVH) και μέσα από την εξαθλίωση των εθνικών βιομηχανιών της χώρας. Η δυνατή ουγγρική εθνική ομάδα υδατοσφαίρισης μεταφέρει τις ελπίδες του έθνους τους μαζί της, αλλά είναι σαφές ότι αυτό το ματς είναι στημένο. Δεν υπάρχει καμία περίπτωση η ρωσική ομάδα να ηττηθεί στην Μόσχα. Χαρακτηριστική η σκηνή με τους Ρώσους αφού νικάνε το στημένο παιχνίδι έρχονται στα αποδυτήρια των Ούγγρων για να τους πικάρουν. Εκεί οι Ούγγροι παίκτες βρίζουν αυτούς και τον κομμουνισμό τους με… χαμόγελο, στα ουγγρικά, θεωρώντας ότι δεν γνωρίζουν την ουγγρική γλώσσα. Οι Ρώσοι όμως όλα τα καταλαβαίνουν (και θα πάνε προφανώς μετά να τα καρφώσουν) και αυτό φαίνεται όταν ο πρωταγωνιστής της ταινίας Karcsi, τους λέει «αδερφάρες» και ξεσπάει καυγάς! Μετά το περιστατικό ο Karcsi, οδηγείται μέσα στη νύχτα στον υπουργό, στο γραφείο ενός κτιρίου όπου γίνονται βασανιστήρια και εξευτελισμοί σε "αντιφρονούντες" από τους αστυνομικούς. Εκεί ο υπουργός, που συστήνεται ως "θείος Φέρι",τον απειλεί και του λέει να προσέχει γιατί θα κινδυνέψει η οικογένειά του. 



Τρίτη 13 Μαρτίου 2018

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ: ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 20 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1945


To απόγευμα της 19 Απριλίου, οι Σοβιετικοί καταφέρνουν να διασπάσουν το γερμανικό μέτωπο σε δύο επιπλέον σημεία: Στο Müncheberg, ανατολικά του Βερολίνου, και στο Wriezen, ακόμα βορειότερα. Από τα δύο αυτά ρήγματα τα τεθωρακισμένα του εχθρού παρά τη λυσσαλέα αντίσταση που συναντούν [1] ανοίγουν το δρόμο προς τη Δύση. «Η μάχη», ανέφερε η Ομάδα Στρατιών του Heinrici, «έχει τώρα σχεδόν κριθεί».[2]
Λίγη ώρα αργότερα μια καινούρια διάσπαση καταγράφεται , περισσότερο επικίνδυνη, στο τομέα ευθύνης του Schörner[3] κι από τις δυο πλευρές του Σπρέμπεργκ (Spremberg). Το επικίνδυνο κενό ανάμεσα στην 4η Στρατιά Panzer δεξιά και την 9η Στρατιά αριστερά,διευρύνεται . Για να σφραγιστεί το ρήγμα και να αποφευχθεί η κύκλωση της 9ης Στρατιάς ο Schörner φαίνεται πρόθυμος να επιχειρήσει μια αντεπίθεση προς Βορρά[4]. Ο Führer  τηλεφωνεί στο Στρατηγό  Heinrici και του ζητά να βοηθήσει τη προσπάθεια του Schörner στρέφοντας μέρος των δυνάμεων του Theodor Busse προς νότο. Το σχέδιο μοιάζει εφικτό ο Heinrici όμως έχει διαφορετική γνώμη. Επιμένει στην ανάγκη αναδίπλωσης της 9ης Στρατιάς . Δεν έχει εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του Schörner και προβλέπει πως αν η 9η Στρατιά εξακολουθήσει να παραμένει στις θέσεις της θα οδηγηθεί σε κύκλωση και αφανισμό[5].

Ο Heinrici τηλεφώνησε στο Γενικό Επιτελείο Στρατού μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα, για να διαμαρτυρηθεί για τη διαταγή του Χίτλερ λέγοντας ότι ήταν «μη πραγ­ματοποιήσιμη και χωρίς ελπίδα». «Οφείλω να δηλώσω: Φύρερ μου, καθώς η διαταγή είναι ενάντια στα συμφέροντά σας, ζητώ να με απαλλάξετε από τα καθήκοντά μου... Μετά, θα πάω στη μάχη σαν απλός στρατιώτης του Λαϊκού Στρατού, με ένα όπλο στο χέρι!» Ο στρατηγός Krebs του απάντησε στεγνά: «Ο Φύρερ περιμένει από σας να καταβάλετε μια υπέρτατη προσπάθεια για να καλύψετε τα κενά όσο γίνεται πιο ανατολικά, χρησιμοποιώντας όσες δυνάμεις μπορείτε να συγκεντρώσετε, άσχετα από την κατοπινή άμυνα του Βερολίνου».[6] 
Ο Κόνιεφ εκμεταλλεύεται άριστα τη γερμανική αδράνεια.Μέσα στη τη νύχτα τα τεθωρακισμένα του Rybalko κινούνται δίχως να συναντούν αντίσταση προς το Baruth που απέχει μόλις 20 χιλιόμετρα από το Zossen έδρα της Ανωτάτης διοικήσεως της Βέρμαχτ [7] . Νοτιότερα ακόμη η 4η Στρατιά Αρμάτων του Lelyushenko σημαδεύει το Potsdam
μέσω Juterborg. 

Χαράματα το μέχρι τότε ανενεργό μέτωπο του 2ου Λευκορωσικού Μέτωπου[8] απέναντι στη 3η Στρατιά Αρμάτων ξεκινά την επίθεση με σφοδρή προπαρασκευή του πυροβολικού. Από το Κάρινχολλ[9]  ο Reichsmarsal Goering σίγουρος ότι η 3η  Στρατιά Αρμάτων του Hasso von Manteuffel δεν θα καταφέρει τελικά να συγκρατήσει το Ροκοσσόφσκι προετοιμάζεται να φύγει με προορισμό την ελεύθερη ακόμα Βαυαρία.24 φορτηγά της Λουφτβάφφε γεμάτα με τους αμύθητους θησαυρούς του Κάρινχολ είναι έτοιμα να τον ακολουθήσουν.
Μια  ανάσα από το Zossen  τα τεθωρακισμένα του  Rybalco έχουν φτάσει τελικά στο Baruth . Κάθε σκέψη για στρατιωτική αντίσταση είναι έξω από κάθε συζήτηση μια που η δύναμη στο Zossen δεν ξεπερνά τους 250 στρατιώτες δίχως άρματα και βαρύ οπλισμό. Ο Κρεμπς διστάζει να εγκρίνει την εκκένωση αυτής της τόσο νευραλγικής περιοχής. Ζητά  πίστωση χρόνου  για να συνεννοηθεί πρώτα με το Φύρερ. Μέχρι να δοθούν οι διαταγές προληπτικά  τα αρχεία της Διοίκησης συσκευάζονται πρόχειρα και μεταφέρονται πάνω σε φορτηγά.[10]  Μέχρι τελευταία στιγμή το  μεγάλο  τηλεφωνικό κέντρο 500, ένα από τα μεγαλύτερα της Γερμανίας εξακολουθεί να λειτουργεί. Τα περισσότερα μηνύματα που φθάνουν  έχουν τον χαρακτήρα  «επείγον». Προέρχονται από κάθε γωνιά της Ευρώπης. Φωνές νευρικές και βιαστικές που ζητούν γραμμή με το Όσλο ,την Πράγα ή το  Βερολίνο. Στις 6 το πρωί καινούρια τηλεφωνική κλίση ενημερώνει το Κρεμπς ότι  40 περίπου τεθωρακισμένα του εχθρού περνούν σχεδόν μπροστά από τα μάτια μας . Θα επιτεθούμε στις 7. Στις 9 τρίτο τηλεφώνημα αναφέρει στον Κρεμπς την αποτυχία της επιθέσεως.  Ο στρατηγός σπεύδει αμέσως στο Zossen για να  σταθμίσει προσωπικά τη κατάσταση. 
«... στο επιτελείο, βρήκε να τον περιμένει ο λοχαγός πού είχε διευθύνει την επίθεση. Μαζί μ’ αυτόν ήσαν 20 στρατιώτες. τόσοι είχαν σωθεί από τούς 250 πού είχαν ξεκινήσει από το επιτελείο εκείνο το πρωί. Το χειρότερο όμως ήταν ότι οι Ρώσοι είχαν καταλάβει το Μπάρουτ μόλις 25 χλμ από το Zossen και είχαν προωθηθεί σε ένα σημείο το οποίο απείχε μόλις 11 χμ νότια  του Γενικού Επιτελείου.» [11]
Η εντολή για την εγκατάλειψη της περιοχής φτάνει τελικά στις 1 το μεσημέρι.  Στο τηλεφωνικό κέντρο τα μηχανήματα εγκαταλείπονται ανέπαφα. Διάσπαρτες επιγραφές στη ρωσική γλώσσα προειδοποιούν:«Στρατιώτες. Μην καταστρέψετε αυτά τα μηχανήματα. Μπορούν να χρησιμεύσουν στον Ερυθρό στρατό».

Πάνω από τα χαλάσματα του Βερολίνου οι σημαίες κυματίζουν. Στους μισογκρεμισμένους τοίχους τα συνθήματα πληθαίνουν. Σε ένα ετοιμόρροπο  κτήριο της Λύτσοβπλάτς ένα τεράστιο πανό με την υπογραφή του Γκαίμπελς αναφέρει:¨Ευχαριστούμε το Φύρερ μας για όλα .»

Οι πολίτες σχηματίζουν ουρές μπροστά από τα καταστήματα τροφίμων οπλισμένοι με θάρρος και υπομονή. .Τα αυτοκίνητα πού κινούνται στους δρόμους είναι ελάχιστα , οι σταθμοί ελέγχου πολλοί. Κάποιοι από τους κινηματογράφους ακόμα λειτουργούν και στις περισσότερες αίθουσες προβάλλεται η επική ταινία Κολμπεργκ.  Οι ειδήσεις που κυκλοφορούν ανεξέλεγκτες μεγαλώνουν τη σύγχυση. Φήμες ότι Σοβιετικοί έχουν εμφανιστεί και στα νότια της πόλης δεν απέχουν πολύ από την αλήθεια. Στην περιοχή των υπουργείων γέροι της οργανώσεως στρατολογούν αδιακρίτως γυναίκες και άνδρες για να ενισχύσουν την άμυνα των κυβερνητικών κτιρίων. Από τις 11 το πρωί ξεκινούν παρατεταμένες διακοπές ηλεκτρικού ρεύματος. Δίχως ρεύμα τα μηχανήματα για την άντληση του ύδατος νεκρώνουν. Ο Δήμαρχος του Βερολίνου Julius Lippert [12]  σε ευρεία σύσκεψη με τους υφισταμένους του δίνει συγκεκριμένες οδηγίες σε ότι έχει να κάνει με το μετρό, τις τηλεπικοινωνίες και τις άλλες δημόσιες υπηρεσίες «στην περίπτωση πού οι Ρώσοι θα φθάσουν πριν από τούς Αμερικανούς». «Ότι μπορεί να καταστραφεί πρέπει να καταστραφεί[13]».Εκείνη την ημέρα κλείνει τις πύλες του για το κοινό ο Ζωολογικός κήπος. 


Πίσω στο Μπούνκερ της Καγκελαρίας η κίνηση είναι ασυνήθιστη.
Στα γερμανικά ημερολόγια η 20η Απριλίου χαρακτηρίζεται με παχιά κόκκινα γράμματα.Hitlersgeburtstag (γενέθλια του Χίτλερ ) Το μεσημέρι ο Φύρερ δέχεται τις ευχές των στενών συνεργατών του ανάμεσα στους οποίους ο Τζόσεφ Γκαίμπελς, ο Μάρτιν Μπόρμαν, ο Ιωακείμ φον Ρίμπεντροπ, ο Άλμπερτ Σπέερ , οι στρατιωτικοί ηγέτες Καρλ Νταίνιτς, Βίλχελμ Κάιτελ , Άλφρεντ Γιόντλ , Χανς Κρεμπς και Χάινριχ Χίμλερ. Ακολουθούν στη συνέχεια εκπρόσωποι της πολιτικής ηγεσίας και υψηλόβαθμοι κρατικοί υπάλληλοι .Στρατηγοί και υπουργοί, παλιοί συναγωνιστές από τα χρόνια του σκληρού αγώνα συγκεντρώνονται για τελευταία φορά γύρω από τον αρχηγό τους. Μια κίνηση που επιβάλλεται περισσότερο από συνήθεια παρά από πίστη. Παρόλα αυτά το σύνθημα: Νίκη - πίστη - αποφασιστικότητα, ακούγεται για τελευταία φορά μέσα στα υπόγεια της Καγκελαρίας.[17] Ο Χίτλερ τούς ευχαριστεί τον καθένα χωριστά. Προσπαθεί να φανεί αισιόδοξος: «Θα μετατρέψουμε το Βερολίνο σε ένα απέραντο νεκροταφείο Pωσικών τεθωρακισμένων», υπόσχεται. 

Στην επιφάνεια της καινούργιας Καγκελαρίας μία αντιπροσωπεία της Χιτλερικής νεολαίας περίμενε ακρόαση από τον Φύρερ. « Η καγκελαρία είχε βομβαρδιστεί πολλές φορές και το μεγαλύτερο μέρος της είχε κριθεί ακατοίκητο. Παρ΄ όλα αυτά ένα πλήθος από το προσωπικό αγωνιζόταν για να βάλει σε μία τάξη την αίθουσα των συσκέψεων.  Εκείνα τα παιδιά πού ή ηλικία τους κυμαινόταν από 12 - 16 χρόνια κάθονταν αμήχανα στις άκρες των καθισμάτων, με τα μάτια ορθάνοιχτα ενώ γαντοφορεμένοι σερβιτόροι με λιβρέες τούς προσέφεραν ζεστή σοκολάτα. Γύρω τους νεαροί αξιωματικοί των SS μέσα στις κομψές στολές τους. Μερικοί από αυτούς κρατούσαν στα χέρια ποτήρια με σαμπάνια. Εδώ και εκεί μία γυναίκα με τα μπράτσα γυμνά σήκωνε το ποτήρι ψηλά κάνοντας προπόσεις. Μία από αυτές ήταν ή κομψή Βαρόνη νοη Varo. Λίγο αργότερα ήλθε ο αρχηγός τους , Αρθούρος  Άξμαν o oποίος τους οδήγησε έξω στον κήπο της Καγκελαρίας... Οι πόρτες του Μπούνκερ άνοιξαν και ο Φύρερ βγήκε κουτσαίνοντας ελαφρά σαν να είχε το ένα πόδι κοντύτερο από το άλλο. με βλέμμα γυάλινο. Στα μάτια εκείνων των παιδιών ο Φύρερ ήταν μια μυθική μορφή... . Ο Χίτλερ επιθεώρησε τα παρατεταγμένα παιδιά χαϊδεύοντας πότε ένα κεφάλι. πότε ένα μάγουλο και τους ευχαρίστησε με δυνατή φωνή για την πίστη που έδειξαν προς την πατρίδα..[18]
-HeiI HitIer τον αποχαιρέτησαν τα παιδιά. 
-Ζήτω σας απάντησε ο Χίτλερ.


Για αρκετή ώρα ο Φύρερ δεν θέλησε να μιλήσει με κανένα. Εκείνα τα παιδιά, εκείνα τα βλέμματα, εκείνα τα ασχημάτιστα ακόμα κορμιά που σήκωναν ένα μεγάλο βάρος της άμυνας πρέπει να έκαναν βαθύτατη εντύπωση στον άνδρα, που στο παρελθόν είχε επιθεωρήσει τα καλύτερα στρατεύματα της Ευρώπης. Ίσως αυτή η επιθεώρηση να ενδυνάμωσε περισσότερο την απόφασή του να μην εγκαταλείψει το Βερολίνο.

Στήν στρατιωτική σύσκεψη του απογεύματος στην οποία συμμετέχουν ανάμεσα στους άλλους  ο Γκαίριγκ  , ο Χίμλερ , ο Ρίμπεντροπ και άλλα ηγετικά στελέχη  του Ναζιστικού Κόμματος, ο Κρέμπς ανακεφαλαιώνει την κατάσταση. 
 Πάνω στο χάρτη η μεγαλύτερη απειλή προέρχεται από το μέτωπο του Κόνιεφ. Η ανάλυση της κατάστασης που επιχειρεί ο Κρεμπς είναι απαισιόδοξη. Οι ώρες που πέρασαν δίχως να ληφθούν άμεσα μέτρα έχουν διογκώσει το πρόβλημα. Το Zossen έχει εγκαταλειφθεί ,οι δρόμοι που οδηγούν στο νότο κλείνουν ο ένας μετά τον άλλο. Η κύκλωση της πρωτεύουσας είναι υπόθεση λίγων ημερών ή λίγων ωρών. Για την εξουδετέρωση του επικίνδυνου βραχίονα ο Φύρερ επιμένει και ζητά από το Κrebs το αυτονόητο. Πάνω στο χάρτη τη λύση καλείται να δώσει η Μεραρχία Φρήντριχ Λούντβιχ Γιαν.[19] Η αναχαίτηση όμως δύο Στρατιών από τις οποίες η μία Αρμάτων  είναι μια δύσκολη υπόθεση. Ο Νicolaus von Below θυμάται:
Ο Χίτλερ διαβεβαίωσε ότι η μάχη του Βερολίνου συνιστούσε τη μοναδική ευκαιρία για να αποφευχθεί η τελική ήττα."[20]
Μια μόνο παραχώρηση Στη περίπτωση που Ρώσοι και Αμερικανοί φτάσουν στον Έλβα , τη διοίκηση του Ράιχ θα αναλάμβαναν στο Βορρά ο Ναύαρχος Νταίνιτς και στο Νότο εφόσον τούτο θα ήταν δυνατό o Στρατάρχης Καίσερλιγκ. Διάφορα κυβερνητικά όργανα παίρνουν το πράσινο φως να φύγουν εκείνη την ίδια ημέρα.
Στο μεταξύ και αφού προηγούνται πολύωρες αναζητήσεις το Στρατηγείο της Μεραρχίας Φρήντριχ Λούντβιχ Γιαν [21] ανακαλύπτεται τελικά σε ένα μικρό χωριό βόρεια του Τρέμπιν και οι διαταγές διαβιβάζονται αμέσως στο διοικητή της.


Η απογευματινή σύσκεψη που ακολουθεί είναι η τελευταία στην οποία λαμβάνουν μέρος ο Γκαίρινγκ, ο Χίμλερ , ο Ρίμπεντροπ, ο Νταινιτς και μια ολόκληρη σειρά από ηγετικά στελέχη του Ναζιστικού Κόμματος γιατί αμέσως μετά , ο ένας μετά τον άλλο, εγκαταλείπουν το Βερολίνο μάλλον βιαστικά. Ο Γκαίριγκ αναχωρεί για το Μπέρχτεσγκάντεν, ο Σπέερ παίρνει το αεροπλάνο για το Αμβούργο, και ο Χίμλερ συνοδευόμενος από το Μπραντ κατευθύνονται προς το Βούστρωφ όπου τους περιμένει ο SS-Brigadeführer Walter Schellenberg [22].
Προορισμός τους το Χαρισβαλντ, το κτήμα του Κέρστεν όπου ο Norbert Masur[23] εκπρόσωπος του Παγκόσμιου Εβραικού Συνεδρίου είναι ήδη εκεί και περιμένει υπομονετικά, μέσα στη νύχτα, την άφιξή τους.




Υποσημειώσεις  
[ 1] Στο Müncheberg μόνο, αντιαρματικές μονάδες και αεροπλάνα είχαν καταστρέψει 60 σοβιετικά άρματα μάχης μέσα στις επόμενες λίγες ώρες, ενώ η 9η Στρατιά συνολικά είχε καταστρέψει 22.
[  2]David Irving Ο πόλεμος του Χίτλερ σελ1007
[  3]
[  4]
[  5]
[  6]David Irving Ο πόλεμος του Χίτλερ σελ1010
[  7]
[  8]
[  8]
[  9]
[10]
[11] Αndrew Τully:Leultime ore di Berlino σελ 139
[12]Julius Lippert (9 Ιουλίου 1895 – 30 Ιουνίου 1956) Γερμανός πολιτικός,ένθερμος εθνικοσοσιαλιστής και Δήμαρχος του Βερολίνου την τετραετία 1936-1940.
[13]
[14]
[15]
[16]
[17]Οι περισσότερες από τις προσωπικότητες που ευχήθηκαν στο Χίτλερ εκείνη την ημέρα σκέφτηκαν ότι έμοιαζε τουλάχιστον είκοσι χρόνια  μεγαλύτερος. Προέτρεψαν τον ηγέτη τους να φύγει για τη Βαυαρία  όσο ήταν ακόμα καιρός. Ο Χίτλερ δήλωσε με βεβαιότητα ότι  οι Ρώσοι θα ζούσαν στο Βερολίνο την πιο αιματηρή ήττα τους. Αποχαιρέτησε εγκάρδια τον Νταίνιτς, τον οποίο είχε διατάξει να αναλάβει τη διοίκηση της άμυνας στη βόρεια Γερμανία. Αλλά στο Γκαίρινγκ, ο οποίος υποστήριξε ότι θα οργάνωνε αντίσταση στη Βαυαρία, φέρθηκε αρκετά ψυχρά. Ο Speer ανέφερε στους Αμερικανούς ανακριτές του, λιγότερο από ένα μήνα αργότερα, ότι ο Χίτλερ είχε «απογοητευθεί από τη δειλία του Γκαίρινγκ και των άλλων». Είχε πιστέψει βαθιά ότι οι στενότεροι συνεργάτες του ήταν γενναίοι.
[18]Αndrew Τully:Le ultime ore di Berlino σελ 140
[19]Infanteriedivision „Friedrich Ludwig Jahn“.O Refior θα θυμηθεί: Αργά τη νύχτα της 20ής Απριλίου, ο Στρατηγός Κρέμπς μας τηλεφώνησε την ακόλουθη διαταγή: «Μαζί με τη Μεραρχία Φρήντριχ Λούντβιχ Γιαν και το νέο Σχηματισμό Βύνσντορφ Πάντσερ (μια ομάδα από έξι ως οκτώ τανκς από τη Σχο­λή Τανκς του Βύνσντορφ, που αχρηστεύθηκαν αμέσως από τα εχθρικά πυρά) θα επιτεθήτε κατά της εμπροσθοφυλακής των εχθρικών τανκς και θα την απωθήσετε προς Νότον». Του αναφέ­ραμε ότι η Μεραρχία δεν ήταν σε θέση ν' αναλάβει ενεργό στρα­τιωτική δράση, αλλά δεν έδωσε καμιά σημασία ούτε σ' αυτό, ούτε και σ' όλες τις άλλες αντιρρήσεις μας. Την «εχθρική εμπρο­σθοφυλακή των τανκς» αποδείχθηκε ότι αποτελούσαν «μόνο» δυο Ρωσικές Στρατιές τανκς, η μια από τις οποίες προχωρούσε προς το Βερολίνο από το συντομότερο δρόμο μέσω του Μπάρουτ και του Γιόσσεν, ενώ η άλλη είχε στραφεί προς την περιοχή Βραδεμβούργου — Χάβελ περνώντας μέσα από το Λουκενβάλντε και το Μπέελιτς. Τα ίδια γεγονότα μας απήλλαξαν από την υποχρέωση να εφαρμόσουμε τη διαταγή του Κρέμπς." Η Μεραρχία πολέμησε νότια του Βερολίνου  στις γραμμές της  Ομάδας Στρατιών  Spree (Ομάδα Στρατιών Reymann). Ύστερα από τη διάσπαση στη περιοχή του Πότσδαμ ενσωματώθηκε στη 12η Στρατιά.
[20] Cornelius Ryan: L' ultima battaglia. σελ 318
[21]
[22] Walter Schellenberg (16 Ιανουαρίου 1910-31 Μαρτίου 1952) 
[23] Norbert Masur (Mazur) (1901–1971) Γερμανοεβραίος από το Friedrichstadt .Μετανάστευσε οικογενειακά στη Στοκχόλμη. Ηγετικό στέλεχος του Παγκόσμιου Εβραϊκού Συνεδρίου (WJC) που ιδρύθηκε στα 1936 στη Γενεύη που φιλοδοξούσε από τη μια να συσπειρώσει τους Εβραίους και από την άλλη να στρέψει τη παγκόσμια κοινή γνώμη εναντίον των Εθνικοσοσιαλιστών.       

Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου 2018

Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ






































Η πρώτη περίοδος του περιοδικού κάλυψε με 12 τεύχη το χρονικό διάστημα Σεπτέμβριος 1981- Νοέμβριος 1983.Ξεκίνησε σαν μια φωτοτυπημένη έκδοση με κείμενα γραμμένα πότε στη γραφομηχανή και πότε χειρόγραφα και αυτοπροσδιοριζόταν σαν ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΕΘΝΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΙΣ. Το Μάιο του 1984 ξεκίνησε η νέα περίοδος Το περιοδικό διατήρησε τον αρχικό του τίτλο αλλά αυτή τη φορά αυτοπροσδιοριζόταν  σαν ΕΚΔΟΣΙ ΕΘΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥ οι δε συντάκτες του δήλωναν Έλληνες Εθνικιστές. Εκδόθηκαν συνολικά δύο τεύχη.



Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ: ΔΕΥΤΕΡΑ 23 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1945

Πρώτ
(επιστροφή)

Πρώτος σταθμός του Κeitel μέσα στη νύχτα είναι το στρατηγείο του ΧΧ Σώματος στο Wiesenburg 50 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του Potsdam και 30 μόλις χιλιόμετρα Β.A από το αμερικανικό προγεφύρωμα στο Zerbst στον Έλβα. Εκεί έχει την ευκαιρία να διαμορφώσει προσωπική αντίληψη για το βαθμό ετοιμότητας των υπό αναδιοργάνωση Μεραρχιών.[1] O στρατηγός Carl-Erik Köhler [2] παρουσιάζεται αισιόδοξος. Διαβεβαιώνει το Στρατάρχη ότι το φρόνημα αξιωματικών και οπλιτών είναι υψηλό, ότι οι Μεραρχίες έχουν καλύψει σε μεγάλο βαθμό τα κενά τους με καινούριο αίμα και η εκπαίδευσή τους συνεχίζεται με έντονους ρυθμούς. Λιγότερο από 10 χιλιόμετρα μακριά βρίσκεται η έδρα της 12ης Στρατιάς του Στρατηγού Wenck[3] Μια ανάσα από τους σοβιετικούς σχηματισμούς που προελαύνουν νότια της πρωτεύουσας μέσα σε μια αγροικία που κάποτε φιλοξενούσε την οικογένεια ενός δασοφύλακα και άγνωστο γιατί όλοι αποκαλούσαν Alte Hölle (Παλαιά Κόλαση) ο Στρατάρχης συναντά το Wenck και τον Επιτελάρχη του συνταγματάρχη Reichhelm [4].
Σάξoνας από το Wittenberg ο μόλις 45 χρόνων στρατηγός περισσότερο από Διοικητής Στρατιάς νοιώθει σαν Στρατοπεδάρχης η καλύτερα σαν πιστός υπηρέτης του υψίστου μέσα σε ένα απέραντο στρατόπεδο προσφύγων. Σ αυτό το ελεύθερο κομμάτι της Γερμανίας με τη μορφή ακανόνιστου τετραπλεύρου συρρέουν καθημερινά χιλιάδες πρόσφυγες κύρια από την Ανατολή κουβαλώντας μαζί φόβο ανασφάλεια και ανείπωτες ιστορίες φρίκης και καταστροφής. Όλοι αυτοί οι πρόσφυγες βρίσκονται κάτω από τη προστασία και τη πρόνοια της επιμελητείας της Στρατιάς που λειτουργεί κάτω από ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες .Τα μαγειρεία εκστρατείας παρασκευάζουν καθημερινά για τον άμαχο πληθυσμό περισσότερες από 500.000 μερίδες φαγητού . Με διαταγή του Wenck επιτάσσονται σπίτια, αποθήκες ακόμα και εκκλησίες για να στεγαστούν άρρωστοι, τραυματίες και γυναικόπαιδα .[5] 
Ο Κeitel συνοδεύεται από τον Επιτελάρχη του Schlottmann[6]. Πάνω στον ανοιγμένο στρατιωτικό χάρτη η κατάσταση φαντάζει ζοφερή. Οι σοβιετικές λαβίδες κλείνουν γύρω από το Βερολίνο τόσο από Βορρά όσο και από Νότο.... Με το δείκτη του χεριού του πάνω στη πρωτεύουσα ο Κeitel συνοψίζει το πρόβλημα με μία φράση: 
-Πρέπει να σώσουμε το Führer. 
 Ο Wenck περιγράφει στη κατάσταση της Στρατιάς με εκφράσεις συγκρατημένης αισιοδοξίας . Ο εχθρός έχει δημιουργήσει ισχυρά προγεφυρώματα στον Έλβα αλλά παρόλα αυτά δεν δείχνει διάθεση για ευρείας κλίμακας επιχειρήσεις προς το Βερολίνο. Αυτό θεωρητικά επιτρέπει στη Στρατιά τη δυνατότητα να κινηθεί με μέρος των δυνάμεών της βορειοανατολικά αλλά τα μέσα που έχει στη διάθεσή της δεν της επιτρέπουν μια αποτελεσματική δράση. Η Στρατιά μπορεί να κολυμπά στη βενζίνη αλλά δεν διαθέτει ούτε άρματα ούτε κανόνια για να απελευθερώσει το Βερολίνο. Κάτω από αυτές τις συνθήκες οι πιθανότητες επιτυχίας του εγχειρήματος είναι ελάχιστες.. Ο Κeitel μεταφέρει στο Wenck  τη δραματική κατάσταση που βασιλεύει στο Βερολίνο και η οποία θα χειροτερέψει αν η Στρατιά δεν κινηθεί με γρήγορους ρυθμούς.[7] Ο Χίτλερ έχει πια εξαντληθεί. Χειρότερα ακόμα, έχει χάσει το κουράγιο του .Καταλήγει:
-Εξαιτίας όλων αυτών οφείλετε επικεφαλής των στρατευμάτων σας να βαδίσετε προς το Βερολίνο μαζί με την 9η Στρατιά του Μπούσε., Η μάχη για το Βερολίνο έχει αρχίσει. Διακυβεύεται το πεπρωμένο της Γερμανίας και του Χίτλερ. Είναι χρέος σας να επιτεθείτε για να σωθεί ο Führer, 
Γραμμή εξόρμησης της Στρατιάς προς τη Πρωτεύουσα ο Στρατάρχης ορίζει το τομέα Βelzig-Treuenbrietzen (δύο πόλεις 18 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της γραμμής της Στρατιάς).
Ο Wenck εκφράζει αντιρρήσεις. Επισημαίνει τα προβλήματα που θα προκύψουν από τη μορφολογία του εδάφους τις λίμνες και τα ποτάμια που βρίσκονται μπροστά τους. . Αντιπροτείνει πορεία βόρεια των λιμνών μέσω Nauen και Spandau.
-Υπολογίζω να είμαι έτοιμος για επίθεση σε δύο ημέρες....δηλώνει.
-Δεν μπορούμε να περιμένουμε δύο μέρες. τον διακόπτει ο Κeitel. Η επίθεση πρέπει να αρχίσει αμέσως.
-Βεβαίως Στρατάρχα. Θα κάνουμε όπως μας διατάζετε είναι η απάντηση.[8] 
Ο Κeitel φεύγει από το στρατηγείο του Wenck αισιόδοξος.
Δεν γνωρίζει. ότι αμέσως μετά την αναχώρηση του ο Wenck θα μιλήσει στους συγκεντρωμένους επιτελείς του με αυτά τα λόγια:
«- Και τώρα, να τι θα κάνουμε. Θα πλησιάσουμε στο Βερολίνο όσο γίνεται περισσότερο αλλά δίχως να εγκαταλείψουμε τις θέσεις μας στον Έλβα. Έχοντας τις πτέρυγες σε επαφή με το ποτάμι θα κρατήσουμε ανοικτό ένα δρόμο διαφυγής με δυτική κατεύθυνση. Δεν έχει νόημα να κατευθυνθούμε στο Βερολίνο για να κυκλωθούμε από τούς Ρώσους. Θα προσπαθήσουμε να φθάσουμε την 9η Στρατιά και έπειτα θα αφήσουμε κάθε στρατιώτη και κάθε πολίτη να φύγει προς την Δύση.»[9]
Όσο για το 
Führer: Το πεπρωμένο ενός και μόνον ατόμου πλέον δεν μετρά καθόλου.......
Πριν ακόμα ξημερώσει ο Στρατάρχης παίρνει το δρόμο για το Κράμπνιτς έδρα της Ανώτατης Διοίκησης.  Ο Jodl είναι ήδη εκεί και τον περιμένει για να επιστρέψουν μαζί στο Βερολίνο.

Υποσημειώσεις:
[1] 
[2] Πριν από τρεις εβδομάδες είχε αντικαταστήσει στη Διοίκηση του Σώματος Στρατού τo Rudolf Freiherr von Roman
[3] 
[4]
[5] Τις τελευταίες εβδομάδες ο Wenck είχε δει περισσότερο πόνο, στέρηση και ταλαιπωρία από ό, τι είχε δει ποτέ στον πόλεμο. Καθώς τα σύνορα της Γερμανίας μειώνονταν, ο τομέας του είχε μεταβληθεί σε ένα τεράστιο στρατόπεδο προσφύγων. Οι Γερμανοί δίχως στέγη ήταν παντού: στους δρόμους, στους αγρούς στα χωριά, τα δάση, και κοιμόταν σε τροχοφόρα σε σκηνές, σε σπασμένα φορτηγά, βαγόνια και εξωτερικούς χώρους.Ο Βένκ είχε μετασχηματίσει  κάθε κατοικήσιμο οίκημα στη περιοχή -σπίτια εκκλησίες  ακόμα και τις αίθουσες χορού των χωριών   σε καταφύγια για πρόσφυγες. "Είχα την εντύπωση" είπε αργότερα  ότι ήμουν ένα είδος κληρικού . Κάθε μέρα έπαιρνα τους δρόμους  για να κάνω κάθε τι το δυνατό για τους πρόσφυγες  ιδιαίτερα για τα μωρά και τους άρρωστους .Και στο μεταξύ δεν παύαμε ν' αναρωτιόμαστε πότε θα εξορμούσαν οι Αμερικανοί από τα προγεφυρώματα ανατολικά του Έλβα Η στρατιά του προμήθευε τροφή  σε περισσότερο από μισό εκατομμύριο την ημέρα.Τα τραίνα που έφθαναν από ολόκληρο το Ράιχ σ΄αυτή τη μικρή περιοχή από τον Ελβα στο Βερολίνο δεν μπορούσαν να προχωρήσουν περισσότερο .Το φορτίο που μετέφεραν ήταν πρόνοια και βάρος για τη 12 Στρατιά.Στα τραίνα βρέθηκαν εμπορεύματα κάθε είδους , από ανταλλακτικά αεροπλάνων μέχρι ολόκληρα βαγόνια με βούτυρο. Λίγα χιλιόμετρα μακρύτερα , στο ανατολικό μέτωπο τα άρματα του φον Μαντόυφελ ήταν ακινητοποιημένα από έλλειψη καυσίμων.(Ryan)
[6]
[7] In a tête à tête with General Wenck, I outlined the situation that had developed
during the previous afternoon in the Reich Chancellery, and made it clear to him that my last hope of fetching the Fuhrer out of Berlin rested solely on the success of his breaking through to the capital and linking up with the Ninth Army. I was thinking in terms of nothing less than abducting the Fuhrer ñ if necessary by force ñ from the Reich Chancellery if we were unable to bring him to his senses ñ something I hardly dared to hope after his calamitous performance during the previous afternoon. Everything depended, I told him, on the success of our operation, whatever the cost.(Keitel σελ 239)
[8]
[9]




Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2018

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ:ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ -ΕΜΕΙΣ/ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ -ΆΗ ΣΤΡΑΤΗΣ


Δω και τριάντα χρόνια  και για την ακρίβεια τον Ιούλιο του 1906, ο Ίωνας Δραγούμης, που είτανε κείνην τη χρονιά πρόξενος στο Δεδεαγάτς, "είχε πάγει να επισκευθεί το απέναντι νησί"-Τη Σαμοθράκη. Είταν τότες σχεδόν παιδί , μόλις 27 χρονών απάνου στη βράση της ηλικίας του  και των ιδεών του. Ακόμα απ' αυτήν την ηλικία άρχιζε να ξεχωρίζει η εξωτερική  του φυσιογνωμία στα γράμματα και στην πολιτική. Σ' αυτό το τελευταίο πεδίο είνε ο πνευματικώτερος  τύπος , που έβγαλε ίσα με σήμερα η αστική μας ταξη. Αριστοκράτης και πατριώτης από σόι κ΄επάγγελμα και μόρφωση. Ωραίος λυγερός στητός και υπερόπτης. Προικισμένος με πλούσια ποιητική φαντασία και σπάνιο λογοτεχνικό ταλέντο και στοχασμό. Η εσωτερική του ζωή παλλότανε απ' όλες τις υψηλές λαχτάρες (φιλοδοξίες) κι' από όλους τους Έρω­τες (για την πατρίδα- για τη γυ­ναίκα, για τη γλώσσα). Γεμάτος πίστη στον εαυτό του, στην αποστο­λή του και στο άστρο του. Όλος ο κόσμος είτανε δικός του και δημιούργημά του. Κι' ο εαυτός του εί­τανε όλος ο κόσμος. 
Πανευτυχής κι' ωπλισμένος με τη διπλωματική του ασυλία πάτησε σα θεός τα χώματα του σκλαβωμένου τότες νησιού. Ουρανός και γη και θάλασσα τράνταξε και γέμισε από την προσωπικότητα του. «Τίποτα δε σκιάζομαι, είμαι λεύτερος και τίποτα δεν μoυ είνε βάρος» (Σαμο­θράκη σελ. 54). Μαγεμένος απ' τη φυσική ομορφιά κι'  από τον εαυτό του κοίταξε «αφ'  υψηλού» με το μονύελό του τη θάλασσα, τα βουνά, το χορτάρι , τις πέτρες , τα σπίτια και τους ανθρώπους-  και την Ιστορία τους και  την ψυχήν τους. Mε την υποκει­μενική του συνείδηση, «το μόνο α­πόλυτο κριτήριο» («Σταμάτημα», σελ, 135) μέτρησε όλην τη γύρα του πραγματικότητα. Και μέθυσε από ιδέες, ελπίδες και θυμούς.


ΕΙταν τότες η εποχή του πιο έξαλλου πατριωτικού παροξυσμού. Εί­τανε η εποχή, που η αστική μας τάξη συνειδητοποιήθηκε και γινότανε  ιμπεριαλιστική με τους μακεδονικούς αγώνες, Είτανε η εποχή, που  η Μεγάλη Ιδέα άφηνε τα σύννεφα και έμπαινε στην πράξη.
Ο Δραγούμης πίστευε τον εαυτό του για εθνικόν απόστολο, για Μεσσία των φυλετικών πεπρωμένων. Μαθητής του Μπαρρές και του Νίτσε, παράσταινε το δυνατό και το σκληρό.. Αυτός είτανε ο νικητής. Όμως στο βάθος του δεν πίστευε ούτε στο πατριωτικό, ούτε  στο Θρη­σκευτικό ιδανικό, — όπως τ' ομολογεί  και ο ίδιος σ' ένα βιβλίο του. Όμως είχε πιαστεί γερά  από τις δύο αυτές άγκυρες  της σωτηρίας γιατί του δικαιολογούσανε  τη πολιτική και τη πνευματική του δράση ,τόνε βοηθούσανε να ολοκληρώσει την   ηθική του ατομικότητα. Ο πατριωτισμός και η θρησκευτικό­τητα του είταν ένα είδος ατομικού οπόρ. Μια χαρούμενη και λεύτερη «άσκηση» των εσωτερικών του δυ­νάμεων. ΄Ηθελε τη λύτρωση των σκλάβων «αδελφών » όχι γι' αυτούς μα για τον εαυτό του. 
 Στο βάθος του περιφρονούσε το λαό - το «προφάνουμ βούλγκους». «Εγώ δεν α­γωνίζομαι για κανένα σκοπό. Χωρίς σκοπό αγωνίζομαι για τη Νίκη». («Σαμοθράκη», σελ. 54) Μ' αυτήν την στείρα του εγωλατρεία και την απουσία αληθινής πίστης ο Δραγούμης φανέρωνε ένα αντικει­μενικό της εποχής του φαινόμενο; πως η αποσύνθεση  των «αιώνιων» συνθημάτων της πατρίδας και του θεού είχε αρχίσει να γίνεται έξω από τη συνείδηση toυ.
Ωστόσο για την τάξη του είτανε ένα «εμπνευσμένο» πρωτοπαλλήκαρο. Για τις μάζες, που όπως  είπαμε, τις  περιφρονούσε, είτανε ένας κρυμμένος οχτρός. Ήθελε να τους λυτρώσει  από την τυραννία των Τούρκων και των Βουλγάρων για να τους παραδώσει στηv τυραννία των Ελλήνων.
Γι' αυτό χτύπησε  με όλη του τη νεανική ορμή τα πρώτα κινήματα του ουτοπικού σοσιαλισμού, που αρχίσανε τότες να φανερώνονται και στη χώρα μας (Κ· Χατζόπου­λος. Γ. Σκληρός κλπ.). Φοβότανε  το σοσιαλισμό, γιατί τόνε φανταζότανε, όπως και τόσοι πνευματικοί δούλοι της αστικής ολιγαρχίας, για κοινωνικόν  οδοστρωτήρα,  που κατατσακίζει τίς εξαιρετικές ατομικότητες.   Κι'  εξαιρετικές ατομικότητες είνε κείνες που μπορούνε  να στέκονται πάνω από κάθε νόμο ,να πατάνε πάνου  στη ράχη των σκυμμένων  σκλάβων  για να ανεβαίνουμε αυτές  ψηλότερα  και να κάνουν τη χαρά  τους και τη νίκη τους  παγκόσμιο αγαθό.
 Ομπρός του δεν κυττάει κανείς να σηκώσει κεφάλι ουδέ να βρει, ούτε να πει αντιλογίες». (Αυ­τού, οελ. 55). Έτσι ειν'  από θεού ωρισμένο : «στη γη απάνου πάντα θα υπάρχουν σκλάβοι και ελεύθε­ροι». (Αυτού σελ. 52).
Έτσι ο εθνικός απόστολος Δρα­γούμης, ο Μεσσίας και Λυτρωτής του σκλαβωμένου Έθνους είτανε ένας απολογητής κ' ένας εργάτης της σκλαβιάς του,   Το συνειδητό όργανο στα χέρια  της ταξικής βίας των παρασίτων.

Είδε λοιπόν στη Σαμοθράκη τους "σκλάβους" στην πιό καθυστερημένη τους μορφή. Στο μεγαλύτερο τους ξεπεσμό. Στην Πόλη , στη Μακεδονία οι Ρωμηοί έμποροι και τσελιγκάδες και τοκογλύφοι κατορθώσανε να είναι ελεύτεροι και να μπερδεύονται εξωτερικά (φορώντας φέσι) με τους αφέντες τους Αγαρηνούς. κ' είτανε οι σύμμαχοι αυτωνών. Όπως κ' οι τσορμπατζήδες της Σαμοθράκης είτανε σύμμαχοι και κατάσκοποι των αγάδων.
Εδώ στη Σαμοθράκη ο λαός είτανε περισσότερο άπό κάθε αλλού. - έναν πόνο αισθητικό και πλούσιο! Ενώ από πάνω του, στον καταγάλανο ουρανό φτεροκοπούσε ολόφωτη με τα διάφανα της φορέματα κολλημένα κατάσαρκα στο σπαρταριστό της κορμί η ... μαρμαρένια Νίκη της Σαμοθράκης.
Είδε πως oι νησιώτες πληρώνανε βαρειούς φόρους στον καταχτητή' και τους εξήγησε «πως θα έρθει και ο καιρός για να φύγουν oι τύ­ραννοι" (Αυτού, σελ. 27). Είδε 5 Τούρκους ζαπτιέδες να τρομοκρατούν τρεις χιλιάδες ψυχές. Είδε τους "τρεις-τέσερρες τσορμπατζήδες" να έχουνε όλα τα οφφίκια και να κλέβουνε το λαό στο ζύγι των καρβούνων και με την τοκογλυφία. Κι' α­κόμα να του κλέβουνε την οικογενειακή του τιμή, Και να τον προδίνουνε στην τούρκικη εξουσία. Να κάνουνε δηλαδή το χαφιέ στους τυράννους.
Είδε ακόμα το δεσπότη «άλλον κύριο των νησιωτών" να έρχεται στο νησί μια φορά το χρόνο από την Γκιουμουλτζίνα για να μαζεύει τα κανονικά του. Κι' έφερνε μαζύ του «διαταγή από τη Ρούμελη να μεταχειρίζεται στην ανάγκη και βία στρατιωτική» (Αυτού, σελ. 84), αν τυχόν οι υποταχτικοί του δείχνανε απροθυμία στην πληρωμή του εκκλησιαστικού χαρατσιού τους.
Είδε ακόμα τον ηγούμενο του Μετοχιού να φέρνει «θεριστάδες Βουλγάρους για να θερίσουνε τα χωράφια της Μονής» (Αυτού. σελ. 83) γιατί — κι' αυτό δεν μας στο λέει., αλλά καταλαβαίνεται μόνο του — oι Βούλγαροι παίρνανε μικρότερο μεροκάματο από τους ντόπιους εργάτες και μ' αυτό το μέσο θ' αναγκαζότανε και τούτοι να φτηνήνουνε τη δουλειά τουςΙ Είδε τέ­λος και το λαό άμαθο, φοβισμένο, γεμάτον ελαττώματα, ακίνητο και μοιρολάτρη ν' αφήνεται αμίλητος στην πείνα του και στην κακομοι­ριά του, που «αυγατίζει το τσορμπατζηλίκι» (Αυτού, σελ. 81).
Κι' ύστερα, άμα τα είδε αυτά, θύμωσε και είπε διάφορες ωραιολογίες —αερολογίεςΙ Δεν είδε τί­ποτα βαθύτερα. Του έφταιγε ο μονύελος του Ιδεαλισμού του. Θύμω­σε σαν ωραιόπαθος προσκυνητής σαν αφέντης και κύριος. Βρήκε πως φταίγανε αυτοί για τη σκλαβιά τους και για την κατάντια τους, Φταίγανε αυτοί, γιατί δεν αποφασίζανε να κουνηθούνε για να διώξουνε τον ξένο κατα­χτητή. Δηλ, να αλλάξουνε κατα­κτητή. Να βάλουνε στη θέση του Τούρκου αγά, που είχε στα παληά τα χρόνια το "δικαίωμα της πρώτης νύχτας ", το Ρωμηόν αστό για να έχει το δικαίωμα όλων των νυχτών κι' όλων  των ημερών απάνου στη μάζα των εργαζομένων!
Τιμή τους θα ήτανε κι' ευτυχία να τους τυραννεί και να τους γδύνει ο Ρωμηός αφέντης. Γιατί αυτός θα είτανε από το ίδιο αίμα !
Μετά τριάντα χρόνια και για την ακρίβεια τον Οχτώβρη του 1935 , η σκηνοθεσία αλλάζει. Δυο άλλοι Ρωμηοί διανοούμενοι , ο Γληνός και ο Βάρναλης, πήγαιναν κι αυτοί να επισκεφτούνε το «απέναντι νησί. » Με τη διαφορά, πως το νησί αυτό λεγότανε Άη Στράτης κι' είτανε πάρα πολύ «απέναντι»!
Δέκα μερών ταξίδι και αστυνομικά μπουντρούμια. Και δεν «πήγανε» μονάχοι τους. Τους πήγανε οι ΡωμηοΙ χωροφύλακες σιδηροδεμένους. Oύτε αριστοκράτες ούτε α­φέντες ούτε ωραιόπαθοι προσκυνη­τές με διπλωματική ασυλία. Είτανε παιδιά του λαού και σκλάβοι επαναστατημένοι, «Επικίνδυνοι» στη δημόσια τάξη και «προδότες» της αστικής πατρίδας.

Είδανε κι' αυτοί το νησί τους: τη θάλασσα, τα βουνά, τις πέτρες, τα σπίτια και τους ανθρώπους—και την Ιστορία τους και την ψυχή τους. Το δίκηο τους. Τα είδανε ό­λα αυτά με μάτια γυρισμένα προς τα έξω κι' όχι προς τα μέσα' κι ώπλισμένα όχι με το μονύελο του ιδεαλισμού, μα με τα διπλά γυαλιά του διαλεχτικού υλισμού. Δε χωρίζανε και τούτοι τη θεωρία α­πό την πράξη, μα  δε χωρίζανε και την αντικειμενικήν πραγματικότητα από τη συνείδησή τους.
Είδανε κι' αυτοί την πείνα και την κακομοιριά του λαού, την αμορφωσιά του, την ακινησία του, τη σιωπή του, το φόβο του και τη μοιρολατρία του. Είδανε τιως η εθνική λευτεριά δεν έδωσε τίποτα καλύτερο στους σκλάβους, απ΄όσα κακά είχανε επί Τουρκίας. Οι φόροι γενήκανε βαρύτατοι (όπως ξαίρουμε όλοι μας. ο ελληνικός λαός φορολογείται περισσότερο απ' όλους τους λαούς του κόσμου. Ρεκόρ !) Τους είδανε ν' αφήνουνε το «λεύθερο» τόπο τους και να τρέχουνε στην άκρη της γης να φάνε μιά μπουκιά ψωμί; στο Σουδάν, στο Κόγκο, στο Τράνσβαλ, στην Αμέρικα. Και τα σπίτια τους να ρέβουνε πένθιμα σαν τάφοι λησμονημένοι!

Το ελληνικό κράτος αφού τους πιεί το αίμα με τις φορολογίες του και με τους «πατριωτικούς» πολέμους του, ύστερα τους παρατά στα χάλια τους. Χωρίς δρόμους , χωρίς φωτισμό ,χωρίς εκπαίδευση "λαϊκή" , χωρίς καμμιά κοινωνική πρόνοια. Και τους βάζει και στο κεφάλι τους έναν ενωματαρχη να κανονίζει κάθε φορά τή «λεύτερη γνώμη" τους στις εκλογές ανάλογα με το κομματικό καθεστώς , που κυβερνά. 
Είδανε ακόμα το μισό νησί να είνε κτήμα του μετοχιού (των καλογήρων του Αγίου Όρους). Κι είδανε ακόμα κάτι χειρότερο: το λαό να είναι έτσι αφιονισμένους από το καθεστωτικό ψέμα, που να φοβάται τους αληθινούς φίλους της λευτεριάς του και ν' ακουμπά με τυφλή εμπιστοσύνη απάνου στους οχτρούς του. Κι' είδανε ακόμη παραπέρα : πως το παράμερο αυτό νησάκι, το ξεχασμένο στη μέση της Ασπροθάλασσας, είτανε όλη η Ελλάδα. Η μικρογραφία της «λυτρωμένης» κεφαλαιοκρατικής Ελλάδας.
Αν τώρα ζούσε ο Δραγούμη και βρισκότανε στο λιμανάκι του Άη Στράτη την ώρα, που μας ξεφορτώνανε ελεεινούς καί βασανισμένους σαν αρνιά και μας έβλεπε εμάς τους παληούς_ του φίλους, και συναγωνιστές στο γλωσσικό αγώνα, τί στάση θα τηρούσε; Πώς θα μας έβλεπε και τί θα μας έλεγε; θα μας αναγνώριζε άραγες το δικαίωμα να πολεμάμε για το δικαίωμα να πολεμάμε για τη λευτεριά του λαού; Και θ' αναγνώριζε , πως η περίφημη αστική λευτεριά έδεσε τους πριν σκλάβους νησιώτες με βαρύτερες αλυσίδες; Όχι. Ο Δραγούμης θα είχε γίνει φασίστας. Όπως γίνανε οι επισημότεροι μαθητές του. Είπαμε πως ο Δραγούμης δεν ενδιαφερότανε για τη λευτεριά του λαού ,— για τη λευτεριά της τάξης του για τη λευτεριά την ατομική του .Εμάς θα μας θεωρούσε εχθρούς της Νίκης. Της Νίκης του. Ο λάτρης της υλικής δύναμης, ο θεωρητικός, που παραδεχότανε, πως οι άνθρωποι χωρίζονται σε λεύτερους και σε σκλάβους, σε δυνατούς κι' αδυνάτους, δεν θα παραδεχότανε, πως μπορεί να υπάρχουνε μονάχα λεύτεροι άνθρωποι στον κόσμο και πως μπορεί να προσφέρει ο καθένας τη δύναμή του  στη δύναμη του συνόλου.

Θα μας έβλεπε για εθνικούς αποστάτες .Για διαλυτικά στοιχεία . Αναγνώριζε  στον εαυτό του (στη τάξη του) το δικαίωμα "ν' αρπάζει ό,τι βρει μπροστά του  και του αρέσει"(αυτού σελ 55), "να γκρεμίζει  πύργους, κάστρα  και παλάτια και να ρημάζει  των νικημένων τους ναούς  και τα σπίτια"(αυτού σελ 54) μα θ'αρνιότανε σε μας το δικαίωμα όχι να γκρεμίζουμε , ν΄αρπάζουμε  και να ρημάζουμε , μα να τα πάρουμε  όλα τα καλά  του πολιτισμού  από τους κλέφτες  και να τα δώσουμε στο λαό , να δημιουργήσουμε έναν καινούριο  κόσμο καλύτερο  χωρίς μίση και χωρίς προνομιούχα ολιγαρχία. Και θα μας έλεγε: Μη σταματάτε στις λεπτομέρειες .Είστε μικρόψυχοι.Η αθλιότητα του λαού είναι  αναγκαία για να υψωθεί  το ηθικό του.Για να τον κάνει να ζητήσει  την ευτυχία του  στο σκλάβωμα άλλων λαών .Κι' έτσι να μεγαλώσει σε δύναμη και σε πλούτο. Τότε μονάχα θα χαρεί το μεγάλο αγαθό  της Νίκης που είναι ανώτερο κι' από τη ζωή κι' από το θάνατο. Κι' ύστερα θα διάταζε τους χωροφύλακες να μας ρίξουν δεμένους στη θάλασσα. Είτανε ο δυνατός! Ο προορισμένος από τη Μοίρα να βάζει πάνου από κάθε αλήθεια την ατομική του συνείδηση και την ατομική του θέληση του "υπερανθρώπου"! Έτσι μέσα σε τριάντα χρόνια δύο κόσμοι  αντίθετοι  έχουνε δημιουργηθεί. Ο ένας που πεθαίνει , κι' ο άλλος που ζητάει να ζήσει.Και για να σωθεί ο κόσμος ο παληός είναι ανάγκη να αφαιρεθούνε από το λαό κι' οι λίγες του προσχηματικές ελευθερίες .Είναι ανάγκη να γυρίσουμε στο μεσαίωνα.Να καίμε τα βιβλία. Να σπάζουμε τ΄αγάλματα των ηρώων του πνεύματος. Να δεσμέψουμε τη σκέψη των ανθρώπων .Να ρίξουμε τους λαούς τον ενα απάνου στον άλλο για ν' αλληλοσκοτωθούνε. Αυτή είναι η φασιστική "ιδεολογία" , το "φασιστικό" δίκηο". Η σωτηρία του πολιτισμού! Κι' αυτό αν γίνει, θα είνε ο τελευταίος σπασμός της αστικής βίας. Ο νέος κόσμος θα νικήσει. Ο λαός. Στο πείσμα κάθε αντίδρασης. Και θα τιμωρήσει τους ενόχους: τη διεφθαρμένη, την εγωιστική, την απάνθρωπη ολιγαρχία των εκμεταλλευτών του.  


(Εφημερίδα Ριζοσπάστης 8/2/36)