Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΑΛΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΑΛΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 8 Ιανουαρίου 2018

ΑΝΤΡΕ ΜΑΡΛΩ:ΑΝΤΙΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ

Κατοικούσα στη Βουλώνη, στο μεγάλο σπίτι ολλανδικού ρυθμού,όπου αργότερα η μικρή Δελφίνη Ρενάρ λίγο έλειψε να τυφλωθή από τις εκρηκτικές βόμβες του O.A.S [1]. Θα ήταν ασφαλώς περασμένες εννηά γιατί η καλοκαιρινή βραδιά σκοτείνιαζε αρκετά πάνω από τη σκοπιά-καταφύγιο που είχαν χτίσει οι Γερμανοί σε μια γωνιά του κήπου. Το τηλέφωνο χτύπησε.
-Έχω ένα σπουδαίο μήνυμα για σας, μου είπε ένας από τους συνηθισμένους συνομιλητές μου, Μπορείτε να με δεχθήτε σε μια - δυο ώρες;

-Βεβαίως.
-Θα περάσω κατά τις ένδεκα.
Στις ένδεκα ένα στρατιωτικό αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά στο σπίτι. Πήγα ν' ανοίξω. Ήμασταν μόνοι. Δεν είχε διαβή το κατώφλι του μεγάλου σπουδαστηρίου που ήταν ακόμη αμυδρά φωτισμένο. 
-Ο στρατηγός ντε Γκωλ σας ρωτά, εν ονόματι της Γαλλίας, αν θέλετε, να τον βοηθήσετε.
Η φράση ήταν περίεργη. Ωστόσο στο Λονδίνο, ένας από τους πρώτους λόγους του στρατηγού στους αξιωματικούς ήταν κάτι τέτοιο: "Κύριοι, ξέρετε ποιο είναι το καθήκον σας" Και σήμερα τέτοιος ήταν ο τόνος.
-Δεν τίθεται , βεβαίως, ζήτημα, αποκρίθηκα.
-Θα σας πω αύριο την ώρα. 
Μούσφιξε το χέρι. 
Το αυτοκίνητο που είχε κάνει στροφή , έφερε βόλτα το μικρό οχυρό και χάθηκε προς τον Σηκουάνα.

Ήμουν έκπληκτος. Όχι υπερβολικά: έχω την τάση να θωρώ τον εαυτό μου χρήσιμο... Αλλά μετά την πρώτη μου απόδραση, τον Νοέμβριο του 1940, είχα γράψει στον στρατηγό ντε Γκωλ' οι Ελεύθερες Γαλλικές Δυνάμεις δεν διέθε­ταν ασφαλώς αεροπόρους με τη σέσουλα. Καμιά απάντηση. Επειδή είχα μάθει πως είχε απομακρύνει τον Πιέρ Κοτ, υπόθεσα πως εξαιτίας του πολέμου στην Ισπανία η συνδρο­μή μου δε θα του ήταν ευπρόσδεκτη. Χωρίς, ωστόσο, να πι­κραθώ, γιατί αργότερα οι μακί μας, πριν από τη δημιουργία της μεραρχίας Αλσατίας-Λωρραίνης, είχαν πάντα τη βοήθεια του στρατηγού Καινίγκ — συνεπώς, τη δική του. Με κάλεσαν στο υπουργείο Στρατιωτικών. Στον προθάλαμο συν­άντησα έναν εγκάρδιον επισκέπτη με έξυπνους και λεπτούς τρόπους, που μου κίνησε την περιέργεια, γιατί μ' όλο που φορούσε πολιτικά, μάντευα τον στρατιώτη. Σε λίγο τον ζή­τησαν: ήταν ο στρατάρχης Ζουέν.
Το γραφείο, που ανήκε άλλοτε στον κόμιτα Νταρύ[2] , επιπλωμένο μεγαλοπρεπέστατα σε στυλ Αυτοκρατορίας, είχε δοθή στον Παλεφσκί. Από την άλλη πλευρά της επιβλητι­κής σκάλας, ένα γραφείο αναμονής όπου κάθονταν οι υπασπιστές του ντε Γκωλ, βρισκόταν πριν από το γραφείο του στρατηγού. «Ακόμη δεν τακτοποιηθήκαμε...» μου είπε ένας από τους αξιωματικούς που ήταν φίλος μου. Υπήρχε μέσα εκεί κάτι το επίσημο και σιωπηλό που μ' έκανε να συλλογι­στώ τις αίθουσες αναμονής των ρωμαίων υπάτων. Το τηλέ­φωνο κλήσεως σήμανε ταυτόχρονα με την ώρα. Με μπάσανε σ' ένα δωμάτιο όπου μεγάλοι επιτελικοί χάρτες κρεμασμένοι στους τοίχους του έδιναν μια ατμόσφαιρα εργασίας. Ο στρατηγός μου έγνεψε να καθήσω δεξιά στο γραφείο του.
Είχα διατηρήσει ακριβή ανάμνηση της μορφής του: στα 1943, ο Ραβανέλ, αρχηγός τότε των groupes francs[3] μου είχε δείξει τη φωτογραφία του που έρριξαν με αλεξίπτωτα. Από το μπούστο του δεν μπορούσαμε να μαντέψουμε πως ο στρατηγός ήταν τόσο ψηλός. Σκέφθηκα τους αντιπροσώπους του Tiers Etat[4] όταν είδαν για πρώτη φορά τον Λουδοβίκο ΙΣΤ'. Ως τα 1943 δεν είχαμε γνωρίσει το πρόσωπο του ανθρώπου, στ' όνομα του οποίου αγωνιζόμασταν.
Δεν τον ανακάλυπτα τώρα' ανακάλυπτα σε τι δεν έμοιαζε με τις φωτογραφίες του. Το αληθινό στόμα ήταν λίγο πιο μικρό, το μουστάκι λίγο πιο μαύρο. Κι ο κινηματογράφος, μ' όλο πού μεταδίνει τόσες εκφράσεις, μονάχα μια φορά είχε συλλάβει το πυκνό και βαρύ του βλέμμα: πολύ αργότερα, όταν σε μια συνέντευξη του με τον Μισέλ Ντρουά[5]  κυττάζει τον φακό της μηχανής και φαίνεται τότε σάμπως να κυττάζη τον καθένα από τους θεατές.
- Εν πρώτοις, το παρελθόν, μου είπε. Περίεργη εισαγωγή.
-Είναι αρκετά απλό, αποκρίθηκα. Στρατεύθηκα σ' έναν αγώνα για..., ας που με, την κοινωνική δικαιοσύνη. Θα ήταν ίσως ακριβέστερο αν έλεγα: για να δώσουμε στους ανθρώπους μια ευκαιρία... Ήμουν πρόεδρος της Παγκόσμιας Αν­τιφασιστικής Επιτροπής με τον Ρομαίν Ρολλάν και πήγα μαζί με τον Ζιντ να επιδώσουμε στον Χίτλερ — που δε μας δέχτηκε — τη διαμαρτυρία μας κατά της δίκης του Δημητρώφ και των άλλων δήθεν εμπρηστών του Ράιχσταγ. Ύστερα ήρθε ο πόλεμος της Ισπανίας και πήγα να πολεμήσω στην Ισπανία. Όχι στις Διεθνείς Ταξιαρχίες, που δεν υπήρχαν ακόμη, και στις οποίες δώσαμε τον καιρό να συγκροτηθούν: το κομμουνιστικό κόμμα αμφιταλαντεύονταν... Ύστερα ήρθε ο πόλεμος, ο πραγματικός. Έπειτα η ήττα, κι όπως πολ­λοί άλλοι, παντρεύθηκα τη Γαλλία. Όταν ξαναγύρισα στο Παρίσι, ο Αλμπέρ Καμύ με ρώτησε: Πρέπει, λοιπόν, μια μέρα να διαλέξουμε ανάμεσα στη Ρωσία και στην Αμερική; Για μένα η εκλογή δεν ήταν ανάμεσα στη Ρωσία και στην Αμερική, αλλά ανάμεσα στη Ρωσία και στη Γαλλία. Όταν μια αδύνατη Γαλλία βρίσκεται μπροστά σε μια παντοδύναμη Ρωσία, δεν πιστεύω πια ούτε λέξη από κείνα που πίστευα όταν μια ισχυρή Γαλλία βρίσκονταν μπροστά σε μιαν αδύνα­τη Σοβιετική Ένωση. Μια αδύνατη Ρωσία θέλει λαϊκά μέ­τωπα, μια ισχυρή Ρωσία θέλει λαϊκές δημοκρατίες.
»Ο Στάλιν είπε μπροστά μου: Στην αρχή της Επανά­στασης, περιμέναμε να σωθούμε από την ευρωπαϊκή επανά­σταση και τώρα η ευρωπαϊκή επανάσταση περιμένει τον ε­ρυθρό στρατό... Δεν πιστεύω σε μια γαλλική επανάσταση που θα την έκανε ο ερυθρός στρατός και θα τη διατηρούσε η Γκεπεού — και πολύ λιγότερο πιστεύω σε μια επιστροφή στο 1938.
»Στο χώρο της ιστορίας, το πρώτο κεφαλαιώδες γεγονός των είκοσι τελευταίων χρόνων, για μένα, είναι το πρωτείο του έθνους. Κάτι διαφορετικό απ' ό,τι υπήρξε ο εθνικισμός: η ατομικότητα και όχι η υπεροχή. Ο Μαρξ, Ο Βικτόρ Ουγκώ, ο Μισλέ (ο Μισλέ που έγραψε: η Γαλλία είναι ένα πρόσωπο !) πίστευαν στις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης. Στο κεφάλαιο τούτο προφήτης δεν είναι ο Μαρξ, προφήτης είναι ο Νίτσε που είχε γράψει: «Ο 20ός αιώνας θα είναι ο αιώνας των εθνικών πολέμων». Στη Μόσχα, έτυχε ν' ακούσετε τη Διεθνή, στρατηγέ μου;
-  Δεν μιλούσανε πια γι' αυτήν: τα πήγε άσκημα.
- Ήμουν εκεί όταν ο ρωσικός ύμνος είχε γίνει ο ύμνος των επισήμων τελετών. Λίγες βδομάδες πριν η Πράβδα χρησιμοποιούσε για πρώτη φορά τις λέξεις: η σοβιετική μας πατρίδα. Ο καθένας κατάλαβε. Κ' εγώ επίσης είχα καταλά­βει πως η Ρωσία είχε ανακαλύψει επιτέλους στον κομμουνι­σμό το μέσο που θα της εξασφάλιζε τη θέση της και το γόη­τρο της στον κόσμο: μια ορθοδοξία ή έναν πανσλαβισμό που θα είχε επιτύχει...
Με κύτταζε προσεκτικά, χωρίς να φαίνεται αν συμφω­νούσε ή διαφωνούσε.
-  Γιατί — κι αν δε λογάριαζε κανείς τον Λένιν, τον Τρότσκι, τον Στάλιν, πράγμα δύσκολο — ο κομμουνισμός θα ήταν σήμερα εκείνος πού εκφράζει καλύτερα το επαναστατι­κό γεγονός, πού σ' άλλους καιρούς είχε εκφράσει η Γαλλική Επανάσταση...
- Τί εννοείτε «επαναστατικό γεγονός»;
- Την προσωρινή μορφή που παίρνει η διεκδίκηση της δικαιοσύνης: από τις αγροτικές εξεγέρσεις ως τις επαναστάσεις. Στον αιώνα μας πρόκειται για κοινωνική δικαιοσύνη και τούτο ασφαλώς οφείλεται στην παρακμή των μεγάλων θρησκειών οι Αμερικανοί είναι θρησκευόμενοι άνθρωποι, αλλ' ο αμερικανικός πολιτισμός δεν είναι θρησκευτικός πολιτισμός. 
»Το Εθνικό Μέτωπο είναι παρακομμουνιστικό ωσότου γίνη απροσχημάτιστα κομμουνιστικό' οι φίλοι μου είναι φιλοεργατικοί περιμένοντας έναν εργατισμό που δεν υπάρχει, και που δεν ξέρουν αν τον περιμένουν από τους εαυτούς των, από το σοσιαλιστικό κόμμα ή από σας.
- Τί θέλουν να κάμουν;
- Όπως στα 1848, όπως στα 1871, να παίξουν ένα ηρωικό έργο που ονομάζεται Επανάσταση. Αξιοτίμητα, προ­κειμένου για τους γνήσιους αγωνιστές, που δε ξεφύτρωσαν στα πλακόστρωτα όταν έφτασε ο στρατός. Παρωδώντας τον ...Κλάουζεβιτς, νομίζω, θα ειπώ ότι γι' αυτούς η πολιτική είναι η συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα. Δυστυχώς δεν είναι αλήθεια. Για μένα (όπως μου φαίνεται και για σας, ακόμη και για τους κομμουνιστές) η πολιτική προϋποθέτει τη δημιουργία και κατόπιν τη δράση ενός Κράτους. Χωρίς Κράτος, κάθε πολιτική είναι υπόθεση του μέλλοντος και γίνεται, λίγο πολύ ένα είδος ηθικής. Κάτι, δηλαδή, που δεν φαίνονται να υποπτεύονται οι αντιστασιακές οργανώσεις. Αν δεν πρόκειται πια για Επανάσταση, γιατί άλλο πρόκειται; Για τους χτεσινούς ή τους αυριανούς πολιτευόμενους είναι θέμα προσ­χωρήσεως στα κόμματα, ή δημιουργίας ενός νέου κόμματος. Η κομμουνίζουσα αντίσταση καταλήγει στο κομμουνιστικό κόμμα ή σε κάποια μεταμφίεση του. Η άλλη καταλήγει όπου θελήσουμε, γιατί τα κόμματα, το είπα στον κ. Παλεφσκί, χρειάζονται απολύμανση. Αλλ' αν υπήρξαν ριζοσπάστες  «μακί», δεν υπάρχουν τώρα μακί ριζοσπάστες. Ένα κόμμα πρέπει να έχη αντικειμενικούς σκοπούς. Και η  Αντίσταση είχε ένα τέτοιο σκοπό: να συμβάλη στην απελευθέρωση της Γαλλίας. Οι άνθρωποι της Αντίστασης, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, ήτανε φιλελεύθεροι πατριώτες. Ο φιλελευθερι­σμός δεν είναι πολιτική πραγματικότητα, είναι αίσθημα, ένα αίσθημα που μπορεί να υπάρξη σε πολλά κόμματα, αλλά που δε μπορεί και να δημιουργήση κόμμα. Στο Συνέδριο του Κινή­ματος Εθνικής Απελευθερώσεως ανακάλυψα πως το σημε­ρινό δράμα της Αντίστασης έγκειται σ' αυτό.
«Τα μέλη της δεν είναι εναντίον του κομμουνισμού. Το 50% ανάμεσα τους τον προτιμούν ως οικονομικό σύστημα. Είναι, όμως εναντίον των κομμουνιστών, ακριβέστερα ίσως, εναντίον αυτού που θεωρούν ρωσικό στον γαλλικό κομμουνισμό. Δεν πιστεύουν · πως· η δραστηριότητα που θαυμάζουν στο ρωσικό κομμουνιστικό κόμμα, είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με τις καταδύσεις, τα ψιλολογήματα τις διαγραφές και τις δίκες ακόμη, που του κατηγορούν. Το κρυφό όνειρο μιας μεγάλης μερίδας του γαλλικού λαού και των περισσότερων Γάλλων διανοουμένων, είναι μια γκιλλοτίνα χωρίς απο­κεφαλισμένους. Ότι τους γοητεύει στον κομμουνισμό είναι η ενεργητικότητα στην υπηρεσία της κοινωνικής δικαιοσύνης· ό,τι τους απομακρύνει από τους κομμουνιστές είναι τα μέσα της ενεργητικότητας αυτής. Ο φιλελευθερισμός δεν πέθανε. Πριν από τον πόλεμο, τα μέλη των κομμάτων στη Γαλλία ήταν μάλλον ολιγάριθμα και αυτό που έχω γνωρίσει από την Απελευθέρωση, στην επαρχία και στις Επικαιρότητες, είναι η ατμόσφαιρα ενός θριαμβεύοντος Λαϊκού Μετώπου. Όμως το Λαϊκό Μέτωπο δεν έκανέ ούτε την επανάσταση του ούτε το ενιαίο κόμμα του (ούτε άλλωστε και οι αντίπαλοί του). Αυτό που χαρακτήρισα κάποτε, αναφορικά με την Ισπανία, «λυρική αυταπάτη», δεν οδηγεί σ' ένα γνήσιο πολιτικό σχηματισμό. Το ίδιο ισχύει για τούς Ριζοσπάστες όσο και για τους κομμουνιστές, άλλα για λόγους διαφορετικούς: μετέ­χουν σ' ένα Λαϊκό Μέτωπο με την ελπίδα να το συντρίψουν.
- Το πιστεύετε;
Ο τόνος ήταν ίσως ειρωνικός.
- Πιστεύω πΩς όχι μόνο ο φιλελευθερισμός, αλλ' ακόμη και το κοινοβουλευτικό παιχνίδι είναι καταδικασμένα, σ' οποιαδήποτε χώρα τα κόμματα συμμαχούν μ' ένα ισχυρό κομ­μουνιστικό κόμμα. Το κοινοβουλευτικό σύστημα προϋποθέ­τει έναν κανόνα παιχνιδιού όπως δείχνει το πιο αποτελεσμα­τικό απ' όλα: το βρεταννικό. Οι κομμουνιστές χρησιμοποι­ούν το παιχνίδι για δικούς των σκοπούς, αλλά δεν το παί­ζουν ποτέ. Και αρκεί ένα κόμμα να μη ακολουθήση τους κα­νόνες για ν' αλλάξη το παιχνίδι χαρακτήρα. Αν το σοσιαλι­στικό κόμμα, το ριζοσπαστικό κλπ. είναι κόμματα, τότε οι κομμουνιστές είναι κάτι άλλο..
»Εξ άλλου, η πατροπαράδοτη Δεξιά έχει συνδεθή με το Βισσύ κ' έτσι πάμε να ιδούμε μια αριστερά επηρεαζόμενη από την κομμουνιστική πλειοδοσία, χωρίς αναγνωρισμένη Δεξιά. Κι' όμως δεν είναι μονάχα η Αντίσταση, είναι ολόκλη­ρη η Γαλλία που δεν επιθυμεί την επάνοδο του παλιού κοινο­βουλευτισμού. Γιατί διαισθάνεται πως βαδίζουμε προς την πιο βίαιη μεταμόρφωση που εγνώρισε η Δύση από την επο­χή της πτώσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Και δεν έχει διάθεση να την αντιμετωπίση υπό την ηγεσία του κ. Ερριό.
 Κ' ύστερα, το τέλος της Τρίτης Δημοκρατίας είναι συνδεδεμένο με την ήττα. Ωστόσο, δεν "πολέμησε και τόσο άσχημα στον πόλεμο του '14...
Ύψωσε το δείχτη του χεριού σε μια χειρονομία που ήθε­λε να πη: Προσέξτε!
- Δεν είναι η Δημοκρατία που κέρδισε τον πόλεμο του '14, είναι η Γαλλία. Με την κήρυξη του πολέμου, έπειτα στον Μάρνη, αφ' όταν ανέλαβε ο Κλεμανσώ, οι ανταγωνισμοί, τα κόμματα, είχαν μπη στο ψυγείο...
- Ο Κλεμανσώ, δεν είναι η δημοκρατική Γαλλία;
- Έχω αναστηλώσει τη Δημοκρατία. Μα πρέπει να εί­ναι ικανή να ξαναφτιάξη τη Γαλλία. Η έννοια του έθνους είναι πολύ διαφορετική από τους εθνικισμούς, συμφωνώ. Οι κομμουνιστές το καταλαβαίνουν κατά τον τρόπο τους. Αυτός είναι ο λόγος για τον όποιον επιμένουν τόσο στην ιδέα των πολιτοφυλακών. Γνωρίζουν πως όταν ένα κράτος δε μπορεί πια να εξασφάλιση την άμυνα του έθνους, είναι καταδικασμένο. Ούτε οι δυο Γαλλικές Αυτοκρατορίες, ούτε η Γερμανική Αυτοκρατορία, ούτε η Ρωσική επέζησαν της ήττας των. Εδώ έγκειται η βασική δικαιολόγηση του Κράτους. Έχετε δίκιο να λέτε ότι ο κομμουνισμός βοήθησε τη Ρωσία να ξαναφτιά­ξη το στρατό της...
- Και να ξαναβρή τη ψυχή της.
Είδα πως τον είχα διακόψει, γιατί κάποτε άφηνε ανάμεσα στις φράσεις του αρκετά μακρές σιωπές, αλλά  συνέχιζε τη σκέψη του. .
- ...και η Ασία μπορεί να ξανάβρη την ψυχή της, κα­θώς λέτε, αν ξανάβρη τις εθνότητες της. Ίσως η γαλλική μοναρχία πέθανε στο Ρόσμπαχ[6] ... Παρακαλώ συνεχίστε.
- Ο Τσώρτσιλ έγραψε πως ο Κλεμανσώ του φάνηκε σαν ένας από τους ανθρώπους της Επανάστασης...
Μισόκλεισε τα μάτια με μιαν έκφραση ειρωνικής εμπιστοσύνης που συχνά παρατήρησα στο πρόσωπο του, όταν ο λόγος είναι περί  Ιστορίας:
- Είπαν πάρα πολλά και πολύ καλά. Κάτι είναι κι αυτό. Δημιούργησαν την έννοια του επιστρατευμένου έθνους, εναντίον μισθοφορικών στρατών. Όλα γκρεμίστηκαν όταν και τ' άλλα έθνη άρχισαν να κάνουν, το ίδιο... Όμως αυτά γίνονταν εναντίον του Ναπολέοντα.
- Πιστεύετε πώς ο Μιραμπώ[7] θα μπορούσε να σώση τη μοναρχία;
- Πέθανε εγκαίρως. Νομίζω πως πολύ θ' απογοήτευε — και πολύ θ' απογοητεύονταν κι ο ίδιος...
Μπροστά στη ρωμαϊκή πινακοθήκη των θυμάτων της γκιλλοτίνας, ο ατομικιστής αυτός που ήταν έτοιμος να προδώση την Επανάσταση για τα ωραία μάτια της Βασίλισσας και τα αργύρια του Βασιλιά, που πέθανε αργά και με αξιο­πρέπεια, όταν οι δυο κοπέλλες που βρίσκονταν στο κρεβάτι του είχαν φύγει, έδινε την εντύπωση μεγάλου τυχοδιώκτη. Του έλειπε το σκοτεινό χρίσμα που η πατρίδα ή ο λαός, παρεί­χε σ' όλους τους άλλους ως την 9η Θερμιδώρ. Είχα διαβάσει τι είχε γράψει ο στρατηγός ντε Γκωλ για τον Ως[8], κ' εκεί­νον ίσως θα σκέφθηκε, γιατί κι ο Ως είχε πεθάνει δηλητηρια­σμένος.
«Ο Ως είναι ωραία μορφή. Όπου τον βάζουν δείχνεται άξιος της θέσεως του... Κ' υστέρα η Βανδέα... να πείση τους ανθρώπους να καθήσουν γύρω από ένα τραπέζι να μιλήσουν αντί ν' αλληλοσφάζουνται... Μα όταν τον δηλητηρίασαν, μα­γείρευε μιαν άσκημη δουλειά......
Τον κύτταξα ερωτηματικά. Χαμογέλασε με ειρωνεία: «...τη διχτατορία...»
- Κατά την απόλυσή του από την Conciergerie[9], είπα, αναγκάσθηκε να παραμερίση στο διάδρομο, για να περάση ένας νέος δεσμώτης: ο Σαιν - Ζούστ.
- Ω! είναι πάντα οι ίδιοι που συναντιόνται.
Ο Σαιν - Ζουστ στο διάδρομο, η Ιωσηφίνα στην κρεβατοκάμαρη, σκέφθηκα. Ύψωσε το δείχτη, όπως είχε κάνει και πριν λίγο:— Μη γελιέστε: η Γαλλία δε θέλει πια Επανάσταση. Ο καιρός πέρασε. Μου έκανε εντύπωση η ουδετερότητα του τόνου — ήταν σάμπως να μιλούσε για τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Οι δια­νοούμενοι μας ζούσαν με πάθος μια πολιτική μυθολογία και οι στρατιές του κομμουνισμού και του φασισμού αντιμετώ­πιζαν η μια την άλλη. Για πρώτη φορά ένοιωθα πόσο μηδα­μινές γινόντουσαν γι' αυτόν οι ανώτατες άξιες τόσων άλλων, που πολλοί από δαύτους δεν ήτανε καν αντίπαλοι του. Πριν οπό λίγο, απαντώντας στην έκθεση του Υπουργού Ανεφοδια­σμού για τη μαύρη αγορά που ταλαιπωρούσε το Παρίσι, είχε παρατηρήσει σχεδόν αφηρημένα: «Πρέπει επιτέλους, οι Γάλ­λοι ν' αποφασίσουν να ενδιαφερθούν και για κάτι άλλο εκτός από τις καπνιστές ρέγγες...» Δεν ήταν η Μαρία Αντουανέττα που μιλούσε για τσουρέκια. «Πέρασε ο καιρός», είχε πει στον τόνο που ένας μυστικιστής θα μπορούσε να μιλήση για τα σαρκικά πάθη. Όμως οι μυστικιστές δεν πιστεύουν διό­λου στην Ιστορία...
- Ο υπέρτιτλος της Κομπά. είπα εγώ, είναι ακόμη: «Από την Αντίσταση στην Επανάσταση».
- Τι κυκλοφορία έχει ή Κομπά;»Έχω αναγγείλει πως μέσα στο χρόνο θα εθνικοποιη­θούν όλες οι πηγές της ενέργειας και της πίστεως. Όχι για χάρη της Αριστεράς, αλλά για χάρη της Γαλλίας. Η Δεξιά δε βιάζεται να βοηθήση το Κράτος, και η Αριστερά βιάζε­ται υπερβολικά.»Αυτά που μου ανέφερε ο Παλεφσκί για τη συζήτηση σας σχετικά με το θέμα της προπαγάνδας, μ' ένδιαφέρανε πολύ. Ποιά είναι η στάση των διανοουμένων; Δεν εννοώ ως προς την προπαγάνδα, αλλά... γενικά.
- ΕΙν' εκείνοι που η Αντίσταση οδήγησε προς τον ι­στορικό ρομαντισμό, και η εποχή τούτη πρέπει να τους ικανοποιή απόλυτα. Είν' επίσης εκείνοι που η Αντίσταση οδή­γησε, ή που οδηγήθηκαν μονάχοι τους, στον επαναστατικόρομαντισμό, ο οποίος συνίσταται στη σύγχυση της πολιτικής δράσης με το θέατρο. Δε μιλώ για κείνους που είν' έτοιμοι ν' αγωνιστούν για να εγκαθιδρύσουν σοβιέτ: δε μιλώ για τους ηθοποιούς, αλλά για τούς θεατές. Από τον 18ο αιώνα υπάρχει στη Γαλλία μια σχολή «ευαίσθητων ψυχών». Και στη σχολή αυτή οι διανοούμενες κυρίες παίζουνε πάντοτε σπουδαίο ρόλο.
- Όχι, βέβαια, σαν νοσοκόμες.
- Η λογοτεχνία είναι γεμάτη οπό ευαίσθητες ψυχές για τις οποίες οι προλετάριοι είναι οι καλοί άγριοι. Αλλά δεν είναι εύκολο να καταλάβη κανείς πως ο Ντιντρό μπόρεσε να πιστέψη πως η Αικατερίνη Β' ήταν η προσωποποίηση της Ελευθερίας...
- Ο Βολταίρος έφτειαχνε επιγράμματα για τη μάχη του Ρόσμπαχ... Αλλ΄ είναι κρίμα.
- Η θέση των σοβαρών διανοουμένων είναι δύσκολη. Η γαλλική πολιτική έχει προσελκύσει πάντα τους συγγρα­φείς Από τον Βολταίρο ως τον Βικτόρ Ουγκώ. Έπαιξαν με­γάλο ρόλο στην υπόθεση Ντρέυφους. Πίστεψαν πως ξαναβρήκαν αυτό το ρόλο την εποχή του Λαϊκού Μετώπου. Αλλ΄ αντί να το επηρεάζουν κατάντησαν μάλλον οργανά του. Η χρησιμοποίηση τούτη, από κομμουνιστική πλευρά, καθορίστηκε με πολλή επιδεξιότητα από τον Βίλλυ Μύντσενμπεργκ - που έχει τώρα πεθάνει. Όμως, τι έκαναν όλοι αυτοί οι διανοούμενοι, οπό το 1936, που δεν έπαψαν να μιλάνε για δράση, ενώ ο Μοντεσκιέ ούτε καν την ανέφερε; Αιτήματα κι αναφορές.»Ειν' έπειτα οι επαγγελματίες φιλόσοφοι. Γι' αυτούς ο Λένιν ή ό Στάλιν είναι απλώς μαθητές του Μαρξ. Μου θυμίζουν ένα ραββίνο του Ισπαχάν που με ρωτούσε κάποτε: «Σεις πού πήγατε στη Ρωσία μπορείτε να μου πήτε αν οι κομμουνιστές έχουν κι αυτοί βιβλίο;» Τούτοι δω γυρεύουν τη θεωρία πίσω από την πράξη, αλλά μια θεωρία ιδιόρρυθμη: Μαρξ, αλλ' όχι Ρισελιέ. Γι αυτούς ο Ρισελιέ δεν είχε πολι­τική. Είπα στον κ. Παλεφσκί πως αυτή τη στιγμή δεν σας καταλαβαίνουν. Δεν έχουν συνείδηση της αντίφασης που μέσα σ΄ αυτήν ζουν, γιατί η δράση δεν τη θέτει ποτέ σε δοκιμα­σία. Αλλά τη διαισθάνονται συγκεχυμένα, όπως έγινε φανε­ρό στο Συνέδριο του Κινήματος Εθνικής Απελευθερώσεως. Κ΄ έπειτα, η αληθινή Αντίσταση έχασε τα δύο τρίτα από τους δικούς της.
- Ξέρω, είπε θλιμμένα, και...Είχα το αίσθημα πως ήταν έτοιμος να πρόσθεση: και ξέ­ρω επίσης πως κ' εσείς χάσατε εκεί τους δικούς σας, όμως η φράση του έμεινε μετέωρη και σηκώθηκε.
- Τί σας έκανε περισσότερη εντύπωση ξαναγυρίζοντας στο Παρίσι; 
- Το ψέμα. 
Ο υπασπιστής μισάνοιξε την πόρτα και ο στρατηγός με συνόδευσε ως την πόρτα:
- Σας ευχαριστώ, είπε.


Υποσημειώσεις.
[1]Organisation Algerienne Secrete, Μυστική Αλγερινή Όργάνωση. 
[2]Comte Pierre Bruno Daru, Γάλλος Ιστορικός (J767 - 1829}. Είχε επιφορτισθή με τον ανεφοδιασμό του στρατού του Naπoλέοντα κατά την εκστρατεία της Ρωσίας. 
[3]Κομμάντος Της Αντιστάσεως, 
[4]Υπό το παλαιό καθεστώς το τμήμα του γαλλικού έθνους που δεν άνηκε ούτε στην τάξη των ευγενών ούτε στον κλήρο, θα λέγαμε σή­μερα η αστική τάξη.
[5] Michel Droit, Γάλλος δημοσιογράφος, αρχισυντάκτης του Fi­garo Litteraire.
[6]Rossbach, χωριό της Γερμανίας (Σαξωνία). Στο χωριό τούτο ο Φρειδερίκος Β', στα 1757, είχε νικήσει τους Γάλλους.
[7]Gabriel Riqueti, comte de Mirabeau, (1749-1791), — (γιος του Μαρκησίου ντε Μιραμπώ, μεγάλου οικονομολόγου, οπαδού της Φυ­σιοκρατικής Σχολής, συγγραφέα του έργου «Φιλίες των ανθρώπων ή Πραγματεία περί πληθυσμού»), —σπουδαίος ρήτορας, εκπρόσωπος του Tiers β tat στην Εθνοσυνέλευση του 1789. 'Οπαδός της συνταγματικής μοναρχίας, έπαιξε διπλό παιχνίδι ανάμεσα στην Εθνοσυνέλευση και τον Βασιλιά και κατηγορήθηκε για προδοσία,
[8]Lazare Hoche, Γάλλος στρατηγός (1768 - 1797). Αντιστρά­τηγος επί Επαναστάσεως διορίστηκε διοικητής της στρατιάς του Μοζέλλα κι ανακατέλαβε το Βίσσενμπουργκ, αλλά κατόπιν επιφορτίσθηκε με την ειρήνευση της Βανδέας και τέλος είχε τεθή επικεφαλής της εκ­στρατείας κατά της Ιρλανδίας.-     ν
[9]Μεσαιωνικό τμήμα του Μεγάρου των Δικαστηρίων στο Παρίσι κι από το 1392 φυλακή. Στα 1793 - 1794 ο ρόλος της υπήρξε φρικαλέος.




Πέμπτη 14 Ιουλίου 2016

ΡΑΙΗΜΟΝ ΚΑΡΤΙΕ: Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΟΥ ΜΕΡΣ-ΕΛ-ΚΕΜΠΙΡ


Ολόκληρο το μήνα Ιούνιο στην Αγγλία δεν πέφτει ούτε μια βόμβα, τον Ιούλιο η αεροπορική δράση εξακολουθεί να περιορίζεται σε επιθέσεις εναντίον των λιμένων. Ο Χίτλερ αναγγέλλει μερική αποστράτευση του γερμανικού στρατού με τη διάλυση 35 μεραρχιών και διατάσσει να δοθούν εντολές στις διπλωματικές του αντιπρο­σωπείες να μην αποκρούουν κρούσεις Βρεταννών πρακτό­ρων. Οι συζητήσεις του με το φιλικό του περιβάλλον περιστρέφονται όλες γύρω στο ίδιο θέμα : οι Άγγλοι θα διαπραγματευθούν, η εκστρατεία στη Δύση ετελείωσε.
Ακριβώς τότε ένα δραματικό γεγονός, η καταστροφή μέρους του γαλλικού στόλου, έρχεται να διακήρυξη με έμ­φαση την απόφαση της Αγγλίας να συνέχιση τον πόλεμο με όλα τα μέσα.
Αυτόν τον γαλλικό στόλο, πού είχε γίνει εφιάλτης για τους Άγγλους, το γαλλικό Ναυαρχείο τον είχε απομακρύ­νει όσο μπορούσε περισσότερο από τα μητροπολιτικά ύ­δατα. Ένα σημαντικό τμήμα του, 2 θωρηκτά, 8 αντιτορπιλλικά, το πολύ μεγάλο υποβρύχιο «Συρκούφ», περίπου 200 βοηθητικά σκάφη βρίσκονται στ' αγγλικά λιμάνια. Ένα άλλο τμήμα, 1 θωρηκτό και 4 καταδρομικά υπό τας διαταγάς του ναυάρχου Γκοντφρουά είναι αγκυροβολη­μένα στην Αλεξάνδρεια' 1 αεροπλανοφόρο και 2 θωρη­κτά βρίσκονται στις Αντίλλες. Τα δύο μεγάλα πολεμικά των 35.000 τόννων, που η κατασκευή τους τέλειωνε και βρίσκονταν σε κατάσταση πλεύσεως, δραπέτευσαν από τα ναυπηγεία τη στιγμή που οι Γερμανοί έμπαιναν στη Βρετάνη, όμως το Ζαν - Μπαρ . σκάφος χωρίς εξοπλισμό ακόμα, δεν έφτασε παρά στην Καζαμπλάνκα, ενώ το «Ρισελιέ». εφοδιασμένο ήδη με τα πυροβόλα του των 15 ιντσών, είχε φτάσει στο Ντακάρ. Επτά καταδρομικά σταθμεύουν στο Αλγέρι και αυτό που αποκαλείται δύναμις επιδρομών, δηλαδή η ισχυρότερη μοίρα, βρίσκεται στο λιμάνι του Μερς ελ Κεμπίρ. Είναι εκεί τα θωρηκτά «Βρετάνη» και «Προβηγκία» το μεταγωγικό αεροπλάνων «Κομμαντάν Τεστ» ,6 αντιτορπιλλικά της κλάσεως του «Τερίμπλ», τέλος τα πολύτιμα θωρηκτά μάχης «Δουνκέρκη» και «Στρασβούργο» . Αυτά κυρίως τα σκάφη δικαιολογούν τις αγγλικές ανησυχίες. Αν η Γερμανία κατόρθωνε να τα πρόσθεση στο "Σάνχορστ " και το "Γκνάιζεναου θα διέθετε τότε μία μάχιμη δύναμη ή μία πειρατική ομάδα , εναντίον της οποίας θα έπρεπε να χρησιμοποιηθή το σύνολο του αγγλικού στόλου. Το άρθρο 7 της ανακωχής και ο όρκος του ναυάρχου Νταρλάν είναι οι μόνες εγγυήσεις, πού προστατεύουν τη Μεγάλη Βρεταννία εναντίον αυτού του κινδύνου.

Οι συνθήκες μέσα στις οποίες αποφασίσθηκε η επιχείρησις «Καταπέλτης», που απέβλεπε στο να τεθή εκτός μάχης ο γαλλικός στόλος παραμένουν σκοτεινές.Το αγγλικό Ναυαρχείο ήταν της γνώμης να μην εκτελεσθή . Ο Τσώρτσιλ όμως την επέβαλε.. Φαίνεται πώς οί στρατιωτικοί λόγοι επηρέασαν λιγότερο την απόφασή του. Κυρίως ήταν η επιθυμία να αποδείξη με μια τραγική χειρονομία τη θέληση της Αγγλίας να πολεμήση απεγνωσμένα. «Πέρα για πέρα αγγλικός τρόπος» θα πη ο έντιμος ιστορικός του Βισύ Ρομπέρ Αρόν , «να καις τα σκάφη σου θυσιάζοντας τα σκάφη των άλλων». Στα απομνημονεύματά του ο Τσώρσιλ συγκρίνει τον εαυτό του με τον Δαντόν: «Τί χρειάζεται ; Τόλμη. Οι συνασπισμένοι βασιλείς μας απειλούν ας τους απαντήσουμε ρίχνοντας τους, ένα βασιλικό κεφάλι....»

Η αναλογία ανάμεσα στις δυο αυτές περιπτώσεις δεν είναι φανερή και στο σύνολό τους , τ' αποτελέσματα της επιχειρήσεως «Καταπέλτης» υπήρξαν αποτρόπαια. Ήταν όμως μια επίδειξη ενεργητικότητος και εδημιούργησε τις εντυπώσεις, που είχε ελπίσει ο εμπνευστής της. 

Στην Αγγλία η επιχείρηση «Καταπέλτης» εξελίχθηκε χωρίς δυσκολία. Τα γαλλικά πληρώματα πιάστηκαν στον ύπνο και οι απώλειες περιορίσθηκαν, σε- έναν Άγγλο νεκρό και μερικούς τραυματίες. Στην Αλεξάνδρεια ο ναύαρχος Γκοντφρουά δέχθηκε να εξουδετερωθούν τα σκάφη του, που σκούριαζαν μέσα στον όρμο, χωρίς μαζούτ και με τα ουραία των πυροβόλων τους αφημένα στην ξηρά. Στο Ντακάρ το «Ρισελιέ» έπαθε ζημιές, όμως δεν αχρηστεύθηκε. 

Στο Μερς ελ - Κεμπίρ η τραγωδία έφθασε ως τη φρικτή λύση της. 

Σύμφωνα με τους όρους της ανακωχής η δύναμις των καταδρομικών προχωρούσε στο έργον του παροπλισμού της. Τα πέντε μεγάλα πολεμικά βρίσκονταν αγκυροβολημένα δίπλα - δίπλα στο μισοτελειωμένο λιμενοβραχίονα. Τα έξι αντιτορπιλλικά βρίσκονται στην άλλη πλευρά του κόλπου κάτω από τον υψηλό λόφο που δέσποζε πάνω στο λιμάνι. Οι φωτιές στα καζάνια ήταν σβησμένες και τα πληρώματα απασχολημένα με την μεταφορά των πυρομαχικών στην ξηρά. 

Η δύναμις «Η» υπό την διοίκηση του ναυάρχου Σόμερσβιλ εμφανίσθηκε στις 3 Ιουλίου, ώρα 7 το πρωί. Περιελάμβανε 1 καταδρομικό μάχης, 2 θωρηκτά και 1 αεροπλανοφόρο. Άρχισε να ποντίζη νάρκες στον δίαυλο, ύστερα ένα τελεσίγραφο δόθηκε στο ναύαρχο Ζανσούλ από τον πλοίαρχο Σ. Χόλλαντ. Το έγγραφο αυτό διατύπωνε ορισμένες προτάσεις με το δικαίωμα εκλογής: 
1) να φύγουν τα σκάφη μαζί μέ την αγγλική μοίρα, για να συνεχίσουν τον αγώνα εναντίον της Γερμανίας και της Ιταλίας' 
2) να κατευθυνθούν σ' ένα λιμένα του Ηνωμένου Βασιλείου με περιορισμένο πλήρωμα και υπό βρεταννικό έλεγχο' 
3) να καταφύγουν στις Αντίλλες, όπου τα γαλλικά πολεμικά θα μπορούσαν να τεθούν υπό τον έλεγχο των Ηνωμένων Πολιτειών ως το τέλος των εχθροπραξιών' 
4) να αυτοβυθιστούν τα σκάφη' 
5) να απορριφθούν όλες οι προηγούμενες λύσεις και στην περίπτωση αυτή ο Άγγλος ναύαρχος γνωστοποιεί πως έχει τα αναγκαία μέσα και την εξουσιοδότηση να καταστρέψη τα γαλλικά πολεμικά σκάφη. Στον Γάλλο ναύαρχο εδόθη μια προθεσμία έξι ωρών για να κάνη την εκλογή του. 
«Ήμουν προτεστάντης κι αγγλόφιλος » θα γράψη αργότερα ο Ζανσούλ «η προσωπική μου αντίδραση ήταν να φύγουμε με τους Άγγλους». Είχε όμως επίγνωση πως αυτό θα προκαλούσε την καταγγελία της ανακωχής και την κατοχή της Βορείου Αφρικής. Απάντησε στον Σόμερβιλ, πως θα αντέτασσε βία στη βία. Όταν δόθηκε η διαταγή ν' ανάψουν οι μηχανές, τα πληρώματα χειροκρότησαν πιστεύοντας πως ξαναμπαίνουν στη μάχη εναντίον των Γερμανών. 
Δέκα μέρες μετά την ανακωχή οι επικοινωνίες  βρίσκονταν ακόμα σε πλήρη αποδιοργάνωση. Ο Νταρλάν είχε αποσύρει τον πρότυπο σταθμό διοικήσεως του, που είχε εγκαταστήσει στο Μαινταινόν, κοντά στο Παρίσι , πρώτα στο Ρουαγιάν κι έπειτα είχε μεταφέρει τα υπολείμματα του ναυαρχείου του στο Νεράκ μικρή πόλη των Πυρηναίων, όπου η αδελφή του είχε ένα κτήμα κατάλληλο για προσωρινό άσυλο. Ο Ζανσούλ περιορίσθηκε να στείλη ένα σύντομο μήνυμα, όπου χωρίς να αναφέρη τις άλλες προτάσεις , γνωστοποιούσε, ότι ισχυρή αγγλική ναυτική δύναμη του είχε δώσει προθεσμία έξη ωρών για να αυτοβυθισθή και ότι είχε την πρόθεση ν΄ αντιτάξη βία.
Μια απάντηση, που δεν την περίμενε, του ήρθε πέντε λε­πτά πριν από τον πρώτο κανονιοβολισμό: τo γαλλικό Ναυαρχείο επιδοκίμαζε τη στάση του και τον διέτασσε ν' απόρριψη τo τελεσίγραφο. 

Το «Βρετάνη» χτυπημένο από την πρώτη ομοβροντία,
τινάχτηκε στον αέρα. 
Μια στιγμή πριν ο Ζανσούλ είχε πιστέψει, πως θ' απ­έφευγε την τραγωδία. Είχε αναλάβει την ευθύνη να δείξη στον Χόλλαντ τις μυστικές εντολές, με τις όποιες ήταν εφοδιασμένος κάθε διοικητής γαλλικού πολεμικού. Ο ναύαρχος Νταρλάν υπενθύμιζε, πως το μόνιμο καθήκον ενός διοικητού ήταν να προτίμηση να καταστρέψη το πλοίο του, παρά να το αφήση να πέση σε ξένα χέρια. Ο Χόλλαντ, ένας γαλλόφιλος αξιωματικός με γαλλική μόρ­φωση, που η αποστολή του τον έκανε να νιώθη σπαραγμό, έτρεξε να συναντήση τον Σόμερβιλ. Ο Σόμερβιλ έσπευσε να πληροφορήση το Λονδίνο, πως κατείχε την απόδειξη, ότι τα γαλλικά πολεμικά δεν κινδυνεύουν να αιχμαλωτισθούν από τον εχθρό. Οι λόρδοι του Ναυαρχείου με τη σειρά τους φάνηκαν διατεθειμένοι να δεχθούν τη γαλλική υπόσχεση. Όμως ο Τσώρτσιλ ήθελε «το βασιλι­κό κεφάλι του». Στις 4 και 26 το απόγευμα ο Σόμερβιλ έλαβε το συνοπτικό μήνυμα του Τσώρτσιλ : «Οι Γάλλοι πρέπει να αυτοβυθισθούν ή πρέπει να τους βυθίσετε πριν να νυχτώση».
Λίγο πριν τις 5 και μισή ο πλοίαρχος Χόλλαντ εγ­κατέλειψε το «Δουνκέρκη» μεταφέροντας στο ναύαρχο του την τελευταία γαλλική άρνηση. Όταν πέρασε μπροστά από το «Βρετάνη», ο αξιωματικός επιφυλακής, που δεν θα ζούσε παρά μερικές στιγμές ακόμα, του απέδωσε τιμές. Οι κανονιοβολισμοί άρχισαν στις 17 και 54'.[2]  Τα γαλλικά πολεμικά, που δεν είχαν σηκώσει τις άγκυρες, ήταν ακίνητοι στόχοι. Το «Στρασβούργο», καθώς και τα αντιτορπιλλικά « Τερίμπλ », «
Ναύαρχος Ζανσούλ
Τίγρης » και « Βολτά » αποσπάσθηκαν από τις άγκυρες τους και βγήκαν στο πέ­λαγος περνώντας ανάμεσα από τις νάρκες, που είχαν ποντίσει οι Άγγλοι, τις ομοβροντίες που τα επλαισίωσαν και τα αεροπλάνα που τα κατεδίωξαν. Το «Δουνκέρκη», επιχειρώντας τον ίδιο ελιγμό, απέτυχε, αφού έριξε 40 οβίδες εναντίον του «Χουντ». Το «Προβηγκία», βαριά χτυπημένο, έπεσε στην ακτή βάλλοντας με όλα τα πυροβόλα του. Μια οβίδα των 15 κατέστρεψε το αντιτορπιλλικό «Μογκαντόρ». Το «Βρετάνη» τέλος, χτυπημένο από την πρώτη ομοβροντία, τινάχτηκε στον αέρα. Οι βολές των πυροβόλων σταμάτησαν, όταν ο ναύαρχος Ζανσούλ έδωσε σήμα, ότι όλα τα πολεμικά του ήταν εκτός μάχης. Την άλλη μέρα ωστόσο με διαταγή του Λονδίνου τρία κύματα τορπιλλοβόλων αεροπλάνων δοκίμασαν μάταια ν' αποτελειώσουν το «Δουνκέρκη», πού είχε πάθει ελαφρές ζημιές. Πρόσθεσαν στη δράση τους και τον περιττό πολυβολισμό των βενζινακάτων, πού ήταν φορτωμένες ναύτες, ανεβάζοντας τούς νεκρούς τού Μερς-ελ-Κεμπίρ σε 1297, από τους οποίους 977 μόνο απ' το «Βρετάνη».[3]
Θα μπορούσε αυτή η απρόκλητη επίθεση να προκαλέση πόλεμο μεταξύ Γαλλίας και Αγγλίας. Προς στιγμήν ο ωροδείκτης της μοίρας δίστασε. Ο Νταρλάν δήλωσε : «Προδόθηκα από τους εν όπλοις συντρόφους μου' δεν πίστεψαν στο λόγο, που τους είχα δώσει». Με διαταγή του τα πολεμικά διακόπτουν τη διαδικασία παροπλισμού τους. Διατάσσεται γενική αντεπίθεση με το «Στρασβούργο» και τα θωρηκτά του Αλγερίου. Αποφασίζεται ο αεροπορικός βομβαρδισμός του Γιβραλτάρ. Ο υπουργός των Εξωτε­ρικών Πωλ Μπωντουέν κατορθώνει να αναβληθούν τα πολεμοχαρή αυτά μέτρα και περιορίζει την αντίδραση στη διακοπή των ανύπαρκτων πια διπλωματικών σχέσεων. Όμως η μνησικακία του γαλλικού Ναυτικού και του γαλλικού έθνους θ' αργήσουν να σβήσουν. 




Υποσημειώσεις:
[1] Κι' όμως ποτέ δεν είχε καθαρά αποδειχθεί ότι ο γαλλικός στόλος είχε εκδηλώσει εχθρικές διαθέσεις ενάντια στον βρεταννικό. Απ' την πρώτη στιγμή που έφτασα στο Λονδίνο, είχα βεβαιώσει .γι' αυτό την αγγλική κυβέρνηση καθώς και το ναυαρ­χείο. Ακόμη, είναι βέβαιο πως ο Νταρλάν, ανεξάρτητα από κάθε κίνητρο που θα του υπαγόρευε το εθνικό συμφέρον, δεν θα πήγαινε ποτέ από μόνος του να παρα­δοθεί στους Γερμανούς' και ο στόλος το ίδιο, όσο βρισκόταν κάτω απ' την διοί­κηση του. Στο βάθος, αν ο Νταρλάν κι' οι αξιωματικοί του, αρνήθηκαν να δε­χθούν τον υπέροχο ρόλο πού τους πρόσφεραν τα γεγονότα και να γίνουν η απώτατη ενίσχυση της Γαλλίας, τότε που, σε αντίθεση με τον στρατό, ο στόλος βρι­σκόταν ανέπαφος, τόκαναν μόνο και μόνο επειδή πίστευαν ότι θα περισώσουν τα πλοία τους, Ο λόρδος Λοϋντ, ο Άγγλος υπουργός Αποικιών κι΄ ο σερ Ντάντλεϋ Πάουντ, πρώτος λόρδος του Ναυαρχείου, ήρθαν στο Μπορντώ στις 16 Ιουνίου και πέτυχαν να τους δώσει ο Νταρλάν τον λόγο της τιμής του ότι τα πλοία του δεν θα παραδοθούν. Ο Πεταίν κι' ο Μπωντουέν, απ' την μεριά τους, είχαν δώσει κι'αυτοί ρητή υπόσχεση. Τέλος, αντίθετα με όσα πίστευαν στην αρχή οι αγγλοαμερικανικές υπηρεσίες, οι όροι της. συνθηκολόγησης δεν ανέφεραν καμιά άμεση επέμ­βαση των Γερμανών στο γαλλικό στόλο.
Πρέπει να παραδεχθούμε ωστόσο ότι, μπροστά στην συνθηκολόγηση των κυβερνητών του Μπορντώ και στις προοπτικές των μελλοντικών τους υποχρεώσεων, η Αγγλία μπορούσε πολύ καλά ν' αμφιβάλλει σχετικά με το ότι ο εχθρός δεν θα επιχειρούσε μια μέρα να γίνει κύριος του στόλου μας. Παρ' όλο τον πόνο και την αγανάκτηση, που είχε πλημμυρίσει εμένα και τους συντρόφους μου, μετά το δράμα του Μερ έλ Κεμπίρ, από την συμπεριφορά των Άγγλων κι' απ' τον τρόπο που πανηγύριζαν, έκρινα πώς ή σωτηρία-της Γαλλίας ήταν πάνω απ' όλα, ακόμη κι' απ! την τύχη των πλοίων της και πως το καθήκον μου εξακολουθούσε νάναι πάντα ή συνέχιση του αγώνα.(Σαρλ Ντε Γκωλ: Απομνημονεύματα Τόμος Α σελ 108-9)
[2] H πρώτη oμοβροντία σκάει πάνω στhν προβλήτα στις 4.57'. Σκοτώνει πολύν κόσμο και κάνει σκόνη τo φάρο. Ήταν πολύ κοντή για το «Δουνκέρκη». Αλλά η δεύτερη πέφτει πάνω στα πλοία. 
Οι Άγγλοι έπιασαν από την άλλη μεριά του ακρωτηρίου του Μερς ελ - Κεμπίρ. Όλη μέρα είχαν το καιρό να τηλεμετρήσουν, να κάνουν αναγνωρίσεις, να διαλέξουν τους στόχους τους. Τώρα είναι αθέατοι κρυμμένοι πίσω από μια γλώσσα γης. 
Οι Γάλλοι αγκυροβολημένοι είναι πιασμένοι σέ ποντικοπαγίδα. Δε θέλησαν να σαλέψουν ως τώρα, αλλά στο εξής πρέπει να ξεκινήσουν και νά βγουν στ' ανοιχτά. Αλλιώς δεν μπορεί να γίνει μάχη. 
Πρώτα πρώτα, δeν βλέπουν τον εχθρό, υστέρα δεν γίνε­ται με το δευτερότερο πυροβολικό τους συγκεντρωμένο στην πλώρη, να απαντήσουν στα 24 πυροβόλα των 380 των αγγλικών θωρηκτών. 
Από τα πρώτα δευτερόλεπτα, τόννοι και τόννοι εκρηκτι­κών υλών ξεχύνονται πάνω στον ασάλευτο άτυχο στόλο. Ρί­χνουν ωστόσο, τα γαλλικά καράβια ενώ προσπαθούν να αποπλεύσουν. 
Μονομιάς, το «Βρετάνη» έχει βληθεί ανεπανόρθωτα. Χτυπη­μένο στην πρύμνη, παίρνει φωτιά και η πυρκαγιά απλώνεται γρήγορα στην πλώρη και στα ύφαλα που ξερνούν έναν μαύρο καπνό. Το καράβι χτυπιέται ακόμα, αρχίζει να βουλιάζει. 
Κ' υστέρα, ξαφνικά, δεσπόζοντας πάνω άπ' όλο τον πάταγο, μια τεράστια καταπόρφυρη έκρηξη σκοτώνει 1.000 από τους 1.200 ναύτες του πληρώματος και στέλνει το καράβι στο βυθό ανάποδα. 
Το «Δουνκέρκη» άρπαξε απ' την πρώτη στιγμή μια μεγάλη οβίδα. Όχι σοβαρή ζημιά. Αλλά δέχεται άλλες τρεις, που σκοτώνουν πολλούς, παραλύουν τον πυργίσκο, και προπαντός κόβουν τα ηλεκτρικά καλώδια. 
Το «Δουνκέρκη» τρέχει με.την ταχύτητα πού άρχιζε να παίρνει και πάει να εξοκείλλει στο βάθος του κόλπου. 
Το «Προβάνς» κατάφερε να απομακρυνθεί από την προβλήτα. Αρχίζει να ρίχνει, αλλά η σκόπευση του, μοναδικό μέρος του καραβιού απ' όπου φαίνεται ο εχθρός, σε λίγο αχρηστεύεται. 
Ύστερα έρχονται κι άλλες αγγλικές οβίδες, που ανάβουν πυρκαγιές και ανοίγουν ένα σοβαρό ρήγμα στα ύφαλα. 
Με τη σειρά του, το «Προβάνς» θα εξοκείλλει κι' αυτό, με 200 νεκρούς. 
Το «Στρασβούργο», κατάφερε να φύγει. Τα πληρώματα των 82 άλλων καραβιών το βλέπουν σε λίγο να περνάει το πέρασμα. Δεν προσέκρουσε στις νάρκες. Από θαύμα. 
Η ισχυρή και μεγαλόπρεπη σιλουέτα του κατευθύνεται προς το πέλαγος συνοδευόμενη από πέντε αντιτορπιλλικά. 
Το έκτο, το «Μογκαντόρ», θαυμάσιο σκάφος εντελώς πρόσφατο, χτυπήθηκε σοβαρά τη στιγμή που πήγαινε να βγει από τον όρμο. Όλο το πίσω μέρος του εξαφανίστηκε. 
Αλλά το «Στρασβούργο» έφυγε. Αφού πολεμήσει με τα αγγλικά θωρηκτά, που κρύβονται πίσω από ένα προπέτασμα καπνού, θα κατορθώσει να φτάσει στην Τουλόν με άθικτα τα αντιτορπιλλικά, που τους καλύπτει την υποχώρηση. 
Το «Χουντ» καταδιώκει πραγματικά τούς Γάλλους περισσότερο από μια ώρα. 
Στις 5.10', ό Ζανσούλ αναγγέλλει με σήμα: 
«Όλα μου τα πλοία εκτός μάχης. Σας ζητώ να σταματή­σετε το πυρ». 
Ο Σόμερβιλ απαντα: 
«Υψώσατε το κατάλληλο σήμα (ήταν μια τετράγωνη λευκή σημαία)». 
Ψάχνοντας καλά, για ν' αποφύγουν τη λευκή σημαία, οι Γάλλοι βρίσκουν ένα κρεβατοσκέπασμα μπεζ ανοιχτό με μπλε γραμμές. 
Ο στόλος του Ατλαντικού, με την επωνυμία «Επιδρομική Δύναμη», τέλειωσε τις μέρες του. Δεν θα μπορέσει ποτέ πια να φτάσει στη Μαρτινίκα. Μαζί του, 1.297 ναυτικοί σκοτώθηκαν και 351 τραυματίστηκαν. (Κλωντ ντε Σαμπαλιέ: Η τραγωδία του γαλλικού στόλου  στο Μερς ελ Κεμπίρ.)
[3] Η ανακοίνωση του Βρετανικού Υπουργείου Πληροφοριών που εκδόθηκε το μεσημέρι της επομένης αναφέρει σχετικά: 
Ως γνωστόν η γαλλική κυβέρνησις, βασιζομένη εις τας υποσχέσεις της Γερμανίας  και της Ιταλίας  ότι ο γαλλικός στόλος δεν θα χρησιμοποιηθή κατά της Αγγλίας ανέλαβε δια των όρων της ανακωχής να επιτρέψη όπως ο γαλλικός στόλος  περιέλθη εις χείρας του εχθρού.
Η κυβέρνησις της Α, Μεγαλειότητος απολέσασα πάσαν εμπιστοσύνην εις τας υποσχέσεις της Γερμανίας και Ιταλίας ενόμισε ότι ήτο υποχρεωμένη όχι μόνον χάριν των ιδικών της συμφερόντων, αλλά και επί τη ελπίδι της αποκαταστάσεως της ακεραιότητος της Γαλλίας  και προτού είναι πολύ αργά,όπως  μη χρησιμοποιηθή ο γαλλικός στόλος εναντίον της υπό του κοινού εχθρού. Επί τω σκοπώ τούτω μέτρα ελήφθησαν όπως από της πρωίας της 4ης Ιουλίου συγκεντρωθούν  όλα τα γαλλικά πολεμικά τα ευρισκόμενα εις αγγλικούς λιμένας  υπό τον αγγλικόν έλεγχον. Η επιχείρησις αύτη διεξήχθη επιτυχώς. Μόνον δύο θύματα εσημειώθησαν λόγω παρανοήσεως.Ταυτοχρόνως τα γαλλικά σκάφη τα ευρισκόμενα  εις τους λιμένας  της Β.Αφρικής ετέθησαν υπό συνθήκας τοιαύτας , ώστε να μη περιέλθουν  εις χείρας εχθρού. Εις τον διοικούντα τα πλοία ταύτα αξιωματικόν εδόθη η εξήγησις , ότι εάν οι όροι αυτής δεν εγένοντο δεκτοί , η Μεγάλη Βρεττανία  είναι έτοιμη να λάβη όλα τα μέτρα όπως ουδέν εκτων σκαφών αυτών χρησιμοποιηθή εναντίον της μέχρι τέλους του πολέμου. Η κυβέρνησις της Μεγ. Βρεττανίας  ήλπιζεν , ότι οι όροι ούτοι  θα εγίνοντο δεκτοί. Επειδή όμως ο Γάλλος Ναύαρχος του Οράν ηρνήθη ν' αποδεχθή τους προταθέντας όρους εδέησε να γίνη ενέργεια κατά των γαλλικών σκαφών των ευρισκομένων εις τον εν λόγω λιμένα."(Εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 5/7/40)

Σχετικά:
1.Ο ΤΣΟΡΤΣΙΛ ΥΠΕΡΑΣΠΙΖΕΤΑΙ ΤΟΥΣ ΧΕΙΡΙΣΜΟΥΣ ΠΟΥ ΟΔΗΓΗΣΑΝ ΣΤΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΟΥ ΜΕΡΣ ΕΛ ΚΕΡΙΜΠ ΚΑΙ Η ΒΟΥΛΗ ΤΟΝ ΕΠΙΔΟΚΙΜΑΖΕΙ.
2. ΣΑΡΛ ΝΤΕ ΓΚΩΛ: ΜΕΡΣ ΕΛ ΚΕΜΠΙΡ .ΝΤΡΟΠΙΑΣΜΕΝΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ Η ΝΑΥΤΙΚΗ ΝΙΚΗ;



Δευτέρα 2 Μαΐου 2016

WYATT BLASSINGAME: ΚΑΜΕΡΟΝ


Ο πιο νέος ανάμεσα στους στρατιώτες ήταν ο σαλπιγκτής. Είχε ειπή ψέματα, όταν τον ρώτησαν την ηλικία του, τότε που κατατάχτηκε. Και συχνά μετάνιωνε γι' αυτό που είχε κάνει. Και τώρα καθώς βάδιζε ένιωθε και πάλι πικρά πόσο είχε μετανιώσει. Ήταν έξι το ττρωΐ και περπατούσε από τα μεσάνυχτα σχεδόν. Ήταν ξερός από την κούραση. Πεινούσε και διψούσε. Ο ήλιος, που πρόβαλε από τις κορυφές των μεξικανικών βουνών, τον έκαιε από τώρα. Η σκόνη από την πορεία, σκόνη πυκνή, του έκλεινε τα ρου­θούνια και του στέγνωνε το λαιμό. 
— Πότε, τέλος πάντων, θα σταματήσουμε για να ξεκουραστούμε λίγο; είπε γκρινιάζοντας στο δεκανέα Μέην, που βάδιζε πλάι του. 
—Όταν αποφασίση ο λοχαγός, απάντησε ο Μέην. Ο Μέην ήταν ένας μεγαλόσωμος άντρας, κοκκινομάλλης, με γένεια κόκκινα. Είχε πολεμήσει στο Αλγέρι, όταν η Λεγεών αντιμετώπιζε τον Αμπντ-Έλ-Καντέρ και είχε πληγωθή στη Σεβαστούπολη. Τώρα καθώς μισά­νοιξε τα χείλη του μ'΄ ένα άγριο μορφασμό, φάνηκαν τα δόντια του, παράξενα άσπρα, από την αντίθεση με την κατασκονισμένη γενειάδα του. 
— Γιατί ρωτάς; ξαναείπε. 
— Πεινώ, παραπονέθηκε ο σαλπιγκτής. 

—Ίσως να διατάξη ο λοχαγός να σταματήσουμε εδώ, είπε ο Μέην. 
Έμπαιναν τώρα σ' ένα μικρό χωριό. Τα περισ­σότερα σπίτια ήσαν ολότελα έρημα. Τα άλλα έμεναν κλειστά, καθώς περνούσαν οι λεγεωνάριοι. Μερικά σκυλιά γαύγιζαν. 
—Ήθελα να ήξερα, πως το λένε αυτό το παλιοχώρι, είπε ο σαλπιγκτής. 
— Καμερόν, απάντησε ο δεκανέας Μέην. Το είδα στο χάρτη του λοχαγού.
Ό λοχαγός Ντανζού προχωρούσε καβάλλα στ' άλογο του λίγα βήματα εμπρός τους. Είχε χάσει το ένα του χέρι στον πόλεμο στη Ρωσία και τώρα είχε ξύλινο. Το κεφάλι του βρισκόταν ολοένα σε κίνηση, τα μάτια του σκοτεινά κάτω από τα κατάμαυρα φρύδια του, έψαχναν επίμονα κάθε γωνιά, ερευνούσαν τα πάντα γυρεύοντας να βρούνε κάτι, που να αποκά­λυψη τον εχθρό.
Στη Βέρα Κρουζ υπήρχαν πλήθος κατάσκοποι και πιθανόν να είχαν πληροφορηθή οι Μεξικανοί τι με­τέφεραν οι λεγεωνάριοι. Φορτωμένα επάνω σ' άλογα τρία εκατομμύρια φράγκα προορίζονταν για τα γαλ­λικά στρατεύματα στο εσωτερικό. Για να προστατέψη το πολύτιμο αυτό φορτίο ο λοχαγός δεν είχε μαζί του παρά ένα μόνο λόχο, τον τρίτο λόχο του πρώτου τάγματος της Λεγεώνος, δηλαδή εξήντα δυο άντρες και τρεις αξιωματικούς. Και επειδή, όπως πίστευε, υπήρχαν πολύ λίγοι μεξικανοί στρατιώτες σ' αυτή την περιοχή, είχε την ελπίδα, πως θα περνούσε χω­ρίς κίνδυνο.
Καθώς έβγαιναν από το χωριό, ο λοχαγός Νταν­ζού πρόσεξε ένα αγρόχτημα. Είχε δυο αποθήκες και στάβλο πίσω απ' αυτές. Στη μέση ήταν μια μικρή αυλή, και γύρω της τέσσερα χωριστά σπιτάκια, σαν να την προστάτευαν. Για μια στιγμή ο λοχαγός σκέ­φτηκε να σταματήση σ' αυτό το πρόχειρο καταφύ­γιο και να δώση έτσι στους στρατιώτες του τον καιρό να φάνε κάτι και να ξεκουραστούν. Μα μετάνιωσε αμέσως, γιατί δεν υπήρχε καθόλου σκιά κι έτσι έδωσε το σύνθημα να συνεχίση ο λόχος την πορεία του.
— Δεν μπορώ πια να προχωρήσω ούτε βήμα, είπε ο σαλπιγκτής.
Ο δεκανέας Μέην με την ψυχραιμία, που έχουν όλοι οι παλαίμαχοι, τον κοίταξε κοροϊδευτικά και του είπε:
— Μπορείς. Ένας λεγεωνάριος πάντα μπορεί να προχώρηση.
Ο σαλπιγκτής δεν έδωσε απάντηση. Από τη στιγμή εκείνη μισούσε τη Λεγεώνα, μισούσε, το κάθε τι, που είχε σχέση μ' αυτή. Δεν μπορούσε να καταλάβη , πως άνθρωποι σαν τον δεκανέα Μέην ένιωθαν υπερηφάνεια που έκαναν τέτοιες φριχτές πορείες, και πως κατάφερναν να υποφέρουν τη ζέστη, την πείνα, την εξάντληση. Δεν μπορούσε να καταλάβη, πως αυτοί οι παλαίμαχοι, που ξεσπούσαν σε κατάρες για τη Λεγεώνα, την ίδια στιγμή ένιωθαν αληθινή λα­τρεία γι' αυτή. Σκεφτόταν, πως δεν υπήρχε κανένας λόγος να τα καταλάβη όλα αυτά. Το μόνο που λα­χταρούσε ήταν να γίνη λιποτάχτης, να ελευθερωθή από τη Λεγεώνα, να φύγη, όπως έφυγε από το σπίτι του, από το Βέλγιο, λίγα χρόνια πριν.
Στις 7 ο λοχαγός Ντανζού σήκωσε ψηλά το ξύ­λινο χέρι του και ο λόχος σταμάτησε.
Πριν να προλάβη καλά καλά ο σαλπιγκτής να σημάνη ανάπαυση φάνηκαν οι φλόγες απ' τις φωτιές που άναψαν οι στρατιώτες για να μαγειρέψουν. Ο σαλπιγκτής ξα­πλώθηκε μέσα στο χαντάκι, πεθαμένος από την εξάν­τληση. 
Η μυρωδιά του φαγητού τον τρέλαινε και ονειρευόταν τη στιγμή που θα το χαιρόταν καθισμένος με τους συντρόφους του.
Τόσο τον είχε απορροφήσει η σκέψη αυτή, που δεν άκουσε τους πρώτους πυροβολισμούς. Είδε όμως το δεκανέα Μέην να πετιέται όρθιος και ν' αρπάζη το όπλο του. Την ίδια στιγμή όλοι οι άλλοι βρέθηκαν έτοιμοι. Ο λοχαγός Ντανζού είχε καρφώσει τα μάτια του στο δρόμο, παρακολουθώντας τους ανιχνευτές, που έστειλε για ανίχνευση. Ξαφνικά ξεχώρισε το ιπ­πικό των Μεξικανών. Κατέβαιναν καλπάζοντας από την κορυφή του λόφου κι ήσαν πολλοί, παραπολλοί. Οι στολές τους γυάλιζαν μέσα στο φως του ήλιου.
Ό λοχαγός Ντανζού μίλησε σύντομα, με ηρεμία. Η σάλπιγγα ακούστηκε και πάλι. Οι φωτιές που είχαν ανάψει για να μαγειρέψουν εγκαταλείφτηκαν, το φαγητό ξεχάστηκε μισοψημένο. Τα άλογα που τα είχαν αφήσει να βοσκήσουν λίγο πιο πέρα, με το πολύτιμο φορτίο στην πλάτη, μεταφέρθηκαν στη μέση του λόχου και ο λόχος παρατάχτηκε κυκλικά γύρω απ' αυτά.
Οι Μεξικάνοι όρμησαν με τ' άλογα τους. Έκαναν κύκλο κι αυτοί γύρω από τη μικρή ομάδα των λεγεω­ναρίων, όπως οι ερυθρόδερμοι, όταν κάνουν επίθεση.

Σύμφωνα με τον πρόχειρο υπολογισμό του λοχα­γού Ντανζού οι εχθροί θα ήσαν περίπου 200. Ανάλογα με τους δικούς του στρατιώτες ήσαν παραπολλοί. Κι έπειτα η θέση του δεν ήταν κατάλληλη για να ορ­γανώση την άμυνα. Έπρεπε ν' αποφασίση, αν θα επιχειρούσε να περάση, ή να οπισθοχώρηση.

Τις σκέψεις του τις διέκοψε μια δεύτερη ομοβροντία. Αυτή τη φορά ο κίνδυνος ερχόταν από την αντίθετη πλευρά.  Από το Καμερόν κάλπαζε ένα άλλο τμήμα του μεξικανικού ιππικού. Και την ίδια στιγμή, σα να ξεφύτρωσαν από κάποια μαγική πηγή. μεξικανοί στρατιώτες φάνηκαν από παντού να κυκλώνουν τον Ντανζου και τους λεγεωνάριους. 
Η μόνη ελπίδα που τους έμενε ήταν να οπισθοχωρήσουν προς το Καμερόν και να καταφύγουν στο αγρόχτημα. 
Ο λοχαγός διέταξε: «Σχηματίστε τετράγωνο.»
Τα άλογα με το φορτίο τους τοποθετήθηκαν αμέ­σως στο κέντρο. Γύρω τους οι λεγεωνάριοι σχημάτισαν διπλή γραμμή. Και η ολιγάριθμη ομάδα άρχισε να οπισθοχωρή αργά προς το Καμερόν. 
Ένα τμήμα του ιππικού των Μεξικανών όρμησε επάνω τους. Με άγριο καλπασμό οι Μεξικανοί πλη­σίασαν βγάζοντας άναρθρες κραυγές. Πυροβολούσαν μανιασμένα. Οι λεγεωνάριοι περίμεναν, ως τη στιγμή που ο Ντανζού έδωσε το σύνθημα. Η πρώτη σειρά απάντησε στο πυρ του εχθρού, και αμέσως η δεύτερη, ενώ η πρώτη στο μεταξύ ξαναγέμιζε τα όπλα για να χτυπήση και πάλι. Αν οι Μεξικανοί δεν άρχιζαν να πυροβολούν, μόνη η ορμή των αλόγων τους θα έφτανε για να σπάση την αδύνατη γραμμή των λεγεωνα­ρίων. Η άμυνα θα ήταν ανώφελη, γιατί οι λεγεωνά­ριοι θα σκόρπιζαν εμπρός στον ξέφρενο καλπασμό τόσων αλόγων. Μα μπροστά στην τρομερή έκρηξη των όπλων της Λεγεώνος οι Μεξικανοί κλονίστηκαν, πριν ακόμη να προφτάσουν τα άλογα τους να συν­τρίψουν τους λιγοστούς γενναίους, που τους αντιμε­τώπιζαν σταθερά. Ξαφνιασμένοι κράτησαν τα χαλι­νάρια και την άλλη στιγμή άρχισαν να τρέπονται σε άταχτη φυγή. 
Η Λεγεών κινήθηκε πάλι προς το αγρόχτημα. Τώρα όμως μερικοί δυσκολεύονταν να βαδίσουν από τα τραύματα και άλλους βαρειά πληγωμένους έπρεπε να τους μεταφέρουν οι σύντροφοι τους. 
Δεν είχαν προχωρήσει παρά λίγα βήματα, όταν ο εχθρός έκανε νέα επίθεση. 
Ήταν η πρώτη φορά, που ο σαλπιγκτής ένιωσε πραγματικά, τι θα πη πόλεμος. Κρέμασε τη σάλπιγγα του στο λαιμό και άρπαξε ένα όπλο. Το στόμα του ήταν στεγνό, πιο στεγνό από φόβο και αγωνία παρά από τη σκόνη, που είχε καταπιή. Πυροβολούσε και ξαναγέμιζε το όπλο του και πυροβολούσε και πάλι το γέμιζε. Έβλεπε, σαν σε όνειρο, τους Μεξικανούς με τα άλογα τους να ορμούν επάνω του και να μοιάζουν σαν γίγαντες, καθώς πλησίαζαν. Ένας σύντροφος του έπεσε πλάι του τη στιγμή, που σημάδευε. Η επίθεση σταμάτησε απότομα. Χωρίς να ξέρη τι κάνει ο νεαρός σαλπιγκτής έσκυψε και ανασήκωσε τον πληγωμένο σύντροφο του. Ύστερα ακούοντας τη φωνή του λο­χαγού Ντανζού, άρπαξε τη σάλπιγγα και σήμανε να προχωρήσουν. Είχαν χάσει πολύτιμο καιρό. Τους χρειάστηκε μιάμιση ώρα, ώσπου ν' αντικρίσουν το αγρόχτημα με τα τέσσερα σπιτάκια, τις αποθήκες και το στάβλο. Αν κατόρθωναν να φτάσουν ως εκεί, ο λοχαγός είχε τη γνώμη, πως θα μπορούσαν ν' ανθέξουν, ωσότου έρθουν ενισχύσεις.

Μα τώρα που πλησίαζαν πια, βρέθηκαν ξαφνικά μπροστά στο μεξικανικό πεζικό. Ήταν παραταγμένο κατά μήκος του δρόμου, ενώ το ιππικό τους ορμούσε από τα πλευρά.
—«Εφ' όπλου λόγχη» φώναξε ο λοχαγός. Οι μακριές γαλλικές λόγχες άστραψαν, καθώς τις τράβηξαν από τις θήκες τους. 

—Έφοδος!
Η μικρή ομάδα έπεσε ασυγκράτητη πάνω στον εχθρό. Οι Μεξικανοί τους κάλυψαν με πυκνό πυρ, μα ήταν τέτοια η ορμή των λεγεωναρίων, που για ένα λεπτό έκοψαν την επίθεση. Ήταν αρκετό για τους γενναίους Γάλλους. Ό,τι απόμεινε από τον τρίτο λόχο μπόρεσε μαζί με τους πληγωμένους του να κατα­φύγη μέσα σ' ένα από τα σπιτάκια του αγροχτήματος. Τα άλλα τρία βρίσκονταν στα χέρια των Μεξικανών.

Η μάχη είχε σταματήσει για λίγο. Και οι δυο αντίπαλοι ήθελαν νά φράξουν πόρτες και παράθυρα. Ήταν λίγο υστέρα από τις 9 το πρωΐ. Ό μεξικανικός ήλιος έριχνε τις καυτερές αχτίνες του. Τελευταία ήμερα του Απρίλη, 1863.
 Μέσα στο σπιτάκι, που χρησί­μευε για αποθήκη, η ζέστη ήταν τρομερή και το νερό ήταν πολύ λίγο. Οι λεγεωνάριοι είχαν να φάνε δεκάξι ώρες.

Από το μεγαλύτερο σπίτι ακούστηκε μια φωνή. Κάποιος μιλούσε γαλλικά. Ζητούσε να συνεννοηθή με τον αρχηγό των λεγεωναρίων. Ο λοχαγός Ντανζού παρουσιάστηκε σε κάποιο παράθυρο και ο άλλος είπε, πως ήταν ο στρατηγός Μίλαν του μεξικανικού στρα­τού. Δήλωσε, πως είχε στις διαταγές του 2.000 στρα­τιώτες. Οι λεγεωνάριοι, είπε, είχαν αγωνιστή γενναία, μα τώρα η θέση τους ήταν απελπιστική. Τους πρόσφερε την ευκαιρία να παραδοθούν. 
Ο λοχαγός Ντανζού γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε τους συντρόφους του, που τον είχαν περι­κυκλώσει. Ήσαν όλοι εξαντλημένοι. Η όψη τους ήταν   άγρια από τη σκόνη και την ακαθαρσία. 

— Υπόσχομαι να σας μεταχειριστώ έντιμα, φώναξε ο στρατηγός Μίλαν. 
Ο λοχαγός Ντανζού εξακολουθούσε να κοιτάζη τους άντρες του.
— Θα μείνετε στο πλευρό μου; ρώτησε αργά. Αντί για απάντηση οι στρατιώτες ζητωκραύγασαν. 
— Ζητώ από σας, είπε πάλι ο λοχαγός, από τον καθένας σας χωριστά να μου υποσχεθή, πως θα αγω­νιστή ως το τέλος. Σύμφωνοι; 

Η ίδια ζητωκραυγή ακούστηκε. Μαζί με τους άλ­λους φώναζε κι ο σαλπιγκτής. Ούτε ένιωθε, γιατί φώ­ναζε. Σα να έβγαινε από το στόμα του η φωνή του, χωρίς ο ίδιος να το καταλαβαίνη. Αναρωτιόταν γε­μάτος έκπληξη, γιατί έδινε μια τέτοια υπόσχεση. Τί γύρευε εδώ, στην πρώτη γραμμή, σε μια χώρα, που ούτε το όνομα της δεν είχε ποτέ του ακούσει πριν από ένα χρόνο; 

Η Λεγεών ήταν στο Μεξικό, όπως άλλοτε είχε βρεθή στην Ιταλία και στη Ρωσία, εξ αιτίας της φιλο­δοξίας του Λουδοβίκου Ναπολέοντα. Ήθελε ο Ναπο­λέων να ιδρύση αυτοκρατορία στο Νέο Κόσμο. 
Κάποιος άγγλος λόρδος είπε κάποτε, πως οι ανόητες ιδέες πολλαπλασιάζονταν στο κεφάλι του Ναπο­λέοντα του τρίτου, όπως τα ποντίκια. Η επιχείρηση στο Μεξικό ήταν μια από τις πιο ανόητες ιδέες του. Μερικοί μεξικανοί εξόριστοι του είχαν πη, πως ο λαός του Μεξικού ήταν δυσαρεστημένος με την κυβέρνησή του και θα δεχόταν με χαρά τη μοναρχία. Ο Ναπο­λέων τους πίστεψε, γιατί είναι πάντα εύκολο να πιστέψη κανείς εκείνο, που θέλει να πιστέψη. Γι' αυτό και δε σκοτίστηκε καθόλου να βεβαιωθή για ό,τι του είπαν. 
Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήσαν μπλεγμένες τότε στο δικό τους εμφύλιο πόλεμο και έτσι ο Ναπολέων πί­στευε πως δε θα ήσαν σε θέση να επιβάλουν το «δό­γμα Μονρόε». Το δόγμα αυτό είχε διατυπωθή πριν από πολλά χρόνια από τον πρόεδρο Μονρόε και όριζε, πως οι Ηνωμένες Πολιτείες δε θα επέτρεπαν ποτέ στην Ευρώπη να αναμιχθή στις υποθέσεις οποιασ­δήποτε αμερικανικής χώρας. 
Ο Ναπολέων δεν είχε την πρόθεση να γίνη ο ίδιος αυτοκράτορας του Μεξικού. Θα έδινε το θρόνο στον αρχιδούκα Μαξιμιλιανό της Αυστρίας. Ήταν αδελφός του Φραγκίσκου Ιωσήφ, που όπως είδαμε, η Λεγεών αγωνίστηκε εναντίον του στην Ιταλία. Τώρα η Λεγεών βρισκόταν στο, Μεξικό για να ετοιμάση ένα θρόνο για τον αδελφό του κατά διαταγή του Ναπο­λέοντα. 
Μέσα στο μικρό σπιτάκι στο αγρόχτημα στο Καμερόν, πολύ λίγοι τα καταλάβαιναν όλα αυτά. 
Ο λοχαγός Ντανζού τα ήξερε. Τα ήξεραν και οι υπο­λοχαγοί Βιλαίν και Μωντέ και ίσως και μερικοί ακόμη. Μα ο σαλπιγκτής δεν μττορούσε να ξέρη τέτοια πράματα. Το μόνο, που ένιωθε, ήταν πως για κάττοια παράξενη αιτία υποσχέθηκε να πολεμήση χωρίς τροφή και νερό, και να πεθάνη πολεμώντας εναντίον ενός εχθρού που δεν του είχε κάνει τίποτε. 
Η μάχη δεν άργησε ν' αρχίση[1]. Δεν είχε προφτάσει ο λοχαγός Ντανζού να δώση την απάντηση του και οι Μεξικανοί άνοιξαν πυρ. Μια σφαίρα χτύπησε το λοχαγό Ντανζού στο στήθος. Πέντε λεπτά κειτόταν μέσα στο αίμα με τα μάτια καρφωμένα στους συντρό­φους του. Ύστερα ξεψύχησε και ο υπολοχαγός Βι­λαίν πήρε τη θέση του. 
Κανένας όμως δεν είπε να παραδοθούν. Η μάχη εξακολουθούσε πεισματικά. Αμέτρητες φορές οι Με­ξικανοί δοκίμασαν να παραβιάσουν το σπιτάκι, μα υποχωρούσαν εμπρός στις σφαίρες της Λεγεώνος. Η αυλή είχε γεμίσει από νεκρούς και πληγωμένους. Στο κατάκλειστο σπιτάκι η ζέστη είχε γίνει ανυπό­φορη. Το λίγο νερό, που απόμενε, ήταν για τους τραυματίες. Το στόμα του σαλπιγκτή ήταν τόσο στεγνό, που δε θα μπορούσε να φυσήξη τη σάλπιγγα του, αν έπαιρνε διαταγή να σαλπίση. 
Ξαφνικά ακούστηκαν από πολύ μακριά σάλπιγγες. Το πυρ σταμάτησε και οι άντρες έμειναν ακίνητοι με τεντωμένα τα αυτιά για να ξεχωρίσουν τον ήχο.
—Έρχονται! Έφτασε η βοήθεια! Ψιθύρισε ο δε­κανέας Μέην. 
—Έρχονται! Αδύνατες ζητωκραυγές ακούστηκαν μέσα στο κατάκλειστο σπιτάκι. 
Οι σάλπιγγες αντήχησαν και πάλι, αυτή τη φορά πιο κοντά. Μα ο ήχος τους ήταν παράξενος. 
—Τί συμβαίνει; ρώτησε κάποιος το σαλπιγκτή. 
—Δεν καταλαβαίνω. 
Και τότε ακούστηκαν τύμπανα, τα μικρά τύμπανα που χρησιμοποιούσαν οι Μεξικανοί. Και κατάλαβαν πως δεν ήταν γαλλικός ο στρατός, πού ερχόταν να τους βοηθήση. Ήταν εχθρικό πεζικό! 
Για μια ακόμη φορά ο στρατηγός Μίλαν κάλεσε τους λεγεωνάριους να παραδοθούν. Τους φώναξε πως τώρα πια είχαν να πολεμήσουν ένας εναντίον πενήντα. Τους είπε, πως είχαν πολεμήσει ηρωϊκά, μα είχε χαθή πια κάθε ελπίδα γι' αυτούς. 
Ο υπολοχαγός Βιλαίν απάντησε, πως αυτός και οι σύντροφοι του θα συνέχιζαν τον αγώνα. 
Σε μια νέα άγρια επίθεση τους, οι Μεξικανοί πρό­φτασαν να βάλουν φωτιά στη στέγη, προτού να υπο­χωρήσουν. Ο καπνός σκόρπισε μέσα στο σπιτάκι και οι λεγεωνάριοι πνιγόντουσαν κυριολεχτικά. Με τα χέρια και με ό,τι ρούχο είχαν πρόχειρο αγωνίστηκαν απελπισμένα να σβήσουνε τις φλόγες. Μα ο καπνός εξακολουθούσε να τους τυφλώνη. Μέσα σ' αυτή την κόλαση μόλις κατόρθωναν να μισανοίξουν τα μάτια τους, χωρίς να μπορούν να διακρίνουν λίγο πιο πέρα. 



Μια σφαίρα έριξε νεκρό και τον υπολοχαγό Βιλαίν και τη θέση του την πήρε ο υπολοχαγός Μωντέ. Κατά το απόγεμα δεν είχαν απομείνει όρθιοι παρά έξι μόνο από τους λεγεωνάριους. Ούτε μια σφαίρα δεν τους είχε απομείνει. Τα πόδια τους δεν τους κρα­τούσαν πια κι έμοιαζαν με φαντάσματα. Από την αυλή οι Μεξικανοί ετοιμάζονταν να επιτεθούν και πάλι. 
Ο υπολοχαγός Μωντέ γύρισε προς τους συντρό­φους του.
— Τις ξιφολόγχες σας. είπε απλά.

Έγνεψε στο σαλπιγκτή και κείνος πλησίασε τη σάλπιγγα στα χείλη του. Δεν ακούστηκε ο παραμι­κρός ήχος. Άφησε τη σάλπιγγα να του πέση από τα χέρια κι έσφιξε σιωπηλός το τουφέκι του. Σαν μέσα σε όνειρο, είδε τον υπολοχαγό Μωντέ να ορμάη τρο­μερός έξω από το καταφύγιο τους και να χύνεται μέσα στο εκτυφλωτικό φως του ήλιου. Πίσω του ο δεκανέας Μέην, ο σαλπιγκτής και οι άλλοι τρεις λεγεωνάριοι άγριοι, φοβεροί έπεσαν στη φωτιά. Έξι άντρες ενάντια σ' ολόκληρο στρατό από Μεξικανούς! 
Ο σαλπιγκτής είδε το Μωντέ να πέφτη, ενώ ένας από τους λεγεωνάριους έκανε ένα απελπισμένο πή­δημα εμπρός του για να τον προφυλάξη από τα ε­χθρικά βόλια. Την άλλη στιγμή κάτι χτύπησε το σαλπιγκτή και βρέθηκε κάτω, αναίσθητος. Δεν πέ­θανε. Οι Μεξικανοί είχαν χάσει 300 άντρες, μα σεβά­στηκαν το θαυμαστό θάρρος και τον ηρωισμό των αντιπάλων τους. Φέρθηκαν πολιτισμένα στους πλη­γωμένους. Όμως, νόμισαν, πως ο σαλπιγκτής είχε πεθάνει και τον άφησαν εκεί όπου είχε πέσει. Την άλλη μέρα, όταν έφτασαν γαλλικές ενισχύσεις, τον βρήκαν. Και μόλις συνήλθε, τους διηγήθηκε, όσα είχαν συμβή. 
Ο αξιωματικός, που διοικούσε τη γαλλική δύναμη, τον άκουσε σιωπηλός ως το τέλος. ΄Υστερα του είπε, πως τρεις από τους άντρες, που πήραν μέρος σ' αυτή την ηρωϊκή εξόρμηση, αιχμαλωτίστηκαν από τον εχθρό χωρίς να πάθουν τίποτε και ανάμεσα σ' αυτούς κι ο δεκανέας Μέην. 
—Ο στρατηγός Μίλαν τους έδωσε την άδεια να επικοινωνήσουν με τους Γάλλους, είπε ο αξιωματικός. Θέλεις ν' ακούσης το μήνυμα, που έστειλαν; 
Ο σαλπιγκτής είπε «ναι» με μια κίνηση. 
—Ίσως να το καταλάβης, πρόσθεσε ο αξιωματικός. Και διάβασε: «Ο τρίτος λόχος του πρώτου τάγματος είναι νεκρός, συνταγματάρχα μου μα έκανε ό,τι μπό­ρεσε για να λένε, όσοι μιλούν γι' αυτόν, «ήταν όλοι διαλεχτοί στρατιώτες.» 
Ναι, ο σαλπιγκτής σκέφτηκε, πως καταλάβαινε πολύ καλά το μήνυμα. Ένιωθε τη Λεγεώνα και τους ήρωες της καλύτερα από όσο τους ένιωθε μόλις πριν από δυο ημέρες. 
Στην τιμητική αίθουσα στο Σίντι-Μπελ-Αμπές υπάρχει το ξύλινο χέρι του λοχαγού Ντανζού. Και το δείχνουν κάθε φορά, που οδηγούν ως εκεί καινούριους εθελοντές, για να τους μιλήσουν για πρώτη φορά για την ηρωϊκή μάχη του Καμερόν. Έτσι τους βοηθούν να νιώσουν κάτι από τη Λεγεώνα, που θα υπηρετήσουν.
Πέρασαν χρόνια και η κυβέρνηση του Μεξικού έδωσε την άδεια να στήσουν ένα μνημείο στο Καμερόν. Να ή γαλλική επιγραφή που έχει χαραχτή πάνω στο μνημείο:
ΕΔΩ ΠΟΛΕΜΗΣΑΝ ΛΙΓΟΤΕΡΟΙ ΑΠΟ ΕΞΗΝΤΑ ΑΝΔΡΕΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΕ ΜΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΣΤΡΑΤΙΑ. Ο ΟΓΚΟΣ ΤΗΣ ΤΟΥΣ ΝΙΚΗΣΕ. ΟΙ ΓΑΛΛΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΕΧΑΣΑΝ ΤΗ ΖΩΗ, ΟΧΙ ΟΜΩΣ ΤΟ ΘΑΡΡΟΣ ΤΟΥΣ, ΣΤΙΣ 30 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1863.

Η μάχη στο Καμερόν ήταν μόνο ένα επεισόδιο και χωρίς μεγάλη σημασία μέσα σε όλο το δραματικό πόλεμο των Γάλλων στο Μεξικό. Η εκστρατεία αυτή κράτησε ακόμη τρία ολόκληρα χρόνια. Οι Γάλλοι έπαιρναν στα χέρια τους τις πόλεις, μα οι Μεξικανοί είχαν τον έλεγχο σ΄ όλη σχεδόν την ύπαιθρο. Ένας από τους διοικητές της Λεγεώνος είπε στο Μαξιμιλιανό, πως οι στρατιώτες του είχαν βαδίσει 19.000 μίλια μέσα σε δεκαεφτά μήνες. Μπορεί, βέβαια, αυτό να είναι υπερβολικό, δίνει όμως μια εικόνα αρκετά ζωντα­νή για τον πόλεμο.

Όταν τέλειωσε ο εμφύλιος πόλεμος στην Αμερική, η Κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών έστειλε στα μεξικανικά σύνορα το στρατηγό Σέρινταν με αρκετό στρατό. Οι Ηνωμένες Πολιτείες σύστησαν στο Να­πολέοντα να εγκατάλειψη το Μεξικό. Ο Ναπολέων δεν επιθυμούσε πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Άλλωστε είχε αρχίσει να χάνη το ενδιαφέρον του για το Μεξικό, όπως το είχε χάσει και για την Ιταλία. Η εκστρατεία αυτή του στοίχισε πάρα πολλά χωρίς κανένα κέρδος.

Έτσι λοιπόν έδωσε διαταγή στις γαλλικές δυνάμεις να επιστρέψουν.
Τώρα ο Μαξιμιλιανός έμεινε στην πρωτεύουσα του Μεξικού χωρίς στρατό για να τον προστατέψη. Ήξερε πως θα τον έπιαναν οι Μεξικανοί και θα τον εκτελούσαν. Ήξερε πως ο Ναπολέων τον είχε εγκατα­λείψει. Τα τελευταία του λόγια ήσαν για τη Λεγεώνα.
«Η Λεγεών των Ξένων» δήλωσε, «πολέμησε ηρωϊκά.»




Υποσημειώσεις:
[1] une lutte sans pitié
Alors, l'assaut commence, sur les quatre faces à la fois. Les Mexicains attaquent à pied, cette fois, et furieusement. Mais leurs masses compactes viennent se briser et s'écrouler contre le mur d'enceinte où ceux qui ont échappé aux balles tombent, percés de baïonnettes.
Non sans pertes de notre côté. Le sergent-major Tonnel, qui se bat comme un lion, dans la chambre d'angle, meurt en hurlant :
Allons, les enfants ! Courage ! Pour la France et l'honneur de la Troisième ! Vous savez la consigne... Jusqu'à la mort !
Un de ses hommes est tué près de lui, deux autres sont blessés, mais combattent encore. Aux portes, d'autres jonchent le sol.
Mais le plus grave danger ne vient pas de l'extérieur. Il est au cœur même de la place. Les Mexicains ont percé de meurtrières les deux chambres qu'ils occupent depuis le début et même celles de l'étage, qu'ils ont envahies.
De ces ouvertures, de la fenêtre et même du toit, un feu d'enfer balaie le corràl. Deux fusiliers y sont gravement atteints. Lé tambour de la compagnie vient pour les secourir.
Inutile, dit l'un  d'eux. Pour moi, c'est fini. Prends ma carabine ! Tiens, voilà mes cartouches. 
Il y a plus d'une heure que dure cette lutte inégale, lorsque la grande voix de Dahjou retentit de nouveau :
Mes enfants, jurez de lutter tant qu'il y aura un homme debout !
D'un seul cri, si formidable que pendant plusieurs secondes l'ennemi cesse de tirer, par peur ou par respect, tous les hommes prêtent serment :
Nous le jurons ! Oui, jusqu'à la mort ! On  pourrait vraiment  croire  que le capitaine Danjou a vu la mort arriver et que son dernier mot est un testament sacré : à peine l'écho de ce vœu solennel s'est-il tu, qu'il tombe, au beau milieu de la cour qu'il traversait en brandissant son épée.
Une balle l'a frappé en plein cœur. Le regard tourné vers le ciel, il meurt en quelques secondes, dans les bras du sous-lieutenant Maudet, accouru pour le relever.
Le sous-lieutenant Vilain prend le commandement. La situation s'est aggravée. Par des trous percés dans les murs et le plafond, les Mexicains tirent maintenant presque à bout portant sur les défenseurs de la chambre d'angle, qui doivent l'évacuer.
Sur les 15 hommes qui y étaient entrés, il n'en sort que 6, presque tous blessés. Les Français n'ont plus, pour s'abriter, que les hangars en ruine. Autant dire qu'ils combattent à découvert.
En très peu de temps, une demi-douzaine d'entre eux tombent encore. La faim   mine  les   survivants.. La soif  les tenailles. Le soleil les accable. Soudain, un espoir fou les redresse. Dans le lointain, on enend des tambours l
battre, des clairons sonner. Serait-ce une    colonne de secours  venue de Paso del Macho ? Est-ce la victoire que l'on n' attendait plus ? 
Hélas ! l'illusion ne dure pas longtemps .Ces notes traînantes et monotones,ces 
battements sourds et tristes n'ont rien de  l'entraînante, de l'enthousiasmante musique militaire française. Il ne peut  s' agir   que   de   renforts   ennemis. Le sergent Morzicki, remonté sur son toit, le confirme.

— Ils sont là. Ils se massent en face de l'hacienda........
(περιοδικό ΗISTORIA  Μάρτιος 1963 )