Δευτέρα, 2 Μαΐου 2016

WYATT BLASSINGAME: ΚΑΜΕΡΟΝ


Ο πιο νέος ανάμεσα στους στρατιώτες ήταν ο σαλπιγκτής. Είχε ειπή ψέματα, όταν τον ρώτησαν την ηλικία του, τότε που κατατάχτηκε. Και συχνά μετάνιωνε γι' αυτό που είχε κάνει. Και τώρα καθώς βάδιζε ένιωθε και πάλι πικρά πόσο είχε μετανιώσει. Ήταν έξι το ττρωΐ και περπατούσε από τα μεσάνυχτα σχεδόν. Ήταν ξερός από την κούραση. Πεινούσε και διψούσε. Ο ήλιος, που πρόβαλε από τις κορυφές των μεξικανικών βουνών, τον έκαιε από τώρα. Η σκόνη από την πορεία, σκόνη πυκνή, του έκλεινε τα ρου­θούνια και του στέγνωνε το λαιμό. 
— Πότε, τέλος πάντων, θα σταματήσουμε για να ξεκουραστούμε λίγο; είπε γκρινιάζοντας στο δεκανέα Μέην, που βάδιζε πλάι του. 
—Όταν αποφασίση ο λοχαγός, απάντησε ο Μέην. Ο Μέην ήταν ένας μεγαλόσωμος άντρας, κοκκινομάλλης, με γένεια κόκκινα. Είχε πολεμήσει στο Αλγέρι, όταν η Λεγεών αντιμετώπιζε τον Αμπντ-Έλ-Καντέρ και είχε πληγωθή στη Σεβαστούπολη. Τώρα καθώς μισά­νοιξε τα χείλη του μ'΄ ένα άγριο μορφασμό, φάνηκαν τα δόντια του, παράξενα άσπρα, από την αντίθεση με την κατασκονισμένη γενειάδα του. 
— Γιατί ρωτάς; ξαναείπε. 
— Πεινώ, παραπονέθηκε ο σαλπιγκτής. 

—Ίσως να διατάξη ο λοχαγός να σταματήσουμε εδώ, είπε ο Μέην. 
Έμπαιναν τώρα σ' ένα μικρό χωριό. Τα περισ­σότερα σπίτια ήσαν ολότελα έρημα. Τα άλλα έμεναν κλειστά, καθώς περνούσαν οι λεγεωνάριοι. Μερικά σκυλιά γαύγιζαν. 
—Ήθελα να ήξερα, πως το λένε αυτό το παλιοχώρι, είπε ο σαλπιγκτής. 
— Καμερόν, απάντησε ο δεκανέας Μέην. Το είδα στο χάρτη του λοχαγού.
Ό λοχαγός Ντανζού προχωρούσε καβάλλα στ' άλογο του λίγα βήματα εμπρός τους. Είχε χάσει το ένα του χέρι στον πόλεμο στη Ρωσία και τώρα είχε ξύλινο. Το κεφάλι του βρισκόταν ολοένα σε κίνηση, τα μάτια του σκοτεινά κάτω από τα κατάμαυρα φρύδια του, έψαχναν επίμονα κάθε γωνιά, ερευνούσαν τα πάντα γυρεύοντας να βρούνε κάτι, που να αποκά­λυψη τον εχθρό.
Στη Βέρα Κρουζ υπήρχαν πλήθος κατάσκοποι και πιθανόν να είχαν πληροφορηθή οι Μεξικανοί τι με­τέφεραν οι λεγεωνάριοι. Φορτωμένα επάνω σ' άλογα τρία εκατομμύρια φράγκα προορίζονταν για τα γαλ­λικά στρατεύματα στο εσωτερικό. Για να προστατέψη το πολύτιμο αυτό φορτίο ο λοχαγός δεν είχε μαζί του παρά ένα μόνο λόχο, τον τρίτο λόχο του πρώτου τάγματος της Λεγεώνος, δηλαδή εξήντα δυο άντρες και τρεις αξιωματικούς. Και επειδή, όπως πίστευε, υπήρχαν πολύ λίγοι μεξικανοί στρατιώτες σ' αυτή την περιοχή, είχε την ελπίδα, πως θα περνούσε χω­ρίς κίνδυνο.
Καθώς έβγαιναν από το χωριό, ο λοχαγός Νταν­ζού πρόσεξε ένα αγρόχτημα. Είχε δυο αποθήκες και στάβλο πίσω απ' αυτές. Στη μέση ήταν μια μικρή αυλή, και γύρω της τέσσερα χωριστά σπιτάκια, σαν να την προστάτευαν. Για μια στιγμή ο λοχαγός σκέ­φτηκε να σταματήση σ' αυτό το πρόχειρο καταφύ­γιο και να δώση έτσι στους στρατιώτες του τον καιρό να φάνε κάτι και να ξεκουραστούν. Μα μετάνιωσε αμέσως, γιατί δεν υπήρχε καθόλου σκιά κι έτσι έδωσε το σύνθημα να συνεχίση ο λόχος την πορεία του.
— Δεν μπορώ πια να προχωρήσω ούτε βήμα, είπε ο σαλπιγκτής.
Ο δεκανέας Μέην με την ψυχραιμία, που έχουν όλοι οι παλαίμαχοι, τον κοίταξε κοροϊδευτικά και του είπε:
— Μπορείς. Ένας λεγεωνάριος πάντα μπορεί να προχώρηση.
Ο σαλπιγκτής δεν έδωσε απάντηση. Από τη στιγμή εκείνη μισούσε τη Λεγεώνα, μισούσε, το κάθε τι, που είχε σχέση μ' αυτή. Δεν μπορούσε να καταλάβη , πως άνθρωποι σαν τον δεκανέα Μέην ένιωθαν υπερηφάνεια που έκαναν τέτοιες φριχτές πορείες, και πως κατάφερναν να υποφέρουν τη ζέστη, την πείνα, την εξάντληση. Δεν μπορούσε να καταλάβη, πως αυτοί οι παλαίμαχοι, που ξεσπούσαν σε κατάρες για τη Λεγεώνα, την ίδια στιγμή ένιωθαν αληθινή λα­τρεία γι' αυτή. Σκεφτόταν, πως δεν υπήρχε κανένας λόγος να τα καταλάβη όλα αυτά. Το μόνο που λα­χταρούσε ήταν να γίνη λιποτάχτης, να ελευθερωθή από τη Λεγεώνα, να φύγη, όπως έφυγε από το σπίτι του, από το Βέλγιο, λίγα χρόνια πριν.
Στις 7 ο λοχαγός Ντανζού σήκωσε ψηλά το ξύ­λινο χέρι του και ο λόχος σταμάτησε.
Πριν να προλάβη καλά καλά ο σαλπιγκτής να σημάνη ανάπαυση φάνηκαν οι φλόγες απ' τις φωτιές που άναψαν οι στρατιώτες για να μαγειρέψουν. Ο σαλπιγκτής ξα­πλώθηκε μέσα στο χαντάκι, πεθαμένος από την εξάν­τληση. 
Η μυρωδιά του φαγητού τον τρέλαινε και ονειρευόταν τη στιγμή που θα το χαιρόταν καθισμένος με τους συντρόφους του.
Τόσο τον είχε απορροφήσει η σκέψη αυτή, που δεν άκουσε τους πρώτους πυροβολισμούς. Είδε όμως το δεκανέα Μέην να πετιέται όρθιος και ν' αρπάζη το όπλο του. Την ίδια στιγμή όλοι οι άλλοι βρέθηκαν έτοιμοι. Ο λοχαγός Ντανζού είχε καρφώσει τα μάτια του στο δρόμο, παρακολουθώντας τους ανιχνευτές, που έστειλε για ανίχνευση. Ξαφνικά ξεχώρισε το ιπ­πικό των Μεξικανών. Κατέβαιναν καλπάζοντας από την κορυφή του λόφου κι ήσαν πολλοί, παραπολλοί. Οι στολές τους γυάλιζαν μέσα στο φως του ήλιου.
Ό λοχαγός Ντανζού μίλησε σύντομα, με ηρεμία. Η σάλπιγγα ακούστηκε και πάλι. Οι φωτιές που είχαν ανάψει για να μαγειρέψουν εγκαταλείφτηκαν, το φαγητό ξεχάστηκε μισοψημένο. Τα άλογα που τα είχαν αφήσει να βοσκήσουν λίγο πιο πέρα, με το πολύτιμο φορτίο στην πλάτη, μεταφέρθηκαν στη μέση του λόχου και ο λόχος παρατάχτηκε κυκλικά γύρω απ' αυτά.
Οι Μεξικάνοι όρμησαν με τ' άλογα τους. Έκαναν κύκλο κι αυτοί γύρω από τη μικρή ομάδα των λεγεω­ναρίων, όπως οι ερυθρόδερμοι, όταν κάνουν επίθεση.

Σύμφωνα με τον πρόχειρο υπολογισμό του λοχα­γού Ντανζού οι εχθροί θα ήσαν περίπου 200. Ανάλογα με τους δικούς του στρατιώτες ήσαν παραπολλοί. Κι έπειτα η θέση του δεν ήταν κατάλληλη για να ορ­γανώση την άμυνα. Έπρεπε ν' αποφασίση, αν θα επιχειρούσε να περάση, ή να οπισθοχώρηση.

Τις σκέψεις του τις διέκοψε μια δεύτερη ομοβροντία. Αυτή τη φορά ο κίνδυνος ερχόταν από την αντίθετη πλευρά.  Από το Καμερόν κάλπαζε ένα άλλο τμήμα του μεξικανικού ιππικού. Και την ίδια στιγμή, σα να ξεφύτρωσαν από κάποια μαγική πηγή. μεξικανοί στρατιώτες φάνηκαν από παντού να κυκλώνουν τον Ντανζου και τους λεγεωνάριους. 
Η μόνη ελπίδα που τους έμενε ήταν να οπισθοχωρήσουν προς το Καμερόν και να καταφύγουν στο αγρόχτημα. 
Ο λοχαγός διέταξε: «Σχηματίστε τετράγωνο.»
Τα άλογα με το φορτίο τους τοποθετήθηκαν αμέ­σως στο κέντρο. Γύρω τους οι λεγεωνάριοι σχημάτισαν διπλή γραμμή. Και η ολιγάριθμη ομάδα άρχισε να οπισθοχωρή αργά προς το Καμερόν. 
Ένα τμήμα του ιππικού των Μεξικανών όρμησε επάνω τους. Με άγριο καλπασμό οι Μεξικανοί πλη­σίασαν βγάζοντας άναρθρες κραυγές. Πυροβολούσαν μανιασμένα. Οι λεγεωνάριοι περίμεναν, ως τη στιγμή που ο Ντανζού έδωσε το σύνθημα. Η πρώτη σειρά απάντησε στο πυρ του εχθρού, και αμέσως η δεύτερη, ενώ η πρώτη στο μεταξύ ξαναγέμιζε τα όπλα για να χτυπήση και πάλι. Αν οι Μεξικανοί δεν άρχιζαν να πυροβολούν, μόνη η ορμή των αλόγων τους θα έφτανε για να σπάση την αδύνατη γραμμή των λεγεωνα­ρίων. Η άμυνα θα ήταν ανώφελη, γιατί οι λεγεωνά­ριοι θα σκόρπιζαν εμπρός στον ξέφρενο καλπασμό τόσων αλόγων. Μα μπροστά στην τρομερή έκρηξη των όπλων της Λεγεώνος οι Μεξικανοί κλονίστηκαν, πριν ακόμη να προφτάσουν τα άλογα τους να συν­τρίψουν τους λιγοστούς γενναίους, που τους αντιμε­τώπιζαν σταθερά. Ξαφνιασμένοι κράτησαν τα χαλι­νάρια και την άλλη στιγμή άρχισαν να τρέπονται σε άταχτη φυγή. 
Η Λεγεών κινήθηκε πάλι προς το αγρόχτημα. Τώρα όμως μερικοί δυσκολεύονταν να βαδίσουν από τα τραύματα και άλλους βαρειά πληγωμένους έπρεπε να τους μεταφέρουν οι σύντροφοι τους. 
Δεν είχαν προχωρήσει παρά λίγα βήματα, όταν ο εχθρός έκανε νέα επίθεση. 
Ήταν η πρώτη φορά, που ο σαλπιγκτής ένιωσε πραγματικά, τι θα πη πόλεμος. Κρέμασε τη σάλπιγγα του στο λαιμό και άρπαξε ένα όπλο. Το στόμα του ήταν στεγνό, πιο στεγνό από φόβο και αγωνία παρά από τη σκόνη, που είχε καταπιή. Πυροβολούσε και ξαναγέμιζε το όπλο του και πυροβολούσε και πάλι το γέμιζε. Έβλεπε, σαν σε όνειρο, τους Μεξικανούς με τα άλογα τους να ορμούν επάνω του και να μοιάζουν σαν γίγαντες, καθώς πλησίαζαν. Ένας σύντροφος του έπεσε πλάι του τη στιγμή, που σημάδευε. Η επίθεση σταμάτησε απότομα. Χωρίς να ξέρη τι κάνει ο νεαρός σαλπιγκτής έσκυψε και ανασήκωσε τον πληγωμένο σύντροφο του. Ύστερα ακούοντας τη φωνή του λο­χαγού Ντανζού, άρπαξε τη σάλπιγγα και σήμανε να προχωρήσουν. Είχαν χάσει πολύτιμο καιρό. Τους χρειάστηκε μιάμιση ώρα, ώσπου ν' αντικρίσουν το αγρόχτημα με τα τέσσερα σπιτάκια, τις αποθήκες και το στάβλο. Αν κατόρθωναν να φτάσουν ως εκεί, ο λοχαγός είχε τη γνώμη, πως θα μπορούσαν ν' ανθέξουν, ωσότου έρθουν ενισχύσεις.

Μα τώρα που πλησίαζαν πια, βρέθηκαν ξαφνικά μπροστά στο μεξικανικό πεζικό. Ήταν παραταγμένο κατά μήκος του δρόμου, ενώ το ιππικό τους ορμούσε από τα πλευρά.
—«Εφ' όπλου λόγχη» φώναξε ο λοχαγός. Οι μακριές γαλλικές λόγχες άστραψαν, καθώς τις τράβηξαν από τις θήκες τους. 

—Έφοδος!
Η μικρή ομάδα έπεσε ασυγκράτητη πάνω στον εχθρό. Οι Μεξικανοί τους κάλυψαν με πυκνό πυρ, μα ήταν τέτοια η ορμή των λεγεωναρίων, που για ένα λεπτό έκοψαν την επίθεση. Ήταν αρκετό για τους γενναίους Γάλλους. Ό,τι απόμεινε από τον τρίτο λόχο μπόρεσε μαζί με τους πληγωμένους του να κατα­φύγη μέσα σ' ένα από τα σπιτάκια του αγροχτήματος. Τα άλλα τρία βρίσκονταν στα χέρια των Μεξικανών.

Η μάχη είχε σταματήσει για λίγο. Και οι δυο αντίπαλοι ήθελαν νά φράξουν πόρτες και παράθυρα. Ήταν λίγο υστέρα από τις 9 το πρωΐ. Ό μεξικανικός ήλιος έριχνε τις καυτερές αχτίνες του. Τελευταία ήμερα του Απρίλη, 1863.
 Μέσα στο σπιτάκι, που χρησί­μευε για αποθήκη, η ζέστη ήταν τρομερή και το νερό ήταν πολύ λίγο. Οι λεγεωνάριοι είχαν να φάνε δεκάξι ώρες.

Από το μεγαλύτερο σπίτι ακούστηκε μια φωνή. Κάποιος μιλούσε γαλλικά. Ζητούσε να συνεννοηθή με τον αρχηγό των λεγεωναρίων. Ο λοχαγός Ντανζού παρουσιάστηκε σε κάποιο παράθυρο και ο άλλος είπε, πως ήταν ο στρατηγός Μίλαν του μεξικανικού στρα­τού. Δήλωσε, πως είχε στις διαταγές του 2.000 στρα­τιώτες. Οι λεγεωνάριοι, είπε, είχαν αγωνιστή γενναία, μα τώρα η θέση τους ήταν απελπιστική. Τους πρόσφερε την ευκαιρία να παραδοθούν. 
Ο λοχαγός Ντανζού γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε τους συντρόφους του, που τον είχαν περι­κυκλώσει. Ήσαν όλοι εξαντλημένοι. Η όψη τους ήταν   άγρια από τη σκόνη και την ακαθαρσία. 

— Υπόσχομαι να σας μεταχειριστώ έντιμα, φώναξε ο στρατηγός Μίλαν. 
Ο λοχαγός Ντανζού εξακολουθούσε να κοιτάζη τους άντρες του.
— Θα μείνετε στο πλευρό μου; ρώτησε αργά. Αντί για απάντηση οι στρατιώτες ζητωκραύγασαν. 
— Ζητώ από σας, είπε πάλι ο λοχαγός, από τον καθένας σας χωριστά να μου υποσχεθή, πως θα αγω­νιστή ως το τέλος. Σύμφωνοι; 

Η ίδια ζητωκραυγή ακούστηκε. Μαζί με τους άλ­λους φώναζε κι ο σαλπιγκτής. Ούτε ένιωθε, γιατί φώ­ναζε. Σα να έβγαινε από το στόμα του η φωνή του, χωρίς ο ίδιος να το καταλαβαίνη. Αναρωτιόταν γε­μάτος έκπληξη, γιατί έδινε μια τέτοια υπόσχεση. Τί γύρευε εδώ, στην πρώτη γραμμή, σε μια χώρα, που ούτε το όνομα της δεν είχε ποτέ του ακούσει πριν από ένα χρόνο; 

Η Λεγεών ήταν στο Μεξικό, όπως άλλοτε είχε βρεθή στην Ιταλία και στη Ρωσία, εξ αιτίας της φιλο­δοξίας του Λουδοβίκου Ναπολέοντα. Ήθελε ο Ναπο­λέων να ιδρύση αυτοκρατορία στο Νέο Κόσμο. 
Κάποιος άγγλος λόρδος είπε κάποτε, πως οι ανόητες ιδέες πολλαπλασιάζονταν στο κεφάλι του Ναπο­λέοντα του τρίτου, όπως τα ποντίκια. Η επιχείρηση στο Μεξικό ήταν μια από τις πιο ανόητες ιδέες του. Μερικοί μεξικανοί εξόριστοι του είχαν πη, πως ο λαός του Μεξικού ήταν δυσαρεστημένος με την κυβέρνησή του και θα δεχόταν με χαρά τη μοναρχία. Ο Ναπο­λέων τους πίστεψε, γιατί είναι πάντα εύκολο να πιστέψη κανείς εκείνο, που θέλει να πιστέψη. Γι' αυτό και δε σκοτίστηκε καθόλου να βεβαιωθή για ό,τι του είπαν. 
Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήσαν μπλεγμένες τότε στο δικό τους εμφύλιο πόλεμο και έτσι ο Ναπολέων πί­στευε πως δε θα ήσαν σε θέση να επιβάλουν το «δό­γμα Μονρόε». Το δόγμα αυτό είχε διατυπωθή πριν από πολλά χρόνια από τον πρόεδρο Μονρόε και όριζε, πως οι Ηνωμένες Πολιτείες δε θα επέτρεπαν ποτέ στην Ευρώπη να αναμιχθή στις υποθέσεις οποιασ­δήποτε αμερικανικής χώρας. 
Ο Ναπολέων δεν είχε την πρόθεση να γίνη ο ίδιος αυτοκράτορας του Μεξικού. Θα έδινε το θρόνο στον αρχιδούκα Μαξιμιλιανό της Αυστρίας. Ήταν αδελφός του Φραγκίσκου Ιωσήφ, που όπως είδαμε, η Λεγεών αγωνίστηκε εναντίον του στην Ιταλία. Τώρα η Λεγεών βρισκόταν στο, Μεξικό για να ετοιμάση ένα θρόνο για τον αδελφό του κατά διαταγή του Ναπο­λέοντα. 
Μέσα στο μικρό σπιτάκι στο αγρόχτημα στο Καμερόν, πολύ λίγοι τα καταλάβαιναν όλα αυτά. 
Ο λοχαγός Ντανζού τα ήξερε. Τα ήξεραν και οι υπο­λοχαγοί Βιλαίν και Μωντέ και ίσως και μερικοί ακόμη. Μα ο σαλπιγκτής δεν μττορούσε να ξέρη τέτοια πράματα. Το μόνο, που ένιωθε, ήταν πως για κάττοια παράξενη αιτία υποσχέθηκε να πολεμήση χωρίς τροφή και νερό, και να πεθάνη πολεμώντας εναντίον ενός εχθρού που δεν του είχε κάνει τίποτε. 
Η μάχη δεν άργησε ν' αρχίση[1]. Δεν είχε προφτάσει ο λοχαγός Ντανζού να δώση την απάντηση του και οι Μεξικανοί άνοιξαν πυρ. Μια σφαίρα χτύπησε το λοχαγό Ντανζού στο στήθος. Πέντε λεπτά κειτόταν μέσα στο αίμα με τα μάτια καρφωμένα στους συντρό­φους του. Ύστερα ξεψύχησε και ο υπολοχαγός Βι­λαίν πήρε τη θέση του. 
Κανένας όμως δεν είπε να παραδοθούν. Η μάχη εξακολουθούσε πεισματικά. Αμέτρητες φορές οι Με­ξικανοί δοκίμασαν να παραβιάσουν το σπιτάκι, μα υποχωρούσαν εμπρός στις σφαίρες της Λεγεώνος. Η αυλή είχε γεμίσει από νεκρούς και πληγωμένους. Στο κατάκλειστο σπιτάκι η ζέστη είχε γίνει ανυπό­φορη. Το λίγο νερό, που απόμενε, ήταν για τους τραυματίες. Το στόμα του σαλπιγκτή ήταν τόσο στεγνό, που δε θα μπορούσε να φυσήξη τη σάλπιγγα του, αν έπαιρνε διαταγή να σαλπίση. 
Ξαφνικά ακούστηκαν από πολύ μακριά σάλπιγγες. Το πυρ σταμάτησε και οι άντρες έμειναν ακίνητοι με τεντωμένα τα αυτιά για να ξεχωρίσουν τον ήχο.
—Έρχονται! Έφτασε η βοήθεια! Ψιθύρισε ο δε­κανέας Μέην. 
—Έρχονται! Αδύνατες ζητωκραυγές ακούστηκαν μέσα στο κατάκλειστο σπιτάκι. 
Οι σάλπιγγες αντήχησαν και πάλι, αυτή τη φορά πιο κοντά. Μα ο ήχος τους ήταν παράξενος. 
—Τί συμβαίνει; ρώτησε κάποιος το σαλπιγκτή. 
—Δεν καταλαβαίνω. 
Και τότε ακούστηκαν τύμπανα, τα μικρά τύμπανα που χρησιμοποιούσαν οι Μεξικανοί. Και κατάλαβαν πως δεν ήταν γαλλικός ο στρατός, πού ερχόταν να τους βοηθήση. Ήταν εχθρικό πεζικό! 
Για μια ακόμη φορά ο στρατηγός Μίλαν κάλεσε τους λεγεωνάριους να παραδοθούν. Τους φώναξε πως τώρα πια είχαν να πολεμήσουν ένας εναντίον πενήντα. Τους είπε, πως είχαν πολεμήσει ηρωϊκά, μα είχε χαθή πια κάθε ελπίδα γι' αυτούς. 
Ο υπολοχαγός Βιλαίν απάντησε, πως αυτός και οι σύντροφοι του θα συνέχιζαν τον αγώνα. 
Σε μια νέα άγρια επίθεση τους, οι Μεξικανοί πρό­φτασαν να βάλουν φωτιά στη στέγη, προτού να υπο­χωρήσουν. Ο καπνός σκόρπισε μέσα στο σπιτάκι και οι λεγεωνάριοι πνιγόντουσαν κυριολεχτικά. Με τα χέρια και με ό,τι ρούχο είχαν πρόχειρο αγωνίστηκαν απελπισμένα να σβήσουνε τις φλόγες. Μα ο καπνός εξακολουθούσε να τους τυφλώνη. Μέσα σ' αυτή την κόλαση μόλις κατόρθωναν να μισανοίξουν τα μάτια τους, χωρίς να μπορούν να διακρίνουν λίγο πιο πέρα. 



Μια σφαίρα έριξε νεκρό και τον υπολοχαγό Βιλαίν και τη θέση του την πήρε ο υπολοχαγός Μωντέ. Κατά το απόγεμα δεν είχαν απομείνει όρθιοι παρά έξι μόνο από τους λεγεωνάριους. Ούτε μια σφαίρα δεν τους είχε απομείνει. Τα πόδια τους δεν τους κρα­τούσαν πια κι έμοιαζαν με φαντάσματα. Από την αυλή οι Μεξικανοί ετοιμάζονταν να επιτεθούν και πάλι. 
Ο υπολοχαγός Μωντέ γύρισε προς τους συντρό­φους του.
— Τις ξιφολόγχες σας. είπε απλά.

Έγνεψε στο σαλπιγκτή και κείνος πλησίασε τη σάλπιγγα στα χείλη του. Δεν ακούστηκε ο παραμι­κρός ήχος. Άφησε τη σάλπιγγα να του πέση από τα χέρια κι έσφιξε σιωπηλός το τουφέκι του. Σαν μέσα σε όνειρο, είδε τον υπολοχαγό Μωντέ να ορμάη τρο­μερός έξω από το καταφύγιο τους και να χύνεται μέσα στο εκτυφλωτικό φως του ήλιου. Πίσω του ο δεκανέας Μέην, ο σαλπιγκτής και οι άλλοι τρεις λεγεωνάριοι άγριοι, φοβεροί έπεσαν στη φωτιά. Έξι άντρες ενάντια σ' ολόκληρο στρατό από Μεξικανούς! 
Ο σαλπιγκτής είδε το Μωντέ να πέφτη, ενώ ένας από τους λεγεωνάριους έκανε ένα απελπισμένο πή­δημα εμπρός του για να τον προφυλάξη από τα ε­χθρικά βόλια. Την άλλη στιγμή κάτι χτύπησε το σαλπιγκτή και βρέθηκε κάτω, αναίσθητος. Δεν πέ­θανε. Οι Μεξικανοί είχαν χάσει 300 άντρες, μα σεβά­στηκαν το θαυμαστό θάρρος και τον ηρωισμό των αντιπάλων τους. Φέρθηκαν πολιτισμένα στους πλη­γωμένους. Όμως, νόμισαν, πως ο σαλπιγκτής είχε πεθάνει και τον άφησαν εκεί όπου είχε πέσει. Την άλλη μέρα, όταν έφτασαν γαλλικές ενισχύσεις, τον βρήκαν. Και μόλις συνήλθε, τους διηγήθηκε, όσα είχαν συμβή. 
Ο αξιωματικός, που διοικούσε τη γαλλική δύναμη, τον άκουσε σιωπηλός ως το τέλος. ΄Υστερα του είπε, πως τρεις από τους άντρες, που πήραν μέρος σ' αυτή την ηρωϊκή εξόρμηση, αιχμαλωτίστηκαν από τον εχθρό χωρίς να πάθουν τίποτε και ανάμεσα σ' αυτούς κι ο δεκανέας Μέην. 
—Ο στρατηγός Μίλαν τους έδωσε την άδεια να επικοινωνήσουν με τους Γάλλους, είπε ο αξιωματικός. Θέλεις ν' ακούσης το μήνυμα, που έστειλαν; 
Ο σαλπιγκτής είπε «ναι» με μια κίνηση. 
—Ίσως να το καταλάβης, πρόσθεσε ο αξιωματικός. Και διάβασε: «Ο τρίτος λόχος του πρώτου τάγματος είναι νεκρός, συνταγματάρχα μου μα έκανε ό,τι μπό­ρεσε για να λένε, όσοι μιλούν γι' αυτόν, «ήταν όλοι διαλεχτοί στρατιώτες.» 
Ναι, ο σαλπιγκτής σκέφτηκε, πως καταλάβαινε πολύ καλά το μήνυμα. Ένιωθε τη Λεγεώνα και τους ήρωες της καλύτερα από όσο τους ένιωθε μόλις πριν από δυο ημέρες. 
Στην τιμητική αίθουσα στο Σίντι-Μπελ-Αμπές υπάρχει το ξύλινο χέρι του λοχαγού Ντανζού. Και το δείχνουν κάθε φορά, που οδηγούν ως εκεί καινούριους εθελοντές, για να τους μιλήσουν για πρώτη φορά για την ηρωϊκή μάχη του Καμερόν. Έτσι τους βοηθούν να νιώσουν κάτι από τη Λεγεώνα, που θα υπηρετήσουν.
Πέρασαν χρόνια και η κυβέρνηση του Μεξικού έδωσε την άδεια να στήσουν ένα μνημείο στο Καμερόν. Να ή γαλλική επιγραφή που έχει χαραχτή πάνω στο μνημείο:
ΕΔΩ ΠΟΛΕΜΗΣΑΝ ΛΙΓΟΤΕΡΟΙ ΑΠΟ ΕΞΗΝΤΑ ΑΝΔΡΕΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΕ ΜΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΣΤΡΑΤΙΑ. Ο ΟΓΚΟΣ ΤΗΣ ΤΟΥΣ ΝΙΚΗΣΕ. ΟΙ ΓΑΛΛΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΕΧΑΣΑΝ ΤΗ ΖΩΗ, ΟΧΙ ΟΜΩΣ ΤΟ ΘΑΡΡΟΣ ΤΟΥΣ, ΣΤΙΣ 30 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1863.

Η μάχη στο Καμερόν ήταν μόνο ένα επεισόδιο και χωρίς μεγάλη σημασία μέσα σε όλο το δραματικό πόλεμο των Γάλλων στο Μεξικό. Η εκστρατεία αυτή κράτησε ακόμη τρία ολόκληρα χρόνια. Οι Γάλλοι έπαιρναν στα χέρια τους τις πόλεις, μα οι Μεξικανοί είχαν τον έλεγχο σ΄ όλη σχεδόν την ύπαιθρο. Ένας από τους διοικητές της Λεγεώνος είπε στο Μαξιμιλιανό, πως οι στρατιώτες του είχαν βαδίσει 19.000 μίλια μέσα σε δεκαεφτά μήνες. Μπορεί, βέβαια, αυτό να είναι υπερβολικό, δίνει όμως μια εικόνα αρκετά ζωντα­νή για τον πόλεμο.

Όταν τέλειωσε ο εμφύλιος πόλεμος στην Αμερική, η Κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών έστειλε στα μεξικανικά σύνορα το στρατηγό Σέρινταν με αρκετό στρατό. Οι Ηνωμένες Πολιτείες σύστησαν στο Να­πολέοντα να εγκατάλειψη το Μεξικό. Ο Ναπολέων δεν επιθυμούσε πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Άλλωστε είχε αρχίσει να χάνη το ενδιαφέρον του για το Μεξικό, όπως το είχε χάσει και για την Ιταλία. Η εκστρατεία αυτή του στοίχισε πάρα πολλά χωρίς κανένα κέρδος.

Έτσι λοιπόν έδωσε διαταγή στις γαλλικές δυνάμεις να επιστρέψουν.
Τώρα ο Μαξιμιλιανός έμεινε στην πρωτεύουσα του Μεξικού χωρίς στρατό για να τον προστατέψη. Ήξερε πως θα τον έπιαναν οι Μεξικανοί και θα τον εκτελούσαν. Ήξερε πως ο Ναπολέων τον είχε εγκατα­λείψει. Τα τελευταία του λόγια ήσαν για τη Λεγεώνα.
«Η Λεγεών των Ξένων» δήλωσε, «πολέμησε ηρωϊκά.»




Υποσημειώσεις:
[1] une lutte sans pitié
Alors, l'assaut commence, sur les quatre faces à la fois. Les Mexicains attaquent à pied, cette fois, et furieusement. Mais leurs masses compactes viennent se briser et s'écrouler contre le mur d'enceinte où ceux qui ont échappé aux balles tombent, percés de baïonnettes.
Non sans pertes de notre côté. Le sergent-major Tonnel, qui se bat comme un lion, dans la chambre d'angle, meurt en hurlant :
Allons, les enfants ! Courage ! Pour la France et l'honneur de la Troisième ! Vous savez la consigne... Jusqu'à la mort !
Un de ses hommes est tué près de lui, deux autres sont blessés, mais combattent encore. Aux portes, d'autres jonchent le sol.
Mais le plus grave danger ne vient pas de l'extérieur. Il est au cœur même de la place. Les Mexicains ont percé de meurtrières les deux chambres qu'ils occupent depuis le début et même celles de l'étage, qu'ils ont envahies.
De ces ouvertures, de la fenêtre et même du toit, un feu d'enfer balaie le corràl. Deux fusiliers y sont gravement atteints. Lé tambour de la compagnie vient pour les secourir.
Inutile, dit l'un  d'eux. Pour moi, c'est fini. Prends ma carabine ! Tiens, voilà mes cartouches. 
Il y a plus d'une heure que dure cette lutte inégale, lorsque la grande voix de Dahjou retentit de nouveau :
Mes enfants, jurez de lutter tant qu'il y aura un homme debout !
D'un seul cri, si formidable que pendant plusieurs secondes l'ennemi cesse de tirer, par peur ou par respect, tous les hommes prêtent serment :
Nous le jurons ! Oui, jusqu'à la mort ! On  pourrait vraiment  croire  que le capitaine Danjou a vu la mort arriver et que son dernier mot est un testament sacré : à peine l'écho de ce vœu solennel s'est-il tu, qu'il tombe, au beau milieu de la cour qu'il traversait en brandissant son épée.
Une balle l'a frappé en plein cœur. Le regard tourné vers le ciel, il meurt en quelques secondes, dans les bras du sous-lieutenant Maudet, accouru pour le relever.
Le sous-lieutenant Vilain prend le commandement. La situation s'est aggravée. Par des trous percés dans les murs et le plafond, les Mexicains tirent maintenant presque à bout portant sur les défenseurs de la chambre d'angle, qui doivent l'évacuer.
Sur les 15 hommes qui y étaient entrés, il n'en sort que 6, presque tous blessés. Les Français n'ont plus, pour s'abriter, que les hangars en ruine. Autant dire qu'ils combattent à découvert.
En très peu de temps, une demi-douzaine d'entre eux tombent encore. La faim   mine  les   survivants.. La soif  les tenailles. Le soleil les accable. Soudain, un espoir fou les redresse. Dans le lointain, on enend des tambours l
battre, des clairons sonner. Serait-ce une    colonne de secours  venue de Paso del Macho ? Est-ce la victoire que l'on n' attendait plus ? 
Hélas ! l'illusion ne dure pas longtemps .Ces notes traînantes et monotones,ces 
battements sourds et tristes n'ont rien de  l'entraînante, de l'enthousiasmante musique militaire française. Il ne peut  s' agir   que   de   renforts   ennemis. Le sergent Morzicki, remonté sur son toit, le confirme.

— Ils sont là. Ils se massent en face de l'hacienda........
(περιοδικό ΗISTORIA  Μάρτιος 1963 )


1 σχόλιο: