Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

ΦΑΙΔΩΝ ΖΑΜΠΟΓΛΟΥ: Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ Ο ΜΙΧΑΛΗΣ - Ανταρτικό και αντιανταρτικό (τα αποσπάσματα)IIΙ

(Προηγούμενο)
Αντάρτης παραδίδεται στις δυνάμεις
του τακτικού στρατού


 Περάσαμε κι άλλες περιπέτειες, δώσαμε μάχες και είχαμε νεκρούς συντρόφους και τραυματίες. Ο ξάδερφος της γυναίκας του Γιάννη, σκοτώθηκε αργότερα σε μάχη με αντάρτες. Διαρκούσε  ακόμη ο συμμοριτοπόλεμος όταν σε μια μάχη βοηθούσαμε ένα άλλο απόσπασμα στο οποίο καπετάνιος ήταν αυτός που έγινε αργότερα αστυνόμος διοικητής αυτού του τμήματος. Θα καταλάβεις πως έχω τόσο θάρρος μ' αυτόν. Πήραμε εντολή να βοηθήσουμε το απόσπασμα του, που έδινε μάχη με αντάρτες. Το απόσπασμα ήταν σε κρίσιμη κατάσταση. Ήταν κυκλωμένο από μεγάλη δύναμη ανταρτών. Φθάσαμε την τελευταία στιγμή πριν τελειώσουν τα πυρομαχικά τους. Διασπάσαμε τον κλοιό και πήγαμε κοντά στους περικυκλωμένους. Ήταν μερικοί νεκροί. Έπρεπε να φύγουμε προτού ανασυνταχθούν σι αντάρτες κι επιτεθούν ξανά. Όσοι από το άλλο απόσπασμα ήταν γεροί, πήραν τους τραυματίες για να τους μεταφέρουν, ανάμεσα στους τραυματίες ήταν και ο καπετάνιος τους, τραυματισμένος στον μηρό.


Αφού έφυγαν οι άλλοι, ο καπετάνιος, ο δικός μας, μας έδωσε τη  διαταγή να φύγουμε κι εμείς. Με όρισε μαζί με έναν ακόμη, οπισθοφυλακή. Πήρα την μπρέντα και αρκετές σφαίρες κι έριχνα στα τυφλά καθώς έφευγα. Οι άλλοι προχωρούσαν γρήγορα, αποκοπήκαμε. Κάποιος ακροβολιστής αντάρτης πέτυχε και σκότωσε τov σύντροφο μου. Έμεινα μόνος. Καθώς υποχωρούσα βρήκα πεθαμένο τον καπετάνιο του άλλου αποσπάσματος, και δίπλα του, αυτόν που τον βοηθούσε, νεκρό. Τον βρήκε σφαίρα από αυτές που  ριχναν εναντίον μας οι αντάρτες που μας ακολουθούσαν. Σήκωσα τον τραυματία. Πέρασε το μπράτσο του στον λαιμό μου. Είχα και το βάρος της μπρέντας, προχωρούσαμε πολύ αργά. Ο καπετάνιος το κατάλαβε και με παρότρυνε να τον εγκαταλείψω, «Άφησε εμένα και τρέξε να σωθείς. Είμαστε χαμένοι όπως πάμε  αργά Δώσε σε  μένα την μπρέντα και την χειροβομβίδα και φύγε. Φύγε! Φύγε ! Φύγε! ΄Εκανα πως δεν τον άκουσα. Οι δικοί μας  δεν ακούγονταν . Είχαν  προχωρήσει πολύ . Είμαστε αποκομμένοι και  προχωρούσαμε σιγά-σιγά, ενώ οι αντάρτες προχωρούσαν και πυροβολούσαν από πίσω μας. Έριχνα με την μπρέντα πότε πότε, λίγες σφαίρες ώσπου τελείωσαν. Πέταξα την άχρηστη και βαριά μπρέντα, όμως και πάλι με το βάρος του τραυματία δεν ήταν δυνατόν να τρέξω. Αν οι αντάρτες καταλάβαιναν ότι δεν είχαμε πυρομαχικά θα μας έπιαναν ζωντανούς και ξέραμε τι μας περιμένει. Για την περίπτωση αυτή είχαμε κρατήσει μια χειροβομβίδα μιλς.
Προχωρώντας συναντήσαμε ένα βαθύ χαντάκι. Ήταν ως δυο μέτρα βαθύ και είχε πολλά βάτα. Κατεβήκαμε και κρυφθήκαμε κάτω από βάτα που δεν μας έκρυβαν όμως εντελώς. Ο τραυματίας αιμορραγούσε. Έσκισα το πουκάμισο μου κι έδεσα σφιχτά τον μηρο του. Τότε πρόσεξα ότι είχα κι εγώ τραυματισθεί στο στήθος, ευτυχώς ελαφρά. Ακούστηκαν βήματα. Έφθασαν οι αντάρτες. Ένας αντάρτης στάθηκε ακριβώς από πάνω μας. Ήταν ένα ωραίο μεγαλόσωμο παλικάρι με τσαπράζια κι ασύρματο στην πλάτη. Μας είδε. «Άντε τι περιμένεις; Τελείωσε», μου είπε ο τραυματίας. Ήθελε να αφήσω την περόνη της χειροβομβίδας. Περιμένω να έρθουν κοντά μας οι αντάρτες για να πάρουμε μερικούς απ' αυτούς μαζί μας στην κόλαση. Ο αντάρτης όμως προσποιήθηκε στους άλλους που τον ακολουθούσαν ότι δεν μας είδε. Έδειχνε με το χέρι του αλλού μακριά. «Μας ξέφυγαν τα παλιοτόμαρα, τους είδα εκεί κάτω». Ίσως πράγματι να έβλεπαν τους δικούς μας μακριά, εκεί που έδειχνε. Ακούστηκαν βήματα που απομακρύνθηκαν. Ο αντάρτης με τον ασύρματο έμεινε.
Τα αθώα θύματα της
μεγάλης σφαγής
«Θα μείνω και θα έρθω μαζί σας. Με πήραν με την βία από την Καρδίτσα». Ακούστηκε μια φωνή από μακριά: «Άντε Λεωνίδα, έλα πριν ξημερώσει καλά και μας εντοπίσει κανένα αεροπλάνο». «Να κάνω το νερό μου κι έρχομαι, προχωράτε εσείς, θα σας φτάσω». Επέμενε  ο άλλος αντάρτης. «Έλα γρήγορα σε περιμένω». Έφυγε ο αντάρτη με τον ασύρματο, αναγκαστικά από φόβο μήπως προκαλέσει υπσψίες κι επιστρέψει ο άλλος.
Περιμέναμε να ξημερώσει καλά και ακολουθώντας το ρέμα προς τα κάτω φθάσαμε στον δημόσιο δρόμο. Μας βρήκαν οι στρατιώτες ναρκοσυλλέκτες που έψαχναν για  νάρκες Μας πήγαν στην  Αλεξανδρούπολη.Ο καπετάνιος  νοσηλεύθηκε τρεις μήνες. Είχε κάταγμα και του έμεινε ελάττωμα, γι΄ αυτό κουτσαίνει. Περιποιήθηκαν και το δικό μου τραύμα και πήγα στο απόσπασμα μετά από μια εβδομάδα. Έμαθα ότι «πιάσανε αιχμάλωτο» το Λεωνίδα, τον αντάρτη με τον ασύρματο που ήθελε να έρθει μαζί μας, όταν μας είδε κρυμμένους στα βάτα. Τον παρέλαβε ο Γιάννης με τον ξάδερφo της γυναίκας του, και τον παρέδωσαν στον ταγματάρχη «Άγιο Πέτρο» όπως το έλεγαν κοροϊδευτικά. Ποια μάνα έκλαψε για κείνο το ωραίο παλικάρι; Έκλαψα κι εγώ για το άτυχο και αδικοχαμένο Ελληνόπουλο.
Πως είναι δυνατόν να ξεχασθούν αυτά τα εφιαλτικά γεγονότα; Όλη μέρα τα σκέφτομαι και στον ύπνο μου βλέπω εφιάλτες. Ο ξάδερφός  της γυναίκας του Γιάννη, σκοτώθηκε. Πέρασαν τρία χρόνια από τότε. Ο συμμοριτοπόλεμος τελείωσε. Τα αποσπάσματα διαλύθηκαν. Κατατάχθηκα στην χωροφυλακή. Μια μέρα σκαλίζοντας τα χαρτιά μου βρήκα την φωτογραφία του δάσκαλου από την Καρδίτσα, που τον άφησα ελεύθερο ενώ με διέταξε ο καπετάνιος να τον εκτελέσω. Ήταν μαζί ο σταυρός και η βέρα που την είχα βγάλει από τo χέρι του πριν του λύσω τα χέρια, όταν περίμενε να τον εκτελέσω. Πήρα τρεις μέρες άδεια και πήγα στην Καρδίτσα.
Έδειξα σε διαβάτες την φωτογραφία και μου είπαν πού περίπου ήταν το σπίτι του. Εκεί κοντά μια κυρία, που σκούπιζε τα σκαλοπάτια του σπιτιού της, μου έδειξε το σπίτι. «Αυτό με τον κήπο είναι το σπίτι του. Ο ίδιος υπηρετεί στο στρατό, θα βρήτε την γυναίκα του». Ήταν μια μονοκατοικία με αυλόκηπο που είχε ζαρζαβατικά και λουλούδια.
Το σκυλί που καθόταν στο χαλάκι του κεφαλόσκαλου αντί να με γαυγίοει μου κούνησε φιλικά την ουρά. Μου φάνηκε παράξενο , τι είδους φύλακας ήταν;
Χτύπησα την πόρτα. Ένα κοριτσάκι ως τεσσάρων χρόνων

μου άνοιξε.
«Είναι μέσα ο πατέρας σου κοριτσάκι μου;», ρώτησα υποθέτοντας ότι ήταν το κορίτσι της φωτογραφίας.
«Μάλιστα , σήμερα ήρθε.Μαμά, ένας χωροφύλακας θέλει το μπαμπά».
Η κοπέλα της φωτογραφίας ήρθε στην πόρτα σκουπίζοντας τα χέρια της με μια πετσέτα.
«Μόλις ήρθε. Κάνει μάθημα στα ανηψάκια του. Αν είναι ανάγκη να τον φωνάξω».
«Παρακαλώ αφήστε να τελειώσει το μάθημα, δεν είναι επείγον και δεν βιάζομαι».
«Να σας φέρω ένα γλυκό ή μια λεμονάδα;».
«Όχι ευχαριστώ, ένα ποτήρι νερό θα το έπινα ευχαρίστως».
Ήπια το νερό γιατί είχε ξεραθεί  το στόμα μου από την αγωνία.Σε λίγο βγήκαν δύο παιδιά με τα βιβλία και τα τετράδιά τους .Μετά βγήκε  από το ίδιο μέρος ένας λεβέντης αξιωματικός του Ελληνικού στρατού , ένας ανθυπολοχαγός. Δεν τον αναγνώρισα.Είχα  την εικόνα του όπως ήταν  τότε που θα τον εκτελούσα. Ένα ανθρωπάκι  σκυφτό ταλαίπωρο με πρόσωπο  αξύριστο αποσκελετωμένο, και βλέμμα γεμάτο απόγνωση κι απελπισία. Τώρα έβλεπα  ένα παλικάρι με περήφανη   στητή κορμοστασιά κι αστραφτερό  βλέμμα. Εκείνος  όμως με γνώρισε .Σήκωσε τα χέρια ψηλά και είπε: «Δόξα τω Θεώ! Ήρθες επιτέλους Μιχάλη. Είσαι γερός. Σε περιμέναμε κι ανησυχήσαμε μήπως σκοτώθηκες. Μήπως σε τιμώρησαν που δεν υπάκουσες  την διαταγή του καπετάνιου. Το ανακάλυψαν ότι με άφησες ελεύθερο;».
«Το ομολόγησα ο ίδιος δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Ο καπετάνιος δεν με τιμώρησε. Το απόσπασμα είχε και τα καλά του» Φώναξε την γυναίκα του. «Έλα, χρυσή μου. Είναι ο Μιχάλης. Οι προσευχές μας εισακούσθηκαν».
 Ήρθε η κοπέλα και θέλησε να πάρει το χέρι μου για να το φιλήσει. Τραβήχτηκα. Φώναξε πάλι αυτο «Μιχαλάκη... έλα χρυσό μου να δεις τον καλό θείο Μιχάλη. Αυτος είναι ο θείος Μιχάλης». Ένα νήπιο ήρθε και με κοίταζε διστακτικά. Γονάτισα, του χαμογέλασα και άνοιξα τα χέρια μου. Ρίχτηκε στην αγκαλιά μου κι αγκάλιασε τον λαιμό μου.
Τί ευφροσύνη αισθάνθηκα, Θεέ μου, απ αυτό το αγκάλιασμα! «Του μιλούσαμε για σένα, Μιχάλη, και σε περίμενε όπως κι εμείς, Οταν γύρισα από το  βουνό τo βρήκα μωρό Μόλις είχε γεννηθεΙ Χάρις στην ανθρωπιά σου  δεν γεννήθηκε ορφανό Του δώσαμε τ' όνομά σου ».Το κοριτσάκι ήρθε και αυτό κοντά μου . Πήρα και τα δύο νήπια στην αγκαλιά μου. Από την συγκίνηση έτρεχαν  δάκρυα από τα μάτια μου.
Γύρισα και περιεργάστηκα την στολή του. «Πολέμησα στον συμμοριτοπόλεμο, στο Γράμμο και πήρα παράσημο. Πήρα τώρα το αστέρι του ανθυπολοχαγού και απολύομαι, έχω κάνει τα χαρτιά μου για να διοριστώ μόνιμος δάσκαλος».
«Μπορείτε να μου εξηγήσετε γιατί το σκυλί σας δεν με γαύγισε σαν ξένο, μου κούνησε μάλιστα φιλικά την ουρά;»
«Επειδή φοράς στολή. Έχει μάθει να εμπιστεύεται όσους φορούν στολή».
«Σας έφερα την φωτογραφία, την βέρα και τον σταυρό. Τα φύλαγα κι αναρωτιόμουν αν ήταν αλήθεια όσα μου είπες τότε. Αυτό που αντικρίζω τώρα δεν μπορούσα να το φανταστώ. Ευχαριστώ τον Θεό για την φώτιση που μου έδωσε τότε».
Με προσκαλούσαν να μείνω λίγες μέρες αλλά δεν ήταν δυνατόν, η άδεια μου ήταν σύντομη. Γύρισα στην υπηρεσία. Θέλησα να μάθω τι απέγινε ο σύντροφος στο απόσπασμα, ο Γιάννης αυτός που βασάνιζε και ξεκοίλιαζε τους αιχμαλώτους. Το χωριό του λέγεται Συκίδια. Βρίσκεται στο βουνό πάνω από το Παρανέστι. Πήρα πάλι τρεις μέρες άδεια και πήγα στο Παρανέστι. Εκεί πήρα οδηγίες πώς να πάω στα Συκίδια. Μου είπαν όμως ότι είναι τελείως καταστραμμένο. Το κατέστρεψαν οι Βούλγαροι. Πέρασα πρώτα από το Μελισσοχώρι. Ήταν κι αυτό τελείως καταστραμμένο από τους Βουλγάρους. Ήταν κάποτε μεγάλο χωριό, το κατοικούσαν πρόσφυγες από την Καππαδοκία. Στο Μελισσοχώρι την 20η Σεπτεμβρίου 1944 υπόγραψε το ΚΚΕ σύμφωνο με τους Βουλγάρους. Εκ μέρους του ΚΚΕ, ο Αυγερινός και ο Στασινόπουλος, και των Βουλγάρων ο Γιούνωφ και ο Φιλίπποβιτς.
Πήγα στα Συκίδια. Ήταν κι αυτά τελείως κατεστραμμένα. Μόνο μισογκρεμισμένα και καμένα ντουβάρια υπήρχαν. Καθώς περιφερόμουν ανάμεσα στα  χαλάσματα άκουσα ομιλίες.Πλησίασα το μισογκρεμισμένο σπίτι απ' όπου ακουγόταν η φωνή. Ένας ρακένδυτος άνθρωπος χειρονομούσε και μιλούσε μοναχός του.
Όταν με  αντιλήφθηκε στράφηκε προς το μέρος μου αγριεμένος.
 «Ποιος είσαι συ;». Τα μάτια αυτού του ανθρώπου ήταν το μόνο που θύμιζε τον Γιάννη.
«Είμαι ο Μιχάλης που ήμασταν μαζί στο απόσπασμα». Τα βλέμμα του ήταν απλανές και απόκοσμο. Δεν έδειξε να κατάλαβε ποιος είμαι. Του μίλησα πάλι και προσπάθησα να τον αποσπάσω από τον κόσμο του. Στάθηκε αδύνατο να συζητήσω με τον Γιάννη. Είχε  χάσει τα λογικά του, ήταν τρελός. Στο Παρανέστι με πληροφόρησαν ότι κατά την κατοχή ο Γιάννης ήταν αντάρτης στο σώμα του Αντών Τσαούς. Όταν καταστράφηκαν τα Συκίδια βρήκε την γυναίκα τον που ήταν έξι μηνών έγκυος, σφαγμένη με την κοιλιά ανοιγμένη καΐ το έμβρυο πεσμένο στο πάτωμα νεκρό. Βρήκε και το κοριτσάκι του που ήταν τεσσάρων χρονών, πλακωμένο στην αυλή με πέτρες μισοπεθαμένο. Πέθανε στα χέρια του. Ο Γιάννης ήταν ήσυχος οικογενειάρχης δουλευταράς, μου είπαν, δεν πείραξε ποτέ κανέναν. Μετά από αυτό το γεγονός άλλαξε. Κατά τον συμμοριτοπόλεμο κατατάχθηκε σε απόσπασμα. Αυτό το ήξερα. Τώρα είναι τρελός. Δεν μπορεί να εργασθεί συντηρείται από την ζητιανιά».

Για να συμπληρώσω και να επιβεβαιώσω ο ίδιος την ιστορία του φίλου μου Μιχάλη σχετικά με τον Γιάννη αποφάσισα να επισκεφθώ ο ίδιος τα Συκίδια. Σεπτέμβριος 2005: υπάρχει ορεινή δρόμος τώρα αλλά διαπίστωσα ότι το αυτοκινητάκι μου είναι ακατάλληλο γι' αυτόν τον ορεινό δρόμο. Παρακάλεσα τον φίλο μου Γιώργο να με πάει με το τζιπ του.

Κάναμε στάση στο Μελισσοχώρι. Ήταν κάποτε μεγάλο χωριό. Τώρα είναι τελείως καταστραμμένο. Μοναδικοί κάτοικοι είναι τα δυο αδέρφια Καρόπουλοι κτηνοτρόφοι. Ο ένας λέγεται Λάζαρος . Ζει μαζί με την γυναίκα του. Είναι πρόσφυγες από την Καππαδοκία όπως ήταν και οι περισσότεροι κάτοικοι των γύρω  χωριών. Τους αποκαλούσαν Καραμανλήδες. Οι πρόσφυγες ξεριζωμένοι από την πατρίδα τους τον Πόντο, την Καππαδοκία, την Α νατολική Θράκη και από τov βορά από όπου προσφύγεψαν πολλοί Σαρακατσαναίοι Θρακιώτες της  Ρωμυλίας.  Αγαπούν παθιασμένα τη νέα τους πατρίδα. Ο  καημός κι ο πόνος του ξεριζωμού κληρονομείται στις επόμενες  γεννιές και διατηρείται στη μνήμη με τις παραδόσεις και την ιστορία. Οι πρόσφυγες, την αγάπη για την χαμένη πατρίδα τους,την αποθέτουν στη νέα πατρίδα και την αγαπούν διπλά. Πονούν για  ό,τι κακό της συμβαίνει. Ο ξεριζωμός και η προσφυγιά υπήρξε  μεγάλη συμφορά. Το να ζεις όμως στην πατρίδα σου, που την σκλάβωσαν και την ορίζουν οι ξένοι κατακτητές, είναι ακόμη μεγαλύτερη συμφορά. Είναι δυνατόν να κλονίσει το λογικό και του πλέον συνετού πολίτη και να τον οδηγήσει σε βίαιες πράξεις.
 Ο Λάζαρος μου συνέστησε να μην πάω στα Συκίδια. Δεν θα βρεις τίποτα εκεί, είναι τελείως κατεστραμμένο το χωριό. Το κατέστρεψαν οι Βούλγαροι. Με την συζήτηση μου έδωσε πληροφορίες.
«Κατά την κατοχή οργανώθηκε από τον Αντών Τσαούς ανταρτικό σώμα. Τον ακολούθησαν πολλοί κάτοικοι των χωριών αυτών που ήταν Καππαδόκες, όπως ήταν και ο ίδιος ο Αντών Τσαούς. Το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ επειδή δεν βρήκε ανταπόκριση από τους Καππαδόκες έφερε δυνάμεις από άλλες περιοχές. Τρομοκρατούσαν τον  κόσμο για να τον αποθαρρύνουν από το να ακολουθήσουν τov Αντών Τσαούς και προσπαθούσαν να αποκτήσουν οπαδούς.

Τα ίδια  έκαναν και οι άνδρες του Αντών Τσαούς όπου υποπτεύονταν ότι ορισμένοι προσχώρησαν στο ΕΑΜ. Το κακό τρίτωσε όταν έκαναν την εμφάνιση τους αντάρτες, Βούλγαροι κομμουνιστές. Αυτοί, ως Κομμουνιστές, έκαναν κάποια συμφωνία με τους ομοϊδεάτες τους. Προσποιούνταν ότι ήταν φιλικοί με τους Εαμίτες. Όταν  όμως πήγαιναν σε Ελληνικό χωριό κατέστρεφαν όλους, αριστερούς  και δεξιούς αρκεί που ήταν Έλληνες. Δεν γνώριζε πλέον  κανείς από ποιον κινδυνεύει για να φυλαχθεί. Ποιος ήταν φίλος και ποιος εχθρός. Την καταστροφή αποτελείωσε ο Βουλγαρικός στρατός . Έφερε  δεκαέξι χιλιάδες Βουλγάρους στρατιώτες με πυροβολικό κοι κατέστρεψαν  ότι είχε  απομείνει όρθιο. Έκαναν σφαγές του Ελληνικού πληθυσμού όπως έκαναν στην Δράμα και στο Δοξάτο Διώχτηχαν ειδικώς οι Καππαδόκες (Καραμανλήδες) 
  διότι κανένας απ' αυτούς δεν δέχθηκε να πολιτογραφηθεί Βούλγαρος, έστω και προσποιούμενος, όπως έκαναν ορισμένοι άλλοι για να σώσουν την ζωή τους και την περιουσία τους. Τα σπίτια κάηκαν, τα χωριά ερήμωσαν και από τότε δεν κατοικήθηκαν ποτέ. Τις μεγαλύτερες καταστροφές έπαθαν τα χωριά Σικίδια, Τσιχωτά, Καστανιές, Πολύκηπο, Μελισσοχώρι.
Ο Γιάννης που ήταν αντάρτης του Αντών Τσαούς όταν έμαθε ότι καταστράφηκαν τα Συκίδια πήγαν με τον ξάδερφο της γυναίκα του στο χωριό. Βρήκαν το σπίτι καμένο και γκρεμισμένο. Βρήκαν την γυναίκα του που ήταν έξι μηνών έγκυος σφαγμένη, με την κοιλιά ανοιγμένη και το έμβρυο πεσμένο στο πάτωμα νεκρό. Το κοριτσάκι του τεσσάρων χρονών το βρήκαν από το αδύνατο κλάμα του που ακουγόταν στην αυλή. Ήταν ζωντανό πλακωμένο σ' ένα λάκκο με μεγάλες πέτρες. Σήκωσαν τις πέτρες και το πήρε ο Γιάννης στην αγκαλιά του. Από το στόμα του έβγαζε ματωμένο αφρό. Πέθανε στα χέρια του. Ο Γιάννης που γνωρίζαμε ήταν φιλήσυχος εργατικός, νοικοκύρης. Αγαπούσε πολύ την οικογένεια του. Τον εκτιμούσαν όλοι Δεν μάλωσε ποτέ με κανένα. Είχε μόνο φίλους. Μετά από την μέρα εκείνη μεταμορφώθηκε σε θηρίο. Δεν μιλιόταν. Ήθελε εκδικηση. Δεν ήξερε ποιον να εκδικηθεί. Επειδή ανήκε στην παράταξη των εθνικοφρόνων θεώρησε φυσικό να αποδώσει αυτήν την βαρβαρότητα  στην αντίθετη παράταξη, στους κομμουνιστές. Αυτόπτες μάρτυρες δεν υπήρξαν. Όσοι ήταν εκεί και δεν πρόφθασαν να φύγουν σκοτώθηκαν. Η γνώμη του Λάζαρου είναι ότι την βάρβαρη αυτή πράξη δεν την έκαναν Έλληνες. Την έκαναν οι Βούλγαροι, Το σχέδιό τους ήταν να τρομοκρατήσουν όσους δεν μπόρεσαν να σκοτώσουν, για να φύγουν, και να αδειάσει η Θράκη και η Μακεδονία από  τους Έλληνες και να φέρουν Βούλγαρους να κατοικήσουν, Το θολωμένο μυαλό του Γιάννη δεν ήταν δυνατόν να σκεφθεί λογικά . Όταν κατατάχθηκε  σε απόσπασμα ο σκοπός του  ήταν η εκδίκηση .Το σφάξιμο και τo ξεκοίλιασμα τωv αιχμαλώτων ήταν εκδήλωση της παραφροσύνης  του. Ο ξάδερφος της γυναίκας του σκοτώθηκε σε μάχη με αντάρτες.
Ο Γιάννης από τα Σικίδια είχε το ίδιο τέλος με αυτούς που τους  βασάνιζε και τους σκότωνε αφήνοντας τους άταφους στα βουνά.
Ο Μιχάλης σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχημα εκτελώντας το καθήκον του στη θηροφυλακή.
Την άλλη μέρα που θα γινόταν η κηδεία σταμάτησε κοντά στο σπίτι ένα αυτοκίνητο και κατέβηκαν απ' αυτό ένας κύριος με την γυναίκα του. Ο γιος του Μιχάλη νόμισε ότι ήρθαν για να παραστούν στην κηδεία.
Ο κύριος αυτός όμως δεν γνώριζε ότι σκοτώθηκε ο Μιχάλης. Ήρθε να τον δει.
- Έρχομαι από την Θεσσαλονίκη για να συναντήσω τον Μιχάλη. Τη νύχτα τον έβλεπα στον ύπνο μου. Μας συνδέει βαθειά φιλία από τα παλιά φοβερά χρόνια.
-Δυστυχώς κύριε ο πατέρας μου είναι νεκρός. Είναι μέσα στο δωμάτιο στο φέρετρο. Έμεινε αποσβολωμένος. Γονάτισε δίπλα στο φέρετρο και προσευχήθηκε. Όταν σηκώθηκε σκούπιζε τα δάκρυα του.
Δεν ήταν η ώρα κατάλληλη για εξηγήσεις .Ο γιός του Μιχάλη έχει την εντύπωση ότι αυτός ήταν ο δάσκαλος από την Καρδίτσα.

Τα αποσπάσματα διαλύθηκαν. Το κράτος φρόντισε να βρει δουλειά στους άνδρες τους. Ορισμένοι κατατάχθηκαν στην χωροφυλακή. Ο Γιάννης, έρημος και μόνος χτυπημένος από την συμφορά, πήγε στα Συκίδια. Έμεινε μέσα στα ερείπια του σπιτιού του μια ολόκληρη εβδομάδα χωρίς φαί και νερό και πιθανώς χωρίς ύπνο. Έζησε ξανά την ίδια φρίκη. Το μυαλό του σάλεψε για τα καλά, αποτρελάθηκε. Δεν ήταν δυνατόν να τον πάρουν στην χωροφυλακή ούτε μπορούσε να κάνει καμιά δουλειά. Νοσηλεύθηκε για λίγο στο ψυχιατρείο Καβάλας. Τρελοκομείο, το είπε ο Λάζαρος. Μετά την θεραπεία έπεσε σε βαριά μελαγχολία. Πήρε για λίγο διάστημα, ένα μικρό επίδομα ως αντιστασιακός. Διέκοψαν να του το δίνουν, ενώ το παίρνουν τώρα οι ελασίτες, ως αντιστασιακοί. Ο Γιάννης πήγαινε στην Δράμα και στο Παρανέστι και ζητούσε ελεημοσύνη. Οι παλιοί που γνώριζαν το δράμα της ζωής του, του έδιναν ελεημοσύνη κι ένα πιάτο φαγητό. Έχει χρόνια να φανεί. Δεν είvαι γνωστό πότε και πού πέθανε και πού τον κήδεψαν. Είναι πιθανό να έμεινε το πτώμα του άταφο στο βουνό όταν πέθανε έρημος και μόνος, και να τον έφαγαν οι λύκοι.

 

3 σχόλια:

  1. Ενας φριχτος εφιαλτης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Διοικητης του 2ου αστ. τμηματος Κομοτηνης υπηρξε ο Μοιραρχος Κουτουλας ο οποιος ητον χωλος απο παλαιο τραυματισμο .Το αποσπασμα του Μιχαλη Σινιλογλου ειχε την ονομασια -ΑΣΤΡΑΠΗ-

    ΑπάντησηΔιαγραφή