Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2013

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΟΛΑΚΟΓΛΟΥ :ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ - ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

(Επιστροφή)
Μετά την σύναψιν της ανακωχής τόσον οι Σωματάρχαι και οι Μέραρχοι (πλην ενίων, οίτινες από της νυκτός του Μεγάλου Σαββάτου είχον λάβει την προς Αθήνας άγουσαν, συναποκομίζοντες τας αποσκευάς των), όσον και τα Επιτελεία τούτων παρεμείναμεν παρά τα Στρατόπεδα συγκεντρώσεως, κοντά εις τους νομιμόφρονας άνδρας μας δια να συμμεριζώμεθα τον πόνον των και δια να μεριμνώμεν δια την ταχυτέραν απελευθέρωσίν των και την μεταγωγήν των εις τας εστίας των.
Εν τη τοιαύτη μερίμνη ασχολούμενοι, αντελήφθημεν ότι ήτο δυνατός ο μετριασμός  του πόνου εκ της «σκλαβιάς» και των ωμοτήτων των Κατακτητών, από περιστατικά, κατά τα οποία συνηντήσαμεν την συναντίληψιν των Αρχών Κατοχής προς κατάπαυσιν  των ωμοτήτων και την ειλικρινή προσπάθειαν τούτων προς επανόρθωσιν των αδικοπραγιών που  συχνάκις παρετηρούντο» Ούτω:
α) Εις την Πρέβεζαν ήσαν αποθηκευμένα τα εφόδια, δι' ων θα διετρέφοντο οι εις τα πρόσκαιρα στρατόπεδα αξιωματικοί και οπλίται μας. Ταύτα εγκστελείφθησσν αφρούρητα παρά των αρμοδίων και διηρπάζοντο. Επειδή ο στρατός εκινδύνευε να μείνη νηστικός, απηυθύνθημεν προς τας Αρχάς Κατοχής, αίτινες εις εισήγησίν μας επέτρεψαν να αποστείλωμεν ένοπλον Τμήμα προς φρούρησιν των αποθηκών και και επιβολήν τής τάξεως.
β) Αξιωματικοί και οπλίται μας εληστεύοντο παρά των Γερμανών  χωρίς δυστυχώς νά ανθίστανται δεόντως οι ληστευόμενοι. Τουτ΄αυτό έλαβε χωράν εντός του εν Φιλιππιάδι ξενοδοχείου, όπου εστεγάζετο το Στρατηγείον Α' Σώματος και εις το Μέτσοβον όπου εστάθμευεν το B' Σώμα Στρατού. Εις έντονον δισμαρτυρίαν μου προς τον Γερμανόν μέραρχον εδόθησαν αμέσως διατσγαί προς επανόρθωσιν των αυθαιρεσιών. Το γεγονός τούτο παρέσχεν ημίν και αφορμήν να διαπιστώσωμεν ότι εχρειάζετο αντίταξις αντιστάσεως.
Εξεδώσαμεν όθεν διαταγήν, δια της οποίας το σφάλμα επερρίπτετο εις την παράλειψιν των ληστευθέντων  να αντιαταθώσιν ανδρικώς κατά των θρασέων αδικοπραγούντων  παρά τα διεθνώς παραδεδεγμένα.
γ) 0ι Ιταλοί προσεπάθουν να επιρρίψουν εις ημάς την ευθύνην της παραβιάσεως των όρων της ανακωχής εκ του γεγονότος, ότι ολόκληρος ο στρατός μας ευρέθη νοτιότερον της γραμμής διαχωρίσεις μεταξύ γερμανικής και ιταλικής κατοχής και συνεπώς ευρέθη εντός (158)
της κατεχομένης ζώνης υπό των Γερμανών.
Ως γνωστόν ημείς δεν είχομεν ευθύνην  τινά καθ' όσον εξεδώσαμεν διαταγήν να σταματήσουν όπου ευρίσκοντο τα στρατεύματα μας κατά το μεσονύκτιον της 23 Απριλίου.  Αν δεν ευρέθη τις εις την Ιταλικήν ζώνην τούτο αποδοτέον εις τον διατεθέντα χρόνον από 20—23 Απριλίου παρά της ιταλικής διπλωματίας, ήτις επροτίμησε την διατήρησιν του γοήτρου του στρατού της εκ της τηρήσεως ενός «τύπου» και επέδειξε την εκδικητικήν της μανίαν κατά των αόπλων στρατευμάτων και του αμάχου πληθυσμού, τους οποίους εβομβάρδιζε και έπολυβόλει με τα αεροπλάνα της επί  διήμερον.
Ωσαύτως οι Ιταλοί ηπείλουν ημας ότι θα εισήρχοντο εις Ιωάννινα εάν δεν εξαναγκάσωμεν τον στρατόν των Ιονίων Νήσων να καταθέση τα όπλα. Εκ του γεγονότος τούτου δύναται να εξαχθή το συμπέρασμα, ότι δεν διεπραγματεύθημεν την Ανακωχήν εκ μέρους ολοκλήρου του Ελληνικού Στρατού, ως κατ' επανάληψιν ισχυρίσθησαν τίνες άλλ' εκ μέρους του στρατού εν Ηπείρω και Δυτική Μακεδονία.
Ούτως ούτε τον εις Ιονίους Νήσους στρατόν διετάξαμεν να παύση τας εχθροπραξίας, ουδέ εις τας ιταλικάς αξιώσεις απεδώσαμεν σημασίαν.
Τουναντίον διεμαρτυρήθημεν εις τας Γερμανικάς Αρχάς δια τας υπερφιάλους και απειλητικάς αξιώσεις των Ιταλών και επεστήσαμεν την προσοχήν τούτων επί  της κακοπιστίας των, καταγγείλαντες, ότι ενήργουν εν Ιωαννίνοις προπαγάνδαν προς προσεταιρισμόν των ασθενών χαρακτήρων ίνα διασπασθή η  Εθνική ενότης.



Εκ των των συζητήσεων μετά των Γερμανών και εκ των αποφάσεων των αντελήφθημεν ότι εσόβει εχθροπάθεια και ότι δεν ήτο δύσκολον να έχωμεν την υποστήριξιν των Γερμανών κατά των αθεμίτων σχεδίων των Ιταλών, Οι Γερμανοί μας ενεθάρρυνον  υποσχόμενοι ότι θα ήσαν συμπαραστάται  μας.[1]
δ) Εις την Ήπειρον και ιδιαίτατα εις Ιωάννινα καθίστατο καταφανής η ανάγκη να προστατευθή ο πληθυσμός από τας τάσεις προς αυθαιρεσίας και ωμότητας των οπλιτών Γερμανών, τοσούτω μάλλον, καθ' όσον οι Διοικητικαί και Δικαστικαί Αρχαί είχον εγκαταλείψει τας θέσεις των, και κατά συνέπειαν οι πολίται δεν είχον που να προσφύγουν. Εις κάθε παράστασίν μας αι γερμανικαί αρχαί επεδείκνυον την συναντίληψίν των και την συνδρομήν των.
Εκ του εσωτερικού (Θεσσαλίας — Γρεβενών — Ηπείρου — Αιτωλοακαρνανίας) της Ελλάδος κατέφθανον πληροφορίαι ότι επεκράτει χάος και ότι τα πάντα έβαιναν προς την αποσύνθεσιν και την αναρχίαν. Αι πληραφορίαι εγίνοντο πιστεαταί διότι εγνωρίζομεν αφ' ενός μεν τας αναρχικάς τάσεις των φυγάδων, αφ' ετέρου δε την ανακλησιν των αξιωματικών και ανδρών της Χωροφυλακής προς τας Αθήνας και συνεπώς ότι η ζωή η τιμή και η περιουσία του φιλονόμου πληθυσμού της υπαίθρου χώρας ευρίσκόντο εις την διάθεσιν του κάθε κακοποιού.
Την σύγχυσιν και την αταξίαν επεδείνωσε το γεγονός, ότι πολλαί οικογένειαι προς αποφυγήν των συνεπειών του πολέμου (159) εκινήθησαν προς νότον. Αύται έπιπτο εις χείρας των φυγάδων ή των κακοποιών της κοινωνίας στοιχείων και εληστεύοντο.
Τα γεγονότα ταύτα και η επίγνωσις του μεγέθους της Εθνικής συμφορας και μαρτυρίων του Λαού εκ της Κατοχής διέγραφον μέσα εις την ψυχήν μας μελανόν το άμεσον μέλλον της Ελλάδος, δεδομένου ότι δια το απώτερον μέλλον είχομεν την πίστιν ότι θα ενίκα η Mεγάλη Βρεταννία και συνεπώς θα αποκαθίστατο ενδόξως η Πατρίς μας. Διά την έκβασιν του πολέμου,πρέπει να τονίσω, εγώ τουλάχιστον εΙχον εκδηλωθή προφορικώς και εγγράφως και ο τέως Πρόεδρος και καθηγητής Κανελλόπουλος εβεβαίωσεν ότι συνομιλών μαζί μου επί ημίσειαν ώραν την 8ην Μαίου 1941 ήκουε διαρκώς αισιοδόξους λόγους περί επαvόδoυ των Άγγλων και περί τής απαλλαγής του Λαού εκ της δουλείας.
Η σκέψις όλων μας εφέρετο προς την προφανώς απειλουμένην Εθνικήν Ενότητα λόγω του ότι ο Ελληνισμός ήτο εγκαταλελειμμένος εις την τύχην του ακαθοδήγητος και ανυπεράσπιστος . Ουδενός την αντίληψιν διέφευγε το γεγονός ότι ο Ελληνισμός θα υπέφερε τα πάνδεινα μέσα εις σκληρούς κατακτητάς και εις την προπαγανδιατικήν κίνησιν δύο προαιωνίων εχθρών που επιβουλεύονται τα Εθνικά μας εδάφη και την ελευθέριαν μας.Τo πνεύμα ανησυχιών, φόβοι μας και ίσως η απαισιοδοξία μας δια το εγγύς μέλλον του Λαού δεν εγεννήθησαν τώρα μέσα μας. Διέπνεον τα στήθη όλων προ της Ανακωχής και εξηκολούθουν ογκούμενοι εις φάσματα και μετά την Ανακωχήν, εις τρόπον, ώστε να βλέπωμεν ότι ανέκυπτεν η ανάγκη κάποιας αορίστως συλλαμβανομένης αντιστάσεως κατόπιν επισταμένης μελέτης και συστηματικής οργανώσεως.
Προχείρως επήλθεν εις την μνήμην μας το παράδειγμα του Σχολαρίου έναντι του Κατακτητού της Βασιλευούσης,
αλλά και τόσων ευγενών ομογενών και των αρματωλών εισέτι, οίτινες πάντες υπό το πρόσχημα τής καθυποταγής ειργάζοντο δια την ανάστασιν του Έθνους επί αιώνας, χωρίς ν' απολείπη τούτους η ελπίς και η υπομονή αλλά και χωρίς να φοβούνται μήπως παρεξηγηθούν από τους άλλους ομοεθνείς.
Υπό τοιαύτας συνθήκας και μέσα εις τοιαύτας, ως ανωτέρω, σκέψεις εύρεν ημάς η από 26 Απριλίου γενομένη πρότασις του αντιστρατήγου Μπίλετς ττερί συγκροτήσεως Κυβερνήσεως.
Η πρότασις αύτη κατ αρχάς μας εξέπληξε διότι ουδαμού, ουδέποτε εγένετο λόγος σχετικώς με τοιούτον ζήτημα μετά των Γερμανών. Ευθύς αμέσως εγνώσθη ότι εξ ακριτομυθίας των γερμανομαθών που συνομίλουν μέ διαφόρους Γερμανούς αξιωματικούς επληροφορήθησαν αι Aρχαί Κατοχής την κίνησιν του στρατηγού Μπάκου μετ' άλλων αξιωματικών ττρος σχηματισμόν κατά την Μεγάλην Παρασκευήν επαναστατικής Κυβερνήσεως, ήτις προυτάθη και εις εμέ την νύκτα προς την 20ήν Απριλίου και απερρίφθη ασυζητητί. Τους λόγους ανέπτυξα εις το Α' μέρος, οίτινες συνοψίζονται εις το ότι δεν επέτρεπα εις εμαυτόν να ττροσχωρήση όλως ατίμως εις το πλευρον των επιβουλευθέντων την ελευθερίαν μας Ιταλών και Γερμανών, γινόμενος εχθρός εκείνων που ηγγυήθησαν την ακεραιότητα της Πατρίδος μου και εθυσίαζον τέκνα των προς υπεράσπισιν του πατρίου μας εδάφους.


Υποσημειώσεις:
[1] Όταν ο  Χίτλερ υπέκυψε στον εκβιασμό του Μουσολίνι και έδωσε εντολή να εξαρτήσει τη συνθηκολόγηση από τη συναίνεση και τη συμμετοχή των Ιταλών δημιουργήθηκαν μέσα στο στράτευμα σοβαρές αντιδράσεις.Γράφει ο Φλάισερ στο Στέμμα και Σβάστικα σελ.87-88  "Η μεταστροφή αυτή λίγο έλειψε να οδηγήσει σε εξέγερση των Γερμανών στρατιωτικών. Ο Φραντς Ρίτερ Χάλντερ, γενικός επιτελάρχης της Ανώτατης Διοίκησης Στρατού (ΟΚ.Η), εκφράζει ως εξής την αγανάκτηση του: «Αυτή η πολιτική διαταγή εξευτελίζει αφόρητα τον Γερμανό στρατάρχη [...] ενώπιον του ελληνικού στρατού. Παρέχει λαβή για σκόπιμη παραποίηση της Ιστορίας που μέλλει να δώσει την εικόνα ότι οι Ιταλοί εξανάγκασαν τους Έλληνες σε συνθηκολόγηση, ενώ, στην πραγματικότητα, τη στιγμή της συνθηκολόγησης ούτε καν αψιμαχίες δεν διεξάγονταν μεταξύ των Ελλήνων και των Ιταλών [...]. Η συνθηκολόγηση οφείλεται αποκλειστικά στην παρουσία γερμανικών στρατευμάτων στη γραμμή οπισθοχώρησης».
Και, εν κατακλείδι, ο διοικητής της 12ης Στρατιάς αρνείται την «παραχάραξη της Ιστορίας» και αξιώνει την «ακριβή περιγραφή της στρατιωτικής κατάστασης στο γερμανικό στρατιωτικό ανακοινωθέν».
Μετά τις νέες δριμύτατες διαμαρτυρίες της ομάδας Λιστ, όσον αφορά το θέμα αυτό, ο Χίτλερ επιχειρεί να κατευνάσει τα πνεύματα διαβεβαιώνοντας ότι στη θέση του στρατάρχη θα «είχε πράξει το ίδιο ακριβώς». Ωστόσο, «αυτές οι παρασκηνιακές διαβεβαιώσεις δεν ωφελούν σε τίποτε», αφού, όπως αναφέρει με πικρία ο Χάλντερ, «ο Λιστ εξευτελίζεται επί σκηνής». 0 Χίτλερ, λόγω αυτών των απρόσμενων αντιδράσεων των στρατηγών του, επανέρχεται σε μια παλαιότερη σκέψη, «να αφήσουν», δηλαδή, «τους Έλληνες και τους Ιταλούς να τακτοποιήσουν μόνοι τους λογαριασμούς τους», δυτικά της γραμμής Πίνδου-Αχελώου και να κλείσουν αυτό το σύνορο με γερμανικά στρατεύματα..  
 (Επόμενο)








 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου