Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΖΑΜΠΟΓΛΟΥ ΦΑΙΔΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΖΑΜΠΟΓΛΟΥ ΦΑΙΔΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

ΦΑΙΔΩΝ ΖΑΜΠΟΓΛΟΥ: Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ Ο ΜΙΧΑΛΗΣ - Ανταρτικό και αντιανταρτικό (τα αποσπάσματα)IIΙ

(Προηγούμενο)
Αντάρτης παραδίδεται στις δυνάμεις
του τακτικού στρατού


 Περάσαμε κι άλλες περιπέτειες, δώσαμε μάχες και είχαμε νεκρούς συντρόφους και τραυματίες. Ο ξάδερφος της γυναίκας του Γιάννη, σκοτώθηκε αργότερα σε μάχη με αντάρτες. Διαρκούσε  ακόμη ο συμμοριτοπόλεμος όταν σε μια μάχη βοηθούσαμε ένα άλλο απόσπασμα στο οποίο καπετάνιος ήταν αυτός που έγινε αργότερα αστυνόμος διοικητής αυτού του τμήματος. Θα καταλάβεις πως έχω τόσο θάρρος μ' αυτόν. Πήραμε εντολή να βοηθήσουμε το απόσπασμα του, που έδινε μάχη με αντάρτες. Το απόσπασμα ήταν σε κρίσιμη κατάσταση. Ήταν κυκλωμένο από μεγάλη δύναμη ανταρτών. Φθάσαμε την τελευταία στιγμή πριν τελειώσουν τα πυρομαχικά τους. Διασπάσαμε τον κλοιό και πήγαμε κοντά στους περικυκλωμένους. Ήταν μερικοί νεκροί. Έπρεπε να φύγουμε προτού ανασυνταχθούν σι αντάρτες κι επιτεθούν ξανά. Όσοι από το άλλο απόσπασμα ήταν γεροί, πήραν τους τραυματίες για να τους μεταφέρουν, ανάμεσα στους τραυματίες ήταν και ο καπετάνιος τους, τραυματισμένος στον μηρό.


Αφού έφυγαν οι άλλοι, ο καπετάνιος, ο δικός μας, μας έδωσε τη  διαταγή να φύγουμε κι εμείς. Με όρισε μαζί με έναν ακόμη, οπισθοφυλακή. Πήρα την μπρέντα και αρκετές σφαίρες κι έριχνα στα τυφλά καθώς έφευγα. Οι άλλοι προχωρούσαν γρήγορα, αποκοπήκαμε. Κάποιος ακροβολιστής αντάρτης πέτυχε και σκότωσε τov σύντροφο μου. Έμεινα μόνος. Καθώς υποχωρούσα βρήκα πεθαμένο τον καπετάνιο του άλλου αποσπάσματος, και δίπλα του, αυτόν που τον βοηθούσε, νεκρό. Τον βρήκε σφαίρα από αυτές που  ριχναν εναντίον μας οι αντάρτες που μας ακολουθούσαν. Σήκωσα τον τραυματία. Πέρασε το μπράτσο του στον λαιμό μου. Είχα και το βάρος της μπρέντας, προχωρούσαμε πολύ αργά. Ο καπετάνιος το κατάλαβε και με παρότρυνε να τον εγκαταλείψω, «Άφησε εμένα και τρέξε να σωθείς. Είμαστε χαμένοι όπως πάμε  αργά Δώσε σε  μένα την μπρέντα και την χειροβομβίδα και φύγε. Φύγε! Φύγε ! Φύγε! ΄Εκανα πως δεν τον άκουσα. Οι δικοί μας  δεν ακούγονταν . Είχαν  προχωρήσει πολύ . Είμαστε αποκομμένοι και  προχωρούσαμε σιγά-σιγά, ενώ οι αντάρτες προχωρούσαν και πυροβολούσαν από πίσω μας. Έριχνα με την μπρέντα πότε πότε, λίγες σφαίρες ώσπου τελείωσαν. Πέταξα την άχρηστη και βαριά μπρέντα, όμως και πάλι με το βάρος του τραυματία δεν ήταν δυνατόν να τρέξω. Αν οι αντάρτες καταλάβαιναν ότι δεν είχαμε πυρομαχικά θα μας έπιαναν ζωντανούς και ξέραμε τι μας περιμένει. Για την περίπτωση αυτή είχαμε κρατήσει μια χειροβομβίδα μιλς.
Προχωρώντας συναντήσαμε ένα βαθύ χαντάκι. Ήταν ως δυο μέτρα βαθύ και είχε πολλά βάτα. Κατεβήκαμε και κρυφθήκαμε κάτω από βάτα που δεν μας έκρυβαν όμως εντελώς. Ο τραυματίας αιμορραγούσε. Έσκισα το πουκάμισο μου κι έδεσα σφιχτά τον μηρο του. Τότε πρόσεξα ότι είχα κι εγώ τραυματισθεί στο στήθος, ευτυχώς ελαφρά. Ακούστηκαν βήματα. Έφθασαν οι αντάρτες. Ένας αντάρτης στάθηκε ακριβώς από πάνω μας. Ήταν ένα ωραίο μεγαλόσωμο παλικάρι με τσαπράζια κι ασύρματο στην πλάτη. Μας είδε. «Άντε τι περιμένεις; Τελείωσε», μου είπε ο τραυματίας. Ήθελε να αφήσω την περόνη της χειροβομβίδας. Περιμένω να έρθουν κοντά μας οι αντάρτες για να πάρουμε μερικούς απ' αυτούς μαζί μας στην κόλαση. Ο αντάρτης όμως προσποιήθηκε στους άλλους που τον ακολουθούσαν ότι δεν μας είδε. Έδειχνε με το χέρι του αλλού μακριά. «Μας ξέφυγαν τα παλιοτόμαρα, τους είδα εκεί κάτω». Ίσως πράγματι να έβλεπαν τους δικούς μας μακριά, εκεί που έδειχνε. Ακούστηκαν βήματα που απομακρύνθηκαν. Ο αντάρτης με τον ασύρματο έμεινε.
Τα αθώα θύματα της
μεγάλης σφαγής
«Θα μείνω και θα έρθω μαζί σας. Με πήραν με την βία από την Καρδίτσα». Ακούστηκε μια φωνή από μακριά: «Άντε Λεωνίδα, έλα πριν ξημερώσει καλά και μας εντοπίσει κανένα αεροπλάνο». «Να κάνω το νερό μου κι έρχομαι, προχωράτε εσείς, θα σας φτάσω». Επέμενε  ο άλλος αντάρτης. «Έλα γρήγορα σε περιμένω». Έφυγε ο αντάρτη με τον ασύρματο, αναγκαστικά από φόβο μήπως προκαλέσει υπσψίες κι επιστρέψει ο άλλος.
Περιμέναμε να ξημερώσει καλά και ακολουθώντας το ρέμα προς τα κάτω φθάσαμε στον δημόσιο δρόμο. Μας βρήκαν οι στρατιώτες ναρκοσυλλέκτες που έψαχναν για  νάρκες Μας πήγαν στην  Αλεξανδρούπολη.Ο καπετάνιος  νοσηλεύθηκε τρεις μήνες. Είχε κάταγμα και του έμεινε ελάττωμα, γι΄ αυτό κουτσαίνει. Περιποιήθηκαν και το δικό μου τραύμα και πήγα στο απόσπασμα μετά από μια εβδομάδα. Έμαθα ότι «πιάσανε αιχμάλωτο» το Λεωνίδα, τον αντάρτη με τον ασύρματο που ήθελε να έρθει μαζί μας, όταν μας είδε κρυμμένους στα βάτα. Τον παρέλαβε ο Γιάννης με τον ξάδερφo της γυναίκας του, και τον παρέδωσαν στον ταγματάρχη «Άγιο Πέτρο» όπως το έλεγαν κοροϊδευτικά. Ποια μάνα έκλαψε για κείνο το ωραίο παλικάρι; Έκλαψα κι εγώ για το άτυχο και αδικοχαμένο Ελληνόπουλο.
Πως είναι δυνατόν να ξεχασθούν αυτά τα εφιαλτικά γεγονότα; Όλη μέρα τα σκέφτομαι και στον ύπνο μου βλέπω εφιάλτες. Ο ξάδερφός  της γυναίκας του Γιάννη, σκοτώθηκε. Πέρασαν τρία χρόνια από τότε. Ο συμμοριτοπόλεμος τελείωσε. Τα αποσπάσματα διαλύθηκαν. Κατατάχθηκα στην χωροφυλακή. Μια μέρα σκαλίζοντας τα χαρτιά μου βρήκα την φωτογραφία του δάσκαλου από την Καρδίτσα, που τον άφησα ελεύθερο ενώ με διέταξε ο καπετάνιος να τον εκτελέσω. Ήταν μαζί ο σταυρός και η βέρα που την είχα βγάλει από τo χέρι του πριν του λύσω τα χέρια, όταν περίμενε να τον εκτελέσω. Πήρα τρεις μέρες άδεια και πήγα στην Καρδίτσα.
Έδειξα σε διαβάτες την φωτογραφία και μου είπαν πού περίπου ήταν το σπίτι του. Εκεί κοντά μια κυρία, που σκούπιζε τα σκαλοπάτια του σπιτιού της, μου έδειξε το σπίτι. «Αυτό με τον κήπο είναι το σπίτι του. Ο ίδιος υπηρετεί στο στρατό, θα βρήτε την γυναίκα του». Ήταν μια μονοκατοικία με αυλόκηπο που είχε ζαρζαβατικά και λουλούδια.
Το σκυλί που καθόταν στο χαλάκι του κεφαλόσκαλου αντί να με γαυγίοει μου κούνησε φιλικά την ουρά. Μου φάνηκε παράξενο , τι είδους φύλακας ήταν;
Χτύπησα την πόρτα. Ένα κοριτσάκι ως τεσσάρων χρόνων

μου άνοιξε.
«Είναι μέσα ο πατέρας σου κοριτσάκι μου;», ρώτησα υποθέτοντας ότι ήταν το κορίτσι της φωτογραφίας.
«Μάλιστα , σήμερα ήρθε.Μαμά, ένας χωροφύλακας θέλει το μπαμπά».
Η κοπέλα της φωτογραφίας ήρθε στην πόρτα σκουπίζοντας τα χέρια της με μια πετσέτα.
«Μόλις ήρθε. Κάνει μάθημα στα ανηψάκια του. Αν είναι ανάγκη να τον φωνάξω».
«Παρακαλώ αφήστε να τελειώσει το μάθημα, δεν είναι επείγον και δεν βιάζομαι».
«Να σας φέρω ένα γλυκό ή μια λεμονάδα;».
«Όχι ευχαριστώ, ένα ποτήρι νερό θα το έπινα ευχαρίστως».
Ήπια το νερό γιατί είχε ξεραθεί  το στόμα μου από την αγωνία.Σε λίγο βγήκαν δύο παιδιά με τα βιβλία και τα τετράδιά τους .Μετά βγήκε  από το ίδιο μέρος ένας λεβέντης αξιωματικός του Ελληνικού στρατού , ένας ανθυπολοχαγός. Δεν τον αναγνώρισα.Είχα  την εικόνα του όπως ήταν  τότε που θα τον εκτελούσα. Ένα ανθρωπάκι  σκυφτό ταλαίπωρο με πρόσωπο  αξύριστο αποσκελετωμένο, και βλέμμα γεμάτο απόγνωση κι απελπισία. Τώρα έβλεπα  ένα παλικάρι με περήφανη   στητή κορμοστασιά κι αστραφτερό  βλέμμα. Εκείνος  όμως με γνώρισε .Σήκωσε τα χέρια ψηλά και είπε: «Δόξα τω Θεώ! Ήρθες επιτέλους Μιχάλη. Είσαι γερός. Σε περιμέναμε κι ανησυχήσαμε μήπως σκοτώθηκες. Μήπως σε τιμώρησαν που δεν υπάκουσες  την διαταγή του καπετάνιου. Το ανακάλυψαν ότι με άφησες ελεύθερο;».
«Το ομολόγησα ο ίδιος δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Ο καπετάνιος δεν με τιμώρησε. Το απόσπασμα είχε και τα καλά του» Φώναξε την γυναίκα του. «Έλα, χρυσή μου. Είναι ο Μιχάλης. Οι προσευχές μας εισακούσθηκαν».
 Ήρθε η κοπέλα και θέλησε να πάρει το χέρι μου για να το φιλήσει. Τραβήχτηκα. Φώναξε πάλι αυτο «Μιχαλάκη... έλα χρυσό μου να δεις τον καλό θείο Μιχάλη. Αυτος είναι ο θείος Μιχάλης». Ένα νήπιο ήρθε και με κοίταζε διστακτικά. Γονάτισα, του χαμογέλασα και άνοιξα τα χέρια μου. Ρίχτηκε στην αγκαλιά μου κι αγκάλιασε τον λαιμό μου.
Τί ευφροσύνη αισθάνθηκα, Θεέ μου, απ αυτό το αγκάλιασμα! «Του μιλούσαμε για σένα, Μιχάλη, και σε περίμενε όπως κι εμείς, Οταν γύρισα από το  βουνό τo βρήκα μωρό Μόλις είχε γεννηθεΙ Χάρις στην ανθρωπιά σου  δεν γεννήθηκε ορφανό Του δώσαμε τ' όνομά σου ».Το κοριτσάκι ήρθε και αυτό κοντά μου . Πήρα και τα δύο νήπια στην αγκαλιά μου. Από την συγκίνηση έτρεχαν  δάκρυα από τα μάτια μου.
Γύρισα και περιεργάστηκα την στολή του. «Πολέμησα στον συμμοριτοπόλεμο, στο Γράμμο και πήρα παράσημο. Πήρα τώρα το αστέρι του ανθυπολοχαγού και απολύομαι, έχω κάνει τα χαρτιά μου για να διοριστώ μόνιμος δάσκαλος».
«Μπορείτε να μου εξηγήσετε γιατί το σκυλί σας δεν με γαύγισε σαν ξένο, μου κούνησε μάλιστα φιλικά την ουρά;»
«Επειδή φοράς στολή. Έχει μάθει να εμπιστεύεται όσους φορούν στολή».
«Σας έφερα την φωτογραφία, την βέρα και τον σταυρό. Τα φύλαγα κι αναρωτιόμουν αν ήταν αλήθεια όσα μου είπες τότε. Αυτό που αντικρίζω τώρα δεν μπορούσα να το φανταστώ. Ευχαριστώ τον Θεό για την φώτιση που μου έδωσε τότε».
Με προσκαλούσαν να μείνω λίγες μέρες αλλά δεν ήταν δυνατόν, η άδεια μου ήταν σύντομη. Γύρισα στην υπηρεσία. Θέλησα να μάθω τι απέγινε ο σύντροφος στο απόσπασμα, ο Γιάννης αυτός που βασάνιζε και ξεκοίλιαζε τους αιχμαλώτους. Το χωριό του λέγεται Συκίδια. Βρίσκεται στο βουνό πάνω από το Παρανέστι. Πήρα πάλι τρεις μέρες άδεια και πήγα στο Παρανέστι. Εκεί πήρα οδηγίες πώς να πάω στα Συκίδια. Μου είπαν όμως ότι είναι τελείως καταστραμμένο. Το κατέστρεψαν οι Βούλγαροι. Πέρασα πρώτα από το Μελισσοχώρι. Ήταν κι αυτό τελείως καταστραμμένο από τους Βουλγάρους. Ήταν κάποτε μεγάλο χωριό, το κατοικούσαν πρόσφυγες από την Καππαδοκία. Στο Μελισσοχώρι την 20η Σεπτεμβρίου 1944 υπόγραψε το ΚΚΕ σύμφωνο με τους Βουλγάρους. Εκ μέρους του ΚΚΕ, ο Αυγερινός και ο Στασινόπουλος, και των Βουλγάρων ο Γιούνωφ και ο Φιλίπποβιτς.
Πήγα στα Συκίδια. Ήταν κι αυτά τελείως κατεστραμμένα. Μόνο μισογκρεμισμένα και καμένα ντουβάρια υπήρχαν. Καθώς περιφερόμουν ανάμεσα στα  χαλάσματα άκουσα ομιλίες.Πλησίασα το μισογκρεμισμένο σπίτι απ' όπου ακουγόταν η φωνή. Ένας ρακένδυτος άνθρωπος χειρονομούσε και μιλούσε μοναχός του.
Όταν με  αντιλήφθηκε στράφηκε προς το μέρος μου αγριεμένος.
 «Ποιος είσαι συ;». Τα μάτια αυτού του ανθρώπου ήταν το μόνο που θύμιζε τον Γιάννη.
«Είμαι ο Μιχάλης που ήμασταν μαζί στο απόσπασμα». Τα βλέμμα του ήταν απλανές και απόκοσμο. Δεν έδειξε να κατάλαβε ποιος είμαι. Του μίλησα πάλι και προσπάθησα να τον αποσπάσω από τον κόσμο του. Στάθηκε αδύνατο να συζητήσω με τον Γιάννη. Είχε  χάσει τα λογικά του, ήταν τρελός. Στο Παρανέστι με πληροφόρησαν ότι κατά την κατοχή ο Γιάννης ήταν αντάρτης στο σώμα του Αντών Τσαούς. Όταν καταστράφηκαν τα Συκίδια βρήκε την γυναίκα τον που ήταν έξι μηνών έγκυος, σφαγμένη με την κοιλιά ανοιγμένη καΐ το έμβρυο πεσμένο στο πάτωμα νεκρό. Βρήκε και το κοριτσάκι του που ήταν τεσσάρων χρονών, πλακωμένο στην αυλή με πέτρες μισοπεθαμένο. Πέθανε στα χέρια του. Ο Γιάννης ήταν ήσυχος οικογενειάρχης δουλευταράς, μου είπαν, δεν πείραξε ποτέ κανέναν. Μετά από αυτό το γεγονός άλλαξε. Κατά τον συμμοριτοπόλεμο κατατάχθηκε σε απόσπασμα. Αυτό το ήξερα. Τώρα είναι τρελός. Δεν μπορεί να εργασθεί συντηρείται από την ζητιανιά».

Για να συμπληρώσω και να επιβεβαιώσω ο ίδιος την ιστορία του φίλου μου Μιχάλη σχετικά με τον Γιάννη αποφάσισα να επισκεφθώ ο ίδιος τα Συκίδια. Σεπτέμβριος 2005: υπάρχει ορεινή δρόμος τώρα αλλά διαπίστωσα ότι το αυτοκινητάκι μου είναι ακατάλληλο γι' αυτόν τον ορεινό δρόμο. Παρακάλεσα τον φίλο μου Γιώργο να με πάει με το τζιπ του.

Κάναμε στάση στο Μελισσοχώρι. Ήταν κάποτε μεγάλο χωριό. Τώρα είναι τελείως καταστραμμένο. Μοναδικοί κάτοικοι είναι τα δυο αδέρφια Καρόπουλοι κτηνοτρόφοι. Ο ένας λέγεται Λάζαρος . Ζει μαζί με την γυναίκα του. Είναι πρόσφυγες από την Καππαδοκία όπως ήταν και οι περισσότεροι κάτοικοι των γύρω  χωριών. Τους αποκαλούσαν Καραμανλήδες. Οι πρόσφυγες ξεριζωμένοι από την πατρίδα τους τον Πόντο, την Καππαδοκία, την Α νατολική Θράκη και από τov βορά από όπου προσφύγεψαν πολλοί Σαρακατσαναίοι Θρακιώτες της  Ρωμυλίας.  Αγαπούν παθιασμένα τη νέα τους πατρίδα. Ο  καημός κι ο πόνος του ξεριζωμού κληρονομείται στις επόμενες  γεννιές και διατηρείται στη μνήμη με τις παραδόσεις και την ιστορία. Οι πρόσφυγες, την αγάπη για την χαμένη πατρίδα τους,την αποθέτουν στη νέα πατρίδα και την αγαπούν διπλά. Πονούν για  ό,τι κακό της συμβαίνει. Ο ξεριζωμός και η προσφυγιά υπήρξε  μεγάλη συμφορά. Το να ζεις όμως στην πατρίδα σου, που την σκλάβωσαν και την ορίζουν οι ξένοι κατακτητές, είναι ακόμη μεγαλύτερη συμφορά. Είναι δυνατόν να κλονίσει το λογικό και του πλέον συνετού πολίτη και να τον οδηγήσει σε βίαιες πράξεις.
 Ο Λάζαρος μου συνέστησε να μην πάω στα Συκίδια. Δεν θα βρεις τίποτα εκεί, είναι τελείως κατεστραμμένο το χωριό. Το κατέστρεψαν οι Βούλγαροι. Με την συζήτηση μου έδωσε πληροφορίες.
«Κατά την κατοχή οργανώθηκε από τον Αντών Τσαούς ανταρτικό σώμα. Τον ακολούθησαν πολλοί κάτοικοι των χωριών αυτών που ήταν Καππαδόκες, όπως ήταν και ο ίδιος ο Αντών Τσαούς. Το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ επειδή δεν βρήκε ανταπόκριση από τους Καππαδόκες έφερε δυνάμεις από άλλες περιοχές. Τρομοκρατούσαν τον  κόσμο για να τον αποθαρρύνουν από το να ακολουθήσουν τov Αντών Τσαούς και προσπαθούσαν να αποκτήσουν οπαδούς.

Τα ίδια  έκαναν και οι άνδρες του Αντών Τσαούς όπου υποπτεύονταν ότι ορισμένοι προσχώρησαν στο ΕΑΜ. Το κακό τρίτωσε όταν έκαναν την εμφάνιση τους αντάρτες, Βούλγαροι κομμουνιστές. Αυτοί, ως Κομμουνιστές, έκαναν κάποια συμφωνία με τους ομοϊδεάτες τους. Προσποιούνταν ότι ήταν φιλικοί με τους Εαμίτες. Όταν  όμως πήγαιναν σε Ελληνικό χωριό κατέστρεφαν όλους, αριστερούς  και δεξιούς αρκεί που ήταν Έλληνες. Δεν γνώριζε πλέον  κανείς από ποιον κινδυνεύει για να φυλαχθεί. Ποιος ήταν φίλος και ποιος εχθρός. Την καταστροφή αποτελείωσε ο Βουλγαρικός στρατός . Έφερε  δεκαέξι χιλιάδες Βουλγάρους στρατιώτες με πυροβολικό κοι κατέστρεψαν  ότι είχε  απομείνει όρθιο. Έκαναν σφαγές του Ελληνικού πληθυσμού όπως έκαναν στην Δράμα και στο Δοξάτο Διώχτηχαν ειδικώς οι Καππαδόκες (Καραμανλήδες) 
  διότι κανένας απ' αυτούς δεν δέχθηκε να πολιτογραφηθεί Βούλγαρος, έστω και προσποιούμενος, όπως έκαναν ορισμένοι άλλοι για να σώσουν την ζωή τους και την περιουσία τους. Τα σπίτια κάηκαν, τα χωριά ερήμωσαν και από τότε δεν κατοικήθηκαν ποτέ. Τις μεγαλύτερες καταστροφές έπαθαν τα χωριά Σικίδια, Τσιχωτά, Καστανιές, Πολύκηπο, Μελισσοχώρι.
Ο Γιάννης που ήταν αντάρτης του Αντών Τσαούς όταν έμαθε ότι καταστράφηκαν τα Συκίδια πήγαν με τον ξάδερφο της γυναίκα του στο χωριό. Βρήκαν το σπίτι καμένο και γκρεμισμένο. Βρήκαν την γυναίκα του που ήταν έξι μηνών έγκυος σφαγμένη, με την κοιλιά ανοιγμένη και το έμβρυο πεσμένο στο πάτωμα νεκρό. Το κοριτσάκι του τεσσάρων χρονών το βρήκαν από το αδύνατο κλάμα του που ακουγόταν στην αυλή. Ήταν ζωντανό πλακωμένο σ' ένα λάκκο με μεγάλες πέτρες. Σήκωσαν τις πέτρες και το πήρε ο Γιάννης στην αγκαλιά του. Από το στόμα του έβγαζε ματωμένο αφρό. Πέθανε στα χέρια του. Ο Γιάννης που γνωρίζαμε ήταν φιλήσυχος εργατικός, νοικοκύρης. Αγαπούσε πολύ την οικογένεια του. Τον εκτιμούσαν όλοι Δεν μάλωσε ποτέ με κανένα. Είχε μόνο φίλους. Μετά από την μέρα εκείνη μεταμορφώθηκε σε θηρίο. Δεν μιλιόταν. Ήθελε εκδικηση. Δεν ήξερε ποιον να εκδικηθεί. Επειδή ανήκε στην παράταξη των εθνικοφρόνων θεώρησε φυσικό να αποδώσει αυτήν την βαρβαρότητα  στην αντίθετη παράταξη, στους κομμουνιστές. Αυτόπτες μάρτυρες δεν υπήρξαν. Όσοι ήταν εκεί και δεν πρόφθασαν να φύγουν σκοτώθηκαν. Η γνώμη του Λάζαρου είναι ότι την βάρβαρη αυτή πράξη δεν την έκαναν Έλληνες. Την έκαναν οι Βούλγαροι, Το σχέδιό τους ήταν να τρομοκρατήσουν όσους δεν μπόρεσαν να σκοτώσουν, για να φύγουν, και να αδειάσει η Θράκη και η Μακεδονία από  τους Έλληνες και να φέρουν Βούλγαρους να κατοικήσουν, Το θολωμένο μυαλό του Γιάννη δεν ήταν δυνατόν να σκεφθεί λογικά . Όταν κατατάχθηκε  σε απόσπασμα ο σκοπός του  ήταν η εκδίκηση .Το σφάξιμο και τo ξεκοίλιασμα τωv αιχμαλώτων ήταν εκδήλωση της παραφροσύνης  του. Ο ξάδερφος της γυναίκας του σκοτώθηκε σε μάχη με αντάρτες.
Ο Γιάννης από τα Σικίδια είχε το ίδιο τέλος με αυτούς που τους  βασάνιζε και τους σκότωνε αφήνοντας τους άταφους στα βουνά.
Ο Μιχάλης σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχημα εκτελώντας το καθήκον του στη θηροφυλακή.
Την άλλη μέρα που θα γινόταν η κηδεία σταμάτησε κοντά στο σπίτι ένα αυτοκίνητο και κατέβηκαν απ' αυτό ένας κύριος με την γυναίκα του. Ο γιος του Μιχάλη νόμισε ότι ήρθαν για να παραστούν στην κηδεία.
Ο κύριος αυτός όμως δεν γνώριζε ότι σκοτώθηκε ο Μιχάλης. Ήρθε να τον δει.
- Έρχομαι από την Θεσσαλονίκη για να συναντήσω τον Μιχάλη. Τη νύχτα τον έβλεπα στον ύπνο μου. Μας συνδέει βαθειά φιλία από τα παλιά φοβερά χρόνια.
-Δυστυχώς κύριε ο πατέρας μου είναι νεκρός. Είναι μέσα στο δωμάτιο στο φέρετρο. Έμεινε αποσβολωμένος. Γονάτισε δίπλα στο φέρετρο και προσευχήθηκε. Όταν σηκώθηκε σκούπιζε τα δάκρυα του.
Δεν ήταν η ώρα κατάλληλη για εξηγήσεις .Ο γιός του Μιχάλη έχει την εντύπωση ότι αυτός ήταν ο δάσκαλος από την Καρδίτσα.

Τα αποσπάσματα διαλύθηκαν. Το κράτος φρόντισε να βρει δουλειά στους άνδρες τους. Ορισμένοι κατατάχθηκαν στην χωροφυλακή. Ο Γιάννης, έρημος και μόνος χτυπημένος από την συμφορά, πήγε στα Συκίδια. Έμεινε μέσα στα ερείπια του σπιτιού του μια ολόκληρη εβδομάδα χωρίς φαί και νερό και πιθανώς χωρίς ύπνο. Έζησε ξανά την ίδια φρίκη. Το μυαλό του σάλεψε για τα καλά, αποτρελάθηκε. Δεν ήταν δυνατόν να τον πάρουν στην χωροφυλακή ούτε μπορούσε να κάνει καμιά δουλειά. Νοσηλεύθηκε για λίγο στο ψυχιατρείο Καβάλας. Τρελοκομείο, το είπε ο Λάζαρος. Μετά την θεραπεία έπεσε σε βαριά μελαγχολία. Πήρε για λίγο διάστημα, ένα μικρό επίδομα ως αντιστασιακός. Διέκοψαν να του το δίνουν, ενώ το παίρνουν τώρα οι ελασίτες, ως αντιστασιακοί. Ο Γιάννης πήγαινε στην Δράμα και στο Παρανέστι και ζητούσε ελεημοσύνη. Οι παλιοί που γνώριζαν το δράμα της ζωής του, του έδιναν ελεημοσύνη κι ένα πιάτο φαγητό. Έχει χρόνια να φανεί. Δεν είvαι γνωστό πότε και πού πέθανε και πού τον κήδεψαν. Είναι πιθανό να έμεινε το πτώμα του άταφο στο βουνό όταν πέθανε έρημος και μόνος, και να τον έφαγαν οι λύκοι.

 

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2013

ΦΑΙΔΩΝ ΖΑΜΠΟΓΛΟΥ: Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ Ο ΜΙΧΑΛΗΣ - Ανταρτικό και αντιανταρτικό (τα αποσπάσματα)II


Παράλληλα οργανώθηκαν τα αποσπάσματα από νέους εθε­λοντές. Τα αποσπάσματα ήταν ανεξάρτητες από τον εθνικό στρατό μονάδες ενόπλων, που σκοπό είχαν να μας προστατέψουν, όπως μας είπαν, από τους αντάρτες. Σ' αυτά κατατάχθηκαν εθελο­ντικά πολλοί νέοι που είχαν πάθει ζημιές από τους αντάρτες, κα­ταστροφή της περιουσίας, ξυλοδαρμό και απώλεια προσφιλών προσώπων. Στα αποσπάσματα δεν ίσχυαν οι κανόνες του τακτικού στρατού. Ήταν αυτά ανταρτικές μονάδες αντίπαλες των ανταρτών του ΕΛΑΣ.



Απόσπασμα του κυβερνητικού
στρατού
στη διάρκεια εκκαθαριστικών
επιχειρήσεων 
 Δουλειά δεν είχα, ήμουν αργόσχολος, χρήματα δεν είχα, πεινούσαμε.Αποφάσισα να καταταγώ σ' ένα απόσπασμα νομίζοντας ότι ήταν κάτι προσωρινό και ότι θα μας χρησιμοποιούσαν σε βοηθητικές εργασίες. Αργότερα κατάλαβα πόσο μεγάλο λάθος είχα κάνει. Στα αποσπάσματα είχαν καταταγεί πολλοί που έπαθαν από τους αντάρτες μεγάλες καταστροφές κι είχαν μεγάλο μίσος εναντίον τους. Αλίμονο στον αντάρτη που θα' πέφτε στα χέρια τους αιχμάλωτος. Το μίσος τους ξεσπούσε αχαλίνωτο σ' αυτόν, για να εκδικηθεί αυτούς που του είχαν κάνει το κακό. Το ίδιο έκαναν και οι αντάρτες όταν έπιαναν δικό μας. Το μίσος μεγάλωνε κλιμακωτά και η φρίκη το ίδιο.

Αφού τελειώσαμε την εκπαίδευση, μας έδωσαν όπλα. Νόμιζα ότι τα καθήκοντα μας ήταν να φρουρήσουμε την πόλη και εν ανάγκη να αμυνθούμε για να αποκρούσουμε τους αντάρτες αν μας επιτεθούν.Αντίθετα μας έστειλαν στο βουνό να αναζητήσουμε τους αντάρτες. Πολλές φορές μέναμε νύχτα στο βουνό. Στήναμε ενέδρα σε πιθανά περάσματα των ανταρτών. Αν έπεφτε στα χέρια μας αντάρτης αιχμάλωτος, ήταν δύσκολο να τον έχουμε μαζί μας. Ο καπετάνιος όριζε δυο άνδρες του αποσπάσματος να πάνε τον αιχμάλωτο και να τον παραδώσουν στον διοικητή, τov ταγματάρχη τov Πέτρο . Άργησα να καταλάβω ποιον Πέτρο εννοούσαν. Ορισμένα πράγματα τα έκρυβαν από μένα.
Όταν ο στρατός ήθελε βοήθεια παίρναμε εντολή να πάμε. Πηγαίναμε με όποιο τρόπο νομίζαμε εμείς καλύτερο. Όταν επιτέθηκαν οι αντάρτες στη Μάκρη, πήραμε εντολή να πάμε για βο­ήθεια. Είμαστε τότε στην Κομοτηνή. Ο στρατός μας διέθεσε δυο Τζέημς με τους οδηγούς, για να μας πάνε στη Μάκρη οδικώς. Ο καπετάνιος προσποιήθηκε ότι υπάκουσε τον αξιωματικό που μας έστειλε οδικώς στη Μάκρη. Όταν απομακρύνθηκαν τα Τζέημς ο καπετάνιος διέταξε τους οδηγούς να γυρίσουν πίσω και να μας πάνε στη Μαρώνεια. Θέλοντας και μη υπάκουσαν. Ανεβήκαμε σε δυο καΐκια. Ο καπετάνιος σκέφθηκε πολύ σωστά ότι οι αντάρτες έχουν στήσει ενέδρα στον δρόμο από την Κομοτηνή και μας περι­μένουν.Τα καΐκια μας έβγαλαν στην ξηρά πριν από την Μάκρη. Χωριστήκαμε σε δυο ομάδες.Η μια ομάδα πήγε για βοήθεια στη Μάκρη. Η άλλη πήγαμε προσεκτικά και στήσαμε ενέδρα στον δρόμο από Κομοτηνή. Μόλις, οι αντάρτες που είχαν στήσει την ενέδρα, άκουσαν τις ριπές και τις εκρήξεις των χειροβομβίδων των δικών μας,χάλασαν την ενέδρα κι έρχονταν τρέχοντας προς τη Μάκρη. Έπεσαν επάνω μας κι έπαθαν καταστροφή. Ήταν η πρώτη μου εμπειρία από τον εμφύλιο. Η σκέψη, ότι αυτοί που του σκοτώσαμε ήταν Ελληνόπουλα αδέρφια μας, με βασάνιζε πολύ καιρό κι είχα τύψεις. 


Κομμουνιστές ή φερόμενοι σαν τέτοιοι ,
στα πρώτα αυτοσχέδια στρατόπεδα
συγκέντρωσης.
Αργότερα το συνήθισα. Κάναμε κι άλλες επιχειρήσεις. Δώσαμε μάχες. Είχαμε κι εμείς θύματα νεκρούς και τραυματίες. Κάθε τόσο πιάναμε αιχμαλώτους αντάρτες. Όλοι τους δήλωναν ότι ήταν βιαίως στρατολογημένοι. Ασφαλώς μερικοί απ' αυτούς θα ήταν. Εμείς όμως στο βουνό δεν ήταν δυνατό να κάνουμε εξακρίβωση. Δύο άτομα από το απόσπασμα μας, πάντα τα ίδια, αναλάμβαναν, αφού το ζητούσαν μάλιστα με επιμονή, να πάνε τον αιχμάλωτο και να τον παραδώσουν στον στρατιωτικό διοικητή. Evτύπωση μου έκανε ότι γυρνούσαν γρήγορα. Τους ρώτησα: «τι έγινε; Πως γυρίσατε τόσο γρήγορα;». «Μας επιτέθηκε, επιχείρησε να το σκάσει κι αναγκαστήκαμε να τον σκοτώσουμε». Περίεργο ήταν πως έγινε αυτό , αφού ο αιχμάλωτος ήταν με δεμένα τα χέρια; Αυτό γινόταν κάθε φορά που πιάναμε αιχμάλωτο αντάρτη.
Κάποιο πρωί έπεσε στην ενέδρα μας ένας αντάρτης που κατέβαινε μόνος από το βουνό. Μας είπε ότι ήταν βιαίως στρατολο­γημένος κι ερχόταν με την θέληση του να παραδοθεί. Κατάφερε να το σκάσει, όπως έλεγε, κι ήταν χαρούμενος. Ο καπετάνιος μας έκανε ότι τον πίστεψε. Του δέσαμε τα χέρια πίσω για κάθε ενδε­χόμενο κι ανέθεσε στους δυο εκείνους την εντολή: «Να πάτε αυ­τόν τον αιχμάλωτο που ήταν βίαια στρατολογημένος και να τον παραδώσετε στον διοικητή μας τον ταγματάρχη τον Πέτρο». Είχα καταλάβει πλέον ότι εννοούσε τον άγιο Πέτρο. Σε λίγο ακούστη-καν πολλοί πυροβολισμοί από την χαράδρα. Όταν ήρθαν ο ένας από τους δυο είχε αίματα στα ρούχα του. Σκέφθηκα: πως είναι δυ­νατόν να επιχείρησε να τους επιτεθεί με δεμένα χέρια; Προσποι­ήθηκα ότι θα πάω για φυσική μου ανάγκη. Προχώρησα αρκετά προς το μέρος που ακούστηκαν οι πυροβολισμοί. Στην ησυχία του δάσους άκουσα ανθρώπινο βογκητό. Πλησίασα. Ο παραδοθείς α­ντάρτης ήταν δεμένος σε δένδρο από τις μασχάλες. Τα χέρια και τα πόδια του ήταν κομματιασμένα, εκεί ρίχθηκαν οι πυροβολι­σμοί. Η κοιλιά του ήταν ανοιγμένη με μαχαίρι με οριζόντια τομή Και τα έντερα του κρέμονταν τα μισά έξω. Από την κοιλιά του έ­τρεχε μαύρο αίμα στη γη. Ήταν ζωντανός και βογκούσε ανασαί­νοντας με δυσκολία. Τον πλησίασα γύρισε και με κοίταξε. Εκείνο to βλέμμα δεν μπορώ να το διώξω από την σκέψη μου. Είναι το ίδιο βλέμμα του Ιησού πάνω στον σταυρό. Ψιθύρισε: «σκότωσε με ».Τον πυροβόλησα στον κρόταφο με το περίστροφο μου. Μετά άρχισα να κάνω εμετό.Γύρισα στους συντρόφους μου και περιέ­γραψα στον καπετάνιο μας την φρικιαστική κατάσταση που αντί­κρισα. Ο καπετάνιος μου είπε ότι ο ένας από τους δυο, ο Γιάννης, είχε βρει την γυναίκα του που ήταν έξι μηνών έγκυος, σφαγμένη μέσα στο σπίτι του, με την κοιλιά ανοιγμένη και το έμβρυο πεσμέ­νο στο πάτωμα νεκρό. Ο άλλος είναι ξάδερφος της γυναίκας του.
Τους άφηνα να κάνουν τις εκτελέσεις αυτοί γιατί κανένας δεν ήταv πρόθυμος όπως αυτοί Δεν φανταζόμουν όμως τόση βάρβαροτητα.Δεν πρέπει να τους αφήσω άλλη φορά. Καλά έκανε και μου το είπες. Αυτό που έκανες εσύ είναι το σωστό. Μια σωστή σφαίρα».
Μετά από λίγες μέρες έπεσε στην ενέδρα μας κι άλλος αντάρτης. Μας είπε κι αυτός όπως όλοι ότι ήταν βίαια στρατολογη­μένος. Έχουμε βαρεθεί να ακούμε αυτό το παραμύθι, είπε ο Γιάν­νης, και πήγε να ακονίσει το μαχαίρι του σε μια πέτρα.
Ο αιχμάλωτος είπε ότι τον επιστράτευσαν την 12 Δεκ. 1948 από την Καρδίτσα όταν την κατέλαβαν οι αντάρτες. Ο καπετάνιος προσποιήθηκε ότι συμφωνούσε μαζί του. Έπρεπε να απαλλαγού­με από αυτόν γιατί θέλαμε να στήσουμε ενέδρα. Αν ήταν φανατι­κός αντάρτης θα μπορούσε να μας προδώσει φωνάζοντας. Του δέ­σαμε τα χέρια πίσω από την μέση του. Ο Γιάννης τελείωσε το ακόνισμα του μαχαιριού του και το έβαλε στην θήκη. Ο καπετάνιος το πρόσεξε. Ο Γιάννης άρχισε να τραβά τον αιχμάλωτο. Ο καπετά­νιος τον σταμάτησε. «Όχι εσείς αυτή την φόρα. Θα τον πάει ο Μι­χάλης στον Πέτρο». «Πάρε Μιχάλη τον αιχμάλωτο που είναι στρατολογημένος βίαια, και να πας να τον παραδόσεις στον ταγ­ματάρχη τον Πέτρο. Κατάλαβες;». Χαμήλωσε τη φωνή του. «Μην χασομερήσεις άσκοπα, τελείωνε γρήγορα, σε δέκα λεπτά να είσαι δω». Έσπρωξα τον αιχμάλωτο στο μονοπάτι που οδηγούσε κατη­φορικά στην χαράδρα. Έπρεπε να τον πυροβολήσω το βάθος της χαράδρας για να μην ακουστεί ο κρότος. Έτσι με ορμήνεψε ο κα­πετάνιος. Οι πολλές τουφεκιές που έριχναν οι άλλοι δυο ήταν α­κόμη ένας λόγος που δεν άφησε αυτούς να κάνουν την εκτέλεση.
Ο αιχμάλωτος μιλούσε αλλά ήμουν τόσο απορροφημένος στις σκέψεις μου που δεν πρόσεχα αυτά που έλεγε. Φθάσαμε στο ρέμα, στο βάθος της χαράδρας και τον διέταξα να σταθεί. Τότε κατάλαβα ότι αυτό που ανέλαβα να κάνω ήταν πολύ δύσκολο. Προσπάθησα να καταπνίξω την συνείδηση μου φέρνοντας στο νου μου το καμένο α­πό τους αντάρτες σπίτι μας, την δαρμένη μάνα μου, τους σκοτωμέ­νους συντρόφους μου. Τον κοίταξα προσεκτικά πρόσωπο με πρόσω­πο. Ήταν ένα παλικάρι ως είκοσι ή εικοσιδυό χρονών. Θα ήταν ω­ραίο παλικάρι χωρίς τα γένια, ήταν ομως καταβεβλημένος , αξύριστος και θανάσιμα ωχρός. Τα μάτια του με κοίταζαν κατάματα και με βεβαίωναν ότι έλεγε αλήθεια. Πρόσεξα αυτά που έλεγε.
«Άκουσα που σε φώναξε ο καπετάνιος σας Μιχάλη. Κατάλα­βα ότι σε διέταξε να με εκτελέσεις. Πως είναι δυνατόν να επιστρέ­ψεις σε δέκα λεπτά αφού η Αλεξανδρούπολη έχει τρεις ώρες πο­ρεία; Είναι άδικο όμως. Μόλις τελείωσα τις σπουδές μου, πα­ντρεύτηκα και διορίστηκα δάσκαλος αναπληρωματικός. Κατατά­χθηκα στην φρουρά της Καρδίτσας. Την 12 Δεκέμβρη μας επιτέ­θηκαν μεγάλες δυνάμεις ανταρτών. Στο διπλανό μας φυλάκιο σκο­τώθηκαν όλοι οι υπερασπιστές του, και ο αξιωματικός στο δικό μας, μείναμε ζωντανοί δυο. Αποφασίσαμε να πάμε στα σπίτια μας για να μη σκοτωθούμε άδικα. Από το σπίτι μου με πήραν μαζί με άλλους πεντακόσιους. Όσοι απ' αυτούς δεν δέχθηκαν να πάρουν όπλο και να γίνουν αντάρτες εκτελέστηκαν. Προσποιήθηκα ότι θα γίνω αντάρτης με την πρόθεση να το σκάσω και να παραδοθώ με πρώτη ευκαιρία όπως κι έκανα».
«Έπρεπε να παραδοθείς στον στρατό. Εκείνοι δεν εκτελούν τους αιχμαλώτους».
«Δεν ήξερα ποιοι είστε. Αυτή ήταν η τύχη μου. Σε παρακαλώ, μη με σκοτώσεις, σου ορκίζομαι ότι είναι άδικο». Αν με σκοτώσεις όμως, σου ζητώ να μου κάνεις μια χάρη, όπως γί­νεται στους μελοθάνατους. Στη μέσα τσέπη του σακακιού μου έχω το πορτοφόλι μου. Θα βρεις μια φωτογραφία. Είμαστε με την γυ­ναίκα μου και το νεογέννητο κοριτσάκι μας. Στην πίσω πλευρά εί­ναι γραμμένο το όνομα μου, το σπίτι μου είναι στην Καρδίτσα.'Έχω και ένα σταυρό κρεμασμένο στον λαιμό μου, δώρο της γυναί­κας μου. Αυτά, μαζί με την βέρα που φορώ στο χέρι, σε παρακα­λώ, όταν θα έχει τελειώσει αυτή η φριχτή κατάσταση, να πας και να τα δώσεις στην γυναίκα μου. Την πήρα από την μάνα της αθώο κορίτσι και υποσχέθηκα να την αγαπώ και να την φροντίζω σ' ό­λη μας την ζωή. Ας με συγχωρέσει που δεν μπορώ να το κάνω. Να της πεις ότι με είδες νεκρό. Αν δεν το κάνεις αυτό, φοβάμαι ότι θα με καρτερεί σ' όλη της τη ζωή».
Κοίταξα τη φωτογραφία. Ενα κορίτσι με το μωρό στην αγκαλιά και το παληκάρι αυτό, σαν να τους προστατεύει Μια ευτυχισμένη εικογένεια στο ξεκίνημα της ζωής τους. Όταν τελειώσει αυτή η φριχτή κατάσταση, σκέφθηκα, ότι θα συναντήσω κι εγώ το ταίρι μου για να κάνω οικογένεια. Θα μπορούσα να ήμουν στη θέση του. Έβγαλα το περίστροφο μου. Μ' έπιασε ρίγος, το χέρι μου άρχισε να τρέμει. Έτρεμα ολόκληρος. Σκέφτηκα, αν τον εκτελέσω και όταν θα πάω στην Καρδίτσα διαπιστώσω ότι είναι αλήθεια αυτά, πώς θα αvτίκρυζα την κοπέλα και το ορφανό και πως θα ζούσα μετά με τέτοιο βάρος στη συνείδηση; Άλλες σκέψεις μου έλεγαν, ότι είχα καθήκον να τον εκτελέσω. Πήρα διαταγή να τον εκτελέσω κι έπρεπε να υπακούσω .Σε καιρό πολέμου ανυπακοή σε διαταγή επισύρει βαριά ποινή. Είχα ευθύνη απέναντι στους συντρόφους μου. Αν τον άφηνα θα πήγαινε να προδώσει την θέση μας και θα μας εξόντωναν όλους, οι αντάρτες. Πήρα την βέρα από το δεμένο χέρι του. Έβγαλα την αλυσίδα με τον σταυρό από τον λαιμό του αποφασισμένος να τον εκτελέσω. Κοιταχθήκαμε στα μάτια. Άλλαξα πάλι απόφαση. Αυτά τα μάτια ήταν μάτια ενός έντιμου νέου ανθρώπου, δε μου ήταν δυνατόν να τov σκοτώσω. Πυροβόλησα στον αέρα. Έκοψα το σχοινί που έδενε τα χέρια του. «Φύγε παλικάρι μου. Μακάρι να λες αλήθεια και να συναντηθούμε κάποια μέρα». «Μήπως θέλεις να μου ρίξεις από πίσω;» «Δεν έριξα ποτέ από πίσω, ούτε σε εχθρό. Φύγε γρήγορα μην έρθουν εκείνοι που ήθελαν να σε εκτελέσουν». Γύρισα στους συντρόφους. Καθόμουν σκυθρωπός και σκεφτόμουν πως να το πω στον καπετάνιο. Ο καπετάνιος με φώναξε. Κάτι υποπτεύθηκε. «Άργησες Μιχάλη.Τι έκανες τόση ώρα; Γιατί είσαι σκεφτικός; Δεν σε βλέπω καλά. Koίταξέ με και πες μου την αλήθεια; Έκανες αυτό που έπρεπε ή μήπως σε κατάφερε και τον αμόλησες;» Κουνούσα καταφατικά το κεφάλι μου. Ο καπετάνιος κατάλαβε. Δεν θύμωσε όμως. Είπε: «Γΐνονται αυτά. Φταίω εγώ που σου ανέθεσα να κάνεις μια τέτοια δουλειά για την οποία δεν είσαι κατάλληλος». Για να αποφύγω τις βαρβαρότητες του Γιάννη τον κράτησα εδώ και ανέθεσα σε σένα την εντολή. Εσύ όμως είσαι του άλλου άκρου. Μακάρι να είναι τα πράγματα όπως νομίζεις και νά δικαιωθείς κάποια μέρα. Θα είναι μια ικανοποίηση για σένα κι εγώ τo θέλω. Αν όμως γελάστηκες;..
Στράφηκε στους άλλους:
«Μαζέψτε τα πράγματα γρήγορα. Φεύγουμε»



Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013

ΦΑΙΔΩΝ ΖΑΜΠΟΓΛΟΥ: Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ Ο ΜΙΧΑΛΗΣ - Ανταρτικό και αντιανταρτικό (τα αποσπάσματα)





Ένα τσιγάρο στο νικημένο έλληνα αντάρτη
Η δεκαετία χίλια εννιακόσια σαράντα - χίλια εννιακόσια πενήντα είναι μια δραματική περίοδος της Ελληνικής ιστορίας. Στην ηρωική περίοδο του αγώνα για την ελευθερία και στην δραματική και πένθιμη του αδελφοκτόνου σπαραγμού, η περίπτωση του φίλου μου Μιχάλη υπήρξε σημαντική.
Ο Μιχάλης ανήκε στο είδος εκείνο του θετικού Έλληνα. Έζησε ως την τελευταία του στιγμή πιστός στο καθήκον, πολεμώντας όπου τον όρισε η πατρίδα, στα αποσπάσματα, στην χωροφυλακή και τελείωσε η ζωή του εκτελώντας το καθήκον του στη θηροφυλακή. Αγωνίσθηκε σαν γνήσιος Έλληνας που ήταν, για το καλό της πατρίδας χωρίς να δαιμονοποιήσει κανέναν άνθρωπο ή ομάδα. Δεν τον κυρίεψε η απανθρωπιά που βασάνισε την κοινωνία. Δεν τον κυρίεψε το μίσος. Δεν θέλησε να ανταποδώσει τo κακό που του έκαναν.
Με το Μιχάλη γνωρισθήκαμε μεγάλοι, την δεκαετία του 1960. Σύντομα αναπτύχθηκε μια βαθιά φιλία μεταξύ μας. Φιλία χωρίς συμφέροντα, φιλία με αμοιβαία συμπάθεια, αλληλοεκτίμηση, ενδιαφέρον και φροντίδα για τον φίλο, με ειλικρίνεια κι εμπιστοσύνη .Η κοινή θεώρηση των προβλημάτων της ζωής, η φροντίδα για την ανατροφή των παιδιών μας, ήταν τα θέματα που μας απασχολούσαν. Το σημείο επαφής ήταν η αγάπη και των δυό μας για τη φύση. Είχαμε φάει ψωμί από το ίδιο καρβέλι, και ήπιαμε νερό από το ίδιο παγούρι, στον ίσκιο κάποιας γκοριτσιάς, στα υψώματα του Μητρικού και του Ιμέρου. Το ύφος του ήταν πάντα σοβαρό. Σπάνια γελούσε με τα α­στεία ανέκδοτα που του έλεγα. Είχε μια παραπονιάρικη διάθεση. Ορισμένες φορές έλεγε συλλογισμένος: «Κρίμα στο τόσο αίμα που χύθηκε και ακόμη δεν βάλαμε μυαλό οι Έλληνες». Πολλές φορές ή­ταν απορροφημένος σε σκέψεις και είχε το βλέμμα προσηλωμένο σ' ένα σημείο χωρίς αντικείμενο. Τον είχα δει να κάνει μια χειρονομί­α σαν να ήθελε να διώξει από εμπρός του μια μύγα ή να ξεμπλέξει έναν ιστό αράχνης εμπρός από τα μάτια του. Ήταν φανερό ότι τον βασάνιζαν εικόνες από αυτά που είχε ζήσει. Είχε άσχημες, φοβερές αναμνήσεις. Ίσως όλα αυτά ήταν η αιτία που σκοτώθηκε σε αυτοκι­νητικό δυστύχημα.
Πολλές φορές τον παρακάλεσα και προσπάθησα να τον πείσω να μου διηγηθεί αυτά που τον απασχολούσαν. Το ανέβαλλε συνε­χώς: «έχω αναμνήσεις από φριχτές εμπειρίες που προσπαθώ να τις βγάλω απ' το μυαλό μου. Να μπορέσω τουλάχιστον να απαλλαγώ από τις φριχτές εικόνες που έχω συνεχώς μπροστά στα μάτια μου. Δεν θέλω να σου τα διηγηθώ γιατί θα αναθερμάνω τις αναμνήσεις και θα ταραχθώ. Αργότερα όταν περάσουν τα χρόνια, όταν γεράσουμε και γίνουμε συνταξιούχοι θα βγάλω τις σημειώσεις που έχω γράψει με ονόματα και ημερομηνίες από πολλά γεγονότα και θα τα γράψουμε σε βιβλίο. Τώρα είναι ακόμη τα πάθη έντονα και θα έχουμε αντίδραση από τους φανατισμένους της μιας ή της άλλης παράταξης. Ακό­μη διστάζω γιατί δεν θέλω να τα μάθουν αυτά τα παιδιά μου που είναι μικρά. Όταν μεγαλώσουν θα μπορούν να καταλάβουν. Τις σημειώσεις αυτές για να μη τις βρουν τα παιδιά μου τις έχω κρυμμένες σε ένα ντοσιέ, ανάμεσα στο πλαστικό και το χαρτόνι.»
Οι σημειώσεις αυτές δεν βρέθηκαν . Το πιθανότερο είναι μετά το δυστύχημα να πε­τάχτηκε το παλιό τριμμένο και άχρηστο ντοσιέ χωρίς να γίνουν αντιληπτές οι κόλλες με τις σημειώσεις που ήταν κρυμμένες μέσα στην φόδρα. Πέτυχα όμως να μου διηγείται ορισμένα από τα συνταρακτικά γεγονότα που έζησε στον ανταρτοπόλεμο.Η επιμονή μου του έγινε αφόρητη μετά από ένα περιστατικό που μου κίνησε την περιέργεια που μου κίνησε την περιέργεια και ζητούσα την εξήγησή του.
To 1961 έκανα μια αγορανομική παράβαση. Ο χωροφύλακας του αστυνομικού τμήματος με έγραψε. Έβαλα μέσον αξιόλογα ά­τομα. Πήγαν και παρακάλεσαν τον διοικητή του τμήματος να σβήσει την παράβαση. Δεν είχε αποτέλεσμα, μου είπαν ότι ο διοικη­τής του τμήματος δεν σβήνει παραβάσεις. Είναι πολύ αυστηρός θα γινόταν μήνυση. Η καταδικαστική απόφαση σίγουρη και η ποινή γνωστή. Πρόστιμο πεντακόσιες δρχ. και φυλάκιση δέκα ημερών, εξαγοραζόμενη βέβαια. Η υπόθεση αυτή με στεναχωρούσε γιατί εκτός από τα χρήματα που θα πλήρωνα θα έμενε για πάντα λερωμένο το ποινικό μου μητρώο το οποίο μέχρι τότε ήταν λευκό.
Όταν με επισκέφθηκε στο κατάστημα μου ο Μιχάλης κατάλαβε ότι ήμουν στεναχωρημένος. Μετά από τις επίμονες ερωτήσεις του, του διηγήθηκα αυτό που με στεναχωρούσε μη φανταζόμένος ότι ο Μιχάλης θα μπορούσε να με ωφελήσει. Μόλις το άκουσε αυτό ο Μιχάλης γέλασε.
«Μη στεναχωριέσαι. Πάμε στον διοικητή και θα τακτοποιηθεί αμέσως».
Του είπα ότι έβαλα σημαντικά άτομα που προσπάθησαν να πείσουν τον διοικητή να σβήσει την παράβαση χωρίς επιτυχία. Ο Μιχάλης επέμενε και πήγαμε στο τμήμα. Ήμουν διστακτικός, υπέθεσα ότι ο Μιχάλης επηρεασμένος από την φιλία μας θέλησε να με βοηθήσει κάνοντας αυτό το ατόπημα. Τον Μιχάλη τον θεωρούσα συνετό. Αφού δίστασα στην αρχή και εκείνος επέμενε αποφάσισα να τον ακολουθήσω για να δω τι θα γίνει.
Ο αξιωματικός υπηρεσίας του τμήματος μας είπε ότι ο διοικητής είναι στο γραφείο του αλλά είναι απασχολημένος. Έχει σύσκεψη με δυο ενωμοτάρχες, σταθμάρχες κοντινών χωριών. «ΙΙες του σε παρακαλώ ότι θέλει να του μιλήσει ο Μιχάλης μόλις τελειώσει η σύσκεψη». Ο αξιωματικός δίστασε αλλά ο Μιχάλης επέμενε. Ο αξιωματικός μισάνοιξε την πόρτα και το είπε. () διοικητής βγήκε αμέσως έξω. Είπε στους δυο ενωμοτάρχες να περάσουν έξω από τo γραφείο και να περιμένουν . Ο Μιχάλης στεναχωρέθηκε .
«Δεν είναι τόσο επείγον. Μπορούσαμε να περιμένουμε να τελειώσετε τη σύσκεψη». «Τι λες Μιχάλη .Έλα μέσα. »
Έκλεισε την πόρτα.
«Θα πάρετε καφέ ή πορτοκαλάδα; Τι σε φέρνει σε μένα; Έχω μέρες να σε δω».
«Τον φίλο μου τον Φαίδωνα τον έγραψε κάποιος χωροφύλακας του τμήματος σου για κάποια παράβαση. Σε παρακαλώ να σβήσεις την παράβαση».
Κοίταξε ο διοικητής το βιβλίο.
«Ευτυχώς ήρθατε εγκαίρως. Ετοιμαζόμουν να την προω­θήσω».
Πήρε τα χαρτιά τα έσκισε και τα πέταξε στον κάλαθο. Έ­σβησε και από το βιβλίο συμβάντων την παράβαση.
«Εντάξει. Έ­γινε αυτό, θέλεις τίποτα άλλο;».
«Ευχαριστώ, όχι».
«Στο καλό Μι­χάλη και να περνάς να τα λέμε. Έχουμε τόσα πολλά να πούμε». Απόρησα! Έμεινα κατάπληκτος από αυτά που συνέβησαν και μά­λιστα επειδή μου είχαν πει ότι ο διοικητής του τμήματος αυτού εί­ναι πολύ αυστηρός και δεν σβήνει παραβάσεις.

«Πως έχεις τόσο μέσον Μιχάλη; Μήπως τον ταΐζεις λαγούς κι αγριογούρουνα;». Η περιέργεια μου μ' έκανε να ρωτάω και να επιμένω να μάθω πως έγινε και είχε ο Μιχάλης τόση οικειότητα με τον διοικητή και είχε το θάρρος να ζητήσει μια χάρη που στο κάτω της γραφής ήταν κάτι παράνομο.


Μερικές μέρες αργότερα, αφού επικαλέστηκα την φιλία μας και αφού του έδωσα τον λόγο μου ότι θα κρατήσω μυστικά όσα θα ήθελε να μου διηγηθεί, άρχισε να μου διηγείται. Αφού τον έπεισα να μου διηγηθεί ορισμένα, μια φορά, αυτό επαναλήφθηκε αρκετές | άλλες φορές, κάθε φορά από λίγα. Αυτό γινόταν όταν τρώγαμε το κολατσιό μας και πίναμε την μπίρα μας στον ίσκιο κάποιου δένδρου. Τώρα μετά από πενήντα χρόνια προσπαθώ να τα αποδώσω στο γραπτό αυτό συναρμολογημένα σε ένα σύνολο.
Είναι σαν να τον ακούω όταν έλεγε: «το χωριό του Έβρου όπου ζούσα με την μάνα μας και τ' αδέρφια μου ελευθερώθηκε από ιην Γερμανική κατοχή στις 4 Σεπτέμβρη 1944.Η εθνική αντίσταση , τo ΕΑΜ, με τον ανταρτικό στρατό τον ΕΛΑΣ,έδωσε μάχες με τους Γερμανούς. Στον Έβρο δεν υπήρχε τότε καμία άλλη αξιόλογη οργάνωση εθνικής αντίστασης , Η μοναδική που ξέραμε ήταν το ΕΑΜ. Τους υποδεχθήκαμε με χαρές και γιορτές σαν ελευθερωτές που ήταν.Νομίσαμε ότι τελείωσαν τα βάσανα. Το ΕΑΜ υποσχέθηκε: Ειρήνη, λευτεριά στον λαό, λαϊκή δημοκρατία, σοσιαλισμό. Δεν γνωρίζαμε το νόημα αυτών των λέξεων αλλά υποθέταμε ότι ήταν πράγματα ευχάριστα.Αν γινόταν τότε εκλογές το ΕΑΜ θα είχε μεγάλη επιτυχία.Η πολιτική δεν μας ενδιέφερε. Θέλαμε να καλλιεργήσουμε τα χωράφια μας και να αποκτήσουμε ζώα, αφού τα είχαμε χάσει όλα. Μας συγκέντρωνε το ΕΑΜ και μας μιλούσαν οι καθοδηγητές. Εντύ­πωση μας έκανε το γεγονός ότι μιλούσαν εναντίον της κυβέρνησης και των Άγγλων, τους οποίους θεωρούσαμε συμμάχους. Παρακινού­σαν εμάς τους νέους να καταταγούμε στον ΕΛΑΣ. Μας φάνηκε πα­ράξενο. Αφού είχαμε ελευθερωθεί από τους Γερμανούς, με ποιους θα έπρεπε να πολεμήσουμε; Η εξήγηση μας δόθηκε όταν μάθαμε για τα Δεκεμβριανά. Ο μεγάλος αδερφός μου ήταν επιστρατευμένος. Κατατάχθηκα στον εθνικό στρατό.Στο χωριό, το ΕΛΑΣ στρατολογούσε νέους στις τάξεις του. Άλλους με την πειθώ και άλλους με την φοβέρα. Εμείς που δεν θέλαμε να πάμε κρυβόμασταν τις νύχτες στα χωράφια και στις ρεματιές. Όταν όμως δεν εύρισκαν τους άνδρες στο σπίτι τρο μοκρατούσαν τις γυναίκες. Άφησαν στην μητέρα μου πρόσκληση να καταταγώ στο 81ο σύνταγμα του ΕΛΑΣ. Η μητέρα μου διαμαρτυρήθηκε: είπε ότι ήμουν μικρός ακόμη. Μάθαμε ότι ο ΕΛΑΣ αντιμάχονταν τον Εθνικό στρατό. Ήταν αδιανόητο να καταταγώ στον ΕΛΑΣ και να πολεμήσω τον εθνικό στρατό που ίσως θα είχα αντίπαλο τον αδερφό μου. Μετά από αρκετές νύχτες που δεν μας βρήκαν κατάλαβαν ότι οι δικαιολογίες της μάνας μας ήταν ψεύτικες.Όταν έδειραν την μάνα μας κι έκαψαν το σπίτι μας γίναμε οριστικά εχθροί. Για να τους αποφύγουμε πήγαμε στο Διδυμότειχο. Επειδή και εκεί δεν ήμαστε ασφαλείς, πήγαμε στην Αλεξανδρούπολη. Ήμασταν πρόσφυγες, μας αποκαλούσαν ανταρτόπληκτους. Μας έδιναν ένα βοήθημα αλλά δεν ήταν αρκετό για να ζήσουμε με άνεση Μας φοβέριζαν ότι θα κατέβουν οι αντάρτες στην πόλη, οπότε εμείς οι ανταρτόπληκτοι θα είχαμε άσχημη κατάληξη Μας έπεισαν να οπλισθούμε.Οργανώθηκαν ομάδες Αμύνης Υπαίθρου ΜΑΥ.

Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

ΦΑΙΔΩΝ ΖΑΜΠΟΓΛΟΥ: Η ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΙΜΩΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗ . ΗΤΑΝ ΠΟΝΤΙΟΣ ,ΦΥΓΟΣΤΡΑΤΟΣ ΤΟΥ ΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ 2

Στη Νανσή πληροφορήθηκε ο πατέρας μου τον θάνατο της μητέρας του, και του μικρού του αδελφού, του Στέφανου, που ήταν 17 χρόνων. Πέθαναν το 1918 κατά την επιδημία της Ισπανικής γρί­πης. Οι Τούρκοι απαγόρευαν αυστηρά, γιατρός να κουράρει Ρω­μιούς, και φαρμακοτρίφτης να τους δώσει γιατρικά.
Η ισπανική γρίπη που βρήκε και την Γαλλία, χαρακτηρίσθη­κε πανδημία. Ο Κίμων και ο πατέρας μου όντες φοιτητές, νοσηλεύθηκαν σε Γαλλικό νοσοκομείο. Θεραπεύτηκαν και πήραν τα διπλώματα τους όπου ήταν γραμμένα τα πραγματικά τους ονόμα­τα. Από φόβο μήπως τους εντοπίσουν οι Τούρκοι πήγαν μαζί με άλλους δυο Έλληνες στην Ελβετία. Εκεί ήταν ασφαλείς. Παρ΄όλα αυτά, και από  φόβο όμως, μήπως τους εντοπίσουν οι Τούρκοι εκεί, δεν τόλμησαν να γνωστοποιήσουν την διεύθυνση τους στους δικούς τους για να τους στείλουν χρήματα σε Ελβετική τράπεζα. Πεινούσαν. Ο πατέ­ρας μου βρήκε ένα μεροκάματο. Περιποιήθηκε έναν κήπο. Με τα χρήματα που πήρε αγόρασε μια ρέγκα κι ένα καρβέλι. Τα πήγε στο δωμάτιο που έμεναν. Έβαλαν την ρέγκα στη μέση του τραπε­ζιού. Δεν την έφαγαν όμως. Ακουμπούσαν σ' αυτήν το ψωμί τους για να νοστιμίσει από την μυρωδιά της. Την ρέγκα πήραν την από­φαση να την αφήσουν για την άλλη μέρα.
Βγήκε ο πατέρας μου την άλλη μέρα και ζήτησε δουλειά σε κα­νένα κήπο χωρίς επιτυχία. Με τα χρήματα που είχε κρατήσει από την προηγούμενη μέρα αγόρασε ένα καρβέλι και πήγε στο δωμάτιο σχεδιάζοντας να μοιραστούν την ρέγκα. Όταν μπήκε στο δωμάτιο βρήκε τους άλλους να τρώνε και να πίνουν. Εμπρός τους, το τραπέ­ζι ήταν γεμάτο φαγητά. Σαλάμια, μορταδέλες, τυριά και σαλάτα.
«Που τα βρήκατε αυτά βρε παιδιά;».
«Τρώγε τώρα και μη μιλάς. Αύριο έλα μαζί μας και θα σου δεί­ξουμε». Γελούσαν.
Την άλλη μέρα πήγαν όλοι μαζί σ' ένα μεγάλο σούπερ μάρκετ σαν γήπεδο ποδοσφαίρου. Δεν υπήρχε φύλακας στην είσοδο, ούτε μέσα προσωπικό. Τα εμπορεύματα ήταν σε ράφια, και κάθε πακέτο έγραφε πάνω του την τιμή. Οι πελάτες έπαιρναν ό,τι ήθελαν και πήγαιναν στην έξοδο, όπου τα ταμεία υπολόγιζαν την αξία, κι έφευγαν αφού πλήρωναν. Οι Έλληνες μπήκαν από την είσοδο και αφού γέμισαν τις τσέπες και τον κόρφο τους, βγήκαν πά­λι από την είσοδο χωρίς να πληρώσουν. Αυτό επαναλήφθηκε αρκε­τές μέρες, ώσπου έγινε αντιληπτό. Έβαλαν φύλακα στην είσοδο και μια πινακίδα που έγραφε «Γκρεκ Βολέρ». Τελικά δεν τους τιμώρη­σαν. Τους ανέκρινε η αστυνομία, κι όταν έμαθαν ότι είναι Έλληνες φυγάδες, κυνηγημένοι από τους Τούρκους, που βρήκαν καταφύγιο στην Ελβετία, και ότι έκλεψαν τρόφιμα μόνο για να φάνε, όχι μόνο δεν τους έκαναν μήνυση, αλλά συναγωνίζονταν τα καταστήματα με τη σειρά, ποιο θα τους δώσει τρόφιμα δωρεάν. Όταν έγινε γνωστό, τους επισκέφθηκαν Ελβετοί πολίτες πρόθυμοι να τους βοηθήσουν. Από τέτοια περιστατικά επεκράτησε να χαρακτηρίζεται «Ελβετία» μια κατάσταση αφθονίας αγαθών.

Πέρασαν δώδεκα χρόνια από τη μέρα που έφυγαν από την πατρίδα τους. Ο Πόντος, η Καππαδοκία και η Προποντίδα, μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών, ήταν χαμένες πατρίδες. Εκτός α­πό τις αναμνήσεις, δεν είχαν κανέναν δεσμό με την χαμένη πατρί­δα τους. Όταν πλέον οι σχέσεις Ελλάδας - Τουρκίας είχαν ομαλοποιηθεί, αποφάσισαν να πάνε στην Ελλάδα. Η μητέρα του Κί­μωνα είχε πεθάνει, η αγαπημένη του είχε πεθάνει κι εκείνη. Άλ­λους συγγενείς δεν είχε. Τον πατέρα του και τον θείο του δεν τους γνώρισε. Τους είχαν σκοτώσει στην Τραπεζούντα «άγνωστοι!».
Η μητέρα του πατέρα μου, η Όλγα Τζοβαχιρζόγλου, πρόσφυ­γας εκ Καππαδοκίας και ο μικρός αδελφός, ο Στέφανος, πέθαναν στην επιδημία της Ισπανικής γρίπης, από στέρηση ιατρικής βοή­θειας. Τα έμαθε αυτά ο πατέρας μου από πρόσφυγες που ήρθαν από την πατρίδα. Ο μεγάλος αδερφός, ο Αλέξανδος είχε χαθεί στα βάθη της Ανατολής, επιστρατευμένος στα τάγματα εργασίας- θανάτου. Ο πατέρας του ο Κωνσταντίνος, που η γενιά του κρατούσε από την Τραπεζούντα, έφθασε ανταλλάξιμος πρόσφυγας στην Κομοτηνή  δαρμένος, γυμνός και ξυπόλυτος. Οι Τούρκοι πήραν και τα παπούτσια του επειδή σ' αυτά είχε κρυμμένες μερικές χρυσές λίρες. Από  άρχοντας έγινε ζητιάνος. Ο πατέρας μου ήρθε στη Κομοτηνή και βρήκε τον πατέρα του, που τον φιλοξενούσε ο Καραμπέτ Τσιτσιάν  ο πρόεδρος της Αρμενικής κοινότητας. Ο Καραμπέτ έγινε έπειτα ο   αγαπημένος φίλος του πατέρα μου. Ο πατέρας μου παντρεύτηκε τη  μητέρα μου, Ελένη Χατζόγλου (συγκεκομμένο του Χατζή- Θεοχαρόγλου ). Ήταν κι αυτή προσφυγοπούλα από την Αδριανούπολη .Ο  Κίμων πήγε στην Αθήνα. Δεν παντρεύτηκε. Αργότερα στην κατοχή  κάτω από δραματικές συνθήκες εκμυστηρεύθηκε ο Κίμων το δράμα  της ζωής του. Ως τότε το κράτησε μυστικό.
Όταν με την αγαπημένη του αποφάσισαν να φύγουν μαζί στη Γαλλία εκείνη από αφέλεια και χαρά αποχαιρέτισε τις φιλενάδες της. Η καλύτερη κι έμπιστη φίλη της που έμαθε το μυστικό της , το  είπε στη μητέρα της. Εκείνη το είπε στη μητέρα του κοριτσιου ,κι αυτή στον πατέρα και τον αδελφό της. Όταν το έμαθε αυτό ο πατέρας της συνεννοήθηκε με άλλους Τούρκους κι έπιασαν τον Κίμωνα. 
 Αφού τον έδειραν και τον βασάνισαν, του κατέστρεψαν τον ανδρισμό του. Δεν τον ευνούχισαν. Του κατάστρεψαν το ανδρικό του μόριο, ώστε να είναι ανίκανος για επαφή με γυναίκα. Επομέ­νως δεν του ήταν δυνατόν να παντρευτεί, νά κάνει οικογένεια και ν' αφήσει απογόνους, όπως τον παρακινούσε ο πατέρας μου. Τον άφησαν ζωντανό ενώ θα μπορούσαν να τον σκοτώσουν, χωρίς να μάθει κανείς για την εξαφάνιση του. Ο σκοπός τους που τον άφη­σαν να ζήσει σ' αυτήν την κατάσταση, ασφαλώς ήταν να το μάθουν οι γκιαούρηδες και να βάλουν μυαλό. Να μάθουν να μη σηκώνουν τα μάτια τους στα κορίτσια των Τούρκων.
Ο Κίμων είπε αργότερα με παράπονο στον πατέρα μου.
«Αυ­τός που θα είχε την θέση του πατέρα μου κι αυτός που θα ήταν αδελφός μου , αν παντρευόμουν την αδελφή του , μου έκαναν αυτό το κακό».



Ο Κίμων δεν είχε πει σε κανέναν τότε τι του συνέβη, και στο κορίτσι δεν είπε την αιτία της υπαναχώρησης του. Της είπε ότι απλώς μετάνιωσε. Ότι κατάλαβε πως ο δεσμός τους ήταν λάθος. Ο Κίμων ήταν έξυπνος αλλά κι ευαίσθητος. Σκέφθηκε ότι αφού δεν του ήταν δυνατόν να την παντρευτεί και δεν θα την έπαιρνε μαζί του, θα ζούσε την ζωή της κοντά στον πατέρα και τον αδερφό της. Για να ζήσει αρμονικά μαζί τους δεν έπρεπε να ξέρει την βάρβαρη πράξη τους. Προτίμησε να πάρει επάνω του την περιφρόνηση της και το μίσος της. Δεν φανταζόταν ποια τύχη την περίμενε. Ο Κίμων ήταν βέβαιος ότι το κορίτσι ήταν μαζί του ερωτευμένο όπως ήταν κι αυτός μαζί της. Πίστεψε όμως ότι με τον τρόπο του αυτόν θα την έκανε να τον ξεχάσει ευκολότερα. Αυτός ο τρόπος ενέργειας του Κίμωνα ήταν αποτέλεσμα των ευγενικών του αισθημάτων.
Το κορίτσι ήταν προικισμένο με ευγενικά αισθήματα, πνευματικά χαρίσματα αλλά πολύ ευαίσθητο συναισθηματικά. Είχαν κάνει σχέδια με τον αγαπημένο της. Ήθελε να σπουδάσει στη Γαλλία. Δεν πίστεψε τα λόγια του Κίμωνα. Διαισθάνθηκε ότι κάτι φοβερό του είχε συμβεί, που τον έκανε επίορκο. Δεν μπορούσε να φανταστεί την πραγματική αιτία. Η απροσδόκητη άρνηση του Κίμωνα κλόνισε την ψυχική της ισορροπία. Η λογική της αναζητούσε την αιτία, και πάλευε με τα αισθήματα της. Το μυαλό της αρνήθηκε να δεχθεί την πραγματικότητα. Το κορίτσι τρελάθηκε. Φανταζόταν ότι θα έρθει ο Κίμων να την πάρει. Τον περίμενε. Την έκλεισαν στο δωμάτιο της που είχε καφάσια και σίδερα στο παράθυρο. Τα κλάματα όμως και οι σπαραχτικές φωνές της ακούγονταν στον δρόμο. Ο πατέρας της την έδερνε, νομίζοντας ότι θα βάλει μυαλό. Ήταν σημαίνον άτομο της τοπικής κοινωνίας. Ήταν Αγάς. («Αγάς», τίτλος εύπορου προύχοντα Τούρκου χωρίς πολλές γραμματικές γνώσεις και μόρφωση. Ο αντίστοιχος τίτλος του εγγράμματου μορφωμένου προύχοντα Τούρκου ήταν «Εφέντι»). Τα «»καμώματα» της κόρης του ήταν προσβολή για την τιμή του. Ο Αγάς έδερνε και την γυναίκα του, γιατί εκεί
νη είχε την ιδέα να την στείλουν στον θείο της, αδελφό της γυναίκας του, που ήταν καθηγητής στη Σαφράμπόλη για να μορφωθεί. Όταν το κορίτσι αποφοίτησε από το δημοτικό σχολείο της Ποντοηράκλειας, ο δάσκαλος, τους είπε ότι, το κορίτσι τους ήταν προικισμένο με σπάνια πνευματικά χαρίσματα. Θα ήταν κρίμα κι άδικο να μη μορφωθεί. Ο Αγάς είχε τη γνώμη ότι οι γυναίκες δεν έχουν ανάγκη από μόρφωση. Αρκεί να ξέρουν να διαβάζουν και να μετρούν. Η γυναίκα είναι για το σπίτι και τις δουλειές της. Πρέπει να ξέρει να ράβει, να μαγειρεύει και να κάνει παιδιά. Η γυναίκα του όμως ακούγοντας τόσα καλά λόγια για την κόρη τους, είχε την γνώμη ότι έπρεπε να μορφωθεί. Έπεισε τον άνδρα της να την στείλουν στον θείο της, τον αδερφό της. Η χάρη και η ομορφιά του κοριτσιού, η εξυπνάδα της και η δραστηριότητα της, την έκαναν να ξεχωρίζει. Γνωρίσθηκαν με τον Κίμωνα που φοιτούσε στο γυμνάσιο αρένων, της Σαφράμπολης. Ήταν αριστούχος μαθητής και προσφέρθηκε να την βοηθήσει. Η γνωριμία με τα χρόνια εξελίχθηκε σε βαθύ αίσθημα. Εκτίμησε ο ένας τα χαρίσματα του άλλου, κι αποφάσισαν να ενώσουν τις ζωές τους, δηλαδή να παντρευτούν. Όταν εκείνη αποφοίτησε από την μέση εκπαίδευση, ο Κίμων είχε αποφοιτήσει τον προηγούμενο χρόνο. Στην Τουρκική επικράτεια το να παντρευτούν ήταν αδιανόητο. Έπρεπε να κλεφτούν και να φύγουν στην Γαλλία, όπως το σχεδίαζαν. Ξαφνικά την τελευταία ώρα ο Κίμων υπαναχώρησε. Ακολούθησαν όλα τα άλλα.
Ο Κίμων μάθαινε στη Γαλλία από την μητέρα του κι από φίλους που αλληλογραφούσε, το μαρτύριο του κοριτσιού. Για να μην ακούγονται οι φωνές στο δρόμο την έκλεισε ο πατέρας της στο υπόγειο. Εκεί την βρήκε κάποια μέρα νεκρή.
Αν ο Αγάς είχε αγάπη στην καρδιά του κι αγαπούσε την κόρη του, θα το είχε καμάρι που ήταν ένα χαρισματικό κορίτσι, που το θαύμαζαν και το επαινούσαν οι δάσκαλοι και όλος ο κόσμος. Στην μικρή κοινωνία που ζούσαν γνώριζε ότι κι ο Κίμων ήταν ένα καλό παλικάρι, μορφωμένο κι ευγενικό και θα γινόταν ταιριαστό ζευγάρι με την κόρη του. Αφού αυτό δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί στον τόπο τους, θα την άφηνε σιωπηρά να πάει στη Γαλλία με το άξιο παλικάρι που της ταίριαζε. Θα παντρεύονταν εκεί και θα' καμναν οικογένεια. Με την αγάπη και την αφοσίωση του ευγενικού συζύγου της θα μπορούσε να καλλιεργήσει τα πνευματικά της χαρίσματα. Να πραγματοποιήσει το όνειρο της. Θα ζούσαν σε πολιτισμένο περιβάλλον με φίλους και ψυχαγωγία. Κάποια μέρα, ο Αγάς θα πήγαινε στην Γαλλία φορτωμένος με δώρα για τα εγγονάκια του. Η αγάπη θα τους έκανε όλους ευτυχισμένους. Περισσότερο τον παππού... Τι έγινε τώρα; η κόρη του μαράθηκε κλειδωμένη σ' ένα υπόγειο, φυλακισμένη, και πέθανε πικραμένη επειδή έκανε το έγκλημα ν' αγαπήσει ένα παλικάρι που δεν ήταν μουσουλμάνος. Είναι να διερωτάται κανείς: Ποιος θεός το θέλησε να γίνει αυτό;
-



Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

ΦΑΙΔΩΝ ΖΑΜΠΟΓΛΟΥ: Η ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΙΜΩΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗ . ΗΤΑΝ ΠΟΝΤΙΟΣ ,ΦΥΓΟΣΤΡΑΤΟΣ ΤΟΥ ΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ 1

Τον Μάρτιο του 1941 περιμέναμε επίθεση των Γερμανών. Διαδόθηκε ότι θα έρχονταν Βούλγαροι και θα μας έσφαζαν όλους εμάς τους Έλληνες για να ενσωματώσουν την Ανατολική Μακε­δονία και την Θράκη στο Βουλγαρικό κράτος. Όσοι δημόσιοι υ­πάλληλοι ήταν από τη νότιο Ελλάδα έφυγαν πρώτοι. Το ίδιο έκα­ναν και οι εντόπιοι υπάλληλοι. Άδειασαν όλες οι δημόσιες υπηρε­σίες. Το κράτος παρέλυσε. Τον έλεγχο και την τάξη προσπαθούσε να επιβάλει, στον πανικόβλητο λαό, ο στρατός και η αστυνομία.
Στον σταθμό πλήθος κόσμου περίμενε να ταξιδέψει. Οικογέ­νειες με τα παιδιά τους, παρακαλούσαν να τους το επιτρέψουν. Χω­ρίς ειδική άδεια τα τρένα δεν έδιναν εισιτήρια. Γινόταν αυστηρός έλεγχος. Η μητέρα μου παράτησε τη δουλειά της κι έκανε κάθε μέρα σκηνές στον πατέρα μου. Τον πίεζε να φύγουμε. Εκείνος είχε την δυ­νατότητα να πάρει άδεια και να ταξιδέψουμε, γιατί είχε καταδικα­σθεί σε εκτόπιση στην Ήπειρο. Όχι μόνο δεν το έκανε αυτό, αλλά πρόβαλε δικαιολογίες για να αναβάλει την αναχώρηση του. Είχε τους λόγους του που το έκανε αυτό. Στο τέλος έφθασε να τον απει­λήσει ο αστυνόμος του σταθμού χωροφυλακής της Μεσούνης. «Τι πε­ριμένεις; Θέλεις να έρθουν και να σε πάνε υπό συνοδεία σαν ε­γκληματία στον τόπο εκτόπισης;». Ασφαλώς θα το είχαν ήδη κάνει οι λακέδες της δικτατορίας. Αυτοί όμως είχαν φύγει από τους πρώτους.
Από την συνεχή πίεση της μητέρας μου αποφάσισε και πήρε την άδεια και τα εισιτήρια για το τρένο. Ησύχασε η μητέρα μου. Την ορισμένη μέρα ανεβήκαμε όλοι στο τρένο. Μόλις δόθηκε το σύνθημα εκκίνησης η πρώτη ενέργεια του πατέρα μου ήταν να ανοίξει το παράθυρο, μετά έτρεξε και κατέ­βηκε από το τρένο ενώ αυ­τό ξεκινούσε. Από το ανοι­χτό παράθυρο μας φώνα­ξε: «Λέλα! Να πας στην Κίτσα. Σας αγαπώ. Θα έρ­θω αργότερα».
Αυτό ήταν το σχέδιο του για να μας στείλει στην Αθήνα. Η μητέρα μου δεν θα δεχόταν να φύγουμε χωρίς αυτόν. Εκείνος είχε τον σκοπό του. Ήθελε να μείνει κο­ντά στα 35 ορφανά του Ε­θνικού Αγροτικού Ορφα­νοτροφείου Αρρένων Ροδόπης. Αναζητούσε τρόπο να τα φυγαδεύσει για να μην εγκαταλειφθούν στα   χέρια των Βουλγάρων.
Περίμενε να του στείλουν γραπτή εντολή από το υπουργείο η οποία όμως δεν ήρθε ποτέ.
Πήγαμε στην Αθήνα. Στην οδό Δεινοκράτους, στους πρόποδες του Λυκαβηττού, ήταν το ιδιόκτητο μέγαρο τους που ζούσαν οι πλού­σιες ξαδέρφες του πατέρα μου. Η μητέρα με το μωρό στην αγκαλιά της χτύπησε το κουδούνι της Κυριακής Γρηγοριάδου. Ήταν ξαδέλφη του πατέρα μου, από τη μητέρα του. Μας άνοιξε την πόρτα η υ­πηρέτρια. Η Κίτσα μας δέχθηκε με συγκατάβαση, ίσως και με συ­γκρατημένη αγάπη- αφού αργότερα έγινε νουνά, βάφτισε τον αδερ­φό μου. Ο άνδρας της όμως ο Περικλής Γρηγοριάδης δυσαρεοτήθη­κε. Αυτός ήταν λογιστής και διαχειριστής στις επιχειρήσεις του παπ­πού μου στον Πόντο. Ενώ ο παππούς μου ήρθε στην Ελλάδα ξυπό­λητος, ο λογιστής του επέτυχε να φυγαδεύσει σε Ελβετικές τράπεζες μεγάλη περιουσία. Έκανε εμπορικές και βιομηχανικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα. Απόκτησε κτήματα στην οδό Σταδίου στο κέντρο της Αθήνας. Δεν είχαν παιδιά. «Ούτε παιδιά ούτε σκυλιά», έλεγε η μη­τέρα. Την φροντίδα του Περικλή είχε το χρυσόψαρο στη γυάλα, και το καναρίνι στο κλουβί. Το κοίταζα το καημένο και το λυπόμουν κα­θώς έψαχνε να βρει διέξοδο για να πετάξει. Ο Περικλής ήθελε την ησυχία του. Η μητέρα μου πήρε στο τηλέφωνο τον πατέρα μου στο ΕΑΟΑΡ, και του είπε ότι δεν είμαστε ευπρόσδεκτοι.

Μας επισκέφθηκε ο Κίμων Τριανταφυλλίδης που τον ειδο­ποίησε ο πατέρας μου. Μας πήγε σ' ένα άδειο σπίτι που απείχε λί­γα μέτρα από το μέγαρο. Ήταν στην παράλληλη οδό Ξενοκρά­τους. Μας έφερε έπιπλα, κρεβάτια, τραπέζι, καρέκλες και γκαζόλαμπα γιατί δεν είχε ηλεκτρικό ρεύμα. Για νερό είχε στην αυλή τουλούμπα. Δεν θα ξεχάσω με πόση αγάπη μας φρόντισε εμένα και τον αδερφό μου. Αργότερα μου δόθηκε η εξήγηση γι' αυτό.

Την 7η Απριλίου ήρθε ο πατέρας μου, αγνώριστος από την τα­λαιπωρία ενός περιπετειώδους ταξιδιού με καράβι, και την φριχτή ε­μπειρία ενός ολονύκτιου βομβαρδισμού στο λιμάνι του Πειραιά. Τον περίμενα με αγωνία. Οι πρώτες του λέξεις είναι χαραγμένες για πά­ντα στο μυαλό μου. «Νόμισα ότι δεν θα σας ξαναδώ!».

Όταν συναντήθηκε με τον Κίμωνα αγκαλιάστηκαν σαν αδέρ­φια. Τον πατέρα μου τον αποκαλούσε Μιμίκο. Ήταν το χαϊδευ­τικό του, όταν νήπια μεγάλωναν μαζί στην πατρίδα τους, στην Προποντίδα. Κι οι δυο τους δεν είχαν άλλο αδέρφι. Ο Κίμων ήταν το μοναχοπαίδι της χήρας μητέρας του. Δεν γνώρισε τον πατέρα του. Όταν ήταν μωρό, τον πατέρα του και τον θείο του, τους σκότωσαν στην Τραπεζούντα «άγνωστοι». Οι πρόγονοι του πατέρα μου διώ­χτηκαν από την Τραπεζούντα. Τον ένα τον σκότωσαν οι συνήθεις «άγνωστοι». Οι τρεις έφυγαν στο Σοχούμ Ρωσίας και χάθηκαν τα ίχνη τους. Επειδή δεν είναι δυνατόν να προσδιορίσω ποιοι είναι οι απόγονοι εκείνων των προγόνων μου, θεωρώ όλους τους νεοπρόσφυγες πόντιους ξαδέρφια μου. Ο πέμπτος αδερφός τους πήγε στη  Ζαφράμπολη. Απόγονος εκείνου ήταν ο παππούς μου ο Κωνσταντίνος. Παντρεύτηκε την Όλγα, μια από τις τρεις   αδελφές Τζοβαχιρτζόγλου προσφυγοπούλες από την Καππαδοκία. Απόκτησαν τρία αγόρια. Επειδή οι Τούρκοι απαγόρευαν στο γιατρό να κουράρει Ρωμιούς, η γιαγιά Όλγα όταν ήταν να γεννήσει πήγαινε κάθε φορά στο χωριό Παρθένιον όπου έδιναν ραντεβού με μαμή και γιατρό. Στο Παρθένιον γεννήθηκε κι ο πατέρας μου.
Όταν τελείωσαν τις σπουδές τους στη μέση εκπαίδευση 19 χρονών παλικάρια, επρόκειτο να επιστρατευθούν  στα τάγματα εργασίας του Τουρκικού στρατού. Η επιστράτευση αυτή είχε σκοπό την εξόντωσή τους. Μπορούσε όμως να ματαιωθεί  εάν κατέβαλαν οι δικοί τους το αντισήκωμα που καθόριζαν οι Τούρκοι. Το  ποσό ήταν ανάλογο με την οικονομική κατάσταση  της οικογένειας. Το λιγότερο ήταν διακόσιες χρυσές λίρες, ενώ για τους πιο εύπορους έφθανε τις χίλιες. Για να εκβιάσουν τις εύπορες οικογένειες πρώτα επιστράτευαν τον νέο και μετά ζητούσαν μεγάλα ποσά για να τον φέρουν πίσω. Ένας νέος επιστρατευμένος στα τάγματα εργασίας που επέστρεψε απ' αυτά, αφού κατέβαλαν οι δικοί του το αντισήκωμα, διηγήθηκε.
«Μας έδωσαν ένα φτυάρι ή έναν κασμά και μας διέταξαν να σκάψουμε για να ισοπεδώσουμε ένα ύψωμα και να μεταφέρουμε τα μπάζα στην άλλη μεριά του δρόμου. Δουλέψαμε δέκα μέρες εκατό  άτομα και κάναμε αυτό που μας διέταξαν. Νομίσαμε ότι θα μας έλεγαν τουλάχιστον μπράβο. Έπειτα μας διέταξαν  να πάμε πάλι πίσω το  υλικό και να ξαναφτιάξουμε τον λόφο όπως ήταν πρώτα. Αυτή η εργασία έγινε μέσα στο λιοπύρι, με ένα ξεροκόμματο και χωρίς νερό  όλη τη μέρα. Όσοι έπεσαν κάτω δεν τους ξαναείδαμε .Πολλοί δεν βαστάξαν. Τα κόκαλα τους βρίσκονται στα βάθη της Ανατολής.
Ο μεγάλος αδερφός του πατέρα μου επιστρατεύθηκε στα τάγματα αυτά. Ο  πατέρας του κατέβαλε αμέσως το αντισήκωμα των χιλίων λιρών. Ο πασάς όταν πήρε τις χίλιες λίρες χωρίς αντίρρηση και χωρίς παζάρια, του άνοιξε η όρεξη και ζήτησε άλλες χίλιες. Ο πασάς ανακάλυψε χρυσωρυχείο και ζήτησε ξανά χίλιες λίρες. Ο παππούς μου πήγε σε ανώτερο διοικητή με περισσότερες λίρες, και παρακά­λεσε να στείλουν στο σπίτι του τον Αλέξανδρο. Ο διοικητής ήταν έντιμος, δεν δέχθηκε τις λίρες. Ενδιαφέρθηκε και διαπίστωσε ότι ο Αλέξανδρος Ζάμπογλου ήταν νεκρός, και το είπε στον παππού μου.
Το 1913 ο πατέρας μου και άλλα παλικάρια, για να αποφύ­γουν αυτή την στράτευση, αποφάσισαν να φύγουν κρυφά από την πατρίδα τους και να πάνε στη Γαλλία. Συνεννοήθηκαν με τον κα­πετάνιο του φορτηγού πλοίου που μετέφερε μετάλλευμα στη Γαλ­λία, να τους πάρει κρυφά στο αμπάρι. Ο Κίμων Τριανταφυλλίδης είχε αισθηματικό δεσμό με κορίτσι Μουσουλμανικής οικογένειας. Το κορίτσι αποφάσισε να πάει μαζί του στη Γαλλία, δεδομένου ό­τι ο δεσμός και το αίσθημα τους δεν είχε ευοίωνη προοπτική στην Τουρκική επικράτεια. Συνεννοήθηκαν να κλεφτούν και να πα­ντρευτούν με πολιτικό γάμο στη Μασσαλία. Τη μέρα που είχαν ο­ρίσει να φύγουν, δεν εμφανίσθηκε ο Κίμων, ούτε το κορίτσι, που τον περίμενε μάταια να περάσει να τη πάρει όπως είχαν συνεννο­ηθεί. Οι άλλοι δεν έφυγαν για την Γαλλία. Αναζήτησαν τον Κίμω­να για να φύγουν όλοι μαζί. Δεν βρήκαν κανένα ίχνος του. Ούτε η μητέρα του δεν γνώριζε τίποτα για την εξαφάνιση του μονάκριβου παιδιού της. Υπέθεσαν ότι τον σκότωσαν κι αυτόν οι Τούρκοι ε­πειδή έμαθαν τον δεσμό του με την Τουρκάλα.
Ο Κίμων εμφανίσθηκε μετά από ένα μήνα. Δεν έδωσε εξήγη­ση για την εξαφάνιση του. Είπε στον πατέρα μου ότι μετάνιωσε κι α­ποφάσισε να φύγει χωρίς το κορίτσι. Απόρησε ο πατέρας μου, που γνώριζε το αίσθημα τους. Τόσος έρωτας, τόση αγάπη, πως χάθηκε έ­τσι ξαφνικά; Η συμπεριφορά του Κίμωνα έμεινε ανεξήγητη.
Πήγαν στη Μασσαλία και από κει στο Παρίσι. Όταν όμως μερικά από αυτά τα παλικάρια εξαφανίσθηκαν, και τα πτώματα τους βρέθηκαν να επιπλέουν στο Σηκουάνα κατάλαβαν ότι ούτε στη Γαλλία ήταν ασφαλείς. Οι Τούρκοι τους είχαν χαρακτηρίσει φυγόστρατους (=ανυπότακτους) και τους καταδίωκαν. Για να μην έχουν την ίδια τύχη άλλαξαν ονόματα, και άλλαζαν συνεχώς πό­λεις. Κατέληξαν στη Νανσή, όπου ανάμεσα σε χιλιάδες φοιτητές που σπούδαζαν εκεί, χάθηκαν τα ίχνη τους. Αποφάσισαν να σπου­δάσουν στο πανεπιστήμιο. Ο πατέρας μου σπούδασε γεωπόνος και παράλληλα με συμπληρωματικά μαθήματα μηχανικός. Ο Κί­μων σπούδασε ξένες γλώσσες. Ήταν πνευματικά προικισμένος. Αποφοίτησε αριστούχος. Έμαθε πέντε ξένες γλώσσες. (Επόμενο)

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΛΔΟΥΠΗΣ


Ο Κωνσταντίνος Χαλδούπης καταγόταν από προσφυγική οικογένεια της Καππαδοκίας. Ήταν απόφοιτος της παιδαγωγικής Ακαδημίας Αλεξανδρούπολης, δηλαδή ήταν δάσκαλος. Υπηρέτησε στον Ελληνικό στρατό την θητεία του και απολύθηκε με τον βαθμό του Ανθυπολοχαγού. Με τον άριστο φάκελο «Ηγετικές ικανότητες, επιβολή στους κατωτέρους και σεβασμό στην ιεραρχία ...» και μετά από επιμόρφωση επί εξάμηνο στην σχολή εφέδρων αξιωματικών πήρε τον βαθμό υπολοχαγού και τέθηκε σε εφεδρεία . Διορίστηκε στο ΕΑΟΑΡ καθηγητής. Τον Οκτώβριο του l940 ανακλήθηκε από την εφεδρεία και του ανετέθη η διοίκηση του 10ου λόχου του 3ου τάγματος του 29ου συντάγματος πεζικού.
Στο 29ο σύνταγμα υπηρετούσαν δυο υπολοχαγοί εξ εφέδρων που ήταν διοικητές λόχων. Ο Κ. Χαλδούπης του 10ου λόχου 3ου τάγματος και ο Ιωάννης Ζώγας διοικητής του 2ου λόχου 1ου τάγματος. Οι άλλοι διοικητές λόχων ήταν όλοι μόνιμοι λοχαγοί. Όσα γεγονότα αποδίδονται ανωνύμως σε υπολοχαγούς διοικητές λόχων του 29 Συντάγματος αφορούν έναν από τους δυο αυτούς. Ο υπολοχαγός Ιωάννης Ζώγας τραυματίστηκε και νοσηλεύθηκε σε νοσοκομείο Ιωαννίνων.

Μετά από σύντομη νοσηλεία στο νοσοκομείο Iωαννίνων και την επούλωση των τραυμάτων ζήτησε να τον στείλουν πάλι στο μέτωπο. Επειδή τα τραύματα του άφησαν ελαττώματα (κούτσαινε) και η αποκατάσταση απαιτούσε περαιτέρω νοσηλεία δεν ήταν δυνατόν να αναλάβει την διοίκηση του λόχου του και να συμμετάσχει σε μάχες γι' αυτό τον τοποθέτησαν στην επιμελητεία.
Τις πληροφορίες αυτές της δίνει ο υπίατρος του 1ου τάγματος του 29ου συντάγματος Ευάγγελος Κακαϊδής. Ο ανθυπολοχαγός κ. Κατερινάκης καταγόμενος από το χωριό Σώστης που υπηρετούσε στον 10ο λόχο 3ου τάγματος 29ου συντ. υπό τον υπολοχαγό Κωνσταντίνο Χαλδούπη είπε ότι ο λόχος από 19-2-1941 έως 26-2-1941 έδωσε σκληρές μάχες στα υψώματα του Τελεπενίου και απώθησε από εκεί τους Ιταλούς.
Ο λόχος είχε πολλές απώλειες νεκρούς και τραυματίες. Ο υπολοχαγός Κωνστατίνος Χαλδούπης στο τέλος των επιχειρήσεων στο Τεπελένι ήταν σώος. Μετά ο λόχος, όπως και ολόκληρη η μεραρχία, αντιμετώπισε την μεγάλη εαρινή επίθεση των Ιταλών. Ένας στρατιώτης του λόχου του υπολοχαγού Χαλδούπη, που ήταν αγγελιοφόρος και καταγόταν επίσης από το χωριό Σώστης , είπε ότι ο Κωνσταντίνος Χαλδούπης τραυματίστηκε. Αν είχε πεθάνει από αυτό το τραύμα οι σύντροφοι του θα έπρεπε να είχαν πάρει την μεταλλική του ταυτότητα ανηρτημένη στο στήθος με αλυσίδα και θα ήταν καταχωρημένος μεταξύ των νεκρών.
Αν το ύψωμα το είχαν καταλάβει οι Ιταλοί θα φρόντιζαν και αυτοί όπως έκαναν πάντοτε να πάρουν τις μεταλλικές ταυτότητες από τους νεκρούς και να τους καταγράψουν. Αφού δεν έγινε ούτε το ένα ούτε το άλλο καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ο Κωνσταντίνος Χαλδούπης δεν πέθανε από τα τραύματα του.
Κατά την κατάρρευση του μετώπου οι Ιταλοί παρέδωσαν τις μεταλλικές ταυτότητες των φονευθέντων Ελλήνων στο Ελληνικό αρχηγείο στρατού και γράφηκαν τα ονόματα τους στον κατάλογο πεσόντων που εξέδωσε το Α. στρατού. Το όνομα του Κωνσταντίνου Χαλδούπη δεν είναι μεταξύ των φονευθέντων. Πρέπει να υποθέσουμε ότι έγινε κάτι άλλο που τον κατέστησε αγνοούμενο.
Με το τέλος του Ελληνοϊταλικού πολέμου τα ελληνικά νοσοκομεία ήταν ασφυκτικά γεμάτα με τραυματίες Έλληνες και Ιταλούς . Έβαλαν ράντσα ακόμη και σε αντίσκηνα στις αυλές.
Όταν ο ελληνικός στρατός προχωρούσε νικηφόρα στην Αλβανία έπιανε πολλούς Ιταλούς αιχμαλώτους. Μεταξύ αυτών ήταν και τραυματίες. Οι τραυματιοφορείς Έλληνες τους μετέφεραν όλους τους τραυματίες, Έλληνες και Ιταλούς, χωρίς να κάνουν διάκριση , στα νοσοκομεία. Όταν κατέλαβαν τα Ελληνικά νοσοκομεία οι Ιταλοί και είδαν αυτή την κατάσταση για να αποσυμφορηθούν τα Ελληνικά νοσοκομεία άρχισαν να μεταφέρουν με πλοία νοσοκομειακά, τους τραυματίες σε ιταλικά νοσοκομεία χωρίς να κά­νουν κι αυτοί διάκριση τους δικούς τους από τους Έλληνες. Επει­δή μετέφεραν στην Ιταλία κυρίως τραυματίες αξιωματικούς υπέ­θεσαν ότι τους προόριζαν οι Ιταλοί για ομήρους για να κάνουν α­ντίποινα όπως οι Γερμανοί. Όμως στρατιώτης από την Κομοτηνή που τον πήγαν σε νοσοκομείο της Ιταλίας είπε ότι μετά την αποθε­ραπεία δεν τους έκλεισαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης αλλά κυ­κλοφορούσαν ελεύθεροι με την συνοδεία μόνο ενός Ιταλού στρα­τιώτη που, όπως έλεγε ο Έλληνας, τους παρακαλούσε να μη δρα­πετεύσουν. "Vi prego non scapare".
Αυτός ο Έλληνας στρατιώτης έδωσε τα ονόματα των αξιωμα­τικών που είδε στην Ιταλία και οι οποίοι επέστρεψαν μετά το τέλος του πολέμου και την απελευθέρωση. Δεν συνάντησε εκεί τον υπολο­χαγό Ιωάννη Ζώγα, ούτε τον Κωνσταντίνο Χαλδούπη. Τι έγιναν;
Σε μια αποστολή τέτοια τραυματιών προς την Ιταλία, οι Ιτα­λοί επιβίβασαν στο νοσοκομειακό πλοίο «CITA DI GENOVA» eκατό Ιταλούς και τριάκοσους Έλληνες τραυματίες, πολλοί α­πό τους οποίους ήταν του 29ου συντάγματος πεζικού. Μεταξύ αυτών ήταν ο υπολοχαγός Ιωάννης Ζώτας. Το βεβαιώνει ο Ιατρός τα 1ου τάγματος Ευάγγελος Κακαϊδής. Το πλοίο παρ' όλο ότι έφερε εμφανή τα σημάδια του νοσοκομειακού Ερυθρού Σταυρού τορπιλίστηκε λίγο έξω από το λιμάνι της Αυλώνας από Αγγλικό υπο­βρύχιο. Όλοι οι τραυματίες Έλληνες και Ιταλοί πνίγηκαν. Όσοι πήγαν στον πάτο πήραν μαζί τους και τις ταυτότητες όπως και το κατάλογο με τα ονόματα, και είναι αγνοούμενοι. Μερικών τα πτώματα βρέθηκαν να επιπλέουν και εξακριβώθηκε η ταυτότητα τους. Ένας από αυτούς ήταν ο ήρωας συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Δαβάκης και αυτό ήταν το τέλος του ήρωος.
Ο υπολοχαγός Ιωάννης Ζώγας δεν βρέθηκε αλλά υπήρχε μαρτυρία του γιατρού. Άφησε ορφανά πέντε κορίτσια κι ένα αγόρι κι έρημες γριά μάνα και χήρα σύζυγο. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι στο Νοσοκομειακό πλοίο «CITA DI GENOVA» που τορπιλίστη­κε από Αγγλικό υποβρύχιο στην Αυλώνα βρισκόταν μεταξύ των τριακοσίων Ελλήνων και των εκατό Ιταλών τραυματιών αξιωμα­τικών ο τραυματίας υπολοχαγός Κωνσταντίνος Χαλδούπης και αυτό ήταν το τέλος του.
Είναι αγνοούμενος όπως είναι αγνοούμενοι και όσοι έμειναν μέσα στο βυθισμένο Νοσοκομειακό πλοίο «CITA DI GENOVA"

Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

ΦΑΙΔΩΝ ΖΑΜΠΟΓΛΟΥ:ΝΕΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΕΩΡΓΙΟ ΤΣΟΛΑΚΟΓΛΟΥ .E

Το άρθρο αυτό είναι το πέμπτο της σειράς που έχω γράψει με το ίδιο θέμα. Αν θελήσει κάποιος να το διαβάσει θα πρέπει να διαβάσει προηγουμένως τα τέσσερα που έχουν δημοσιευθεί στον «χρόνο» Κομοτηνής, στο «Έθνος» και στο διαδίκτυο, [1]
 
Ο Τσολάκογλου στο στούντιο της ελληνικής ραδιοφωνίας
για να διαβάσει διάγγελμά του.
Όλη αυτή η προσπάθεια είναι αποτέλεσμα μακρόχρονης μελέτης. Αυτό όμως δεν αποκλείει τα λάθη. Όταν λείπουν γραπτά ντοκουμέντα η ιστορία βασίζεται στην παράδοση. Είναι πιθανόν η παράδοση να αποκλίνει από την πραγματικότητα. Όταν κάποιος διηγείται ένα γεγονός που έζησε, θέλει να προσθέσει κάτι δικό του για να το κάνει πιο ενδιαφέρον. Αν αγνοεί την εξέλιξη είναι πιθανό να συμπληρώσει την ιστορία με την φαντασία του. Αυτά αποτελούν την παράδοση. Είναι έργο ιστορικού η αναζήτηση της αλήθειας χωρίς προκατάληψη.
Δυστυχώς τα άρθρα μου αυτά έγιναν αιτία να υποστώ όπως και ο «Χρόνος» την οργισμένη αντίδραση αναγνωστών. Εξ αιτίας αυτών των περιστατικών ο «Χρόνος» αρνήθηκε την δημοσίευση αυτού του άρθρου. Σώφρων απόφασις.
Όταν έχεις δίκιο αλλά οι πολλοί έχουν άδικο είναι συμφερότερον να συμβιβάζεσαι. Είναι φανερό ότι στην ιστορική μνήμη του Ελληνικού λαού το όνομα «Τσολάκογλου» σημαίνει προδότης και δοσίλογος, χωρίς δεύτερη σκέψη. Είναι στερεότυπο.
Δεν έλειψαν όμως κι εκείνοι με τους οποίους συζήτησα ήρεμα και πολιτισμένα. Εφ' όσον υπάρχουν και τέτοιοι άνθρωποι δεν χάθηκε η ελπίδα για μια μελλοντική κοινωνία με λογική και ανθρωπιά. Ορισμένοι θέλησαν να διορθώσουν τα γραφόμενα μου. Είναι ευχάριστο αυτό όταν γίνεται καλοπροαίρετα.
Στην εποχή μας οι λέξεις προδοσία και προδότης έχουν χάσει την πραγματική τους σημασία. Ακούμε στη βουλή πολιτικούς να αποκαλούν προδότη τον πολιτικό τους αντίπαλο. Κάποιος βουλευτής αποκάλεσε στη βουλή «Τσολάκογλου» τον σημερινό Πρωθυπουργό. Στην αρχαία Ελλάδα προδότης θεωρείτο ο εξ ιδιοτελείας ενεργών προς όφελος του ιδίου, κατά του κοινού συμφέροντος των συμπατριωτών του.
Συνεννοούμενος μετά των πολεμίων αποβλέπει στο χρηματισμό ή την διαφύλαξη της ζωής του αδιαφορώντας για τους συμπατριώτες του.
Σύμφωνα με τον ορισμό των προγόνων μας η συνθηκολόγηση του Τσολάκογλου με τους Γερμανούς δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί προδοσία. Μήπως η κατοχική κυβέρνηση "Τσολάκογλου" απέβλεπε σε χρηματισμό και απέβη εις βάρος του Ελληνικού Έθνους;

Με τα σημερινά δεδομένα ο Πρωθυπουργός και οι Υπουργοί απολαμβάνουν παχυλούς μισθούς. Ο Πρωθυπουργός Γεώργιος Τσολάκογλου δεν έλαβε τον μισθό Πρωθυπουργού , είχε τον στρατιωτικό. Είχε αξιόλογη περιουσία από κληρονομιά και προίκα. Η περιουσία αυξήθηκε από μισθούς και οικονομία. Στο χρηματοκιβώτιο του υπήρχαν χρυσές λίρες, κοσμήματα και τιμαλφή. Στο σπίτι είχε πίνακες καλλιτεχνών , περσικά χαλιά και Συριανά έπιπλα.
Ο φίλος του Τσολάκογλου, γιατρός Κωνσταντίνος Μέρμηγκας τον επισκεπτόταν συχνά και αυτά τα έβλεπε. Στο ημερολόγιο του ήταν κρυμμένο και το μυστικό της ασθένειας του Τσολάκογλου η Χ.Λ.Λ. Ο Κωνσταντίνος Μέρμηγκας έγινε Δήμαρχος Αθηνών με την πρόθεση να βοηθήσει το έργο της κυβέρνησης Τσολάκογλου.
Όταν όμως οι Γερμανοί του ζήτησαν κατάλογο με τα ονόματα προσωπικοτήτων για να κάνουν αντίποινα, έγραψε μόνο το δικό του όνομα και παραιτήθηκε. Μετά από αυτόν έγραψε και ο Τσολάκογλου το δικό του. [3]
Τον Τσολάκογλου απασχόλησε η περίθαλψη και αποκατάσταση τραυματιών και προπαντός των αναπήρων με κομμένα πόδια από τα κρυοπαγήματα.
Με το προεδρικό διάταγμα 597/1941 ίδρυσε το Νοσηλευτικό Ίδρυμα Μετοχικού Ταμείου Στρατού.Ν.Ι.Μ.Τ.Σ.[4] Συνεργάτες του Τσολάκογλου ο Γ. Μπάκος και αρχίατρος Ιωάννης Κυριακός.
Η ιδέα ήταν καλή στα χαρτιά αλλά ανεφάρμοστη για οικονομικούς λόγους. Οι Γερμανοί και Ιταλοί σαν βδέλλες ρουφούσαν το αίμα του ελληνικού λαού. Δεν επέτρεψαν να διατεθούν χρήματα για κτήριο. Ο Γ. Μπάκος και ο I. Κυριάκος άρχισαν τα θεμέλια με χρήματα δικά τους. Ο Τσολάκογλου αποτελείωσε την τοιχοποιία. Οι λίρες και τα τιμαλφή πουλήθηκαν αμέσως. Τα συριανά έπιπλα τα αγόρασε μαυραγορίτης. Τα στρατιωτικά ρούχα και κουστούμια βγήκαν στο παζάρι, παραχωρήθηκαν τα κρεβάτια, στρωσίδια, και άλλα. Το αρχοντικό του Τσολάκολγου απογυμνώθηκε.
«Θα έρθει η λευτεριά,αγάπη μου , έλεγε στη γυναίκα του, και όλα θα πάνε καλά. Θα έχουμε την αγάπη μας και την σύνταξη μου».
Το Ν. Ίδρυμα άρχισε να λειτουργεί με δύναμη 25 κλινών που σε λίγο έγιναν 75.
Ο Κωνσταντίνος Μέρμυγκας πήγε στη Γερμανία και ειδικεύθηκε στην προσθήκη τεχνητών μελών. Πέθανε απρόοπτα το 1942. Ευτυχώς έβγαλε «τσιράκι» τον Ιωάννη Κυριακό. Μετά την απελευθέρωση το κτήριο χαρακτηρίσθηκε άτεχνο, επικίνδυνο και κρίθηκε κατεδαφιστέο. Ευτυχώς άγνωστος δωρητής έκανε τα έξοδα ανακατασκευής και σώθηκε. Στο κτήριο εκείνο στεγάζοντας τώρα τα γραφεία και η διεύθυνση του συγκροτήματος Ν.I.Μ.Τ,Σ. Δυστυχώς η πάθηση του Τσολάκογλου τον κατέβαλε και υπέβαλε την παραίτηση του την 2-12-1942.[5] Είχε ανάγκη από νοσηλεία. Είναι ψέμα ότι ιδιώτευσε! Δηλαδή ότι έγινε μπακάλης! Ή υδραυλικός!
Το πρώτο δικαστήριο δοσιλόγων έγινε τον Δεκέμβριο του 1944 ενώ συνεχίζονταν τα Δεκεμβριανά. Οι κομμουνιστές θεώρησαν ότι οι δίκες αργούσαν και ήταν παρωδία.
H ΟΠΛΑ επετέθη στις φυλακές και συνέλαβε τον Γ. Μπάκο. Η φρουρά έδωσε μάχη και κατόρθωσε να φυγαδεύσει τον Τσολάκογλου. Τον Γ. Μπάκο τον εκτέλεσαν με συνοπτική διαδικασία ως προδότη. Διαδόθηκε ότι έδεσαν το ένα πόδι του σε δέντρο και τον έσκισαν τραβώντας το άλλο με τζιπ. Το ειδικό δικαστήριο λειτούργησε από 21-2-1945 έως 31-5-1945. Στο διάστημα αυτό καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέσθηκαν 6 μαυραγορίτες. Μεταξύ τους κι αυτός που αγόρασε τα συριανά έπιπλα του Τσολάκογλου. Αυτά όμως δεν βρέθηκαν. Το δικαστήριο είχε εντολή από το κατεστημένο να καταδικάσει σε θάνατο τον Τσολάκογλου για προδοσία. Ο νόμος όμως δεν προέβλεπε την ποινή του θανάτου εφ' όσον η προδοσία δεν έγινε εκ δόλου. Διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρξε δόλος του Τσολάκογλου.
Ο Πλαστήρας έκανε νέο νόμο ειδικώς «περί δοσιλόγων» κατά τον οποίο επιβάλλεται η ποινή του θανάτου στον προδότη έστω και αν η προδοσία έγινε άνευ δόλου. Δεν συγχώρεσε ο Πλαστήρας τα πραξικοπήματα του Τσολάκογλου στη Μικρά Ασία.
Όταν χρειάσθηκε αίμα για τον Τσολάκογλου παρουσιάσθηκαν αμέτρητοι εθελοντές αιμοδότες. Το κατεστημένο φοβήθηκε κίνημα του Τσολάκογλου. Δεν υπήρχε όμως τέτοια πιθανότητα. Στο δικαστήριο ως μάρτυρες κατηγορίας έβαλαν επιτελικούς αξιωματικούς του Παπάγου. Η πρώτη ερώτηση του Τσολάκογλου ήταν:
- Πού βρισκόταν τότε οι κατήγοροι μου; Μήπως από το καταφύγιο της Μ. Βρετανίας ήταν σε θέση να κρίνουν ικανότερον εμού την κατάσταση;
Έβαλαν μάρτυρες κατηγορίας τον Π. Κανελόπουλο και Γ. Παπανδρέου. Ο βασιλικός επίτροπος τους σταμάτησε γιατί από κατήγοροι έγιναν υπερασπιστές. Οι μάρτυρες υπεράσπισης που παρουσιάστηκαν ήταν αδύνατο να μετρηθούν. Πανικοβλήθηκε το κατεστημένο. Διαβάζω ότι το δικαστήριο έγραψε 300 όνομα μαρτύρων υπεράσπισης. Ήταν όμως αδύνατο να εξετασθούν όλοι. Ούτως ή άλλως οι δικαστές είχαν διαταγή να καταδικάσουν τον Τσολάκογλου σε θάνατο. Ένας από τους δικαστές όμως δεν υπάκουσε. Πρότεινε να γίνει κανονική δίκη. Ο δικαστής αυτός ήταν ο Γεώργιος Παπαδόπουλος ο συνταγματάρχης δικτάτορας του 1967.
- Δεν τόλμησαν να τον διώξουν γιατί ήταν ο αρχηγός όλων των Ευελπίδων του Ελληνικού στρατού. Η απόφαση δεν ήταν ομόφωνη. Το συμβούλιο χαρίτων μετέτρεψε την ποινή σε ισόβια δεσμά. Λόγω της πάθησης του δεν ήταν στην φυλακή ο Τσολάκολγου, ήταν στο Ν.Ι.Μ.ΤΣ.Σ φρουρούμενος. Την 3-2-1948 διαδόθηκε ότι πέθανε. Πιθανώς να μην ήταν αλήθεια.
Πάντως δεν έγινε κηδεία. Πλήθος συγκεντρώθηκε για να τον αποχαιρετήσουν με το τελευταίο αντίο. Αυτό πανικόβαλε το κατεστημένο ακόμη περισσότερο. Τον έθαψαν βιαστικά με διαδικασία θανατοποινίτη την 22-5-1948. Έψαλε λίγα λόγια ένας παπάς και τον παράχωσαν. Κάποιος έβαλε ένα ξύλινο σταυρό. Μετά από χρόνια ο Δήμαρχος Κατσώτας έβαλε τα οστά του Τολάκογλου σε αξιοπρεπή τάφο . Όλο αυτό το διάστημα γινόταν δημοσιεύσεις στα ΜΜΕ σχετικές με το δοσίλογο -προδότη Τσολάκογλου. Αναδημοσίευαν τα κολακευτικά λόγια του για τον Χίτλερ και τις διαταγές του , χωρίς να εξηγούν για ποιό λόγο τα έλεγε. Έγινε πλύση εγκεφάλου στον Ελληνικό λαό.[6 ]
Χαράχθηκε στο υποσυνείδητο το στερεότυπο «Τσολάκογλου = δοσίλογος» και μεταδίδεται αυτό από τότε από γενιά σε γενιά.
Όποιος το αμφισβητήσει γίνεται αμέσως στόχος αντίδρασης χωρίς συζήτηση και χωρίς εξήγηση.
Μελετώντας τα γεγονότα αισθανόμουν κάτι που δεν μπορούσα να το προσδιορίσω. Έβρισκα ομοιότητα αντίδρασης και συμπεριφοράς με άλλα ιστορικά πρόσωπα. Δεν μπορούσα όμως να προσδιορίσω την σχέση τους με τον Τσολάκολγου. Ψάχνοντας σε παλιά ιστορικά αρχεία ανακάλυψα ότι ο Γεώργιος Τσολάκογλου ήταν Βλάχος. Ανήκε στην ελληνική φυλή που αποκαλούνται Βλάχοι, με κεφαλαίο Β. Έχει αναδείξει αυτή η Ελληνική φυλή σχεδόν όλους τους εθνικούς έλληνες ευεργέτες, πολλούς αγωνιστές και μάρτυρες. Ο Γεώργιος Τσολάκολγου πέθανε πάμφτωχος. Εκτος από το χαμό του συντρόφου της, η σύζυγος του έχασε και την σύνταξη.Την αφαίρεσε το δικαστήριο δοσίλογων. [7]
Άγνωστος του ο ποίου ο παππούς υπηρέτησε στην 4η Μεραρχία στην Μ. Ασία ισχυρίζεται ότι ο Γ. Τσολάκογλου και η 4η Μεραρχία εξοντώθηκαν κατά την επίθεση των Τούρκων. Την εκδοχή αυτή την έγραψε στο διαδίκτυο αλλά κατ' εμέ είναι λάθος.[8]
Όπως προκύπτει από την δική μου έρευνα και όχι από την ανάγνωση ενός βιβλιαρίου ιστορίας, κατά την επίθεση 25.000 Τούρκων της 13-8 ο άβουλος Μέραρχος I. Δημαράς ήταν «ανύπαρκτος».Από μαρτυρίες αξιωματικών της 4ης Μεραρχίας προκύπτει ότι ο Ταγματάρχης επιτελάρχης της 4ης Μεραρχίας Γεώργιος Τσολάκολγου αντιληφθείς τον κίνδυνο κύκλωσης της Μεραρχίας, παρακάμπτει τον Μέραρχο πραξικοπηματικά και αφού ενημερώνει τον Τρικούπη στρατηγό του Α.Σ.Σ., διατάζει τακτική υποχώρηση. Στη θέση Τουλού Μπουνάρ ενώνεται με την υποχωρούσα φάλαγγα του Τρικούπη και περιμένουν διαταγή του αρχιστρατήγου Χατζηανέστη η οποία δεν ήρθε ποτέ. Στο συμβούλιο αξιωματικών προτείνει ο Τσολάκολγου να φύγουν χωρίς να περιμένουν διαταγή, δεν εισακούσθηκε. Την κυκλωτική κίνηση των Τούρκων αντιμετώπιζε το 5/42 σύνταγμα Eυζώνων του Συνταγματάρχη Πλαστήρα. Ο Τσολάκολγου παρακάμπτει πραξικοπηματικά τους ανωτέρους, μέραρχο I. Δημαρά και στρατηγό Τρικούπη και διατάζει την 4η Μεραρχία και όσους τον ακολούθησαν εθελοντικά από τις άλλες μεραρχίες να αποσχισθούν από την φάλαγγα του Τρικούπη και να ακολουθήσουν την φάλαγγα του Συνταγματάρχη Φράγκου που έφευγε και αυτός χωρίς διαταγή με την μεραρχία Θεσσαλών.[9]
Το πραξικόπημα του Τσολάκογλου προκάλεσε την οργή του Πλαστήρα. Ο Τσολάκογλου πλήρωσε ακριβά την πράξη του αυτή. Ο Φράγκου και ο Τσολάκογλου οδήγησαν το στράτευμα τους στην Ερυθραία, την 20-8. Από τον Τσεσμέ με πλοία πήγαν στα νησιά. Την 20-8 ήταν στον Τσεσμέ και ο Πλαστήρας. Δεν βρήκα στοιχεία για το πώς βρέθηκε εκεί. Την 11-9 ο Τσολάκολγου παρουσιάσθηκε στον Αρχιστράτηγο Θράκης Πολλυμενάκο στην Ραιδεστό. Μετά από ανάκριση αυτός παρέπεμψε τον Τσολάκογλου στο στρατοδικείο. Ευτυχώς ο Πολλυμενάκος αντικαταστάθηκε από τον Θεόδωρο Πάγκαλο, παππού του σημερινού πολιτευτή.[9] Κατά την παράδοση αυτός ρώτησε τον Τσολάκογλου:

Στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τη κατάπαυση
των  εχθροπραξιών. Από αριστερά ο Ντίτριχ, στη μέση ο
Γκράιφφεμπεργκ  και δεξιά ο Λιστ.
- Ποιοι είναι αυτοί που του έφερες; Από ποιες μονάδες είναι;
- Είναι τα παιδιά μου, δεν μπορούσα να τα αφήσω στα χέρια των Τούρκων. Το στρατοδικείο ας με κρίνει.
Γεμάτος συγκίνηση ο Πάγκαλος έσχισε το παραπεμπτικό του στρατοδικείου και έκανε πρόταση προαγωγής του. Με τον βαθμό αντισυνταγματάρχη ο Τσολάκολγου ανασυγκροτεί την 4η Μεραρχία και την εντάσσει στην στρατιά του Έβρου. Προάγεται κατ' εκλογήν εις Συνταγματάρχη και γίνεται και τυπικά Μέραρχος. Το 1925 παρέδωσε την Μεραρχία στον φίλο του Συνταγματάρχη Παναγιώτη Δεμέστιχα. Έλαβε άλλα καθήκοντα.Η φάλαγγα Τρικούπη στη μάχη του Αλιβερίου έπαθε μεγάλη καταστροφή. Όσοι επέζησαν συνελήφθησαν αιχμάλωτοι. Αιχμάλωτος και I. Δημαράς με όσους από την 4η Μεραρχία δεν ακολούθησαν τον Τσολάκογλου. Διαδόθηκε ότι οι Τούρκοι σκότωσαν τους τραυματίες!
Άλλος ανώνυμος γράφει στο διαδίκτυο ότι το δεύτερο μνημόνιο το υπόγραψε ο Στρατάρχης φον Γκράιφφεμπεργκ. Πράγματι φέρει την υπογραφή του. Ο Φον Γκράιφφεμπεργκ δεν ήταν τότε Στρατάρχης αλλά Επιτελάρχης του Στρατάρχη Νοτιοανατολικής Ευρώπης με έδρα την Αθήνα, Βίλχελμ Ζιγκμουντ Φον Βάλτερ Λιστ. Kαι τα τρία πρωτόκολλα έγιναν με την εντολήν του Φον Λιστ και με έγκριση του Χίτλερ. Ο Φον Λιστ ήταν καλλιεργημένο άτομο. Ήταν θεοφοβούμενος και φιλέλλην. Η ανιψιά του ήταν παντρεμένη με τον Έλληνα γιατρό Λογοθετόπουλο.
Ο φον Λιστ, με την έγκριση του Χίτλερ, διέταξε να μη συλλαμβάνουν οι γερμανικές μονάδες τους έλληνες στρατιώτες αιχμαλώτους και να μη εκτελείται κανείς έλλην άνευ δίκης. Ο Γκράιφφεμπεργκ παραβαίνοντας την διαταγή του Φον Λιστ έκανε το 1941 εκτελέσεις και βαρβαρότητες. Στη Νυρεμβέργη κατηγορήθηκε γι' αυτές ο Φον Λιστ. Ευτυχώς το δικαστήριο ύστερα από ανακρίσεις δύο ετών βρήκε την αλήθεια. Ο Γκραϊφφεμπερκ καταδικάστηκε και εκτελέσθηκε.Ενώ ο Φον Λιστ πέθανε από φυσικό θάνατο μετά από πολλά χρόνια σε ηλικία 93 ετών.Τον φον Λίστ διέβαλαν οι Ιταλοί και αντικαταστάθηκε από τοv Μαξιμίλιαν Φον Βάιχ. Ακύρωσε αυτός τις διαταγές του Φον Λιστ. Η νέα διαταγή του ήταν η εξής: «όταν σε μια περιοχή εμφανιστεί δράση ενόπλων θα συλλαμβάνονται όλοι οι άνδρες της περιοχής που δύνανται να φέρουν όπλο. Θα εκτελούντα αμέσως και θα αφήνονται στην αγχόνη. Όμηροι αποκλείονται». Αυτός διέταξε τις σφαγές: Δίστομο 1942, Δομένικο 1943, Αιγάλεω 1944 και άλλες.




 
Υποσημειώσεις:


[ 1] Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΣΟΛΑΚΟΓΛΟΥ ΔΙΚΑΙΩΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ..
http://www.ellanodikis.net/2012/04/blog-post_45.html
ΝEΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ Γ.ΤΣΟΛΑΚΟΓΛΟΥ
http://istoriakatoxis.blogspot.gr/2013/05/blog-post_15.html
http://www.xronos.gr/detail.php?id 79974.
http://storiacontroversa.blogspot.gr/2013/05/blog-post_3.html
ΗΤΑΝ ΤΕΛΙΚΑ Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΟΛΑΚΟΓΛΟΥ ΠΡΟΔΟΤΗΣ;Ή ΟΧΙ;
http://www.zougla.gr/blog/article/626529
http://www.xronos.gr/detail.php?id 79974.80883.82725.29087
[  2]
[ 3] Στα απομνημονεύματά του ο Στρατηγός Τσολάκογλου θυμάται το περιστατικό και γράφει: Αι Αρχαί Κατοχής ακατατόπιστοι επί της νοοτροπίας του Ελληνικού Λαού, ελάμβαναν σκληρά μέτρα εναντίον του συνόλου της περιοχής, εις ην εσημειώθη έκτροπον.
Ούτως οι Γερμανοί ετιμώρησαν ολόκληρον τον αριθμόν των χωρικών διότι δεν συνέλαβαν ύποπτον πρόσωπον, διελθόν εκ του χωρίου ή διότι ευρέθη εις ενεργηθείσαν έρευναν πεπαλαιωμένον τυφέκιον άνευ φυσιγγίων ή φυσίγγια τινά άνευ όπλου. Δια να επιβληθή η διασαλευθείσα τάξις εις τινα πόλιν συνελάμβανον τον Δήμαρχον και τους προκρίτους της πόλεως ως ομήρους. Ομοίως έπραττον δια να μη αποκόπτηται εφεξής το καλώδιον του στρατιωτικού δικτύου.
Έκρινα καθήκον μου να κατατοπίσω τας ξένας αρχάς, ότι η λήψις τοιούτων μέτρων τοσούτον σκληρών και πολλάκις ανεπανορθώτων μάλλον αντίθετα των προσδοκωμένων δυνατόν να έχη, διότι η τιμωρία του Δημάρχου ή του Κοινοτάρχου δεν ενασκεί καμμίαν επίδρασιν εις τους χωρικούς, Μόνον η τιμωρία των ολιγίστων πραγματικών ενόχων θα θεραπεύση την κατάστασην. Η δε απειλούμενη ττυρπόλησις των χωρίων θα συντελέση εις την απαθλίωσιν των κατοίκων της υπαίθρου. Εξαίρω επί τη ευκαιρία ταύτη ότι επί της πρωθυπουργίας μου εκάησαν τρία μόνον χωρία.
Μετά τινα χρόνον τταρετηρήθη αποκοπή των καλωδίων περί την Πρωτεύουσαν .
Οι Γερμανοί εζήτησαν από τον Δήμαρχον Αθηναίων τα ονόματα 50 προκρίτων, ίνα κρατηθώσιν ως όμηροι , καιτοι τοις ανέπτυξα ότι το καλώδιον κόπτεται και περισυλλέγεται ουχί δια σαμποτάζ αλλά δια να αποφέρη κέρδη ως βαρύτιμον.
Ο Δήμαρχος Αθηναίων, κατετρόμαξεν εκ της τοιαύτης αξιώσεως των Γερμανών και ένεκα τούτου κατέφυγεν εις εμέ. Συνέταξα τότε κατάλογον, όπου ιδιοχείρως ενέγραψα το ονοματεπώνυμον μου και ακολούθως τα τοιαύτα όλων των υπουργών και είπα να συστήσουν εις τους Γερμανούς να συμπληρώσουν τον αριθμόν των πεντήκοντα από τον Κατάλογον των Συνδρομητών τηλεφώνων.
Το γεγονός τούτο τους κατέπληξε και συνετέλεσε εις το να συζητήσουν το ζήτημα και να κατανοήσουν ότι τοις εισηγούμην τον ορθόν δρόμον, όταν τοις έλεγα ότι δέον να συλλαμβάνωνται οι πραγματικοί ένοχοι.
[ 4] Με το Ν.Δ. 597/1941, περί συστάσεως Νοσηλευτικού Ιδρύματος υπό τον τίτλο «Νοσηλευτικό Ίδρυμα του Μετοχικού Ταμείου Στρατού», αποφασίσθηκε η σύσταση του ΝΙΜΤΣ και η αρχική εγκατάστασή του στο κτίριο που σήμερα στεγάζεται η Διεύθυνση. Πρωτεργάτες της ιδέας και προσπάθειας υπήρξαν ο Στρατηγός Μπάκος Γεώργιος και ο Ανώτερος Γενικός Αρχίατρος Κυριακός Ιωάννης, που ήταν και ο πρώτος Διευθυντής του Ιδρύματος από το έτος 1942 μέχρι το θάνατό του. Το Νοσοκομείο άρχισε να λειτουργεί την 21 Ιανουαρίου 1942, με δύναμη 75 κλινών, για παθολογικούς και χειρουργικούς ασθενείς.

[ 5]
[ 6] Ο Γεώργιος Τσολάκογλου, εξ αποτελέσματος, στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας δεν φαίνεται ν’ απέδωσε.Σχημάτισε κυβέρνηση κυρίως αποτελουμένη από στρατηγούς – γενναίους μαχητές του αλβανικού μετώπου. Εν τούτοις η έλλειψη πολιτικής πείρας οδήγησε σε υπερβολικά εγκώμια προς τον A. Hitler, και γενικώτερα σε πομπώδεις μεγαλοστομίες που θα μπορούσαν να λείπουν, ενώ ο λαός των Αθηνών υπέφερε από τον φοβερό λιμό του πρώτου κατοχικού χειμώνα».
Για τα εγκώμια του Τσολάκογλου προς τον Χίτλερ, τα οποία επισημαίνει ο Γ. Στεφανάκης, υπάρχει η ερμηνεία πώς και γιατί θεωρήθηκαν επιβεβλημένα να γίνουν, όπως αναλύεται σε άλλο σημείο του παρόντος. Είναι αναντίρρητη όμως η καλή προαίρεση του Έλληνα στρατηγού, ο οποίος χρησιμοποιώντας τέτοιες εκφράσεις άλλωστε βρισκόταν, αν μη τι άλλο, στη γραμμή που του είχε υποδειχθεί τότε από εμπειρότερους πολιτικούς ηγέτες, όπως π.χ. ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο οποίος του συνιστούσε «να λέει και κανένα καλό λόγο στους κατακτητές». (Δημοσθένη Κούκουνα :
Η πρώτη κατοχική κυβέρνηση του στρατηγού Τσολάκογλου )
[ 7] Το αρχοντικό του Γεωργίου Τσολάκογλου έμεινε από τότε έρημο και ρήμαξε. Βρήκαν τώρα σ' αυτό κατάλυμα λαθρομετανάστες. Έγινε πρόταση για την αναπαλαίωση του.(Σημείωση αρθρογράφου)
[ 8]
[ 9]