Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

MAUROIS ANDRE: Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ.


1.—Στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα κι' ως το 1890, ένας πόλεμος μέχρι θανάτου μεταξύ της Γερμανίας και της Αγγλίας θα φαινόταν ακατανόητος. Οι δυο αυτές χώρες, που αναπολούσαν  με τόση ευχαρίστηση την κοινή τους καταγωγή και  την κοινή τους θρησκεία, δεν είχαν αντίθετα συμφέροντα' τις δυναστείες τους τις συνδέανε οι πιο στενοί οικογενειακοί δεσμοί. Αντίπαλος της Ρωσσίας στην Ασία, της Γαλλίας στην Αφρική, η Αγγλία δεν έβρισκε τότε σε κανένα μέρος του κόσμου τη Γερμανία στο δρόμο της. Στις αρχές όμως του εικοστού αιώνα, η κατάσταση είχε μεταβληθεί. Για μιαν ακόμα φορά, μετά το Φίλιππο 2ο, μετά το ΛουΙδοβίκο 14ο, μετά τον Ναπολέοντα, ένας ευρωπαίος μονάρχης απόβλεπε στην ηγεμονία της ηπείρου, και φιλοδοξούσε να ναυπηγήσει ένα στόλο ικανό ν' αντιπαραταχτεί προς τον αγγλικό'  για μιαν ακόμα φορά η πολιτική της «ευρωπαϊκής ισορροπίας» απαιτούσε ν' αντιταχθεί η Αγγλία σε τέτοιες αξιώσεις. Η συνεννόηση με τη Γαλλία, έπειτα με τη Ρωσσία, έγινε από το 1905 μια αμυντική αντίδραση,  που  την  προκαλούσαν  οι  απειλές  του  ναυάρχου   Τίρπιτς.(402)
«Οφείλουμε, έλεγε ο Αυτοκράτορας της Γερμανίας, να πιάσουμε στα χέρια μας την τρίαινα του Ποσειδώνα.» Αυτό δημιουργούσε εύλογες ανησυχίες στους τωρινούς κατόχους της τρίαινας. 2.—Αλλ' αν οι συντηρητικοί, το Ναυαρχείο, και μερικοί μεγαλοφυείς φιλελεύθεροι όπως ο Ουΐνστον Τσώρτσιλλ οσφραίνονταν τον κίνδυνο— έναν κατά παράδοση κίνδυνο για τη χώρα τους--η κυβέρνηση της Αγγλίας ήταν τότε ουσιαστικά ειρηνόφιλη. Έτσι καμια επίσημη υπόσχεση δεν είχε δοθεί στη Γαλλία ούτε στη Ρωσσία ως τον Αύγουστο του 1914. Η κοινή γνώμη, υπέρτατος ρυθμιστής των βρεταννικών αποφάσεων, δε θ' ανεχόταν έναν πόλεμο, που μοναδικό του κίνητρο θα είχε την ανάγκη να διατηρηθεί η κυριαρχία των θαλασσών. Η άμεση αιτία του πολέμου του 1914 (ένα αυστριακό τελεσίγραφο στη Σερβία, απ' αφορμή τη δολοφονία του Αρχιδούκα, διάδοχου στο θρόνου, δε μπορούσε να συγκινήσει τους Άγγλους εκλογείς. Χρειάστηκε η παραβίαση της ουδετερότητας του Βελγίου κι' η είσοδος των Γερμανών στο βελγικό έδαφος, για να ξεχυθεί το αισθηματικό αυτό κύμα, που βρίσκοντας μπροστά του κι' αναφουσκώνοντας ένα άλλο κύμα ρεαλισμού, ξεσήκωσε ομόθυμη σχεδόν την Αγγλία. Άλλωστε, κι' αν ακόμα η Γερμανία σεβόταν τη βελγική ουδετερότητα, η Αγγλία θα κατάληγε οπωσδήποτε να συμμετάσχει στον πόλεμο, λιγάκι αργότερα. Αν και δεν είχε αναλάβει καμιάν άμεση υποχρέωση απέναντι στη Γαλλία, πολλοί από τους πολιτικούς της ηγέτες φρονούσαν πως ούτε η τιμή της, ούτε η ασφάλεια της της επιτρέπανε ν' αφήσει τη Γαλλία να συντριβεί. Ακόμα λιγότερο μπορούσε ν' ανεχτεί αυτό που ποτέ ο Γουλιέλμος της Οράγγης κι' ο Πίττ δε θα είχαν επιτρέψει : την παρουσία των Γερμανών στην  Αμβέρσα και στο Καλαί. Ο Πρωθυπουργός Άσκουιθ κι'  ο υπουργός των Εξωτερικών Γκρέϋ ήταν αποφασισμένοι να παραιτηθούν, αν η Αγγλία έμενε ουδέτερη. Η παραβίαση των βελγικών συνόρων από τους Γερμανούς προκάλεσε, στις 4 Αυγούστου, την αποστολή ενός τελεσιγράφου στο Βερολίνο.
3.—Αν και ξαναβρίσκουμε στο Μεγάλον Πόλεμο μερικά χαραχτηριστικά των ηπειρωτικών πολέμων που είχε υποβοηθήσει η Αγγλία στο παρελθόν — αστυνομία των θαλασσών, ηπειρωτικό συνασπισμό, υλική βοήθεια στους Συμμάχους, και στις αρχές αποστολή ενός μικρού εκστρατευτικού σώματος στη Φλάντρα — άλλα χαραχτηριστικά είναι νέα: 
α) Για πρώτη φορά οι μάζες που κινητοποιήθηκαν ήταν τόσο μεγάλες, κι' ο κίνδυνος τόσο σοβαρός, ώστε η Αγγλία, αντίθετα προς όλα τα ένστικτα της, αναγκάστηκε να προσφύγει στην υποχρεωτική στρατολογία. Η μάζα των βρεταννών πολιτών, που ως τότε την προστατεύανε οι εξ επαγγέλματος στρατιώτες, υπόφερε σκληρά από τα δεινοπαθήματα του πολέμου, β) Για πρώτη επίσης φορά, το υποβρύχιο λίγο έλειψε να λυγίσει την αγγλική αντίσταση. Ο στόλος είχε εξασφαλίσει χωρίς δυσκολία τη μεταφορά του εκστρατευτικού σώματος, αλλά σιγά-σιγά ο αριθμός κι' η αχτίνα δράσης των γερμανικών υποβρυχίων μεγάλωνε σημαντικά. Το 1914, υπήρχαν στον κόσμο οχτώ χιλιάδες εμπορικά πλοία γι' ανοιχτό πέλαγος, από τα οποία τέσσερες χιλιάδες, ήταν αγγλικά. Από το 1914 ως το 1918, η Γερμανία βύθισε πέντε χιλιάδες. Από τους είκοσι χιλιάδες τόννους, οι οχτώ χιλιάδες είχαν, πάει στο βυθό των Ωκεανών. Στηναρχή, τα ναυπηγεία αντικατάστησαν αρκετά εύκολα τις απώλειες' από  το 1917 ο ρυθμός των τορπιλλισμών επιταχύνθηκε και ξεπέρασε το ρυθμό των ναυπηγήσεων. Αν δε βρίσκονταν αντιφάρμακα, οι Σύμμαχοι τον Αύγουστο του 1917, θα είχαν υποκύψει από έλλειψη μεταφορικών μέσων.
4.— Ήταν η κατάσταση αυτή γνωστή στους Γερμανούς, που τους έκαμε να πάρουν την απόφαση να τορπιλλίζουν όλα τα «εν όψει» πλοία, ακόμα και τα ουδέτερα, με κίνδυνο να εξαναγκάσουν τις Ενωμένες Πολιτείες να προσχωρήσουν στους Συμμάχους, όπως και συνέβηκε πράγματι το 1917. Ο υποβρυχιακός πόλεμος αντιμετωπίστηκε αποτελεσματικά: με την οργάνωση νηοπομπών, που τις προστάτευαν αντιτορπιλλικά με τη χρησιμοποίηση, για την καταστροφή των υποβρυχίων, πολεμικών πλοίων καμουφλαρισμένων σ' εμπορικά' με την «έμφιάλωση» των βελγικών λιμανιών, πού χρησίμευαν για βάσεις στους Γερμανούς. Το 1918 η υποβρυχιακή απειλή είχε τόσο ατονήσει ώστε η μεταφορά σαρανταδύα μεραρχιών των Ενωμένων Πολιτειών εξασφαλίστηκε με συνολική απώλεια διακόσιους μονάχα άντρες. Αν και η μόνη ναυμαχία του πολέμου—η ναυμαχία της Γιουτλάνδης — δεν ήταν αποφασιστική, μπορούμε να πούμε, πως η Αγγλία κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1914 διατήρησε την κυριαρχία των θαλασσών, αφού ο γερμανικός στόλος, έστω κι' αν σποραδικά κάποια πλοία του είχαν αξιοσημείωτα κατορθώματα, δε μπόρεσε να ξεμυτίσει απ' τα λιμάνια του. Χωρίς τον βρεταννικό στόλο, ο ανεφοδιασμός των Συμμάχων θα ήταν αδύνατος.
5.—Ο πρώτος αντικειμενικός σκοπός που είχε τάξει η αγγλική κυβέρνηση στο εκστρατευτικό της σώμα, ήταν να προστατέψει τα λιμάνια της Μάγχης και της θάλασσας του Βορρά. Ο σκοπός αυτός δεν πραγματοποιήθηκε εντελώς, αφού οι Γερμανοί κατάλαβαν την Αμβέρσα, τΗν Οστάνδη και τη Σέεμπρουγκ' αλλά με τη μάχη του Ύπρ διασώθηκαν το Καλαί κι' η Βουλώνη. 'Οταν το δυτικό μέτωπο περιχαρακώθηκε ολόκληρο με συνεχείς γραμμές χαρακωμάτων, που ξεκινούσαν από τη θάλασσα κι' έφταναν ως τα ελβετικά σύνορα, μερικά γερά στρατιωτικά μυαλά στην Αγγλία, όπως και στη Γαλλία, συμβούλευαν να παρακάμψουν οι σύμμαχοι τη γραμμή αυτή και να μεταφέρουν αλλού την κύρια πολεμική προσπάθεια. Άλλοι υποβάλλανε την ιδέα της Θεσσαλονίκης και μιας εκστρατείας με ισχυρές δυνάμεις στα Βαλκάνια, που θα έκανε μερικούς δισταχτικούς λαούς, όπως οι Έλληνες, οι Βούλγαροι και οι Τούρκοι, να προσχωρήσουν στην υπόθεση των Συμμάχων άλλοι συμβουλεύανε μιαν αποβίβαση στα Δαρδανέλλια, για να εκβιάσουν τα Στενά και ν' ανεφοδιάσουν τους Ρώσσους. Οι τελευταίοι αυτοί θριαμβεύσανε, αλλά παρ' όλες τις ηρωικές προσπάθειες και τις τεράστιες απώλειες σε πλοία και σε ανθρώπινο υλικό, η Χερσόνησος της Καλλίπολης δε μπόρεσε να καταχτηθεί. Οι σύμμαχες δυνάμεις αναγκάστηκαν να ξαναγυρίσουν στην αιματηρή τακτική της μετωπικής επίθεσης προς οχυρωμένες θέσεις. Για ν' ανακουφίσει το γαλλικό στρατό, που αντιμετώπιζε σφοδρές επιθέσεις στο Βερντέν, ο αγγλικός στρατός έδωσε την πολύνεκρη μάχη του Σομ. Ως τον Ιούνιο του 1918, το αποτέλεσμα στο δυτικό μέτωπο ήταν αμφίβολο. Τα τανκς (ή άρματα μάχης), που χρησιμοποιούμενα κατά μάζες θα μπορούσαν ίσως να πετύχουν τη διάσπαση του γερμανικού μετώπου, δοκιμάστηκαν πολύ αργά και σε πολύ μικρό αριθμό. Τα τανκς αυτά ήταν η πιο πρωτότυπη εφεύρεση του πολέμου κι' η τελεσφόρα απάντηση των στρατευμάτων κρούσης στις πρόοδες του βλήματος' είναι για το σύγχρονο πεζικό ό,τι ήταν η πανοπλία για τον πολεμιστή του Μεσαίωνα. Μια άλλη καινούργια όψη του πολέμου του 1914 ήταν ο τετραπλός ρόλος της αεροπορίας: αναγνώριση, βομβαρδισμός, καταδίωξη, άμεση μάχη εναντίον του πεζικού.
6.—Η σταθερότητα όλων των λαών της Βρεταννικής Αυτοκρατορίας ήταν ακλόνητη. Η εθελοντική κατάταξη, έπειτα η υποχρεωτική στρατολογία, έδωσαν οχτώ εκατομμύρια άντρες. Όλες οι Κτήσεις, κι' αυτές ακόμα οι Ινδίες, βοήθησαν πρόθυμα τη μητρόπολη. Μονάχα η Νότια Ιρλανδία, που στις αρχές ωστόσο του πολέμου είχε φανεί πως τη συγκινούσε η τύχη του καθολικού Βελγίου, παρασύρθηκε κατά ένα μέρος τουλάχιστο, από τη γερμανική προπαγάνδα. Μια εξέγερση στο Δουβλίνο χρειάστηκε να κατασταλεί με στρατιωτική επέμβαση, και με μεγάλες απώλειες κι' από τα δυο μέρη. Το κόμμα των επαναστατών (η Sinn-Fein) σχημάτισε αργότερα την κυβέρνηση της ανεξάρτητης Ιρλανδίας. Ο πόλεμος από το 1914 ως το 1918 στοίχισε εννιά περίπου δισεκατομμύρια λίρες κι' άλλα δυο δισεκατομμύρια σε δάνεια προς τους Συμμάχους, ενώ οι ναπολεόντιοι πόλεμοι, μέσα σε εικοσιδύο χρόνια, είχαν στοιχίσει μόνο οχτακόσια τριανταένα εκατομμύρια λίρες. Από τα εννιά αυτά δισεκατομμύρια, τα τέσσερα τα έδωσαν οι φόροι πού επιβλήθηκαν στην ίδια την περίοδο του πολέμου. Ο income-tax (1)  ανέβηκε σ' έξι σελλίνια την κάθε λίρα' ένας πρόσθετος φόρος για τ' αυξημένα εισοδήματα μπορούσε κι' αυτός να φτάσει τα έξι σελλίνια. Τα τρόφιμα χρειάστηκε σε λίγο να δίνονται με το δελτίο. Η κυβέρνηση φρόντισε πολύ, ώστε από τους περιορισμούς να υποφέρουν το ίδιο πλούσιοι και φτωχοί" τα βάρη του πολέμου κατανεμήθηκαν πιο δίκαια παρά στον καιρό του Πίττ' κι' οι δημοκρατικές ελευθερίες παραμείνανε σεβαστές, όσο ήταν δυνατό. Ένας ενωμένος λαός συνέχισε τον πόλεμο αυτόν ως τη νίκη, όχι γιατί οι αρχηγοί του του το επιβάλλανε με τη βία, αλλά γιατί οι πολίτες πίστευαν πως ήταν δίκαιος.
7.— Στις αρχές ο στρατός παραπονιόταν για έλλειψη πολεμοφοδίων, και τα παράπονα του ήταν δίκαια. Ό πόλεμος αυτός ήταν προπάντων ένας πόλεμος πυροβολικού, και κανένας από τους εμπολέμους (εκτός ίσως από τη Γερμανία) δεν ήταν προετοιμασμένος γι' αυτό. Μεταξύ του Φρέντς, που ήταν διοικητής του εκστρατευτικού σώματος, και του Κίτσενερ,, υπουργού των Στρατιωτικών, οι σχέσεις έγιναν δύσκολες. Μια κυβέρνηση συνασπισμού έδωσε το υπουργείο των Πολεμοφοδίων στον Λόϋδ Τζώρτζ, που μ' ένα νέο κυβερνητικό ανασχηματισμό έγινε πρωθυπουργός. Τη διεξαγωγή του πολέμου την ανάθεσαν σ' ένα πολεμικό συμβούλιο από πέντε υπουργούς, είδος εκτελεστικού Διευθυντηρίου, με πρόεδρο τον Λόϋδ Τζώρτζ. Συγκροτήθηκε επίσης ένα «αυτοκρατορικό» πολεμικό συμβούλιο, όπου έλαβαν μέρος κι' οι Πρωθυπουργοί των Κτήσεων και των Ινδιών. Οι πολεμικοί αυτοί θεσμοί καταργήθηκαν μόλις έγινε ειρήνη.
8.—Η δύναμη της Γερμανίας κι' ο ηρωισμός των στρατευμάτων της φαίνονται καθαρά, όταν παρατηρήσουμε πως το 1918, έπειτα από τέσσερα χρόνια πολέμου εναντίον ενός ευρωπαϊκού συνασπισμού, αργούσε ακόμα να νικηθεί. Ίσως δε θα είχε νικηθεί χωρίς την επέμβαση των  Ενωμένων Πολιτειών. Με μιαν επίθεση, που τη διεύθυνε πάνω στο σημείο ετταφής των γαλλικών και των αγγλικών στρατευμάτων η γερμανική διοίκηση,  λίγο έλειψε, το Μάρτη του 1918, να χωρίσει τα στρατεύματα αυτά τα μεν από τα δε, και να ρίξει τους Άγγλους στη θάλασσα. Στις 26 του Μάρτη 1918, στη Ντουλλένς, ο στρατάρχης Φος διορίστηκε αρχιστράτηγος των συμμαχικών στρατευμάτων. Οι γερμανικές επιθέσεις εξακολουθούσαν να είναι επίφοβες, αλλά η ραγδαία άφιξη των αμερικανικών μεραρχιών έκαμε ώστε ν' ανορθωθούν οι Σύμμαχοι και να σχηματιστούν σοβαρές εφεδρείες. Η αποτυχία της γερμανικής επίθεσης στις 15 Ιουλίου στην Καμπανιά (επίθεση που αποκρούστηκε μ' ένα χειρισμό, που τον συνέλαβε ο Πεταίν, τον εκτέλεσε ο Γκουρώ, και τον είχε εμπνεύσει η τακτική του Ουέλλιγκτον στο Τόρρες — Βέδρας), κι' η αντεπίθεση του Μανζέν στο Βιλλέρ-Κοττερέ (18 Ιουλίου 1918) σημειώνουν τη στιγμή, που «η ελπίδα άλλαζε στρατόπεδο». Στις 8 Αυγούστου άρχισε η μεγάλη βρεταννική αντεπίθεση, όπου έλαβαν μέρος Άγγλοι, Καναδοί κι' Αυστραλοί. Μεταξύ της ημερομηνίας αυτής και της 11 του Νοέμβρη, ημερομηνίας της ανακωχής, δε σταμάτησε η προέλαση των Συμμάχων, κι' οι νίκες τους ήταν αδιάκοπες. Η ήττα, έπειτα η γερμανική επανάσταση, ανάγκασαν τον Αυτοκράτορα Γουλιέλμο να εγκαταλείψει τη χώρα του και να καταφύγει στην Ολλανδία. Στο γερμανικό στόλο, που προς το τέλος του Οχτώβρη έλαβε τη διαταγή να κάμει μιαν απελπισμένη έξοδο, οι ναύτες είχαν στασιάσει. Παρά να παραδώσουν τα πλοία τους στους Άγγλους, οι αξιωματικοί προτίμησαν να τα βυθίσουν στο Σκάπα-Φλόου. Η Αγγλία είχε γλυτώσει από τον εφιάλτη αυτόν: έναν αντίπαλο στόλο στην .Ευρώπη. Αυτός ήταν για την Αγγλία ο κυριότερος αντικειμενικός σκοπός του πολέμου. Είχε πραγματοποιήσει κι' άλλους: τό Βέλγιο κι' οι ακτές της θάλασσας του Βορρά είχαν απαλλαγεί από κάθε απειλή· η Μεσοποταμία, η Παλαιστίνη, οι γερμανικές αποικίες στην Αφρική, είχαν κατακτηθεί από τα στρατεύματα της ή από τα στρατεύματα των Συμμάχων' τα εδάφη αυτά στο εξής θα ενσωματώνονταν κάτω από διάφορες μορφές στην Αυτοκρατορία της, ή θα περιστρέφονταν γύρω από το κέντρο αυτό του ηλιακού της συστήματος.

9.—Ήταν φυσικό μια νίκη τόσο ολοκληρωτική, που τερμάτιζε έναν πόλεμο τόσο σκληρό, να γίνει το σύνθημα για ένα «όργιο σωβινισμού». Οι πρώτες εκλογές μετά την ανακωχή έδωσαν στην Αγγλία μια «Βουλή Χακί», πού βγήκε μ' ένα πρόγραμμα για εκδίκηση. Η βρεταννική κυβέρνηση, προσθέτοντας στις επανορθώσεις των ζημιών τις δαπάνες για τα πολεμικά επιδόματα, ανέβασε τις αποζημιώσεις που ζητούσαν από τη Γερμανία σε αριθμούς εξωφρενικούς. Ήταν συνάμα η πρώτη που υποσχέθηκε στο Κοινοβούλιο της την τιμωρία των «ενόχων του πολέμου». Για να κάμουν τους λαούς να υποφέρουν αγόγγυστα φριχτές δοκιμασίες κι' απάνθρωπες απώλειες, όλοι οι αρχηγοί κρατών είχαν βρεθεί στην ανάγκη να υπερεξάψουν τα πνεύματα ως την παραφροσύνη' δεν τους ήταν πια εύκολο να τα καταπραΰνουν. Η ειρήνη τvν Βερσαλλιών ήταν λοιπόν μια κακή ειρήνη. Με την πρόφαση της αυτοδιάθεσης των λαών, οι Πέντε Μεγάλοι κατακερμάτισαν την Ευρώπη, χωρίς να λάβουν υπόψη τις παραδόσεις της, την ιστορία της, ούτε την οικονομική της ζωή. Η Γαλλία, που ο Λόϋδ Τζvρτζ της είχε αρνηθεί τα σύνορα του Ρήνου, πήρε αντάλλαγμα την υπόσχεση για μια συνθήκη συμμαχίας, που δεν επικυρώθηκε ποτέ. Την Ιταλία, που είχαν αναλάβει απέναντι της ρητές υποχρεώσεις όταν εκείνη μπήκε στον πόλεμο, οι Αμερικανοί και οι Άγγλοι τη μεταχειρίστηκαν με μια κακή θέληση, που έφτανε τα όρια της έχθρας. Τέλος έσπρωξαν τη Γερμανία στην απόγνωση με  μια συνθήκη «πάρα πολύ μαλακιά σε ό,τι είχε σκληρό, πάρα πολύ σκληρή σε ό,τι είχε μαλακό». Μια τέτοια pax britannica δε μπορούσε να τερματίσει τελειωτικά τις διεθνείς συγκρούσεις.

Υποσημειώσεις:
1    Φόρος επί του  είοσδήμοπος.   (Σημ.  τ.   Μετ.).



Σχετικό:
Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου