Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011

LEON DEGRELLE: MILITIA

Κεφάλαιο XXVI
Δαμάζοντας τα άλογα.

Οι ψύλλοι, σε πυκνές τάξεις έχουν εισβάλει μέσα στις στολές μας βρώμικες πια από τα χώματα.  Μερικοί αρουραίοι τρέχουν εδώ και εκεί. Ένα ποντίκι προσπαθεί να ζεσταθεί  μπροστά στη  μύτη μου στη διάρκεια των ωρών του ύπνου.

Οι συντροφιές   αυτές είναι αρκετά εποικοδομητικές  σε ότι αφορά  τη ματαιοδοξία της υπερηφάνειας μας, μια  που δεν καταφέρνουμε να  ξεφύγουμε ούτε  και από τα  μικρότερα ζωύφια, ούτε από τα πιο άθλια  και πιο βρώμικα από αυτά.
*

Όμως η ποίηση βρίσκεται παντού .Μπροστά από τα τουφέκια μας χιλιάδες σπουργίτια  χοροπηδούν ανάμεσα στους φράχτες κουνώντας ανάλαφρα τις στρογγυλεμένες κοιλίτσες τους. Ακούν από την ένα μέτρο απόσταση τα διακριτικά μας κελεύσματα σε μια προσπάθεια να καταδεχτούν να τιτιβήσουνε μαζί μας.   Έπειτα φωλιάζουν με αστείες κινήσεις μέσα στις καλαμιές : θορυβούν,τιτιβίζουν, σφυρίζουν λες και ο ασημένιος ουρανός σκορπούσε κύματα φωτεινής ιλαρότητας  πάνω από το παγωμένο τοπίο.

Υπάρχουν και κοράκια που περνούν σαν μαύρες αστραπές ολιγάριθμα και σιωπηλά: και κάθε τόσο βγάζουν τη δυνατή βραχνή κραυγή τους για να υπενθυμίσουν ότι ο Θάνατος παραμονεύει  στο πέρασμα, αυστηρός όπως και αυτά, αδηφάγος όπως αυτά με φτερό σκοτεινό και κοφτερό.
Προσπαθούμε πάντα να χαμογελούμε: στα σπουργίτια που τιτιβίζουν στα περήφανα κοράκια που περνούν.
Αλλά η καρδιά είναι καρδιά , και πίσω από το χαμόγελο των χειλιών και των ματιών διαθέτει τα φτωχά ανόητα μυστικά  του ζώου που υποφέρει.
*
Από κάθε σημείο νοιώθουμε να μας κατασκοπεύει ο θάνατος. Κάθε βήμα έχει και το τίμημά του ,βήμα βαρύ που πρέπει να γίνει ανάλαφρο, παρά το βάρος του οπλοπολυβόλου που βαραίνει ,τα πόδια που παραπατούν,τις ελώδεις  περιοχές μέσα στις οποίες  τσαλαβουτούμε, τις  μεγάλες τρύπες μέσα στις οποίες βουλιάζεις δίχως να το καταλάβεις.
Αυτή εδώ είναι η αχάριστη ζωή των όπλων, αυτή που δεν γνωρίζει ενθουσιασμούς, δεν έχει   θεατές  και που-δεν έχει σημασία πότε- μπορεί στη πορεία της  να μας μαχαιρώσουν, να μας σύρουν ζωντανούς μέχρι τις θέσεις των εχθρών του μετώπου .Χρειάζεται να βαδίζεις ήρεμα , μέτρο -μέτρο την ώρα που κάποιο βλήμα μπορεί να εκραγεί στα δέκα βήματα. Κάποιο χτύπημα στο σκοτάδι ανάμεσα στις γραμμές ,μια βραχνή κραυγή  και η νύχτα και πάλι θα περάσει, σκοτεινή παγωμένη ,αμείλικτη.............
*
Κάνει τόσο κρύο που σκάζουνε τα φάρμακα. Ακόμα και το αλκοόλ στα παγούρια του ασθενοφόρου έχει παγώσει.Δύστυχα πόδια ,δύστυχα αυτιά,δύστυχες άσπρες και μουμιοποιημένες μύτες ,μέσα στις τρομερές ,γεμάτες ουρλιαχτά και σφυρίγματα νύχτες.
Σήμερα, ήλθε η διαταγή να αναχωρήσουμε για ένα άλλο τομέα του μετώπου.Θα πάμε όπου μας διατάξουν να πάμε χαμογελαστοί μέσα στο χιόνι  που, αφού ξυπνήσαμε και μετά , πέφτει αργά σε χοντρές νιφάδες. 
Τα πόδια μας θα παγώσουν, τα χείλη θα σκάσουν, τα κορμιά, κουβαριασμένα για να νοιώθουν λιγότερο το κρύο θα είναι βαριά και δυσκίνητα, αλλά η εσωτερική φλόγα ολοένα και θα δυναμώνει για να δώσει στο βλέμμα μας τη λάμψη του ήλιου. 
*
Αυτό το άθλιο μισοσκότεινο τοπίο θα σταθεί το κέντρο μιας έντονης πνευματικής ζωής. Θα μας ακολουθήσει , θα αναγεννηθεί τυχαία σε παγωμένους δρόμους , σε πρόχειρα καταλύματα  ,σε πλαγιές , σε χαρακώματα  αναζητώντας  κάποιο πέρασμα ,πότε κυνηγώντας  τον εχθρό ,πότε ζητώντας   να αποφύγει τα πυρά του.
Κάποια ημέρα θα μπορέσουμε να επιστρέψουμε εδώ αλλά η πρωταρχική αιτία θα έχει πλέον εξαφανιστεί.
Γι αυτό θα ξεκινήσουμε το χάραμα δίχως να κοιτάξουμε πίσω.Η ζωή βρίσκεται μπροστά, και η ζωή είναι και θάνατος μαζί. 
*
Αγαπάμε με πάθος αχαλίνωτο τη σαρκική μας ύπαρξη,το ρυθμό των σκέψεών μας ,τον οίστρο των αισθήσεών ,όλα αυτά που μπορεί να εξαφανίσει μια λάμψη μέσα στο σκοτάδι. Τα χέρια , τα πόδια , τα μάτια .Όλα αυτά που χρειάζονται για να αγκαλιάζεις , να περπατάς , να κοιτάς με πάθος και με αυτοπεποίθηση . Όλα αυτά ζητούν τα δικαιώματά τους στη ζωή ,τα δικαιώματα του ζώου ,που θέλει να τρέξει και να αρπάξει,το δικαίωμα του πνεύματος που θέλει να μαγέψει τον εαυτό του και να δημιουργήσει.
Η ζωή ! Πόσο είναι όμορφη, απερίγραπτα όμορφη, ενθουσιώδης, γλυκύτητα των κορμιών, φως του μεσημεριού, φλόγα της φωτιάς.
Αυτή ακριβώς τη ζωή  κρατάμε σφιχτά στα χέρια μας, στρατιώτες,σιωπηλοί,προσεκτικοί ,υπομονετικοί, φρουροί του ερέβους.
Έχουμε μάθει να κρατούμε πειθαρχημένους τους εαυτούς μας ,να δαμάζουμε τα άγρια άλογα ,που χλιμίντριζαν στις απέραντες πεδιάδες των  φανταστικών μας ονείρων ' Κρατώντας τα σταθερά με χέρι αποφασισμένο γεμίζουμε τα πνευμόνια μας, με τη πανίσχυρη μυρουδιά της ζωής,που αχνίζει από τις πλάτες των κουρασμένων δρομέων, μια απόλαυση που μας κάνει να κλείνουμε τα μάτια.   Ζωή.Ζωή.
(Ένα είδος γραφής πολύ διαφορετικό από αυτό που έχουμε συνηθίσει.Ένας ύμνος στην ίδια τη ζωή από ένα Ευρωπαίο που ενώ ήταν Ποιητής, έγινε διάσημος σαν Στρατιώτης.)

GASTON BOUTHOUL:ΑΙ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΗΡΩΙΣΜΟΥ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΜΕΣΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΟΝΤΕΡΝΑΝ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΝ

GASTON BOUTHOUL
ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ ΠΕΡΙ
ΠΟΛΕΜΟΛΟΓΙΑΣ
ΚΟΙΝΟΝΙΟΛΟΓΙΑ
ΤΩΝ ΠΟΛΕΜΩΝ
ΑΘΗΝΑΙ 1980
Σελ. 510
H φιλολογία θέτει εις την διάθεσιν της κοινωνιολογίας τα καλύτερα τεκμήρια (δοκουμέντα) κατάλληλα να την διαφωτίσουν, προπαντός επί των νοοτροπιών. Εκφράζει υφ' όλας τας όψεις των τας προτιμήσεις τα ιδανικά και τας δοξασίας των κοινωνιών. Τοποθετεί τους ήρωας και περι­γράφει τας υποδειγματικάς πράξεις. Ούτω, ανέκαθεν, τα δύο ουσιώδη θέματα της φιλολογίας είναι αι δύο κατ' εξοχήν κοινωνικαί εκδηλώσεις, ο έρως και ο πόλεμος.
Η φιλολογία είναι η πλέον αμέσως αντιληπτή εκδήλωσις, διότι είναι σαφής (δεν έχει ανάγκην, όπως η στατιστική, να ερμηνευθή), παρέχουσα την εικόνα του πίνακός μας των αξιών. Είναι, όθεν, ιδιαιτέρως ενδιαφέρον να αναλύσωμεν τας φιλολογικάς αντιλήψεις του ηρωισμού μέσα εις μίαν εποχήν τόσον πολεμικήν όσον είναι η ιδική μας.
Ο Νίτσε είναι ο πρόδρομος των μοντέρνων θεωριών του ηρωισμού. Γνωρίζομεν την σημασίαν που έχει ο Νίτσε μέσα εις την μοντέρναν σκέψιν. Ημπορεί κανείς να είπη ότι το έργον του υπήρξε να προπαρασκευάση τα πνεύματα δια τας μεγάλας συρράξεις μιας εποχής, την οποίαν εξήγγειλε λέγων ότι «ο εικοστός αιών θα ήτο η κλασσική εποχή του πολέμου». Το διάστημα μιάς γενεάς έπειτα από την διδασκαλίαν του, διαδοθείσαν προ­παντός μέσα εις τας  ιθυνούσας τάξεις, αρκεί δια να αναλάβουν αυταί αδιστάκτως την ευθύνην των μεγαλυτέρων σκοτωμών της Ιστορίας.
Ο  Νίτσε ηθέλησε να δημιουργήση εκ νέου μίαν αριστοκρατικήν ηθικήν. Απηχθάνετο όχι μόνον την δημοκρατίαν και τας περί ισότητος ιδέας, αλλά και τον Χριστιανισμόν ακόμη, μέσα εις τον οποίον έβλεπε την πηγήν αυτών των ιδεών. Ήθελε να απαλλάξη την νέαν αριστοκρατίαν από τα Χριστιανικά κωλύματα, δηλαδή από την ταπεινότητα, το έλεος και τον οίκτον, που την κάμνουν να αμφιβάλλη και, δια τον εαυτόν της ακόμη, και την εμποδίζει να ασκή τελείως το κύρος της επί του λαού. Η νέα αριστοκρατία των υπεράνθρωπων του θα πρέπει να πρεσβεύη μίαν ηθικήν της περιφρονήσεως και να θεωρή τον λαόν, όχι ως το αντικείμενον της φροντίδος της, αλλά μοναδικώς ως το όργανον του μεγαλείου της.
Υπεράνω όλων των αρετών τοποθετεί, ο Νίτσε, την «θέλησιν δυνά­μεως» και την «στρατιωτικήν στάσιν της ψυχής», η οποία πρέπει να είναι δύστροπος και ανελέητος. Εκεί έγκειται ο μηδενισμός του, απελπιστικός δια τας μάζας και μεθυστικός δια τους άρχοντας.
Η προσωπικότης του Τ.Ε. Lawrence είναι μυστηριώδης και διφορού­μενη. Δίδει λαβήν εις πολλαπλάς ερμηνείας : ο κόσμος συμφωνεί, εν πάση περιπτώσει, να τον τοποθέτηση εις το στερέωμα του μοντέρνου μυθώδους. Γνωρίζει ότι, αφού εβασίλευσε πραγματικώς εις την Αραβίαν και υπήρξεν ο ακρογωνιαίος λίθος της εγγύς Ανατολής, απεσύρθη και κατετάγη ως απλούς στρατιώτης εις τον αγγλικόν στρατόν με άλλο όνομα, αποφεύγων κάθε διακριτικήν μεταχείρησιν και εφονεύθη ως στρατιώτης κατόπιν ενός κοινού ατυχήματος. Το ουσιώδες του έργου του και του παραδεί­γματος του είναι εν βιβλίον με τίτλον «Οι  Έπτά Στυλοβάται τής Φρονήσεως».
Η επιρροή του επί του Malraux, επί παραδείγματι, είναι αναμφισβή­τητος, ίσως δε και επί μη εισέτι γενομένων γνωστών άλλων συγγραφέων, χωρίς να γίνη λόγος και δια ροπάς τας οποίας να ενέπνευσε με το καλώς ή κακώς εννοηθέν παράδειγμα του. Πρόκειται πράγματι δι' αυτόν να κατα­νικήση τον άνθρωπον, και μάλιστα διττώς. Κατ' αρχάς να κατανικήση την ανθρωπίνην φύσιν, την ιδίαν αυτού φύσιν, λογικώς υποτιθεμένην : φό­βος της οδύνης, φόβος του θανάτου, φόβος των ευθυνών, ματαιότης, επίσης δε, τουθ' όπερ δυνατόν να είναι η μεγαλυτέρα προσπάθεια, η μία μεταφυσική φυγή, να κατανικήση τον λανθάνοντα ατομικισμόν, την αλαζονείαν (τοσούτω μάλλον απαιτητικήν καθ' όσον η προσωπικότης είναι εξαιρετική), τελικώς δε να συγχωνευθή μέσα εις μίαν ανώνυμον μάζαν, την οποίαν ένας οίκτος σχεδόν θρησκευτικός τον παρασύρει να υπηρέ­τηση. Ιδού ποίαν απόφασιν έλαβεν ο Λώρενς και δεν θα λάβη ο Μαλρώ. Η ηρωϊκή εκδοχή του Λώρενς είναι όπως η μυστικιστική έκστασις- η εκδο­χή αυτή παραδέχεται το απόλυτον και ουδέν δι' εαυτήν επιφυλάσσει· τα ακραία όρια της υπάρξεως προσφέρουν, μόνον αυτά, την επιζητουμένην κατανίκησιν με απελπισίαν άμα και γαλήνην. Ένεκα τούτου η επίθεσις θα είναι κατά βάθος αδιάφορος, αρκεί να είναι επικίνδυνος και να προσφέρη εις την ψυχήν και εις τον άνθρωπον τας πλέον σκληράς συνθήκας δια να κατανικήση εαυτόν : εν ανάγκη δια της πειθαρχίας, όπως και δια τον Jünger. Η μορφή του Λώρενς, απογυμνουμένη από την ανεκδοτικήν και περιπετειώδη πλευράν η οποία εδημιούργησε κατ' αρχάς όλην την ακτινοβολίαν και της οποίας το πρόσχημα, επί μάλλον και μάλλον έκδηλον, άγεται εις το δεύτερον πεδίον (πλάνον), είναι εν παράδειγμα, σχεδόν μεσαιωνικόν, μυστικιστικού ηρωισμού.
Εν αντιθέσει προς τον Λώρενς, ο Ανδρέας Μαλρώ δεν βλέπει ειμή μόνον εν μέσον δια να εκφύγη από την ανθρωπίνην κατάστασιν, και αυτό είναι να την αντιληφθή πλήρως. Έδωσε μίαν έκφρασιν τυπικήν άμα και υποδειγματικήν της εκδοχής του ηρωισμού μέσα εις την μοντέρναν νοοτροπίαν, εικονιζομένου με ένα νέον ρομαντισμόν, τον ρομαντισμόν από τον οποίον παρά ταύτα ούτε ο Chateaubriand, ούτε ο Byron, ούτε και  ο Barres ακόμη, δεν απουσιάζουν. Εσκεμμένως χρησιμοποιούμεν την λέξιν «ρομαν­τισμός» και επελέξαμεν, ως ιδιαιτέρως αντιπροσωπευτικούς τύπους, τους τρεις ως άνω συγγραφείς. Δια τον Λώρενς, δεν υπάρχει άλλο ιδεώδες από το να φονεύη κανείς την ζωήν. Δια τον Ernst Jünger, το να ζη κανείς είναι να είναι έτοιμος να αποθάνη καλώς, ενώ δια τον Μαλρώ είναι «καλύτερον να αποθάνη κανείς παρά να μη ζη».

Εάν λάβη  κανείς  υπ' όψιν τας ενδογενείς ορμάς  μιας γενεάς, (374)
περισσότερον πιθανώς ανήσυχου από τας προηγουμένας και στερουμένης κατευθυντηρίου πίστεως, θα εννοήση πόσον αι θεωρίαι του Μαλρώ είναι αντιπροσωπευτικαί και πόσον αι αντίθετοι προς αυτάς, αι θέσεις του Jünger, ηδυνήθησαν να εμφυτευθούν. Ευρίσκομεν εις τον Μαλρώ την αναζήτησιν μιας αιτίας, ελλείψει δε μιας αιτίας, εν πρόσχημα, και εν πρό­σχημα θεωρούμενον υπ' αυτού ως γενναιόφρον : διότι πρόκειται ακρι­βώς να τοποθετήση ορθώς την ζωήν του και τον κίνδυνον της ζωής του· κίνησις ενδογενής εις τον άνθρωπον, είτε η άναζήτησις μιας αιτίας από τον Δον Κιχώτην, από τον επαναστατημένον ρομαντικόν, από τον τοιούτον του Valles, είτε αι νιτσεϊκαί απαιτήσεις. Εκείνο που χαρα­κτηρίζει τον Μαλρώ είναι ο ατομικισμός : ο ηρωισμός είναι εν πράγμα όπως η σωτηρία της ψυχής, διά την οποίαν έκαστος αναλαμβάνει την ευθύνην, έξ ου και η ανυποληψία του δια τους κατά παραγγελίαν πολέ­μους και τους πολέμους με στρατούς της υποχρεωτικής στρατολογίας, και η έξαρσίς του, ο ενθουσιασμός του, δια τους εμφυλίους πολέμους και τας επαναστάσεις αι οποίαι κατ' αρχήν δεν παραγγέλλονται, αλλ' εκλέ­γονται, επιλέγονται, διακινδυνεύονται.
O Μαλρώ λέγει: «Τας ιδέας, δεν πρέπει να τας έχωμεν σκεφθή, άλλά να τας έχωμεν ζήσει». Πρόκειται οθεν, να επινοήσωμεν και να προτείνωμεν μίαν διαγωγήν πρίν ή προτείνωμεν μίαν αίσθητικήν να συνδέσωμεν μίαν συμπεριφοράν με εν έργον μίαν θέλησιν να κατανοήσωμεν πλήρως όχι μόνον την άνθρωπίνην κατάστασιν, αλλά και την κατάστασιν του καλλιτέχνου : εν συνάψει, όπως έλεγεν ο Théophile Gautier, να τοποθετήσωμεν «τας ορμάς της ψυχής υπεράνω της καταστάσεως». Ποίαι είναι αι αρχαί του Μαλρώ; Προ παντός : «το θάρρος να αντιμετωπίζη κανείς τον θάνατον δια να άξιοποιή την ζωήν». Και ακόμη : «Ο κίνδυνος θανάτου είναι, όθεν, η πιθανότης ζωής, εάν αληθεύη ότι η ζωή δέχεται, από αυτόν τον κίνδυνον, έξαρσιν και έντασιν». Πρόκειται «να παίξη κανείς την ζωήν του εις εν παιγνίδι μεγαλύτερον από αυτόν», διότι ο «κίνδυνος να κρεμασθή ανά πάσαν στιγμήν της δίδει μίαν άπεριόριστον τιμήν». Ολίγον ενδιαφέρει εάν οι ήρωες του ή οι μαθηταί του ενδίδουν εις έν πνεύμα θυσίας λανθάνον ομαδικώς μέσα εις κάθε γενεάν. Δέν θέλουν αυτοί να είναι ασυνείδητοι και, δια να αποδείξουν ότι είναι εκτός συναγωνισμού, ότι είναι άνθρωποι που έκαμαν την επιλογήν των, πηγαίνουν να τοποθε­τηθούν εκεί όπου μόνον η όρεξίς των δια την ζωήν, τον θάνατον και την δύναμιν τους καλεί, εις τους πλέον δραματικούς τόπους, μέσα εις τους κινεζικούς ή ισπανικούς εμφυλίους πολέμους, εις την καρδίαν των πλέον ατομικών εξερευνήσεων, εις την δράσιν, εις τήν μάχην. Εάν ομιλή κανείς περί δυνάμεως, δεν πρόκειται περί οφέλους, αλλά περί μιας αποδείξεως αυτοκυριαρχίας, κυριαρχίας επί των άλλων, ανόδου εις τον υπεράνθρωπον του Νίτσε. Ένεκα τούτου, εάν ο ιδεαλισμός και η πνευματική γενναιοφροσύνη υπάρχουν, λόγω μιας αυστηρώς προσωπικής ιδιαιτερότητος του συγγραφέως (τουθ' όπερ, άλλωστε, τον κάμνει ένα επίλεκτον προπαγαν-διστήν δια την νεολαίαν), αυταί δεν αποτελούν πραγματικώς τον σκοπόν : ο αληθινός σκοπός είναι μία ηθική ατομικού ηρωισμού, ηθική νίκης κατά του ανθρώπου, κατά του ενστίκτου αυτοσυντηρήσεως του ανθρώπου, κατά του φόβου του, των συνηθειών του, του ευκόλου οίκτου του. Μέσα εις το έργον «La Condition Humaine» (Η Ανθρωπίνη Κατάστασις), εν πρό­σωπον πηγαίνει νά ριφθή με την βόμβαν του υπό την άμαξαν του εχθρι­κού αρχηγού. Εξηγεί την πράξιν του ως εξής : « ... η έννοια της ζωής, η πλήρης αυτοκυριαρχία. Ολική. Απόλυτος. Να μη ζητή κανείς, να ζητή (375)  αενάως ιδέας, καθήκοντα. Από μιάς ήδη ώρας δεν αισθάνομαι πλέον εκείνο που με έβάρυνεν ... ». Και ο Scali μέσα εις το έργον του «L' Espoir» (Η 'Ελπίς) : «Εσκέφθην πολύ τον θάνατον, αφ' ότου μάχομαι, ουδέποτε πλέον τον σκέπτομαι».
Καθ' όσον αφορά εις τους ήρωας που χύνουν το αίμα των, δια την φιλολογίαν ούδεμίαν με τους θεούς σχέσιν έχουν. Εν κατακλείδι, μέσα εις όλα αυτά δεν υπάρχει ζήτημα θανάτου, αυτή δε η μορφή φιλολογίας, με τον δίαυλον του ηρωισμού, καταλήγει εις την νεκρολατρείαν. Και εις αυτό, ο Bernanos θα απαντήση : «Δυσπιστώ προς εκείνους που πεθαίνουν καλά».
Μεταξύ των πλέον αντιπροσωπευτικών φρενηρών ρομαντικών, ημπορεί κανείς να αναφέρη τον Henri de Montherlant. Εδώ η επίδρασις του Barres είναι θεαματική. Παρέχει εν σχέσει με τον Μαλρώ δύο ιδιαιτερότητας. Κατ' αρχάς ο ατομικισμός είναι ακόμη πλέον περιοριστικός· υπερτερεί η αισθητική. Μέσα εις το υπό του Montherlant προτεινόμενον ηρωϊκόν ιδεώδες του Matamore, δεν υπάρχει πλέον ανάγκη εξεγέρσεως, εμφυλίου πολέμου, «ηρωικού άσματος» : ένας αθλητικός ανταγωνισμός ή ακόμη καί ένας ταύρος θα αρκέση δια να κραταιώση το θάρρος, την έφεσιν του κινδύνου και την αυτοκυριαρχίαν, ακόμη καί μία εύσωμος γυναίκα. Υπάρ­χει, όμως, εις τον Montherlant εν γνώρισμα του οποίου η εμβέλεια είναι κοινωνική, καί αυτό είναι η έξαψις της ομάδος, του πνεύματος σώματος, η κλήσις προς την δημιουργίαν μιάς θαρραλέας ελίτ, εις την οποίαν αι πολε­μικαί και αθλητικαί ίδιότητές της, ως και το αίσθημα της υπεροχής, να της προσδώσουν κάτι, όπως εν δικαίωμα  ιπποτισμού. Λέξις που και ο ίδιος εχρησιμοποίησεν. Ο Ernest Jünger, τούτο σκεπτόμενος, αυτό το νιτσεϊκόν ιδεώδες επί του οποίου πάντοτε στηρίζεται κανείς, παρουσιάζει ομοιότη­τας με τον Mοntherlant.
Οφείλομεν να μνημονεύσωμεν τον Αμερικανόν συγγραφέα Hernest Hemingway, λίαν αντιπροσωπευτικόν μιας εξελίξεως, ο οποίος συγγενεύει λίαν οφθαλμοφανώς με την ηρωϊκήν φιλολογίαν περί της οποίας ανωτέρω ωμιλήσαμεν : έξαρσις της ατομικής περιπετείας, της βιαίας πράξεως της οποίας το δυνατόν έπαθλον είναι ο θάνατος, τουθ' όπερ καθιστά την υπόθεσιν τόσον διεγερτικήν. Υπάρχει εις αυτόν εν είδος έρωτος δια την ζωήν, υφ' όλας τας όψεις, ο οποίος προέρχεται εν μέρει από μίαν συνείδησιν, διότι θα ριφθή και αυτός ο ίδιος, μαζί με τους ήρωας του, μέσα εις όλους τους τόπους τους οποίους θα θεωρήση επιθυμητούς. Περισσότερον ακόμη και από τον Μαλρώ, πιστεύει ότι, τας ιδέας, δεν είναι δυνατόν παρά να τας έχωμεν ζήσει. Σχεδόν δεν υπάρχουν πλέον ιδέαι, αλλά πρά­ξεις τινές σχολιασθείσαι- τελικώς από το στοίχημα δια την πράξιν θα καταλήξη και αυτός επίσης να υμνήση την βίαν, δι' αυτήν ταύτην, και όπως ο Montherlant, ελλείψει καλυτέρου, θα επανεύρη τον ταύρον. Και ούτω, έπειτα από αυτόν, δια τας μετά τον πόλεμον 1940-1945 γενεάς, μία ωρισμένη αμερικανική φιλολογία, όπου η βία αντικαθιστά την σκέψιν και την ηθικήν, θα δυνηθή να παράσχη μερικά αντισταθμικά όνειρα εις την νεολαίαν όταν θα φαίνεται μήτε πίστιν- μήτε εμπιστοσύνην έχουσα.
Θα ηδύνατο κανείς να μνημονεύση επί τούτοις την ρομαντικήν εκείνην κραυγήν : «Επιταχύνατε αυτάς τας πολύ βραδείας ημέρας τας οποίας ρέω εις τους αβύσσους». Εάν εχρησιμοποιήσαμεν συχνά την λέξιν «ρομαντικός», τούτο οφείλεται εις το ότι αι τάσεις του μας φαίνονται ότι είναι μία σταθερά· μέσα εις αυτά τα ηρωικά κινήματα τα οποία ο κό­σμος έζησε και τα οποία επροτάθησαν, ένθα η ζωή υποτιμάται ή υπερτιμάται, (376)  υπάρχει η εξέγερσις, «η μεταφυσική αξία της εις την κόλασιν κατα­δίκης, την οποίαν αποδέχεται κανείς, επωμίζεται ή επικαλείται, καθίσταται η υστάτη προσφυγή της προμηθεϊκής στάσεως και του σήματος επίσης επιλογής του εξεγερθέντος». Δεν υπάρχουν ειμή δύο είδη φυγής : Ο μυστικιστής ονειρεύεται να ενωθή με τον Θεόν και να περιμένη όλα από την χάριν του, ο φρενήρης θεωρεί ότι εξισούται με τον Θεόν και εγκατα­λείπεται εις την ιδίαν αυτού πνευματικότητα».
Αυτό μας άγει εις τον ομαδικόν νιτσεϊσμόν του Ernest Jünger. Ουδείς έπειτα από τον Hegel και τον Joseph de Maistre εξύμνησε τον πόλεμον όπως ο Jünger μέσα εις τα  πρώτα έργα του : «Πρέπει να γίνωνται περιο­δικώς πόλεμοι, διότι εκδηλώνουν την θέλησιν της φύσεως αναλαμβανούσης τα δικαιώματα της επί των μεγάλων ανθρωπίνων συλλογικοτήτων, αι οποίαι επιζητούν να εκφύγουν από την επήρειάν της». Ο πόλεμος νοείται από τον Jünger ως αφιλοκερδής, διότι τονίζονται αι διαπαιδαγωγικαί αξίαι, ατομικαί, αι ηρωΐκαί αξίαι, υποδειγματικοί. Ο Jünger, ακόμη και εν αρχή, δεν θεωρεί τας καταστροφάς και τας σφαγάς τόσον ευθηνάς όσον ο Hegel και ο Joseph Maistre. Αλλά πρόκειται δι' αυτόν να απαλύνη την ψυχήν ένεκα τούτου, απολακτίζει την ατομικήν, φαντασιώδη και απειθάρχητον περιπέτειαν, εξ ελευθέρου ορισμού, άρα απογυμνωμένην από εκείνο που δια τον Jünger αποτελεί το ουσιώδες της θυσίας, την αποδοχήν ενός καταναγκασμού (1).
Κατηγόρησαν τον Jünger διότι παρέσχεν εις το χιτλερικόν κίνημα ιδεολογικάς βάσεις· αυτό δεν είναι βέβαιον. Εκείνο, όμως, που είναι βέβαιον είναι ότι εξέφρασεν ως συγγραφεύς, ως ποιητής, ιδέας που εκυκλοφόρουν εις την Γερμανίαν, κατά τα έτη 1918-1930 και συγκεχυμένα αισθήματα, άνευ των οποίων η αποδοχή του Γ Ράιχ υπό της Γερμανίας θα είχε καταστή ακάλυπτος. Το ότι ο Jünger ευρέθη ξεπερασμένος ωσάν μαθητευόμενος μάγος, δεν έγκειται εκεί το ζήτημα. Εκείνο που μας φαίνεται κοινωνιολογικώς ενδιαφέρον είναι η φιλολογική εκδήλωσις μιας υποδειγματικής ιδεολογίας, απορρεούσης από πλείονας του ενός μαχητάς των δύο πολέμων. Εκείνο που είναι αρκετά εντυπωσιακόν είναι ότι και εις αυτόν ακόμη τον άπολογητήν του ομαδικού πολέμου, της ιεραρχίας και της σιδηράς πειθαρχίας, δεν φαίνεται να είναι ο εθνικισμός εν απαραίτητον πρόσχημα : υπάρχει, όθεν, εδώ, παρά τους ερημωτικούς πολέ­μους του πρώτου ημίσεος του 20ου αιώνος, εν περίεργον σημείον, καθ' όσον είναι νέον άμα και γενικόν : «Εκείνο που ενδιαφέρει δεν είναι ο σκοπός δια τον οποίον μαχόμεθα, αλλ' είναι να μαχώμεθα». Διότι πρό­κειται προπαντός να δημιουργήσωμεν ήρωας συνηθισμένους «να υφίσταν­ται τρομεράς δοκιμασίας και να διαπράττουν το χειρότερον χωρίς να φοβούνται το χυνόμενον αίμα». Εν κατακλείδι, να δημιουργήσωμεν όργανα της δημογραφικής ανάπαυλας εις την καθαράν κατάστασιν. Θα ημπορέση κανείς να είπη περί αυτών ότι είναι «οι νικηταί του φόβου». Και αυτός επίσης βλέπει να αναθρώσκουν από τας φλόγας του πολέμου αι υπέρταται αρεταί, εξ ου η απουσία μίσους και η λατρεία του ήρωος, εις οιανδήποτε φατρίαν και αν αυτός, ανήκη. Διότι η μεταφυσική καί ηθική αξία των δεινών κάμνει τον πόλεμον, ακόμη και αν είναι παράλογος, σχολείον όπου ο άνθρωπος μανθάνει να υπομένη τον πόνον, το άλγος, και να μη τα φοβήται πλέον : το σχολείον του υπερανθρώπου. Αι θύελλαι της ιστορίας είναι εν πρόσχημα δια την κατασκευήν αγαλμάτων. Αλλά τοιαύτα όπως προορίζωνται μέσα εις τα πρώτα έργα του Jünger, αυτά τα αγάλ­ματα δεν είναι χρησιμοποιήσιμα δι' άλλο πράγμα εκτός δια τας θυέλλας της ιστορίας. Βλέπει κανείς ότι αυτή η διδασκαλία, καίπεο ευγενής, είναι περιωρισμένης αρετής. Ή, ακριβέστερον, περιορίζεται εις την ανάγκην να έκτελή σκοτεινάς τομάς, των οποίων αυτός ο ήρως είναι το ασυνείδητον όργανον. Εχρειάζετο μία γενεά υμνουμένη υπό του Jünger δια να κατασκευάση το κατάστρωμα του δρόμου του Στάλινγκραντ.

(1) Εις την απολογίαν του καταναγκασμού και της πειθαρχίας, ένας άλλος Γερμανός, ο Albert Einstein, απαντά με «τας μόνας βιαιότητας της γλώσσης τας οποίας ουδέ­ποτε επέτρεψεν εις τον εαυτόν του» (sic): «Ο άνθρωπος που χαίρεται να βαδίζη εντεταγμένος και με τους τόνους της μουσικής περιπίπτει εις την περιφρόνησίν μου' το κάμνει εκ πλάνης που εδέχθη ο ευρύς του εγκέφαλος, η σπονδυλική στήλη θα έπήρκει επαρκώς προς τούτο».

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗ ΣΙΔΗΡΑ ΦΡΟΥΡΑ ΤΗΣ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ: 24.Γ

ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ 20 ΚΑΙ 22  ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ.
Οι καινούργιες πολιτικές εκλογές στη Ρουμανία για την ανάδειξη Βουλής των Αντιπροσώπων και Γερουσίας προκηρύσσονται για τις 20 και 22 Δεκεμβρίου [1] 
Επίσημα η προεκλογική εκστρατεία του Κοντρεάνου ξεκινά στις 11 Νοεμβρίου όταν ο Capitanul δίνει στη δημοσιότητα τα πρώτα ονόματα των υποψηφίων για τη Γερουσία . Ο προεκλογικός πυρετός οδηγεί σε πολλές βίαιες συγκρούσεις.  Πρώην σύντροφοι από τα χρόνια του Συνδέσμου της Εθνικοχριστιανικής Άμυνας τα πράσινα πουκάμισα της σιδηράς Φρουράς και τα μπλε πουκάμισα των Lăncieri [2] αντί να σχηματίσουν  μέτωπο έστω και προσωρινό,απέναντι στους ιδεολογικούς τους αντιπάλους   ματώνουν σε ένα σκληρό εμφύλιο . Η αγριότητα αυτής της αντιπαράθεσης περνά τα σύνορα. Στη Γερμανία η έκπληξη είναι μεγάλη. Διατρέχοντας το κίνδυνο να κατηγορηθεί για ανάμειξη στις εσωτερικές υποθέσεις της Ρουμανίας ο Alfred Rosenberg κάνει έκκληση στη κοινή λογική και  επιχειρεί με αυστηρές παραινέσεις να αμβλύνει την εμφύλια διένεξη δίχως αποτέλεσμα.
Έστω και κάτω από τις συνθήκες αυτές οι Λεγεωνάριοι του Κοντρεάνου σχεδιάζουν το μεγάλο ποιοτικό άλμα για τη προσέγγιση των μαζών  . Οι εφημερίδες , τα προπαγανδιστικά έντυπα και οι συγκεντρώσεις στα αστικά κέντρα, δεν είναι αρκετά. Ο λόγος της Λεγεώνας πρέπει να φτάσει στα πιο απομακρυσμένο χωριό. Αυτό σημαίνει ότι οι λεγεωνάριοι προπαγανδιστές , είτε  έφιπποι είτε πεζή θα διασχίσουν σε μήκος και σε πλάτος  τη χώρα για να ξεσηκώσουν τους πολίτες , ιδιαίτερα τους νέους , για να δείξουν ότι με τις ιδέες τους βρίσκονται σε ανοικτή ρήξη με τον παλιό κόσμο για να προαναγγείλουν τον ερχομό μιας νέας εποχής με δικαιοσύνη και ευημερία.  
Ο προεκλογικός αγώνας είναι σκληρός. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία τουλάχιστον  4 λεγεωνάριοι δολοφονούνται και πάνω από 300  οδηγούνται στις φυλακές με διάφορα προσχήματα  . 
Ο Κοντρεάνου απευθύνεται στους αποστόλους του :

Μην τους λέτε να σας ψηφίσουν γιατί οι άλλοι είναι κακοί αλλά να σας ψηφίσουν για ότι καλό έχετε κάνει μέχρι τώρα. Πλησιάσετε τον κόσμο χαρούμενα , μιλήστε μόνο για θέματα δημιουργικά … διαδώσετε χαρά και φως.”. 

Στις 26 Νοεμβρίου  ο Corneliu Codreanu δίνει στη δημοσιότητα τα ονόματα του συνόλου σχεδόν των υποψηφίων του Κόμματος για τη Βουλή, και τέσσερις ημέρες αργότερα κάνει ξεκάθαρες δηλώσεις σχετικά με την εξωτερική πολιτική που η χώρα οφείλει να ακολουθήσει:

«Είμαι εναντίον  των μεγάλων δυτικών Δημοκρατιών, είμαι εναντίον της Μικρής Συνεννόησης  [ 3] είμαι εναντίον  με την Βαλκανικής Συνεννόησης  [4 ]; και δεν έχω κανένα δεσμό με την ΚΤΕ στην οποία δεν πιστεύω. (Eu sunt contra marilor democratii ale Occidentului, eu sunt contra Micii Întelegeri, eu sunt contra Întelegerii Balcanice, si n-am nici un atasament pentru Societatea Natiunilor, în care nu cred.)Πιστεύω ότι στην Εξωτερική πολιτική η Ρουμανία οφείλει  να είναι στο πλευρό της Ρώμης και του Bερολίνου ,στο πλευρό των κρατών που έχουν προχωρήσει σε εθνικές επαναστάσεις.(Eu sunt pentru politica externa a României alaturi de Roma si Berlin, alaturi de statele revolutiilor nationale.) Ενάντια στον Μπολσεβικισμό. Σαράντα οκτώ ώρες μετά τη νίκη του Λεγεωνάριου κινήματος , η Ρουμανία θα έχει προχωρήσει σε μια καινούργια συμμαχία με την Ρώμη και το Βερολίνο βαδίζοντας με τον τρόπο αυτό στο μονοπάτι της ιστορικής παγκόσμιας αποστολής της.: για την υπεράσπιση του σταυρού , της κουλτούρας και του Χριστιανικού πολιτισμού.» 

Οι Γενικές πολιτικές εκλογές της 20 Δεκεμβρίου 1937 για  τη Βουλή των Αντιπροσώπων  κρύβουν δυσάρεστες εκπλήξεις για το PNL και τους Φιλελεύθερους του Tătărescu . Αν και πρώτο κόμμα με σχεδόν 36% δεν μπορεί να διασφαλίσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία για κάτι περισσότερο από 4 εκατοστιαίες μονάδες.  Δεύτερο και σε απόσταση ασφαλείας ακολουθεί το Εθνικό Κόμμα των αγροτών με 20,40%. Τρίτο κίνημα των Λεγεωνάριων κάτω από το καινούργιο πολιτικό σχήμα «Όλα για την Πατρίδα» δημιουργεί τη μεγάλη έκπληξη.  .Παρά τη κυβερνητική τρομοκρατία καταφέρνει να  κερδίσει το 15,6% των ψήφων που μεταφράζονται σε  66 έδρες στο Κοινοβούλιο[5]
Αφήνοντας πίσω του κατά  6,43% το Εθνικοχριστιανικό κόμμα [6] έχει μπροστά του μια σειρά θαυμάσιων προοπτικών. Κόμμα εξουσίας μπορεί να ελπίζει ακόμα και σε μια αυτοδύναμη κυβέρνηση συνασπισμού με το ή δίχως τους Εθνικο-αγροτικούς. Για τους Φιλελεύθερους του Gheorghe Tătărescu  που κυβερνούσαν από το 1933  η συγκυβέρνηση είναι μονόδρομος. Φαίνεται ότι οι Φιλελεύθεροι προσανατολίζονται σε λάθος επιλογή γι αυτό, ο Βασιλιάς με απευθείας παρέμβασή του  αποφασίζει ότι  κυβέρνηση θα σχηματίσει το τέταρτο κατά σειρά Κόμμα. Τα πράγματα ακολουθούν το δρόμο τους και στις 28 Δεκεμβρίου η φιλελεύθερη Κυβέρνηση παραιτείται. Ο ποιητής, ο αντισημίτης, ο εθνικιστής Octavian Goga έχει μπροστά του ένα δύσκολο έργο. Οφείλει  να διορθώσει μια σειρά από πολιτικά λάθη των προηγουμένων κυβερνήσεων με συνοπτικές μάλιστα διαδικασίες.  Στις άμεσες προτεραιότητες εντάσσεται η καταστρατήγηση του επίμαχου άρθρου του Συντάγματος που παραχωρούσε στους Εβραίους  ίσα δικαιώματα με τους Ρουμάνους. 
Σε κάθε εποχή η εξουσία, για τους μικρόψυχους ή τους φανατικούς, προσφέρεται και σαν εργαλείο ξεκαθαρίσματος λογαριασμών κάθε τύπου μάλιστα. Όχι και τόσο ξεχασμένες αντιπαραθέσεις με τους οπαδούς της Σιδηράς Φρουράς  βγαίνουν και πάλι στην επιφάνεια. Οι αντεκδικήσεις και οι πράξεις αυθαιρεσίας πληθαίνουν. Παρ΄όλα τα χτυπήματα που δέχεται το Κίνημα των Λεγεωναρίων όχι μόνο δε λυγίζει αλλά αντίθετα ανδρώνεται περισσότερο.[7]
Η κυβέρνηση Goga είναι η τελευταία προσπάθεια του Θρόνου να ξεμπερδεύει με το Κοντρεάνου πριν αναγκαστεί να καταφύγει σε μέτρα δραστικά, πριν αναγκαστεί να καταφύγει στη στυγνή τρομοκρατία. Το γεγονός ότι το κίνημα των Λεγεωναρίων είναι πλέον η τρίτη σε μέγεθος πολιτική δύναμη της χώρας που συνεχώς διευρύνεται, σημαίνει ότι η τελική σύγκρουση είναι αναπόφευκτη.

Υποσημειώσεις.
[1] Ο πρωτος γύρος αφορούσε τις εκλογές για την Βουλή Και ο Δεύτερος για την Γερουσία. 
[2] Οι Lăncieri (Λογχοφόροι) είχαν προσκοληθεί στο Εθνικό χριστιανικό κόμμα.
[3] Micii Întelegeri= Μικρή Αντάντ: Συμμαχία που προήλθε από διμερείς επίσης συμφωνίες (1920 και 1921) μεταξύ Τσεχοσλοβακίας-Γιουγκοσλαβίας,Γιουγκοσλαβίας-Ρουμανίας και Ρουμανίας-Τσεχοσλοβακίας. Αυτή η τριγωνική σύνδεση - συμμαχία ήταν δημιούργημα της τότε Γαλλικής Πολιτικής σε βάρος της Ουγγαρίας και των Μεσευρωπαϊκών Κρατών (Κεντρικών).
[4] : Συμφωνία μεταξύ Βαλκανικών Χωρών του 1934.
[5] Στις εκλογές του 1937 ,όπου κυριάρχησε η βλοσυρή μορφή του χωροφύλακα , οι  εξαφανίσεις καλπών , η επιστημονική και μη καλπονοθεία και η ευρύτατη παραποίηση της λαϊκής θέλησης, η Σιδηρά Φρουρά με τον πολιτικό σχηματισμό «Totul pentru Tara- όλα για την Πατρίδα»  πέτυχε μια συντριπτική νίκη και έγινε το τρίτο κόμμα της χώρας. Έλαβε 478.000 ψήφους , το 16% του συνόλου, και 66 από τις 390 έδρες του Κοινοβουλίου. Ο Βασιλιάς Carol μπροστά στην απειλή της Σιδηράς Φρουράς να συμμετάσχει στον σχηματισμό Κυβέρνησης Tătărescu επιταχύνει τα γεγονότα δίνοντας εντολή σχηματισμού Κυβέρνησης στο Εθνικό Χριστιανικό Κόμμα του Octavian Goga .Είναι αλήθεια ότι μέσα σε 6 εβδομάδες ο Πρωθυπουργός-τόσο διάρκεσε η Κυβέρνησή του-  κατάφερε να αφαιρέσει τη Ρουμανική Υπηκοότητα από 200.000 Εβραίους αλλά από το σημείο αυτό μέχρι να δεχθούμε την άποψη του  Alexander Easterman ότι υπήρξε ένα αντισημιτικό κόμμα και τίποτα περισσότερο, γινόμαστε θύματα μιας υπερβολής. Δεν παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι
αυτοί οι Εθνικιστές Πατριώτες  έδωσαν εξ ίσου σκληρό αγώνα,  εναντίον του Κοντρεάνου και των οπαδών του.
[6] Το Εθνικοχριστιανικό Κόμμα  γεννήθηκε από την ένωση του Εθνικού Αγροτικού Κόμματος του Goga και την Εθνικοχριστιανική Άμυνα του Κούζα. 
[7] Το πρόβλημα δεν είναι ιδεολογικό.Περισσότερο από τα λόγια φοβίζουν τα έργα ιδιαίτερα εκείνα που στηρίζονται στη λαϊκή αποδοχή, με αιχμή του δόρατος τις επιχειρήσεις λαϊκής βάσης. Οι επιχειρήσεις αυτές βασισμένες στην ιδιωτική πρωτοβουλία από τη μια μεριά δημιουργούσαν θέσεις εργασίας και από την άλλη, με τις ελεγχόμενες  τιμές των προϊόντων και των προσφερόμενων υπηρεσιών έδιναν ισχυρό χτύπημα σε κερδοσκόπους και μονοπώλια. Ο αναγνώστης δεν πρέπει να ξεχνά ότι οι Λεγεωνάριοι έχουν μια ξεχωριστή θεώρηση της εμπορικής πράξης γενικά, και το κέρδος, σαν σκοπός, δεν ανήκει στις άμεσες προτεραιότητες τους. 



   Πολιτικές εκλογές  της  20ης και 22ης Δεκεμβρίου  1937

Κόμματα και Συμμαχίες
Ψήφοι
%
Έδρες Βουλής
Ψήφοι
%
Έδρες  
Γερουσίας

Εθνικοφιλελεύθερο  Κόμμα
1,103,353
35.92
142
86

Εθνικό Κόμμα των αγροτών
626,612
20.40
5

Totul pentru Ţară
478,368
15.58
66
4

Εθνικό Χριστιανικό Κόμμα
281,167
                     9.15
                      35

Μαγιαρικό Κόμμα
136,139
4.43
3

Εθνικο φιλελεύθερο Κόμμα -Brătianu
119,361
3.89
16
  
Ριζοσπαστικό Κόμμα
 των Αγροτών
69,198
2.25

Αγροτικό Κόμμα
52,101
1.70

Εβραικό Κόμμα
43,681
1.42

Γερμανικό Κόμμα
43,412
1.42
3

Σοσιαλδημοκρατικό
Κόμμα
28,840
0.94

Λαϊκό Κόμμα.
25,567
0.83

Κόμμα Μετώπου
 των Εργατών
6,986
0.23
53 άλλα
11,145
0.36
Σύνολο έγκυρων  

ψηφοδελτίων
3,026,140
98.52
387
114
Άκυρα ψηφοδέλτια
45,555
1.48
Σύνολο ψηφοδελτίων
3,071,695
100
                                    


Πηγή: K. Treptow, "Alegerile din decembrie 1937 şi instaurarea  dictaturii regale-Εκλογές του Δεκεμβρίου 1937 και εγκαθίδρυση Βασιλικής δικτατορίας-", in Romania and World War II, 1996,p.42-3
"Cabinet Aims to Rule Chamber in Rumania", The New York Times,