Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΝΔΟΚΙΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΝΔΟΚΙΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014

LOST COMMAND

Πολύ καλή ταινία που κυκλοφόρησε στα 1966 βασισμένη στο μυθιστόρημα του Jean Larteguy "The Centurians" με τον Anthony Quinn στο ρόλο του ατίθασου και θερμοκέφαλου Αντισυνταγματάρχη Raspeguy , πίσω από τον οποίο δεν δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο να ανακαλύψει κανείς, έστω και φευγαλέα χαρακτηριστικά, της προσωπικότητας και της καριέρας  ενός  στρατιώτη, θρύλου του Γαλλικού Στρατού , του Συνταγματάρχη Μarcel Bigeard 
Χρονική αφετηρία της  ταινίας είναι η  7 Μαΐου 1954 στη διάρκεια της οποίας καταγράφονται οι  τελευταίες ώρες  αντίστασης των γαλλικών στρατευμάτων στην οχυρωμένη περιοχή του Dien Bien Phu στην Ινδοκίνα.  Στον αέρα ένα γαλλικό αεροπλάνο υπερίπταται της μάχης και ρίχνει, τους τελευταίους αλεξιπτωτιστές που μεταφέρει, μέσα σε μια κόλαση φωτιάς. Ένας ακόμα νεκρός , ο ταγματάρχης de Clairefons , επικεφαλής της ομάδας των τελευταίων εθελοντων αλεξιπτωτιστών προστίθεται στο μακρύ κατάλογο των θυμάτων μιας αιματοχυσίας , δίχως νόημα πλέον. Η μάχη  ουσιαστικά, έχει φτάσει στο τέλος της .Στη διάρκεια της νύχτας τα όπλα σιωπούν , παύει παντού κάθε αντίσταση και οι τελευταίοι υπερασπιστές ,  παραδίδονται με τάξη.
Στις  8 Μαΐου ο εχθρός αδιαμφισβήτητος  νικητής του πεδίου της μάχης κρατά στα χέρια του  11,721 αιχμαλώτους  από τους οποίους οι τραυματίες ξεπερνούν το 1/3.
Ανάμεσα τους ο Raspeguy, ο Λοχαγός Boisfeuras (τον οποίο υποδύεται έξοχα ο Maurice Ronet) ο διανοούμενος πολεμιστής Λοχαγός Phillipe Esclavier (Alain Delon) ο Υπολοχαγός Mahidi (George Segal) , ο Υπολοχαγός Merle (Maurice Sarfati) και οι υπαξιωματικοί Orsini (Jean-Claude Bercq) και Verte( Syl Lamont ) 
Για όλους αρχίζει  μια ακόμα  δυσκολότερη περίοδος δοκιμασίας, η ζωή του αιχμάλωτου   στα διάφορα στρατόπεδα του Βορρά. 
Στο μεταξύ οι πολιτικοί αναλαμβάνουν να πετύχουν εκεί που απέτυχαν οι στρατιωτικοί. Οι συνομιλίες της Γενεύης οδηγούν  στο τερματισμό του πολέμου και ο 17ος παράλληλος αναλαμβάνει να διχοτομήσει μια  περιοχή σε βόρειο και νότιο τμήμα.  
Με το τερματισμό του πολέμου ξεκινά η διαδικασία ανταλλαγής αιχμαλώτων  . Οι ήρωες της ιστορίας μας απελευθερώνονται και παίρνουν το δρόμο της επιστροφής για τη Πατρίδα. 
Πριν το πλοίο που τους μεταφέρει φτάσει στη Μασσαλία  ρίχνει πρώτα άγκυρα στο   Αλγέρι . 
Στις 31 Οκτωβρίου , την  ίδια ακριβώς ημέρα που οι τελευταίοι Γάλλοι στρατιώτες εγκαταλείπουν οριστικά   την Ινδοκίνα από το λιμάνι της  Χαιφόνγκ,  ένας καινούριος πόλεμος ξεσπά,  σε μια άλλη γαλλική κτίση :στην Αλγερία.  Οι Άραβες ζητούν την ανεξαρτησία της χώρας τους και καταφεύγουν στα όπλα. Οι έποικοι και οι εταιρείες γαλλικών συμφερόντων γίνονται στόχοι των ανταρτών, το αίμα αρχίζει να κυλά ανεξέλεγκτα. Η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι μπορεί να επανακτήσει τον έλεγχο της κατάστασης με μια ισχυρή στρατιωτική παρουσία και είναι διατεθειμένη -τουλάχιστον έτσι δείχνει -να  επιβάλει τη τάξη, ακόμα και με τη βία αν χρειαστεί. Την ώρα που το πλοίο που μεταφέρει το Raspeguy και τους άνδρες του στο λιμάνι του Αλγερίου η πόλη , σκοτεινή  και φοβισμένη βρίσκεται ήδη σε κατάσταση πολιορκίας. Ο  αραβικής καταγωγής Υπολοχαγός Mahidi αποχαιρετά τους συντρόφους του και αποβιβάζεται για να περάσει λίγες ημέρες αδείας με την οικογένειά του . Στη προβλήτα έκπληκτος πληροφορείται ότι υπάρχει απαγόρευση κυκλοφορίας, ότι οι δρόμοι είναι  επικίνδυνοι για κάποιο που φορά στολή με τα γαλλικά χρώματα  και κατά συνέπεια, όποια  μετακίνησή του στη πόλη πρέπει να γίνει με τη συνοδεία στρατιωτικής περιπόλου.
Πάνω στο καράβι ,ένα τηλεγράφημα, αναστατώνει το Αντισυνταγματάρχη και το γεμίζει με  απόγνωση. Δίχως ιδιαίτερες ευγένειας τον πληροφορούν  αρμοδίως ότι το   Σύνταγμά του διαλύεται . Αυτό πρακτικά σημαίνει καθεστώς υποχρεωτικής αποστρατείας. 
Ο Συνταγματάρχης νοιώθει αδικημένος , διαβλέπει πίσω από όλα αυτά , μεθοδεύσεις του Στρατηγού  Melies (jean Servais) ο οποίος -κατά την άποψή του- τον αντιπαθεί  και σε κάθε ευκαιρία του δημιουργεί προβλήματα. 
Ο  Esclavier  επισκέπτεται το Συνταγματάρχη στη καμπίνα του  λίγο αργότερα  και  πληροφορείται τα άσχημα νέα από πρώτο χέρι. Προσπαθεί να  τονώσει, το πεσμένο ηθικό του ανωτέρου του και τον διαβεβαιώνει ότι τίποτα δεν έχει ακόμα κριθεί οριστικά. Ο   αδικοχαμένος ταγματάρχης de Clairefons (που άδικα ο Συνταγματάρχης θεωρούσε το μάτι και το αυτί του Στρατηγού Melies)   έχει αφήσει πίσω στο Παρίσι μια χήρα γυναίκα η οποία  προέρχεται από παλιά αριστοκρατική οικογένεια με μεγάλη επιρροή και ισχυρές γνωριμίες στους στρατιωτικούς και πολιτικούς κύκλους. Ο ίδιος γνωρίζει προσωπικά τη Κόμισσα  Natalie de Clairefons (Michèle Morgan ) και πιστεύει ότι έχει το τρόπο να της αποσπάσει μια υπόσχεση βοήθειας για τη περίπτωσή του.  Εκφράζει επιπλέον την άποψη  ότι  μια επίσκεψη του ίδιου στη Κόμισσα  για να της εκφράσει και προσωπικά τα συλλυπητήριά του,  θα βοηθούσε επίσης πολύ.
Ο Raspeguy δυσκολεύεται να καταλάβει.

-Από πότε οι γυναίκες ανακατεύονται στα θέματα του στρατού;"
-Πολύ πιο πριν επιτραπεί στους  χωριάτες  να γίνουν αξιωματικοί." είναι η απάντηση 
 
Τα γεγονότα αποδεικνύουν ότι ο Esclavier έχει δίκαιο. Η Κόμισσα Natalie de Clairefons , που υποκύπτει κάποια στιγμή στη γοητεία του Συνταγματάρχη δέχεται να βοηθήσει μιλώντας απ ευθείας σε ένα θείο της κ. De Guyot (Jean-Paul Moulinot) υψηλόβαθμο στέλεχος του Υπουργείου . Παρά τους όποιους ενδοιασμούς, των ανωτέρων του ο Συνταγματάρχη   Raspeguy γίνεται δεκτός από το κ De Guyot  . Ο διάλογος απολαυστικός αποκαλύπτει τη ποιότητα της ψυχοσύνθεσης του  άνδρα.

-Όταν η ανιψιά μου μου ζήτησε να σε δω, ήξερα ήδη το όνομά σου.
-Ευχαριστώ. Εξαιρετική η κυρία Κόμισσα.
-Μας απασχολεί ιδιαίτερα στο Υπουργείο  αν σου παραχωρηθεί  εκ νέου η Διοίκηση  ή σου ζητηθεί να παραιτηθείς.
-Δεν θα παραιτηθώ ποτέ κύριε.
-Δικό σου θέμα ... Έχω να σου κάνω κάποιες ερωτήσεις  Ανεπισήμως φυσικά. Παρακαλώ κάθισε.
-Ευχαριστώ  προτιμώ όρθιος Μου έμεινε συνήθεια  από τότε που ήμουν βοσκός. 
-Ο Στρατηγός Melies  ανέφερε ότι παράκουσες τις διαταγές του  στο Ντιεν Μπιεν Φου.
-Αρκετές φορές .Τη πρώτη φορά  για να επανακαταλάβω ένα λόφο . Τη δεύτερη φορά.....
-Μη συνεχίζεις...Άρα ο Στρατηγός Melies   έχει δίκιο.
-Μάλιστα αλλά το καταλάβαμε το λόφο.... 
-Μετά φαίνεται πως είχες προβλήματα  στο στρατόπεδο απελευθέρωσης  στην Ινδοκίνα.
-Ήθελα να προστατεύσω  την αξιοπρέπεια των ανδρών μου. Επρόκειτο να μας απολυμάνουν  λες και ήμασταν πρόβατα .
-Κατάλαβα  Υπάρχει και μια καταγγελία  από το τελωνείο .Είναι αλήθεια ότι συνήργησες σε λαθρεμπόριο στα σύνορα;
-Ναι κύριε. Είναι παράδοση  στο χωριό και στην οικογένειά μου . Στη διάρκεια του β Παγκοσμίου πολέμου φυγαδεύαμε  Γάλλους στρατιώτες.
-Τότε οι κατηγορίες εναντίον σου αληθεύουν....
-Μάλιστα.
-Υπέρ σου έχεις μόνο μια αναφορά από το λοχαγό  Esclavier τον ιστορικό της Μεραρχίας. Σ΄αυτήν αναφέρεται με κολακευτικά λόγια  για σένα  και το μακαρίτη σύζυγο της ανιψιάς μου.
-Ο   Esclavier είναι εξαίρετος επιστήμων.
-Και αυστηρός μάλιστα.
-Δεν γίνεται να δεχθούμε όσα λέει για το ταγματάρχη  de Clairefons χωρίς να δεχθούμε  εξ ίσου όσα αναφέρει για το Raspeguy
   
Με τη δέσμευση να μη παρακούσει άλλη φορά εντολές ανωτέρων, του δίδεται μια ακόμη ευκαιρία . Αυτή τη φορά, και λόγω των περιστάσεων  του αναθέτουν  τη Διοίκηση του 10ου Συντάγματος Αλεξιπτωτιστών που ήδη βρίσκεται στην Αλγερία και στελεχώνεται σταδιακά με ότι πιο άχρηστο διαθέτουν οι άλλες μονάδες, που  δεν έχουν άλλο καλύτερο τρόπο να  ξεφορτωθούν. Αποστολή του Συντάγματος είναι να καταστείλει την εξέγερση των Ανταρτών και να επαναφέρει τη προηγούμενη ηρεμία και ομαλότητα στη χώρα..
Για μια ακόμη φορά  ο Raspeguy, Συνταγματάρχης πλέον,  καταφεύγει στη βοήθεια των έμπιστων  βετεράνων  του. Τους ζητά να αναλάβουν την εκπαίδευση των ανδρών με βάση τα διδάγματα και τις εμπειρίες της Ινδοκίνας.  Από το προσκλητήριο των αξιωματικών  ,στο μπαρ του Verte, του παλιού  λοχία, ο μόνος που απουσιάζει είναι  ο Υπολοχαγός Mahidi. Όλοι υποψιάζονται το λόγο της απουσίας του και όλοι κατά βάθος εύχονται να  το συναντήσουν μια μέρα εκεί στη Πατρίδα του. 

Στο μεταξύ η εκπαίδευση στο στρατόπεδο Foch ξεκινά με γρήγορους ρυθμούς ,οι ασκήσεις γίνονται με πραγματικά πυρά  και η πειθαρχία είναι υποδειγματική.
Αν στη περίπτωση της Ινδοκίνας ο αγώνας του Raspeguy και των αξιωματικών του ήταν αγώνας στατικός , εδώ στην Αλγερία μετατρέπεται σε πόλεμο κινήσεων. Αντίθετος  με την άποψη των αποίκων που για ευνόητους λόγους υιοθετεί η τοπική ηγεσία , αντίθετος για μια ακόμη φορά με την άποψη του Στρατηγού Μέλις ότι το Σύνταγμα οφείλει να αναλάβει αστυνομικά καθήκοντα, ο  Raspeguy χαράζει τη δική του στρατηγική.  Οι ζωές και οι περιουσίες των πολιτών δεν μπορούν να προστατευτούν  με αστυνομικά μέτρα από τη στιγμή που οι ανταρτικές ομάδες με το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού δρουν ανενόχλητες και μετά χάνονται στην έρημο. Η ανάγκη να εξολοθρευτούν μέσα από ευρείας εκτάσεως επιχειρήσεις και να καταστραφούν τα κέντρα ανεφοδιασμού τους είναι επιτακτική παρά ποτέ.
 Αν καταφέρουν και τις εκμηδενίσουν τότε η  πέμπτη φάλαγγα που δρα στις πόλεις μοιραία  θα ατονίσει και θα διαλυθεί.
Από πολύ νωρίς γίνεται κατανοητό ότι ο πόλεμος γίνεται   με αντίπαλο  ένα εχθρό αόρατο. Πρόκειται για ένα  ένα πόλεμο  που δεν έχει γραμμή μετώπου , μετόπισθεν , ένα πόλεμο όπου ο θάνατος παραμονεύει παντού. Αυτόν ακριβώς  το πόλεμο, παρά τις όποιες προσπάθειες του Raspeguy, η Γαλλία τον διεξάγει  δίχως πεποίθηση.
 Αυτό είναι το γενικό περίγραμμα μέσα στο οποίο δίνεται μια μάχη που φαντάζει άνιση. Και οι δύο πλευρές προσπαθούν να διευρύνουν την επιρροή τους πότε με τη βία , τις απειλές και πότε με δελεαστικά κίνητρα . Στη τρομοκρατία του εχθρού αντιπαρατίθεται μια άλλη νόμιμη τρομοκρατία εξ ίσου άγρια. Πράκτορες της μιας και της άλλης πλευράς διακινδυνεύουν καθημερινά τη ζωή τους σε ένα πρακτικά ακήρυχτο πόλεμο. Έρευνες στα σπίτια και προσαγωγές υπόπτων μέσα στη νύχτα, κουκουλοφόροι καταδότες στα υπόγεια  της αστυνομίας να δακτυλοδείχνουν συνεργάτες του εχθρού, εκρήξεις βομβών, πράξεις αντεκδίκησης με άρωμα συναλλαγής και διαφθοράς. Οι φήμες για φρικτά βασανιστήρια που υποβάλλονται στους Αυγερινούς για να κάμψουν το φρόνημά τους πληθαίνουν .Υποψιασμένοι οι Γάλλοι πίσω από τη Μεσόγειο αναρωτιούνται αν υπάρχει τελικά Γκεστάπο στην Αλγερία. 
Για το Συνταγματάρχη Raspeguy (όπως και για το Bigeard που αποκαλούσε τους ακτιβιστές του  FLN  "πρωτόγονους",και  τα βασανιστήρια  "ένα αναγκαίο κακό .") όλες  του οι προσπάθειες συγκλίνουν στην εκτέλεση της αποστολής που του έχουν αναθέσει. Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει πολλά και ανυπέρβλητα. Ο πόλεμος είναι πολύ διαφορετικός από ότι περίμενε. Αντί για αντάρτες απόλεμους συναντά   μαχητές καλά οπλισμένους κατά πολύ περισσότεροι σε αριθμό απ' ότι αρχικά οι τοπικές αρχές του είχαν δώσει να καταλάβει.
Συνταγματάρχη Μarcel Bigeard
Οι αντάρτες καταφέρνουν να παρασύρουν  σε παγίδα μια μικρή ομάδα με αλεξιπτωτιστές τους οποίους και εκτελούν με  με βάρβαρο τρόπο. Ανάμεσα στα πτώματα και εκείνο του  Υπολοχαγού Merle. Η δράση φέρνει αντίδραση  και τα αντίποινα γίνονται σκληρότερα ακόμα. Πολλαπλασιάζονται οι έρευνες κατ οι οίκον προσαγωγές, Οι ανακρίσεις και τα βασανιστήρια για την απόσπαση ομολογίας είναι πια στην ημερήσια διάταξη.
 Από την αναμέτρηση αυτή δεν λείπουν οι  γυναίκες. Κάπου 11.000 από αυτές,  σύμφωνα με τα γαλλικά αρχεία,  θα πάρουν ενεργό μέρος υπερασπιζόμενες άλλες τη μία και άλλες  την άλλη πλευρά.Μια από αυτές είναι και ηAicha (Claudia Cardinale) αδελφή του αντάρτη Πατριώτη Mahidi
Αυτό το κλίμα της τρομοκρατίας, σε συνδυασμό με την αδυναμία επίτευξης μιας σοβαρής πολεμικής επιτυχίας  μεταφέρεται από διάφορους δρόμους στο Παρίσι  προκαλώντας αρνητικά σχόλια και αποτροπιασμό. Μια απόφαση εν θερμώ καλεί πίσω στη Γαλλία το Συνταγματάρχη να απολογηθεί  για όσα  διαδίδονται σε βάρος της διοίκησής του.

Ο χρόνος είναι εναντίον του. Όμως η τύχη ξαφνικά, δείχνει να του χαμογελά. Ένας  από τους υπόπτους "λυγίζει" στη διάρκεια της ανάκρισης στην οποία υποβάλλεται από το Boisfeuras και ομολογεί ότι ανάμεσά στους συλληφθέντες βρίσκεται η αδελφή του Mahidi , η  Aicha (Claudia Cardinale) η οποία φέρεται να  έχει σημαντικό ρόλο στην αντίσταση. Η Aicha εεντοπίζεται, ανακρίνεται με τη σειρά της και ομολογεί το μέρος που κρύβεται ο αδελφός της. Ζητά σαν αντάλλαγμα από τους παλιούς του συντρόφους να μη το σκοτώσουν και το αίτημά της φαίνεται να γίνεται αποδεκτό. 
Ισχυρή δύναμη υπό τις διαταγές του ίδιου του Raspeguy κατευθύνεται αμέσως προς τη περιοχή που τους έχει υποδειχθεί.

 Η καταδίωξη παίρνει ακραίες μορφές. Για χάρη του σκοπού όλα επιτρέπονται. Αληθοφανείς σκηνές μάχης, πλούσια εφέ Ο σύντροφος της Ινδοκίνας , ο Υπολοχαγός Mahidi, κυκλωμένος τελικά  στη κορυφή ενός λόφου με τους αντάρτες πανικόβλητους πλέον να τρέχουν σε κάθε κατεύθυνση δίνει απελπισμένο αγώνα. Πρώτος το προσεγγίζει ο  Λοχαγός Boisfeuras . Αντιμέτωπος με το παλιό του σύντροφο τον  εκτελεί με μία ριπή. Στα ματια τουEsclavier η αψυχολόγητη ενέργεια του Boisfeuras φαντάζει σαν μια στιγνή δολοφονία . Από εκείνη τη στιγμή και μετά, πολλά πράγματα και αξίες αναθεωρούνται μέσα του. Νοιώθει ότι τίποτε πια δεν το συνδέει με τους παλιούς του συντρόφους.
 Με το Mahidi  νεκρό και τους αντάρτες αποδεκατισμένους ο Raspeguy μπορεί να αναπνεύσει ανακουφισμένος.  Αντί να πάει αυτός στη Γαλλία για να απολογηθεί, η επίσημη Γαλλία φτάνει στο Στρατόπεδο Foch για να τον τιμήσει. Η ταινία τελειώνει με τους επισήμους να παρακολουθούν τη τελετή της παρασημοφόρησης . Ο Phillipe Esclavier αρνούμενος να υπηρετήσει  ένα στρατό με ιδέες τόσο διαφορετικές τελικά από τις δικές του  , ντυμένος πλέον με πολιτικά ρούχα ,  εγκαταλείπει το στρατόπεδο πριν ακόμα ολοκληρωθεί η τελετή .  Δίπλα  από τη πύλη του στρατοπέδου εργάτες υπό τη καθοδήγηση αστυνομικών οργάνων σβήνουν από το τοίχο   ένα σύνθημα γραμμένο με μπογιά . Την ίδια ώρα  λίγα μέτρα παρακάτω σε έναν άλλο τοίχο δύο αραβόπουλα γράφουν με μπογιά  τη λέξη- σύνθημα: Ανεξαρτησία..


Σχετικό: 
ΣΤΕΦΕΝ ΓΟΥΕΜΠ: ΑΛΕΞΙΠΤΩΤΙΣΤΕΣ Επίλεκτοι αλλά επικίνδυνοι.

Τετάρτη 1 Αυγούστου 2012

ΣΤΕΦΕΝ ΓΟΥΕΜΠ:ΑΛΕΞΙΠΤΩΤΙΣΤΕΣ Επίλεκτοι αλλά επικίνδυνοι.

Οι Παράς, οι επίλεκτες μονάδες αλεξιπτωτιστών της Γαλλίας, υπήρξαν αντικείμενα λατρείας ή φόβητρα. Τους ελάτρευσαν οι κ ο λ ό ν (έποικοι) της Αλγερίας για την ορμητικότητά τους, το νεανικό τους σφρίγος, τον ασκητισμό τους και την αποτελεσματικότητα τους. Ήταν φόβητρα για τους Βιετμίνχ και τους Αλγερινούς επαναστάτες, γιατί ήταν ατρόμητοι και αδί­στακτοι. Όπως όλες οι μονάδες εφόδου σε κάθε χώρα, έτσι και οι Γάλλοι αλεξιπτωτιστές καλ­λιεργούσαν έναν δικό τους μυστικισμό κι έναν θρύλο που τους ξεχώριζε από τον υπόλοιπο στρα­τό. Με τους μπερέδες τους και με την καμουφλαρισμένη στολή τους είχαν χτυπητή εμφάνιση όπως επίσης και με την αυτοπεποίθηση τους, το αγέρωχο ύφος και την έννοια της αυτοθυσίας, Περιφρονούσαν συστηματικά ό,τι θεωρούσαν ότι ήταν η συμβιβαστική μετριότης, η καθημερινή χυδαιότης και η χαμέρπεια της πολιτικής ζωής. 'Ισως ο συνταγματάρχης Μπιζάρ, τον οποίο ο Ζαν Λαρτεγκύ παρουσίασε ως συνταγματάρχη Ρασπεγκύ στο μυθιστόρημα του «Οι Κεντυρίωνες», ενσάρκωνε τα ευγενέστερα χαρακτηριστι­κά και το ομαδικό πνεύμα των αλεξιπτωτιστών.
Στη κινηματογραφική μεταφορρά του έργου  το ρόλο του
 σκληροτράχηλου  συνταγματάρχη Ρασπεγκύ  ερμήνευσε
ο αξέχαστος  Άντονυ Κουήν.
Γεννημένος ηγήτωρ που αποστρεφόταν να δέχε­ται διαταγές, ο Μπιζάρ είχε ενστερνισθή τη ρή­ση του Καλόν: «Είναι δυνατό να γίνη, έγινε! Είναι αδύνατο να γίνη, θα γίνη!». Οι προϊστά­μενοι του τον θεωρούσαν ανυπότακτο, οι συνά­δελφοι του ανυπόφορο — ο ίδιος αξίωνε τα πάν­τα από τον εαυτό του και από τους άνδρες του στις επικίνδυνες καταστάσεις. Κι οι άνδρες τον τον αγαπούσαν γι' αυτό. Απευθυνόταν στους άνδρες του σε οικείο ενικό, τους έλεγε ακατά­παυστα: «Μάθε να κοιτάς τον θάνατο κατά πρό­σωπο. Γεννήθηκες για να πεθάνης. Και πρέπει να πας εκεί που πηγαίνουν οι άνδρες όταν πε­θαίνουν!». Περιγράφοντας τους αγαπημένους των Ευρωπαίων κατοίκων της Αλγερίας — τους ψηλούς, με υπέροχο παράστημα άνδρες του «Τρί­του Αποικιακού Συντάγματος Αλεξιπτωτιστών», που φορούσαν ένα ιδιαίτερο πηλήκιο με γείσο σχεδιασμένο από τον ίδιο —- ο Μπιζάρ έγραφε: «Οι άνδρες του συντάγματος αυτού είναι ωραίοι, περήφανοι και θαρραλέοι... Οι παράς μας είναι ό,τι ανδρικότερο μπορεί νά γίνη: υγιείς, φίλαθλοι, γεμάτοι ανθρωπιά και αλκή».
Όπως  τόσοι άλλοι αξιωματικοί των αλεξι­πτωτιστών, ο Μπιζάρ είχε διδαχθή την τεχνική του κομμουνιστικού επαναστατικού ανταρτοπόλε­μου στην Ινδοκίνα, όπου ως διοικητής ενός α­πομονωμένου λόχου στην ύπαιθρο της Τάυ είχε εκπαιδεύσει τις μονάδες του για να μπορούν να ζουν και να πολεμούν όπως οι Βιετμίνχ. 
Η τύχη της Γαλλικής Ινδοκίνας  είχε κριθεί  από τα 1943 αλλά οι Γάλλοι πολιτικοί 
είτε το αγνοούσαν, είτε το εγνώριζαν και σιωπούσαν. Με ημερομηνία  25/11/1943 
ο στρατηγός Stilwell είχε καταγράψει τις προθέσεις του Αμερικανού Προέδρου
 μέσα σε δύο μόνο προτάσεις: " Σχέδιο του F.D.R σχετικά με τη Γαλλική Ινδοκίνα: 
τρείς ανώτεροι αξιωματούχοι, ένας Κινέζος, ένας Βρετανός και ένας Αμερικανός. 
Δεν πρόκειται να επιστραφεί στη Γαλλία. (J.W Stilwell: L' aventure chinoise σελ.229)
Για τον γαλλικό στρατό και ιδιαίτερα για τους καθολι­κούς, συντηρητικούς και φιλόδοξους μόνιμους αξιωματικούς των αλεξιπτωτιστών, ο πόλεμος στις κοιλάδες και στους ορυζώνες υπήρξε μια οδυνηρή εμπειρία. Αντιμετωπίζοντας τους ά­τρωτους και ασύλληπτους αντάρτες, που διέφευ­γαν σαν καπνός, οι αξιωματικοί είδαν να αχρη-στεύωνται όλα τα στρατιωτικά αξιώματα της Δύσεως. Αναζητώντας τους λόγους της ήττας του στην Ινδοκίνα ο γαλλικός στρατός προχώ­ρησε πέρα από την εξέταση της στρατηγικής και της τακτικής που είχε χρησιμοποιήσει. Ζητού­σε μια ολοκληρωτική εξήγηση για την εφιαλτι­κή κατάσταση από την οποία είχε περάσει. Με πραγματικό πάθος διανοουμένων ορισμένοι αξιω­ματικοί αλεξιπτωτιστών (και συγκεκριμένα ο συνταγματάρχης Τρενκέ στο βιβλίο του «Ο σύγχρονος πόλεμος») αποκάλυψαν ότι ο γαλλι­κός στρατός είχε αποδυθή σ' έναν αγώνα στον οποίο οι κομμουνιστές αντάρτες δεν έριξαν μόνο τα σώματα, αλλά και τις ψυχές των κατοίκων όπου διεξάγονταν οι εχθροπραξίες. Το συμπέ­ρασμα ήταν ότι οι Βιετμίνχ είχαν θριαμβεύσει γιατί είχαν εξασφαλίσει τη συνενοχή του πλη­θυσμού. Έτσι σε κάθε επαναστατικό πόλεμο ο κύριος συντελεστής φαινόταν να είναι η ψυχή του πληθυσμού, που έπρεπε να καμφθή όχι μόνο με τις ξιφολόγχες και με τους βομβαρδισμούς, αλλά και με την εξαντλητική προπαγάνδα. Παρό­λο πού ελάχιστοι αξιωματικοί απ' όσους υπηρέ­τησαν στην Ινδοκίνα γλίτωσαν από την «κίτρι­νη μόλυνση» (όπως χαρακτηρίζεται η επαφή με το είδος του κομμουνιστικού ανταρτοπολέμου),εκείνοι  που είχαν ενστερνισθή ολοκληρωτικά τις θεωρίες του πολέμου αυτού και της ψυχολογικής διεξαγωγής του, καθώς και τις σχέσεις μεταξύ πολιτικής και πολέμου, ήταν oι επαναπατριζόμενοι  αιχμάλωτοι. Οι στρατιωτικοί αυτοί είχαν υποστή τη «στρατηγική τού επαναστατικού πολέμου στην Κίνα» του Μάο Τσε - τούνγκ και είχαν ακούσει ατέλειωτες διαλέξεις πολιτικών κομισαρίων σε στρατόπεδα «αναμορφώσεως» των Βιετμίνχ. Ήταν τώρα πεπεισμένοι ότι έπρεπε να εφαρμόζωνται αδίστακτα oι αρχές της λεγόμενης «αρπαγής τών μαζών», για την επίτευξη  των στρατιωτικών στόχων. Όμως η διδασκαλία  του επαναστατικού ανταρτοπόλεμου και η εξώθηση του ως τα άκρα δεν ήταν το μόνο μάθημα που είχε διδαχθή ο γαλλικός στρατός στηv Ινδοκίνα. Εκείνο που προ παντός είχε μάθει ήταν νά προσβλέπη στους πολιτικούς της Γαλλικής Δημοκρατίας με έσχατη περιφρόνηση, όχι μόνο γιατί τους έταξαν να επιτελέσουν ένα  ανέφικτο καθήκον, αλλά τους αρνήθηκαν και τα μέσα της επιτυχίας. Για τον στρατό, και ιδιαίτερα για τους αλεξιπτωτιστές, ο πόλεμος στην  Ινδοκίνα ήταν η εποποιία μιας φούχτας συναδέλφων, που την αποτόλμησαν σ' ένα απομακρυσμένο μέτωπο, ξεχασμένοι από κείνους που τους είχαν στείλει εκεί να πολεμήσουν και να πεθάνουν. «Στραφήκαμε προς τους εαυτούς μας, ζούσαμε με τους εαυτούς μας, γίναμε ευαίσθητοι και ευέξαπτοι όπως οι άνδρες που γδέρνονται ζωντανοί», έγραφε ένας λοχαγός. «Αλλά πόση  υπήρξε η απελπισία που νιώθαμε, όταν η ίδια η χώρα μας  μάς  απαρνιόταν και πόσο πολύ χρειαζόμαστε τότε τήν ανάγκη της αδελφοσύνης!» Αν είχε μεσολαβήσει μιά ανάπαυλα ολίγων ετών μεταξύ του τέλους του πολέμου στην Ινδοκίνα και της εκρήξεως της επαναστάσεως στην Αλγερία, οι αλεξιπτωτιστές θα είχαν ίσως αφομοιώσει τις εμπειρίες τους. Δεν τους δόθηκε όμως χρόνος. Αποδίδοντας με αυταρέσκεια την ήττα τους στις προδοτικές δραστηριότητες τού Μαντές - Φρανς, των κομμουνιστών, των αριστερών και του γαλλικού αντιπολιτευόμενου τύπου, οι αλεξιπτωτιστές βρέθηκαν στην Αλγερία, αποφασισμένοι να κερδίσουν εκεί το είδος του πολέμου που είχαν χάσει στους ορυζώνες και στα οροπέδια. Δέν σκοτίστηκαν όμως για να κατανοήσουν την αιτία τής επαναστάσεως και τα κίνητρα της εξεγέρσεως, που είχε σαρώσει τη γαλλική παρουσία στην Ινδοκίνα, θεωρώντας ότι είχαν μετάσχει σ' έναν επαναστατικό πόλεμο, τον οποίο υποκινούσαν τα Σοβιέτ, προτιμούσαν να πιστεύουν ότι είχαν ηττηθή όχι από την ακατανίκητη απήχηση που είχαν οι πολεμικές επιδιώξεις του αντιπάλου, αλλά από την ικανότητα του να ελέγχη και να κυριαρχή στα πνεύματα του πληθυσμού. 


Το σημαντικότερο συμπέρασμά τους ήταν ότι η ισορροπία του τρόμου, που ακινητοποιούσε τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Σοβιετική Ένωση, επέτρεπε στην τελευταία να υποδαυλίζη επαναστατικούς πολέμους σε διαλεχτά αδύνατα σημεία σ' ολόκληρη την υφήλιο. Έτσι, όταν ξέσπασε η αλγερινή εξέγερση, την ερμήνευσαν ευχερέστατα με βάση τη στρατηγική αυτή θεωρία τους. Ταυτίζοντας την αλγερινή ανεξαρτησία με την ουδετερότητα, και την ουδετερότητα με τη σοβιετική δορυφοροποίηση, οι αλεξιπτωτιστές είδαν τους εαυτούς τους σαν Ρωμαίους κεντυρίωνες που υπεράσπιζαν τον πολιτισμό από τις επιδρομές των βαρβάρων, εξ ονόματος μιας αχάριστης πατρίδας που έτεινε να τους εξαπατά και να τους. προδίδη.
Οι φρικιαστικές υπερβολές τους στην καταστολή της τρομο-κρατίας και της δράσεως των ανταρτών στην Αλγερία προέκυψαν από την αποφασιστικότητα των αλεξιπτωτιστών να εφαρμόσουν με επιτυχία το είδος ακριβώς του πολέμου που τόσο τους είχε ταπεινώσει στην Ινδοκίνα και από τον πολιτι­κό τους «ακτιβισμό» — την προσπάθεια δηλαδή να δημιουργήσουν έστω και με προκλήσεις ή αντίμετρα πολιτικές καταστάσεις τετελεσμένες, έξω από τα όρια των εντολών τους, που οφειλόταν στον φόβο ότι η Γαλλία μπορούσε να εγκαταλεί­ψη την Αλγερία και να τους αφαιρέση τη δυνα­τότητα της νίκης.
Ο «ιδεολογικός τους πόλεμος» απαιτούσε την ύπαρξη μιας απλής, σταθερής και καθαρής ιδέ­ας», έγραφε ο Ζαν Μαρί Ντομενάκ τον Ιανουά­ριο του 1961 στο αμερικανικό διπλωματικό πε­ριοδικό «Φόρεΐν Αφφαίρς»: «Από τη θέση αυ­τή ο στρατός προχωρούσε κάπως πειραματικά στην πολιτική δράση. Οι ηγήτορες του αντιλαμ­βάνονταν ότι οι παλιές αρχές του πατριωτισμού και της πειθαρχίας δεν αρκούσαν για να αντι­μετωπίσουν τον "ανατρεπτικό πόλεμο" και για νά επιτελέσουν την αποστολή τους αξίωναν να διαμόρφωση το κράτος μια σαφή πολιτική και να επιμένη σ' αυτήν. Καθώς το κράτος ήταν ανί­σχυρο και διηρημένο, ο στρατός φυσικά το υπο­καθιστούσε θεωρώντας κράτος τον εαυτό του. Κατά τα δέκα χρόνια των εξακολουθητικών αγώ­νων του ο στρατός είχε διαμορφώσει μια συνεπή αντίληψη των μονίμων επιδιώξεων και στόχων του ανταρτοπολέμου». Με λίγα λόγια, για να κερδηθούν οι καρδιές και τα πνεύματα των Μου­σουλμάνων, ο στρατός έπρεπε να στηρίζεται σε μιά ορισμένη κοινωνική και πολιτική φιλοσοφία, και δεδομένου ότι δεν έρχονταν από το Παρίσι οι κατάλληλες οδηγίες, οι αλεξιπτωτιστές άρχι­ζαν να αναπτύσσουν τη δική τους φιλοσοφία. Πεπεισμένοι ότι έπρεπε να διατηρηθή η ενότητα των Γάλλων και των Μουσουλμάνων και να συνεχισθή η γαλλική παρουσία στην Αλγερία, οι α­λεξιπτωτιστές προσκολλήθηκαν με τόσο πάθος στη χώρα που βρίσκονταν ώστε σε τρεις περι­πτώσεις κατά τη διάρκεια του Αλγερινού πο­λέμου αρνήθηκαν να υπακούσουν στην πολιτική εξουσία. Η πρώτη περίπτωση ήταν η 13 Μαΐου 1958, όταν εξεγέρθηκαν οι κ ο λ ό ν (άποικοι). Τους υποστήριξαν και τους στελέχωσαν οι δυ­νάμεις του στρατηγού Μασσύ, διοικητού της 10ης μεραρχίας αλεξιπτωτιστών και του στρατηγού Σαλάν, αρχιστρατήγου στην Αλγερία, με τη συγκρότηση «Επιτροπών Κοινής Σωτηρίας». Στη δεύτερη περίπτωση, τον Ιανουάριο του 1960, κατά την «εβδομάδα των οδοφραγμάτων» οι α­λεξιπτωτιστές επέτρεψαν στους κ ο λ ό ν να καταλάβουν το Γενικό Διοικητήριο όταν ο στρα­τηγός Ντε Γκωλ απέλυσε το είδωλό τους —- τον στρατηγό Μασσύ. Αλλά η τρίτη και σοβαρότερη πράξη ανυπακοής των αλεξιπτωτιστών σημειώ­θηκε κατά το πραξικόπημα των στρατηγών της 22 Απριλίου 1961.
Δεν ήταν όμως μόνο ο πολιτικός «ακτιβισμός» των αλεξιπτωτιστών που έπεισε τον στρατηγό Ντε Γκωλ και τη φωτισμένη γαλλική κοινή γνώ­μη ότι οι στρατιωτικοί αυτοί έπρεπε να τιθασευθούν. Ήταν προ παντός ο τρόπος με τον οποίο διεξήγαν τον πόλεμο.
Aπό καθαρή στρατιωτική άποψη ό γαλλικός στρατός είχε επιτύχει να έπιβληθή στους Αλ­γερινούς αντάρτες. Όσοι απέμεναν, διατηρώντας την ικανότητα τους να δρουν, ν' αντιμετωπίζουν τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και να αναδιοργανώνωνται σε απηγορευμένες ζώνες, βρίσκον­ταν στη διάθεση κινητών μονάδων αλεξιπτωτι­στών και της Λεγεώνος των Ξένων. Δεδομένου όμως ότι ο πόλεμος ήταν ουσιαστικά αγώνας αποσπάσεως πληροφοριών, δεν μπορούσε να διεξαχθή χωρίς την εκτεταμένη χρήση βασανιστη­ρίων, τις μαζικές εκτελέσεις και τη μετατροπή της Αλγερίας σ' ένα αληθινό στρατόπεδο συγ­κεντρώσεως, το οποίο αστυνόμευε ο τεράστιος στρατός κληρωτών. Το έργο του γαλλικού στρα­τού στην Αλγερία ήταν ουσιαστικά να κρατήση τον μουσουλμανικό πληθυσμό μακριά από τις πολιτικές και στρατιωτικές οργανώσεις τηςΡ.Ι.Ν. Στο έργο αυτό οι αλεξιπτωτιστές εμφανίστηκαν εμπειρογνώμονες. «Αυτό πού έχομε να κάνωμε», λέγει ο απολογητής των βασανιστηρίων συντα­γματάρχης Τρενκιέ, «είναι να οργανώσωμε τον πληθυσμό από κορυφής μέχρις ονύχων. Πέστε με φασίστα αν θέλετε, αλλά στόχος μας είναι να καταστήσωμε τον πληθυσμό πειθήνιο και να ελέγχωμε τις πράξεις του καθενός». Το να καταστή ο μουσουλμανικός πληθυσμός μια πειθήνια, εύ­πλαστη μάζα ήταν για τους αλεξιπτωτιστές το αναγκαίο προαπαιτούμενο της πολεμικής επιτυ­χίας. Και για τον σκοπό αυτόν βασάνισαν και εξετέλεσαν ανθρώπους σε μιά τεράστια κλίμα­κα. 'Ετσι π. χ., όταν τό 1955 εσφάγησαν μερι­κές εκατοντάδες Ευρωπαίων στην περιοχή της Κωνσταντίνης, οι αλεξιπτωτιστές εξετέλεσαν πάνω από 1.000 υπόπτους επί τόπου. Είναι εξ


Στρατηγός  Massu
Διοικητής της 10ης Μεραρχίας
 Αλεξιπτωτιστών
άλλου πασίγνωστο ότι η δέκατη μεραρχία αλεξι­πτωτιστών του Μασσύ εφήρμοζε συστηματικά τα βασανιστήρια σαν όπλο κατά τη «Μάχη του Αλ­γερίου» το 1957. Έχοντας περιβληθή αστυνο­μικές εξουσίες για να εξουδετερώσουν την τρο­μοκρατία μέσα στην πόλη και την απειλή της γενικής απεργίας, οι αλεξιπτωτιστές του Μασσύ δολοφόνησαν αρκετές χιλιάδες απ' όσους συνέ­λαβαν. Oι αλεξιπτωτιστές βρίσκονταν τότε σε άσχημη ψυχική διάθεση. Δυο μήνες νωρίτερα εί­χαν ταπεινωθή στο Σουέζ. «Η απογοήτευση από την επιχείρηση του Σουέζ», έγραψε ο στρατηγός Ναβάρ, «ήταν τόσο μεγάλη όσο και ο ενθουσια­σμός που είχε προηγηθή. Τίποτε δεν μπορεί να αποδώση την απελπισία των αλεξιπτωτιστών, οι οποίοι, αν και νικητές, υποχρεώθηκαν να εγκα­ταλείψουν την Αίγυπτο και να στρέψουν τα νώ­τα τους στη νίκη». Ακριβώς κατά τη κατοχή του Αλγερίου από τη δέκατη μεραρχία αλεξιπτωτιστών, ο Μωρίς Οντέν, έκτακτος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Αλγερίου και μέλος του Αλγερινού Κομμουνιστικού κόμματος, στραγγαλίστηκε από έναν αλεξιπτωτιστή — τον ανθυπολοχαγό Σαρμπονιέ — στο «ανακριτικό κέντρο» Ελ Μπιάρ, αν και ανακοινώθηκε ότι είχε διαφύγει. Στο Ελ Μπιάρ επίσης ο Ανρί Αλέγκ αρχισυντάκτης της φιλελεύθερης εφημερίδος «Δημοκρατική Αλγερία», γυμνώθηκε και δέθηκε πάνω σε μια σανίδα, λερή ακόμη από τους εμετούς των προηγουμένων θυμάτων, για vα υποστή βασανιστήρια με ηλεκτροσόκ από τους ανθυπολοχαγούς Σαρμπονιέ και Ερυλέν .
Κατά τη διάρκεια του πολέμου της Αλγερίας τα βασανιστήρια, που άρχισαν σαν μέθοδος ανακρίσεως, εξελίχθηκαν σε μέθοδο στρατιωτικών επιχειρήσεων και τελικά σε μυστικό κρατικό θεσμό. Αλλά η θηριωδία των αλεξιπτωτιστών κάθε άλλο παρά περιορίστηκε στα κρυφά κέντρα των πόλεων. Στις πολίχνες και στα χωριουδάκια του Ωρές καί της Καβυλίας οι «σπεσιαλίστες» βασάνιζαν και δολοφονούσαν τους κρατουμένους, γάζωναν με τα πολυβόλα τους Μουσουλμάνους αγρότες στις «εκκαθαριστικές επιχειρήσεις» και τους έκαιγαν ζωντανούς μέσα στις μ έ χ τ α ς (συγκροτήματα καλυβιών). Μόνον η «κατάρρευση» της 22 Απριλίου 1961 έκαμψε τη θηριωδία των αλεξιπτωτιστών και τον ξέφρενο πολιτικό τους «ακτιβισμό».
Δύο μέρες αφ' ότου οι στρατηγοί Σάλ, Ζελλέρ, Ζουώ και Σαλάν εξεδήλωσαν το πραξικόπημα τους με την ενεργό υποστήριξη της πρώτης μεραρχίας αλεξιπτωτιστών, οι πραξικοπηματίες υπέκυψαν. Για μια στιγμή είχε φανή ότι οι αλεξιπτωτιστές θά επιτίθεντο στο ίδιο το Παρίσι. Προβλέποντας όμως την αντίσταση που θα συναντούσαν από τον λαό της Γαλλίας και από τα παιδιά του που υπηρετούσαν σαν κληρωτοί στην Αλγερία, οι πραξικοπηματίες έκαμαν πίσω και οι ελπίδες για μια Γαλλική Αλγερία ενταφιάσθηκαν.
Συνέπεια της ανταρσίας ήταν ότι ο Ντε Γκωλ διέταξε να πραγματοποιηθούν οι προαγωγές του γαλλικού στρατού που καθυστερούσαν από καιρό και τις περιόρισε μόνο στους αξιωματικούς εκείνους που η νομιμοφροσύνη τους ήταν αδιαμφισβήτητη. Επί πλέον διέταξε να φυλακισθούν 200 αξιωματικοί και διέλυσε ορισμένες από τις εκλεκτότερες μονάδες αλεξιπτωτιστών της Γαλλίας, συμπεριλαμβανομένου του πρώτου ξένου συντάγματος αλεξιπτωτιστών της Λεγεώνος των Ξένων, τους οποίους επευφημούσαν με συγκίνηση οι Ευρωπαίοι καθώς έφευγαν με τα αυτοκίνητα από το Αλγέριο για να πάνε να διαλυθούν. Μπορεί να λεχθή μέ αξίωση αληθείας ότι ο μέσος όρος του αλεξιπτωτιστού συνδύαζε τα χαρακτηριστικά του ιπποτικού συναδέλφου του Λαρτεγκύ με την ψυχοσύνθεση των βασανιστών του Ελ Μπιάρ. Συλλογικά, με τις φασιστικές τους τάσεις αποτελούσαν απειλή για τη Δημοκρατία, ίσως όμως το μόνο για το οποίο μπορούν να κατηγορηθούν είναι ότι πολεμούσαν με πολύ πάθος σε πολέμους που η Γαλλία ουδέποτε έπρεπε να είχε κάνει.

Κυριακή 1 Μαΐου 2011

GEORGE ROBERT ELFORD: LA GARDE DU DIABLE

Capitulation sans conditions
La nouvelle de la capitulation allemande nous parvint par radio au cœur des montagnes de Tchécoslovaquie, à l'est de Libérée.
Μετάφραση από τα 
Αγγλικά:
Claude Elsen
Fayard 1974 
σελ 298 
Nous étions là depuis presque un mois, tenant un col important et attendant l'arrivée des Russes. Mais lés jours passaient, rien ne menaçait nos positions et les partisans locaux eux-mêmes se gardaient de nous attaquer. Un silence insolite pesait sur les pics et les vallées — la sorte de tranquillité maussade qui, au lieu de détendre les esprits, accroît leur tension. Si étrange que cela puisse paraître, après cinq ans de guerre et des centaines d'engagements avec l'ennemi, soldats réguliers ou insurgés, nous n'étions pas en état de supporter le calme de la paix. De toutes les fonctions naturelles qui avaient jadis été les nôtres, nous semblions n'avoir conservé que celles qui étaient indispensables à notre survie immédiate : manger, dormir, guetter les bois — et presser la détente.
Aucun d'entre nous ne doutait que la fin fût proche. Berlin était tombé et Hitler était mort. Les communications militaires étaient depuis longtemps coupées, mais nous pouvions encore capter les radios étrangères et notamment celles des Alliés victorieux. Nous savions aussi que notre saga ne s'achèverait pas avec la capitulation de la Wehrmacht, qu'il n'y aurait pas de retour au foyer pour les guerriers fatigués de l'armée vaincue. Nous ne serions pas démobilisés mais mis hors la loi. Les Alliés n'avaient pas combattu seulement pour remporter une victoire militaire : leur principal objectif était la vengeance.
La dernière dépêche que nous avions reçue de Prague, huit jours plus tôt, nous avait ordonné de tenir nos positions en attendant de nouvelles instructions — qui ne nous parvinrent jamais. Nous avions vu venir à nous, à leur place, de petits groupes de soldats allemands hagards, des hommes mal rasés et aux yeux cernés qui avaient appartenu à toutes les armes, Wehrmacht, SS, Luftwaffe et SD (Service de sécurité). Il y avait parmi eux les survivants d'une brigade d'infanterie motorisée décimée, un groupe de servants de la Luftwaffe, un escadron blindé à qui ne restaient que deux chars en ordre de marche cinq camions d'un bataillon d'intendance et un peloton de Feldgendarmes. Les débris d'un bataillon â'Alpen-jaeger avaient fait retraite depuis le Caucase jusqu'à nous. Nous attendions tous un dernier ordre raisonnable — l'ordre d'évacuer la Tchécoslovaquie et de rentrer en Allemagne — au lieu de quoi nous reçûmes celui de cesser les hostilités.
Pour nous, enfoncés en territoire ennemi, la nouvelle de la capitulation équivalait à une sentence de mort. Nous ne pouvions nous rendre à personne, sinon aux partisans ou à la milice tchèques, qui ne respectaient ni les conventions ni l'honneur militaires. Nous ne pouvions espérer aucun quartier des partisans : nous avions tué trop des leurs. En fait, nous ne pouvions non plus nous attendre à être traités en prisonniers de guerre par l'Armée rouge, nous qui appartenions à l'ennemie suprême, la Waffen SS. Dans un sens, nous nous sentions trahis. Si nous avions su (l'avance que nous serions abandonnés à notre sort, nous nous serions retirés malgré les ordres. Nous en avions assez fait pour ne  pouvoir être accuses de lâcheté.
Depuis cinq longues années, nous avions tout abandonné, nos foyers, nos familles, notre travail, notre avenir, pour ne penser qu'à la patrie — et à présent la patrie n'était plus qu'un cimetière. 11 était temps de penser à notre propre destin et de nous demander si ceux que nous aimions avaient survécu à l'holocauste provoqué par les superforteresses volantes au cours des deux der¬nières années de la guerre. Mais le Q.G. nous avait ordonné : « Restez où vous êtes et tenez le col » — après quoi il avait lui-même regagné l'Allemagne. Nous ressemblions à la sentinelle romaine qui avait continué à monter la garde pendant que le Vésuve envahissait Pompéi.
Nous avions survécu à la plus grande guerre de l'Histoire, mais si nous voulions survivre à la paix la plus sanglante de l'Histoire, il nous fallait atteindre les lignes américaines, à plus de 300 km de là. Ce n'était pas que nous croyions beaucoup à l'esprit chevaleresque des Américains, mais du moins étaient-ils des Anglo-Saxons, civilisés et chrétiens à leur manière, alors qu'autour de nous, dans la vallée, il n'y avait que les hordes mongoles, les Tatars d'un Gengis Khan motorisé — Staline. Je savais qu'il nous fallait choisir entre deux solutions : être battus .1 mort par des hommes des cavernes ou nous soumettre à une forme d'exécution plus civilisée.
Pour atteindre la Bavière et les lignes américaines, nous devions traverser l'Elbe, contrôlé par les Russes, mais nous avions encore confiance en notre force et nous en avions vu d'autres. Des soldats allemands ne succombent pas facilement. Nous pouvions être vaincus mais non point écrasés.
Pendant toute une journée, le capitaine d'artillerie Kuell avait essayé en vain de contacter le Q.G. du maréchal Schôrner. Il réussit enfin à entrer en contact avec le G.Q.G. à Flensburg. J'étais près de lui et je le vis blêmir. Lorsqu'il ôta son casque d'écoute, il tremblait de  tous ses membres cl me dit avec peine :
_C'est la lin... La Wehrmnacht capitule sur tous les fronts. Keitel a déjà signé l'armistice... Capitulation sans conditions...
Il s'essuya le visage et accepta la cigarette que je lui offrais.
— La patrie est perdue, murmura-t-il en regardant dans le vide. Que va-t-il se passer, maintenant ?
Soudain, nous comprîmes pourquoi les Russes n'avaient pas essayé de franchir le col : le commandement soviétique savait que la guerre allait finir — à quoi bon sacrifier des soldats deux minutes avant midi ? Mais notre présence était connue : six heures après l'annonce officielle de la capitulation allemande, des avions russes survolèrent nos positions et lâchèrent des tracts nous invitant à déposer les armes et à descendre dans la vallée en arborant un drapeau blanc. Les tracts disaient : « Officiers et soldats allemands, si vous obéissez aux instructions, vous serez bien traités. Vous recevrez la nourriture et les soins médicaux dus aux prisonniers de guerre aux termes des articles de la Convention de Genève. La destruction du matériel et des équipements est strictement interdite. Le commandant allemand local sera responsable de la reddition en bon ordre de ses hommes. »
Si notre situation n'avait été aussi sérieuse, nous aurions ricané de cette allusion à la Convention de Genève, que le Kremlin n'avait ni signée ni reconnue. L'Armée rouge pouvait nous promettre n'importe quoi en se référant à une convention dont les clauses ne la liaient pas...
Le lendemain matin, nos sentinelles virent une voiture de reconnaissance soviétique se diriger vers nos positions arborant un grand drapeau blanc. J'ordonnai à mes hommes de ne pas tirer et à un peloton de s'aligner. Nous étions tous rasés et en tenue correcte. Je voulais recevoir les officiers soviétiques avec respect. Mais la voiture s'arrêta à trois cents mètres de nos postes avancés et, au lieu de nous envoyer des parlementaires, l'ennemi s'adressa à nous an moyen d'un haul parleur :
— Officiers et soldats de la Wehrmacht, le haut commandement soviétique sait qu'il y a parmi vous des fanatiques nazis et des criminels de guerre qui pourraient essayer de vous empêcher d'accepter les termes de l'armistice et, conséquemment, de rentrer chez vous. Désarmez les criminels de la SS et du SD, et livrez-les aux autorités soviétiques... Officiers et soldats de la Wehrmacht, désarmez les criminels de la SS et du SD ! Vous serez généreusement récompensés et autorisés à rejoindre vos familles...
— Sales menteurs ! dit en ricanant l'Untersturmfiihrer Eisner en observant les Russes dans ses jumelles. Autorisés à rentrer chez eux... Elle est bien bonne !
L'ennemi connaissait mal les soldats allemands qu'il combattait depuis si longtemps. La lâcheté et la trahison n'avaient jamais été notre fort — ni la naïveté. Ils nous avaient, depuis juin 41, qualifiés de « criminels fascistes » ou de « chiens nazis », et, dans le passé, n'avaient jamais fait de distinction entre les diverses armes. Pour Staline, Wehrmacht, SS ou Luftwaffe, c'était tout un — mais à présent il essayait de dresser la Wehrmacht contre la SS et vice-versa...
Le haut-parleur recommença à glapir. Eisner se mit au garde-à-vous et me dit :
— Herr Obersturmfiihrer, je demande la permission d'ouvrir le feu.
Le colonel Steinmetz, qui commandait le petit groupe d'infanterie motorisée, protesta :
— Il n'en est pas question ! On ne tire pas sur des parlementaires.
— Des parlementaires, Herr Oberst ? s'écria Eisner avec un sourire amer. Ils s'abritent derrière un drapeau blanc pour faire de la propagande communiste...
— Quand même, dit le colonel, nous pouvons leur dire de se retirer, mais nous ne devons pas tirer.
Officier de la Wehrmacht, le colonel Steinmetz n'avait pas d'autorité sur les SS, mais comme il était mon supérieur en grade el comme je voulais éviter toute discussion inutile, surtout devant les hommes, je lui rappelai poliment que j'avais la charge du col et de ses défenseurs. Mon intervention parut quand même le vexer.
Le haut-parleur glapissait toujours. Eisner haussa les épaules et se remit à observer l'ennemi aux jumelles. J'échangeai un regard avec Erich Schulze. Eisner et lui étaient mes compagnons d'arme depuis plusieurs années. Bernhardt Eisner avait été mon bras droit depuis 1942. C'était un combattant calme et dur. Son père et son frère aîné, propriétaires terriens, avaient été tués par les communistes au cours de la brève « révolution prolétarienne » qui avait suivi la Première Guerre mondiale. Pour Bernhardt, aucun communiste n'aurait dû être laissé en vie. Schulze, qui avait rejoint mon bataillon en 1943 était plutôt une tête chaude, mais il était toujours discipliné.
A quelques pas de nous, deux jeunes soldats étaient accroupis derrière une mitrailleuse lourde, pointée sur la voiture soviétique. Ils avaient à peine dix-neuf ans. Mobilisés en 1944, ils n'avaient pas connu les véritables épreuves de la guerre.
Je demandai un micro et m'adressai aux Russes :
— Ici le commandant allemand. Nous n'avons pas reçu confirmation officielle de l'armistice et nous tiendrons nos positions jusqu'à ce qu'elle nous soit parvenue. Je demande au commandement soviétique de me faire tenir un document authentique relatif à l'armistice. Je demande également que le groupe de propagande soviétique s'abstienne d'utiliser le drapeau blanc pour faire de la propagande subversive. Je demande à ce groupe de se retirer dans les cinq minutes. Passé ce délai, je donnerai ordre d'ouvrir le feu.
— Officiers et soldats allemands, désarmez les crimi¬nels de la SS et du SD et livrez-les aux autorités soviétiques ! Vous serez généreusement récompensés et auto¬risés à rentrer chez vous...
Je répétai nui mise en demeure. II y eut une pause, puis le haut- parleur se remit à débiter ses injonctions :
— Officiers et soldats allemands, désarmez les criminels de la SS et du SD...
J'ordonnai :
— Feu !
La voiture prit feu, puis explosa. Lorsque la fumée et la poussière se dissipèrent, nous vîmes deux soldats soviétiques s'enfuir sur la route.
— Ça devrait leur suffire pour l'instant, dit Eisner en allumant une cigarette. C'est le seul langage qu'ils comprennent.
Une heure plus tard, une escadrille de Stormoviks sortit des nuages, avec l'intention manifeste de nous mitrailler et de bombarder nos positions. Mais, pour nous atteindre, il leur fallait voler à l'horizontale entre Les hautes parois rocheuses, puis piquer sur le petit plateau que nous occupions. Les pilotes russes connaissaient leur métier, mais la chance n'était pas avec eux. J'avais déployé huit 88 et dix mitrailleuses lourdes de manière à couvrir cet étroit corridor, et nos servants, eux aussi, connaissaient leur métier. En quelques minutes cinq des appareils furent abattus, deux autres touchés, et un troisième alla s'écraser contre une paroi rocheuse de cent mètres. Les quatre derniers abandonnèrent la partie et disparurent dans les nuages. Nous vîmes deux pilotes soviétiques descendre en parachute. L'un des deux heurta un rocher, manqua son atterrissage et tomba dans le vide. L'autre, un jeune lieutenant, atterrit sur un de nos camions. Nous le fîmes prisonnier. Le capitaine Ruell, qui parlait parfaitement le russe, l'accueillit d'un " Zdrastvuitié, tovarich ! » qui parut surprendre notre visiteur. Mes hommes le fouillèrent. Je lui rendis'son livret matricule et même son Tokarev automatique, après en avoir ôté le chargeur. Cela parut le surprendre encore davantage. Il essaya en vain de sourire et dit :
_ La guerre est finie... Plus tuer... Plus tatatata... Il cachait si mal sa terreur que je ne pus m'empêcher de sourire. On devait lui avoir dit que les Allemands étaient des mangeurs d'hommes.

— Plus de tatatata, hein ? dit Schulze.
— Da, da... Plus de guerre...
Schulze lui donna une bourrade dans le ventre.
— Plus de guerre, mais il y a cinq minutes encore tu voulais nous démolir...
— Ja, ja, répéta le Russe, les yeux fixés sur les insignes SS de Schulze.
— Laissez-le, dit le capitaine Ruell. Vous lui faites peur.
La présence du capitaine parut rassurer un peu l'autre.
— Ne laissez pas les SS me tuer, dit-il... Il n'y a que huit mois que je vole. Je voudrais rentrer chez moi...
— Et nous donc ! répliqua le capitaine Ruell avec un sourire amer. Figurez-vous que nous nous battons depuis cinq ans !
— Ne laissez pas les SS me tuer...
— Les SS ne vous tueront pas.
Schulze lui offrit une cigarette, que le pilote prit en tremblant, puis lui tendit une gourde de rhum.
— Tiens, tovarich. Bois un coup de bonne vodka SS... Comprenant que sa vie n'était pas en danger, le Russe se détendit.
— Notre commandant dit vous pas vouloir vous rendre, dit-il. Vous devoir vous rendre... Il y a deux divisions dans la vallée ; quarante chars et artillerie lourde doivent arriver dans un jour ou deux.
— Tu en as dit assez pour passer en conseil de guerre, tovarich ! s'écria Schulze en lui donnant une claque dans le dos
— Vous ne devez pas parler à l'ennemi de l'état de vos forces, lui expliqua en russe le capitaine Ruell.
— J'ai seulement dit que l'artillerie lourde est en route.
— On s'en fout, dit Schulze en haussant les épaules. Il y a une montagne entre ton artillerie et nous.
Le Russe hocha la tête et montra du doigt une crête à six ou sept kilomètres vers le sud-est.
— La montagne pas vous aider. L'artillerie s'installer là.
— C'est absurde, dis-je. Il n'y a pas de route.
— Il y a une route, dit le capitaine Ruell. Au début de mars, nous avions cinq Bofors là-haut.
Je vérifiai sur la carte. C'était exact. Si les Russes installaient de l'artillerie lourde sur cette hauteur, ils pourraient nous atteindre par tir direct.
Nous donnâmes au pilote un bon repas et le laissâmes partir. Follement heureux, il nous promit de tout faire pour nous si nous nous retrouvions après nous être rendus.
— Nourriture, vodka, cigarettes, Kamerad ! Je m'appelle Fjodr Andrejevitch. Je dirai à notre commandant vous bons soldats, bien vous traiter...
— Mais oui, mais oui, grogna Eisner en le regardant s'éloigner. Dis ça à ton commandant et tu seras toi-même fusillé comme un sale fasciste... Nous n'aurions pas dû le laisser partir. Il a.vu tout ce que nous avons.
— Nous n'avions pas le choix, dit sèchement le colonel Steinmetz. La guerre est finie, Herr Untersturmfiihrer.
— Pas pour moi, Herr Oberst, répliqua calmement Eisner. Pour moi, la guerre sera finie quand je reverrai ma femme et mes deux fils. Ce sera la première fois depuis août 43... Et j'ai l'impression qu'elle n'est pas I mie pour les Russes non plus : ils nous ont tout de même envoyé leurs bombardiers !
Je le pris à part et lui dis d'un ton confiant :
— Ne t'en fais pas pour Ivan, Bernhardt. Que peut-il dire ? Que nous avons des hommes, des armes, des chars 61 des canons ? Plus il en dira, moins ils seront pressés de venir jusqu'ici... Nous en avons tué assez pour nous permettre d'en relâcher un !
Eisner ricana.
J'ai lu quelque part que, pour les colons américains, [es seuls bons Indiens étaient des Indiens morts. A mon avis, c' est également vrai pour les bolcheviks.
Ce pilote n'en est peut-être pas un.

Peut être pas... pas encore. Mais pour moi, un type qui sert Staline est toujours bon à tuer. (Il alluma une....................................................................

Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2010

ERWAN BERGOT: BATAILLON BICEARD



PRESSES DE LA CITΈ
PARIS 1977 Σελ. 293
XVII 
Mars 1954.

— Le patron a été convoqué à Hanoi.
— On va nous envoyer à Diên Bien Phu ?
La question trahit à la fois un espoir et une crainte. L'espoir de s'en aller, de laisser cette mission sans gloire à laquelle, depuis son retour de Seno, le bataillon est attelé : garder les appareils basés sur l'aérodrome de Cat Bi, près de Haiphong, que des commandos-suicide ont reçu l'ordre de détruire à tout prix. Et la crainte d'arri­ver trop tard pour participer à la bataille que Giap s'est enfin décidé à livrer.
Sur leur terrain d'aviation, les paras du 6e n'ont d'autre distrac­tion que l'écoute de la radio et ils ont suivi, comme le monde entier, le récit des deux premières offensives ennemies. Pour eux, la chute du point d'appui Béatrice, dans la nuit du 13 au 14 mars, a été une surprise douloureuse. Ils connaissent la combativité de la Légion, ils savent que la 13° demi-brigade est l'une des unités d'infanterie les plus solides et ils n'ont pas compris. Ou plutôt, ils le compren­nent trop bien. Giap veut gagner, et il met tous les moyens de son côté.
Le lendemain, la chute du point d'appui Gabrielle leur a claire­ment montré la tactique adoptée par le Vietminh : démanteler, un par un, chacun des avant-postes qui protègent le camp retranché.
— La surprise a dû être cruelle, observe Prigent.
Il n'y a pas trace de sarcasmes dans cette phrase. Ni le Mousse, ni ses camarades ne s'arrogent le droit de juger, de critiquer.
— La roue tourne. Ceux de Diên Bien Phu apprennent le prix de (115) la ténacité devant un assaut, quand les Bo-Doïs se jettent, par mil­liers dans les barbelés en hurlant, sans se soucier de la mitraille ou des obus...
— Le bataillon rentre au séminaire. Officiel...
— Alors, dit Prigent : c'est pour Diên Bien Phu.
Deux heures plus tôt, Bigeard est arrivé, dans le petit bureau du général Cogny.
— J'ai besoin de vous à Diên Bien Phu. Tout va mal. Vu de Hanoi, l'affaire me paraît mal commandée...
Une ombre est passée sur le visage énergique de Bigeard. En un instant, il a revécu les vingt mois écoulés. Tu Lê, Nan San, Lang Son, le Delta, Seno... Une longue route, des efforts incessants, de la fati­gue, du sang. Il n'a pas besoin de longues explications pour com­prendre qu'on lui demande de se sacrifier. Une fois de plus. Probable­ment la dernière. La bonne. Doit-il envoyer en enfer ces hommes qui sont presque arrivés au terme de leur séjour ?
— Mon général, mon bataillon, en vingt mois d'Indochine n'a jamais eu le temps de souffler. Mes hommes ont mérité de rentrer en France. Si vous estimez que ma place est là-bas, je suis prêt à partir avec n'importe quelle autre unité.
Cogny secoue la tête :
— Non, Bigeard. Votre bataillon est indispensable.
Si c'est une flatterie, elle échappe à Bigeard. Il n'a retenu que l'ordre donné.
— Quand sautons-nous ?
— Demain...
Le bataillon est arrivé le soir même à Hanoi. A peine débarqués des camions, les commandants de compagnie ont été convoqués au PC.
— Nous sommes en alerte aéroportée. Demain, nous sautons sur Diên Bien Phu.
Le silence qui a accueilli la nouvelle a mal été interprété par Bigeard. Il regarde un à un ses vieux fidèles, Lepage et Trapp, Le Boudée et De Wilde. Perret, Elise, Bourgeois. Ils ont maigri, et por­tent les stigmates d'une fatigue jamais complètement éliminée.
— Je sais ce que vous pensez, reprend Bruno d'un ton chaleureux. Nous avons été de toutes les fiestas et nous avons, dans les jambes, un sacré nombre de kilomètres.
Il baisse la tête, jette un œil sur les imprimés portant les ordres d'opération. Quand il la relève, il a changé de ton :
— Ça va mal. Les Thaïs qui tenaient le piton Anne-Marie ont abandonné leur position sans combats. Us ont  décidé  que  cette affaire ne les concernait plus et sont rentrés à la maison. Et le colo­nel commandant l'artillerie s'est suicidé dans son abri. Les visages des lieutenants sont de marbre.
— J'ai demandé à Cogny de vous laisser tranquilles, et lui ai dit que j'étais prêt à partir avec n'importe quel autre bataillon...
— Mon commandant, réplique Trapp de sa voix sèche : vous ne pensez tout de même pas que nous souhaitons rester hors du coup ? Nous sommes fatigués, nous désirons tous rentrer en France. Mais ce que nous souhaitons ne compte pas.
— Tout à fait d'accord, enchaîne Bourgois : nous sommes les meilleurs. Nous partons avec vous. C'est normal.
16 mars 1954.
Pour prendre l'axe de largage en évitant l'artillerie et la DCA les 42 Dakotas qui transportent le 6e abordent la longue plaine de Diên Bien Phu par le sud. A droite la Nam Youm enroule ses méandres au milieu du paillasson jaunâtre des rizières incultes, piquetées d'obus. A gauche et en retrait, un grand point d'appui ovale, Isabelle, étale ses blockhaus, ses alvéoles d'artillerie et ses tranchées comme autant de cicatrices blêmes.
Au loin, vers le nord, émergeant à peine de la poussière et des fumées qui avalent l'horizon, les paras devinent une large tache claire. C'est le réduit central, Diên Bien Phu.
Une par une, les quatre compagnies atterrissent sur ce qui fut, quatre mois plus tôt, la DZ « Simone ». En même temps qu'elles, atterrissent aussi les obus de 105 et les torpilles de 120 que les artil­leurs de Giap envoient, à profusion.
Pour les paras, la prise de contact est rude. En un instant, ils comprennent mieux les revers subis depuis trois jours par la garnison. La terre vibre, les éclats sifflent. Ils griffent, ils mordent. Déjà les compagnies comptent leurs premiers blessés, leurs premiers morts.
A côté de Hamel, dont le visage parut naguère en couverture de Paris-Match et dont le bras pend, arraché et sanglant, Pluchard est allongé, la jambe brisée. Pour fixer une attelle, Lecoq, l'infirmier, a déchiré le pantalon :
— Pour te le faire réparer, tu n'auras qu'à demander une per­mission à Balliste : il y a des villages thaïs, comme à Ban Som !
Pluchard accueille la proposition par une bordée d'injures. Il est solide. Dans un mois, il rejoindra, en boitant, sa compagnie sur Eliane 10.
Une jeep traverse la plaine en zigzaguant, poursuivie par les obus.
Au volant, Bigeard. Il s'était déchiré un muscle à Seno. Il vient de se fouler la cheville. Il a sa tête des mauvais jours. Ce qu'il vient de voir à Isabelle a confirmé les propos de Cogny, la veille :
— L'affaire paraît mal engagée...
Tout à l'heure, Botella, le patron du 5' BPVN, parachuté la veille, confirmera cette fâcheuse impression :
— C'est un beau bordel, tu auras du mal à changer quoi que ce soit.
Et pourtant, dans le camp retranché, on attend des miracles de Bigeard. Lorsque la nouvelle de son arrivée a été confirmée, le moral est remonté immédiatement.
Depuis trois jours, les jeunes officiers, les petits gradés et les sol­dats se rendaient compte que leurs chefs avaient en même temps découvert les effets du pilonnage intensif et leur propre impuissance. La mort de Gaucher, le patron de la 13°, seul colonel capable de réagir face aux Viets, le suicide de Piroth incapable de tenir ses engage­ments, ont durement été ressentis. Et tout le monde attendait le prochain assaut avec cette angoisse que l'on éprouve devant les coups imprévisibles mais imminents. Et puis, Bigeard est arrivé.
— S'il a accepté de se fourrer dans ce merdier, c'est peut-être que ce n'est pas foutu ?
— Dites donc, chef, pourquoi nous a-t-on collés ici ?
— Tais-toi et creuse...
Garanger se redresse, repousse son casque sur le sommet de sa tête et ricane : — Ça me rappelle une histoire. (Il prend une voix aiguë et mime :) — Dis, maman, pourquoi grand-père il est toi il froid ? — Tais-toi et creuse...
Quelques paras rient, tout en continuant à manier la pelle-pioche. Ils ne perdent pas une seconde. A leur arrivée dans le camp retran ché, des guides les ont conduits sur un bout de colline jaune et pelée qui descend en pente douce vers la rivière.
— Installez-vous là, vous êtes en réserve de contre-attaque.
« Là », ils l'ont appris de leurs voisins, les petits Vietnamiens du 5e BPVN parachutés la veille, c'est Eliane 4. Autant dire rien. Sur la carte, la forme d'un fer à cheval. D'en bas, on penserait davantage à une sorte de croissant de pâtissier. Au centre le plus haut des trois pitons — 468 m —, s'appelle Eliane 1. Il est tenu par mu-moitié d'un bataillon de Marocains, le 1/4 RTM. Les branches sont vides. Le 6e occupe les flancs et la base internes du croissant, poni l'instant hors de la trajectoire des 105 adverses.
— Heureusement, observe Prigent. Je nous imagine mal camper sur ce billard, sans le moindre endroit pour s'abriter.
De fait, seul le sommet d'Eliane 1 a été aménagé, en défensive à l'est. Le reste a été négligé. Voici quelques semaines, un bulldozer du génie a entrepris de creuser dans les parois quelques alvéoles rec­tangulaires destinés à abriter le PC de Castries dès que commencera la saison des pluies, mais ce travail est resté à l'état de projet à peine ébauché. Les préoccupations du GONO ont brusquement changé de direction.
Les compagnies du 6e s'installent donc, en catastrophe, dans ces trous auxquels manque un toit et surtout le matériel pour l'édifier. Alors, ils réduisent leurs prétentions et préfèrent creuser des trous-bouteille, imités des Viets, plus faciles à protéger par des caisses d'obus, en bois remplies de terre qui stoppent les éclats à défaut d'ar­rêter les obus. Mais, comme le dit Allaire en spécialiste des mortiers :
— Le coup au but est le coup au but. On n'y peut rien...
A la nuit, les quatre compagnies sont installées. Prêtes à inter­venir au profit du prochain point d'appui attaqué. Tout à l'heure, sous la conduite de Bigeard, lui-même escorté de Botella, le patron des Bawouans, qui possède vingt-quatre heures d'ancienneté sur le 6 à Diên Bien Phu, les commandants de compagnie sont allés sur la crête d'Eliane inspecter le paysage.
— Au nord, a expliqué Botella, les Dominiques, ces deux pitons jumeaux séparés par la route. Le plus bas — la cote 490 — Domini­que 1. Le plus près, le piton rouge, — cote 505 — Dominique 2. Au sud-est, Eliane 2. — coe 464 — et la croupe qui la prolonge, vers le nord-est, ce sont deux pitons anonymes où les Marocains installent des sonnettes.
Bigeard porte ses jumelles à ses yeux. La colline qui prolonge Eliane est ronde, pelée, simplement striée de quelques tranchées.
— Si un jour Eliane 2 est attaquée, dit Bigeard, ce sera à partir de ce piton : il fera une excellente base de feux ennemis.
Il se tourne vers Allaire :
— Règle dessus un tir d'interdiction. Désormais, on l'appellera le mont Chauve. Et derrière, la colline qui lui fait suite et n'est qu'une croupe permettant d'accéder au mont Chauve sera le mont Fictif.
Il s'efforce d'être précis, mais tout ce qu'il a vu dans la cuvette le met mal à l'aise. Il trouve les positions trop modestement implan­tées, les hommes dépourvus de cette flamme qui fait des vainqueurs. Enthousiastes il y a moins d'une semaine, ils n'ont pas encore sur­monté le découragement des premiers combats perdus.
Tout à l'heure, quand il a vu de Castries, il lui a trouvé mauvaise mine. Il a surtout pensé que son entourage manquait de punch. Sauf un : Langlais. Pourtant entre les deux hommes, qui se connaissent à ....................