Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΑ 1821

1.Το παιδομάζωμα
Παντού, στο κάθε σπίτι, όπου ραγιάδες, γινήκανε τα ίδια. Σαβανώθηκε μονομιάς η ζωή. Μια ανήκουστη ταραχή, βουβή στον έξω κόσμο, ανάδευε σύψυχα τους χριστιανούς. Θα μας πάρουνε τα παιδιά! Τα παιδιά μας!
Όσο περνούσε η ώρα κι ερχότανε το βράδυ κι άπλωνε η νύχτα, τόσο δυνάμωνε το κακό. Ένα πελώριο, ένα δίχως τέλος, ένα παγερό σκούξιμο πνίγηκε, για να μην προδοθεί, μέσα στου κάθε χριστιανού το στέρνο. Θανατερό σύγκρυο ανατάραξε ως τις ρί­ζες της ψυχής τον κάθε πατέρα, την κάθε μάνα, τον κάθε ραγιά. Να σώσουμε τα παιδιά! Τα παιδιά μας! Τα παιδιά!
Στου Φουρνιά, στου Βαρνακιώτη, στου Ντέκα, στου Αντρεάδη, στου Ζυγά, στου Λιόπουλου, παντού.
Στου Φουρνιά το σπίτι, ο Δαμιανός ο Φουρνιάς, ο πατέρας, σφίγγοντας τα δόντια. Δε στάθηκε βολετό να του βγάλουνε λέξη. Η γυναίκα του κρεμάστηκε στο λαιμό του.
- Σώσε μας, άντρα. Πεθαίνω!
Λιγοθύμησε. Τα παιδιά κλαίγανε ένα γύρω. Είδαν κι έπα­θαν να τη συνεφέρουν τη μάνα. Σαν ξανάρθε στα συγκαλά της ήτανε νύχτα πια. Μαζεμένη στο στενόμακρο το δώμα όλη η φα­μελιά. Δυο αδέρφια του Δαμιανού με τις γυναίκες τους. Αυτοί δεν είχανε μεγάλα παιδιά, μωρά ήτανε στην κούνια. Μα είχαν κι αυτοί ένα ορφανό ανεψίδι, από αδερφή, και δυο ψυχοπαίδια. Άνθρωποι, βλέπεις, με καλή καρδιά, με τον τρόπο τους οι Φουρνιάδες.
Συζητήσανε τα τρία αδέρφια, τι θα κάνουν.
- Πενήντα σκούδα, είπε χαμηλά ο Δαμιανός. Θα τ' αγοράσω τα παιδιά μου. Στην ανάγκη θα δώσω και τα δυο γαϊδούρια που απομείνανε στο παχνί...
- Δαμιανέ, έκανε ο ένας αδερφός. Έχω κι εγώ είκοσι σκούδα να σου δώσω. Είναι δικά σου.
- Να σ' ευλογάει ο Παντοδύναμος, Γιώργη... Πουλιούνται οι κερατάδες, είπε ο Δαμιανός. Είναι καλοδεξάμενα τα λεφτά σου, Γιώργη. Πηγαίνω αλάι (αμέσως) στου κατή. Μόνο φυλάχτε εδώ, όσο να γυρίσω.
Πήγε κι ήρθε ύστερα από τρεις ώρες. Είχε τελέψει τη δουλειά του. Πλέρωσε τον αποσταλμένο του ντοβλετιού και πήρε μιαν υπόσχεση.
Τώρα τρεμόφεξε κάποια ελπίδα στα κατάβαθα της ψυχής τους. Καθισμένοι, στριμωγμένοι, μ' όλη τη ζέστη που κάνει, ο ένας απάνω στον άλλο, αμίλητοι, σα ναρκωμένοι, καρτερούνε άγρυ­πνα την αυγή. Να δουν τι θα φέξει. Γιατί, καμιά φορά, τα χρή­ματα πηγαίνουνε χαμένα, και τότες κάποιο απ' τα παιδιά θε να τραβήξει για την Πόλη.
Στου Ντέκα το σπίτι δε βρέθηκε η δύναμη -καμιά δύναμη, της ψυχής ή του πουγγιού- για να μποδίσει το πλάκωμα της απελπι­σίας. Μα, μη θαρρείς, έτσι ήτανε στα πιο πολλά φτωχικά.
- Αχ, μωρέ γυναίκα, κλαιγόταν ο Γιάννης ο Ντέκας, σ' το 'λε-γα εγώ να τα παντρέψουμε τα παιδιά από τώρα. Τους παντρε­μένους δεν τους παίρνουνε, γυναίκα. Τι πάθαμε, ωιμέ κι αλί μας! 0 Αποστόλης το πάντρεψε το δικό του, πώς τόνε λένε, αδερφέ, τον πάντρεψε με της κυρα-Βασιλικής την κόρη. Έντεκα χρονώ παιδιά είναι και τα δυο. Μα ο Αποστόλης είναι τώρα σιγουρεμέ­νος, γυναίκα, κατάλαβες; Και δε θα του το πάρουνε το παιδί του. Κατάλαβες, γυναίκα;... Αχου!... Αχου!...
Και στου Αντρεάδη το σπίτι κλαίγονταν και χτυπιούνταν.
- Μονάκριβο τον έχω, θρηνούσε η μάνα. Δε θα μου το πάρουν εμένα το παιδί μου, το μοναχοπαίδι μου!
0 πατέρας καθόταν δίπλα της και δεν έβρισκε λόγο να πει για παρηγοριά. Κλαίει κι εκείνος, ανήμπορος κοντά στη μάνα, και μοιρολογάει το ζωντανό παιδί, λες κι είναι πια στ' αλήθεια αποθαμένο.
Τα ίδια και χειρότερα στου Νικολάκη του Ματαπά. Έχουνε δυο παιδιά ετούτοι, δυο αγόρια. Στην παραζάλη τους δεν ξέρου­νε πια τι να κάνουν. Αφού θρηνήσανε μ' αγκομαχητά πολλά όλο­νυχτίς, ελεεινά και τρισάθλια ναυάγια ξημερωθήκανε σα μεθυ­σμένοι από κακό κρασί, φαρμακερό.
Ρόδιζε η αυγή. Τα δυο παιδιά, κουρασμένα, γείρανε στο στρώ­μα χάμω και κοιμούνται γαλήνια. 0 πατέρας κι η μάνα τα θω­ρούν, σκυμμένοι απάνω τους. Ξάφνου, του ήρθε μια κακή σκέψη του πατέρα.
- Να σώσουμε το ελάχιστο το ένα, γυναίκα, λέει. Τα μοναχο­παίδια δεν τα παίρνουνε.
Η γυναίκα κατάλαβε. Ανατρίχιασε. Μα ο Νικολάκης ο Ματαπάς δεν ήξερε πια τι κάνει. Ξεκρέμασε μονομιάς το τσεκούρι από τον τοίχο και ζύγωσε τα κοιμισμένα παιδιά. Τα κοίταξε ώρα πολλή.
Η μέρα έσκαζε. Κάποιο πουλάκι κελάιδάει. Πρέπει να βια­στούνε. Ποιο παιδί θα θυσιαστεί για τ' άλλο;
- Γυναίκα, βογγάει ο πατέρας, σήκω, σήκωσ' τον Γιαννάκη μας, που σου λέω.
Η μάνα σιγοκλαίει κι αναστενάζει. Παίρνει στην αγκαλιά της το ένα το παιδί. 0 πατέρας σταυροκοπιέται, κάνει το σημείο του Σταυρού πάνω στο στηθάκι του κοιμισμένου παιδιού και σηκώ­νει το τσεκούρι...
Η θυσία γίνηκε. .............
Σ' άλλα σπίτια κλαίγανε την ανημπόρια τους να σωθούνε. Σ' άλλα πάλι η οργή κι η μάνητα τύφλωνε και τρέλαινε τους γονέους. 0 ένας πολέμαγε να κρύψει κάπου το παιδί του, μην του το πάρει ο αράπης. 0 άλλος το παραμόρφωνε, του 'κοβε το 'να του το αυτί, του 'βγαζε το 'να του το μάτι, του 'σπαγε το 'να του το πόδι, για να το δουν οι Τούρκοι και να σιχαθούνε.
Νύχτα κολασμένη για τους χριστιανούς. ...............
Ξημέρωσε ο Θεός τον κόσμο. Κι έλαμψε ένα πρωινό λιοπερίχυτο, θαυμαστό. Ζεστό, όχι καυτερό. Φωτερό, γαλήνιο, πεντακά­θαρο. Το πρωί. Κι ήταν ως να μην εσταμάτησε η ζωή όλη τη νύ­χτα. Η αυγή βρήκε το χωριό ξύπνιο. Ένα σούρτα-φέρτα αδιάκοπο, ένα άνοιξε και κλείσε από πόρτες, μια ανησυχία κρυφή που δεν τελειώνει.
Κι ίσα-ίσα στον τουρκομαχαλά και στην οβραίικη, εκεί προ­πάντων άντρες και γυναίκες, αυτοί που δεν τους έπιανε η απει­λή, ετοιμαστήκανε αποταχύ, να πάν' να βρούνε μια καλή θέση στο Ντορτ-γιολ, να δουν που θα γενεί το μάζεμα των παιδιών. Να τη χαρούν τη φέστα. ((ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΕΤΣΑΛΗΣ-ΔΙΟΜΗΔΗΣ: ΟΙ ΜΑΥΡΟΛΥΚΟΙ Τόμος Α)
2.Η δολοφονία του  Οδυσσέα Ανδρούτσου.
Tρίζουν τα σίδερα στο πορτόνι, βγαίνουν οι αμπάρες. Το άνοιγμα κιτρινίζει από τα λαδοφάναρα και γιομίζει ποδάρια. Αλλά είναι αλήθεια κι' άνοιξαν ή έτσι του φάνηκε μες στον ύπνο του , δεν βρίσκεται σίγουρος. Αλλά νιώθει στα δάχτυλα ένα απότομο γδάρσιμο καί. . .
— Τούτο δω θα το πάρω, δεν του χρειάζεται πιά, λέει ο Θεοχάρης από Λιδωρίκι. Και σκύβει με το λαδοφάναρο, του τραβάει το δαχτυλίδι από το δάχτυλο.
. . . νιώθει στο δάχτυλο ένα γδάρσιμο και ξυπνάει. Βλέποντας, πετάγεται ορθός.
— Θα μας πης τώρα τους θησαυρούς σου πού τους έχεις χωμένους; κοροϊδεύει ο Παπακώστας Τζαμάλας, σίγουρος που έτσι κι' αλλιώς, τι θα κάμη, θ΄αναγκαστή.
— Γι' αυτό με βασανίζατε ορέ τόσες βδομάδες; θησαυρούς είχατε στο μυαλό σας ;
— Μίλα, και δεν μας παίρνει ο καιρός — του κόβει τη φόρα ο Τριανταφυλλίνας.
—Οχιά εσύ! και νάχα θησαυρούς, δεν θα μί. . .
Δεν πρόλαβε ν' αποσώση οπού του κατεβάζει στα μούτρα του κατακέφαλο απρόσμενον και γερόν.
— Αυτόν σου τον χρώσταγα, τούρκε.
Βρουχιέται ο Δυσσέος, κάνει να χυμήξη, αλλά τα πόδια του ακούνητα, δεμένα στις μπόμπες, τα χέρια του αλυσομένα, ίσια ίσια οι παλάμες του λεύτερες. Και τώρα να του ρίχνονται τρεις.
— Ξέρω γιατί ήρθαταν, ύαινες. Ξέρω το ποιοί σας έστειλαν.
Τον βαράνε γροθιές, τον βαράνε κλωτσιές, όπου βρουν. . .
— Καλά αυτοί, ορέ Γιάννη. Αλλά και συ ; και συ ;
Ουδέ τ' αποκρίνονται κι' ουδέ παραλλάζει ο Μαμούρης από τους άλλους, παρά του ρίχνονται τώρα όλοι μαζί, να τον ξεκάμουν δίχως μαχαίρι, δίχως κουμπούρι, κατά το σκέδιο οπού έβαλαν, κι' ο σκοπός τους νά τον πιάσουν απ' το λαιμό, να τον πνίξουν. Κι' ούδ' αυτό καταφέρνουν. Ότι τινάζεται, και τους κουτουλάει, και σφίγγει τα χέρια γροθιές, και κάνει τους αγκώνες του σίδερο και μαζεύει τη δύναμη του όλη στα γόνατα.
—Ένα χέρι ας είχα λεύτερο, ύαινες, και σας έλεγα γω. . .
Κι' όσο αγριεύουν αυτοί, τόσο θεριεύει ξάφνου η δύναμη του. Οπού ασηκώνοντας μπροστά τους το γόνατο, ν' ασηκώνεται τώρα κι' η μπόμπα η ασήκωτη.
Κι' ο αγκώνας του να μπήχνεται πίσω λοστάρι. Τέτοιο πάλεμα δεν τόχαν στο νου τους, από ψοφίμι θεονήστικο. Και να λυσσάν τώρα χειρότερα. Και μπήχνοντάς του ο Τριανταφυλλίνας τα νύχια του στο λαιμό, σκύβει και του δαγκώνει δυο δάχτυλα, οπού τα κόβει. Ρεκάζει αυτός απ' τον πόνο, τραβιέται. Κι' ο Δυσσέος χυμάει πάλι με αγκώνες και γρόθους και κουτουλιές, να τρέμουν πια οπού και δεμένος θα τους ζαπώση. Και το τί είπαν στο σκέδιο, μπρος στον κίντυνο γίνονται αλλιώς. Και κατεβάζει ο Τζαμάλας τη μπούκα της κουμπούρας του, του κόβει τ' αχείλια μπροστά και τα δυό. Αφήνει το λαδοφάναρο ο Θεοχάρης, ορμάει κι' αυτός. Ο Μπαλαούλας, ακούοντας απόξω το βόγγο, μπαίνει και τούτος, και ρίχνεται από πίσω, και κατεβάζει με το τσεκούρι του μια στο σβέρκο από πάνω. . .
Τα αίματα πηδάν βρυσομάνα απ' το στόμα του και του μπερδεύουν το ανάσασμα. Το κεφάλι του σα να γκρεμίζεται. Σφαγιό οι πόνοι σ' όλα τα κόκαλα, και να του ρίχνονται πέντε κι' ακόμα να μην τον κάνουν καλά. Παρά μουγκρίζοντας τους ξεκολλάει από πάνω του. Σειέται και τους τινάζει πέρα. Σαν τό ταυρί κουτουλάει και τούς παλεύει και τούς παιδεύει. Τρέχει ολοένα το αίμα απ' το στόμα το πληγιασμένο. Το ίδιο το αίμα έχει πηδήσει ως τα μάτια του, να τα κρατάη κλεισμένα κάτω απ' τις πιτσιλιές κι' ο βόγγος του να μην έχη σωσμό. Οπού βρίσκει τον καιρό ο Τζαμάλας και του τινάζει με το τσαρούχι του κλωτσιά στ' αχαμνά. Βρίσκουν Μαμούρης και Μπαλαούλας και του αδράχνουν τις απαλάμες και του γυρνάνε τα χέρια πιστάγκονα, όσο αφήνουν οι αλυσίδες. Του αγκαλιάζει ο Θεοχάρης τα πόδια του και τα δυό. Και σκύβει ο Τριανταφυλλίνας για το «στρίψιμο». Και του σφίγγει τ' αχαμνά του και με τα δυό χέρια, και τα γυρνάει, τα γυρνάει, ένα στρίψιμον όπου ο αλυσομένος ξερνάει βόγγον ουρλιαχτερόν, να τον αντιλαλούν άγρια τα ογρά τείχια. Σαν τη δαμάλα οπού τη σφάζουν, έτσι ρεκάζει. Σα νάθελε ν' απιθώση τα χέρια του πάνω στον πόνο του, έτσι μοιάζει το λύγισμά του. Αλλά χέρια δεν τα ορίζει. Τα μιλίγγια του αναμένα. Η ανάσα του πηγμένη στο αίμα. Θόλωνε πιά ολάκερος μέσα του. Κι' ο βόγγος του αχάμνευε, γίνονταν ψυχομαχητό, και τούσφιγγαν το λαιμό του ολοένα κι' ολοένα λιγόστευε ο ρόχθος του, όσο που έσβησε. Τότε τον άφηκαν. Κι' έπεσε στην πλάκα απάνω σαν άδειο σακί.
Οι αλυσίδες δεν χρειάζονται τώρα άλλο. Τις βγάζουν και τις σωριάζουν σέ μιά άκρη.
(Μιχάλης Περάνθης :Ο Δαίμονας, Βιβλιοπωλείον της "ΕΣΤΙΑΣ" σελ 439-442)
3. Αλληγορικός μύθος του Μακρυγιάννη.
Ήταν έναν καιρόν ένα λιβάδι πολλά αξιόλογον. Είχε πολλά αγαθά μέσα δια τους ανθρώπους και καλή τροφή δια τα ζώα.. Σε αυτό το λιβάδι ήταν ενα θερίον όπου το εξουσίαζε. Ούτε οι άνθρωποι μπορούσαν να λάβουν τ' αγαθά του, ούτε τα ζώα την καλή χλόγη. Τότε ένας κακός άνθρωπος ηύρε το καϊμένο τ' άλογο και του λέγει του λιβαδιού τ' αγαθά. Και του λέγει· «Να σκύψης να σε καβαλλικέψω εσένα κ' εγώ με τ' άρματα μου να σκοτώσωμεν το θερίον, να γοδέρωμεν(1) αυτόν τον καλόν τόπον. Μπιστεύτηκε το καϊμένο τ' άλογον δια την καλή την τροφή κ' έκλινε τον αυχένα του. Κι' ο κακοροίζικος ο άνθρωπος τόβαλε την σέλλα, και την έσφιξε καλά, και το χαλινό. Καβαλλίκεψε ο άνθρωπος αρματωμένος, σκότωσαν το θερίον. Του λέγει το δυστυχισμένο τ' άλογον « Το θερίον το σκοτώσαμεν, εσύ παίρνεις τ' αγαθά του τόπου — βγάλε τον χαλινό και την σέλλα -όπου μόβαλες και κατέβα τώρα από πάνου μου να βοσκήτω κ' εγώ. — Ο χαλινός και η σέλλα δεν βγαίνει από πάνου σου, ούτε εγώ θα κατέβω πλέον ». Αφού του βοήθησε τ' άλογον και με τη δύναμη του σκότωσε το θερίον κ' έλαβεν εις την εξουσίαν του εκείνον τον λαμπρόν τόπον και γοδέρει τ' αγαθά του, το δυστυχισμένο τ' άλογον όχι που δεν ωφελήθη, αλλά του μπήκε κι' ο χαλινός και η σέλλα — κι' ο διαβολάνθρωπος καβάλλα καί τ' άφινε νηστικόν και φορτωμένο.(2)
(1) Από το ιταλικό godere=απολαμβάνω.
(2) Ο μύθος είναι αρχαίος Αριστοτ. Ρητορικής Β,20 .Παράβ. Κόνωνος Διηγήσεις XLII.



ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ


1. Μη στάξη η ουρά του ποντικού.  

Συνοδούς δε κατά την παρούσαν περιήγησιν [1] (ο Κυβερνήτης Καποδίστριας ) είχε τον Γεν. Γραμματέα, τον Κολοκοτρώνην, τον Νικήταν, τον χαράξαντα το σχέδιον της πόλεως Πατρών μηχανικόν Βούλγαρην, τους δύο ιδιαιτέρους αυτού γραμματείς και τούς δύο νεωτέρους συντάκτας. Προηγείτο δε οδηγός ο κύριος των ταχυδρομικών ίππων, φορών ένδυμα ελληνικόν χρυσοπόρφυρον και αναβαίνων ίππου υψαύχενα. Και δια τούτο οι συρρέοντες εις προϋπάντησιν του Κυβερνήτου, συνηθισμένοι εις τας πολυτελείς και πομπικάς· παρατάξεις των πασάδων και τας χρυσοϋφάντους στολάς των τετυφωμένων καπιταναίων και κοτζαμπασίδων, εκλαμβάνοντες τον κοκκινοφόρον και κυδρούμενον ταχυδρόμον αντ' εκείνου, προσεκύνουν αυτόν πίπτοντες εις έδαφος* δεν ενόουν πως ήτο δυνατόν αρχηγός έθνους να αναβαίνη ίππον κυφαγωγόν, ουχί ζωηρότερον του πώλου του Ιησού, και να φορή ένδυμα οίον οι πολλοί. Αλλ' ουδ' αψίδες ή θριαμβικά τόξα ανηγείροντο ως σήμερον, ουδέ μουσικαί επαιάνιζον, ουδέ πυροτεχνήματα εξηκοντίζοντο εις ουρανούς, καθ' όσον αι επιδείξεις αύται, γινόμεναι επιμελεία και αξιώσει των αρχών, διαθρύπτουσι μεν την ματαιότητα, βλάπτουσιν όμως τους ηγέτας των εθνών, αποκρύπτουσαι το αληθές φρόνημα. Οι δέ λαοί, ακούοντες απροσδοκήτως ότι ήρχετο ο Κυβερνήτης, έτρεχον αυθόρμητοι εις προϋπάντησιν αυτού, ουχί κράζοντες γεγωνυία τη φωνή Ζήτω! αλλά κλαίοντες και σφραγιζόμενοι δια του σημείου του σταυρού, και βάλλοντες μετανοίας και καίοντες λιβανωτόν και ευλογούντες τον θεόν, τον σώσαντα αυτούς από της δουλείας και της ολεθριωτέρας αναρχίας.
Ιδών δε ο Κολοκοτρώνης ότι ο λαός προσεκύνει τον ταχυδρόμον Καρδαράν, πλησιάσας είπε'
— Το πράγμα, υπερεξοχώτατε, δέν 'πάγει καλά' πρέπει ο κόσμος να γνωρίση τον Κυβερνήτην του.
— Και τι θέλεις να κάμω;
— Να βάλ' η υπερεξοχότης σου την στολήν σου.
Και πεζεύσας εις μικράν τινα και σκιεράν κοιλάδα, ανέλαβε την στολήν αυτού, πενιχροτέραν και της των δασονόμων τής αντιβασιλείας.
Ότε δ' επλησιάσαμεν εις τον 'Αγιον Γεώργιον.
— Πού θα καταλύσωμεν απόψε; ηρώτησε τον πάριππον, στρατάρχην της Πελοποννήσου.
— Εις του Δεσπότου.
— Πρέπει λοιπόν νά φροντίσω, επανέλαβε μετά βραχείαν σιωπήν, να πληρωθώσιν όλα τα έξοδα.
— Ποία έξοδα; ηρώτησεν ο γέρων.
— Της τροφής μας, της τροφής των αλόγων και καθεξής.
— Και ποίος, υπερεξοχώτατε, πληρώνει τοιαύτα έξοδα; Ο Δεσπότης μάλιστα είναι άνθρωπος αγαπών την καλήν βούκαν και θα έχη πολλά και καλά φαγητά να μας δώση.
Και αληθώς ο μακαρίτης αρχιεπίσκοπος Κορίνθου Κύριλλος, προγάστωρ και πολύσαρκος υπέρ το μέτρον, ήτο τρυφηλός, ως άλλος καρδινάλιος, άμα δε και αδηφάγος ως ο Ραζής εκείνος, περί ου έγραψε ποτέ το χαριέστατον τούτο επιτύμβιον ο Ρίζος.
Ραζής ο πηγαδόστομος των τραπεζών ο γλάρος 
αφού τον κόσμον έφαγε, τον έφαγεν ο Χάρος.
— Δεν τα πληρώνετε σεις, ανεφώνησεν οργίλως ο Κυβερνήτης, και δια τούτο παραπονείται εξ αιτίας σας ο λαός. 
— Και τί έχει να κάμη, υπερεξοχώτατε, ο λαός με το φαγητόν του Δεσπότου;
— Τί έχει να κάμη! ανέκραξεν εντόνως ο Κυβερνήτης, προσβλέψας βλοσυρώς τον ερωτήσαντα. Μόλις αύριον θ' αναχωρήσωμεν και θα ρίψουν έρανον εις τους χωρικούς δια τα έξοδα του Κυβερνήτου, και το χειρότερον θα τα συνάξουν διπλά. Ούτω πως είσθε συνηθισμένοι σεις.
—Ηξεύρεις πως το 'πάγει η υπερεξοχότης σου; είπε γελών ο Κολοκοτρώνης. Μίαν φοράν έπεσ' ένας ποντικός εις ένα πιθάρι λάδι κ' επνίγηκεν. Ο οικοκύρης τον ηύρε μετά δύο ημέρας και, ενώ τον ανέσυρεν, εφώναζεν η οικοκυρά. «Πρόσεξε μη στάξ' η ουρά του και βρωμίση το λάδι».
— Δεν εννοώ ποίαν σχέσιν έχει ο μύθος σου με τα έξοδα του Δεσπότου, είπεν αδημονών ο Κυβερνήτης. 
— Μεγάλην, υπερεξοχώτατε' διότι, είτε πληρώσωμεν είτε μη, ο Δεσπότης θα συνάξη τα γρόσια. Τα εδικά μας τα έξοδα είναι το λάδι της ουράς του ποντικού. 
Και εσιώπησε μεν ο Κυβερνήτης, την δ' επιούσαν απέτισε μέχρι λεπτού τα δαπανηθέντα.
Υποσημείωση:
[1]Σημειωτέον ότι σκοπός των συνεχών  του Κυβερνήτου  περιοδειών ην  η εκ του πλησίον  σποδή των  αναγκών της χώρας , η ακρόασις των ευχών  του λαού  και η μελέτη των ηθών  όπως διοργανώση αναλόγως  την διοίκησιν [Δραγούμης].
2.Ένας τριπλός χρησμός επαληθεύεται.
Ότε έφθασεν εις Ναύπλιον η είδησις της εκλογής (του Λεοπόλδου), σκιρτών όλως, έδραμον να μεταδώσω προς τους εμούς την φαιδράν αγγελίαν. Ο δε πατήρ μου, ακούσας ότι ο αναγορευθείς ήτο Γερμανός·
— Και εκ τίνος μέρους της Γερμανίας; ηρώτησε με.
—Εκ της Σαξωνίας.
— Μήπως έχης λάθος; ηρώτησεν εκ νέου.
—Όχι, ειμί βέβαιος.
—Αδύνατον, ανεφώνησε.
— Και διατί;
— Διότι οι χρησμοί λέγουσι το εναντίον. Κατ' αυτούς θα είναι μεν Γερμανός, εξ άλλου όμως μέρους ρητώς· προφητεύουσιν ότι «και εις το ιμπέριον έσται Μπάβαρος».
Εγώ δε, γινώσκων ότι πεπαιδευμένος ων και γνήσιος χριστια­νός ο πατήρ μου ήτο άμοιρος δεισιδαιμονιών και προλήψεων, προσ­ήλωσα επ' αυτόν απορών ανοικτούς τους οφθαλμούς, μετά μικρόν δε και υπεμειδίασα.
— Μη γελάς, είπε μοι. Εάν, ως βεβαιοίς, είναι Σάξων ή θα παραιτηθή ή θ' αποθάνη και θα έλθη Μπάβαρος αντ' αυτού. Πλην και ο δεύτερος αυτός δεν θα μείνη. Αφού βασιλεύση μερικά έτη θα εξωσθή (Όθων) και θα τον διαδεχθή άλλος εκ του γένους των ξανθών.
Γένος δε των ξανθών εκαλείτο υπό των χρησμών το των Ρώσων. Εάν λοιπόν κατά παράδοξον συγκυρίαν ηλήθευσαν τα δύο πρώτα μέρη του χρησμού, το τρίτον εξηλέγχθη ψευδές , εκτός μόνον αν κατά τους αμφιδεξίους εξηγητάς, εκληφθή επικρατέστερον το θήλυ γένος(αναφορά στη Βασίλισσα Όλγα τη γνωστή και σα "κυρα-Γιώργαινα )
(Νικόλαος Δραγούμης: Ιστορικαί Αναμνήσεις Τόμος Α Εκδοτική Ερμής ΕΠΕ 1973)



ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΟΘΩΝΟΣ

1. Αμαλία και Γρίβας.
Το 1838, οι Βασιλείς, περιοδεύοντες έφιπποι μετά της ακολουθίας των εις Στερεάν Ελλάδα, έφθασαν εις μίαν λιθίνην και στενήν γέφυραν, η διάβασις της οποίας εκρίθη επικίνδυνος, διότι εις το κέντρον εσχημάτιζεν ορθήν γωνίαν. Οι υπασπισταί, αι κυρίαι της τιμής και τα λοιπά μέλη της βασιλικής συνοδείας αφίππευσαν και μόνον η Βασίλισσα δεν ηθέλησε να τους μιμηθή, αλλ' αντιθέτως, διά να δείξη την ιππευτικήν της δεινότητα επέρασε δις την γέφυραν έφιππος, προς κατάπληξιν όλων των παρισταμένων. Τούτο εξένισε και επείραξε τον συνοδεύοντα τους Βασιλείς κατά την περιοδείαν των μοίραρχον Γρίβαν, ο οποίος δεν ημπορούσε να ανεχθή, μία γυναίκα, έστω και Βασίλισσα, να αναδειχθή περισσότερον γενναία από τό­σους αξιωματικούς. Ίππευσε λοιπόν αμέσως και επέρασε την γέφυραν τρις. Όχι δε μόνον τούτο. Αλλά εσταμάτησε επί της ανωμάλου κορυφής της στενής γέφυρας, έβγαλε την πιστόλα του και ήρχισε να πυροβολή εις τον αέρα, και ταυτοχρόνως να συγκρατή εις την αυτήν θέσιν τον ίππον του.
Η Βασίλισσα, εν μέρει πεισμωμένη, αλλά και όχι χωρίς θαυμασμόν, επλησίασε τον τολμηρόν μοίραρχον, που εθεωρείτο από τους ικανωτέρους και γενναιότερους αξιωματικούς της Χωροφυλακής, και του είπε:
— Βλέπω κύριε μοίραρχε ότι ανεδείχθητε δεινότερος ιππεύς από την Βασίλισσα σας! Συγχαρητήρια!
(Νικόλαος Κτενιάδης: Ελληνική Χωροφυλακή Τόμος Α. ΑΘΗΝΑΙ 1960.
2. Όθων και Αμαλία
Στα 54 που έπεσεν ή χολέρα (οι Βασιλείς) αψήφησαν τη ζωή τους. Η Παπαηλιοπούλου διηγείται πως στην οδόν Ερμού, όπου δεν έβλεπες κανένα άλλον από αστυνομικούς που σφράγιζαν εμπορικά καταστήματα έρημα, περνούσαν οι βασιλείς έφιπποι και πήγαιναν στον ελαιώνα, για να περιποιηθούν τις άρρωστες οικογένειες καταυλισμένες κάτω από τις ελιές και μέσα στα παρεκκλήσια. Εκεί, άφοβοι, έπιαναν το χέρι των ασθενών, εχάϊδευαν τα μωρά, εμοίραζαν χρήματα, έστελναν εφίππους χωροφύλακες στην πόλη για φάρμακα και γιατρούς.
Στην αυλή των είχαν επιβάλει την απλότητα. Ο αξιωματικός του Ναυτικού Σταύρος Τσαμαδός είχε φέρει από την Πόλη ένα τσεμπέρι δώρον στην αδελφή του Ελένη, κυρία της τιμής που φορούσεν υδραίϊκα. Άμα η βασίλισσα έμαθε πως το τσεμπέρι είχεν 700 δραχμές είπε στην υπασπίστρια να μη φορέση τέτοια μεγάλη πολυτέλεια στο παλάτι. Για την ευσυνειδησία του Όθωνος μιλεί η ακόλουθη κάπως εύθυμη ιστορία. Εκηρύχθη η ναυπλιακή επανάσταση εναντίον του και η κυβέρνηση διέταξε το στρατό να ξεκινήση για το Ναύπλιο. Χρήματα όμως δεν υπήρχαν. Επειγόντως η κυβέρνηση υπέβαλε στον βασιλέα διάταγμα περί συνάψεως δανείου 2.000.000 δραχμών, ώστε να ξεκινήση ο στρατός. Ο βασιλεύς δεν ήθελε να το υπογοάψη, επειδή ήταν κατ' αρχήν εναντίον των δανείων. Είκοσι κυβερνητικοί βουλευται του παρουσιάσθηκαν τότε, επειδή αργούσεν η Βουλή, και του υπέδειξαν πως έχει καθήκον να υπογράψη, αφού η επανάσταση απειλεί το θρόνο.. « Εφ' όσον είμαι εις τον θρόνον, είπε, δεν υπογράφω ούτε για δυο εκατομμύρια, ούτε για 2.000. » Υπέγραψε μόνον όταν το υπουργικόν συμβούλιον του παρουσίασε τετελεσμένον γεγονός συμβάσεως με την Εθνική Τράπεζα, κατόπιν συμφωνίας του με τον Γεώργιον Σταύρου. Έτσι ξεκίνησεν ο στρατός. . . οκτώ ημέρες μετά την επανάσταση. Τέλος, για την αφιλοκέρδειά του μιλεί το διάταγμα της 25ης Μαρτίου 1842 :
« Όθων ελέω Θεού βασιλεύς της Ελλάδος.
Θεωρούντες ότι τα δημόσια εισοδήματα δεν ισορροπούσιν εισέτι προς τα αναγκαία έξοδα και ότι, δια να πραγματοποιηθή η δια των εσόδων και εξόδων ισορροπία, καθίσταται επί του παρόντος αναγκαιοτάτη και απαραίτητος η ελάττωσις των δημοσίων εξόδων κλπ. . . ., παραχωρούμεν εις το δημόσιον ταμείον εκ της ανακτορικής ημών χορηγήσεως του ενεστώτος έτους δραχμάς διακοσίας χιλιάδας ως ίδιαιτέραν ημών συνεισφοράν εις πλήρωσιν των δημοσίων εξόδων, εκφράζοντες συνάμα την ημετέραν πρόθεσιν του να εξακολουθήσωμεν συνεισφέροντες το ποσόν τούτο και εις τα εξής έτη, έως ου εισαχθή τελεία ισορροπία των εσόδων και εξόδων. Όθων. »
Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά ανέκδοτα τα κράτησε με στοργή η μνήμη των μετανοημένων και τα διέσωσαν στα γραφόμενά των η Παπαηλιοπούλου, ο Κλεομένης, η Αλιμπέρτη. Όταν, εξόριστος πλέον, ακροάστηκε το Σπύρο Καραϊσκάκη στη Βαμβέργη, ο οποίος εμάζευεν εράνους για τον αγώνα της Κρήτης, δεν του είπε τίποτε για την υπόθεση, μόνον του έδωσεν ένα γράμμα. « Μόλις γυρίσης στο Μόναχο, του είπε, δώσε αυτό στο βασιλέα. » Ο βασιλεύς το άνοιξε. « Πριν μάθετε το περιεχόμενον, είπε του Καραϊσκάκη, θα μου ορκισθήτε πως δεν θα πήτε τίποτε σε κανένα εν όσω ζη ο Όθων. Αύτη είναι η θέλησίς του. Μου γράφει ότι προσφέρει 100.000 φιορίνια — όλην του την επιχορήγησιν—για τον αγώνα της Κρήτης. »
Και επρόσθεσεν ο βασιλεύς μπροστά στον Καραϊσκάκη : « Ο άνθρωπος αυτός δεν θ' αλλάξη ποτέ. »
Δεν άλλαξεν ως το θάνατο του.
(Ζαχαρίας Παπαντωνίου: Οθων. "Βιβλιοπωλείον της "Εστίας"
3. Η "επανάσταση" του 1843 και ο "δημοκράτης" Μακρυγιάννης.
Ο Γεράσιμος Κακλαμάνης, που μόνο σαν φιλοβασιλικός δε θα μπορούσε να κατηγορηθεί, είναι κατηγορηματικός στη σελίδα 183 του βιβλίου του "Η Ελλάς ως κράτος δικαίου", ένα απ’ τα σπανιότατα κείμενα σε γλώσσα ελληνική που τολμάει να πει ολόκληρη την αλήθεια για τις ιστορικές καταβολές της σημερινής μας μιζέριας και τη χρεοκοπία μας ως κράτους: Είναι μέγα ψέμα ότι το πρώτο Σύνταγμα το θέλησε κάποιος "λαός εκ λόγων "δημοκρατίας". Κάθε άλλο παρά τη δημοκρατία είχαν στο νου τους ο Μακρυγιάννης και η παρέα του, όταν ζητούσαν απ’ τον δημοφιλέστατο Όθωνα, Σύνταγμα το 1843. Όπως βεβαιώνει ο Ν. I. Σαρίπολος, ο κόσμος δεν ήταν εντελώς εξαθλιωμένος τότε στην Ελλάδα, σε σύγκριση με τα άλλα κράτη της Ευρώπης, όπου γίνεται χαμός την εποχή που εμφανίζεται ο Μαρξ, που θ’ αργήσει πολύ να φτάσει και κατά δω. Δεν ήταν πλούσιοι οι Έλληνες και τότε, αλλά τα κουτσοβόλευαν με κανένα χωραφάκι και κανένα επιδοματάκι, λόγω συμμετοχής στην Ελληνική Επανάσταση - συμμετοχή που όλοι έσπευσαν να την εξαργυρώσουν δεόντως στα δημόσια ταμεία, όπως πάντα σε τούτο τον τόπο, όπου η εθνικοφροσύνη εξαφανίζεται αυτομάτως, όταν δεν υπάρχει αντάλλαγμα.
Λίγο πριν απ’ την "επανάσταση" του 1843, ο Όθων είχε ιδρύσει με δάνεια την Εθνική Τράπεζα που ήταν το καμάρι του. Προσέξτε τι γράφει η εφημερίδα "Ζέφυρος" στις 12/11/1841 σχετικά με την υπό ίδρυσιν Τράπεζα, με μια ειρωνεία που σπάει κόκκαλα και που λέει τα πάντα για την "επανάσταση"  του Μακρυγιάννη: "Καθώς ο ακανθόχοιρος ταράττεται εις κάθε κτύπον, τοιουτοτρόπως και οι έντιμοι και ευσυνείδητοι τοκογλύφοι μαίνονται οσάκις ακούουν ότι συσταίνεται χρηματική Τράπεζα.
Την φοράν αυτήν, ο Θεός να φυλάξη τους τοκογλύφους από την αποπληξίαν και προ πάντων από την αυτοχειρίαν. Λέγουν ότι είδον ένα  νέγρον να βαστά σχοινί σαπουνισμένον. Η οσονούπω σύστασις της Τραπέζης αποτελεί την φήμην αυτήν αληθινήν".
Δεν υπήρχε άλλος τρόπος να κάνεις "δουλειές" τότε στην Ελλάδα, αν δεν σε "συνέδραμαν" οι λήστραχοι παρατραπεζίτες, σε μια εποχή που δεν υπήρχαν Τράπεζες. Κάτι πλούσιοι, σαν τον Μακρυγιάννη, τον πλουσιότερο γηγενή Έλληνα της εποχής, καταλήστευαν τους πάντες.
Καταλαβαίνετε τώρα γιατί λύσσαξε ο "δημοκράτης" Μακρυγιάννης και ζητούσε σώνει και καλά σύνταγμα, σε μια εποχή που άλλες χώρες της Ευρώπης ούτε ακουστά το είχαν; Με το Σύνταγμα θα βολεύονταν οι απατεώνες και ο "κίνδυνος" για τους παρατραπεζίτες απ’ την οθωνική Τράπεζα θα περιοριζόταν.
Δεν είναι καθόλου, μα καθόλου τυχαίο που πριν απ' την εμφάνιση της Τράπεζας κανείς δε διανοήθηκε να ζητήσει Σύνταγμα. Παρά ταύτα, μέχρι τις μέρες μας, την "επανάσταση" του 1843 συνεχίζουν να μας την εμφανίζουν οι λωποδύτες σα συνέπεια του δημοκρατικού φρονήματος των Ελλήνων, που ούτε σήμερα κατάφεραν να γίνουν στ’ αλήθεια δημοκράτες, ενώ τον αρχιλωποδύτη και αρχαιοκάπηλο Μακρυγιάννη μας τον πλασσάρουν μονίμως σαν εθνικό ήρωα. Κι ύστερα απορούμε για τα χάλια μας, σ’ έναν τόπο που η απάτη είναι εγγεγραμμένη στην ιστορία μας. Είναι αυτή την εποχή που ο έντιμος πολιτικός Ν. I Σαρίπολος, πατέρας του μεγάλου συνταγματολόγου, αναφωνεί οργισμένος στη Βουλή:
"Θέλετε να μην πληρώνετε φόρους, αλλά να παίρνετε μισθόν!".
4. Πολιτική: To Θέατρο με άλλα μέσα
31 Ιανουαρίου 1844
Ο Λυτ κι εγώ πήγαμε στην Εθνοσυνέλευση. Ήταν πολύ διασκεδαστικό να βλέπει και να ακούει κανείς αυτούς τους κυρίους να διαπραγματεύονται για το κοινό συμφέρον. Ο πρόεδρος, Ο γερο-Μαυροκορδάτος, καθότανε ψηλά και χτυπούσε το κουδούνι όταν παραγινότανε φασαρία. Έπρεπε να ψηφιστεί αν οι βουλευτές θα έπαιρναν μισθό ή όχι. Ο Θοδωρής Γρίβας, ο κουτσαύτης, ένας αντιπαθητικός χωριάτης, ήθελε να έχει μισθό, κι ένας όμορφος αξιωματικός φώναξε: άμισθος! Άρχισε τότε ανάμεσα σ' αυτούς τους δυο ένας τσακωμός, που τέλειωσε με το να ορμήσουν κι οι δυό από τις θέσεις τους και να τρέξουν προς τα έξω, καθώς τα μακριά τους σπαθιά χτυπιόντουσαν δω κι εκεί. Δεν πείραξε όμως ο ένας τον άλλο, ήταν μόνο δυο θεατρίνοι, που βγήκαν περήφανα από τη σκηνή. Αυτοί οι άνθρωποι μπορούν να ρητορεύουν με μεγάλη ετοιμότητα και χρησιμοποιώντας πολλά όμορφα λόγια.
(Χριστιάνα Λυτ: Μια Δανέζα στην Αυλή του Όθωνα.)
5.Τον Βαραβάν, τον Βαραβάν! εβόουν οι πάντες.
Ο Κριμαϊκός πόλεμος έληξεν. Εδοξάσθη η Ρωσσία ανακαλύψασα, ότι είχε φρούρια τελείως εξωπλισμένα και απόρθητα αλλά μόνον εις τα χαρτιά, τα οποία υπέβαλλον τη Κυβερνήσει τακτικώς οι στρατηγοί της, δαπάνας συντηρήσεως στρατού μη υπάρχοντος ,και τηλεβόλων ανυπάρκτων.
Εδοξάσθη, η Γαλλία, διότι ο Ναπολέων εθυσίασε τους νέους ευπατρίδας σωρηδόν δια την ακεραιότητα της Τουρκίας, ώστε δεν έμειναν αρκετοί υπέρ της ιδίας δόξης των. Εδοξάσθη η Αγγλία, στερεώσασα τον Ισλαμισμόν, και καταπατήσασα τον Ελληνισμόν, ραπίσασα τον αυθάδη Όθωνα τολμώντα να έχη αξιώσεις βασιλέως της Ελλάδος. Ναι , φίλε Φίλιππε, το 1854 ήτο η κλεις του 1862. Τον ηπάτησαν τον δύσμοιρον λαόν της Ελλάδος.Τον επλάνησαν.Του είπον ψεύδη ανήκουστα. Εις την σφριγώσαν νεολαίαν την ευγενή, την ποθούσαν την δόξαν της Πατρίδος, έλεγον δεικνύοντες τον Όθωνα και την Αμαλίαν -τι να σαςκάμωμεν, αυτός αυστριακίζει, αυτή ρωσσίζει. Αυτός θέλει τον καθολικισμόν, Αυτή θέλει τον αδελφόν της επί του θρόνου. Την ωραίαν αδελφήν της Ελλάδος την Επτάνησον , την ενέδυσαν ράκη, και δεικνύοντες αυτή το χρυσόν, τη έλεγον , προτίμησον τούτο της Ελλάδος- ποτέ, απεκρίνοντο τα γενναία τέκνα της αδελφής μας , και τα εκρέμων εν τω σιδηρώ κλοβώ. Αλλά το 54 κατωρθώθη να το πιστεύσουν οι δυστυχείς αδελφοί μας, ότι ο Όθων είνε η αφορμή της μη ελευθερώσεως των υποδούλων μερών.
Διώξτε τον να ενωθούμεν, έλεγε, χαριεστάτη κυρία Ζακυνθία εκ των πρώτων οικογενειών προς σημαίνον πρόσωπον της Ελλάδος διαβαίνον της Ζακύνθου. Εκείνος έμεινε κεχηκώς ακούων την καταδίκην εκφερομένην εκ τοιούτου στόματος, εγώ δε διείδον, ότι απώλετο η Ελλάς. Εδηλητηριάσθη το παν. Και τι δεν είπον! και πόσον εσυκοφαντήθησαν οι ατυχείς Βασιλείς! Όλοι επροθυμοποιούντο τις περισσότερον να είπη κατ΄αυτών' ο About έδωκε τον ρυθμόν, και ο Στέφανος Ξένος εμελοποίησε τον μύθον , χειροκροτούμενος παρά πασών των Ελληνικών Κοινοτήτων δυστυχώς, Λονδίνου, Μασσαλίας, Τεργέστης, Αλεξανδρείας, Βραΐλας, Βιέννης κλπ. Εις μάτην ο ευγενής Σίνας ηγωνίζετο να αναχαιτίση την ορμήν των δηλητηριασμένων, εις μάτην ο Νικόλαος.Τον Βαραβάν, τον Βαραβάν! εβόουν οι πάντες. 

(Λιδωρίκης Νικόλαος Σελίδες τινές της Ιστορίας του Βασιλέως  Όθωνος, Αθήνησιν 1898, σελ 140-142 )
6. Ο πλατωνικός έρωτας του Βασιλιά Όθωνα. 
Η Αμαλία εξέλεγε τας δεσποινίδας των τιμών μεταξύ των Ελληνίδων που διέπρεπον δια το γένος, το ήθος και την μόρφωσιν, Εφρόντιζε δε, όταν ήταν πολύ νέαι, και να συμπληρώνη την μόρφωσιν ταύτην. Είχεν όμως ανέκαθεν και την αδυναμίαν να περιστοιχίζεται από τας ωραιοτέρας των Ελληνίδων. Η πρω­τότυπος καλλονή της Φωτεινής Μαυρομι­χάλη, έμεινε θρυλική, Η προκάτοχος της Ρόζα Μπότσαρη, τόσον εθαυμάσθη όταν συνώδευσε την Αμαλίαν εις το Μόναχον, ώστε ο Λουδοβίκος περιέλαβε την εικόνα της εις την συλλογήν των ευρωπαϊκών καλλονών, των Schonheiten galerie...... Ολίγον πριν αποθάνη η κ. Αμαλία Καντά μου διηγήθη ότι όταν η μητέρα της Πηνελόπη Παπαηλιοπούλου επανείδε τους βασιλείς (στην εξορία) ο Όθων, παρούσης της Αμαλίας δεν είπε τίποτε ,Αλλά μόλις ευρέθησαν μόνοι , την ηρώτησε:" Τί γίνεται η Φωτεινή;" Εκ τούτων φαίνεται ότι η Αμαλία είχεν ορθώς διαγνώση ότι ο σύζυγός της έκρυπτε βαθύ αίσθημα (πλατωνικόν βεβαίως, ίσως κατ' ανάγκην ) δια την εγγονήν του Πετρόμπεη .
(Α. Μ. Ανδρεάδου: O Όθων και η Αμαλία εις το Βάμβεργ Αθήναι, Ανατύπωσις εκ της νέας Εστίας 1933.)
7.Το ρουσφέτι στην υπηρεσία του κομματικού κράτους.
Ένα άλλο ατού που κρατούσε στα χέρια του ο Κωλέττης ήταν το ρουσφέτι. Επάξια μπορεί να του δοθεί ο τίτλος του μεγαλύτερου ρουσφετολόγου του τόπου μας, του ιδρυτή της σχολής ρουσφετιού. "Το ρουσφέτι ήταν γι αυτόν το πρώτο άρθρο του πολιτικού του προγράμματος. " Κατασπαταλώντας τα δημόσια χρήματα αγόραζε και διέφθειρε συνειδήσεις ακατάπαυτα. Οι διεφθαρμένοι ήταν τα στηρίγματά του. Αλίμονο του όμως, αν τους παραμελούσε ή αν δεν φρόντιζε να τους πληθαίνει. Και όλα αυτά τα σιχαμένα κοινωνικά κατακάθια που τον τριγύριζαν -μπράβοι, μαχαιροβγάλτες, ψευτοπαληκαράδες, λήσταρχοι, άνθρωποι του σκοινιού και του παλουκιού, όλη η "λέρα¨ του τόπου κι όλοι οι "μπιρμπάντες", οι άνθρωποι των "καφενείων και των μπιλιάρδων"- είχαν άσβεστη δίψα για παρά, για θέσεις, γι' αργομισθίες , για κάθε είδους παρασιτισμό. Και τους τάιζε όλους.
-Πρέπει να φάνε οι Έλληνάδες μου ! έλεγε.
"Και άρχισε να δίνη στους πολιτικούς του φίλους , όσα μπορούσε. Ατέλειωτα σμήνη θεσιθηρών συνάζουνταν γύρου του. Τίποτε, φυσικά, δεν παίρναν όσοι δεν ήταν φίλοι του", δηλαδή όσοι δεν ήταν φίλοι του κόμματός του.
Όλα για το κόμμα !
Πρώτος θεμελιωτής κομματικού κράτους ο Κωλέττης. Και από τότε το κακό συνεχίζεται ως τις μέρες μας.
Όταν του καταγγέλλανε ανοιχτές κλεψιές και καταχρήσεις, απαντούσε:
-E, μήπως τα κλέβουν ξένοι ; Οι Ελληνάδες μου!"
Για τους αντιπολιτευόμενους που του ρίχνουνταν μπρος στη φοβερή αυτή διασπάθιση του δημοσίου χρήματος, αδιαφορούσε.
-Ας τους να λένε και να γράφουν ό,τι θέλουν, έλεγε. Αυτοί φωνάζουν γιατί δεν τρώνε.
Πιο ξετσίπωτη δικαιολόγηση των κλεφταράδων και των απατεώνων από στόμα πρωθυπουργού δεν μπορούσε να φανταστεί κανένας.
(Γιάννης Μπενέκος :Κωλέτης. Ο πατέρας των κοινωνικών μας ηθών. Σελ 275-6)


ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α

1.Μια μεγάλη αλήθεια.
Ο Τρικούπης εις τινα μετ' αυτού συνάντησίν μου προσεπάθει να με πείση να εισέλθω εις την ενεργόν πολιτικήν αποδυόμενος εις τον εκλογικόν αγώνα κλπ. Άνευ περιφράσεων τω εδήλωσα ότι ουδεμίαν έχω προς την πολιτικήν έφεσιν, ιβύτε την δέουσαν προς το πολιτεύεσθαι ικανότητα και μόνον εν τω κύκλω της αρμοδιότητός μου, του εμπειρικού οικονομολόγου, αν ποτε παρουσιαστή ανάγκη, θα ήμην ευτυχής αν δυνηθώ ως ιδιώτης να φανώ χρήσιμος εις την πατρίδα μου. Τότε μοι είπεν ότι έκειτο επι του τάπητος σοβαρόν δια την Ελλάδα οικονομικόν ζήτημα, το του Λαυρείου και ότι ακριβώς περί τούτου μεριμνών εύρισκεν αναγκαίαν την δράσίν μου. Αλλ' εγώ τω αντέταξα ότι δια να κάμω τι επί του προκειμένου, αν ποτε παρουσιασθή ανάγκη, δεν είναι χρεία να είμαι εν ενεργεία πολιτευόμενος.Εις τούτο μοί απήντησεν αυτολεξεί :
—Απατάσθε. Εν Ελλάδι χωρίς να πολιτεύηταί τις ουδέν δύναται να πράξη, με όσην και αν έχη καλήν θέλησιν.
—Αν ούτως έχη το πράγμα, τω απεκρίθην, τόσω το χειρότερον δια την Ελλάδα.
2. Οι κωλυσιεργοί της Βουλής
Tο πιo φοβερό από τ' αποσυνθετικά όπλα, που μεταχειριζότανε ο αχαλίνωτος κομματικός ανταγωνισμός, ήτανε όμως (μέσα στη Βουλή αυτό, στις συζητήσεις) η κωλυσιεργία, οι ατέλειωτες «αγο­ρεύσεις», που δε λέγανε τίποτα και που μοναδικός σκοπός τους ήτανε ν' αναβάλουν την επιψήφιση και του πιο σωτήριου νόμου. Σ' αυτό το σύστημα, που είχε εφευρεθεί σατανικά εναντίον κάθε χρήσιμης νομοθετικής εργασίας, είχανε μορφωθεί ειδικοί ρήτορες κωλυσιεργοί, που μπορούσαν να μιλούν ολάκερα μερονύχτια. Την εποχή εκείνη, μ' είχανε δοκιμάσει, από την «Πατρίδα», για πραχτικογράφο της Βουλής ή μάλλον, για να είμαι πιο ακριβής, για να κάνω την ευθυμογραφική γαρνιτούρα των πραχτικών. Ήτανε η πρώτη φορά που ανέβαινα στο δημοσιογραφικό θεωρείο, να παρα­κολουθήσω συστηματικά κοινοβουλευτικές συζητήσεις. Έπεσα σε κωλυσιεργούς. Ένας «ρήτωρ» παραληρούσε, συστηματικά κι' ενσυνείδητα, στο βήμα. Και στα βουλευτικά εδώλια βλέπατε ανθρώ­πους, καταπονημένους, από φλυαρία ωρών, που άλλοι κουτουλούσαν από τη νύστα κι' άλλοι ροχάλιζαν, αλλά έμεναν εκεί, γιατί κάποιος μπορούσε να κάμει ξαφνικά πρόταση αποδοκιμασίας ή έν­σταση μη απαρτίας κι' έπρεπε να είναι παρόντες για να ψηφίσουν. "
Απάνω στην οδυνηρή μου κατάπληξη γι' αυτό το θέαμα, είχε γεννηθεί αυτόματα μέσα μου η ερώτηση: «Αυτοί, λοιπόν είναι οι άνθρωποι που μας κυβερνούν ;» Η αφάνταστη κατάχρηση λόγων χωρίς έννοια ήτανε τέτοια, που γύρισα στο γραφείο επαναστατημένος.
— Να βρήτε κανέναν άλλον γι' αυτή τη δουλειά — είπα στον αρχισυντάχτη — εγώ δεν ξαναπάω στη Βουλή.
Με κοίταξε ειρωνικά, για να μου πει:
— Θα σε στείλουμε πραχτικογράφο στη ... Βουλή των Λόρδων.
— Σας ξαναλέω καθαρά και ξάστερα. Δεν ξαναπάω σ' αυτό το ιπποδρόμιο της φλυαρίας.
Και πραγματικά, δεν ξαναπήγα πια, παρά σα «λεύτερος σκο­πευτής», σ' εξαιρετικές περιστάσεις, σε θυελλώδικες κι' ιστορικές συνεδριάσεις.
3. Μια ακόμα Επανάσταση , εκείνη του 1909 , εκφυλίζεται σε κακοσχεδιασμένο και λίαν επικίνδυνο κίνημα.
Το κίνημα του στρατού δεν κατέληξε την 15ην Αυγούστου εις λαϊκήν επανάστασιν, αλλά παρέμεινε κατά την ημέραν εκείνην, ως ένοπλος στρατιωτική στάσις της φρουράς Αθηνών, διότι ο Λαός δεν ανεμίχθη εις το κίνημα, ουδέ εξεδήλωσε τι υπέρ τούτου, αλλ' έμεινε αδρανών και αμφιβάλλων περί του πρακτέου. Συνεπώς ο στρατός απομονωθείς ευρίσκετο εκτός του Νόμου, και εάν δεν ημνηστεύετο, θα εξηκολούθει να ευρίσκηται εκτός του Νόμου. Άνευ της αμνηστείας ο στρατός θα καθίστατο επικίνδυνος διά την Χώραν και δι αυτήν έτι την επανάστασιν και θα διέτρεχε τον σπουδαίον κίνδυνον να διαλυθή, διότι έκαστος εκ των ανηκόντων ή μη, εις τον Σ. Σ. θα ηδύνατο ν' αρνήται την εκτέλεσιν οιασδήποτε υπηρεσίας ή δια­ταγής ανωτέρου του, ή να πράττη ό,τι ήθελεν, ή vα εγκαταλιμπάνη τας τάξεις του κατ' αρέσκειαν και άνευ ουδεμίας νομίμου ευθύνης, επί τη προφάοει ότι δεν εννοεί να συμμετέχη της στάσεως. Δια της αμνηστείας όμως ο στρατός υπεχρεούτο να παραμείνη εις τας τάξεις του, υποκείμενος εις απάσας τας ισχύου­σας διατάξεις των στρατιωτικών Νόμων και κανονισμών. Πλην τούτου ο στρατός αμνηστευθείς ηδύνατο να ενεργή νομίμως προς καταστολήν παντός κινήματος αντιδραστικού, η κατά του καθεστώτος, εκ μέρους οιουδήποτε, εν ω τοιαύτη ενέργεια του στρατού άνευ της αμνηστείας δεν θα ήτο εξησφαλισμένη δια λόγον λίαν ευνόητον. Ουδεμία δε δύναται να χωρή αμφιβολία ότι κατά το ατυχές ναυτικόν κίνημα, το στράτευμα της ξηράς και το ναυτικόν, εάν δεν είχον αμνηστευθή, δεν θα ενήργουν ως ενήρ­γησαν πειθαρχούντα και συντεταγμένα προς καταστολήν τούτου αμέσως, αλλά θα διηρούντο εις δύο τουλάχιστον ομάδας αντι­θέτους και η εν Σαλαμίνι αρξαμένη αιματοχυσία θα συνεχίζετο εις τας οδούς των Αθηνών. Δια της αμνηστείας καθορρίζετο προς τούτοις και η στάσις του Βασιλέως έναντι της καταστάσεως των πραγμάτων. Ο Βασιλεύς, εμπιστευθείς την εξουσίαν εις Κυβέρνησιν της εκλογής του, δεχθείσα να εκτελέση τα αιτή­ματα του Σ. Σ. άτινα αναντιρρήτως είχον γνωσθή Αυτω, και συνάμα υπογράψας το περί αμνηστείας Διάταγμα, εδήλωσεν εμμέσως ότι αποδέχεται το πρόγραμμα του Σ. Σ, και συμφωνεί προς την μέλλουσαν ενέργειαν της Κυβερνήσεως δια την εκτέλεσιν τούτου. Ευκόλως δε νοείται ότι εάν ο Βασιλεύς είχε γνώμην εναντίαν, ου μόνον δεν θα υπέγραφε το περί αμνηστείας Διάταγμα, αλλά και δεν ήθελεν αναθέσει τον σχηματισμόν της Κυβερνήσεως εις τον αποδεχθέντα την εκτέλεσιν των αιτημάτων του Σ. Σ. Μαυρομιχάλην.
(Αντιστρατήγου Νικολάου Ζορμπά:Απομνημονεύματα ή πληροφορίαι περί των συμβάντων κατά την διάρκειαν της Επαναστάσεως της 15ης Αυγούστου 1909 Εκδοτικός Οικος Λ.Θ Λαμπροπούλου 1925 σελ 90-91)
4. Η Θεσσαλονίκη ανήκει εις την Ελ­λάδα, δικαιώματι ιστορικώ και δικαιώματι κατακτήσεως. 
Η στάσις της Βουλγαρίας, και ιδίως του Δάνεφ, αρχηγού του Βούλγα­ρο - Μακεδονικού κόμματος, ήτο τοσούτον αδιάλακτος, ώστε και οι ολιγώτερον οξυδερκείς διέκριναν τας διαθέσεις των Βουλγάρων, όπως αναδειχθούν «Πρώσσοι της Ανατολής».
Ήδη εν Λονδίνω τα σημεία των καιρών προοιωνίζοντο σοβαράς διενέξεις. Ως ανταποκριτής, έσχον την τύχην ν' ακούσω από το στόμα του ιδίου Πρω­θυπουργού της Ελλάδος την αφήγησιν μιας συζητήσεως ζωηροτάτης, την οποίαν ούτος έσχε με τον Δάνεφ και η οποία παρέσχε την ευκαιρίαν όπως αποκαλυφθούν αι αληθείς διαθέσεις της Βουλγαρίας δια την Θεσσαλονίκην.
Ήτο η επιούσα της περιφλημου ημέρας καθ' ην οι Βαλκανικοί πληρεξού­σιοι, κουρασμένοι από την διαιωνιστικήν πολιτικήν των Τούρκων, διερρήγνυον τας διαπραγματεύσεις, λύοντες την συνεδρίασιν παρά τας διαμαρτυρίας του Ρεσήδ πασά.
Καθ' ην στιγμήν έμελλον να εισέλθω εις το γραφείον του Βενιζέλου δια να ερωτήσω περί της καταστάσεως, εξήρχετο εκείθεν ο Δάνεφ.
Ο Πρόεδρος της Σοβράνιε δεν ήρχετο συχνά παρά τω Έλληνι πρωθυπουργώ, και όταν έπραττε τούτο, εφρόντιζε να συνοδεύεται από κάποιον, όπως αποφεύγη ;τον σκόπελον της συζητήσεως επί του ζητήματος της Θεσσαλονίκης.
Αλλ' αι στιγμαί ήσαν δύσκολοι,. Ο Δάνεφ είχεν ανάγκην όπως συνεννοηθή με τον Βενιζέλον σχετικώς 'με το πραξικόπημα της προτεραίας. Και με­τέβη την ημέραν εκείνην μόνος εις το Κλάριτζ Οτέλ. 
Μόλις ευρέθην ενώπιον του πρωθυπουργού αντελήφθην αμέσως ότι η συνέντευξίς των εκείνη υπήρξεν αληθώς σοβαρά. Ο Βενιζέλος ήτο ωχρός, ερεθι­σμένος. Είχε χάσει την συνειθισμένην προσωπίδα της ψυχραιμίας. Η πρώτη του λέξις υπήρξεν:
— Ωμιλήσαμεν, ο Δάνεφ και εγώ, περί Θεσσαλονίκης!
'Ητο η πρώτη φορά που μου επεδείκνυε τόσην διαχυτικότητα. Μέχρι της στιγμής εκείνης είχεν αποφύγει πάντοτε να μου απαντήση εις σχετικάς ερωτήσεις. Διό και εξεπλάγην βλέπων ότι ούτος έθιγε το ζήτημα. Η έκπληξίς μου δε εδιπλασιάσθη όταν τον ήκουσα να μου αφηγήται τα εξής:
«Μετά το τέλος της συνομιλίας περί της χθεσινής συνεδριάσεως, ο Δάνεφ εσηκώθη να φύγη. Εγώ τότε χωρίς να χάσω καιρόν του είπα:
— Αφού είμεθα μόνοι ας ομιλήσωμεν περί, Θεσσαλονίκης. 
Στενοχωρημένος, σαν να εκάθητο επάνω σ' αναμμένα κάρβουνα, μου απήντησεν:
—Αλλά δε είναι κατάλληλος η στιγμή!
— Δεν πειράζει,! Έχομεν ολίγον καιρόν οπωσδήποτε δια να θέσωμεν τας βάσεις των μελλουσών συνεννοήσεων μας!
-— Αλλά δεν έλαβα οδηγίας από την κυβέρνησίν μου. Δεν γνωρίζω αυτήν την υπόθεσιν. 
Την στιγμήν εκείνην δεν ηδυνήθην να κρατηθώ και του απήντησα ζωηρώς:
— Ας ομιλήσωμεν σοβαρώς και ας ιδούμε να κανονίσωμεν την υπόθεσιν. » 
— Ευχαρίστως. Αλλ' η Θεσσαλονίκη ευρίσκεται, μέχρι της στιγμής, εις τα χέρια του στρατού. Η πολιτική δεν ανακατεύεται εκεί τώρα. Θα ξαναμιλήσωμεν περί τούτου μετά την υπογραφήν της ειρήνης με την Τουρκίαν!
Είμεθα και οι δύο όρθιοι πλησίον της θύρας, Συγκεντρών όλην την ψυχραιμίαν μου, επανέλαβα:
—- Η Θεσσαλονίκη δεν ευρίσκεται εις τας χείρας του στρατού, αλλ' υπό την κυβέρνησιν του Βασιλέως Γεωργίου. Η Θεσσαλονίκη ανήκει εις την Ελ­λάδα, δικαιώματι ιστορικώ και δικαιώματι κατακτήσεως. Εκείνο που μπορώ να σας είπω είναι ότι η Ελλάς είναι έτοιμη δια πάσαν άλλην θυσίαν προς διατήρησιν της Βαλκανικής συμμαχίας. Αλλά να εγκαταλείψη την Θεσσαλονίκην... Αυτό ποτέ!. . Ποτέ!.. Ποτέ!..»Τα μάτια του Έλληνος πρωθυπουργού, αφηγουμένου τα ανωτέρω, εσπινθηροβολούσαν από οργήν. Και ο Δάνεφ τι σας απήντησεν; ετόλμησα να τον ερωτήσω.
— Τίποτε!
Αγνοώ αν βραδύτερον οι δύο διπλωμάται ήλθον εις επαφήν επί του ζητή­ματος τούτου. Ο Έλλην πρωθυπουργός δεν μου ωμίλησε ποτέ πλέον επί του προκειμένου. Καθώς άλλωστε και δεν θα ωμίλει ουδέ την ημέραν αυτήν, αν μη η πατριωτική του αγανάκτησις τον παρέσυρεν να ομιλήση μπροστά μου δια τον εφιάλτην αυτόν της Θεσσαλονίκης, που επί μακρόν τον εβασάνισε.
(K. Καιροφύλλα: Ελευθ. Βενιζέλος).
5. Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω
Την επομένην της μάχης των Γιαννιτσών υγιειονομικός αξιωματικός κατήγγειλεν εις το Γενικόν Στρατηγείον ότι στρατιώται της 6ης μοίρας τραυματιοφορέων εβίασαν Οθωμανίδας γυναίκας εις χωρίον βορείως των Γιαννιτσών. Το Γενικόν Στρατηγείον διεβίβασε την μήνυσιν εις την VΙην μεραρχίαν με την εντολήν να αποστείλη αμέσως επί τόπου αξιωματικόν του επιτελείου μετά δυνάμεως όπως ενεργήση ανάκρισιν και σύλληψιν των ενόχων. Διαταγή της μεραρχίας μετέβην επί κεφαλής της ημιλαρχίας του ιππικού εις το χωρίον και ενήργησε σύντομον ανάκρισιν εκ της οποίας προέκυψαν τα εξής κωμικοτραγικά: 
Κατά την διάρκειαν της μάχης αρκεταί Οθωμανίδες γυναίκες είχον κρυβή περίτρομοι εις μεγάλην αχυραποθήκην εφ' όσον οι Τούρκοι κάτοικοι είχον τραπή εις φυγήν. Όταν έφθασε η μοίρα τραυματιοφορών εις το χωρίον, πολλοί εκ των στρατιωτών επεδόθησαν ως συνήθως εις ερεύνας των ερήμων οικιών προς ανεύρεσιν τροφίμων (ως γνωστόν οι υγιειονομικοί αυτοί σχηματισμοί περιέχοντες άνδρας των μεγαλειτέρων ηλικιών δεν διεκρίνοντο δια την τάξιν και πειθαρχίαν των) και αρκετοί έξ αυτών εισήλθον εις την αποθήκην και υπό το φως κηρίων ηρεύνων εν αυτή, οπότε ευρέθησαν προ περιέργου θεάματος. Αι πανικόβλητοι χανούμισαι με την πεποίθησιν ότι θα εσφάζοντο από τον «Γιουνάν ασκέρ» είχον ανυψώσει τα φορέματα των και αποκαλύπτουσαι γυμνά τα απόκρυφα μέλη των εκάλυπτον το πρόσωπον και επεκαλούντο το έλεος των στρατιωτών κλαυθμηρίζουσαι Αλάχ, Αλάχ, Αμάν, κλπ. Τι επηκολούθησεν είναι ευνόητον. Τα ρεμάλια αυτά (όπως εκαλούντο οι γενειοφόροι υπερήλικες οπλίται των μετόπισθεν), εκπλαγέντα κατ' αρχάς προ του θεάματος των γυμνών θελγήτρων των χανουμισών επωφελήθησαν της περιστάσεως κλπ . . . Κατά την ανάκρισιν τινές εξ αυτών εδικαιολογήθησαν ότι αγνοούντες την Τουρκικήν εθεώρησαν πρόκλησιν τας επιφωνήσεις των γυναικών . Kατά την γνώμην μου και εκ των καταθέσεων γυναικών τινων είναι βέβαιον ότι αύται επροκάλεσαν πιθανότατα τους στρατιώτας δια να σώσωσιν την ζωήν των. Επιστρέψας εις την μεραρχίαν υπέβαλον αυθημερόν το πόρισμα της ανακρίσεως προς το Γενικόν Στρατηγείον, αναγραφών ως συμπέρασμα ότι δεν έλαβεν χώραν βιασμός και δεν υπήρχον συνεπώς στοιχεία επιβολής κυρώσεων. Εις το τέλος του πορίσματος ανέγραφον την φράσιν: «Υπό τοιούτους όρους ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω».
Ο αείμνηστος Χατζηανέστης—άτεγκτος τηρητής του Διεθνούς Δικαίου— έκρινεν πεπλανημένον το πόρισμα μου και απρεπή την τελευταίαν φράσιν. Ευτυχώς, ως έμαθον παρά αξιωματικού του Γενικού Επιτελείου, ο Αρχιστράτηγος Διάδοχος Κωνσταντίνος δεν συνεφώνησε με την γνώμην του. Το ανωτέρω γεγονός ήτο ως ανέφερον και το μοναδικόν κρούσμα κατά τον Τουρκικόν πόλεμον.
6. Πως απεσοβήθη στάσις στρατιωτική εν Βερροία.
Μίαν ημέραν εις την Βέρροιαν, ενώ ειργαζόμην εις το γραφείον μου μετά των αξιωματικών μου, έρχεται ο σύνδεσμος της III Μεραρχίας (Δαμιανού) και μοι αναφέρει ότι η Μεραρχία επανεστάτησεν, οι στρατιώται φωνάζουν «ψωμί, ψωμί» και ότι η επιμελητεία ήτο ανίσχυρος να εύρη άρτον και τρόφιμα. Η κατάστασις ήτο θλιβερά και ηπειλείτο η διάλυσις της Μεραρχίας, διότι οι αξιωματικοί ήσαν ανίσχυροι να επιβληθώσι. Απησχολημένος ως ήμην, απήντησα, χωρίς να σκεφθώ: «Και τί ημπορώ να κάμω εγώ; ας φροντιση ο κ. Μέραρχος». Αναλογισθείς όμως τον κινδυνον έτρεξα προς τον Διάδοχον και ανέφερον εις αυτόν τα διατρέχοντα. Ο Κωνσταντίνος μοι απήντησε: «Και τι θέλεις να κάμω εγώ;».Εν τη απορία μου τω είπον: «Να ιππεύσητε, Υψηλότατε, και να μεταβήτε εις τον καταυλισμόν της Μεραρ­χίας και να τους εμψυχώσητε». Πράγματι ο Αρχηγός διατάσσει και του φέρουν τον ίππον του και μεταβαίνει εις την επισταθμίαν της III Μεραρχίας, ευρισκομένην έξω της πόλεως παρά τον σιδηροδρομικόν σταθμόν Θεσσαλονίκης. Άμα έφθασεν εκεί ο Διάδοχος, oι στασιασταί στρατιώται τον περιεκύκλωσαν ζητούντες «ψωμί". Τους ωμίλησε περί πειθαρχίας, τους συνέστη­σε να πειθαρχήσωσιν εις τους αρχηγούς των, να κάμωσιν υπομονήν και τα τοιαύτα, Η φωνή όμως του στομάχου των στρα­τιωτών ήτο ισχυρότερα και πειστικοτέρα της φωνής του Αρχι­στρατήγου, της φωνής της πειθαρχίας, και ο Διάδοχος ευρέθη εις λίαν δυσχερή θέσιν. Τότε τους εφώναξε: «Ε, λοιπόν τί θέλετε;». «Ψωμί- ψωμί» εφώναξαν. Και o Κωνσταντίνος με την επιβλητικήν του φωνήν τους φωνάζει : «Να, εκεί πέρα είναι η Θεσσαλονίκη, πηγαίνετε εκεί, να εύρετε ψωμί». Οι στρατιώται, οιστρηλατηθέντες με την λέξιν Θεσσαλονίκη, συνήλθον και εζητωκραύγασαν υπέρ του Διαδόχου και με τας ζητωκραυγάς αυτάς εκάλυψαν τας φωνας των στομάχων. Η στάσις κατεστάλη' κατόπιν η Επιμελητεία ευρήκε, ίσως χρησιμοποιήσασα την συνταγήν του Διάδοχου, τα αναγκαιούντα τρόφιμα.

7. Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων από τον Ελληνικό στρατό. 
«Η είσοδος ήταν μεγαλοπρεπής, πανηγυρική' μας έδωσε την εντύπωσι ότι εζήσαμε μια σπάνια, αλησμόνητη ώρα, ότι αισθανθήκαμε το θριαμβευτικό πέρασμα της Ιστορίας. Χθες ο Διάδοχος της Ελλάδος, χθες ο νικηφόρος Ελληνικός στρατός μπήκε στα Γιάννινα.
»Οι πριγκήπισσες Ελένη και Αλίκη της Ελλάδος, ντυμένες με ταγιέρ και καπέλλα από γούνα, εστέκοντο όρθιες στο άνοιγμα του κεντρικού παραθύρου (του Διοικητηρίου) : η Πριγκήπισσα Ελένη, μελαχροινή και ψηλή, η Πριγκήπισσα Αλίκη, πιο μικροκαμωμένη, με λαμπρό ξανθό χρώμα' και οι δυο χαριτωμένες, χαμογελαστές, ακτινοβολώντας νεότητα, η μια με περισσότερο μεγαλείο, με περισσότερη χάρι η άλλη. Αντί για ακολουθία, οι Υψηλότητές τους είχαν την παράταξι των Αδελφών του Ερυθρού Σταυρού.
»...Ένα πρωί, από τα πρώτα εκείνα πρωινά της Ανοίξεως, που ξανοίγει στο θείο ξανάνιωμα του κόσμου... Και στα ελευθερωμένα Γιάννινα όλα ήταν ξανάνιωμα και φως!
»Όταν αντήχησαν οι κανονιοβολισμοί που ανήγγειλαν την είσοδο του Διαδόχου, ρίγος διέτρεξε τους ανθρώπους και σαν να μετεδίδετο και στα πράγματα... Κεφάλια ξαναμμένα από ενθουσιασμό, εκατοντάδες, χιλιάδες κεφάλια!... Στους εξώστες, στα παράθυρα και τις στέγες κυανόλευκες σημαίες κυματίζουν σα φτερά. Γενεές γενεών επερίμεναν του κάκου τη στιγμή αυτή πού έρχεται. Γέροι την ευχήθηκαν στο θλιβερό χειμώνα της σκλαβιάς, σαν ύστατη χάρι του ουρανού. Ετοιμοθάνατοι την περίμεναν μάταια και στην τελευταία πνοή τους την εθρήνησαν που δεν ερχόταν, την εθρήνησαν περισσότερο από τη ζωή τους... Και να την!... Πλησιάζει η στιγμή αυτή! Αυτήν είναι!... Νομίζω πώς ακούω τις καρδιές να κτυπούν!
»Στις δύο πλευρές της πλατείας, ακίνητοι ιππείς παρατεταγμένοι. Καταγής αναρίθμητα κόκκινα κουρέλια. Επάνω στα κομμάτια των ξεσχισμένων φεσιών ο Διάδοχος Κωνσταντίνος, συνοδευόμενος από μικρή απόστασι από τους Πρίγκηπες Ανδρέα, Χριστόφορο, Γεώργιο και Αλέξανδρο, τον στρατηγό Δαγκλή και όλο το Επιτελείο, περνά.... Ξεσπούν ζητωκραυγές πού μεταδίδονται παντού, φρενιτιώδεις, γεμάτες χαρά τόσο μεγάλη, που φαίνεται σα να σπάζη τα στήθη, στενά για να τη συγκρατήσουν' και οι φωνές, ανίσχυρες να την εκφράσουν, να την μεταδώσουν στον αέρα, να σμίξουν με την παγκόσμια χαρά, με τη μεγάλη χαρά του ξανανιώματος της γης!... Άνθη, κλαδιά δάφνης, αρώματα, κόκκοι ρυζιού —σύμβολα πίστεως και διαρκείας— ραίνουν τα βήματα του Νίκη του... Ο Ελληνικός Ύμνος, ο Ύμνος της Ελευθερίας, αντηχεί θριαμβευτικός.... Αφού εχαιρέτισε με το ξίφος ο Διάδοχος Κωνσταντίνος με ωραίο και ευγενικό παράστημα, βασιλικώτατος σε μεγαλείο, τέλειος στρατηλάτης, πάνω στο ψηλό, περήφανο άλογό του, με τη στολή του από ανοιχτό ύφασμα που οι ανταύγειες των επωμίδων και οι λαμπρές ακτίνες του ήλιου την δείχνουν ολόχρυση, ο Διάδοχος Κωνσταντίνος κατευθύνεται προς τον Μητροπολιτικό ναό, όπου θα γινόταν δοξολογία...
»Κωνσταντίνος! Κωνσταντίνος! Τι γόητρο έχει αυτό το όνομα που επαναλαμβάνουν όλοι μέσα σ' ένα είδος παραληρήματος! Άλλοτε, κατά τις ζοφερές ημέρες της πολιορκίας, είχε αναζωπυρώσει τις ελπίδες και κεντρίσει τις φαντασίες... Δεν προέλεγε μία λαϊκή προφητεία ότι η Βυζαντινή Ελληνική Αυτοκρατορία που χάθηκε επί Κωνσταντίνου, επρόκειτο να ανασυσταθή από Κωνσταντίνο και πάλι; Και να ο Κωνσταντίνος της Ελλάδος ανέκτησε τα Γιάννινα!» .
(Γκυ Σαντεπλέρ: Η πολιορκημένη πόλις.)

ΒΑΣΙΛΕΙΑ  ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ  ΙΒ

1. Τo σιδερένιο δακτυλίδι της κυρίας Υψηλάντη.
O γυναικάδελφος μου Έκτωρ Ρωμάνος, αυλάρχης της Α. Υ. του Πρίγκηπος Νικολάου, προσέφερε εις την κατοικίαν του, κατά Σεπτέμβριον του 1914, τσάι εις τιμήν των Υψηλοτήτων. Όλοι οι πρίγκηπες και αι πριγκήπισσαι καθώς και μερικοί Αυλικοί παρίσταντο. Και ακριβώς την ημέραν εκείνην είχε φθάσει εκ Βιέννης η κυρία Υψηλάντη. Συνομιλών μετ' αυτής, παρετήρησα εις το χέρι της ένα κοινότατον δακτυλίδι το οποίον είλκυσε την προσοχήν μου, Την παρεκάλεσα να με αφήση να το κοιτάξω. Το δακτυλίδι ήτο σιδηρούν και δεν είχε το παραμικρόν κόσμημα, εκτός δύο λέξεων χαραγμένων λατινιστί: Υπέρ Πατρίδος. Η δε κυρία Υψηλάντη μου εξήγησε ότι επρόκειτο περί διακρίσεως παρεχομένης εν Αυστρία εις τας κυρίας αι οποίαι είχαν προσφέρει τα διαμαντικά των προς ανακούφισιν των πολεμικών αναγκών. Η Πριγκήπισσα Υψηλάντη είναι Ουγγαρίς την καταγωγήν αλλ' Ελληνίς από τον γάμον της με τον Θεόδωρον Υψηλάντην, τον σταυλάρχην του τέως Βασιλέως. Καίτοι η Αυστρία, — παρά τα όσα πιστεύει ο Γ. Στρέϊτ, —-δεν μας έδειξεν από εκατόν και πλέον ετών, παρά κακοβουλίαν και ανθελληνισμόν, δεν μπόρεσα ή να εκφράσω μεγαλοφώνως τον θαυμασμόν μου δια την τόσον ωραίαν και πατριωτικήν αυτήν ιδέαν. Η Μεγάλη Δούκισσα Ελένη, η σύζυγος του Πρίγκηπος Νικολάου, βλέπουσα με να κρατώ το δακτυλίδι με ηρώτισε τί ήτο. Της το έτεινα εξηγών εις αυτήν το πράγμα με ολίγας λέξεις. Δεν είχα ακόμη τελειώσει τας εξηγήσεις μου, όταν αίφνης η Α. Υ. μου επιστρέφει το δακτυλίδι με μίαν χειρονομίαν απότομον αλλά και υπέροχον, και μου εγύρισε σχεδόν την πλάτη δια να μου δείξη καλύτερα την αγανάκτησίν της διότι είχα τολμήσει, παρουσία της, να θαυμάσω κάτι τι το γερμανικόν!
(Georges M.Melas: L' ex-Roi Constantin.PAYOT PARIS)
2. Ο Κάϊζερ της Γερμανίας και η τύχη της Καβάλας.
Όταν ο Βενιζέλος που βρισκόταν στο Βουκουρέστι για την ομώνυμη διάσκεψη, αντιλήφθηκε ότι η πόλη της Καβάλας κινδύνευε να περάσει κάτω από τον έλεγχο της Βουλγαρίας φρόντισε να επικοινωνήσει αμέσως με το Γενικό στρατηγείο ζητώντας τη βοήθεια του Βασιλιά Κωνσταντίνου. Χρειαζόταν να ανατραπεί άμεσα το αντιελληνικό μέτωπο Ρώσων και Αυστριακών και ο μόνος που μπορούσε να το επιτύχει ήταν ο Κάϊζερ της Γερμανίας.
Αυθημερόν (17/30 Ιουλίου) ο Κωνσταντίνος τηλεγραφεί στη γυναίκα του Βασίλισσα Σοφία ,αδελφή του Κάϊζερ
"Έμαθον προ ολίγου εμπιστευτικώς εκ Βουκουρεστίου, ότι θα ήτο υψίστης δι' ημάς σημασίας, εάν εστέλλετο από το Βερολίνον μία λέξις εις τον Βασιλέα Κάρολον της Ρουμανίας και την κυβέρνησίν του, δια να υποστηρίξουν τας αξιώσεις μας περί Καβάλας. Λάβε τη καλωσύνην να τηλεγραφήσης εις τον Βίλλυ(Γουλιέλμο) , μέσω της γερμανικής πρεσβείας, με την παράκλησιν να είπη μίαν καλήν λέξιν....
Δίχως να χάσει χρόνο η Βασίλισσα (18/31 Ιουλίου) τηλεγραφεί στον αδελφό της τον Αυτοκράτορα: "O Tίνος μου ετηλεγράφησεν αυτήν την στιγμήν , με την παράκλησιν να σου γνωστοποιήσω ότι θα ήτο πολύ σπουδαίον δι ημάς , εάν ήθελες δια μιας συστάσεως , να επηρεάσης τον Βασιλέα της Ρουμανίας , όπως δεχθή τα αιτήματα της Ελλάδος όσον αφορά την Καβάλα.
Ένα καινούριο τηλεγράφημα ταξιδεύει από το Βερολίνο στο Βουκουρέστι με ημερομηνία 1 Αυγούστου δηλαδή 19 Ιουλίου με το παλιό ημερολόγιο.
"Αυτού μεγαλειότητα Βασιλέα ,Βουκουρέστιο. Δύνασαι να κάμης τίποτε δια την Καβάλαν; Αποβλέπω συμπαθώς εις το ζήτημα τούτον.Γουλιέλμος.
Το ζήτημα της Καβάλας είχε λυθεί με τρία τηλεγραφήματα σε διάστημα μόλις τριών ημερών, σε μια εποχή. που η γερμανοφιλία δεν χαρακτηριζόταν ακόμα "εσχάτη προδοσία".
(Τα στοιχεία από το έργο του Γ,Βεντήρη: H Ελλάς του 1910-20)
3. Περί Εθνικού διχασμού.
Κάποτε — πολύ πρόσφατα — είχα μια συζήτηση με τον πολιτικό και ιστορικό Σπύρο Μαρκεζίνη σχετική με τα πρόσωπα-πρωταγωνιστές του Διχασμού.
Ο Μαρκεζίνης μου αφηγήθηκε το παρακάτω καταπληκτικό, σχετικά με τα αισθήματα που έτρεφε η βασιλική οικογένεια για τον Ελ. Βενιζέλο:
«Άκου, αγαπητέ μου, μου είπε. Έχω μαγνητοφωνημένη ομιλία της πριγκήπισσας Ελένης, στην οποία αποκαλύπτει ότι ο βασιλεύς Κωνσταντίνος, οι πρίγκηπες Γεώργιος και Νικόλαος και γενικά όλοι οι πρίγκηπες ήταν βενιζελικοί. Μόνο η βασίλισσα Σοφία ήταν εναντίον της πολιτικής του Ελευθερίου Βενιζέλου. Αλλά όχι εναντίον του Ελ. Βενιζέλου προσωπικά. Κάποτε η Κυρία επί των Τιμών Κοντοσταύλου εξετράπη με εκφράσεις ανεπίτρεπτες εναντίον του Ελευθερίου Βενιζέλου. Τότε η βασίλισσα Σοφία παρενέβη και της είπε:
» "— Δεν επιτρέπω να μέμφονται τον πρώην πρωθυπουργόν μου και ίσως και αύριον πρωθυπουργόν, εντός των Ανακτόρων και μάλιστα παρουσία μου.,,
»Και συνέχισε η πριγκήπισσα Ελένη: "Η μητέρα μου πίστευε τότε, όπως και πολλοί άλλοι, ότι τον πόλεμο θα τον κέρδιζε η Γερμανία. Άλλωστε ο Κάιζερ δεν ήταν Χίτλερ. Και ας μη λησμονείτε, ότι χάρη στην παρέμβαση της Γερμανίας δόθηκαν στην Ελλάδα οι Σέρρες, η Δράμα και η Καβάλα, τις οποίες οι άλλες δυνάμεις παρεχώρουν στη Βουλγαρία. Δεν ήτο αντιβενιζελική η Σοφία με την έννοιαν που της αποδίδεται. Πίστευε στη δύναμη της Γερμανίας και συνεπώς στη νίκη της,,».
Αυτά άκουσα από το στόμα του συνομιλητή μου. Ομολογώ, ότι για πρώτη φορά τα άκουσα αυτά και το ότι ο Κωνσταντίνος ήταν βενιζελικός, αλλ' ότι παρασυρόταν από τη Σοφία. Η πηγή είναι σημαντική και νομίζω ότι αξίζει να γίνουν γνωστά στην κοινή γνώμη όσα από τα λεγόμενα σχετικά με το Διχασμό έγιναν πραγματικά, δηλαδή γύρω από το δράμα εκείνο που το πλήρωσε το ελληνικό έθνος.
(Γιώργος Κ. Σκούρας: Οι 42 Πρωθυπουργοί 1922-1981 Ελληνική Ευρωεκδοτική 1985)
4. Ο .... Γερμανόφιλος Στρατηλάτης Βασιλιάς Κωνσταντίνος.
O Ντενύ Κοσέν (ύστερα από πρόταση του Αρ.Μπριάν στο Υπουργικό Συμβούλιο στάλθηκε στην Ελλάδα για διαβουλεύσεις με τη Κυβέρνηση και το Βασιλέα) έφθασε στην Ελλάδα από το Μπρίντεζι μέσω Κερ­κύρας και Πατρών. Έγινε δεκτός με ενθουσιώδεις εκδηλώσεις. Εξεπλάγη: ελέγοντο τόσα στο Παρίσι. Η δε Πάτρα ήταν το εκλογικό τι­μάριο του Γούναρη. Οι καλύτεροι βασιλόφρονες δεν ήταν λοιπόν γερμανόφιλοι; Αποκάλυψις.
Στην Αθήνα έφθασε τα μεσάνυκτα της 3)16 Νοεμβρίου: ολόκλη­ρη η πόλις φωταγωγημένη' άπειρο πλήθος στο σταθμό και στους δρό­μους απ' όπου θα περνούσε' παρατεταμένες εκδηλώσεις μπροστά στο ξε­νοδοχείο του μέχρι τις δύο μετά τα μεσάνυκτα: «Ζήτω η Γαλλία! Ζήτω η Γαλλία!»
Την επομένη είδε τον πρωθυπουργό. Του εμίλησε για την κατάστασι των συμμαχικών στρατευμάτων, που ερρίχθηκαν από τους Γερ­μανούς στο ελληνικό έδαφος' διεμαρτυρήθη ζωηρά κατά της ιδέας ότι ήταν δυνατό να αφοπλισθούν από την Ελλάδα' του ετόνισε το ισχυρό επιχείρημα ότι είχαν προσκληθή από την Κυβέρνησι Βενιζέλου. Ο Σκουλούδης του απάντησε ότι δε βρήκε ούτε ίχνος από το γεγονός αυτό στους φακέλλους του Υπουργείου των Εξωτερικών, ότι δεν ήξερε παρά μόνο την κατηγορηματική διαμαρτυρία του Βενιζέλου, αλλά ότι θα σεβόταν τις υποχρεώσεις των προκατόχων του ' υπεσχέθη λοιπόν ότι τα συμμαχι­κά στρατεύματα θα εξακολουθούσαν να έχουν στο ελληνικό έδαφος όλες τις ευκολίες που συμβιβάζονται με την ουδετερότητα του εδάφους αυτού και ότι αυτό έπρεπε να αποτελέση αντικείμενο συνεννοήσεως μεταξύ της διοικήσεως των συμμαχικών στρατευμάτων και των ελληνικών αρχών.
Την 5/ 18 Νοεμβρίου ο Ντενύ Κοσέν έγινε δεκτός από τον Βα­σιλέα.
«Λοιπόν, κύριε Κοσέν, ενομίζατε ότι θα επέφτατε μέσα σε Μπος ! Ομολογήστε πως γελαστήκατε. Σας έγινε χθες υποδοχή που θα εμείνατε ευχαριστημένος, φαντάζομαι... Εσείς εκεί στη Γαλλία με κρίνετε πολύ άσχημα, με φαντάζεσθε αφοσιωμένο στη Γερμανία: Αλλά δεν είμαι ούτε Γερμανός, ούτε Γάλλος' είμαι Έλλην. Στην Ελλάδα εγεννήθην και έζησα. Είναι ανοησία να μου ζητούν να υπερασπίσω άλλα συμφέρον­τα εκτός από τα ελληνικά».
Κα! πρόσθεσε ζωηρότερα ο Βασιλεύς: «Μεταξύ εμού και της Γαλ­λίας υπάρχουν παρεξηγήσεις. Δυο φορές, τον Αύγουστο του 1914 και εφέτος τον Μάιο, εξουσιοδότησα τους Υπουργούς μου να υποβάλλουν στην Κυβέρνησί σας συγκεκριμένες προτάσεις, που να μπορούν ενδεχομέ­νως να οδηγήσουν και μέχρι τη στρατιωτική συνεργασία.
»Γιατί η Γαλλία δε μου έκανε την τιμή να μου απαντήση;
»Γιατί αρνήθηκε να εγγυηθή την ακεραιότητα του εδάφους μου;
Αφήσατε να περάση η ευκαιρία. Αντί να συνεννοηθήτε μαζί μας, επροτιμήσατε να παζαρεύετε με τους εχθρούς μας. Ετρέφατε τη χίμαιρα του βαλκανικού συνασπισμού. Του κάκου σας προειδοποίησα, από το Φε­βρουάριο ήδη, ότι δεν θα γινόταν τίποτε με τη Βουλγαρία που είχε ήδη συνεννοηθή με τη Γερμανία και είχε προσδεθή στο άρμα των Κεντρι­κών Αυτοκρατοριών' δεν θελήσατε να με ακούσετε. Για να ικανοποιή­σετε τους Βουλγάρους, μου ζητήσατε να εγκαταλείψωμε την Καβάλλα την οποία αποκτήσαμε με αίμα και της οποίας ο πληθυσμός είναι εξ ο­λοκλήρου ελληνικός από φυλή και παράδοσι»......


ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

1. Ο Βασιλιάς Αλέξανδρος στη Πάνορμο.
Ο «ΑΒΕΡΩΦ» ξεκινάει προς βορράν και ανατολικά με τον Αλέξανδρο απογοητευμένο διότι δεν αποβιβάσθηκε στη Σμύρνη, αλλ' αποφασισμένο στην επόμενη ευκαιρία να παρακούσει. Το πλοίο περνάει τα Στενά και εισέρχεται με αναπεπταμένη την ελληνική σημαία στην Προποντίδα, óπου βλέπουν τα αγγλικά μεταγωγικά σκάφη να μεταφέρουν ελληνικό στρατό από την περιοχή της Πανόρμου προς τις ακτές της Θράκης.
Στον «ΑΒΕΡΩΦ» φθάνει σήμα από τον Άγγλο ναύαρχο με την παράκληση όσο το πλοίο βρίσκεται κοντά στην Πάνορμο να μην αποβιβασθεί η Αυτού Μεγαλειότης ο βασιλεύς, πάντοτε για να μη δημιουργηθούν διπλωματικές περιπλοκές με τους Τούρκους.
Αυτή τη φορά ο Αλέξανδρος οργίζεται. Δεν αντέχει άλλο αυτούς τους ανόητους περιορισμούς, και ξεχνώντας προς στιγμήν την επίσημη ιδιότητα του αποφασίζει να κάνει, όπως όταν ήταν απλός πρίγκιπας, τη «σκανταλιά» του... Φωνάζει τον ναύαρχο Γέροντα, πρώην υπασπιστή του και νυν διοικητή της μοίρας του ελληνικού στόλου στην περιοχή, και του λέει γελώντας: «...Πάρε μία άκατο να βγούμε στην ξηρά να κάνουμε έναν περίπατο... ινκόγκνιτο...» Αποβιβάζονται στην Αρτάκη και σύντομα αναγνωρίζονται από (179) τους ντόπιους, οι οποίοι τους οδηγούν εν θριάμβω στην Πάνορμο. Ο Αλέξανδρος έχει μεθύσει από χαρά. Συνοδευόμενος από ένα πλήθος που παραληρεί αναζητεί το διοικητήριο της πόλεως, όπου ανεβαίνει στο μπαλκόνι -από κάτω το πλήθος έχει καταληφθεί από φρενίτιδα- και με τα χέρια του κατεβάζει την τουρκική σημαία και υψώνει τη γαλανόλευκη! Ο Αλέξανδρος πλέει σε πελάγη ευτυχίας. Όχι μόνο χάρισε στους Έλληνες της Πανόρμου μία στιγμή μοναδική αλλά έχει κάνει και τη νεανική «μπραβούρα» του για να πεισμώσει τους Συμμάχους.
2. Φουρτούνα στη ξηρά.
...μίαν βραδυάν (ο Αλέξανδρος) εκάλεσε εις περίπατον εις την Κηφισιάν τον τότε πλοίαρχον Δουργούτην και τον αξιωματικόν του μηχανικού Ιπ. Παπαβασιλείου.
Ο περίπατος έγινεν υπό τας καλυτέρας συνθήκας. Αλλά κατά την επιστροφήν ο Αλέξανδρος παρεσύρθη, ως πάντοτε, από το πάθος του ιλίγγου το οποίον τον κατείχε. Το αυτοκίνητον δεν έτρεχε. Επετούσε. Οι φιλοξενούμενοι, υφίσταντο επί πλέον και όλα τα αναπόφευκτα, ως εκ των ανωμαλιών του δρόμου, τραντάγματα. Μέχρι τινός όμως έκαμναν υπομονήν και επειδή δεν είχαν οικειότητα με τον πρίγκηπα απέφυγαν οιανδήποτε διαμαρτυρίαν. Κάποτε όμως ο Δουργούτης έχασε την υπομονήν του:
—Υψηλότατε! έβαλε την φωνήν. Σταθήτε παρακαλώ, να κατέβω.
Ο Αλέξανδρος προσεποιήθη τον έκπληκτον.
—Γιατί θέλετε να κατεβήτε πλοίαρχε;
—Γιατί, Υψηλότατε, τόσα χρόνια έχω ναυτικός και ποτέ μου δεν είδαν τα μάτια μου στη θάλασσα τέτοια φουρτούνα που με βρήκε σήμερα στη στεριά.
3. Το παράπονο του Στρατηγού.
Με τον Ιωάννου συνέβη τούτο το χαριτωμένο επεισόδιο : Είχε κατέβει για δουλειές από το Μέτωπο στην Αθήνα κ' έλαβε πρόσκληση του Βασιλέως να πάγη για πρόγευμα στο παλάτι του Τατογιού. Ο Αλέξανδρος έτρωγε πολύ απλά, ποτέ περισσότερα από δυο φαγητά, και δεν έπινε κρασί παρά παγωμένη κερκυραϊκή τσιτσιμπύρα, χειμώνα-καλοκαίρι. Σερβίρισαν λοιπόν κατά την ανακτορική συνήθεια, την ημέρα του γεύματος του Ιωάννου, πρώτα πιλάφι με γαρίδες κ' έπειτα μπιφτέκια. Όταν μετά το δεύτερο πιάτο παρουσιάστηκε το παγωτό, ο στρατηγός είπε στον Βασιλέα :
— «Επιτρέπεται, Μεγαλειότατε, να ρωτήσω κάτι για το τραπέζι που μου κάνετε; Τελειώσαμε;»
— «Βέβαια. Τί άλλο θέλεις;»
— «Με συγχωρείτε, αλλά πεινώ.Εγώ στο στρατηγείο μου καλοτρώω, Μεγαλειότατε. Είμαι, δα, κοτζάμ άντρας. Είπα λοιπόν μέσα μου : αφού εγώ στην ερημιά μαγειρεύω τέσσερα φαγητά, στο παλάτι θα μου δώσουν έξι. Για να μη χορτάσω γρήγορα, πήρα λίγο από τα δύο πρώτα και, έτσι που τα κατάφερα, τώρα πεινάω. Θέλετε να γυρίσω πίσω και να πω στα παιδιά του Μετώπου ότι μου έκαμε τραπέζι ο Βασιλιάς μας κ'έφυγα πεινασμένος;»
Ο Αλέξανδρος διάταξε γελώντας να ξαναρχίση το σερβίρισμα όσο να χορτάση ο στρατηγός.
(Χ .Ζαλοκώστα: Αλέξανδρος)
4. Ελληνικά πολεμικά εις το Κεράτιο.
Εις τας 9 η ώρα η συγκίνησις αποκορυφούται. Ο Διοικητής του Συντάγματος Τσολακόπουλος-Ρέμπελος οργανώνει μια αναμνηστική μικρά τελετή εις πανηγυρισμόν της εμφανίσεως των πρώτων τμημάτων τακτικού ελληνικού στρατού εις τον Κεράτιον. Διέταξε , δηλαδή, και παρετάχθησαν ένοπλοι οι άνδρες του 34ου συντάγματος εις το κατάστρωμα του «Τίγρεως». Ακολούθως μέσα στην απόλυτη σιγή- πειθαρχίας και αφθάστου συγκινήσεως- έδωσε διαδοχικώς και με τρέμουσαν φωνήν τα παραγγέλματα:
-Προσοχή…
-Εφ΄όπλου λόγχη….
-Παρουσιάσατε άρμ…
Και ενώ οι σαλπιγκταί ανέκρουαν το σάλπισμα της σημαίας , οι αξιωματικοί εχαιρετούσαν με τα ξίφη και οι στρατιώται παρουσίαζον όπλα εξεδίπλωσε επάνω εις την γέφυραν του πλοίου και εκυμάτισεν υπερήφανα στην πρωινή αύρα του Βοσπόρου η τιμημένη Γαλανόλευκη του Συντάγματος. Συνάδελφοι, που έζησαν την ιστορικήν εκείνην στιγμήν, μου αφηγούντο αργότερα , ότι δεν γνωρίζουν τι ακριβώς συνέβη εν συνεχεία. Τέτοια ήταν η εθνική ανάτασις και μεταρσίωσις που όλων και των πλέον ψυχρών τύπων τα βλέφαρα ήσαν δακρυσμένα και όλα τα ελληνικά μάτια έβλεπαν για μερικά λεπτά θολά… Όλοι μόνον ήκουσαν- δεν είδον!..- τον Διοικητή τους που είχε την θαυμασίαν αυτήν έμπνευσιν ν’ αναφωνή: «Ζήτω το Έθνος», ιαχή που επανελήφθη διατόρως από μυριάδας στομάτων. Συγχρόνως όμως η εθνική εκδήλωσις που τελετουργικώς συνέβαινεν επάνω εις το «Τίγρις» μετεδίδετο και έξω από το πλοίον. Διότι μόλις είδαν την επίσημη στρατιωτική σημαία του 34ου πεζικού συντάγματος επάνω εις την γέφυραν του πλοίου , το ηγκυροβολημένον λίγο πιο πέρα ελληνικόν θωρηκτόν «Αβέρωφ» (πλοίαρχος Χατζηκυριάκος) και το ελληνικόν αντιτορπιλλικόν «Κεραυνός» (πλωτάρχης Θεοχάρης) υψώνουν αμέσως επί του πρωραίου ιστού την ελληνικήν σημαίαν. Ταυτοχρόνως , τα πληρώματά των παρεττάσσοντο επί του καταστρώματος και εζητοκραύγαζαν Παραλλήλως τα εις τον Βόσπορον ορμούντα συμμαχικά θωρηκτά και λοιπά πολεμικά πλοία , τιμής ένεκεν, έσπευσαν να υψώσουν εις τον πρωραίόν τους ιστόν την ελληνικήν σημαίαν και όλων αι μουσικαί ανέκρουσαν τον Εθνικόν μας Ύμνον.
(Δ.Βακάς: Μεγάλη Ελλάς.Ελευθέριος Βενιζέλος Πολεμικός Ηγέτης)
5. Ο Βασιλιάς Αλέξανδρος στη Κωνσταντινούπολη.
Ακόμα μια μέρα ευτυχίας, η 21η Ιουλίου, μέρα αξέχαστη, που είδε ο Βασιλεύς την Κωνσταντινούπολη. Είχε ζητήσει επίμονα να του επιτραπή να περάση το Βόσπορο, μα ο Βενιζέλος φοβήθηκε μήπως γέννηση ζητήματα αυτή η επίσκεψη. Επί τέλους, παρά τις διαμαρτυρίες των Συμμάχων, συμφώνησαν να μη σταματήση καθόλου ο «Αβέρωφ» και να κατεβάση, την ώρα που θα περνά από την Πόλη, το βασιλικό σήμα, ώστε να μην υποχρεωθούν τα τουρκικά πυροβολεία και τα πολεμικά των Συμμάχων να τον χαιρετίσουν με κανονιοβολισμούς. Μόνον όταν προσπέρασε ο «Αβέρωφ» τα Καβάκια, όπου στάθμευαν οι στόλοι των τριών Συμμάχων, τα πληρώματα των ξένων θωρηκτών, παραταγμένα στο κατάστρωμα, χαιρέτησαν τον Αλέξανδρο, ενώ οι μουσικές τους έπαιξαν τον ελληνικό ύμνο. Μα τί κι αν δεν ακούστηκαν κανονιές; Διακόσιες χιλιάδες ομογενείς μαζεμένοι στο Βόσπορο ζητωκραύγαζαν με τέτοια τρέλα πού θα σκέπαζαν οι φωνές τους τις βροντές των στόλων. Ο κόσμος έτρεχε στην παραλία ακολουθώντας το θωρηκτό μας, που σιγόσχιζε τα νερά, και πλήθαινε ολοένα, όσο να καταντήση έξω από την Πόλη σωστή μυρμηκιά. Στην ασιατική ακτή φαινόταν παραταγμένο το τάγμα Βλαχοπούλου, που παρουσίαζε όπλα. Από τις βίλες της ακτής κουνούσαν σημαίες και σεντόνια, ενώ στη θάλασσα πολλές εκατοντάδες βάρκες, φορτωμένες κόσμο, ανάγκαζαν τον «Αβέρωφ» ν' ανακόψη ακόμα περισσότερο το δρόμο του για να μην αναποδογυρίση καμιά. Τόσο πολύ πλησίαζαν οι βάρκες το πλοίο ώστε του ς φώναζαν από την πλώρη με τηλεβόα: «Φευγάτε από μπρος. Θα πνιγήτε!» 'Ο κυβερνήτης Μαυρουδής γυρίζει και λέει του Βασιλιά:— «Αλησμόνητο θέαμα, Μεγαλειότατε. Ο Θεός Σας αξίωσε να το δήτε!»
— «Ναι, άπαντα εκείνος, τώρα καταλαβαίνω τί συγκίνηση μπορεί να κρύβη η λαϊκή φράση : "Θα πάρουμε την Πόλη και την Αγια-Σοφιά"»
Ο Αλέξανδρος, ακίνητος στη γέφυρα, ωχρός και δακρυσμένος, δεν χόρταινε να κοιτάζη το εξαίσιο θέαμα, και μόνο κάθε τόσο ψιθύριζε :
— «Σαν ψέματα μου φαίνεται...»
(Χρήστος Ζαλοκώστας : Αλέξανδρος.Εκδόσεις "ΑΛΦΑ" )
6.Ελληνικός στρατός στη Κωνστάνζα.
H άφιξη στη Κωνστανζα του ατμόπλοιου "Αυτοκράτορας Αλέξανδρος" δίνει στη πόλη ένα χαρακτήρα γιορταστικό. Το πλοίο πέρα από μια εκατοστή τηλεγραφιστές μεταφέρει το στρατηγείο του Α Σώματος και εκείνο της 13ης Μεραρχίας.
Ένα πρωί ξημερώσαμε στο λιμάνι της Κωνστάντζας όπου μείναμε 2 μέρες .Βγήκαμε έξω, γυρίσαμε την πόλη ,είδαμε τα κέντρα της, το άγαλμα του Ρωμαίου ποιητή Οβίδιου που πέθανε εκεί εξόριστος και βρήκαμε κει και το 2ο σύνταγμα πεζικού που είχε μεταφερθεί απ' την Κριμαία στη Σεβαστούπολη.Συνάντησα τον αντισυνταγματάρχη Γρηγοριάδη, λοχαγούς Φλούλη,Φιωτάκη και άλλους γνωστούς και έμαθα μερικά απ΄τη ζωή τους και τις μάχες τους , ιδιαίτερα από τον Φλούλη......... Το απόγευμα της μέρας που φτάσαμε στην Κωνστάντζα , βγήκε η μουσική του Σ. στρατού στην πλατεία και έπαιξε διάφορα κομμάτια. Καθόμουνα στο ζαχαροπλαστείο της πλατείας με το συνταγματάρχη Διγενή , που διοικούσε το κλιμάκιο του στρατηγείου και ήρθε ο Ρουμάνος φρούραρχος, ταγματάρχης Κοστίνι, και ζήτησε από το Διγενή αν ήταν δυνατόν η μουσική να παίξει κανένα ελληνικό κομμάτι.Στην πόλη υπήρχαν πολλοί Έλληνες και η γυναίκα του ακόμα ήταν Ελληνίδα και θα της έκανε μεγάλη χαρά. Ο Διγενής υποσχέθηκε την άλλη μέρα πως η μουσική θάπαιζε ελληνικά κομμάτια .Πραγματικά, το απόγευμα της επομένης, η μουσική , από την παραλία, ξεκίνησε για την πλατεία με το εμβατήριο "Μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά". Όταν έφτασε στην πλατεία , οι μουσικοί τοποθέτησαν τ΄αναλόγιά τους και άρχισαν να παίζουν ελληνικά κομμάτια. Οι Έλληνες έκλεισαν τα μαγαζιά τους μόλις πήραν χαμπάρι , κατέβηκαν στην πλάτεία και έστησαν τον χορό αρχίζοντας με το τραγούδι "Κάτου στου Βάλτου τα χωριά". Πού βρέθηκαν εκείνοι οι Έλληνες; Μαζεύτηκαν χιλιάδες .Πολλοί ήταν έφεδροι του ελληνικού στρατού και μόλις απολύθηκαν γύρισαν στις οικογένειές τους. Όταν η μουσική τέλειωσε και κίνησε να φύγει πάλι με το ίδιο εμβατήριο, σχηματίστηκε μια φάλαγγα απ' τους εφέδρους και συνόδευσε τη μουσική τραγουδώντας το ίδιο εμβατήριο. Για μας, πρώτη φορά βλέπαμε αυτό το πράγμα και δεν φανταζόμασταν πως ήταν στην Κωνστάντζα τόσοι Έλληνες και με τέτοιο ηθικό , ήταν μια ευχάριστη αποκάλυψη.Μα και οι Γάλλοι, που παρακολουθούσαν όλοι τη σκηνή αυτή, τάχαν χαμένα ."Μα Ρουμανία είναι δω, έλεγαν, ή Ελλάδα!" ................


ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΑΒΑΣΙΛΕΥΤΟΥ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

1. Ο Μεγαλόσταυρος εις τον κ. Μουσσολίνι.
Υπό του υπουργού των Εξωτερικών κ Ρούφου απεστάλη χθες την εσπέραν το κάτωθι τηλεγράφημα προς τον πρωθυπουργόν  της Ιταλίας κ. Μουσσολίνι.
Α.Ε  Κύριον Μουσσολίνι
Πρόεδρον της Ιταλικής Κυβερνήσεως. 
Ρώμην.
Εκπληρών λίαν ευχαρίστως εντολήν  του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας  στρατηγού Παγκάλου, αγγέλω την εις υμάς απονομήν του Μεγαλοσταύρου  του Τάγματος του Σωτήρος  εις έκφρασιν υπερόχου προσωπικής εκτιμήσεως και ευχαριστιών  δια το υπέρ της Ελλάδος  εκδηλούμενον ενδιαφέρον της Υμετέρας Εξοχότητος . Είμαι ευτυχής επιλαμβανόμενος  της ευκαιρίας  ταύτης  να εκφράσω προς την Υμετέραν Εξοχότητα τα θερμότερα και ειλικρινέστατα συγχαρητήρια  μου και εξόχου υπολήψεώς μου.
Λουκάς Κανακάρης Ρούφος
Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδος.
2. Το τελευταίο φιλί του αποχωρισμού.Είχε νυκτώσει. Έξω έβρεχε σιγανά. Τα μάτια μερικών Στρατοδικών είχον κοκκινήσει... Ο συνταγματάρχης κ. Δημάρατος ασφαλώς θα είχε προτιμήσει να μην ακούση μερικάς αποστροφάς της αγορεύσεως και της δευτερολογίας του κ.Πωπ.
Αίφνης, όλα ετελείωσαν .
-Οι κατηγορούμενοι έχουν να προσθέσουν τίποτε άλλο; ηρώτησεν ο κ. Μπακόπουλος.
-Τίποτε.
Ώρα 9.15' της εσπέρας ακριβώς. Το πενταμελές Έκτακτον Στρατοδικείον απεσύρετο εις διάσκεψιν. Η αρχή του τέλους!
Εις την αίθουσαν έμειναν οι κατηγορούμενοι , οι ακροαταί , η φρουρά και οι δημοσιογράφοι.
-Οι κ.κ δημοσιογράφοι παρακαλούνται να εξέλθουν , είπεν εις μίαν στιγμήν ο Φρούραρχος κ. Περιβολιώτης. Θα μείνουν μόνον οι κατηγορούμενοι με τους οικείους των.
Στιγμαί τραγικαί . Σύζυγοι, παιδιά , κάποιες γρηούλες, ή μητέρες μερικών.
Ο νεώτερος Τσιγάνες εν τούτοις κατώρθωσε εις μίαν στιγμήν να χαριεντισθή. Εφίλησε την γυναίκα του.
-Το τελευταίο φιλί, του είπε ο αμίλητος συνήθως Σαράφης.
-'Οχι ακόμη. Στο Γουδί θα είναι το τελευταίο.
Και ο Σαράφης σα να έλεγε κάτι πολύ απλό:
-Θα ήτο προτιμότερο να μην έλθη κανείς από τους δικούς μας έως εκεί....
(ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ 1 /4/35)



ΚΑΘΕΣΤΩΣ  4Ης  ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

1 O Μεταξάς ανατρέπει την εκλογή Δαμασκηνού στον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο.
Στις 22 Οκτωβρίου 1938 πέθανε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος και τον χηρεύοντα θρόνο διεκδικούσαν δύο υποψήφιοι: ο Τραπεζούντος Χρύσανθος Φιλιππίδης και ο Κορινθίας Δαμασκηνός. Ο Χρύσανθος ήταν άνθρωπος με ευρύτατη μόρφωση και πλούσιο συγγραφικό έργο, που παρέμενε επί πολλά χρόνια στην Αθήνα ως αποκρισάριος του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Πολιτικά ήταν φανατικός αντιβενιζελικός και ήταν προσανατολισμένος στη γνώμη ότι η Ελλάδα έπρεπε να εγκαταλείψει τη Μεγάλη Ιδέα και να συμβιώσει με τους Τούρκους για να αποτραπεί ο σλαβικός κίνδυνος.
Η εκλογή έχει προσδιορισθεί για τις 5 Νοεμβρίου 1938. Οι πληροφορίες δείχνουν ότι οι δύο υποψήφιοι διαθέτουν ισοδύναμη υποστήριξη, ενώ για ελάχιστους ιεράρχες δεν έχει γίνει γνωστό ποιόν θα ψηφίσουν. Είναι οι ψήφοι που θα κρίνουν την εκλογή. Ένας από τους γνωστούς υποστηρικτές του Δαμασκηνού είναι και ο Μητροπολίτης Δρυινουπόλεως και Κονίτσης Ιωάννης, ο οποίος έχει καταδικασθεί από πρωτοβάθμιο συνοδικό δικαστήριο, αλλά εκκρεμεί έφεσή του.
Παρασκηνιακά ο πρωθυπουργός Μεταξάς και μερικοί από τους υπουργούς του έχουν ταχθεί υπέρ του Χρύσανθου, ενώ άλλοι - εξ ίσου αθόρυβα και παρασκηνιακά - υπέρ του Δαμασκηνού. Ο Μεταξάς καθοδηγεί τον υπουργό Παιδείας Κων. Γεωργακόπουλο, ο οποίος όμως ως φίλος του Δαμασκηνού είναι υπέρ της εκλογής του, να ενεργήσει για να μη ψηφίσει ο Μητρ. Δρυινουπόλεως ως καταδικασθείς. Το ερώτημα τίθεται στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, το οποίο όμως αποφαίνεται ότι εφ' όσον εκκρεμεί έφεση δεν πρέπει να αποκλεισθεί από την ψηφοφορία, διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος να ακυρωθεί η εκλογή. Ο Γεωργακόπουλος ενημερώνεται για την απόφαση του Νομικού Συμβουλίου, αλλά την κρατάει μυστική από τον Μεταξά. Ο Δρυινουπόλεως προσέρχεται στην ψηφοφορία και ψηφίζει.
Το αποτέλεσμα είναι 31 ψήφοι υπέρ του Δαμασκηνού και 30 υπέρ του Χρύσανθου, οπότε εκλέγεται Αρχιεπίσκοπος ο Δαμασκηνός. Ο Μεταξάς αιφνιδιάζεται, διότι αν - χωρίς την ψήφο του Δρυινουπόλεως - υπήρχε ισοψηφία θα μπορούσε να επηρεάσει στην επαναληπτική εκλογή υπέρ του Χρύσανθου στα παρασκήνια.
Σημειωτέον ότι στην εκλογή η ψηφοφορία επαναλήφθηκε τρεις φορές, επειδή δεν υπήρξε απόλυτη ψηφοφορία και μόνο στην τρίτη εξελέγη ο Δαμασκηνός με το προαναφερθέν αποτέλεσμα. Δεν υποβλήθηκε καμία ένσταση, υπογράφηκε το Πρακτικό από όλους τους μητροπολίτες και από τον υπουργό Παιδείας Κ. Γεωργακόπουλο, που εκπροσωπούσε την Πολιτεία. Έγινε στη συνέχεια το μικρό και το μεγάλο μήνυμα και ψάλθηκε το «Πάντα χορηγεί το Πνεύμα το άγιον... >. Ο νέος Αρχιεπίσκοπος φόρεσε τον αρχιερατικό μανδύα, το επιτραχήλιο και το ωμοφόριο και από την Ωραία Πύλη είπε: «Επειδή δια ψήφου των Θεόθεν οδηγηθέντων αγίων Αρχιερέων, των συγκροτούντων την Ιεράν Σύνοδον της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, εψηφίσθην ο ελάχιστος εγώ , όπως καταστώ θείω βουλήματι {..} δέχομαι την ποιμαντορίαν της Αρχιεπισκοπής. Απέμενε πλέον μόνο το τυπικό διάταγμα της κυβερνήσεως......

2. Όταν το Κράτος θέλει και μπορεί.

Στις 22 Οκτωβρίου 1940, ενώ για τους απλούς πολίτες τίποτα δεν προμηνύει τη πολεμική καταιγίδα που πρόκειται να ξεσπάσει πάνω στη χώρα, το υφυπουργείου Δημοσίας Ασφαλείας εκδίδει μια ανακοίνωση αγορανομικού ενδιαφέροντος. 
"Ανακοινούται ότι υπό της επιτροπής δημοσίας ασφαλείας  Αττικοβοιωτίας εξετοπίσθησαν  δι΄εν έτος έκαστος , διότι  ασκούντες το επάγγελμα του παντοπώλου  εν Αθήναις και αδιαφορούντες προς τας εξαιρετικάς περιστάσεις τας οποίας διέρχεται η χώρα , αποβλέποντες δε μόνον εις αθέμιτον κέρδος , επώλησαν  προς διαφόρους πολίτας ζάκχαριν προς 90 δρχ. κατ' οκάν  εκ του ποσού το οποίον  τοις είχε διατεθή προς ισότιμον διανομήν  εις την κοινωνίαν , συντελούντες ούτω  δια της διαγωγής των ταύτης  εις την άνισον κατανομήν  των ειδών πρώτης ανάγκης  και επί ζημία των απορωτέρων τάξεων και του κοινωνικού συνόλου ων ένεκα πράξεων χαρακτηρίζονται ως επικίνδυνοι εις την δημοσίαν τάξιν  και ασφάλειαν οι κατωτέρω:" 
Ακολουθεί ένας κατάλογος  των αισχροκερδούντων  αλλά και των αγοραστών .Το σκεπτικό γι αυτούς τους τελευταίους έχει ιδιαίτερη σημασία. "...διότι αδιαφορούντες δια τας εκτάκτους περιστάσεις  τας οποίας διέρχεται η χώρα και ενδιαφερόμενοι  μόνον δια την προσωπικήν των επάρκειαν  και ευμάρειαν, ηγόρασαν ποσότητας σακχάρεως  προς δρχ 90 κατ΄οκάν , γενόμενοι ούτω  συνεργοί εις αισχροκέρδειαν και απόκρυψιν τροφίμων πρώτης  ανάγκης  επί βλάβη του κοινωνικού συνόλου, εξ ης πράξεως χαρακτηρίζονται  ως επικίνδυνοι  εις την δημοσίαν τάξιν και ασφάλειαν.  Η παραπομπή των παραβατών στο αρμόδιο  Αισχροδικείο άμεση. Οι τόποι εξορίας γνώριμοι: Άγιος Ευστράτιος, Φούρνοι Ικαρίας, Σίκινος, Μήλος , Αντικύθηρα, Κύθηρα, Άγιος Κήρυκος  Ικαρίας....  Τώρα αν κάποιοι από αυτούς, στα μεταπολεμικά δημοκρατικά χρόνια που ακολούθησαν, έλαβαν συντάξεις σαν αντιστασιακοί, αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης ενάντια στο "φασιστικό" καθεστώς της 4ης Αυγούστου, αποτελούνε  θέμα μιας άλλης ιστορίας.

Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΟ Β ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ

1.Αλλαγή συμπεριφοράς των Άγγλων συμμάχων.
«Το Σεπτέμβρη του 1943 η Ιταλία συνθηκολόγησε χωρίς όρους. Αμέσως ανακηρύχθηκε από τους Άγγλους συνεμπόλεμος. Συγκροτήθηκε Μεσογειακή Επιτροπή των Συμμάχων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που έθετε η ιταλική συνθηκολόγηση. Μα από την Επιτροπή αυτή αποκλείσθηκε η Ελλάδα. Στρατιωτικός διοικητής των Κυκλάδων διορίστηκε, από τις αγγλικές αρχές, Ιταλός αξιωματικός. Σύγχρονα οι Άγγλοι άρχισαν επιχειρήσεις για την κατάληψη των Δωδεκανήσων, από τις οποίες απέκλεισαν τους Έλληνες. Σε διαβήματα που έκαναν δημοκρατικοί αξιωματικοί στους δύο Υπουργούς των Πολεμικών Υπουργείων (Β. Καραπαναγιώτη και Σοφ. Βενιζέλο), πήραν κατηγορηματική απάντηση ότι οι "επιχειρήσεις αυτές έγιναν εν αγνοία της Ελληνικής Κυβερνήσεως"!
»Οι ταπεινώσεις των υποτελών συνεχίζονται. 'Εναν απεσταλμένο της Ελληνικής Κυβέρνησης, τον Νικολαρεΐζη, που έπρεπε να πάει στη Σάμο και πέρασε από τη Λέρο, οι αγγλικές αρχές της νέας κατοχής δεν του επέτρεψαν να διανυχτερεύσει στις αγγλικές εγκαταστάσεις, με τη δικαιολογία ότι θα θύμωναν γι' αυτό οι συμπόλεμοί τους οι Ιταλοί!
»Και το κορύφωμα: Στο λιμάνι της Λέρου βομβαρδίστηκε και βυθίστηκε το αντιτορπιλλικό "Βασίλισσα "Ολγα". Οι Άγγλοι επέμειναν να γίνει η κηδεία των θυμάτων στην Καθολική Εκκλησία και με καθολικούς ιερείς, για να ...μην ενοχληθούν οι Ιταλοί από τις εκδηλώσεις του ελληνικού πληθυσμού.
»Οι ειδήσεις αυτές δημιουργούσαν αναβρασμό στους δημοκρατικούς της Μέσης Ανατολής. Οι Άγγλοι καταπατούσαν τα δικαιώματα του Ελληνικού Λαού και έδειχναν υβριστική περιφρόνηση στα εθνικά του αισθήματα. Ενεργούσαν σαν κατακτητές, χωρίς να ειδοποιούν καν τους υποτελείς τους. Μόνον ύστερα από έντονες διαμαρτυρίες των δημοκρατικών αναγκάσθηκε ό Τσουδερός να προβεί σε δειλές «διατυπώσεις παραπόνων» προς τους Άγγλους και να προβάλει το αίτημα: « Έλληνες στρατιώτες και ναύτες να λάβουν μέρος με τα βρετανικά στρατεύματα στην κατοχή και τη διοίκηση της Δωδεκανήσου και των ανακαταλαμβανομένων ελληνικών εδαφών»... Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος διατύπωσης αυτού του αιτήματος. Δεν τολμούσε να μιλήσει για απελευθέρωση αλλά για « ανακατάληψη» στην οποία διεκδικούσε το δικαίωμα για την Ελλάδα « συμμετοχής» και « συνδιοίκησης »!



ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ

1.Ο Καραμανλής δεν επιθυμούσε να αναλάβει ο Γ. Ράλλης  την αρχηγεία της Νέας Δημοκρατίας.
Την περασμένη Δευτέρα (5 Μαΐου) με παρακάλεσε ο Καραμαν­λής, που ακόμη δεν είχε παραιτηθεί από τη θέση του αρχηγού του κόμματος, να πάω στο σπίτι του. Ο Θόδωρος, που μου άνοιξε την πόρτα, με οδήγησε κατευθείαν στην κρεβατοκάμαρα του Προέ­δρου, ο οποίος με ρώτησε αμέσως αν θα  είμαι υποψήφιος. Του α­πάντησα ότι, όπως από καιρό ο ίδιος μόνο γνώριζε, θα διεκδικήσω το αξίωμα του αρχηγού της Νέας Δημοκρατίας και ελπίζω να είμαι ο εκλεκτός της κοινοβουλευτικής ομάδας. Με κοίταξε σχεδόν έκπληκτος, γιατί φαντάζομαι όλοι τον είχαν πείσει πως το θέμα είχε κριθεί υπέρ του αντιπάλου μου' δεν μου έκαμε όμως κανένα σχόλιο, αλλά άρχισε να αναπτύσσει ποιά θα έπρεπε να είναι η διαδικασία της εκλογής, που νόμιζε πως ήταν σκόπιμο να γίνει την Πέμπτη. Εναντιώθηκα στην ημερομηνία, λέγοντας ότι, αν η παραίτηση του από την αρχηγία γινόταν αμέσως, οι προθεσμίες επέτρεπαν να ψηφίσουμε την Τετάρτη' και όταν μου είπε «μα για μια μέρα κάνεις έτσι;», απάντησα ότι η άλλη πλευρά είχε αποδυθεί σε μια προσπάθεια προσελκύσεως οπαδών που κινδύνευε να διχάσει το κόμμα και κατά συνέπεια το καλύτερο θα ήταν να τελειώνουμε το ταχύτερο.
Ο Πρόεδρος επανέλαβε πως θα έστελνε την επομένη την επιστολή παραιτήσεως του στο γενικό γραμματέα της κοινοβουλευτικής ομά­δας Στεφανόπουλο και έτσι η εγγύτερη δυνατή ημέρα ήταν η Πέμπτη και πρόσθεσε: «Άλλωστε ο ηττημένος θα γίνει αντιπρόεδρος της νέας κυβερνήσεως κι έτσι δεν θα δημιουργηθεί κανένα θέμα». Αντέδρασα λέγοντας, ότι δεν επιθυμώ να είμαι μέλος στην κυβέρ­νηση Αβέρωφ και ότι, αν δεν εκλεγώ αρχηγός, είμαι έτοιμος να πα­ραιτηθώ από το βουλευτικό αξίωμα με τη δήλωση ότι θέτω οριστικό τέρμα στην πολιτική σταδιοδρομία μου. Έτσι, ο νέος αρχηγός θα μπορούσε απερίσπαστα και ανενόχλητος να προχωρήσει στο έργο του και να μη φοβηθεί καμιά ενδοκομματική διάσπαση.
Ο Πρόεδρος όμως ούτε καν ήθελε να ακούσει για κάτι τέτοιο και, ύστερα από συζήτηση που κράτησε περισσότερο από μισή ώρα και επειδή εγώ ήμουν αμετάπειστος, μου είπε: «Σε νόμιζα καλό παί­κτη. Φαίνεται ότι γελάστηκα. Ο Βαγγέλης δέχεται να είναι αντιπρόεδρος σε δική σου κυβέρνηση και να συνεργαστεί τίμια μαζί σου, εσύ γιατί αρνείσαι να κάνεις το ίδιο;». Με τα λόγια του αυτά με είχε φέρει στο φιλότιμο και αναγκάστηκα να δεχτώ.
Δεν πρόφτασα να πω το «ναι» και ο Πρόεδρος σηκώθηκε, κατευ­θύνθηκε προς την πόρτα και μου είπε: «Σύμφωνοι λοιπόν, θα γίνεις αντιπρόεδρος και θα πάρεις όποιο υπουργείο θέλεις. Πάμε τώρα να το αναγγείλουμε στον Αβέρωφ και στον Παπακωνσταντίνου που περιμένουν στο σαλόνι». Χαμογέλασα λέγοντας: «Σιγά-σιγά, κύριε Πρόεδρε. Είπαμε τι θα γίνει, αν ψηφιστεί την Πέμπτη ο Αβέρωφ, αν όμως ψηφιστώ εγώ αρχηγός;». Με κοίταξε με το ίδιο έκπληκτο ύφος που με είχε κοιτάξει και στην αρχή της συζητήσεως μας και με κάποια ανυπομονησία μου είπε: «Έ, στην περίπτωση αυτή ο Βαγγέ­λης θα είναι αντιπρόεδρος της δικής σου κυβερνήσεως και θα αναλάβει το υπουργείο που θέλει».
Ήταν φανερό ότι Ο Καραμανλής πίστευε πως το ενδεχόμενο της δικής μου εκλογής ήταν ουτοπία και ότι το είχε συζητήσει μαζί μου μόνο και μόνο για να μη με προσβάλει.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου