Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2014

ΙΩΣΗΠΟΣ Ο ΛΙΠΠΑΡΙΝΗΣ:ΣΤΗΝ ΑΦΡΟΔΙΤΗ
















Ι
Στo   ερωτικό  μας  κλινάρι   μας   βρήκε   ανεπάντεχος   ο  ήλιος. 
Στα ουράνια   θριάμβευε κιόλα ο φλογάλογος δίφρος, και απάνω 
στα  βλέφαρα μας ακόμα γλυκός δεν κατέβαινε ο  ύπνος'
μα ολονυχτίς  με του πόθου τη λάβρα  βογγούσεν ο Κέβης
πάνου στον  άσπρο  μου κόρφο,  στην  πύρινη αγκάλη μου  μέσα. 
Γοργά γλυκόφεγγε η   αυγή,  και ολοένα   πεθαίναμε οι δυό  μας'
όμως,   σαν   έλαμψε ο ήλιος, στο   θρήνο   εγώ   ξέσπασα η δόλια, 
και σε μιαν αίγλη από αχτίνες ξανάπεφτε ο Κέβης στον ύπνο.
ΙΙ
Έκλαψα,   κρύβοντας   μέσ' στη   λυτή   μου   την  κόμη   την όψη.
και όμοια με βρύση η ζωή πως ροούσε απ' τα μάτια μου εφάνη. 
Ο  νέος μακάριος  κοιμόταν,   την έγνοια  μου διόλου δεν είχε,
κίτρινος σαν το κερί,  με χαμόγελα   ωστόσο  στα   χείλη.
Ένοιωθα εγώ τα  νεφρά  μου  λυωμένα,  τα γόνατα τρέμια,
και στα  μηλίγγια οι σφυγμοί σφυροκόπαγαν   σαν από θέρμη.
Μέσ' στον καθρέφτη είδα κ' είχα  τα  μάτια γαλάζια τριγύρω,
και, στο  μεσόφρυδο,  ορθή   μια  ρυτίδα,  θανάτου σημάδι.
III
Να το: είχα   βάλει στο  νου, τον πυρρό  νά σκοτώσω τον Κέβη 
πάνου στο πούπουλο στρώμα σ' ένα  άγριο  ξεχείλισμα αγάπης, 
ολονυχτίς και τη μέρα, ως να μείνη νεκρός, και μαζί του, 
μεσ' στο στερνό   αγκάλιασμα του, κ' εγώ   να χαθώ  και να σβήσω! 
Και να: ο γλυκός μου ερωμένος με χόρτασε πια και τον πήρε, 
κι ας σπάζαν μεσ' στης καρδιάς μου τη λίμνη σαν κύματα οι πόθοι.
Θρύμμα τα ρόδινα μέλη, κι ωστόσο μου ανάφρισσε η σάρκα,— 
και τον τσιμπούσα του κάκου, να γίνω και πάλι δικιά του.
ΙΠ
Πες μου,  Αφροδίτη, γιατί,   σα   θεά   πολυπόθητη  αν   είναι
η ξανθή Μέλιττα, αφού την ξετρέχουν οι πλούσιοι μακριάθε, 
αν για ένα  μόνο φιλί   μου   ένας  άρχοντας  τάλαντο   δίνει,
κ' η ολακρινή Ανατολή με τη   δόξα μου   ως   πέρα  βουίζει, — 
πες μου, Αφροδίτη,  γιατί εγώ  θρηνώ, και λιγώνω και ρέβω
για το   Θηβαίο  νεανίσκο   που   πρώτος   μ' εχάρη  στο   ρέμα; 
Πόσοι   για   με  τη   ζωή,   που   δεν   έχουνε τάλαντα,   δίνουν! — 
πες μου γιατί θέλω αυτόν, που είναι ψεύτης, γελάει και προδίνει;
Π
Τούτα σου λέγω τα λόγια γυρνώντας στου λόφου τους κήπους, 
και γελά η θάλασσα μέσ' απ' τα σμύρτα, τα λιόδεντρα, πέρα, 
ενώ   δροσάτη  φωνή  τραγουδάει  αποκείθε απ' το  φράχτη 
το ερωτικό της τραγούδι. Ζυγώνω: η Γλυκέρα είναι,  η κόρη
του   κηπουρού,   και μαζεύει σε   μέγα πανέρι τα ρόδα. 
Παρθένα   ακόμα,   δεν ξέρει  τι πίκρες σκορπάς στους ανθρώπους,
μηδ' ο σκοπός που  λαλεί,   ο φλογερός, την καρδιά της ταράζει'
αχνογελά τόσο αγνή που δακρύζω ενθυμούμενη  τί είμουν.


(Από τη ποιητική συλλογή με το γενικό τίτλο:"Τα τραγούδια της Μέλιττας" σε μετάφραση- διασκευή του Νικολάου Ποριώτη. 
Τα ξυλογραφικά στολίδια είναι του Ιταλού καλλιτέχνη Αντωνέλλο Μορώνη.
Εκδόθηκε σε 410 αριθμημένα αντίτυπα από τις εκδόσεις Γκοβόστη.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου