Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

GASTON BOUTHOUL:ΑΙ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΗΡΩΙΣΜΟΥ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΜΕΣΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΟΝΤΕΡΝΑΝ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΝ

GASTON BOUTHOUL
ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ ΠΕΡΙ
ΠΟΛΕΜΟΛΟΓΙΑΣ
ΚΟΙΝΟΝΙΟΛΟΓΙΑ
ΤΩΝ ΠΟΛΕΜΩΝ
ΑΘΗΝΑΙ 1980
Σελ. 510
H φιλολογία θέτει εις την διάθεσιν της κοινωνιολογίας τα καλύτερα τεκμήρια (δοκουμέντα) κατάλληλα να την διαφωτίσουν, προπαντός επί των νοοτροπιών. Εκφράζει υφ' όλας τας όψεις των τας προτιμήσεις τα ιδανικά και τας δοξασίας των κοινωνιών. Τοποθετεί τους ήρωας και περι­γράφει τας υποδειγματικάς πράξεις. Ούτω, ανέκαθεν, τα δύο ουσιώδη θέματα της φιλολογίας είναι αι δύο κατ' εξοχήν κοινωνικαί εκδηλώσεις, ο έρως και ο πόλεμος.
Η φιλολογία είναι η πλέον αμέσως αντιληπτή εκδήλωσις, διότι είναι σαφής (δεν έχει ανάγκην, όπως η στατιστική, να ερμηνευθή), παρέχουσα την εικόνα του πίνακός μας των αξιών. Είναι, όθεν, ιδιαιτέρως ενδιαφέρον να αναλύσωμεν τας φιλολογικάς αντιλήψεις του ηρωισμού μέσα εις μίαν εποχήν τόσον πολεμικήν όσον είναι η ιδική μας.
Ο Νίτσε είναι ο πρόδρομος των μοντέρνων θεωριών του ηρωισμού. Γνωρίζομεν την σημασίαν που έχει ο Νίτσε μέσα εις την μοντέρναν σκέψιν. Ημπορεί κανείς να είπη ότι το έργον του υπήρξε να προπαρασκευάση τα πνεύματα δια τας μεγάλας συρράξεις μιας εποχής, την οποίαν εξήγγειλε λέγων ότι «ο εικοστός αιών θα ήτο η κλασσική εποχή του πολέμου». Το διάστημα μιάς γενεάς έπειτα από την διδασκαλίαν του, διαδοθείσαν προ­παντός μέσα εις τας  ιθυνούσας τάξεις, αρκεί δια να αναλάβουν αυταί αδιστάκτως την ευθύνην των μεγαλυτέρων σκοτωμών της Ιστορίας.
Ο  Νίτσε ηθέλησε να δημιουργήση εκ νέου μίαν αριστοκρατικήν ηθικήν. Απηχθάνετο όχι μόνον την δημοκρατίαν και τας περί ισότητος ιδέας, αλλά και τον Χριστιανισμόν ακόμη, μέσα εις τον οποίον έβλεπε την πηγήν αυτών των ιδεών. Ήθελε να απαλλάξη την νέαν αριστοκρατίαν από τα Χριστιανικά κωλύματα, δηλαδή από την ταπεινότητα, το έλεος και τον οίκτον, που την κάμνουν να αμφιβάλλη και, δια τον εαυτόν της ακόμη, και την εμποδίζει να ασκή τελείως το κύρος της επί του λαού. Η νέα αριστοκρατία των υπεράνθρωπων του θα πρέπει να πρεσβεύη μίαν ηθικήν της περιφρονήσεως και να θεωρή τον λαόν, όχι ως το αντικείμενον της φροντίδος της, αλλά μοναδικώς ως το όργανον του μεγαλείου της.
Υπεράνω όλων των αρετών τοποθετεί, ο Νίτσε, την «θέλησιν δυνά­μεως» και την «στρατιωτικήν στάσιν της ψυχής», η οποία πρέπει να είναι δύστροπος και ανελέητος. Εκεί έγκειται ο μηδενισμός του, απελπιστικός δια τας μάζας και μεθυστικός δια τους άρχοντας.
Η προσωπικότης του Τ.Ε. Lawrence είναι μυστηριώδης και διφορού­μενη. Δίδει λαβήν εις πολλαπλάς ερμηνείας : ο κόσμος συμφωνεί, εν πάση περιπτώσει, να τον τοποθέτηση εις το στερέωμα του μοντέρνου μυθώδους. Γνωρίζει ότι, αφού εβασίλευσε πραγματικώς εις την Αραβίαν και υπήρξεν ο ακρογωνιαίος λίθος της εγγύς Ανατολής, απεσύρθη και κατετάγη ως απλούς στρατιώτης εις τον αγγλικόν στρατόν με άλλο όνομα, αποφεύγων κάθε διακριτικήν μεταχείρησιν και εφονεύθη ως στρατιώτης κατόπιν ενός κοινού ατυχήματος. Το ουσιώδες του έργου του και του παραδεί­γματος του είναι εν βιβλίον με τίτλον «Οι  Έπτά Στυλοβάται τής Φρονήσεως».
Η επιρροή του επί του Malraux, επί παραδείγματι, είναι αναμφισβή­τητος, ίσως δε και επί μη εισέτι γενομένων γνωστών άλλων συγγραφέων, χωρίς να γίνη λόγος και δια ροπάς τας οποίας να ενέπνευσε με το καλώς ή κακώς εννοηθέν παράδειγμα του. Πρόκειται πράγματι δι' αυτόν να κατα­νικήση τον άνθρωπον, και μάλιστα διττώς. Κατ' αρχάς να κατανικήση την ανθρωπίνην φύσιν, την ιδίαν αυτού φύσιν, λογικώς υποτιθεμένην : φό­βος της οδύνης, φόβος του θανάτου, φόβος των ευθυνών, ματαιότης, επίσης δε, τουθ' όπερ δυνατόν να είναι η μεγαλυτέρα προσπάθεια, η μία μεταφυσική φυγή, να κατανικήση τον λανθάνοντα ατομικισμόν, την αλαζονείαν (τοσούτω μάλλον απαιτητικήν καθ' όσον η προσωπικότης είναι εξαιρετική), τελικώς δε να συγχωνευθή μέσα εις μίαν ανώνυμον μάζαν, την οποίαν ένας οίκτος σχεδόν θρησκευτικός τον παρασύρει να υπηρέ­τηση. Ιδού ποίαν απόφασιν έλαβεν ο Λώρενς και δεν θα λάβη ο Μαλρώ. Η ηρωϊκή εκδοχή του Λώρενς είναι όπως η μυστικιστική έκστασις- η εκδο­χή αυτή παραδέχεται το απόλυτον και ουδέν δι' εαυτήν επιφυλάσσει· τα ακραία όρια της υπάρξεως προσφέρουν, μόνον αυτά, την επιζητουμένην κατανίκησιν με απελπισίαν άμα και γαλήνην. Ένεκα τούτου η επίθεσις θα είναι κατά βάθος αδιάφορος, αρκεί να είναι επικίνδυνος και να προσφέρη εις την ψυχήν και εις τον άνθρωπον τας πλέον σκληράς συνθήκας δια να κατανικήση εαυτόν : εν ανάγκη δια της πειθαρχίας, όπως και δια τον Jünger. Η μορφή του Λώρενς, απογυμνουμένη από την ανεκδοτικήν και περιπετειώδη πλευράν η οποία εδημιούργησε κατ' αρχάς όλην την ακτινοβολίαν και της οποίας το πρόσχημα, επί μάλλον και μάλλον έκδηλον, άγεται εις το δεύτερον πεδίον (πλάνον), είναι εν παράδειγμα, σχεδόν μεσαιωνικόν, μυστικιστικού ηρωισμού.
Εν αντιθέσει προς τον Λώρενς, ο Ανδρέας Μαλρώ δεν βλέπει ειμή μόνον εν μέσον δια να εκφύγη από την ανθρωπίνην κατάστασιν, και αυτό είναι να την αντιληφθή πλήρως. Έδωσε μίαν έκφρασιν τυπικήν άμα και υποδειγματικήν της εκδοχής του ηρωισμού μέσα εις την μοντέρναν νοοτροπίαν, εικονιζομένου με ένα νέον ρομαντισμόν, τον ρομαντισμόν από τον οποίον παρά ταύτα ούτε ο Chateaubriand, ούτε ο Byron, ούτε και  ο Barres ακόμη, δεν απουσιάζουν. Εσκεμμένως χρησιμοποιούμεν την λέξιν «ρομαν­τισμός» και επελέξαμεν, ως ιδιαιτέρως αντιπροσωπευτικούς τύπους, τους τρεις ως άνω συγγραφείς. Δια τον Λώρενς, δεν υπάρχει άλλο ιδεώδες από το να φονεύη κανείς την ζωήν. Δια τον Ernst Jünger, το να ζη κανείς είναι να είναι έτοιμος να αποθάνη καλώς, ενώ δια τον Μαλρώ είναι «καλύτερον να αποθάνη κανείς παρά να μη ζη».

Εάν λάβη  κανείς  υπ' όψιν τας ενδογενείς ορμάς  μιας γενεάς, (374)
περισσότερον πιθανώς ανήσυχου από τας προηγουμένας και στερουμένης κατευθυντηρίου πίστεως, θα εννοήση πόσον αι θεωρίαι του Μαλρώ είναι αντιπροσωπευτικαί και πόσον αι αντίθετοι προς αυτάς, αι θέσεις του Jünger, ηδυνήθησαν να εμφυτευθούν. Ευρίσκομεν εις τον Μαλρώ την αναζήτησιν μιας αιτίας, ελλείψει δε μιας αιτίας, εν πρόσχημα, και εν πρό­σχημα θεωρούμενον υπ' αυτού ως γενναιόφρον : διότι πρόκειται ακρι­βώς να τοποθετήση ορθώς την ζωήν του και τον κίνδυνον της ζωής του· κίνησις ενδογενής εις τον άνθρωπον, είτε η άναζήτησις μιας αιτίας από τον Δον Κιχώτην, από τον επαναστατημένον ρομαντικόν, από τον τοιούτον του Valles, είτε αι νιτσεϊκαί απαιτήσεις. Εκείνο που χαρα­κτηρίζει τον Μαλρώ είναι ο ατομικισμός : ο ηρωισμός είναι εν πράγμα όπως η σωτηρία της ψυχής, διά την οποίαν έκαστος αναλαμβάνει την ευθύνην, έξ ου και η ανυποληψία του δια τους κατά παραγγελίαν πολέ­μους και τους πολέμους με στρατούς της υποχρεωτικής στρατολογίας, και η έξαρσίς του, ο ενθουσιασμός του, δια τους εμφυλίους πολέμους και τας επαναστάσεις αι οποίαι κατ' αρχήν δεν παραγγέλλονται, αλλ' εκλέ­γονται, επιλέγονται, διακινδυνεύονται.
O Μαλρώ λέγει: «Τας ιδέας, δεν πρέπει να τας έχωμεν σκεφθή, άλλά να τας έχωμεν ζήσει». Πρόκειται οθεν, να επινοήσωμεν και να προτείνωμεν μίαν διαγωγήν πρίν ή προτείνωμεν μίαν αίσθητικήν να συνδέσωμεν μίαν συμπεριφοράν με εν έργον μίαν θέλησιν να κατανοήσωμεν πλήρως όχι μόνον την άνθρωπίνην κατάστασιν, αλλά και την κατάστασιν του καλλιτέχνου : εν συνάψει, όπως έλεγεν ο Théophile Gautier, να τοποθετήσωμεν «τας ορμάς της ψυχής υπεράνω της καταστάσεως». Ποίαι είναι αι αρχαί του Μαλρώ; Προ παντός : «το θάρρος να αντιμετωπίζη κανείς τον θάνατον δια να άξιοποιή την ζωήν». Και ακόμη : «Ο κίνδυνος θανάτου είναι, όθεν, η πιθανότης ζωής, εάν αληθεύη ότι η ζωή δέχεται, από αυτόν τον κίνδυνον, έξαρσιν και έντασιν». Πρόκειται «να παίξη κανείς την ζωήν του εις εν παιγνίδι μεγαλύτερον από αυτόν», διότι ο «κίνδυνος να κρεμασθή ανά πάσαν στιγμήν της δίδει μίαν άπεριόριστον τιμήν». Ολίγον ενδιαφέρει εάν οι ήρωες του ή οι μαθηταί του ενδίδουν εις έν πνεύμα θυσίας λανθάνον ομαδικώς μέσα εις κάθε γενεάν. Δέν θέλουν αυτοί να είναι ασυνείδητοι και, δια να αποδείξουν ότι είναι εκτός συναγωνισμού, ότι είναι άνθρωποι που έκαμαν την επιλογήν των, πηγαίνουν να τοποθε­τηθούν εκεί όπου μόνον η όρεξίς των δια την ζωήν, τον θάνατον και την δύναμιν τους καλεί, εις τους πλέον δραματικούς τόπους, μέσα εις τους κινεζικούς ή ισπανικούς εμφυλίους πολέμους, εις την καρδίαν των πλέον ατομικών εξερευνήσεων, εις την δράσιν, εις τήν μάχην. Εάν ομιλή κανείς περί δυνάμεως, δεν πρόκειται περί οφέλους, αλλά περί μιας αποδείξεως αυτοκυριαρχίας, κυριαρχίας επί των άλλων, ανόδου εις τον υπεράνθρωπον του Νίτσε. Ένεκα τούτου, εάν ο ιδεαλισμός και η πνευματική γενναιοφροσύνη υπάρχουν, λόγω μιας αυστηρώς προσωπικής ιδιαιτερότητος του συγγραφέως (τουθ' όπερ, άλλωστε, τον κάμνει ένα επίλεκτον προπαγαν-διστήν δια την νεολαίαν), αυταί δεν αποτελούν πραγματικώς τον σκοπόν : ο αληθινός σκοπός είναι μία ηθική ατομικού ηρωισμού, ηθική νίκης κατά του ανθρώπου, κατά του ενστίκτου αυτοσυντηρήσεως του ανθρώπου, κατά του φόβου του, των συνηθειών του, του ευκόλου οίκτου του. Μέσα εις το έργον «La Condition Humaine» (Η Ανθρωπίνη Κατάστασις), εν πρό­σωπον πηγαίνει νά ριφθή με την βόμβαν του υπό την άμαξαν του εχθρι­κού αρχηγού. Εξηγεί την πράξιν του ως εξής : « ... η έννοια της ζωής, η πλήρης αυτοκυριαρχία. Ολική. Απόλυτος. Να μη ζητή κανείς, να ζητή (375)  αενάως ιδέας, καθήκοντα. Από μιάς ήδη ώρας δεν αισθάνομαι πλέον εκείνο που με έβάρυνεν ... ». Και ο Scali μέσα εις το έργον του «L' Espoir» (Η 'Ελπίς) : «Εσκέφθην πολύ τον θάνατον, αφ' ότου μάχομαι, ουδέποτε πλέον τον σκέπτομαι».
Καθ' όσον αφορά εις τους ήρωας που χύνουν το αίμα των, δια την φιλολογίαν ούδεμίαν με τους θεούς σχέσιν έχουν. Εν κατακλείδι, μέσα εις όλα αυτά δεν υπάρχει ζήτημα θανάτου, αυτή δε η μορφή φιλολογίας, με τον δίαυλον του ηρωισμού, καταλήγει εις την νεκρολατρείαν. Και εις αυτό, ο Bernanos θα απαντήση : «Δυσπιστώ προς εκείνους που πεθαίνουν καλά».
Μεταξύ των πλέον αντιπροσωπευτικών φρενηρών ρομαντικών, ημπορεί κανείς να αναφέρη τον Henri de Montherlant. Εδώ η επίδρασις του Barres είναι θεαματική. Παρέχει εν σχέσει με τον Μαλρώ δύο ιδιαιτερότητας. Κατ' αρχάς ο ατομικισμός είναι ακόμη πλέον περιοριστικός· υπερτερεί η αισθητική. Μέσα εις το υπό του Montherlant προτεινόμενον ηρωϊκόν ιδεώδες του Matamore, δεν υπάρχει πλέον ανάγκη εξεγέρσεως, εμφυλίου πολέμου, «ηρωικού άσματος» : ένας αθλητικός ανταγωνισμός ή ακόμη καί ένας ταύρος θα αρκέση δια να κραταιώση το θάρρος, την έφεσιν του κινδύνου και την αυτοκυριαρχίαν, ακόμη καί μία εύσωμος γυναίκα. Υπάρ­χει, όμως, εις τον Montherlant εν γνώρισμα του οποίου η εμβέλεια είναι κοινωνική, καί αυτό είναι η έξαψις της ομάδος, του πνεύματος σώματος, η κλήσις προς την δημιουργίαν μιάς θαρραλέας ελίτ, εις την οποίαν αι πολε­μικαί και αθλητικαί ίδιότητές της, ως και το αίσθημα της υπεροχής, να της προσδώσουν κάτι, όπως εν δικαίωμα  ιπποτισμού. Λέξις που και ο ίδιος εχρησιμοποίησεν. Ο Ernest Jünger, τούτο σκεπτόμενος, αυτό το νιτσεϊκόν ιδεώδες επί του οποίου πάντοτε στηρίζεται κανείς, παρουσιάζει ομοιότη­τας με τον Mοntherlant.
Οφείλομεν να μνημονεύσωμεν τον Αμερικανόν συγγραφέα Hernest Hemingway, λίαν αντιπροσωπευτικόν μιας εξελίξεως, ο οποίος συγγενεύει λίαν οφθαλμοφανώς με την ηρωϊκήν φιλολογίαν περί της οποίας ανωτέρω ωμιλήσαμεν : έξαρσις της ατομικής περιπετείας, της βιαίας πράξεως της οποίας το δυνατόν έπαθλον είναι ο θάνατος, τουθ' όπερ καθιστά την υπόθεσιν τόσον διεγερτικήν. Υπάρχει εις αυτόν εν είδος έρωτος δια την ζωήν, υφ' όλας τας όψεις, ο οποίος προέρχεται εν μέρει από μίαν συνείδησιν, διότι θα ριφθή και αυτός ο ίδιος, μαζί με τους ήρωας του, μέσα εις όλους τους τόπους τους οποίους θα θεωρήση επιθυμητούς. Περισσότερον ακόμη και από τον Μαλρώ, πιστεύει ότι, τας ιδέας, δεν είναι δυνατόν παρά να τας έχωμεν ζήσει. Σχεδόν δεν υπάρχουν πλέον ιδέαι, αλλά πρά­ξεις τινές σχολιασθείσαι- τελικώς από το στοίχημα δια την πράξιν θα καταλήξη και αυτός επίσης να υμνήση την βίαν, δι' αυτήν ταύτην, και όπως ο Montherlant, ελλείψει καλυτέρου, θα επανεύρη τον ταύρον. Και ούτω, έπειτα από αυτόν, δια τας μετά τον πόλεμον 1940-1945 γενεάς, μία ωρισμένη αμερικανική φιλολογία, όπου η βία αντικαθιστά την σκέψιν και την ηθικήν, θα δυνηθή να παράσχη μερικά αντισταθμικά όνειρα εις την νεολαίαν όταν θα φαίνεται μήτε πίστιν- μήτε εμπιστοσύνην έχουσα.
Θα ηδύνατο κανείς να μνημονεύση επί τούτοις την ρομαντικήν εκείνην κραυγήν : «Επιταχύνατε αυτάς τας πολύ βραδείας ημέρας τας οποίας ρέω εις τους αβύσσους». Εάν εχρησιμοποιήσαμεν συχνά την λέξιν «ρομαντικός», τούτο οφείλεται εις το ότι αι τάσεις του μας φαίνονται ότι είναι μία σταθερά· μέσα εις αυτά τα ηρωικά κινήματα τα οποία ο κό­σμος έζησε και τα οποία επροτάθησαν, ένθα η ζωή υποτιμάται ή υπερτιμάται, (376)  υπάρχει η εξέγερσις, «η μεταφυσική αξία της εις την κόλασιν κατα­δίκης, την οποίαν αποδέχεται κανείς, επωμίζεται ή επικαλείται, καθίσταται η υστάτη προσφυγή της προμηθεϊκής στάσεως και του σήματος επίσης επιλογής του εξεγερθέντος». Δεν υπάρχουν ειμή δύο είδη φυγής : Ο μυστικιστής ονειρεύεται να ενωθή με τον Θεόν και να περιμένη όλα από την χάριν του, ο φρενήρης θεωρεί ότι εξισούται με τον Θεόν και εγκατα­λείπεται εις την ιδίαν αυτού πνευματικότητα».
Αυτό μας άγει εις τον ομαδικόν νιτσεϊσμόν του Ernest Jünger. Ουδείς έπειτα από τον Hegel και τον Joseph de Maistre εξύμνησε τον πόλεμον όπως ο Jünger μέσα εις τα  πρώτα έργα του : «Πρέπει να γίνωνται περιο­δικώς πόλεμοι, διότι εκδηλώνουν την θέλησιν της φύσεως αναλαμβανούσης τα δικαιώματα της επί των μεγάλων ανθρωπίνων συλλογικοτήτων, αι οποίαι επιζητούν να εκφύγουν από την επήρειάν της». Ο πόλεμος νοείται από τον Jünger ως αφιλοκερδής, διότι τονίζονται αι διαπαιδαγωγικαί αξίαι, ατομικαί, αι ηρωΐκαί αξίαι, υποδειγματικοί. Ο Jünger, ακόμη και εν αρχή, δεν θεωρεί τας καταστροφάς και τας σφαγάς τόσον ευθηνάς όσον ο Hegel και ο Joseph Maistre. Αλλά πρόκειται δι' αυτόν να απαλύνη την ψυχήν ένεκα τούτου, απολακτίζει την ατομικήν, φαντασιώδη και απειθάρχητον περιπέτειαν, εξ ελευθέρου ορισμού, άρα απογυμνωμένην από εκείνο που δια τον Jünger αποτελεί το ουσιώδες της θυσίας, την αποδοχήν ενός καταναγκασμού (1).
Κατηγόρησαν τον Jünger διότι παρέσχεν εις το χιτλερικόν κίνημα ιδεολογικάς βάσεις· αυτό δεν είναι βέβαιον. Εκείνο, όμως, που είναι βέβαιον είναι ότι εξέφρασεν ως συγγραφεύς, ως ποιητής, ιδέας που εκυκλοφόρουν εις την Γερμανίαν, κατά τα έτη 1918-1930 και συγκεχυμένα αισθήματα, άνευ των οποίων η αποδοχή του Γ Ράιχ υπό της Γερμανίας θα είχε καταστή ακάλυπτος. Το ότι ο Jünger ευρέθη ξεπερασμένος ωσάν μαθητευόμενος μάγος, δεν έγκειται εκεί το ζήτημα. Εκείνο που μας φαίνεται κοινωνιολογικώς ενδιαφέρον είναι η φιλολογική εκδήλωσις μιας υποδειγματικής ιδεολογίας, απορρεούσης από πλείονας του ενός μαχητάς των δύο πολέμων. Εκείνο που είναι αρκετά εντυπωσιακόν είναι ότι και εις αυτόν ακόμη τον άπολογητήν του ομαδικού πολέμου, της ιεραρχίας και της σιδηράς πειθαρχίας, δεν φαίνεται να είναι ο εθνικισμός εν απαραίτητον πρόσχημα : υπάρχει, όθεν, εδώ, παρά τους ερημωτικούς πολέ­μους του πρώτου ημίσεος του 20ου αιώνος, εν περίεργον σημείον, καθ' όσον είναι νέον άμα και γενικόν : «Εκείνο που ενδιαφέρει δεν είναι ο σκοπός δια τον οποίον μαχόμεθα, αλλ' είναι να μαχώμεθα». Διότι πρό­κειται προπαντός να δημιουργήσωμεν ήρωας συνηθισμένους «να υφίσταν­ται τρομεράς δοκιμασίας και να διαπράττουν το χειρότερον χωρίς να φοβούνται το χυνόμενον αίμα». Εν κατακλείδι, να δημιουργήσωμεν όργανα της δημογραφικής ανάπαυλας εις την καθαράν κατάστασιν. Θα ημπορέση κανείς να είπη περί αυτών ότι είναι «οι νικηταί του φόβου». Και αυτός επίσης βλέπει να αναθρώσκουν από τας φλόγας του πολέμου αι υπέρταται αρεταί, εξ ου η απουσία μίσους και η λατρεία του ήρωος, εις οιανδήποτε φατρίαν και αν αυτός, ανήκη. Διότι η μεταφυσική καί ηθική αξία των δεινών κάμνει τον πόλεμον, ακόμη και αν είναι παράλογος, σχολείον όπου ο άνθρωπος μανθάνει να υπομένη τον πόνον, το άλγος, και να μη τα φοβήται πλέον : το σχολείον του υπερανθρώπου. Αι θύελλαι της ιστορίας είναι εν πρόσχημα δια την κατασκευήν αγαλμάτων. Αλλά τοιαύτα όπως προορίζωνται μέσα εις τα πρώτα έργα του Jünger, αυτά τα αγάλ­ματα δεν είναι χρησιμοποιήσιμα δι' άλλο πράγμα εκτός δια τας θυέλλας της ιστορίας. Βλέπει κανείς ότι αυτή η διδασκαλία, καίπεο ευγενής, είναι περιωρισμένης αρετής. Ή, ακριβέστερον, περιορίζεται εις την ανάγκην να έκτελή σκοτεινάς τομάς, των οποίων αυτός ο ήρως είναι το ασυνείδητον όργανον. Εχρειάζετο μία γενεά υμνουμένη υπό του Jünger δια να κατασκευάση το κατάστρωμα του δρόμου του Στάλινγκραντ.

(1) Εις την απολογίαν του καταναγκασμού και της πειθαρχίας, ένας άλλος Γερμανός, ο Albert Einstein, απαντά με «τας μόνας βιαιότητας της γλώσσης τας οποίας ουδέ­ποτε επέτρεψεν εις τον εαυτόν του» (sic): «Ο άνθρωπος που χαίρεται να βαδίζη εντεταγμένος και με τους τόνους της μουσικής περιπίπτει εις την περιφρόνησίν μου' το κάμνει εκ πλάνης που εδέχθη ο ευρύς του εγκέφαλος, η σπονδυλική στήλη θα έπήρκει επαρκώς προς τούτο».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου