Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2012

ΣΤΕΦΕΝ ΓΟΥΕΜΠ:ΑΛΕΞΙΠΤΩΤΙΣΤΕΣ Επίλεκτοι αλλά επικίνδυνοι.

Οι Παράς, οι επίλεκτες μονάδες αλεξιπτωτιστών της Γαλλίας, υπήρξαν αντικείμενα λατρείας ή φόβητρα. Τους ελάτρευσαν οι κ ο λ ό ν (έποικοι) της Αλγερίας για την ορμητικότητά τους, το νεανικό τους σφρίγος, τον ασκητισμό τους και την αποτελεσματικότητα τους. Ήταν φόβητρα για τους Βιετμίνχ και τους Αλγερινούς επαναστάτες, γιατί ήταν ατρόμητοι και αδί­στακτοι. Όπως όλες οι μονάδες εφόδου σε κάθε χώρα, έτσι και οι Γάλλοι αλεξιπτωτιστές καλ­λιεργούσαν έναν δικό τους μυστικισμό κι έναν θρύλο που τους ξεχώριζε από τον υπόλοιπο στρα­τό. Με τους μπερέδες τους και με την καμουφλαρισμένη στολή τους είχαν χτυπητή εμφάνιση όπως επίσης και με την αυτοπεποίθηση τους, το αγέρωχο ύφος και την έννοια της αυτοθυσίας, Περιφρονούσαν συστηματικά ό,τι θεωρούσαν ότι ήταν η συμβιβαστική μετριότης, η καθημερινή χυδαιότης και η χαμέρπεια της πολιτικής ζωής. 'Ισως ο συνταγματάρχης Μπιζάρ, τον οποίο ο Ζαν Λαρτεγκύ παρουσίασε ως συνταγματάρχη Ρασπεγκύ στο μυθιστόρημα του «Οι Κεντυρίωνες», ενσάρκωνε τα ευγενέστερα χαρακτηριστι­κά και το ομαδικό πνεύμα των αλεξιπτωτιστών.
Στη κινηματογραφική μεταφορρά του έργου  το ρόλο του
 σκληροτράχηλου  συνταγματάρχη Ρασπεγκύ  ερμήνευσε
ο αξέχαστος  Άντονυ Κουήν.
Γεννημένος ηγήτωρ που αποστρεφόταν να δέχε­ται διαταγές, ο Μπιζάρ είχε ενστερνισθή τη ρή­ση του Καλόν: «Είναι δυνατό να γίνη, έγινε! Είναι αδύνατο να γίνη, θα γίνη!». Οι προϊστά­μενοι του τον θεωρούσαν ανυπότακτο, οι συνά­δελφοι του ανυπόφορο — ο ίδιος αξίωνε τα πάν­τα από τον εαυτό του και από τους άνδρες του στις επικίνδυνες καταστάσεις. Κι οι άνδρες τον τον αγαπούσαν γι' αυτό. Απευθυνόταν στους άνδρες του σε οικείο ενικό, τους έλεγε ακατά­παυστα: «Μάθε να κοιτάς τον θάνατο κατά πρό­σωπο. Γεννήθηκες για να πεθάνης. Και πρέπει να πας εκεί που πηγαίνουν οι άνδρες όταν πε­θαίνουν!». Περιγράφοντας τους αγαπημένους των Ευρωπαίων κατοίκων της Αλγερίας — τους ψηλούς, με υπέροχο παράστημα άνδρες του «Τρί­του Αποικιακού Συντάγματος Αλεξιπτωτιστών», που φορούσαν ένα ιδιαίτερο πηλήκιο με γείσο σχεδιασμένο από τον ίδιο —- ο Μπιζάρ έγραφε: «Οι άνδρες του συντάγματος αυτού είναι ωραίοι, περήφανοι και θαρραλέοι... Οι παράς μας είναι ό,τι ανδρικότερο μπορεί νά γίνη: υγιείς, φίλαθλοι, γεμάτοι ανθρωπιά και αλκή».
Όπως  τόσοι άλλοι αξιωματικοί των αλεξι­πτωτιστών, ο Μπιζάρ είχε διδαχθή την τεχνική του κομμουνιστικού επαναστατικού ανταρτοπόλε­μου στην Ινδοκίνα, όπου ως διοικητής ενός α­πομονωμένου λόχου στην ύπαιθρο της Τάυ είχε εκπαιδεύσει τις μονάδες του για να μπορούν να ζουν και να πολεμούν όπως οι Βιετμίνχ. 
Η τύχη της Γαλλικής Ινδοκίνας  είχε κριθεί  από τα 1943 αλλά οι Γάλλοι πολιτικοί 
είτε το αγνοούσαν, είτε το εγνώριζαν και σιωπούσαν. Με ημερομηνία  25/11/1943 
ο στρατηγός Stilwell είχε καταγράψει τις προθέσεις του Αμερικανού Προέδρου
 μέσα σε δύο μόνο προτάσεις: " Σχέδιο του F.D.R σχετικά με τη Γαλλική Ινδοκίνα: 
τρείς ανώτεροι αξιωματούχοι, ένας Κινέζος, ένας Βρετανός και ένας Αμερικανός. 
Δεν πρόκειται να επιστραφεί στη Γαλλία. (J.W Stilwell: L' aventure chinoise σελ.229)
Για τον γαλλικό στρατό και ιδιαίτερα για τους καθολι­κούς, συντηρητικούς και φιλόδοξους μόνιμους αξιωματικούς των αλεξιπτωτιστών, ο πόλεμος στις κοιλάδες και στους ορυζώνες υπήρξε μια οδυνηρή εμπειρία. Αντιμετωπίζοντας τους ά­τρωτους και ασύλληπτους αντάρτες, που διέφευ­γαν σαν καπνός, οι αξιωματικοί είδαν να αχρη-στεύωνται όλα τα στρατιωτικά αξιώματα της Δύσεως. Αναζητώντας τους λόγους της ήττας του στην Ινδοκίνα ο γαλλικός στρατός προχώ­ρησε πέρα από την εξέταση της στρατηγικής και της τακτικής που είχε χρησιμοποιήσει. Ζητού­σε μια ολοκληρωτική εξήγηση για την εφιαλτι­κή κατάσταση από την οποία είχε περάσει. Με πραγματικό πάθος διανοουμένων ορισμένοι αξιω­ματικοί αλεξιπτωτιστών (και συγκεκριμένα ο συνταγματάρχης Τρενκέ στο βιβλίο του «Ο σύγχρονος πόλεμος») αποκάλυψαν ότι ο γαλλι­κός στρατός είχε αποδυθή σ' έναν αγώνα στον οποίο οι κομμουνιστές αντάρτες δεν έριξαν μόνο τα σώματα, αλλά και τις ψυχές των κατοίκων όπου διεξάγονταν οι εχθροπραξίες. Το συμπέ­ρασμα ήταν ότι οι Βιετμίνχ είχαν θριαμβεύσει γιατί είχαν εξασφαλίσει τη συνενοχή του πλη­θυσμού. Έτσι σε κάθε επαναστατικό πόλεμο ο κύριος συντελεστής φαινόταν να είναι η ψυχή του πληθυσμού, που έπρεπε να καμφθή όχι μόνο με τις ξιφολόγχες και με τους βομβαρδισμούς, αλλά και με την εξαντλητική προπαγάνδα. Παρό­λο πού ελάχιστοι αξιωματικοί απ' όσους υπηρέ­τησαν στην Ινδοκίνα γλίτωσαν από την «κίτρι­νη μόλυνση» (όπως χαρακτηρίζεται η επαφή με το είδος του κομμουνιστικού ανταρτοπολέμου),εκείνοι  που είχαν ενστερνισθή ολοκληρωτικά τις θεωρίες του πολέμου αυτού και της ψυχολογικής διεξαγωγής του, καθώς και τις σχέσεις μεταξύ πολιτικής και πολέμου, ήταν oι επαναπατριζόμενοι  αιχμάλωτοι. Οι στρατιωτικοί αυτοί είχαν υποστή τη «στρατηγική τού επαναστατικού πολέμου στην Κίνα» του Μάο Τσε - τούνγκ και είχαν ακούσει ατέλειωτες διαλέξεις πολιτικών κομισαρίων σε στρατόπεδα «αναμορφώσεως» των Βιετμίνχ. Ήταν τώρα πεπεισμένοι ότι έπρεπε να εφαρμόζωνται αδίστακτα oι αρχές της λεγόμενης «αρπαγής τών μαζών», για την επίτευξη  των στρατιωτικών στόχων. Όμως η διδασκαλία  του επαναστατικού ανταρτοπόλεμου και η εξώθηση του ως τα άκρα δεν ήταν το μόνο μάθημα που είχε διδαχθή ο γαλλικός στρατός στηv Ινδοκίνα. Εκείνο που προ παντός είχε μάθει ήταν νά προσβλέπη στους πολιτικούς της Γαλλικής Δημοκρατίας με έσχατη περιφρόνηση, όχι μόνο γιατί τους έταξαν να επιτελέσουν ένα  ανέφικτο καθήκον, αλλά τους αρνήθηκαν και τα μέσα της επιτυχίας. Για τον στρατό, και ιδιαίτερα για τους αλεξιπτωτιστές, ο πόλεμος στην  Ινδοκίνα ήταν η εποποιία μιας φούχτας συναδέλφων, που την αποτόλμησαν σ' ένα απομακρυσμένο μέτωπο, ξεχασμένοι από κείνους που τους είχαν στείλει εκεί να πολεμήσουν και να πεθάνουν. «Στραφήκαμε προς τους εαυτούς μας, ζούσαμε με τους εαυτούς μας, γίναμε ευαίσθητοι και ευέξαπτοι όπως οι άνδρες που γδέρνονται ζωντανοί», έγραφε ένας λοχαγός. «Αλλά πόση  υπήρξε η απελπισία που νιώθαμε, όταν η ίδια η χώρα μας  μάς  απαρνιόταν και πόσο πολύ χρειαζόμαστε τότε τήν ανάγκη της αδελφοσύνης!» Αν είχε μεσολαβήσει μιά ανάπαυλα ολίγων ετών μεταξύ του τέλους του πολέμου στην Ινδοκίνα και της εκρήξεως της επαναστάσεως στην Αλγερία, οι αλεξιπτωτιστές θα είχαν ίσως αφομοιώσει τις εμπειρίες τους. Δεν τους δόθηκε όμως χρόνος. Αποδίδοντας με αυταρέσκεια την ήττα τους στις προδοτικές δραστηριότητες τού Μαντές - Φρανς, των κομμουνιστών, των αριστερών και του γαλλικού αντιπολιτευόμενου τύπου, οι αλεξιπτωτιστές βρέθηκαν στην Αλγερία, αποφασισμένοι να κερδίσουν εκεί το είδος του πολέμου που είχαν χάσει στους ορυζώνες και στα οροπέδια. Δέν σκοτίστηκαν όμως για να κατανοήσουν την αιτία τής επαναστάσεως και τα κίνητρα της εξεγέρσεως, που είχε σαρώσει τη γαλλική παρουσία στην Ινδοκίνα, θεωρώντας ότι είχαν μετάσχει σ' έναν επαναστατικό πόλεμο, τον οποίο υποκινούσαν τα Σοβιέτ, προτιμούσαν να πιστεύουν ότι είχαν ηττηθή όχι από την ακατανίκητη απήχηση που είχαν οι πολεμικές επιδιώξεις του αντιπάλου, αλλά από την ικανότητα του να ελέγχη και να κυριαρχή στα πνεύματα του πληθυσμού. 


Το σημαντικότερο συμπέρασμά τους ήταν ότι η ισορροπία του τρόμου, που ακινητοποιούσε τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Σοβιετική Ένωση, επέτρεπε στην τελευταία να υποδαυλίζη επαναστατικούς πολέμους σε διαλεχτά αδύνατα σημεία σ' ολόκληρη την υφήλιο. Έτσι, όταν ξέσπασε η αλγερινή εξέγερση, την ερμήνευσαν ευχερέστατα με βάση τη στρατηγική αυτή θεωρία τους. Ταυτίζοντας την αλγερινή ανεξαρτησία με την ουδετερότητα, και την ουδετερότητα με τη σοβιετική δορυφοροποίηση, οι αλεξιπτωτιστές είδαν τους εαυτούς τους σαν Ρωμαίους κεντυρίωνες που υπεράσπιζαν τον πολιτισμό από τις επιδρομές των βαρβάρων, εξ ονόματος μιας αχάριστης πατρίδας που έτεινε να τους εξαπατά και να τους. προδίδη.
Οι φρικιαστικές υπερβολές τους στην καταστολή της τρομο-κρατίας και της δράσεως των ανταρτών στην Αλγερία προέκυψαν από την αποφασιστικότητα των αλεξιπτωτιστών να εφαρμόσουν με επιτυχία το είδος ακριβώς του πολέμου που τόσο τους είχε ταπεινώσει στην Ινδοκίνα και από τον πολιτι­κό τους «ακτιβισμό» — την προσπάθεια δηλαδή να δημιουργήσουν έστω και με προκλήσεις ή αντίμετρα πολιτικές καταστάσεις τετελεσμένες, έξω από τα όρια των εντολών τους, που οφειλόταν στον φόβο ότι η Γαλλία μπορούσε να εγκαταλεί­ψη την Αλγερία και να τους αφαιρέση τη δυνα­τότητα της νίκης.
Ο «ιδεολογικός τους πόλεμος» απαιτούσε την ύπαρξη μιας απλής, σταθερής και καθαρής ιδέ­ας», έγραφε ο Ζαν Μαρί Ντομενάκ τον Ιανουά­ριο του 1961 στο αμερικανικό διπλωματικό πε­ριοδικό «Φόρεΐν Αφφαίρς»: «Από τη θέση αυ­τή ο στρατός προχωρούσε κάπως πειραματικά στην πολιτική δράση. Οι ηγήτορες του αντιλαμ­βάνονταν ότι οι παλιές αρχές του πατριωτισμού και της πειθαρχίας δεν αρκούσαν για να αντι­μετωπίσουν τον "ανατρεπτικό πόλεμο" και για νά επιτελέσουν την αποστολή τους αξίωναν να διαμόρφωση το κράτος μια σαφή πολιτική και να επιμένη σ' αυτήν. Καθώς το κράτος ήταν ανί­σχυρο και διηρημένο, ο στρατός φυσικά το υπο­καθιστούσε θεωρώντας κράτος τον εαυτό του. Κατά τα δέκα χρόνια των εξακολουθητικών αγώ­νων του ο στρατός είχε διαμορφώσει μια συνεπή αντίληψη των μονίμων επιδιώξεων και στόχων του ανταρτοπολέμου». Με λίγα λόγια, για να κερδηθούν οι καρδιές και τα πνεύματα των Μου­σουλμάνων, ο στρατός έπρεπε να στηρίζεται σε μιά ορισμένη κοινωνική και πολιτική φιλοσοφία, και δεδομένου ότι δεν έρχονταν από το Παρίσι οι κατάλληλες οδηγίες, οι αλεξιπτωτιστές άρχι­ζαν να αναπτύσσουν τη δική τους φιλοσοφία. Πεπεισμένοι ότι έπρεπε να διατηρηθή η ενότητα των Γάλλων και των Μουσουλμάνων και να συνεχισθή η γαλλική παρουσία στην Αλγερία, οι α­λεξιπτωτιστές προσκολλήθηκαν με τόσο πάθος στη χώρα που βρίσκονταν ώστε σε τρεις περι­πτώσεις κατά τη διάρκεια του Αλγερινού πο­λέμου αρνήθηκαν να υπακούσουν στην πολιτική εξουσία. Η πρώτη περίπτωση ήταν η 13 Μαΐου 1958, όταν εξεγέρθηκαν οι κ ο λ ό ν (άποικοι). Τους υποστήριξαν και τους στελέχωσαν οι δυ­νάμεις του στρατηγού Μασσύ, διοικητού της 10ης μεραρχίας αλεξιπτωτιστών και του στρατηγού Σαλάν, αρχιστρατήγου στην Αλγερία, με τη συγκρότηση «Επιτροπών Κοινής Σωτηρίας». Στη δεύτερη περίπτωση, τον Ιανουάριο του 1960, κατά την «εβδομάδα των οδοφραγμάτων» οι α­λεξιπτωτιστές επέτρεψαν στους κ ο λ ό ν να καταλάβουν το Γενικό Διοικητήριο όταν ο στρα­τηγός Ντε Γκωλ απέλυσε το είδωλό τους —- τον στρατηγό Μασσύ. Αλλά η τρίτη και σοβαρότερη πράξη ανυπακοής των αλεξιπτωτιστών σημειώ­θηκε κατά το πραξικόπημα των στρατηγών της 22 Απριλίου 1961.
Δεν ήταν όμως μόνο ο πολιτικός «ακτιβισμός» των αλεξιπτωτιστών που έπεισε τον στρατηγό Ντε Γκωλ και τη φωτισμένη γαλλική κοινή γνώ­μη ότι οι στρατιωτικοί αυτοί έπρεπε να τιθασευθούν. Ήταν προ παντός ο τρόπος με τον οποίο διεξήγαν τον πόλεμο.
Aπό καθαρή στρατιωτική άποψη ό γαλλικός στρατός είχε επιτύχει να έπιβληθή στους Αλ­γερινούς αντάρτες. Όσοι απέμεναν, διατηρώντας την ικανότητα τους να δρουν, ν' αντιμετωπίζουν τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και να αναδιοργανώνωνται σε απηγορευμένες ζώνες, βρίσκον­ταν στη διάθεση κινητών μονάδων αλεξιπτωτι­στών και της Λεγεώνος των Ξένων. Δεδομένου όμως ότι ο πόλεμος ήταν ουσιαστικά αγώνας αποσπάσεως πληροφοριών, δεν μπορούσε να διεξαχθή χωρίς την εκτεταμένη χρήση βασανιστη­ρίων, τις μαζικές εκτελέσεις και τη μετατροπή της Αλγερίας σ' ένα αληθινό στρατόπεδο συγ­κεντρώσεως, το οποίο αστυνόμευε ο τεράστιος στρατός κληρωτών. Το έργο του γαλλικού στρα­τού στην Αλγερία ήταν ουσιαστικά να κρατήση τον μουσουλμανικό πληθυσμό μακριά από τις πολιτικές και στρατιωτικές οργανώσεις τηςΡ.Ι.Ν. Στο έργο αυτό οι αλεξιπτωτιστές εμφανίστηκαν εμπειρογνώμονες. «Αυτό πού έχομε να κάνωμε», λέγει ο απολογητής των βασανιστηρίων συντα­γματάρχης Τρενκιέ, «είναι να οργανώσωμε τον πληθυσμό από κορυφής μέχρις ονύχων. Πέστε με φασίστα αν θέλετε, αλλά στόχος μας είναι να καταστήσωμε τον πληθυσμό πειθήνιο και να ελέγχωμε τις πράξεις του καθενός». Το να καταστή ο μουσουλμανικός πληθυσμός μια πειθήνια, εύ­πλαστη μάζα ήταν για τους αλεξιπτωτιστές το αναγκαίο προαπαιτούμενο της πολεμικής επιτυ­χίας. Και για τον σκοπό αυτόν βασάνισαν και εξετέλεσαν ανθρώπους σε μιά τεράστια κλίμα­κα. 'Ετσι π. χ., όταν τό 1955 εσφάγησαν μερι­κές εκατοντάδες Ευρωπαίων στην περιοχή της Κωνσταντίνης, οι αλεξιπτωτιστές εξετέλεσαν πάνω από 1.000 υπόπτους επί τόπου. Είναι εξ


Στρατηγός  Massu
Διοικητής της 10ης Μεραρχίας
 Αλεξιπτωτιστών
άλλου πασίγνωστο ότι η δέκατη μεραρχία αλεξι­πτωτιστών του Μασσύ εφήρμοζε συστηματικά τα βασανιστήρια σαν όπλο κατά τη «Μάχη του Αλ­γερίου» το 1957. Έχοντας περιβληθή αστυνο­μικές εξουσίες για να εξουδετερώσουν την τρο­μοκρατία μέσα στην πόλη και την απειλή της γενικής απεργίας, οι αλεξιπτωτιστές του Μασσύ δολοφόνησαν αρκετές χιλιάδες απ' όσους συνέ­λαβαν. Oι αλεξιπτωτιστές βρίσκονταν τότε σε άσχημη ψυχική διάθεση. Δυο μήνες νωρίτερα εί­χαν ταπεινωθή στο Σουέζ. «Η απογοήτευση από την επιχείρηση του Σουέζ», έγραψε ο στρατηγός Ναβάρ, «ήταν τόσο μεγάλη όσο και ο ενθουσια­σμός που είχε προηγηθή. Τίποτε δεν μπορεί να αποδώση την απελπισία των αλεξιπτωτιστών, οι οποίοι, αν και νικητές, υποχρεώθηκαν να εγκα­ταλείψουν την Αίγυπτο και να στρέψουν τα νώ­τα τους στη νίκη». Ακριβώς κατά τη κατοχή του Αλγερίου από τη δέκατη μεραρχία αλεξιπτωτιστών, ο Μωρίς Οντέν, έκτακτος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Αλγερίου και μέλος του Αλγερινού Κομμουνιστικού κόμματος, στραγγαλίστηκε από έναν αλεξιπτωτιστή — τον ανθυπολοχαγό Σαρμπονιέ — στο «ανακριτικό κέντρο» Ελ Μπιάρ, αν και ανακοινώθηκε ότι είχε διαφύγει. Στο Ελ Μπιάρ επίσης ο Ανρί Αλέγκ αρχισυντάκτης της φιλελεύθερης εφημερίδος «Δημοκρατική Αλγερία», γυμνώθηκε και δέθηκε πάνω σε μια σανίδα, λερή ακόμη από τους εμετούς των προηγουμένων θυμάτων, για vα υποστή βασανιστήρια με ηλεκτροσόκ από τους ανθυπολοχαγούς Σαρμπονιέ και Ερυλέν .
Κατά τη διάρκεια του πολέμου της Αλγερίας τα βασανιστήρια, που άρχισαν σαν μέθοδος ανακρίσεως, εξελίχθηκαν σε μέθοδο στρατιωτικών επιχειρήσεων και τελικά σε μυστικό κρατικό θεσμό. Αλλά η θηριωδία των αλεξιπτωτιστών κάθε άλλο παρά περιορίστηκε στα κρυφά κέντρα των πόλεων. Στις πολίχνες και στα χωριουδάκια του Ωρές καί της Καβυλίας οι «σπεσιαλίστες» βασάνιζαν και δολοφονούσαν τους κρατουμένους, γάζωναν με τα πολυβόλα τους Μουσουλμάνους αγρότες στις «εκκαθαριστικές επιχειρήσεις» και τους έκαιγαν ζωντανούς μέσα στις μ έ χ τ α ς (συγκροτήματα καλυβιών). Μόνον η «κατάρρευση» της 22 Απριλίου 1961 έκαμψε τη θηριωδία των αλεξιπτωτιστών και τον ξέφρενο πολιτικό τους «ακτιβισμό».
Δύο μέρες αφ' ότου οι στρατηγοί Σάλ, Ζελλέρ, Ζουώ και Σαλάν εξεδήλωσαν το πραξικόπημα τους με την ενεργό υποστήριξη της πρώτης μεραρχίας αλεξιπτωτιστών, οι πραξικοπηματίες υπέκυψαν. Για μια στιγμή είχε φανή ότι οι αλεξιπτωτιστές θά επιτίθεντο στο ίδιο το Παρίσι. Προβλέποντας όμως την αντίσταση που θα συναντούσαν από τον λαό της Γαλλίας και από τα παιδιά του που υπηρετούσαν σαν κληρωτοί στην Αλγερία, οι πραξικοπηματίες έκαμαν πίσω και οι ελπίδες για μια Γαλλική Αλγερία ενταφιάσθηκαν.
Συνέπεια της ανταρσίας ήταν ότι ο Ντε Γκωλ διέταξε να πραγματοποιηθούν οι προαγωγές του γαλλικού στρατού που καθυστερούσαν από καιρό και τις περιόρισε μόνο στους αξιωματικούς εκείνους που η νομιμοφροσύνη τους ήταν αδιαμφισβήτητη. Επί πλέον διέταξε να φυλακισθούν 200 αξιωματικοί και διέλυσε ορισμένες από τις εκλεκτότερες μονάδες αλεξιπτωτιστών της Γαλλίας, συμπεριλαμβανομένου του πρώτου ξένου συντάγματος αλεξιπτωτιστών της Λεγεώνος των Ξένων, τους οποίους επευφημούσαν με συγκίνηση οι Ευρωπαίοι καθώς έφευγαν με τα αυτοκίνητα από το Αλγέριο για να πάνε να διαλυθούν. Μπορεί να λεχθή μέ αξίωση αληθείας ότι ο μέσος όρος του αλεξιπτωτιστού συνδύαζε τα χαρακτηριστικά του ιπποτικού συναδέλφου του Λαρτεγκύ με την ψυχοσύνθεση των βασανιστών του Ελ Μπιάρ. Συλλογικά, με τις φασιστικές τους τάσεις αποτελούσαν απειλή για τη Δημοκρατία, ίσως όμως το μόνο για το οποίο μπορούν να κατηγορηθούν είναι ότι πολεμούσαν με πολύ πάθος σε πολέμους που η Γαλλία ουδέποτε έπρεπε να είχε κάνει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου