Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΒΛΑΧΟΣ: ΠΡΟΣ ΤΟΝ κ. ΜΟΥΣΣΟΛΙΝΙ ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ



Κύριε,
Ευρέθην εις την Ρώμην το απόγευμα εκείνο της 26ης Οκτωβρίου του 1922, όταν επί κεφαλής διαδηλώσεως μελανοχιτώνων εισήρχεσθε εις την Ρώμην. Ήσθε έφιππος, είχατε κοντά σας τον Ίτα­λο Μπάλμπο, αριστερά ένα γέροντα, ο οποίος ήτο αρχηγός των «κυανών», με τους οποίους ηνώθητε το πρωί, και είχα­τε το αυστηρόν ύφος του Ρωμαίου συγ­κλητικού. Ο νικητής και εις τους εμφυ­λίους αγώνας ακόμη είναι αξιοθαύμαστον πρόσωπον, όταν μάλιστα περνά και προχωρή, όχι δια ν' ανατρέψη αυτούς τους οποίους ενίκησε, αλλά δια να σταθή υπερήφανος και πειθαρχικός κάτω από τον εξώστην των, όπως σεις. Πράγματι, σας είδα τότε να σταθήτε κάτω από το Κυρηνάλιον και σας εθαύμασα ακούων τον λόγον τον οποίον εξεφωνήσατε προς τον παρουσιασθέντα εις τον εξώστην του Βασιλέα της Ιταλίας: Θα μετεβάλλατε την Ιταλίαν εις μέγα κράτος, θα εδίδατε ρυθμόν εις το κουρασμένον βήμα του αρ­χαίου λαού, θα εξυπνούσατε την παλαιάν Ρωμαϊκήν Αυτοκρατορίαν... Το παρά­στημα σας ήτο αγέρωχον, η φωνή σας βαρεία, ο ενθουσιασμός του πλήθους τρομακτικός:
—Εβίβα!... εφώναζαν όλοι, μελανοχίτωνες και πλήθος, οι Ιταλοί. Εβίβα, είπε υψώνων προς το άγνωστον την χεί­ρα ο Βασιλεύς. Εβίβα, προσέθεσα και εγώ, ξένος, ναυαγός μιας κακής θυέλλης, η οποία είχεν εκσπάσει εις την πατρίδα μου.
Έκτοτε η εικών του θριάμβου και των ζητωκραυγών, και των ρητορειών η ανάμνησις μ' έκαναν να σταθώ ζηλότυ­πος κοντά εις το έργον σας και την τύχην της Ιταλίας. Έμεινα σχεδόν εν έτος ε­κεί και είδα την αρχήν της οικοδομής: τας νεολαίας, τα έργα, τα ιδρύματα, την ταχύτητα, τον ρυθμόν. Ήκουσα τα ρη­τά: «Ζην επικινδύνως». «Πάντοτ' εμ­πρός!...» Είδα τους υπουργούς σας εις τα Αεροδρόμια, εις τα Σκοπευτήρια, τους Αγώνας. Είδα σας και τα παιδιά σας αεροπόρους, είδα —το οποίον με κατέ­πληξε κάποτε— ότι εκάη ο Σταθμός του Μιλάνου και ότι εντός μηνός είχε κτισθή. Είδα την ανατολήν της ευτυχίας του φασισμού, την ανατολήν του θριάμ­βου του.
Και εσκεπτόμουν: Ετελείωσε η επο­χή της Λίσσας, του Καπορέττο, των ητ­τών, του εξευτελισμού, της φυγής. Η Ιταλία ευρήκε τον άνθρωπόν της. Μία νέα γενεά ετοιμάζεται. Θα έχη νεύρα, θα έχη όπλα, θα κρατή την κεφαλήν υψηλά.
Έτσι, επανήλθα μετά μήνας μακρούς εις τον τόπον μου, και καθώς παρήρχετο ο καιρός αι σκέψεις εκείναι εγίνοντο πε­ποιθήσεις. Κατ' έτος ανηγγέλλετο μία πρόοδος, μία νίκη ιταλική. Άλλοτε ήσαν τα μεγαλύτερα θωρηκτά του κόσμου τα οποία καθειλκύοντο εις τον Τάραντα, άλλοτε αι μεγαλύτεραι μηχανοκίνητοι μεραρχίαι αι οποίαι ώργωναν τας νέας λεωφόρους της Αφρικής, και έπειτα ο πλούτος, η πρόοδος, αι παρελάσεις, αι εορταί. Κράτος, έ;... Φτερά εις τα κράνη, θώρακες εις το στήθος, χάλυψ στα χέ­ρια...
— «Ποιος», εσκεπτόμουν, «θα ημπορέση εναντίον των να αντισταθή;»
Και ο πόλεμος ήρχισεν. Η Πολωνία επυρπολείτο, η Ολλανδία υπέκυπτε, το Βέλγιον υπεχώρει, η Γαλλία εστέκετο οπίσω από την γραμμήν Μαζινώ και όλος ο κόσμος σας επερίμενε: «Τώρα», έ­λεγε, «οι νέοι Ιταλοί "θα ζήσουν επικιν­δύνως". Τώρα, εις το νότιον μέτωπον, το οποίον τους έχει ανατεθή, θα πολεμή­σουν ως λέοντες. Τώρα θα την πάθουν οι Γάλλοι». Και οι Γάλλοι την έπαθαν. Αλλά πώς;... Χωρίς ν' ανοίξη μύτη ιτα­λική. Χωρίς να κινηθή από σας ούτε εις. Την δεκάτην Ιουνίου του 1940, όταν η λευκή σημαία ανέβαινεν αργά και α­σθμαίνουσα τον πύργον του Άιφελ, σεις εβγήκατε εις τον εξώστην του Παλάτσο Βενέτσια και είπατε τον περίφημον λόγον σας: «Η ώρα των μεγάλων αποφάσε­ων έχει σημάνει...» Και εγέλασεν η υφή­λιος. Και η Λίσσα, το Ιζόντζο, το Καπορέττο, και ο υπερίτης τον όποιον εδοκίμασαν οι πτωχοί Αβησσυνοί, όλα ήλθον εις των ανθρώπων την μνήμην, και ό,τι εκερδίσατε επί δεκαοκτώ χρόνια, το εχάσατε εις ένα λεπτόν και εγίνεσθε καταγέλαστοι και παρεδώσατε το έθνος σας εις την χλεύην του κόσμου και εγίνε­σθε πάλιν στίχος, ανέκδοτον, σάτιρα, γε­λοιογραφία, εμπαιγμός όλης της Γης.
Αλλ' αυτό δεν σας έφθανε. Το ολί­σθημα σας εφάνη μικρόν και η φιλοδο­ξία σας ήτο μεγάλη. Δια το βήμα σας το στρατιωτικόν εχρειάζετο πεπονόφλουδα. Ήλθε λοιπόν η ώρα της —ήτο τρεις πρωί, είκοσι οκτώ Οκτωβρίου— και την επατήσατε. Ηθελήσατε να εισβάλετε εις την Ελλάδα, να έχετε μίαν εύκολον νίκην —και προς τούτο εστείλατε τάγ­ματα και συντάγματα και φασίστας και υπαλλήλους μαζί και είχατε φροντίσει δια την διοικητικήν μας οργάνωσιν και δια την πρόχειρον αλλαγήν των δραχμών εις λιρέττας και διψά τον σημαιοστολισμόν ακόμη των νέων σας κτήσεων, και... 
— ΦΕΥΓΕΤΕ. Φεύγετε κατά τρόπον επονείδιστον, λασπωμένοι, αιματωμένοι, με τραύματα εις τα νώτα και τους γλου­τούς, χωρίς κράνη, χωρίς πηλήκια, χωρίς πτερά, χωρίς υλικόν. — Διατί;
Θα σας είπω, κ. Μουσσολίνι, διατί. Διότι το Κράτος σας αυτό, το οποίον μας εθάμβωσεν όλους, δεν είχε το Δί­καιον ως θεμέλια. Διότι το Σχολείον που εκτίσατε εστερείτο μαθήματος Ηθικής. Διότι εις τους πολίτας τους Ιταλούς, εις τας νεολαίας, εις τα παιδιά, δεν εδώσατε ένα ύμνον προς την πατρίδα, μίαν ζητωκραυγήν εθνικήν. Δεν ανεβήκατε εις ένα πύργον διά να τους ειπήτε: «Να, αυτή είναι η Ιταλία. Αρχίζει απ' εκεί και τελειώνει εκεί. Έχετε αυτήν την ιστορίαν, αυτούς τους προγόνους, αυτούς τους τάφους. Μάθετε ότι πρέπει να πέσετε όλοι πριν τους πατήση εχθρός». Αλλ' ανεβήκατε εις μίαν σάπιαν καρέκλαν, διά να τους πείτε: «Να, αυτή είναι η Αβησσυνία. Οι κάτοικοι της δεν έχουν ούτε σουγιάν. Πηγαίνετε με τ' αεροπλά­να σας να τους κάψετε. Αυτή είναι η Αλβανία. Οι άνθρωποι της είναι άο­πλοι. Πηγαίνετε να τους κάμετε δού­λους». Και έπειτα: «Αυτή είναι η Ελ­λάς. Έχει οκτώ εκατομμύρια κατοίκων και είμεθα σαράντα οκτώ. Ο οπλισμός της απέναντι μας είναι μηδαμινός. Οι πιλότοι των δήθεν "αεροπορικών συγ­κοινωνιών" μας την έχουν μάθει απέξω και την έχουν επισημάνει. Θα της κηρύξωμεν τον πόλεμον ξημερώματα, ενώ κοιμάται, έως το μεσημέρι θα έχωμεν ανατινάξει εις τον αέρα τα γεφύρια της, τους λιμένας της, τους κόμβους των συγκοινωνιών της, και το βράδυ, επειδή λείπει το είδος, θα πίνετε εις τας Αθή­νας καφέν».
Αλλ' όλα αυτά ήσαν άτιμα, όλα αυτά δεν ημπορούσαν να εμπνεύσουν κανένα, όλα αυτά απέπνεαν αδικίαν, κακοήθειαν, ψεύδος, επιβουλήν του ισχυρού εναντίον του ασθενούς. Όλα αυτά δεν ήτο δυνα­τόν να γίνουν ούτε Θούριον, ούτε Παιάν, ούτε Σημαία. Ήσαν όλα πτωχαί, άναν­δροι, ρυπαραί εντολαί. Δι' αυτό λοιπόν ενικήθητε. Δι' αυτό οι άνθρωποι σας υπεχώρησαν, δι' αυτό φεύγουν. Διότι τους είπατε να ζουν επικινδύνως, αλλά ζήτε σεις και οδηγείτε και διδάσκετε ως δειλός. Διότι ως δειλός εκάψατε την Αβησσυνίαν με υπερίτην. Ως δειλός επετέθητε κατά της Γαλλίας νεκρας, ως δει­λός εφθάσατε εις την άοπλον Αλβανίαν, ως δειλός ήλθατε εις τα σύνορα μας με το στιλέτον, εις τας τρεις το πρωί. Οι δειλοί, λοιπόν, όπως σεις, και οι φαύλοι ουδέποτε οδηγούν εις ανδραγαθήματα τους στρατούς και ουδέποτε ο Δόλος ωδήγησε τους ανθρώπους εις έργα σημαν­τικά. Δι' αυτό, το Κράτος αυτό, του ο­ποίου εχειροκρότησα και εγώ την ανατολήν, αρχίζει τώρα να δύη υπό τον παγκόσμιον χλευασμόν: Διότι η οικοδομή, κ. Μουσσολίνι, εστερείτο θεμελίων Δι­καίου, διότι το Σχολείον που εκτίσατε εστερείτο μαθήματος Ηθικής...


(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Καθημερινή στις 25 Νοεμβρίου 1940 )


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου