Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

ΝΙΚΟΛΑΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ: ΠΛΟΙΑΡΧΟΥ ΙΩΑΝΝΙΔΗ ΑΝΔΡΕΑ ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΛΟΓΟΣ


κφωνήθηκε στην κηδεία του, 13 Ιουλίου 2011 στον Ιερό Ναό Αγίου Αρσενίου, Λεμεσός  )

«Μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερων έστιν η πατρίς και σεμνότερον και αγιώτερον».
 
Σε αυτή τη φράση του Πλάτωνα συμπυκνώνεται η πεμπτουσία του Ελληνισμού. Με αυτές τις παρακαταθήκες διαιωνίζεται το Γένος μας κι εσύ δεν μπορούσες να αποτελέσεις εξαίρεση. 

Ξέρεις πατέρα, μέχρι να υπηρετήσω τη στρατιωτική μου θητεία δεν καταλάβαινα γιατί έλειπες τόσο συχνά. Μετά κατάλαβα πόσο τεράστιος είσαι. Μια ζωή στην πρώτη γραμμή με τους συναδέλφους και τους ναύτες που αγαπούσες, για να φτιάξεις ένα δυνατό Ναυτικό που να μπορεί να υπερασπιστεί την πατρίδα μας. Μετά βίας σου έβγαζα καμιά κουβέντα για την κατάσταση που επικρατούσε, αλλά απ’ όσα μου έλεγες ήταν διάχυτη η πικρία σου για την αδιαφορία των ανωτέρων να εξοπλίσουν το Ναυτικό μας. «Δεν μπορώ να εκτελέσω την αποστολή μου», έλεγες, γιατί ήξερες πολύ καλά πως «έχομεν Γην και Πατρίδαν, όταν έχομεν πλοία εις την θάλασσαν». Γι’ αυτό πάλευες, αλλά έβρισκες πόρτες κλειστές. Ωστόσο, αυτή σου την απογοήτευση προσπαθούσες να μην τη μεταφέρεις στο σπίτι και την οικογένειά σου. Μπορεί πολλοί να νόμιζαν ότι ήσουν και μαζί μας αυστηρός, όπως με τη δουλειά σου. Ουδέν αναληθέστερον. Εξάλλου, αν καμιά φορά θύμωνες και φώναζες σ’ εμάς, τα γλυκόλογα και τα πειράγματα της γυναίκας και των παιδιών σου σε ηρεμούσαν αυτοστιγμεί, ίσως και λίγο αργότερα αν ήσουν πολύ θυμωμένος. 
Πολλοί μου λένε να είμαι περήφανος για τον πατέρα μου γιατί είναι ήρωας. Μπορεί να μη σου το είπα ποτέ ρητώς, αλλά πάντα ήμασταν περήφανοι για σένα, δε χρειαζόταν να σε δολοφονήσουν στυγνά οι κυβερνώτες, δεν ήταν απαραίτητο να γίνεις κομμάτια για να καυχώμαστε για σένα. Όχι πως περίμενα κάτι άλλο από εσένα, τουλάχιστον έπεσες στις επάλξεις, στη ναυτική βάση που αφιέρωσες τόσο χρόνο και κόπο να ανεγερθεί και να’ ναι το καμάρι της Εθνικής Φρουράς. Να είσαι σίγουρος ότι μας μπόλιασες με τα ανώτερα ιδανικά της Φυλής μας, αυτά για τα οποία αγωνίστηκες και εν τέλει θυσιάστηκες.Γαλουχηθήκαμε με τις αρχές και τις αξίες του Ελληνισμού και είμαστε γεμάτοι απ’ αυτές μέχρι το μεδούλι μας.  
Στο ερώτημα «γιατί να γίνει η έκρηξη» θα απαντήσουν οι εμπειρογνώμονες και ορκίζομαι στο σεπτό σου σκήνωμα ότι οι ένοχοι θα πληρώσουν για σένα και τους υπόλοιπους λεβέντες. Όσον αφορά το ερώτημα «γιατί ο πατέρας μου», αυτό είναι εύκολο ν’ απαντηθεί. Γιατί ποτέ δεν κιότεψες, ποτέ δεν απαρνήθηκες την ευθύνη. Γνήσιος εκφραστής των διδαχών του Λεωνίδα, των Μαραθωνομάχων, των ανταρτών του 1821, των ηρώων του Έπους του 1940, των λεβεντών του 1955, των ηρωικώς πεσόντων του 1974. Όταν επισκέφθηκα το χώρο του εγκλήματος στο Μαρί, μέσα στο μυαλό μου βούιζαν τα λόγια των λεβεντών που θυσιάστηκαν εκεί: «Ω ξειν αγγέλειν Έλλησι Κυπρίοις ότι τήδε κείμεθα, τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι».
Όταν το μοιραίο πρωί οι καπνοί από την έκρηξη έφτασαν στο σπίτι μας, πριν ακόμα μάθω οτιδήποτε, ένιωθα ότι μέσω αυτής της σκόνης ήρθες για τελευταία φορά κοντά μας. Δε σε αγκάλιασα γιατί θα με περνούσαν για τρελό, ίσως ήθελα να διατηρώ την ψευδαίσθηση ότι θα σε δω το μεσημέρι πριν πάω δουλειά. Είδες όμως, έχασα την τελευταία μου ευκαιρία να σε αγκαλιάσω. Ελπίζω να με συγχωρέσεις. Η φλόγα σου υπάρχει μέσα στη μάνα μου, εμένα, την Κυριακή και το Χριστόφορο. Και θα μεταλαμπαδευθεί παντού. Θα κάνουμε τα πάντα για να μην ξεχαστούν οι αγώνες σου.
Και που’ σαι, όταν συναντήσεις το Μάτση και τον Αυξεντίου, τον Τάσο Ισαάκ και το Σολάκη Σολωμού, πες τους να μην ανησυχούν γιατί ο σπόρος που φύτεψαν έχει αβγατίσει. Και εσύ, μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά είστε οι πιο πρόσφατοι ήρωες στο ήδη υπερπλήρες Πάνθεον της Ελληνικής Ιστορίας. Γιατί όσο κι αν προσπαθούν οι λογής Πηλιογούσηδες και Εφιάλτες να μας ξεριζώσουν, εμείς είμαστε τραχείς: «Χρόνια σκλαβκιές ατέλειωτες, τον πάτσον τζιαι τον κλώτσον τους, εμείς τζιαμαί, ελιές τζιαι τερατσιές πάνω στο ρότσον τους». 
Ήσουν πολέμιος της φυγοστρατίας, το θεωρούσες και είναι υποτιμητικό. Γι’ αυτό και τώρα, μετά το τραγικό συμβάν που οι απάτριδες και οι ριψάσπιδες καλούν τους νέους να μην υπηρετήσουν την πατρίδα, ξέρω ότι θα είσαι έξαλλος. Γιατί κι εσύ αντιμετώπιζες την ανικανότητα και ανευθυνότητα των αρχόντων του τόπου, αλλά δε σταμάτησες να υπηρετείς την πατρίδα. Δεν το έκανες για όλους αυτούς τους ανάξιους που μας κυβερνούν, αλλά για τη σκλαβωμένη πατρίδα μας και τους ανθρώπους της. Απαρνήθηκες τον νεοταξίτικο ατομικισμό και έκανες βίωμά σου την ελληνόπνευστη συλλογικότητα. Έτσι, λοιπόν, δεν πρέπει ν’ απαξιώνουμε τις τιμημένες Ένοπλες Δυνάμεις και τα στελέχη που παλεύουν νυχθημερόν κάτω από αντίξοες συνθήκες, εισπράττοντας την αδιαφορία και τη θυμηδία της πολιτικής ηγεσίας. Απαξιώστε τους θρασύδειλους κυβερνώντες και όχι το στράτευμα! 
Αγαπητοί Αξιωματικοί, Υπαξιωματικοί και Ναύτες του ένδοξου Πολεμικού Ναυτικού. Σας βλέπω με τις άσπρες σας στολές, λεβέντες και λεβέντισσες, και ξέρω πως ο πατέρας μου ήθελε το καλύτερο για σας, αλλά και να’ στε οι καλύτεροι. Είμαστε μια οικογένεια, γιατί ξέρετε πως ο πατέρας μου σας είχε σαν παιδιά του. Απαιτούμε στη μνήμη των νεκρών μας να ανοικοδομηθεί άμεσα η Ναυτική Βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» και να μην τεθεί ούτε για μια στιγμή σε κίνδυνο η ασφάλεια οποιουδήποτε στελέχους ή ναύτη, με τη χρησιμοποίηση εμπορευματοκιβωτίων ως κτηρίων. Τα κονδύλια που παίρνετε να τα δώσετε μια φορά για το κοινό καλό και όχι για ίδιον όφελος.  
Κι εσείς περήφανοι Αξιωματικοί, Υπαξιωματικοί και Ναύτες, σπάστε τον άτυπο νόμο της σιωπής, αντιδράστε, ξεσηκωθείτε. Τα εκρηκτικά εξερράγησαν στα ήδη σεσηπότα θεμέλια του κράτους και το εκθεμελίωσαν. Να βγει όλος ο κόσμος στους δρόμους, να υπάρξει πάνδημη διαμαρτυρία για όλα αυτά τα τραγικά και ν’ απαιτήσουμε παραίτηση και φυλάκιση των υπευθύνων. Ξεσηκωθείτε, φωνάξτε. Μας δολοφονούν! Αν δεν υπάρξουν δομικές και συστημικές αλλαγές, την επόμενη φορά μπορεί να βρεθούμε εμείς σ’ αυτή τη θέση. Μην πιστεύετε τις πομφόλυγες των κρατούντων. Απαιτήστε την παραδειγματική τιμωρία των ανεύθυνων και ανίκανων κυβερνώντων. Μην το μετατρέψετε σε πεδίο κομματικών αντιπαραθέσεων· κανείς δεν το θέλει αυτό. Μόνο δικαιοσύνη ζητούμε. 
Πλοίαρχε Ιωαννίδη ήμουν και είμαστε περήφανοι που σε είχαμε σύζυγο και πατέρα. Σ’ ευχαριστούμε περισσότερο γιατί έκανες πράξη τις ιδέες σου, με τις οποίες μας γαλούχησες και δεν έμεινες στα λόγια. Μαζί με τους υπόλοιπους λεβέντες υπογράψατε το μακρύ κατάλογο των ηρώων που με το αίμα τους πότισαν το δέντρο της Λευτεριάς και απέδειξαν ότι, όσο κι αν μας πολεμούν, ο Ελληνισμός δεν πρόκειται να χαθεί εδώ στην ανατολικότερη εσχατιά της Ελλάδας. Πραγματώσατε αυτό που έγραφε περήφανα ο Μάρκος Δράκος στον πατέρα του: «Ο Έλληνας γεννήθηκε αγωνιστής· σαν τέτοιος πρέπει να στέκεται στις επάλξεις, ακοίμητος φρουρός των ιδανικών και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας». 
Δε θα μπορούσαμε να έχουμε αξιότερο πατέρα. Δε σου πρέπουν μοιρολόγια γιατί δεν πέθανες, ζεις μέσα στον καθένα μας.
Αιωνία  σου η μνήμη.
Αθάνατος! 
Ηλεκτρονική διεύθυνση άρθρου: http://www.efylakas.com/archives/9078 

Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

ΜΩΡΙΣ ΖΕΝΕΒΟΥΑ:ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΑΠΑΓΟΥ


Η ευκαιρία αυτή και μαζί το πρόσχημα, δόθηκαν με την παραίτησι, στις 5 Ιανουαρίου 1950, του στρατάρχου Παπάγου, αρχηγού του στρατού. Είχε προκληθεί από μερικές λέξεις, πολύ εσκεμμένες, που ειπώθηκαν από τον αντιπρόεδρο Τσαλδάρη σ' ένα δημόσιο λόγο. Είχαν διαδο­θεί πραγματικά φήμες, που μπορούσαν να κάνουν πιστευτό πως ο χθεσινός νικητής των κομμουνιστών, ενισχυμέ­νος από το γόητρο που έχαιρε, θα έμπαινε στην πολιτική ζωή. Ο Τσαλδάρης, ηγέτης των Λαϊκών, ενοχλήθηκε από φόβο πως ο στρατάρχης θα συνεκέντρωνε, εις βάρος του, σημαντικό αριθμό οπαδών του.

Τι είχε πει, λοιπόν, ο Τσαλδάρης; Η αοριστία των λόγων του ανταγωνιζόταν την διαύγεια των προθέσεων του. « Αν άνθρωποι—είχε προφητεύσει—που αναμφισβήτητα έχουν προσφέρει κάποιαν υπηρεσία κατά την διάρ­κεια του προσφάτου αγώνος μας, διακινδύνευαν αλλού τα βήματα τους», αυτό θα ήταν για τον τόπο επιζήμιο. Ο Παπάγος θ' ανακαλούσε τελικά την παραίτησί του, αλλ' αυτή, στο μεταξύ, είχε προκαλέσει άλλες παραιτήσεις στους κόλπους της κυβερνήσεως: του αντιπροέδρου Σ. Βενιζέλου και του Υπουργού Εθνικής Αμύνης Κανελ­λοπούλου, που είχαν κηρυχθεί αλληλέγγυοι με τον στρα­τάρχη. Αυτό ήταν αρκετό για να συμπαρασύρη σε παραί­τησι ολόκληρη την κυβέρνησι.
Κι άρχισαν με το συνηθισμένο τυπικό οι τελετές: σχηματισμός υπηρεσιακής κυβερνήσεως υπό την προε­δρία του Θεοτόκη, ορκωμοσία (στις 6 Ιανουαρίου 1950), εκλογές (5 Μαρτίου). Οι εκλογές αυτές, όπως προβλε­πόταν, ερμήνευσαν την γενική ανάγκη και την προσδο­κία νέων πολιτικών δυνάμεων και σχηματισμών. Τα παραδοσιακά κόμματα έλαβαν μόνο τριανταέξι στα εκατό των ψήφων, το Λαϊκό του Τσαλδάρη και το Φιλελευθέ­ρων του Βενιζέλου. Υπεύθυνοι της πολιτικής κατά τον εμφύλιο πόλεμο, ήταν φανερό πώς αυτοί θα υφίσταντο την οργή των δυσαρεστημένων.
Ανάμεσα στις νέες δυνάμεις που επωφελήθηκαν από την αποδοκιμασία αυτή ήταν η ΕΠΕΚ (Εθνική Προο­δευτική Ένωσις Κέντρου) του στρατηγού Πλαστήρα που οι εκλογές του 1950 θα έθεταν μονομιάς στο προσκήνιο.
Αλλά το κόμμα αυτό, που θα μπορούσε να συσπει­ρώση αντιπροσωπευτικά όλες τις τάσεις μιας μετριοπα­θούς αριστεράς, απέμεινε τελικά ένα κόμμα προσωπικό και ο θάνατος του αρχηγού του, στα 1953, προεκάλεσε την εξαφάνισί του. Ένα επεισόδιο, λοιπόν, στους κόλ­πους μιας γενικής ασυναρτησίας που θα διαρκέση σχεδόν τρία χρόνια, από τον Μάρτιο του 1950 ως τον Νοέμ­βριο του 1952. 
Υπό την πολιτική κυριαρχία του Κέντρου, έξη κυ­βερνήσεις θ' ακολουθήσουν η μια την άλλη. Εδώ ταιριά­ζει να αναφερθούμε στην σκιαγράφησι του προηγουμέ­νου κεφαλαίου. Το Κέντρο, γενικά, προερχόταν από πα­λιά αντιβασιλικά κόμματα: Φιλελεύθεροι (Σ. Βενιζέ­λου), ΕΠΕΚ (Πλαστήρα) και το κόμμα του Παπανδρέου. Ο αντιβασιλισμός είναι η κοινή τους καταγωγή. Και τα τρία μαζί διέθεταν την απόλυτη κοινοβουλευτική πλειο­ψηφία: 136 έδρες επί 250. Αλλά θα φανέρωναν την ανικανότητα τους να σχηματίσουν μια κυβέρνησι ισχυρή και βιώσιμη. Γιατί οι αρχηγοί τους, στα ενδότερα του συνα­σπισμού των, παρέμειναν κομματάρχες κι αντίπαλοι. Χωρίς πρόγραμμα κοινό, με φιλοδοξίες και συμφέροντα αντίθετα, και κάποτε συνυφασμένα με κεφαλαιοκρατικά συμφέροντα. 
Δεκαοχτώ μέρες συνομιλιών κατέληξαν σε μια συμ­φωνία που προώθησε τον Βενιζέλο επικεφαλής της κυ­βερνήσεως (23 Μαρτίου). Αργότερα, σε λιγότερο από μή­να, ο Πλαστήρας ανατρέπει τον Βενιζέλο και τον αντικα­θιστά ως πρωθυπουργός (15 Απριλίου). Τέσσερες μή­νες αργότερα ο Βενιζέλος αντικαθιστά ξανά τον Πλαστήρα (21 Αυγούστου). Χάρι σε νέους κυβερνητικούς ανασχη­ματισμούς, ο Σ. Βενιζέλος θα διατηρούνταν ένα χρόνο. 'Αλλά είχε πια αποδειχθεί πως η Βουλή που προήλθε από τις εκλογές του Μαρτίου 1950 ήταν τελικά ανίσχυρη ν' αναδείξη και να στηρίξη μιά κυβέρνησι σταθερή. Έπρεπε να διεξαχθούν νέες εκλογές. Μετά την διάλυσι της Βουλής (31 Ιουλίου 1951), οι εκλογές αυτές ορίστηκαν στις 9 Σεπτεμβρίου. 
Στο μεταξύ όμως, στις 30 Μαΐου, ο στρατάρχης Πα­πάγος είχε και πάλι υποβάλει την παραίτησί του από αρχηγός του στρατού. Αν και πρόβαλε λόγους υγείας, η πραγματική αιτία της ενέργειάς του πρέπει ν' αναζητηθή προς την πλευρά του Στέμματος, που οι επανειλημμένες αναμίξεις του εμπόδιζαν την άσκησι της διοικήσεως του. Το ρεύμα της κοινής γνώμης υπέρ του στρατάρχου δεν εί­χε πάψει να σταθεροποιήται. Όλο και περισσότερο έβλε­παν σ' αυτόν τον αναγκαίο άνθρωπο, τον μόνο ικανό να συγκέντρωση γύρω στο πρόσωπο του, για ένα έργο εθνικής σωτηρίας, τις αμήχανες καλές θελήσεις. Καθώς το Λαϊκό κόμμα είχε χάσει την πολιτική του δύναμι και τα τρία κόμματα του Κέντρου δεν μπορούσαν πια να παρουσιάσουν ένα θετικό απολογισμό του έργου των, η λαϊκή φωνή, κατά κάποιο τρόπο, εκ των προτέρων, τον είχε χρίσει. 
Κατά τη διάρκεια των τριών μηνών του καλοκαιριού, ανάμεσα στην παραίτησί του στρατάρχου και στις εκλογές του Σεπτεμβρίου, η αναταραχή επαυξανόταν. Όπως τον Ιανουάριο του 1950, πολλές ελληνικές προσωπικότη­τες, κι όχι οι μικρότερες σε κύρος, έκαμαν διαβήματα στον Παπάγο για να τον μεταπείσουν, τότε, ν' ανακαλέση την παραίτησί του. 
Η υπόθεσις, εξ άλλου, και τις δυο φορές είχε λάβει διεθνείς διαστάσεις. Ο αμερικανός πρεσβευτής Πιουριφόυ, που απουσίαζε από την Αθήνα, επέστρεψε εσπευ­σμένα: οι προστάτες παρέμειναν άγρυπνοι. Ο βασιλεύς Παύλος (νεώτερος αδελφός του Γεωργίου Β' που τον είχε διαδεχθεί την 1η 'Απριλίου 1947), ο Πιουριφόυ, η ελ­ληνική κυβέρνησις συζητούσαν. Ο ελληνικός στρατός ή­ταν στα πρόθυρα κινήματος: παραλίγο, τη νύχτα της 30ής προς την 31η Μαΐου να εξαπολυθή από τα γρα­φεία του Γενικού Επιτελείου πραξικόπημα αξιωματικών αποφασισμένων να πάρουν την εξουσία για να την παρα­δώσουν στον στρατάρχη. Παρ΄ όλες τις επικρίσεις, ο Παπάγος δεν απέσυρε την παραίτησί του. 
Ωστόσο, οι επικρίσεις δεν σταμάτησαν. Μονάχα που άλλαξαν στόχο. Όταν η Βουλή διαλύθηκε τον Ιούλιο και η ημερομηνία των εκλογών ορίσθηκε για τις 9 Σεπτεμβρίου 1951, ο Παπάγος ανήγγειλε πως θα εκθέση υπο­ψηφιότητα επικεφαλής ενός νέου πολιτικού σχήματος[1]. 
Έτσι γεννήθηκε ο Ελληνικός Συναγερμός. Η πλει­οψηφία του Λαϊκού κόμματος προσχώρησε σ' αυτόν, δηλαδή ολόκληρη η ελληνική «Δεξιά». Το Κέντρο συγκράτησε τους εκλογείς του του προηγουμένου χρόνου. Έτσι, ο Ελληνικός Συναγερμός, μ' όλο που ήλθε πρώτος στις εκλογές, δεν πέτυχε ωστόσο την απόλυτη πλειο­ψηφία. Κι έτσι, το δικομματικό τώρα Κέντρο, διατηρών­τας την πλειοψηφία, ανέλαβε πάλι τον σχηματισμό της νέας κυβερνήσεως. Γι' αυτό χρειάστηκαν συζητήσεις ενός μηνός. Ο Πλαστήρας, ως πρωθυπουργός, ορκίστηκε στις 27 Οκτωβρίου. Κι άρχισαν πάλι οι προβλεπόμενες προσωπικές διενέξεις, οι εσωτερικοί ανταγωνισμοί και η παράλυσις της εξουσίας. 
Ωστόσο, η Ελλάς εξακολουθούσε να υποφέρη. Η οικονομία της, που παρασυρόταν στην καταστροφή, επέ­βαλε μια νέα νομισματική υποτίμησι. Δρακόντεια μέτρα για την καταπολέμησι του πληθωρισμού ξεσήκωναν και συντηρούσαν τη γενική δυσφορία. Ισχυρό κόμμα της Αντιπολιτεύσεως ο Ελληνικός Συναγερμός βρισκόταν σε θέσι ευνοϊκή για να καταγγείλη την εμμονή στα παλιά ήθη και την οριστική ανικανότητα του Κέντρου να κυβερνήση επιτέλους τη χώρα. Η Βουλή διαλύθηκε τον Σεπτέμβριο και οι νέες εκλογές ορίστηκαν για τις 16 Νοεμ­βρίου 1952. Σ' αυτές ο Παπάγος θριάμβευσε. Ο Ελλη­νικός Συναγερμός, με 50% των ψήφων, κέρδιζε 247 έδρες από τις 300. Δεν είχε πια απέναντί του παρά μονάχα τον συνασπισμό Πλαστήρα—Βενιζέλου. Ο Παπανδρέου, νικημένος μαζί με τους οπαδούς του κατά τις προηγού­μενες εκλογές, τή φορά αυτή είχε κατέλθει προσωπικά στις εκλογές υπό το έμβλημα του Ελληνικού Συναγερμού. Με 35% των ψήφων αλλά μονάχα με 51 έδρες, οι Πλαστή­ρας - Βενιζέλος, δεν μπορούσαν παρά να παραχωρήσουν τη θέσι τους. 
Η συντριπτική νίκη του Παπάγου, ιδιαίτερα ως προς τον αριθμό των κερδισμένων εδρών, οφειλόταν, κατά ένα μέρος στο εκλογικό σύστημα: οι εκλογές είχαν διεξαχθεί με το πλειοψηφικό σύστημα (γι' αυτό η αριστερά, με 9,5% των ψήφων δεν είχε πετύχει καμμία έδρα). Αλλ' αυτή η νίκη οφειλόταν κυρίως στην αυξανόμενη ανυποληψία του Κέντρου, στη βραδεία και μακρά χρεωκοπία που είχε συ­νοδεύσει την πολιτική του επικράτησι. Ο λαός ήταν κου­ρασμένος από τόσην αστάθεια, ασυναρτησία, ματαιοδο­ξίες και προσωπικές διαμάχες . Η σε τέτοιο βαθμό ανυ­πομονησία δεν μπορούσε παρά να είναι εκρηκτική. Έτσι εξηγείται το μέγεθος του σαρώματος.
Ο Παπάγος ορκίστηκε στις 19 Νοεμβρίου 1952. Θα έμενε στην εξουσία τρία χρόνια, ως τις 4 Οκτωβρίου 1955, μέρα του θανάτου του. Έτσι, με το τέλος της αστάθειας, γινόταν δυνατό να δράση κανείς. Η πλειοψη­φία πού διέθετε ο στρατάρχης, μοναδική στα χρονικά της σύγχρονης Ελλάδος, του άφηνε τα χέρια ελεύθερα για ε­πείγοντα θετικά έργα. Το κύρος του, η προσωπική του επιβολή, η εξασφαλισμένη συμπαράστασις των μεγάλων συμμαχικών δυνάμεων, ήταν μεγάλα πλεονεκτήματα στα χέρια του.
Η δράσις του υπήρξε ασφαλώς αποτελεσματική, το έργο του χρήσιμο και ουσιώδες. Ωστόσο δεν έφτασαν τις προσδοκίες και τις ελπίδες που είχε ξυπνήσει στο έθνος η άνοδος του στην εξουσία. 
Η νομισματική αναπροσαρμογή του Απριλίου 1953, η έναρξις οικονομικών διαπραγματεύσεων με τις Ηνω­μένες Πολιτείες, την Γαλλία, την Μεγάλη Βρεττανία και την Δυτική Γερμανία, η υπογραφή του Βαλκανικού Συμφώνου μεταξύ της Ελλάδος, της Τουρκίας και της Γιουγ­κοσλαβίας, η αναδιοργάνωσις του στρατού, συνέπεια της εισόδου της Ελλάδος στο ΝΑΤΟ, η αποκατάστασις της τάξεως στις δημόσιες υπηρεσίες, οι μεθοδικές πραγματο­ποιήσεις που ακολούθησαν στον τομέα των δημοσίων έργων, δεν ήταν λίγα' ήταν πολλά. Αλλά η μακρά α­σθένεια και η βαθμιαία εξασθένισις του στρατάρχου Πα­πάγου απονεύρωναν όλο και περισσότερο την αρχικήν αλ­κή της ανανεωτικής δράσεως που επιχειρήθηκε υπό την διεύθυνσί του. 
Αφού για μια στιγμή είχε συγκρατηθεί η άνοδος των τιμών, ξανάρχισε κι επιδεινώθηκε. Ο κρατικός προϋπο­λογισμός παρέμεινε ελλειμματικός, η πίστις δεν είχε ανα­στηλωθεί. Δεν υπήρχε εμπιστοσύνη στη δραχμή, και συ­νεπώς, ούτε αποταμίευσις, ούτε επενδύσεις. Μέσα σε τέ­τοιες συνθήκες, πως να κάνη κανείς μακροπρόθεσμες προ­βλέψεις, και πως να συνθέση ένα οικονομικό πρόγραμμα προσανατολισμένο σ' ένα καλύτερο μέλλον; Ο λαός που το αισθανόταν, άρχισε να κατέχεται και πάλι από δυσ­φορία κι ανησυχία/Η υπόθεσιςτης Κύπρου[2] περιπλέχτη­κε στο βάθος ενός αδιεξόδου. Εξ αιτίας της, συμμαχίες διακυβεύονταν, ή τουλάχιστο κλονιζόταν η συνοχή τους, Όπως στα 1952, τα πράγματα χαλούσαν έναν άν­δρα με σαφή συνείδησι των προβλημάτων και με χέρι δυ­νατό, για ν' αντικαταστήση τον πιλότο που λιγοθυμούσε και να κράτηση πάλι στη σωστή κατεύθυνσι το τιμόνι του πλοίου, πού είχε χάσει τον προσανατολισμό του. 
Μετά τον θάνατο του στρατάρχου Παπάγου, στις 4 Oκτωβρίου 1955, ύστερ' από μιαν εξάμηνη ασθένεια, ο βασιλεύς Παύλος κάλεσε τον Υπουργό του των Δημοσί­ων Έργων Κωνσταντίνο Καραμανλή.


Υποσημειώσεις:
[1] Ακόμη μια ευκαιρία να συλλάβή κανείς ζωντανά την ασυναρτησία και την σύγχυση ενός τέτοιου πολιτικού κλίματος. Βασιλόφρων, προσωπικός φίλος του βασιλέως ο Παπάγος, είχε ιδεί κατά τη διάρκεια του τελευταίου χρόνου να μεταλλάζουν οι σχέσεις του με το Στέμμα. Είχαν φτάσει στο σημείο ώστε τη στιγμή που ο στρατάρχης ανήγγειλε την πρόθεσί του να εκθέση υπο­ψηφιότητα, ο βασιλεύς δημοσίευσε ένα προσωπικό άρθρο εναντίον του. Παρατηρούσε τότε κανείς το εξής παράδοξο φαινόμενο: ένας πολιτικός σχηματισμός παραδοσιακά βασιλόφρων να παίρνη εχθρική θέσι απέναντι στον βασιλέα, ενώ το αντιβασιλικό Κέντρο, διαδήλωνε την αλληλεγγύη του προς το Στέμμα!

[2] Το ζήτημα της Κύπρου είναι ένας από τους κυκεώνες που γεννιούνται δω κι εκεί πάνω στη γη, όπως ένα κακό σπυρί πάνω στο δέρμα, και που επι­τρέπει να μετρηθή η αυθαιρεσία ή ο παραλογισμός της διεθνούς πολιτικής ζωής.

Ή Ιστορία της Κύπρου ξεκινά εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια και συνδέε­ται από πολλούς αιώνες με τον Ελληνικό πολιτισμό. Ο πληθυσμός του νησιού είναι ελληνικός σε αναλογία 80%. Ωστόσο, οι Άγγλοι, κάτοχοί της από τον περασμένο αιώνα, αρνούνταν επίμονα ν' αναγνωρίσουν στον κυπριακό λαό ένα δικαίωμα που παραχώρησαν διαδοχικά σ' άλλους, λιγότερο εξελιγμένους της Ασίας και της Αφρικής λαούς: το δικαίωμα της αυτοδιαθέσεως. Το να αντι­τάξουν, όπως κι έκαμαν, την μικρή τουρκική μειοψηφία στην ευρεία ελλη­νική πλειοψηφία, σήμαινε ((διαίρει και βασίλευε». Έτσι άνοιξαν στα σίγουρα μια πληγή κι έρριξαν εξ αρχής τον σπόρο της διαιρέσεως μέσα της.

Η πληγή αυτή φλεγόταν από ένα πυρετό, ιδιαίτερα υψηλό, κατά τα έτη 1955-1959. Για να δανειστούμε μιαν άλλη εικόνα από τον Πρόεδρο Καραμαν­λή, ήταν κατά τα χρόνια εκείνα, το επίκεντρο της ελληνικής εθνικής ζωής. Α­διάκοπα στο χείλος μιας βιαίας εκρήξεως, βασάνισε τις μέρες και τις νύχτες του. Οι αντίπαλοι του δεν διευκόλυναν βέβαια το έργο του. Το ζήτημα της Κύπρου έγινε, κι αυτό, ένα όπλο στα χέρια τους. Διαδηλώσεις στους δρό­μους, αλλεπάλληλες κοινοβουλευτικές επιθέσεις, τόσα μέσα για να εμποδιστούν διαπραγματεύσεις δυσχερείς, αντίκρυ στην διπλή εχθρότητα της Αγγλίας και της Τουρκίας.

Με δυό λόγια, θα μπορούσε να πη κανείς πως οι προκάτοχοι του Κ. Καρα­μανλή είχαν επισπεύσει τα στάδια και τις αποφάσεις που απαιτούσαν λιγότερη βιασύνη. Γιατί το ν' αναλάβης πρόωρα αυτό τον εθνικόν αγώνα, εσήμαινε πως διατρέχης τον κίνδυνο της αμέσου ρήξεως με την Μεγάλη Βρεττανία και την Τουρκία, εσήμαινε πως καταδικάζεις απο πριν τη Βαλκανική Συνεννόησι και πως καθιστάς πολύ δυσχερή τη θέσι της Ελλάδος μέσα στην Ατλαντική Συμμαχία. Θα μπορούσε, άραγε, η Ελλάς να ζητήση συμπαράστασι από τους Ρώσους; Ανάμεσα σε συμφέροντα και δυνάμεις τόσο Ισχυρές και τόσο αντιφα­τικές, κινδύνευε κάθε στιγμή να συντριβή.


Ανάμεσα σ' αυτή τη Χάρυβδι και σ' αυτή τη Σκύλλα, ο Καραμανλής από επιταγή της λογικής κι από συνείδησι ανάγκης, λοξοπλοούσε. Οι συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου, καθιερώνοντας την ανεξαρτησία της Κύπρου, επέτρεπαν στην Ελλάδα να διασώση τις εκ παραδόσεως διεθνείς της σχέ­σεις. Αυτό είναι το πρώτο πλεονέκτημα τους. Υπήρχαν και άλλα: δημιουρ­γούσαν μια γέφυρα προς την ένωσι του νησιού με την Ελλάδα, έσωζαν το Οικουμενικό Πατριαρχείο κι ό,τι απόμενε από τον Ελληνισμό της Κωνσταντι­νουπόλεως. Τούτο σημαίνει πώς ήταν τέλειες; Ασφαλώς όχι. Ποιες συμφωνίες, που συνάπτονται ύστερ' από διαπραγματεύσεις, δεν επιβάλλουν αμοιβαίες πα­ραχωρήσεις που να μην είναι συμβιβασμοί; Η ρήτρα εγγυήσεως, ανάμεσα σ' άλλα, το δικαίωμα του βέτο πού παραχωρήθηκε στον αντιπρόεδρο της Κυπρια­κής Δημοκρατίας: αν γινόταν κακή χρήσις τους, θα υπήρχε κίνδυνος να ψευτίσουν την ίδια την έννοια της ανεξαρτησίας. Αλλ' οι συμφωνίες αυτές της Ζυρί­χης και του Λονδίνου, παρ' όλο που είχαν δύσκολα συναφθεί, μέσα σ' ένα κλίμα δυσπιστίας, πάθους κι εθνικών εγωισμών, και παρ' όλο που έφερναν τα σημά­δια αυτά, δεν απέκλειαν ωστόσο την ελπίδα πως η καλή θέλησις, η επιθυμία κατανοήσεως θα έκαμε τους ενδιαφερομένους μια μέρα να συγκλίνουν προς την εμπιστοσύνη και την φιλία. Ό χρόνος κι ή υπομονή θα βοηθούσαν στη βελτίωσί τους. Είναι γνωστό πώς τίποτε από αυτά δεν έγινε. Και είναι κρίμα.

Σχετικό: Η ζωή και το έργον του Αλ. Παπάγου.

 

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013

ΚΑΤΣΙΜΗΤΡΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ: ΠΡΟΜΗΝΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΟΝΑΙ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ II

Σπανίως ηγήτωρ Μεγάλης Μονάδος θα ευρέθη, κατά την γνώμην μου, υπό δυσχερεστέρας και δυσκολωτέρας συνθήκας, ως αι ανωτέρω.
Αναμιμνήσκεται ζωηρώς ακόμη, ο γράφων τας γραμμάς ταύτας, των κρισίμων και αγωνιωδών ωρών τας οποίας διήλθε τότε ως υπεύθυνος Διοικητής της VIII Μεραρχίας.
Καθ' όλην την μακράν αυτού στρατιωτικήν ζωήν και τους πέντε Πολέμους εις ους μετέσχεν από του 1912 και εντεύθεν, τους αγωνας και τας μάχας εις ας έλαβε μέρος, ουδέποτε ευρέθη υπό δυσμενεστέρας και δυσχερεστέρας περιστάσεις εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του.
Δέον όμως να τονισθή εν προκειμένω ότι πολιτικοί λόνοι επέβαλον εις την Κυβέρνησιν να χειρισθή το ζήτημα μετά συνέσεως και φρονήσεως, απόρροια δε τούτου υπήρξεν η ανωτέρω δοθείσα δυσχερής αποστολή εις την Μεραρχίαν.Διότι όντως η προληπτική επιστράτευσις αυτής ηδύνατο να θεωρηθή ως πρόκλησις και να αποτελέση την αφορμήν εισβολής των Ιταλικών Στρατευμάτων εις το ημέτερον έδαφος.
Η Μεραρχία παρακολουθούσα μετά προσοχής την διαρκώς μεταβαλομένην και εξελισσομένην κατάστασιν διά του δικτύου πληροφοριών εγνώριζεν ότι είχον δοθή διαταγαί εις τους Διοικητάς των Ιταλικών Μονάδων όπως μη προσεγγίσωσι την Ελληνικήν μεθόριον έλαττον των 10-15 χιλιομέτρων, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων και ενδεχομένων επεισοδίων μετά των ημετέρων μεθοριακών φυλακίων.
Πράγματι δε αι Ιταλικαί μονάδες, μετά την κατάληψιν των πέραν της μεθορίου σημαντικών κέντρων της Αλβανίας εσταμάτησαν και απέστειλαν μόνον ελαφρά τμήματα τα οποία εγκατεστάθησαν εις τα υφιστάμενα Αλβανικά φυλάκια, ομού μετά των Αλβανών.
Η συμπεριφορά των Ιταλικών αξιωματικών και οπλιτών των τμημάτων τούτων υπήρξεν φιλόφρων και φιλική προς τα ημέτερα φυλάκια, τα οποία είχον λάβει αυστηράς διαταγάς της Μεραρχίας, ίνα τηρήσωσι στάσιν αξιοπρεπή και σώφρονα.
Ο Διοικητής της Μεραρχίας επιθεώρησε κατ' επανάληψιν τα σημαντικώτερα φυλάκια και έδωσεν επί τόπου σαφείς διαταγάς και οδηγίας προς τους αξιωματικούς και οπλίτας περί της τηρητέας στάσεως έναντι των Ιταλικών τμημάτων
Πράγματι δε η συμπεριφορά αυτών υπήρξε κατά πάντα αξιέπαινος και αντάξια των εθνικών παραδόσεων του Ελληνικού Στρατού, εκτιμηθείσα δεόντως και παρ' αυτών των Ιταλών, ως εδήλωσαν ούτοι προς τα ημέτερα φυλάκια.
Η Μεραρχία είχε προπαρασκευάσει πλήρως την επιστράτευσιν και δεν απητείτο ει μη μία τηλεγραφική σύντομος ειδοποίησις κατά συνθηματικόν τρόπον, όπως κηρυχθή η κινητοποίησις.
Ο Διοικητής της Μεραρχίας έχων υπ όψιν αφ' ενός μεν την δοθείσαν αυτώ υπό του Γεν. Επιτελείου εντολήν περί επιστρατεύ­σεως της Μεραρχίας και αποκρούσεως ενόπλως ενδεχομένης Ιτα­λικής εισβολής, αφ' ετέρου δε τας ακριβείς και θετικάς πληροφο­ρίας περί των κινήσεων και προθέσεων των Ιταλικών Στρατευμάτων εν Αλβανία, σταθμίσας καλώς την όλην κατάστασιν, έλαβε την απόφαοιν να μη επιστρατεύση την Μεραρχίαν, εν γνώσει των βαρυτάτων ευθυνών αυτού, αλλά παρακολουθών την εξέλιξιν της καταστάσεως να πράξη τούτο μόνον όταν κατά την κρίσιν του παραστή ανάγκη.
Τα μετέπειτα γεγονότα εδικαίωσαν πλήρως την ληφθείσαν απόφασιν εν προκειμένω, και την ενασκηθείσαν παρ' αυτού πρωτοβουλίαν.
Διότι την 10 Απριλίου 1939 (Δευτέραν του Πάσχα) ο εν Αθήναις Πρέσβυς της Ιταλίας επέδωκε προς τον τότε Πρόεδρον της Κυβερνήσεως Ιωάν. Μεταξάν την κάτωθι επίσημον ανακοίνωσιν της Ιτα­λικής Κυβερνήσεως έχουσαν ούτω:
«Πάσα φήμη ήτις τυχόν εκυκλοφόρησεν ή ενδέχεται να κυκλοφορήση περί δήθεν Ιταλικής ενεργείας κατά της Ελλάδος είναι ψευδής.
«Τοιαύται φήμαι μόνον υπό κακoβούλων πρακτόρων δύνανται να διασπαρώσιν.
«Η φασιστική Ιταλία επιβεβαιοί την πρόθεσίν της ότι θα σεβασθή κατά τον μάλλον απόλυτον τρόπον την ηπειρωτικήν και νησιωτικήν ακεραιότητα της Ελλάδος».
Η επίσημος αύτη δήλωσις της Ιταλικής Κυβερνήσεως διέλυσε τα πυκνά νέφη του διεθνούς ορίζοντος, τας σοβαράς ανησυχίας της Ελληνικής Κυβερνήσεως και την αγωνίαν της Ελληνικής κοινής γνώμης, ιδιαιτέρως δε ανεκούφισε τον Ηπειρωτικόν λαόν, όστις διήλθε τότε ημέρας αγωνιώδους ανησυχίας και φόβου.
Η VIII Μεραρχία έλαβε σχετικάς διαταγάς του Γενικού Επιτελείου περί της ευνοϊκής τροπής της καταστάσεως και ανέστειλε τας σχετικάς προς την επιστράτευσιν προπαρασκευαστικάς αυτής διαταγάς.
Εν τούτοις παρά την επίσημον ως άνω δήλωσιν της Ιταλίας, επανελήφθησαν εκ νέου φήμαι και διαδόσεις ανησυχητικοί και ανακοινώσεις ανεπίσημοι περί πιθανών προθέσεων αυτής.
Ο Υπουργός των Εξωτερικών της Ιταλίας κόμης ΤΣΙΑΝΟ, ομι­λών την 12 Απριλίου προς τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξω­τερικών της Αλβανίας, εδήλωσεν ότι:
«Η Ιταλία θα μεριμνήση δια την π ρ α γ μ α τ ο π ο ί η σ ι ν των εθνικών βλέψεων της Αλβανίας».
Ο Δικτάτωρ ΜΟΥΣΣΟΛΙΝΙ, ομιλών εν Ρώμη προς Επιτροπήν Αλβανών μεταβάσαν εκεί ίνα προσφέρη το Στέμμα της Αλβανίας προς τον Βασιλέα της Ιταλίας, υπεσχέθη ότι:
Η Ιταλία θα ευνοήση και θα πραγματοποίηση την επέκτασιν των Αλβανικών συνόρων.
Οι εν Αλβανία Ιταλοί αξιωματικοί απροκαλύπτως ομιλούν περί προσεχούς δράσεως του Ιταλικού Στρατού προς ΤΣΑΜΟΥΡΙΑΝ.
Έτεροι φήμαι φέρουσιν ότι η Ιταλία εν περιπτώσει γενικωτέρας συρράξεις θα καταλάβη την Κέρκυραν και την Ήπειρον μέχρι ΠΡΕΒΕΖΗΣ.
Τήν 15 Ιουνίου ο ιταλός Υπουργός της Παιδείας ΜΠΟΤΑΪ, ομιλών εν ΚΟΡΥΤΣΑ προς τους προκρίτους Αλβανούς, ετόνισεν ότι η Αλβανία εντός ολίγου χρόνου θα επεκταθή.
Την 25 ίδιου μηνός και ο Στρατάρχης ΜΠΑΝΤΟΛΙΟ .υπόσχεται εις τους Αλβανούς επέκτασιν των ορίων της Αλβανίας προς ΤΣΑ­ΜΟΥΡΙΑΝ.
Εις επίμετρον των ανωτέρω ανησυχητικών πληροφοριών και διαδόσεων, έρχεται το σοβαρόν γεγονός της προελάσεως ισχυρών Ιταλικών δυνάμεων μέχρι της μεθορίου, κατά το πρώτον δεκαήμερον του μηνός Αυγούστου, αίτινες έλαβον σαφή επιθετικήν διάταξιν.
Προ της τοιαύτης σοβαράς επιδεινώσεως της καταστάσεως το Γενικόν Επιτελείον Στρατού κατά τα τέλη του μηνός Αυγούστου διέταξε την επιστράτευσιν της VIII Μεραρχίας, κληθείσης υπό τα όπλα ολοκλήρου της εφεδρικής αυτής δυνάμεως.
Έμπλεα ιερού ενθουσιασμού, ένθερμου πατριωτισμού και φιλο­πατρίας έσπευσαν προθύμως τα γενναία τέκνα της Ηπείρου εις φωνήν της Πατρίδος και έλαβον ανά χείρας τα ένδοξα όπλα, έτοιμα να υπερασπίσωσι την ακεραιότητα και την ελευθερίαν αυτής
Ο γράφων τας γραμμάς ταύτας, ηυτύχησεν επανειλημμένως να ίδη το εξόχως συγκινητικόν και μεγαλειώδες θέαμα της αθρόας προσελεύσεως των εφέδρων εν πανηγυρικώ ενθουσιασμώ, με άσματα Πατριωτικά και εθνικούς χορούς, συνοδεία εγχωρίων μουσικών οργάνων, προπεμπομένων υπό των γονέων, αδελφών, γυναικών και τέκνων αυτών, εν βαθεία συγκινήσει και εθνική υπερηφάνεια, ευχό­μενων δε εις αυτούς να τιμήσωσι και δοξάσωσι τα ιερά όπλα και επανέλθωσιν εις τας εστίας των νικηταί.
Όσοι δεν έζησαν εις τον στρατόν καί όσοι δεν είδον ποτέ παρομοίας εικόνας Πατριωτικού, ενθουσιασμού, και εθνικού συναγερμού, δεν δύνανται να εννοήσωσιν ούτε να αισθανθώσι ποτέ τους ιερούς παλμούς μιας βαθείας εθνικής συγκινήσεως, χαράς και υπερηφανείας.
Η επιστράτευσις της Μεραρχίας παρά τας υφιστάμενας ελλείψεις υλικού και παρουσιασθείσας ανωμαλίας, συνετελέαθη ταχέως, χάρις εις τον ενθουσιασμόν και προθυμίαν των κληθέντων εφέδρων και εις την φιλόπονον και εντατικήν προσπάθειαν των Διοικήσεων και στελεχών καθ' όλην την κλίμακα της Ιεραρχίας»
Ο Αρχηγός του Επιτελείου (Αντιστράτηγος Παπάγος Αλ.) δι' επιστολής του προς τον Διοικητήν της Μεραρχίας ανεγνώρισε τας παρ' όλων καταβληθείσας προσπαθείας διά την ταχείαν και απρόσκοπτον διεξαγωγήν της επιστρατεύσεως, τονίσας ότι αύτη υπήρξε κατά μέγα μέρος προσωπικόν έργον αυτού.

ΑΙ μονάδες, επιστρατευόμεναι, κατηυθύνοντο εν τάχει πρός τάς ύπό του σχεδίου τής Μεραρχίας καθωρισμένας αυτών θέσεις εν τη μεθορίω, μεταφερόμενοι κατά το πλείστον δι' αυτοκινήτων λόγω του επείγοντος.
Η Μεραρχία ήδη είναι πάνοπλος εις τας θέσεις της, πλήρης ηθικών δυνάμεων και έτοιμη κατά πάντα να εκπληρώση την αποστολήν της, εις την υπεράσπισιν του Πατρίου εδάφους.
Εκ παραλλήλου αύτη διά διαταγών της καθώρισε τα της εκπαιδεύσεως των κληθέντων εφέδρων εις τα νέα όπλα και μηχανήματα, δι' όσους εκ τούτων δεν είχον εκπαιδευθή κατά την θητείαν των.
Αφ' ετέρου εξέδωκε και πάλιν διαταγάς προς τας Μονάδας Προκαλύψεως περί της τηρητέας στάσεως αυτών και δη των μεθο­ριακών φυλακίων προς τα έναντι φυλάκια των Ιταλών και Αλβανών.
Ο Διοικητής της Μεραρχίας περιήλθεν άπασαν την μεθόριον και έδωκεν επί τόπου διαταγάς και οδηγίας προς τους αξιωματικούς και οπλίτας των φυλακίων.
Εν συνεχεία η Μεραρχία ησχολήθη και μέ την αμυντικήν οργάvωσιν του μετώπου αυτής και ιδία της εκλεγείσης τοποθεσίας αντιστάσεως ΕΛΑΙΑ ΚΑΛΑΜΑΣ Ποταμός.
Μέχρι της εποχής εκείνης ουδεμία εργασία αμυντικής οργανώ­σεως είχε γίνει, ουδέ σχετική μελέτη.
Προς τούτο συνεκρότησεν επιτροπήν κληθείσαν «Επιτροπήν οχυρώσεως» αποτελούμενην εκ του Συνταγματάρχου Μαυρογιάννη Παν. Αρχηγού Πυροβολικού, του Αρχηγού Πεζικού Συνταγματάρ­χου Σαλβάνου Γ. του Διοικητού του VIII Σ/τος Ορειβ. Πυρ/κού Αντισυνταγματάρχου Χρηστοβασίλη Ιων. και του Διευθυντού του ΙΙΙ Επιτελικού Γραφείου Ταγματάρχου Πετρουτσοπούλου Παν.
Η Επιτροπή αύτη, κατά τας εκδοθείσας διαταγάς της Μεραρ­χίας, επελήφθη δραστηρίως και εντατικώς του έργου αύτης και κατόπιν λεπτομερούς μελέτης του εδάφους καθώρισε τας διαδο­χικάς γραμμάς αμύνης, ως και τα εκτελεστέα έργα κατά βάθος και πλάτος.
Ατυχώς δεν εχορηγήθησαν εις την Μεραρχίαν τα αναγκαιούντα μέσα (υλικά και χρηματικαί πιστώσεις) προς εκτέλεσιν των καθο­ρισθέντων έργων μονίμου οχυρώσεως,
Ουχ ήττον ήρξατο εντατική εργασία κατασκευής των καθο­ρισθέντων έργων εκστρατείας υπό των μονάδων Προκαλύψεως, παραλλήλως προς την εκπαίδευσιν αυτών.
Εν τω μεταξύ όμως η κατάστασις παρετείνετο επικινδύνως, ιδία δε η αντιμέτωπος κατά μήκος της μεθορίου παράταξις ισχυρών Ιτα­λικών και ημετέρων δυνάμεων, ετοίμων κατά πάντα διά τον αγώνα.
Και η εκνευριστική αύτη παράτασις, ηδύνατο να δημιουργήση επεισόδια δυνάμενα να έχωσι σοβαράς συνεπείας.
Ο Διοικητής της Μεραρχίας προς πρόληψιν τοιούτων μετέβη πολλάκις μέχρι των μεθοριακών φυλακίων ΚΑΚΑΒΙΑΣ και ΜΕΡΤΖΑΝΗΣ, άτινα ευρίσκοντο επί των κυρίως προς Ιωάννινα οδεύσεων, και πολλάκις διενυκτέρευσεν εις αυτά, ίνα προσωπικώς παρακολουθήση την εκτέλεσιν των διαταγών του και την διεξαγωγήν της υπηρεσίας.
Τήν 17ην Σεπτεμβρίου 1939 ο εν Αθήναις Πρέσβυς της Ιταλίας επέδωκε προς την Ελληνικήν Κυβέρνησιν εκ μέρους της Ιταλικής τοιαύτης επίσημον ανακοίνωσιν έχουσαν ούτω:
«Η Ι τ α λ ί α δ ε ν π ρ ό κ ε ι τ α ι ν α α ν α λ ά β η π ρ ω τ ο β ο υ λ ί α ν Π ο λ ε μ ι κ ώ ν ε π ι χ ε ι ρ ή σ ε ω ν κ α τ ά τ η ς Ε λ λ ά δ ο ς»
«Κ α ι π ρ ο ς α π ό δ ε ι ξ ι ν   το ύ τ ο υ    δ ι ε τ ά χ θ η     η     α π ο χ ω ρ η σ ι ς τ ω ν Ι τ α λ ι κ ώ ν σ τ ρ α τ ε υ μ ά τ ω ν   ε κ τ  η ς μ εθ ο ρ ί ο υ ε ι ς β ά θ ο ς 20 χ ι λ ι ο μ έ τ ρ ω ν  ε ν τ ό ς τ ο υ   Α λ β α ν ι κ ο ύ    ε δ ά φ ο υ ς»
Συνεπεία τούτου και η VIII Μερ. κατόπιν διαταγής του Γενικού Επιτελείου Στρατού απεστρατεύθη, αι δε Μονάδες αυτής επανήλθον εις τας εν ειρήνη έδρας αυτών.
Επίσης διετάχθη η αποστολή εις Μακεδονίαν και των τμημάτων ενισχύσεως, άτινα είχον διατεθή εις αυτήν, ως και των στρατευσί­μων παλαιών ανδρών των μονάδων της Μεραρχίας, αίτινες ούτω κυριολεκτικώς απεγυμνώθησαν.
Επίσης μετατίθεται εις Μακεδονίαν και ο Αρχηγός Πεζικού Συνταγματάρχης Σαλβάνος Γεώργ. δραστήριος και ικανός κατά πάντα αξιωματικός και πολύτιμος βοηθός της Διοικήσεως της Μεραρχίας.
Η Μεραρχία υποβάλλει σχετικάς αναφοράς και διαμαρτύρεται, διότι αντί να ενισχύεται, τουναντίον μειούται η δύναμις αυτής εις άνδρας και στελέχη.
Βεβαίως ήτο ανάγκη να ενισχυθώσιν αι εν Μακεδονία Μονάδες του Στρατού δι' ανδρών εκ του εσωτερικού.
Αλλ' αν διά την Μακεδονίαν ο κίνδυνος εχθρικής εισβολής ήτο ενδεχόμενος, διά την Ήπειρον ήτο επικείμενος και άμεσος, δεδο­μένου ότι απέναντι αυτής ευρίσκονται ισχυραί Ιταλικαί δυνάμεις, δυνάμενοι ανά πάσαν στιγμήν και εν πάση ταχύτητι να καταφθάσωσιν εις την μεθόριον.
Διά πάντας τους ανωτέρω λόγους ήτο ενδεδειγμένη η ενίσχυσις της Μεραρχίας και η πλαισίωσις των μονάδων αυτής διά των αναγκαιούντων στελεχών και ανδρών.
Επίσης ήτο αναγκαίον να εφοδιασθή αύτη δια υλικών και χρηματικών πιστώσεων προς εκτέλεσιν των έργων αμύνης επί της τοποθεσίας ΕΛΑΙΑΣ.
Τοιαύτη ήτο εν συνόψει η κατάστασις εν γένει εις την Μεραρχίαν λήγοντος του έτους 1939.


Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013

ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΣ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΣ: Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΟΧΙΚΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣIΣ. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΜΟΥ ΠΡΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΩΝ ΔΟΣΙΛΟΓΩΝ. Η ΦΩΤΕΙΝΗ ΔΙΟΔΟΣ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΜΠΑΚΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙON ΔΟΥΛΕΙΑΣ.

ΠΕΡIΣΥΛΛΟΓΗ


 
H Κυβέρνησις του στρατηγού Τσολάκογλου υπήρξεν ασφαλώς γέννημα του στρατού (στελεχών) του Μετώπου. Τρεις σωματάρχαι του στρατού του Μετώπου έλαβον μέρος εις αυτήν: Ο Γ. Τσολάκογλου, διοικητής Γ' Σώματος Στρατού, ανέλαβε την προεδρείαν της Κυβερνήσεως. Ο Π. Δεμέστιχας, διοικητής του Α' Σώματος Στρατού, το υπουργείον των Εσωτερικών. Και ο υποστράτηγος διοικητής του Β' Σώματος Στρατού Γ. Μπάκος το υπουργείον Εθνικής Αμύνης. Ο στρατηγός Μπάκος δεν ήθελε να μετάσχη της Κυβερνήσεως· μετέσχε τη πιέσει των αξιωματικών, των οποίων εκδήλωσις—τη απαιτήσει του—υπήρξε σχετικόν πρωτόκολλον, το οποίον υπεγράφη από τας εις Μέτσοβον ευρισκομένας διοικήσεις. Σκέψις όλων ήτο, πως υπό τον καταλληλότερον και συναδελφικώτερον διοικητήν Σώματος, τον υποστράτηγον Μπάκον, θα εξασφαλισθή, υπό την Κατοχήν, η ενότης των αξιωματικών.
Και είνε αναμφισβήτητον, ότι πολλά έπραξε προς την κατεύθυνσιν ταύτην ο αείμνηστος Μπάκος. Αλλά και προπαρασκευαστική εργασία έγινε υπονομεύσεως του εχθρού και εξασφαλίσεως της τάξεως άμα τη αναχωρήσει του, την οποίαν ανέτρεψαν τα διάφορα γεγονότα. Όμως, η μέριμνα υπέρ των αναπήρων, η μέριμνα υπέρ των αξιωματικών μονίμων και εφέδρων με καταφανές δημιούργημα το Νοσηλευτικόν Ίδρυμα, είνε αι προσπάθειαι, δια τας οποίας και μόνον κατέστη ευλογημένη η μνήμη του αειμνήστου και ατυχούς στρατηγού Γ. Μπάκου.
Πολλοί μέραρχοι ανέλαβον προς τον αναφερθέντα σκοπόν διαφόρους θέσεις: Ο Χ. Κατσιμήτρος, διοικητής της VIII Μεραρχίας, το υπουργείον Γεωργίας, ο Α. Ρουσσόπουλος, διοικητής της XVII Μεραρχίας, το υπουργείον Εργασίας, ο Ν. Μάρκου, διοικητής της VI Μεραρχίας, το υπουργείον Δημ. Ασφαλείας, ο Σ. Μουτούσης, διοικητής της XIII Μεραρχίας, το υπουργείον Συγκοινωνιών, ο Σ. Δημάρατος, διοικητής της XI Μεραρχίας, ως αρχηγός Αστυνομίας Πόλεων. Ιδιαίτατα, ο διοικητής της πλέον επιτυχούσης Μεραρχίας Π. Σπηλιωτόπουλος, ανέλαβε αρχηγός της Χωροφυλακής, ίνα εξασφαλισθή ο επιδιωκόμενος σκοπός της προπαρασκευής κατά του κατακτητού. Ούτος υπήρξεν ο αρχηγός της Οργανώσεως, ήτις ετέλει υπό τάς διαταγάς της εν Μ. Ανατολή κυβερνήσεως.
Τότε, συμμετέχων εις τον σκοπόν και εις την μετέπειτα οργάνωσιν ανέλαβον, τη απαιτήσει του διοικητού του Σώματος, ούτινος ετύγχανον επιτελάρχης και των συμπολεμιστών μου, την γενικήν διεύθυνσιν του υπουργείου Αμύνης, από του οποίου απεχώρησα όταν είδον τον σωματάρχην μου, πολύ πιστεύοντα εις την νίκην των Γερμανών, αντικατασταθείς υπό του ομοιοβάθμου μου τότε Α. Τσιγγούνη. Είμαι πράγματι υπερήφανος δια το επιτελεσθέν εις το υπουργείον τότε έργον υπέρ των συναδέλφων, μονίμων και εφέδρων: έργον περισυλλογής και οικονομιών και προ παντός προστασίας των αναπήρων, δια τους οποίους δεν έπαυσε ποτέ να εκδηλούται η ευαίσθητος προσοχή μου, οπουδήποτε και αν ευρέθην. Ως παραδείγματα αναφέρω τινά επιτευχθέντα:
Ταμείον Αλληλεγγύης Αξιωματικών,  Αφορμήν μου έδωκε το γεγονός, ότι ένας αξιωματικός δεν είχε να θάψη την μητέρα του.
Περί υποχρεωτικής διατροφής των εκ του εξωτερικού εθελοντών. .
Περί τιμητικής διακρίσεως των αναπήρων αξιωματικών και οπλιτών, συνεπεία τραυμάτων πολέμου.
Περί Ταμείου Αλληλοβοηθείας Οπλιτών Αναπήρων.
Περί ληπτέων μέτρων προς καθορισμόν συντάξεων με πνεύμα δικαιοσύνης. Περί καταβολής χρηματικού ποσού εις οικογενείας των αιχμαλωτιζομένων.

Περί ιδρύσεως «Οίκου Παλαιών Πολεμιστών».
Περί τακτοποιήσεως των, εν ενεργεία, αξιωματικών (αποτελεί τούτο την μεγαλυτέραν τορπίλλην κατά του κατακτητού, διότι διατίθενται οι αξιωματικοί παντού) .
Περί συστάσεως «Τμήματος Στρατιωτικού» παρ' εκάστω Δήμω, Νομαρχία και Γεν. Διοικήσει.
Περί διαθέσιμος θεραπαινίδος εις αναπήρους αξιωματικούς και οπλίτας ωρισμένων κατηγοριών, συνεπεία τραυμάτων πολέμου.
Περί συγκροτήσεως ανεξαρτήτου τάγματος υπό τον τίτλον «Τιμητική Φρουρά Αγνώστου Στρατιώτου».
Εκ της εξετάσεως και μόνον των ανωτέρω Ν. Διαταγμάτων, άτινα ετέθησαν εις εφαρμογήν και δεν κατηργήθησαν κατά την αποκατάστασιν του Κράτους, αποδεικνύεται πόσον χρήσιμος υπήρξεν η δημιουργία από της Κατοχής του υπουργείου Εθνικής Αμύνης, υπό ανώτατον αξιωματικόν του Μετώπου. Άνευ της παρουσίας τοιούτου υπουργού, οι ανάπηροι και, γενικώς, οι στρατευθέντες, θα υφίσταντο κυριολεκτικήν εκμηδένισιν.
Είνε άξιον να προσθέσω, ότι οι έφεδροι αξιωματικοί υπήρξαν συμπαραστάται της Κυβερνήσεως των στρατηγών του Μετώπου. Αλλά και διακεκριμένοι επιστήμονες και πατριώται, ως οί κ.κ. Λούβαρης και Λιβιεράτος, παρουσίασαν την αυταπάρνησιν της συμμετοχής. Το κοινόν αίσθημα, όταν κάπως ηρέμησε, πιστεύω, οτι δεν υπήρξεν αντίθετον προς την αυταπάρνησιν των πρώτων τούτων θυμάτων ενός υπερτέρου καθήκοντος. Πολλά ελέχθησαν «υπέρ» και «κατά». Και καταδίκαι και φυλακίσεις και προπηλακισμοί και επίμονος αντίληψις, ότι δεν έπρεπε «να αναλάβουν την Κυβέρνησιν». Ανέφερον τον σκοπόν. Της προπαρασκευής ταύτης ο βαθύς μελετητής, θα ανεύρη τα ωφέλιμα αποτελέσματα παρά τα επελθόντα γεγονότα. Υπό οιασδήποτε όμως σκέψεις και συμπεράσματα, ένα θα μείνη ακλόνητον και ασφαλές κατάλοιπον του ιστορικού: ο ανώτερος πατριωτισμός των γενναίων τούτων Ελλήνων, οίτινες επωμίσθησαν ευθύνας άνευ προοπτικής αμοιβής, αλλά κολασμού.
Με  ανακούφισιν ενθυμούμαι, ότι τον πατριωτισμόν των αυτόν υπεστήριξα παρουσιασθείς ως μάρτυς εις την πολιτικής σκοπιμότητος δίκην των, και ως ετόνισα τότε, ουχί ως μάρτυς κατηγορίας, ουχί ως μάρτυς υπερασπίσεως, αλλά ως μάρτυς της πραγματικότητος των γεγονότων του Μετώπου. Και τότε, η αυστηρά «Εστία» έγραψε εις το φύλλον της Παρασκευής 30 Μαρτίου 1945, υπό τον τίτλον: « Ο στρατός μας ενίκησε».
«Μέσα εις τον οχετόν, ο οποίος κατά τας ημέρας αυτάς εξεχύθη εις την δίκην των δοσιλόγων, απετέλεσε μίαν πραγματικήν όασιν ευπρεπείας και πατριωτισμού η χθεσινή κατάθεσις του ταξιάρχου κ. Τσακαλώτου. Αδιαφορήσας δια τας αντεγκλήσεις, αι οποίοι συνεχώς προκαλούνται εις την δίκην αυτήν, ο στρατιωτικός, ο οποίος είχε την τιμήν να ηγηθή της 3ης Ορεινής Ταξιαρχίας εις τον υπέροχον αγώνα της του Ρίμινι, εθεώρησεν υποχρέωσίν του, όχι να κατηγο-ρήση ή να υπερασπισθή τους κατηγορουμένους, αλλά να αναλάβη θαρραλέως την υπεράσπισιν του μεγάλου αδικουμένου: του Ελληνικού στρατού του 1940—1941. Με γεγονότα, με αποδείξεις, με χάρτας ακόμη, ο κ. Τσακαλώτος απέδειξεν, ότι ο στρατός αυτός, ο οποίος κατετρόπωσε την «γκλοριόζα αρμάτα» του Μουσολίνι και κατεξηυτέλισε τρεις Ιταλούς αρχιστρατήγους, τον ένα μετά τον άλλον, εξηκολούθει ακόμη να νικά και όταν η Νοτιοσλαυΐα κατέρρεε και όταν επετέλει. τον αξιοθαύμαστον άθλον της, υπό τραγικάς συνθήκας, συμπτύξεως και όταν του επετίθεντο οι στρατοί και αι αεροπορίαι δύο μεγάλων Αυτοκρατοριών».
Αυτήν την εντύπωσιν έκαμε τότε η κατάθεσίς μου και του στρατού αυτού ηγούντο οι κατηγορούμενοι πατριώται, που για τα γεγονότα της ανακωχής ανέλαβον μόνοι των την ευθύνην των. Η δίκη και η καταδίκη, δυνατόν να απετέλουν σκοπιμότητα εθνικήν, όμως η κατηγορία δεν είνε δυνατόν, εν ουδεμιά περιπτώσει, να ονομασθή προδοσία.

Τετάρτη 14 Αυγούστου 2013

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΟΛΑΚΟΓΛΟΥ :ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ - ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΙΙΙ

(Προηγούμενο)
Δια να κατανοηθή η τοιαύτη νοοτροπία μας δέον να μεταφερθή τις εις την εποχήν εκείνην και εις την ατμόσφαιραν των Ιωαννίνων, όπου είχομεν απομονωθή άνευ συνδέσμου τινός με τας Αθήνας, αλλά ούτε και με τας Πάτρας, με την Άρταν, με το Μεσολόγγιον.
Ένεκα των λόγων τούτων απάντων εκρίναμεν ότι ήμεθα υποχρεωμένοι να επωμισθώμεν τας μεγάλας ττροσπαθείας της διακυβερνήσεως της υπό ξενικόν ζυγόν τελούσης Πατρίδος μας, συνεχίζοντες υπό άλλην μορφήν τον εις Αλβανίαν Αγώνα και να αυταθυσιασθώμεν επί των επάλξεών της, εις ην περίπτωσιν συνελαμβανομεθα δολιευόμενοι τους Κατακτητάς.
Το ξεκίνημα μας ήτο αγνώς πατριωτικόν.
Άνευ ταπεινής σκέψεως.
Άνευ ετέρου ελατηρίου.
Με την πίστιν επί την ανάστασιν του Έθνους και επί την διάσωσιν της φυλής. Επί την επιβίωσιν. Την σκέψιν και τας ψυχάς μας απησχόλει η Πατρίς, δεδεμένου ότι είχομεν ενστερνισθή όσα διεκηρύττομεν.
Δεν εφοβήθημεν την παρεξήγησιν, διότι ήμεθα οι δημιουργοί της Νίκης και οι συντελεσται της παρατάσεως του αγώνος και με δεδηλωμένην γνώμην της πίστεως μας επί την τελικήν Νίκην της  Αγγλίας.
Με σύμβολα τον Σταυρόν και την Κυαναλευκον, με πατριωτικούς παλμούς και με την πεποίθησιν ότι θα επετυγχάνετο η δέουσα κατανόησις επί την ιερότητα του έργου μας από τον Ελληνικόν Λαόν και από την εν Αιγύπτω Κυβέρνησιν, υττελογίσαμεν ότι συνεταυτίζοντο αι επιδιώξεις ς μας, αίτινες συνωψίζοντο εις τα επόμενα άρθρα της πίστεώς μας μέ τους σκοπούς του Έθνους:
Α) Διατήρησις της Εθνικής  Ενότητος.
Β)Εξυπηρετησις του Λαού ίνα δυνηθή να ανταπεξέλθη τας κρισίμους ττεριστάσεις του χειμαζομένου Έθνους.
Γ) Διατήρησις παρά πάντων ακλόνητου της πίστεως επί την Τε­λικήν Νίκην της Αγγλίας και επί το ευοίωνον μέλλον της Ελλάδος.
Δ) Αντίταξις αντιστάσεως κατά της βίας των εισβολέων.
Ε) Πρόληψις της εξαχρειώσεως και εξαθλιώσεως των πάντων δι'  αυστηράς επαγρυπνήσεως και δια τονώσεως του φρονήματος.
ΣΤ) Παγίωσις της τάξεως και ασφαλείας προς περιφρούρησιν της ζωής, της τιμής και περιουσία του Λαού.
Ζ) Να συντηρηθούν οι υπάλληλοι και να διατηρηθούν εις τηv προσήκουσαν περιωπήν ως όργανα του Κράτους.
Η) Προστασία της φυλής από τους κινδύνους των παντοίων ξε­νικών προπαγανδών και ιδίως της Ιταλικής, βουλγαρικής και κουτσοβλαχικής.
Θ) Διατήρησις της Εθνικής αξιοπρεπείας εις το προσήκον ύφος.
Ι) Δυνατότης της εις Αίγυπτον Ελληνικής Κυβερνήσεως να παρέχη ημίν τας κατευθύνσεις της, που αφορούν γενικότερα εθνικά συμ­φέροντα και τους επιδιωκτέους σκοπούς της προς τους αδιαβλήτους πάσης υποψίας εθνικούς ήρωας της χθες.
Εν ω απεφασίζομεν τ' ανωτέρω, ετελούμεν εν αγνοία ότι η ανα
χωρήσασα εις Κρήτην Κυβέρνησις διέταξε την απρόσκοπτον λειτουργίαν της Κρατικής μηχανής με επί κεφαλής τους Γενικούς Γραμμα­τείς ή Γενικούς Διευθυντάς.
Οσαύτως ο πολιτικός κ.Παπανδρέου είχε σκεφθή  και είχεν συστήσει εις τον τότε  Αρχιεπίσκοπον Αθηνών Χρύσανθον την αναβίωσιν  των  παραδόσεων του Γένους, Toυτ'  έτσι ν' αναλάβη την διαχείρισιν των ζητημάτων της εξουσίας η Εκκλησία. Αλλ' ατυχώς δεν επραγματοποιήθη τούτο.
Δια τούτο ένιοι πατριώται, όλως αυτοβούλως κατέβαλον αξιόλογον προσπαθειαν, όπως προλάβουν την εξάρθρωσιν της Κρατικής  μηχανής και όπωςπεριφρουρούντες τα όσια και Ιερά εξυπηρετήσουν τον λαόν που επεδίδετο εις τα ειρηνικά του έργα.

Τοιούτοι ήσαν οι Δήμαρχος Αθηναίων Πλυτάς, Νομάρχης Αττικοβοιωτίας Πεζόπουλος, Υφυπουργός Επισιτισμού Ζαφειράπαυλος, Στρατιωτικός Διοικητής Καβράκος και άπαντες οι Γενικοί Διευθυνται ή γενικοί Γραμματείς των Υπουργείων, οίτινες είτε εξυπηρετούν το κοινόν, είτε ήλθον εις επαφήν με τας Γερμανικάς Αρχάς Κατο­χής, εις ας προσεφέρθησσν να δέχωνται απ' ευθείας τας αιτήσεις τούτων δια να μη ενοχλήται ο πληθυσμός.
Η κοινή Γνώμη επεθύμει τότε να μη νεκρωθή η Κρατική μηχα­νή ουδέ η Εθνική Οικονομία, ίνα ούτω παλαίση ο λαός προς εξοι­κονόμησην τον επιουσίου.
Απόδειξιν τρανωτάτην αποτελεί το γεγονός, ότι πλήθος επιτροπών εκπροσωπουσών σωματεία, συλλόγους, επιμελητήρια, συνομοσπονδίας, ανώτερα πνευματικά Ιδρύματα, ανωτέρας πολιτικάς και δικαστικάς Αρχάς, προσήλθεν εις το Πρωθυπουργικόν μου γραφείον διά να υποβάλη τα συγχαρητήρια του, δια το αναληφθέν βαρύτατον πατριωτικόν έργον και να δηλώση ότι τασσόμενον παρά το πλευρόν της Κυβερνήσεως θα την βοηθήση με όλας τας δυνάμεις του προς επιτυχίαν του σκοπού ταύτης.
Σωρείαι αναφορών ωσαύτως υπεβλήθησαν υπό το ανωτέρω πνεύμα.
Μία εκ τούτων είνε και η της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου Αθηνών, υπογραφείσα παρά του Πρυτάνεως Φωτεινού, αντιπρυτάνεως Μπαλή και όλων των μελών της Συγκλήτου. Υπογραμμίζω ταύτην διότι ο Καθηγητής κ, Μπαλής, λησμονήσας την υπογραφήν του και τας διαβεβαιώσεις του προς την Κυβέρνησιν, κατέθεσεν ότι η κοινή Γνώμη τότε δεν ησθάνετο την ανάγκην υπάρξεως Κυβερνήσεως.
Αντιπρασωπίαι των Βιοτεχνικών οργανώσεων της Ελλάδος παρουσιασθείσαι ενώπιόν μου την 6ην Ιουνίου 1941, επέδιδον ψήφισμα αναφέρον μεταξύ άλλων:
Αποδοκιμάζομεν μετ' αποτροπιασμού και αγανακτήσεως τας υπό ευαρίθμων ταραξιών εκδηλωθείσας ασχημίας εναντίον των στρα­τευμάτων της Κατοχής. Συγχαίρομεν την Υμετέραν εξοχότητα και τους εκλεκτούς σας συνεργάτας δια την πατριωτικήν προσπάθειαν της ανασυγκροτήσεως της φιλτάτης Πατρίδος. Υπογραφαί : Γεωργάτος Αγγ., Δ. Μιχαηλίδης, Κ, Χιωτάκης, Ι Παπαγιάννης, Θ. Bασινάκος , Δ. Χαλούλος, Θ. Παπάζογλου, Κ. Ιγγλέσης, Γ. Πούλος, Ι. Σιστοβάρης , Ι. Ευαγγελίδης, Κ. Παπαδόγιαννης κλπ [1]

(Σημ.: Παρεμπιπτόντως θα είπω ενταύθα ότι η τοιαύτη αναφορά των Ετταγγελματιών—Βιοτεχνών δεν ήρεσεν εις τον Υποφαινόμενον διό­τι απεδείκνυεν ότι οι Βιοτέχναι ελάμβανον θέσιν υπέρ των Αρχών Κατοχής και συνεπώς εθεώρουν την Κυβέρνησίν μου ως φιλογερμανικήν! Ηναγκάσθην, όθεν, απαντών, να ανατπτύξω ότι εδεχόμην το ψήφισμα των υπό την έννοιαν ότι απεδοκιμάζοντο αι άσκοποι ασχημίαι κατά των Γερμανών, ττου μπορούν να προκαλέσουν λυττηρά αντίποινα εναντίον αθώων αντί των υπευθύνων, και ότι δεν θα παύση πας τίμιος και φιλόπατρις πολίτης τον συνεχιζόμενον αγώνα μέχρις απελευθερώσεως της Πατρίδος μας).
Ωσαύτως παραθέτω αντίγραφον επιστολής του Προέδρου της Μονίμου Εκτελεστικής Επιτροπής Παμπροσφυγικού Συνεδρίου (έδρα Αθήναι — Θεμιστοκλέους 7), ζητούντος να μετάσχη της Καβερνήσεως :

Εν Αθήναις, 30 Απριλίου 1941
Προς τον εξοχώτατον κ. Γεώργ, Τσολάκογλου Πρόεδρον Κυβερνήσεως
Ενταύθα
Εξοχώτατε Κύριε Πρόεδρε,
Η Μόνιμος Εκτελεστική Επιτροπή του Παμπροσφυγικού Συνεδρίου,εκπρόσωπος των εν Ελλάδι Προσφύγων, δράττεται της ευκαιρίας της υφ' Υμών ως Προέδρου της Εθνικής Κυβερνήσεως αναλήψεως της διακυβερνήσεως της Χώρας, όπως ευχαριστήση Υμάς διότι δια της πρά­γματι σθεναράς χειρονομίας Σας η χώρα απέκτησε Κυβέρνηοιν νόμιμον καί Εθνικήν, πράγμα που η Χώρα εστερείτο από της 4ης Αύγουστου 1936.
Εξοχώτοτε,
Ο προσφυγικός κόσμος αποτελεί και αυτός αναπόσπαστον μέρος του Εθνικού Συνόλου.
Θα ήτο ευτυχής όπως και αυτός δια των νομίμων εκπροσώπων του, συντελέση κατά το δυνατόν εις το βαρύ έργον της ανορθώσεως της Χώρας,
Εξοχώτατε,
Σας παρακαλούμεν όπως δεχθήτε εις ιδιαιτέραν ακρόασιν το πενταμελές Προεδρείον μας, ίνα σας εκθέσωμεν εν πάση λεπτομερεία τας επί του προκειμένου απόψεις μας.
Μετά πάσης τιμής και σεβασμού
Διά την εκτελεστικήν Επιτροπην ο Πρόεδρος
Ν. Π. ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Δικηγόρος
Ωσαύτως, παρουσιάσθη επιτροπή εκ προσφύγων, αποτελουμένη εκ των κ.κ. 1) Αντων. Αθηνογένους τέως Υπουργού και Αντιπροέδρου Βουλής, 2) Μιχ. Αργυροπούλου πρώην Βουλευτού, 3) Εμμ. Εμμανουηλίδου πρώην Υπουργού, 4) Ανασ. Μπακάλμπαση , πρώην Υπουργού 5) Αχιλλέως Παπαδάτου, πρώην Υπουργού, 6) Aποστ.  Ορφανίδου ,πρώην Υπουργού, 7) Δημοσθ. Ελευθεριάδου ,πρώην Υπουργού, 8) Μιχ. Τσιγδέμογλου ,πρώην Βουλευτού και Δημάρχου, 9)Κων. Γιαβάσογλου, πρώην Γερουσιαστού , 10) Σταυρ. Χούρσογλου , πρώην Βουλευτού, 11) Νικ. Μανούση , πρώην Βουλευτού , 12) Λαμπρ. Λαμπριανίδη , πρώην Βουλευτού, 13) Σταμ. Χατζήμπεη, πρώην Βουλευτού , 14) Κων/νο Λαμέρα , Πρόεδρον Μικρασιατικού Συλλόγου "Ανατολή", 15) Σωκρ. Σινανίδου ,Δημοσιογράφου  και 16) Δημ.Παρθένη-Μιλάνου.

Ωσαύτως , τρανωτάτην απόδειξιν του ότι πάντες ήθελον  την ύπαρξιν Κυβερνήσεως αποτελεί η γνώμη των αρχηγών πολιτικών κομμάτων της Χώρας και άλλων προσωπικοτήτων .Ούτοι κληθέντες  παρ' εμού εις το Πρωθυπουργικόν γραφείον ίνα λάβωσι γνώσιν περί του τρόπου , καθ' ον εσχηματίσθη η Κυβέρνησις και περί των επιδιώξεων ταύτης απεφάνθησαν πάντες ότι :
Eθεώρουν προτιμοτέραν την Κυβέρνησιν από το Προτεκτοράτον. 
Επέδειξαν κατανόησιν  της σοβαρότητος της πατριωτικής χειρονομίας, που έκαμα και με ενεθάρρυναν εις το πατριωτικόν έργον , που ανέλαβα  και εξέφρασαν  την πεποίθεσίν των , ότι η Πατρίς θα ωφεληθή  εκ της υπάρξεως Κυβερνήσεως.  

Υποσημειώσεις:
[1] Ιδέ "Ασύρματον" 6 Ιουνίου 1945




Δευτέρα 12 Αυγούστου 2013

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΟΛΑΚΟΓΛΟΥ :ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ - ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΙΙ


'Aλλως τε ουδέν δικαίωμα είχον σχετικώς, παρά μόνον την στρατιωτικήν ενέργειαν της Ανακωχής, εν είδει ελιγμού, και μόνον ταύτην ως στρατιωτικήν πράξιν.
Μετά την μικράν ταύτην παρένθεσιν επανέρχομαι επί του θέμα­τος της προτάσεως του Γερμανού στρατηγού, ην εμελέτησα από κοινού μετά του στρατηγού Δεμέστιχα και επιτελών αξιωματικών. Πριν καταλήξωμεν εις οιονδήποτε συμπέρασμα, προσεκαλέσαμεν τον Αρχιεπίσκοπον Ιωαννίνων ίνα τον συμβουλευθώμεν.
Ο υπερπατριώτης ούτος και σοφός Ιεράρχης μας ετόνισεν, ότι εθεώρει επιβεβλημένον τον σχηματισμόν της Κυβερνήσεως και ένεκα τούτου μας παρώτρυνε να τεθώμεν εις την εξυπηρέτησιν των Εθνικών συμφερόντων, συνεχίζοντες ιδιότυπον αγώνα, ως τον απεκάλεσε, προς διάσωσιν του κινδυνεύοντος ν' αφανισθή Ελληνισμού, από τους όνυχας των επικινδύνων προπαγανδών, από την βάρβαρον βίαν των κατακτη­τών, από την πείναν και από την εξαπλουμένην αναρχίαν. Με απερίγραπτον πικρίαν επρόσθεσεν ότι ενόμιζεν ηπιωτέραν και σχεδόν ανεκτήν την εν Ηπείρω κατάστασιν, εάν αι Διοικητικά ι εν Ιωαννίνοις αρχαί δεν είχον εγκαταλείψει τας θέσεις των.
Μετά την αποχώρησιν του Μητροπολίτου Ιωαννίνων διηρευνήσα μεν το ζήτημα και απεφάνθημεν:
α) ότι εις χείρας μας ήσαν μέχρι προχθές πάντα τα Όσια και Ιερά εμπεπιστευμένα. Συνεπώς ούτε παρεξήγησις χωρεί ουδέ δύναται να τεθή εν αμφιβόλω η εθνική μας συνείδησις. Αφορμάς προς παρεξη­γήσεις δεν είνε δυνατόν να δώσωμεν, διότι είχομεν πλήρη αυτοπεποίθησιν ότι ουδέν το αντιπατριωτικόν θα πράξωμεν

β) ότι δεν είχομεν δικαίωμα να αρνηθώμεν παρεχομένας παρά του εχθρού εκχωρήσεις, αίτινες δύνανται να θεωρηθούν ως εξαιρετικόν προνόμιον του Ελληνισμού, Τίνα δικαιολογίαν θα είχομεν έναντι του Πα­νελληνίου, αποποιούμενοι το προνάμιον τούτο;
Δεδομένου ότι δια της εις ημάς μεταβιβάσεως δικαιωμάτων του εστερείτο ο εχθρός του συνόλου τούτων, δεν ήτο μία επιτυχία μας;
Ελέχθη πολλάκις ότι έπρεπε ν' αφήσωμεν να μεταβληθή η Ελλάς εις απέραντον νεκροταφείον δια να επιβαρυνθούν οι Γερμανοί με όλας τας ευθύνας!
Δεν είμαι σύμφωνος με την νοοτροπίαν ταύτην, Την Ελλάδα δεν αποτελεί μόνον το αιματοβαμμένον χώμα Της, αλλά τα οκτώ εκατομ­μύρια Ελλήνων και Ελληνίδων, άτινα δεν έπρεπε να καταστραφούν και να εξοντωθούν, Ούτε έχει τις το δικαίωμα να αποφασίση τον εξαφανισμόν των.

Μόνον εις νεώτερος Δευκαλίων θα ηδύνατο να προβάλη παρομοίαν αξίωσιν να εξαφανισθή ο Ελληνισμός δια να γεννηθή άλλος.[1]
Αν υποθέσωμεν ότι επραγματαποιούμεν τας κακής ποιότητος παραδοξολογίας, από ποίον θα εζητούσαμεν ευθύνας; Με τίνας ευθύνας θα επεβαρύνετο η Γερμανία σήμερον εις την δεινήν κατάστασιν που ευρί­σκεται; Με ποία ανταλλάγματα θα εξηγοράζοντο αι θυσίαι μας; Και παρά τίνος θα εξηγοράζοντο; Εις τι θα εχρησίμευεν εις ημάς η εκ μέ­ρους μας απόδοσις ευθυνών εις την Γερμανίαν που κείται σήμερον ως αυτόχρημα πτώμα;


Έτεροι εξέφερον την γνώμην ότι δια του σχηματισμού Κυβερνήσεως διεμορφούτο η γνώμη παρά τη Συμμάχω μας «Μεγάλη Βρεταννία » ότι εγκατελείπετο η περαιτέρω αντίστασις της Ελλάδος. Αλλά διατί να μορφωθή τοιαύτη εντύπωσις;
Τίνα πρόσωπα απετέλεσαν την Κυβέρνησιν; Οι έως χθες αποκαλούμενοι Εθνικοί ήρωες, οίτινες ήσαν ανεπίδεκτοι μομφής ή υποψίας και εγνωσμένου πατριωτισμού. Εάν όθεν η εν Αιγύπτω Κυβέρνησις διεφώτιζε προσηκόντως την Σύμμαχον μας δέν θα υπήρχε κίνδυνος μορφώσεως κακής δι ημάς γνώμης. Ατυχώς ησχολήθη να μας κατασυκοφαντήση έξ ιδιοτελών υπολογισμών και μικροχαρούς αντιλήψεως, Εάν δεν ήθελε να αναλάβει ευθύνας δι ημάς διατί να μη κάμη μίαν δοκιμαστικήν απόπειραν να στείλη να συμμορφωθώμεν προς παραγγελίαν της; Εις ην περίπτωσιν δεν ανταποκρινόμεθα εις την διαταγήν της τότε θα εδικαιούτο να μας κατηγορήση. Aλλά τι λέγω; Πώς θα συνίστα εαυτήν η εν Αιγύπτω Κυβέρνησις εάν δεν εκατηγόρει ημάς; Και τι είδους αξίωσις είνε αύτη να αφήση τους συγκροτήσαντας Κυβέρνησιν εις Αθήνας να εκτιμήσουν παρά του Λαού, ως εργασθέντες προς εξυττηρέτησίν του;
γ) Ότι έπρεπε να ερωτηθούν οι λοιποί Στρατηγοί και Μέραρχοι. Πάντες ούτοι απήντησαν ότι η ύπαρξις Κυβερνήσεως με μέλη αδιαβλήτων και αναμφισβήτητων ελληνοπρεπών φρονημάτων απετέλει εθνικήν ανάγκην. Δια το εθνωφελές ταύτης δεν υπήρχε δευτέρα γνώμη. Εθεωρήθη μάλιστα παρ όλων η πρότασις των Γερμανών ως περιέχουσα την έννοιαν μεγίστην παραχωρήσεως προνομίου. Επειδή δε η πρότασις σχηματισμού Κυβερνήσεως συνωδεύετο με την υπόσχεσιν, ότι ταχέως θα ρυθμισθή το ζήτημα της απελευθερώσεως των αξιωματικών και οπλιτών εκ των Στρατοπέδων, εθεωρήθη έτι πλεονεκτική.
Επικουρικώς έφθασε και η εξ ακριτομυθίας Γερμανού πληροφορία ότι η Ελλάς εκινδύνευε να γίνη προτεκτοράτον των Ιταλών αν δεν ευρίσκετο Κυβέρνησις, ήτις να θέση τάξιν εις την ανάστατον Ελλάδα. Ωσαύτως εκινδύνευε να κυβερνηθή από πρόσωπα φιλοδοξούντα την εξπθσίαν και αθεράπευτα από απόψεως εθνικής συνειδήσεως, τύπου Διαμάντη ή άλλων που προέκυψαν κατά την διαδικασίαν.
Η τελευταία πληροφορία διαρκώς επεβεβαιούτο. Ο κ. Λούβαρις εξέθεσεν απολογούμενος διότι δεν ωρκίσθη ως υπουργός μαζί μου και πόσην αντίδρασιν εκ μέρους των Ιταλών συνήντησαν οι Γερμανοί κατά τον σχηματισμόν της Κυβερνήσεως μου.
Ο Ναύαρχος Οικονόμου και ο τέως υπουργός Ρέντης κατέθεσαν σχετικώς τι επεδίωκαν οι Ιταλοί και πως εξεφράζοντο οι Γερμανοί δια τούτο.
Ωσαύτως είχομεν λόγους να πιστεύωμεν, ως προερρήθη, ότι οι Γερμανοί είτε εξ εχθροπαθείας έναντι, των Ιταλών, είτε δι' άλλους λόγους θα παρίσταντο υποστηρικταί μας,[2] πράγμα που θα μας ηυκόλυνε να δολιευώμεθα τους εισβολείς. Λέγω τούτο διότι θα ηδυνάμεθα να παραστέκωμεν συνήγοροι των εθνικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων· του σκλάβου — φευ — Ελληνικού Λαου και θα επωφελούμεθα εκ της επιδεικνυομένης υπό των Γερμανών αδυναμίας δια την Κυβέρνησίν μας. Ζημίαν δεν θα υφίστατο η Ελλάς εκ της αποδοχής της προτάσεως.

Yποσημειώσεις:
[1] ...  o στρατηγός Τσολάκογλου δέχτηκε τη θέση του πρωθυπουργού στην υπηρεσία των Γερμανών επειδή η πείρα του σαν διοικητή σώματος στρατού στην Αλβανία τον είχε πείσει ότι ο Άξονας  είχε κερδίσει τον πόλεμο και η Ελλάδα έπρεπε να βγει όσο μπορούσε λιγότερο ζημιωμένη από μία άσχημη υπόθεση. (C.M Woodhouse :Το μήλο της Έριδος.)
H συνθηκολόγηση του Τσολάκογλου έχει συχνά χαρακτηρισθεί καιΙ εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται ως η «προδοσία μιας πέμπτης φάλαγγας» με επικεφαλής τον στρατηγό. Όμως,η μελέτη των γεγονότων αναιρεί αυτές τις κατηγορίες. Με τον τρόπο που είχαν εξελιχθεί τα πράγματα, εκτός από την παράδοση, δεν απέμενε άλλη λύση παρά η άτακτη φυγή. Το δίλημμα αυτό δεν το παραδέχονται μόνο οι αντικειμενικοί παρατηρητές των Συμμάχων, αλλά και Έλληνες αντίπαλοι του στρατηγού. Εξίσου άστοχο θα ήταν να θεωρηθεί η απόφαση του Τσολάκογλου υπαίτια για τη συρρίκνωση της αμυντικής γραμμής στις Θερμοπύλες, όπου είχαν υποχωρήσει οι Άγγλοι, οι Αυστραλοί και οι Νεοζηλανδοί. Στην πραγματικότητα, ήδη από τις 13/15-4, η ηγεσία του Εκστρατευτικού Σώματος αντιμετώπιζε το ενδεχόμενο μιας ταχείας οπισΟοχώρησης. Έτσι, όταν ο αρχιστράτηγος Παπάγος συνιστά στους Αγγλους, στις 16-4, να αποχωρήσουν ώστε να αποφύγει η χώρα περαιτέρω καταστροφές, παραβιάζει ήδη ανοιχτές πόρτες.(Χάγκεν Φλάισερ: Στέμμα και Σβάστικα Τόμος Α σελ.89)
[2]

(Επόμενο)



Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟΝ ΤΟΥ ΑΛ. ΠΑΠΑΓΟΥ








Ο ΝΙΚΗΤΗΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΠΟΛΕΜΩΝ
 
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ.
Ο Στρατάρχης Αλέξανδρος Παπάγος, καταγόμενος από πατριαρχικήν οικογένειαν των Κυδωνιών της Μ. Ασίας, εγεννήθη εις τας Αθήνας την 9ην Δεκεμβρίου 1883, εις μίαν απέριττον κατοικίαν επί της οδού Σταδίου, όπου σήμερον είναι το μέγαρον της Τραπέζης Εμπορικής Πίστεως. Ο πάππος του ήτο Πρόεδρος του δικαστηρίου εις την Σύρον και ο πατέρας του υποστράτηγος, ο οποίος διεκρίθη εις το στράτευμα δια το εξαίρετον ήθος του. Η μητέρα του Στρατάρχου κατήγετο από την μεγάλην ηπειρωτικήν οικογένειαν των Αβέρωφ και το γεγονός αυτό συνετέλεσεν ώστε ο Αλέξανδρος Παπάγος να λάβη μίαν καθαρώς ελληνοπρεπή μόρφωσιν, η οποία προπαρεσκεύασε το έδαφος δι ένα λαμπρόν στρατιωτικόν στάδιον.
Εις ηλικίαν 19 ετών ο Στρατάρχης, ότε απεφοίτησεν εκ του λυκείου Βούλγαρη Αθηνών, μετέβη εις τας Βρυξέλλας, όπου εφοίτησε μέχρι του 1904 εις την εκεί Στρατιωτικήν Σχολήν. Ευθύς μετά την έξοδόν του εκ της Σχολής παρέμεινεν επί διετίαν μετεκπαιδευόμενος εις την περίφημον Σχολήν Ιππικού του Υπρ, διοικητής της οποίας ήτο ο κατόπιν καταστάς διάσημος, ως υπερασπιστής του φρουρίου της Λιέγης, υποστράτηγος Λέμαν.

Εις την Σχολήν αυτήν ο Παπάγος διεκρίθη μεταξύ όλων των συμμαθητών του και μετά το πέρας των σπουδών του επανήλθεν εις την Ελλάδα την 15ην Ιουλίου 1906. Ένα μήνα αργότερον εισήρχετο εις τον Ελληνικόν Στρατόν ως ανθυπίλαρχος και από της πρώτης στιγμής κατέκτησε την εμπιστοσύνην της διοικήσεως του και την βαθείαν εκτίμησιν των συναδέλφων του. Άριστος εκπαιδευτής, συνδυάζων παραλλήλως και τήν πλήρη έπιτελικήν κατάρτισιν,- υπήρξεν εν αληθές κόσμημα διά τό Ίππικόν. Όταν, κατά τό 1910 ώς υπίλαρχος, ήτο υπασπιστής του τότε υπουργού τών Στρατιωτικών, εΐχεν ήδη αποκτήσει τό κύρος μιας στρατιωτικής φυσιογνωμίας. Ο Παπάγος, όπως είχεν είπει εις τό Υπρ ο Βέλγος στρατηγός Λέμαν, ήτο εξωπλισμένος εις την τελειότητα με την «Βίρτους Μιλιτάρε», την σύνθεσιν δηλαδή όλων των αρετών που αναδεικνύουν εις μεγάλους ήγέτας τους αληθείς στρατιώτας.


ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ ΤΟΥ ΠΥΡΟΣ
Με αυτήν λοιπόν την «Βίρτους Μιλιτάρε» έλαβε το βάπτισμα του πυρός κατά τας θρυλικάς εξορμήσεις της Φυλής δια την δημιουργίαν της Μεγάλης Ελλάδος. Ως αγγελιαφόρος του Αρχιστρατήγου—Βασιλέως Κωνσταντίνου κατά τους πολέμους 1912—13 έγραψε τας πρώτας σελίδας δόξης εις την επικήν ιστορίαν της στρατιωτικής σταδιοδρομίας του. Ήτο η ωραία εκείνη εποχή των μεγάλων ανατάσεων της Ελληνικής Ιδέας και ο Παπάγος εφάνη αντάξιος των προσδοκιών εκείνων που διέβλεπαν εις την μορφήν του ένα αυριανόν Στρατηλάτην. Ολίγας ημέρας μετά τους ευτυχείς γάμους του με την Μαρίαν Καλλίνσκη, εγγονήν του θρυλικού στρατηγού Τιμολέοντος Βάσσου, εγκαταλείπει την σφύζουσαν ζωήν της συνεχώς αναγενωμένης πρωτευούσης δια να σπεύση εις το μέτωπον. Υπηρετήσας αρχικώς ως διοικητής Ίλης αναγνωρίσεως με εξαίρετον δράσιν εκλήθη κατόπιν εις το Γενικόν Στρατηγείον δια μίαν άκρως εμπιστευτικήν και επικίνδυνον αποστολήν. Ωνομάσθη προσωπικός διαγγελεύς του Βασιλέως Αρχιστρατήγου. Και εις τον τομέα αυτόν ακτινοβολεί από της πρώτης στιγμής. Νυχθημερόν διασχίζει έφιππος τας εχθρικάς προφυλακάς, διαβιβάζων άδιακόπως τάς διαταγάς που ωδήγησαν εις τας θρυλικός εκείνας νίκας. Ο Αρχιστράτηγος—Βασιλεύς κατ' επανάληψιν τον τιμα με ευφήμους μνείας ενώ παραλλήλως τον συμβουλεύεται επί ζητημάτων τακτικής και η γνώμη του νεαρού Ιλάρχου Παπάγου είναι αξίωμα.

Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους αποστέλλεται τιμητικώς εις την Γαλλικήν Ακαδημίαν Πολέμου. Είσήλθεν και έξήλθεν πρώτος μεταξύ πολλών εκατοντάδων Γάλλων και ξένων αξιωματικών, διακριθείς ιδίως δια την στρατηγικήν αντίληψίν του, την ετοιμότητα εις την λήψιν αποφάσεων και την ηγετικήν του ιδιοφυΐαν. Όταν επανήλθεν εις την Ελλάδα ανέλαβε την διεύθυνσιν της εκπαιδεύσεως εις το Ιον Σύνταγμα Ιππικού Θεσσαλονίκης, ακολούθως υπηρέτησεν εις το Επιτελείον του Γ'. Σώματος Στρατού και εν συνεχεία ως Επιτελάρχης της ιδρυθείσης το πρώτον εις Αθήνας προτύπου Ταξιαρχίας Ιππικού.


ΕΙΣ ΤΗΝ Μ. ΑΣΙΑΝ
Ήδη είναι Ταγματάρχης. Αλλά κατά το 1917, προσχωρήσας εις την παράταξιν του Βασιλέως Κωνσταντίνου, εξορίζεται διαδοχικώς εις την Ίον, Θήραν, Μήλον και Κρήτην και το 1920, ανακληθείς εις την ενεργόν υπηρεσίαν με τον βαθμόν του αντισυνταγματάρχου ανέλαβε καθήκοντα Επιτελάρχου της Μεραρχίας Ιππικού υπό τον υποστράτηγον Καλλίνσκην. Εις το Μικρασιατικόν μέτωπον αποκαλύπτει όλην την εκχειλίζουσαν δύναμιν της ηρωικής ψυχής του. Κατά την περίφημον μάχην του Ουτς Σεράι σώζει, χάρις εις την προσωπικήν του γενναιότητα και ψυχραιμίαν, από μέγαν κίνδυνον τον τομέα του Α'. Σώματος Στρατού, όταν Τουρκική Μεραρχία Ιππικού έξηνάγκασεν εις υποχώρησιν τμήματα πεζικού. Ο Παπάγος αναλαβών πρωτοβουλίαν εις εκείνην την κρίσιμον στιγμήν ανεσυγκρότησε τους διαρρέοντας φυγάδας και ωθήσας αυτούς εις αντεπίθεσιν απεσόβησε την πραγματοποίησιν των προθέσεων του εχθρού.
Τον Σεπτέμβριον του 1922 μετά την επανάστασιν των συνταγματαρχών Πλαστήρα και Γονατά απομακρύνεται εκ νέου του στρατού δια να επανέλθη το 1926 επί οικουμενικής Κυβερνήσεως.
Αρχικώς μέ βαθμόν συνταγματάρχου υπηρέτησεν ως διοικητής της Μεραρχίας Ιππικού Λαρίσης και το 1931 προαχθείς εις υποστράτηγον ετοποθετήθη επι Κυβερνήσεως Ελευθερίου Βενιζέλου Υπαρχηγός του Γ.Ε.Σ.
Τό 1934 διωρίσθη Γενικός Επιθεωρητής Ιππικού και περί τας αρχάς του 1935, φέρων τον βαθμόν του αντιστρατήγου, ανέλαβε διαδοχικώς τας Διοικήσεις του Γ'. και Α'. Σώματος στρατού.
Το 1935 ο Αλέξανδρος Παπάγος διαπιστώσας ότι μετά το αποτυχόν κίνημα Βενιζέλου επεκράτει μεγάλη δυσφορία μεταξύ των αξιωματικών λόγω των συνεχών αναβολών του δημοψηφίσματος δια την επάνοδον του Βασιλέως, ανέλαβε την πρωτοβουλίαν εκκαθαρίσεως της καταστάσεως. Προς τούτο, κατόπιν συνεννοήσεως μετά των αρχηγών Ναυτικού και Αεροπορίας αντιναυάρχου Οικονόμου και υποπτεράρχου Ρέππα, προέβη εις έντονον διάβημα προς τον τότε πρωθυπουργόν Παναγήν Τσαλδάρην προκαλέσας παραίτησιν τής Κυβερνήσεως του Λαϊκού Κόμματος.
Οι τρεις στρατιωτικοί ηγέται εκάλεσαν κατόπιν τούτου τον Γεώργιον Κονδύλην και τον εξουσιοδότησαν να σχηματίση νέαν Κυβέρνησιν με υπουργόν των Στρατιωτικών τον Αλέξανδρον Παπάγον. Ολίγας ημέρας αργότερον η Εθνοσυνέλευσις κατέλυε την Δημοκρατίαν και κατόπιν θριαμβευτικού υπέρ του Βασιλέως Δημοψηφίσματος, ο Αλέξανδρος Παπάγος μετέβη εις Λονδίνον και μετέδωσεν επισήμως εξ ονόματος του Έθνους εις τον Βασιλέα το μήνυμα της επανόδου του εις τον θρόνον.
Μετά την παλινόρθωσιν της Βασιλείας σχηματισθείσης υπηρεσιακής Κυβερνήσεως υπό τον καθηγητήν Κωνσταντίνον Δεμερτζήν, ο Παπάγος ανέλαβεν εκ νέου το υπουργείον Στρατιωτικών, εκ του οποίου απεχώρησε το 1936, δια ν' αναλάβη ολίγους μήνας αργότερον (όταν ήδη από της 4ης Αυγούστου 1936 είχεν ανέλθει εις την εξουσίαν ο Ιωάννης Μεταξάς, την Γενικήν Επιθεώρησιν στρατού.

ΑΡΧΗΓΟΣ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ

Ο νέος Πρωθυπουργός, παλαιός Επιτελής των Βαλκανικών Πολέμων, ο οποίος περισσότερον παντός άλλου εγνώριζεν την στρατιωτικήν ιδιοφυΐαν του Αλεξάνδρου Παπάγου, του ενεπιστεύθη την ηγεσίαν του Γενικού Επιτελείου στρατού, με την ρητήν εντολήν να προπαρασκευάση ταχύτητα τον Στρατόν δια την άμυναν της χώρας, προ της συνεχώς αυξανομένης απειλής ενός νέου παγκοσμίου πολέμου. Δύναται να λεχθή μετά βεβαιότητος ότι, εξ ίσου, με το θαύμα του Έπους της Πίνδου και των αλβανικών ορέων υπήρξε μία μεγίστη επιτυχία του Στρατάρχου Παπάγου η προς πόλεμον προπαρασκευή της Ελλάδος. Ουδέποτε άλλοτε εις την στρατιωτικήν ιστορίαν της Ελλάδος αρχηγός στρατού αντιμετώπισεν τόσον κολοσσιαίας δυσχερείας εν όψει πολέμου. Ο Ελληνικός στρατός δεν είχεν τότε αριθμητικήν δύναμιν μεγαλυτέραν των 9 χιλιάδων ανδρών, εκ των οποίων μόνον 3 χιλιάδες εκάλυπτον τας επάλξεις των βορείων συνόρων. Ο οπλισμός ήτο ακατάλληλος και αι αποθήκαι επιστρατεύσεως χωρίς επαρκή εφόδια—μία επικίνδυνος γυμνότης, την οποίαν εγνώριζον ήδη οι εχθροί της Ελλάδος Τούτο απεκαλύφθη όταν κατά το κίνημα του 1935 όχι μόνον δεν κατέστη δυνατός ο εξοπλισμός και εφοδιασμός των επιστρατευθεισών εις μικράν κλίμακα μονάδων, αλλά και υπέστη η Ελλάς την ταπείνωσιν να δεχθή προτάσεις βοηθείας εκ μέρους των τότε συμμάχων βαλκανικών κρατών, ενώ εξ άλλου η Βουλγαρία ήτο έτοιμη να πλήξη την χώραν μας εκ των νώτων.
Αυτόν τον σκιώδη στρατόν παρέλαβεν ο Αλέξανδρος Παπάγος το 1936 και την αυγήν της 28ης Οκτωβρίου 1940 τον επρόβαλεν ενώπιον της καταπλήκτου ανθρωπότητος ως απαράμιλλον σύμβολον μαχητικότητος ακμαίου ηθικού και αποφασιστικότητος. Εις διάστημα τεσσάρων ετών παρά τας οικονομικάς δυσχερείας του τόπου εποπτεύων τα πάντα αυτοπροσώπως και περιβαλλόμενος από ένα Έπιτελείον αριστέων του Ελληνικού Στρατού εφωδίασεν αυτόν με συγχρονισμένον οπλισμόν, ωργάνωσε τας εφεδρείας προπαρεσκεύασεν την οχύρωσιν της μεθορίου και γενικώς επραγματοποίησεν ένα αληθή άθλον αθορύβως, χωρίς κομπασμούς, με ευσυνειδησίαν και πείσμα—ένα άθλον που διήνοιξε τον δρόμον προς την Νίκην του 1940.

Την 28ην Οκτωβρίου, ολίγας ώρας μετά την κήρυξιν του ελληνοϊταλικού πολέμου ο Βασιλεύς και ο Πρωθυπουργός Μεταξάς εν πλήρει ομοφωνία, ανέθεσαν εις τον Παπάγον την αρχιστρατηγίαν και από της στιγμής εκείνης ο ελληνικός στρατός ήρχιζε μίαν άνευ προηγουμένου εις την ιστορίαν άνισον μεν, νικηφόρον δε πάλην κατά του εχθρού. Εις διάστημα ολίγων ημερών ο αρχηστράτηγος Παπάγος εξέρριψε τους εισβολείς εκ του εθνικού εδάφους, τους απώθησεν εις τας απροσήτους κορυφογραμμάς της Βορείου Ηπείρου και τελικώς τους κατεδίκασεν εις πλήρη εξουθένωσιν υπό το δριμύ ψύχος και τας συνεχείς απωλείας. Υπό την ηγεσίαν του ο ελληνικός στρατός, ενώπιον της εκπλήκτου ανθρωπότητος, απηλευθέρωσε την Βόρειον Ήπειρον και συνέτριψε κυριολεκτικώς πολλαπλάσιας ιταλικάς δυνάμεις που είχαν κατακλύσει την Αλβανίαν. Χάρις εις το άριστον ηθικόν του, την εκχειλίζουσαν μαχητικήν ικανότητα του και το θαυμάσιον φρόνημα της ηγεσίας του ο ελληνικός στρατός ήτο ήδη έτοιμος περί την άνοιξιν του 1941, ότε απέτυχον όλαι αι ιταλικαί αντεπιθέσεις, να επιχειρήση την αποφασιστικήν εξόρμησιν δια να ρίψη τον έχθρόν εις την θάλασσαν.

ΥΠΟ ΤΟΝ ΖΥΓΟΝ ΤΩΝ ΚΑΤΑΚΤΗΤΩΝ
Η δημιουργηθείσα κρίσιμος κατάστασις εις τα βόρεια σύνορα και η επηκολουθήσασα τον Απρίλιον του 1941 γερμανική επίθεσις εις τα νώτα της της μαχομένης Ελλάδος δεν επέτρεψεν εις τον Αλέξανδρον Παπάγον ν' αξιοποιήση τας μεγαλειώδεις αυτάς νίκας τας οποίας είχεν πραγματοποιήσει ο ελληνικός στρατός εις την Αλβανίαν. Το μέτωπον κατέρρευσεν και οι νικηταί της Πίνδου υπεχρεώθησαν υπό την πίεσιν της υλικής δυνάμεως των χιτλερικών ορδών να ανακόψουν τον αγώνα. Κατά την κρίσιμον εκείνην στιγμήν ο Βασιλεύς Γεώργιος Β', αποφασισμένος να καταφύγη εις Κρήτην και εν συνεχεία εις την Αίγυπτον με την σχηματισθείσαν προσωρινήν Κυβέρνησιν επρότεινεν εις τον Παπάγον όπως τον ακολουθήση. Αλλά ο Νικητής της Πίνδου είπεν εις τον Βασιλέα ότι αδιαφορών δια τους κινδύνους προτίμα νά παραμείνη εις τήν πατρώαν γήν δια ν' αποδυθή εις νέους αγώνας. Και ενώ πράγματι ο Βασιλεύς Γεώργιος έφθανεν εις την Κρήτην και ανελάμβανεν αυτοπροσώπως την ηγεσίαν της εθνικής αντιστάσεως εις την εσχατίαν αυτήν της ελληνικής γης, ο Παπάγος έσπευσεν από της πρώτης στιγμής να προπαρασκευάση την αντίστασιν εις το εσωτερικόν της χώρας. Από του 1941 μέχρι του 1943 ήρχετο αθορύβως εις έπαφήν με ομάδας αξιωματικών και αγωνιστών όλων των οργανώσεων και την 20ήν Μαΐου 1943 αποφασίζει ν' αρχίση την εξόρμησιν κατά του κατακτητού. Την νύκτα της ημέρας εκείνης συνεκάλεσεν εις σύσκεψιν τους αντιστρατήγους Ιωάννην Πιτσίκαν, Δ. Παπαδόπουλον, Π. Δέδεν, Γ. Κοσμάν και Κ. Μπακόπουλον τους οποίους εκάλεσε όπως συνεργασθούν μαζί του δια την ένωσιν όλων των Ελλήνων εν όψει εντάσεως του συμμαχικού αγώνος. Υπεγράφη μάλιστα σχετικόν πρακτικόν και έκτοτε ο Παπάγος ήρχισε πολύμοχθον προσπάθειαν δια την δημιουργίαν όλων εκείνων των προϋποθέσεων προς έναρξιν αποφασιστικού και καλώς ωργανωμένου αγώνος.
Κατόπιν προδοσίας όμως, προφανώς των κομμουνιστών οι οποίοι είχον ανησυχήσει από την κίνησιν των στρατηγών, την 26ην Ιουλίου 1943 ο Αλέξανδρος Παπάγος και τέσσαρες εκ των ανωτέρω στρατηγών (διέφυγεν μόνον ο Αντιστράτηγος Παπαδόπουλος) συνελήφθησαν υπό των Γερμανών και κατόπιν δραματικών περιπετειών ήχθησαν όμηροι εις τα χιτλερικά στρατόπεδα του Ορενιεμπουργκ Φλόσεμπουργκ, Νταχάου και Νήντερντοφ, απηλευθερώθησαν δε μόλις τον Μάρτιον του 1945 υπό των αμερικανικών στρατευμάτων.
Ο Παπάγος επανήλθεν αμέσως εις Αθήνας και κατόπιν συντόμων επισκέψεων του εις Αίγυπτον και Αμερικήν παρεκλήθη τιμητικώς υπό του Βασιλέως και ανέλαβε καθήκοντα Μεγάλου Αυλάρχου.

Η ΝΕΑ ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΝΙΚΗΝ
Αλλά εν τω μεταξύ η ερυθρά ανταρσία εμαίνετο. Ξενοκίνητοι πράκτορες του κομμουνισμού εξαπέλυσαν δολοφονικάς επιθέσεις εις όλην την Ελλάδα και ένα κύμα απιστεύτου εις στυγνότητα βαρβαρότητος κατέπνιγεν εφιαλτικώς όλην την χώραν. Οι ένοπλοι συμμορίται περί τα τέλη του 1948 έκρουον ήδη τας πύλας της πρωτευούσης. Η κατάστασις γενικώς ήτο απελπιστικώς τραγική και η Ελλάς ευρίσκετο ήδη εν μέσω χάους και αγωνίας εις το χείλος τρομεράς αβύσσου ,μιας αβύσσου εις την οποίαν ενεφώλευεν η κομμουνιστική αποκτήνωσις και η δουλεία. Κατά την στιγμήν τούτην ο Αλέξ. Παπάγος εκλήθη να σώση δι άλλην μίαν φοράν την Ελλάδα. Πράγματι την 20ήν Ιανουαρίου κατόπιν εκκλήσεως του τότε Πρωθυπουργού Θεμιστοκλή Σοφούλη ανέλαβε την Αρχιστρατηγίαν των εθνικών ενόπλων δυνάμεων με ευρυτάτας αρμοδιότητας αι οποίαι δια πρώτην φοράν παρεχωρούντο υπό της Βουλής εις Έλληνα στρατιωτικόν ηγέτην. Ήρκεσε και μόνη η αναγγελία του χαρμοσύνου τούτου γεγονότος δια ν' αναπτερώση το φρόνημα του λαού. Από της πρώτης στιγμής ο Παπάγος ήρχισε δια ραγδαίων και σοφών εις οργανωτικήν τελειότητα μέτρων την πλήρη ανασυγκρότησιν των ενόπλων δυνάμεων. Εφωδίασε τον στρατόν με άφθονον οπλισμόν, επέβαλε την κατάλληλον διάρθρωσιν εις την ανωτάτην ηγεσίαν και προ παντός ώθησε τους πάντας εις μίαν άνευ προηγουμένου εξόρμησιν εναντίον των προδοτικών συμμοριών. Εις διάστημα ελαχίστων ημερών από της ανόδου του εις την Αρχιστρατηγίαν εξεκκαθαρίσθη η Πελοπόννησος, την άνοιξιν απελυτρώθη η Ρούμελη και η Θεσσαλία και το θέρος του ιδίου έτους 1949 ο Παπάγος επέτυχεν να συντρίψη ολοκληρωτικώς τον εχθρόν δια σειράς θυελλωδών επιθέσεων κατά τας οποίας ο ελληνικός στρατός απεκάλυψεν ενώπιον συμμάχων και εχθρών δι άλλην μίαν φοράν την ασύγκριτον, την θαυματουργόν μαχητικήν δυναμικότητα του. Οι εξωμόται συμμορίται ή εσωριάσθησαν νεκροί εις τας χαράδρας του Γράμμου και του Βίτσι ή εσύρθησαν αιχμάλωτοι δια να λογοδοτήσουν ενώπιον της Δικαιοσύνης της Πατρίδος ή εξερρίφθησαν εκεί οπόθεν ενεπνεύσθησαν την άτιμον προδοσίαν των, εις τάς γειτονικάς χώρας του Παραπετάσματος.

ΕΙΣ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ

ΤΟ Έθνος ητένιζεν από της στιγμής εκείνης προς τον Αλέξανδρον Παπάγον με λατρείαν και ευγνωμοσύνην. Τον ανύψωσεν η λαϊκή ψυχή εις τα όρια του θρύλου. Και η δόξα του επτερύγιζεν μέχρι του Θεού... Κατόπιν ομοφώνου αποφάσεως της Βουλής ο Βασιλεύς εν επιβλητική τελετή του απένεμεν ισοβίως τον τίτλον του Στρατάρχου της Ελλάδος, τίτλου πρώτην φοράν απονεμομένου εις Έλληνα στρατιωτικόν ηγέτην. Απετέλεσεν η τιμή αύτη την δικαιοτέραν επιβράβευσιν ενός γιγαντιαίου έργου αποπνέοντος σοφίαν, ιεράν πίστιν, αισιοδοξίαν, θείαν γαλήνην, αποφασιστικότητα και εκχειλίζουσαν δραστηριότητα. Ο λαός τον απεθέωνεν εις όλην την χώραν. Ουδείς Έλλην περιεβλήθη ποτέ με την αίγλην μιας τόσον ιεράς λατρείας και θαυμασμού.
Την 30ήν Μαίου του 1951, αφού επί 2 έτη από της ιστορικής νίκης του εις τον Γράμμον εργασθείς υπερανθρώπως κατέστησεν τον έλληνικόν στρατόν υπέρλαμπρον υπόδειγμα δι' όλον τον κόσμον, παρητήθη της Αρχιστρατηγίας και την 30ήν Ιουλίου του ιδίου έτους ανήγγειλεν την κάθοδόν του εις την πολιτικήν υπό την σημαίαν της εθνικής κινήσεως του «Ελληνικού Συναγερμού». 




Ατυχώς δια την Ελλάδα από του Φεβρουαρίου του 1955 ενώ ο Στρατάρχης ευρίσκετο εις την ακμήν του δημιουργικού έργου του, προσεβλήθη υπό ακαθορίστου μορφής ασθενείας (αρχικώς υπό γαστρίτιδος και εν συνεχεία γενικής εξασθενήσεως του οργανισμού) συνεπεία της οποίας επί πολύν χρόνον παρέμεινεν οικουρών αλλά χωρίς να παύση ούδ' επί στιγμήν ασκών ενεργώς τα καθήκοντα του.
 Αξίζει να εξαρθή ιδιαιτέρως το γεγονός ότι πρώτος αυτός έθεσεν ενώπιον των Ηνωμένων Εθνών το αίτημα περί αποδόσεως της Κύπρου εις την Ελλάδα και όταν την 5ην Οκτωβρίου 1955 ο Μέγας Στρατιώτης, ο Νικητής Αρχιστράτηγος άφηνε την τελευταίαν πνοήν του εις την απέριττον κατοικίαν της Εκάλης, αι τελευταίαι λέξεις του ήσαν δια την Κύπρον. Με το όνειρον μιας ελευθέρας Μεγαλονήσου και μιας αναγεννημένης Ελλάδος εξεκίνησεν δια την πολιτικήν σταδιοδρομίαν του και με το γλυκύ αυτό όνειρον που προσήγγιζεν τώρα εις την πραγματικότητα, άνήλθεν εις την αιωνιότητα.
Ο θάνατος του εβύθισεν εις το πένθος ολόκληρον το Έθνος. Διότι ο Στρατάρχης ήτο το παν δια την Ελλάδα. Υπήρξεν άξιος της Πατρίδος και ως στρατιώτης και ως χριστιανός και ως πολίτης. Έφυγε με την ψυχήν αγίαν όπως αγία θα είναι πάντοτε εις τους αιώνας η μνήμη του, μνήμη συμβολίζουσα ζωήν αφιερωμένην εις το μεγαλείον και την δόξαν της Ελλάδος.