Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016

ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΟΝΙΟΝ ΕΙΣ ΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟΝ- Η ΧΘΕΣΙΝΗ ΜΥΣΤΑΓΩΓΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΙΕΡΑΝ ΑΛΤΙΝ

Στην Ολυμπία χθες έγινε κάτι το αφάνταστο , το μεγαλόπρεπο το συγκινητικό. Να ανέζησε τάχα  ένα κομμάτι από το κλέος των Ολυμπιακών αγώνων; Ή η φαντασία  όσων παρηκολούθησαν την τελετή προσπάθησε να αναπαραστήση  μια αμυδρά εικόνα  των εορτών που διετηρήθησαν  μίαν χιλιετηρίδα  και πλέον. Στο ίδιο αυτό περιβάλλον, στην ίδια ειδυλλιακή φύσι, στο ίδιο φως που χθές κατέπληξε  τους ξένους, εδώ και αιώνες ολοκλήρους εκαλείτο  όλος ο κόσμος να προσφέρη ό, τι είχεν εις πνεύμα και αθλητικήν ρώμην.

Και χθες το πρωί όταν ανέτειλε ο ίδιος ήλιος που είχε φωτίσει  εδώ και τόσα χρόνια  την Ολυμπίαν με τους βωμούς, τα αγάλματα, τους αγώνας της..... μια μουσική ανέκρουσε  το εωθινόν για να θυμίση στις δέκα χιλιάδες προσκηνητάς ότι κάποτε στη γη της η δόξα ήταν μόνιμη.....

Στην Ολυμπία χθες το πρωί  έγινε μία δέησις. Όσοι ευλαβητικοί προσκηνητές μαζεύτηκαν  από τα γύρω χωριά  και εκάθησαν  στις πλαγιές του πευκόφυτου  κρονίου, ατένιζαν και στην ιερά Άλτιν και στο σύγχρονο χώρο που έχει στηθή η στήλη του βαρώνου Κουμπερτέν και ένας βωμός. Πολύ δύσκολο να ανατρέξη κανενός η φαντασία στα βάθη των ευκλεών αιώνων... Απομεινάρια κογχυλίτου λίθου που ήταν κατασκευασμενοι  οι περίφημοι ναοί δεν είναι δυνατόν να δώσουν  έστω και ελάχιστη εικόνα του κάλλους της Ολυμπίας. Εκείνο που έμεινε και θα μείνει ζωντανό, θεσπέσιο , αιώνιο,είναι το θέλγητρο του τοπίου. Έχουν γραφεί τόσα  από ξένους και δικούς μας συγγραφείς για την χώρα της Ολυμπίας. Ο Βασίλειος Λεονάρδος  στην "Ολυμπία"  του γράφει :"Τον προσερχόμενον θεατήν  δεν καταπλήττει ορίζοντος αχάνεια, ουρανομήκη όρη, ουδέ το της φύσεως μεγαλείον, γοητεύεται  όμως ούτος την  ψυχήν υπό  αλλοίων του τόπου θελγήτρων  και μεταρσιούται την διάνοιαν  ανατρέχων εις πολιωτάτους μυθικούς και ενδόξους  ιστορικούς αιώνας" και συνεχίζει ο σοφός Λεωνάρδος: 
"Η  κλεινή  κοιλάς παρείχε - γράφει - φύσει δια των αισθήσεων εις την ψυχήν  μυχίαν τινα ειρήνην και γηθοσύνην". 
Πραγματικά "ειρήνην και γηθοσύνην " αισθάνθηκαν οι προσκυνηταί της Ολυμπάις. Έπρεπε  να ήταν όμως εκατό χιλιάδες και όχι δέκα.

Σαν ξύπνησε η Ολυμπία,σαν υψώθηκε ο ήλιος πίσω από το κωνοειδές καταπράσινο Κρόνιο και ασήμωσε τις νερένιες γραμμές του Κλαδέου και του Αλφειού , οι άνθρωποι που υπέφεραν τον καυτερό ήλιο της 20 Ιουλίου 1936,ημέρας ιστορικής , έπιασαν ο καθένας μια θέσι . Άλλοι κάτω από τα πεύκα του Κρονίου , άλλοι γύρω από τα κιγκλιδώματα της πλατείας του Κουμπερτέν. Και περίμεναν από τη νύκτα ως τη στιγμή που δόθηκε από το ύψωμα του Κρονίου το σάλπισμα της προσοχής για να αρχίση η τελετή, Το θέαμα από τα σπανιώτερα είχε καταμαγεύσει τους ξένους. Πιο μπροστά, από το πρωϊ μια θαυμασία γυναίκα - η Λένι Ρίφενσταλ- πήρε το συνεργείο της το κινηματογραφικό και στην αφετηρία του αρχαίου Σταδίου σκηνοθέτησε η ίδια το άναμα του Ολυμπιακού φωτός. Ύστερα, εκεί στο ναό της Ήρας, που υψώνονται δύο κολώνες και υπάρχει δίπλα του ένας σπόνδυλος, έδειξε το σκηνοθετικό της δαιμόνιο. Πήρε την Πράτσικα με τις μαθήτριές της, βρήκε αμέσως ένα Γερμανό ηθοποιό που ήταν οπερατέρ της -γιατί ο Κονδύλης, ο πρώτος δρομεύς, δεν δέχτηκε με κανένα τρόπο να φορέση μια στενή περισκελίδα όπως φορούσαν οι αρχαίοι- τον έγδυσε , τον έκανε δρομέα , άναψε στον πρόχειρο βωμό που ήταν ο σπόνδυλος χόρτα ξερά από την Ιερά Άλτιν, ετοποθέτησε τις μηχανές και ετράβηξε την ταινία, δίνοντας συμβουλές παράγγέλματα, οδηγίες. Δέκα φορές πήρε το ίδιο πράγμα,την εκκίνησι με τη δάδα του πρώτου δρομέως. Ο Γερμανός εψήθηκε κυριολεκτικώς και ο ιδρώς έτρεχε ποτάμι. Η Ρίφενσταλ του πετούσε μια πετσέτα για να σκουπιστή και άρχιζε ύστερα πάλι το πάρσιμο της ταινίας. 
Πλησιάζει η ώρα της τελετής. Όλοι σαν να έχουν την προσοχή τους στραμμένη σε μακρινούς , στις αρχαίες εορτές . Δεν παρακολουθεί ο κόσμος εδώ. Συγκινείται , δέεται και δεν λογαριάζει τον πραγματικό λίβα που τον ψήνει. Είναι ένα θέαμα εξαιρετικό. Μια τάξι μια πειθαρχία, μια μυσταγωγία που όλοι κάτι λένε με τη σιωπή της . Και είναι ένα πλήθος ένας κόσμος. Σε μια στιγμή ακούγονται ήχοι μουσικής χαρμόσυνοι και στην άδεια πλατεία του Κουμπερτέν παρελαύνουν με αρχαίες φορεσιές οι μαθήτριες της Πράτσικα , οι δρομείς, οι μαθήτριες του Πύργου. 
Οι φωτοδότιδες νεανίδες προχωρούνε, εισέρχονται στην Άλτιν -χάνουνται. Οι δρομείς χαιρετάνε με υψωμένο το χέρι τη στήλη του Κουμπερτέν και παρατάσσονται. Οι ξένοι παρακολουθούν με συγκίνησι, οι ξένοι δημοσιογράφοι κρατούν σημειώσεις και ολόκληρος η παράταξις πολιορκείται από κινηματογραφιστάς και φωτορεπόρτερς,...

Μπροστά στο μικρόφωνο αρχίζουν οι λόγοι των επισήμων και το Βερολίνον απαντάει αμέσως ό,τι ακούγονται εκεί ευκρινέστατα. Ακόμα και το τεράτισμα των ...... εκατομμυρίων τζιτζικιών φθάνει στο Βερολίνο και το παίρνει η φωνοληπτική πλάκα. Ο Γερμανός σπήκερ Μάρεκ δεν αφήνει το ακουστικό από το χέρι. Το περίεργο είναι ότι μιλάει στην ίδια γραμμή που μεταδίδει τους λόγους το μικρόφωνο. Αυτό οφείλεται σε ένα καινούριο μηχάνημα των Γερμανών. "Φαντόμ"-φανταστική γραμμή τη λένε - που μπορεί κανείς να μιλήση από τη γραμμή η οποία εργάζεται χωρίς να παρεμβάλλεται καθόλου...

Τη στιγμή που γίνονται αυτά στην πλατεία Κουμπερτέν , στην αφετηρία του αρχαίου Σταδίου γίνεται μία ωραία ιεροτελεστεία. Αι φωτοδότιδες παρθένοι της Πράτσικα παίρνουν από τον ήλιο το Ολυμπιακόν φως. Είναι μοναχές τους. Σε κανένα δεν επετράπη να παραστή στην πυροδότησι. Και αλήθεια σ΄αυτήν την τελετή που η Λένι Ρίφενσταλ την είχε κινηματογραφήσει από το πρωί σε δοκιμές , δεν έπρεπε να είναι κανένας απολύτως, Μόνο ο Φοίβος και αι ελληνίδες παρθένοι, αι φωτοδότιδες έπρεπε να παρίστανται στη θεία εορτή.
Αξίζει να σημειωθή ιδιαιτέρως αυτή η λεπτομέρεια . Πρώτη φορά σε μέρος τελετής που δεν παρέστησαν ...οι επίσημοι και οι προσκεκλημένοι, Είχε κάτι από τα ελευσίνια μυστήρια η ιδέα αυτή που τόσο καλά εφαρμόσθηκε...

Οι λόγοι , ο ένας κατόπιν του άλλου , μεταδίδονται από το μικρόφωνο όταν από την ιεράν Άλτιν φαίνονται αι φωτοδότιδες μεταφέρουσαι το φως. Το μεταφέρει η πλέον ωραιοτέρα, που κρατάει την δάδα. Είναι στον δεύτερο στοίχο δεξιά. Προχωρούν με ρυθμικό βάδισμα τα κορίτσια με την Πράτσικα μαζύ. Η στιγμή αυτή είναι από τις συγκινητικώτερες. Η πομπή προχωρεί προς το βωμό και όταν φθάνη εκεί κάνει ένα κύκλο γύρω του . Δύο ανεβαίνουν στις βαθμίδες του βωμού και η μία που κρατάει την δάδα, την ανάβει.

Είναι η συγκινητικώτερη στιγμή, Όλοι την παρακολουθούν με δέος και ευλάβεια, με σιωπήν. Θα μεταλαμπαδευθή το Ολυμπιακόν φως. Ο νέος Κονδύλης, γέννημα θρέμμα της Ολυμπίας, διασχίζει τις φωτοδότιδες κόρες και ανάβει την δάδα από το πυρ του βωμού. Αυτήν την στιγμήν περίμενε ο κόσμος.Είναι αδύνατον να μη ερίγησαν όλων τα κορμιά, να μην εσταμάτησε για μια στιγμή η αναπνοή τους , να μην εμούδιασε το στόμα τους. Ο ήλιος, ένας ήλιος ασημένιος, καυτερός, έλουζε όλη τη καταπράσινη ειδυλλιακή χώρα της Ολυμπίας. Ο νεαρός Κονδύλης ημίγυμνος, ηλιοκαμμένος, μόλις άναψε την πρώτην δάδα τρέχει...τρέχει κρατώντας την ψηλά. Ο κόσμος ξέσπασε σε χειροκροτήματα, σε μπράβο.
Σε μια στιγμή παρακάμπτει την περιφερειακήν οδόν του Κρονίου και φεύγει, τρέχει να μεταλαμπαδεύση με την ιερή φλόγα της Ολυμπίας το Ολυμπιακόν φως -τον αιώνιο ελληνικό πολιτισμό του άθλους και του πνεύματος.
(Εφημερίδα ΒΡΑΔΥΝΗ Τρίτη  21 Ιουλίου 1936)




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου