Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011

M. BARDECHE : Η ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ QUISLING

I Fascismi sconosciuti
Edizioni del Borghese
Σελ. 210
(123) Παρουσιάζουμε εδώ,[1] τη ζωή του Νορβηγού ηγέτη Vidkun Quisling που δημιούργησε στη Νορβηγία ένα μικρό εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα μια δεκαετία περίπου πριν από το ξέσπασμα του πολέμου. Ο  Quisling δεν  κατάφερε ποτέ να επιβληθεί στη νορβηγική κοινή γνώμη , και το κόμμα του, στη διάρκεια των διάφορων εκλογικών αναμετρήσεων , μόνο  ένα μικρό αριθμό ψήφων κατάφερε να συγκεντρώσει.Παρ΄όλα αυτά, τη στιγμή της γερμανικής κατοχής, διεκδίκησε την εξουσία και κατάφερε, αρχή κάνοντας,  το 1942 να διοριστεί  Πρόεδρος της Κυβέρνησης.
Αυτή η  πολιτική σταδιοδρομία υπήρξε  ιδιαίτερα άστοχη γιατί , σε αντίθεση με όλες τις άλλες κυβερνήσεις  που αναγκάστηκαν να συνεργαστούν με τους Γερμανούς , εκείνη του Quisling δεν διέθετε καμία νομική βάση΄και για το λόγο αυτό εύκολα χαρακτηρίστηκε  Κυβέρνηση ανδρικέλων , που είχαν επινοήσει και θέσει στην υπηρεσία τους, οι Γερμανοί.
Ο Quisling παραδόθηκε  σε μια αντιπροσωπεία της εξόριστης Βασιλικής Κυβέρνησης τη στιγμή  κατά την οποία τα συμμαχικά στρατεύματα  αποβιβάστηκαν στη Νορβηγία  και ύστερα από μια παρωδία δίκης, καταδικάστηκε σε  θάνατο και εκτελέστηκε   με βάση διαταγμάτων  απόλυτα παράνομων που επινοήθηκαν ad hoc , και μυστικά, από τους αντιπάλους του, στη Κυβέρνηση-Φάντασμα του Λονδίνου.Ο Quisling όχι μόνο καταδικάστηκε  παράνομα αλλά  δυσφημίστηκε επίσης βαρύτατα.Έγινε προσπάθεια να γίνει   το όνομά του συνώνυμο με εκείνο της προδοσίας [2] άσχετα αν η πορεία της  ζωής του κατέδειξε  τελικά   ότι ο ίδιος (124) εμπνεόταν από ειλικρινή και πατριωτικά  αισθήματα.
Η Νορβηγία με την εκτέλεση του Quisling χρεώθηκε με μια μεγάλη ατίμωση μια που το Νορβηγικό Σύνταγμα εδώ και πολύ καιρό είχε καταργήσει τη ποινή του θανάτου[3]. Μεταφέρουμε εδώ τη βιογραφία του Vidkun Quisling από ένα άρθρο  που δημοσιεύτηκε τον Μάιο 1959 από τις Susquehanna University Studies   με την υπογραφή του Καθηγητή Lyder L. Unstad , ειδικευμένου στην ιστορία των σκανδιναβικών χωρών.
Ανακεφαλαιώνοντας τις βασικές θέσεις του άρθρου , μεταφέρουμε εδώ  πιστά το μεγαλύτερο μέρος του  το οποίο επισημαίνουμε μέσα σε εισαγωγικά..
Θεωρήσαμε χρήσιμο να συμπεριλάβουμε  στην αφήγησή μας αυτή τη σπουδαία μελέτη, ιδιαίτερα αντικειμενική  και καλά τεκμηριωμένη,  για να κατανοήσουμε  κάτω από ποιές συνθήκες πρώτα και  κάτω από ποιες φοβίες αργότερα  δημιουργήθηκαν σε κάποιες χώρες  ,  κόμματα εθνικοσοσιαλιστικών τάσεων, που η ίδια τους η χρεοκοπία  , δίνει το στίγμα  της δομής και των προσανατολισμών,  των διάσπαρτων  εκείνων φασισμών , που επειδή ακριβώς δεν υποστηρίχθηκαν από το λαϊκό ενθουσιασμό   ή έστω από τις συγκυρίες , συσκότισαν  σε κάποιες περιπτώσεις ,ακόμα περισσότερο   τα  βαθύτερα κίνητρα των  πρωταγωνιστών τους.
Γεννημένος στα 1887,ο Vidkun Quisling προερχόταν από μια πολύ παλιά οικογένεια ,που από τα 1400 θεωρείται μια από τις  καλύτερες της χώρας. Το ίδιο το όνομα Quisling ήταν ένα όνομα βόρειο  και παραπέμπει σε μια παλιά  συγγένεια  με τη βασιλική δυναστεία που βασίλεψε εκείνη την εποχή. Ο πατέρας του Quisling [4] ήταν παππάς  και ο ίδιος ο Quisling είχε ζήσει στην επαρχία  ανάμεσα στους χωρικούς του Νορβηγικού Βορρά , με αγάπη και εκτίμηση  για τις συνήθειές τους ,διαπνεόμενος από το Βόρειο παραδοσιακό πνεύμα. Έκανε τις δευτεροβάθμιες σπουδές του  πρώτα στο Skien  και μετά στο Οσλο. Όλοι όσοι το γνώρισαν κατά τη διάρκεια των σπουδών του ή κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του,  αναγνωρίζουν την εξυπνάδα του , τον αλτρουισμό του και τη σταθερότητα του χαρακτήρα του.
Προετοιμάστηκε για την είσοδό του στη Στρατιωτική Ακαδημία (125) όπου μπήκε με εξαιρετική βαθμολογία στα 1905 και είχε μια τέτοια επίδοση  στις σπουδές , ώστε έγινε δεκτός σε  ακρόαση από το Βασιλέα ,κάτι που είχε να  συμβεί σε μαθητή στρατιωτικής σχολής, περισσότερο  από 100 χρόνια .
Μπήκε στο στρατό στα 1908  και τοποθετήθηκε στο Γενικό Επιτελείο στα 1911 , όπου έλαβε στη διάρκεια του Α παγκοσμίου πολέμου το βαθμό του λοχαγού.Έχοντας κάμει  μελέτες σε βάθος  για τη γλώσσα και το ρωσικό πολιτισμό,  ονομάστηκε στα 1917 στρατιωτικός ακόλουθος στη Νορβηγική Πρεσβεία της Μόσχας όπου έλαβε αμέσως εντολή από τη Κυβέρνησή του να προχωρήσει σε απ' ευθείας συνεννοήσεις με το Τρότσκι. Στη Ρωσία παρέμεινε μόνο δύο χρόνια και στο  διάστημα αυτό έδειξε  μια κάποια συμπάθεια  για τη πρώτη περίοδο της μπολσεβικικής επανάστασης και κάποια εκτίμηση για τους πρώτους Κομμουνιστές , αντιλαμβανόμενος την πραγματική  επιθυμία τους να φανούν χρήσιμοι στην υπόθεση του Ρωσικού λαού.                                                     
Στη Ρωσία επέστρεψε στα 1921 σα βοηθός του υψηλόβαθμου επιτρόπου της Κοινωνίας των Εθνών Fridtjof Nansen[5] με αρμοδιότητα σε θέματα επαναπατρισμού των αιχμαλώτων και προσφοράς βοηθείας στους πληθυσμούς και τους πρόσφυγες, ιδιαίτερα στην Ουκρανία και τη Κριμαία. 

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του αυτής, είχε την ευκαιρία να μελετήσει από κοντά τον τρόπο λειτουργίας της μπολσεβικικής πολιτικής και πιο συγκεκριμένα τους δεσμούς ανάμεσα στους μπολσεβίκους και τα κομμουνιστικά κόμματα του εξωτερικού , δίχως τη παραμικρή διάθεση των κομμουνιστικών γενικών επιτελείων όλο αυτό το διάστημα να του αποκρύψουν το παραμικρό. 
Οι θέσεις στις οποίες υπηρέτησε ήταν τόσο σημαντικές που στα 1927 υπέβαλε παραίτηση από το στρατό, για να αφιερωθεί αποκλειστικά στη διπλωματία. 
Αυτές οι δραστηριότητες που του επέτρεψαν να διεισδύσει αρκετά βαθειά στους μηχανισμούς της ρωσικής πολιτικής διήρκεσαν μέχρι τα 1930 , μέχρι τη στιγμή της επιστροφής του στη Νορβηγία. 
"Κατά τα λεγόμενά του η βασική του επιθυμία επιστρέφοντας στη Νορβηγία, ήταν να κάνει κάθε τι το δυνατό υπέρ της πατρίδας του και πρακτικά να την εμποδίσει να παρασυρθεί από τη δίνη (maelstrom) που την απειλούσε και που ο ίδιος την είχε δει να προετοιμάζεται όταν ακόμα βρισκόταν στη Σοβιετική Ρωσία. 
Διαβεβαίωνε ότι είχε κατανοήσει σε μεγάλο βαθμό τα (126) σχέδια που είχε καταστρώσει η Μόσχα  με σκοπό να ασκήσει την επιρροή της πάνω στις επαρχίες του Νορβηγικού Βορρά και στη συνέχεια να μεθοδεύσει την ενσωμάτωσή τους με τη μορφή σοβιετικής Δημοκρατίας. 
"Μετά την επιστροφή του άρχισε να αρθρογραφεί σχετικά με το κίνδυνο που αντιπροσώπευε για τη Φινλανδία ο Μπολσεβικισμός . Στη διάρκεια της χρονιάς του 1930 τα άρθρα του αυτά συγκεντρώθηκαν σε ένα βιβλίο με τίτλο "Η Ρωσία και εμείς" . Όπως ήταν φυσικό η έκδοση του βιβλίου αυτού τον ανέδειξε σε μια πολιτική προσωπικότητα της Νορβηγίας και παράλληλα έγινε αντικείμενο δριμύτατων καταγγελιών από τη Νορβηγική αριστερά που ήταν ισχυρότατη και βασικά συμπεριλάμβανε το Κόμμα των Φιλελεύθερων και το Εργατικό Κόμμα. 
Η μπολσεβικική Ρωσία έγραφε ο Quisling , δεν αποτελεί κίνδυνο μόνο για το παγκόσμιο πολιτισμό και το μέλλον της ανθρωπότητας . Ενσαρκώνει τον υπέρτατο των κινδύνων . 
Αν αληθεύει, όπως έχω εξηγήσει, ότι ο μπολσεβικισμός είναι μια εγκληματική συνωμοσία ενάντια στον ευρωπαϊκό πολιτισμό βόρειας έμπνευσης που σαν πρώτο βήμα έχει την υπονόμευση και καταστροφή των ιδανικών που εμπνέουν τους λαούς του Βορρά, ότι υπάρχει μια ξεκάθαρη αντίφαση ανάμεσα στις αρχές του μπολσεβικισμού και τις αρχές που οδήγησαν τον πολιτισμό ολόκληρης της Βόρειας Ευρώπης , αν όλα αυτά είναι αληθινά , οφείλουμε επιτέλους να κατανοήσουμε ότι η αποτελεσματικότερη προστασία απέναντι στο μπολσεβικισμό και τις συνωμοσίες της Μπολσεβικικής Ρωσίας είναι μια στενότερη συνεργασία σε επίπεδο κουλτούρας , οικονομίας και πολιτικής ανάμεσα σε όλους τους λαούς βόρειας κουλτούρας με πρώτη θέση ανάμεσα στα σκανδιναυικά εθνη τη Μ.Βρετανία και δεύτερη τη Γερμανία……. 
Μια παρόμοια βόρεια ομοσπονδία ανάμεσα στη Σκανδιναβία και τη Μ. Βρετανία , με τη συνεισφορά της Φινλανδίας και της Ολλανδίας, και τη αναπόφευκτη προσέγγιση της Γερμανίας και των Βρετανικών κτήσεων ανάμεσα στις οποίες θα μπορούσε να συμπεριληφθεί και η Βόρεια Αμερική , θα είχε τη δύναμη να καταστρέψει το σύνολο των προσπαθειών και των μπολσεβικικών μηχανορραφιών και να σώσει τον Ευρωπαϊκό πολιτισμό (127) και την Ειρήνη για ένα μεγάλο διάστημα στο μέλλον 
Είναι πολύ φυσικό για τη Σκανδιναβία και για τη Νορβηγία ειδικότερα, να επιδιωχθεί η σύσφιξη όλο και στενότερων δεσμών με τη Βρετανική Αυτοκρατορία με την οποία έχουμε τόσα πράγματα κοινά και για την οποία τρέφουμε μεγάλη συμπάθεια και σεβασμό' κάτι τέτοιο μπορεί να είναι μια σταθερή βάση για τις κοινές μας προσπάθειες …Ειδικά ο νορβηγικός λαός οφείλει να διδαχθεί τη τέχνη της αυτογνωσίας  και να αποκτήσει μια ξεκάθαρη θεώρηση πάνω στον ξεχωριστό του χαρακτήρα και την αποστολή του στο κόσμο. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι δεν είμαστε μόνοι και ότι με τις άλλες Σκανδιναβικές χώρες αποτελούμε ένα από τους πρωταρχικούς κλάδους των μεγάλων οικογενειών των Εθνών που έδωσαν τις αξιότερες φυλές στην Ιστορία. 
Η Βόρεια Φυλή ήταν και είναι το σπουδαιότερο στοιχείο δημιουργίας από όλους τους παγκόσμιους πολιτισμούς εκείνο στο οποίο η Ελλάδα και η Ρώμη , όπως και η Ευρώπη και η Βόρεια Αμερική, οφείλουν το μεγαλείο τους [6]. 
Γιατί στη πατρίδα μας εκπαιδεύουν τη νεολαία με χιλιάδες περιττά και βλαβερά δίχως τη παραμικρή φροντίδα για κάτι τόσο σπουδαίο και σοβαρό , τόσο για τις αιτίες όσο και για και τις συνέπειές του; "
Οι γραμμές αυτές υπάρχουν στο βιβλίο που ο Quisling είχε δημοσιεύσει στα 1930 και δείχνουν  τη πνευματική του ταύτιση με την ιδεολογία του εθνικοσοσιαλισμού ....
Στη συνέχεια της μελέτης αυτής και με μια φυλετικού τύπου  συλλογιστική, ο Quisling ερμήνευε, πολύ πριν  γνωρίσει το έργο του Χίτλερ , την διείσδυση του Μπολσεβικισμού στο κόσμο. Επεσήμαινε ότι ο μπολσεβικισμός  ήταν σταθερά περιχαρακωμένος  μόνο ανάμεσα στους λαούς  που είχαν σλαβική η φινλανδική καταγωγή όπως οι λαοί της Κεντρικής Ευρώπης,  και ότι σ΄αυτή την ίδια τη Ρωσία, ήταν ριζωμένος κατά κύριο λόγο στα ασιατικοσλαβικά κέντρα που είχαν υποστεί την επιρροή των εβραίων.
 Αντίθετα, εκείνες που σταθερά είχαν αποδείξει τη μεγαλύτερη αποστροφή τους απέναντι  στο μπολσεβικισμό ήσαν οι βορείου τύπου φυλές. Στο βιβλίο του ο Quisling (128) διαβεβαιώνει  ότι δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά  ανάμεσα στους σοσιαλιστές  του  Εργατικού Κόμματος και στους Κομμουνιστές γιατί στη πραγματικότητα,  χρησιμοποιούν την ίδια ιδεολογία  και γιατί ο Μαρξισμός  που επαγγέλλονται κάτω από ένα ριζοσπαστικό ή δελεαστικό σχήμα , αντιπροσωπεύει τον ίδιο κίνδυνο είτε πρoέρχεται από τους μεν είτε από τους  δε.
Για να γίνει κατανοητή παρόμοια εξομοίωση ο Καθηγητής Lyder L.Unstad  μας θυμίζει τα γεγονότα  που είχαν λάβει χώρα  γύρω στα 1920 και τα οποία ο Quisling έζησε σε πρώτο πρόσωπο .
Στα 1917 τα μέλη του Νορβηγικού Σοσιαλιστικού Κόμματος που συμπεριλάμβανε  στοιχεία της Αριστεράς διάφορων τάσεων  είχαν χαιρετήσει με ενθουσιασμό  τη μπολσεβικική επανάσταση. Λίγο μετά , σε διάφορες πόλεις, ιδρύθηκαν  στο σοβιετικό πρότυπο , «τα συμβούλια των εργατών» .
Στα 1919 , το Σοσιαλιστικό Κόμμα  προσχώρησε στη ΙΙΙ Διεθνή που ιδρύθηκε στη Μόσχα και από τα 1920 , οι 6 εκπρόσωποί του στη Μόσχα   υπάκουαν   στις διαταγές του Μπολσεβικικού Πολιτικού Γραφείου , στα πλαίσια του  σχεδιασμού  της διεθνούς πολιτικής στρατηγικής  του Κομμουνισμού.
Αυτοί οι Νορβηγοί Κομμουνιστές , που όφειλαν αργότερα  να διαδραματίσουν ένα κάποιο ρόλο στη πολιτική της χώρας τους, ήσαν πράκτορες μισθοδοτούμενοι από τη Μόσχα και ο Κουίσλιγκ κατάφερε  να συγκεντρώσει  τις  αποδείξεις ,και είχε την ευκαιρία να τις παρουσιάσει αργότερα, όπως θα δούμε , στο Κοινοβούλιο.
Στο  τέλος του Α παγκοσμίου πολέμου  με το πληθωρισμό , τη κερδοσκοπία και  την έλλειψη των αγαθών, η Νορβηγία ενεπλάκη στην οικονομική κρίση  και στη δίνη της ανεργίας Η κατάσταση αυτή δημιούργησε μια σειρά από απεργίες επαναστατικών τάσεων  που έγιναν ιδιαίτερα σοβαρές στα 1921.
Στο Storting , την Εθνοσυνέλευση του Βασιλείου οι   σοσιαλιστές βουλευτές ψήφισαν  ενάντια στην ένταξη της Νορβηγίας  στη ΚΤΕ σε μια προσπάθεια να αποκοπούν οι δεσμοί της χώρας με τις άλλες Ευρωπαικές χώρες ώστε να προωθηθούν δίχως εμπόδια οι επιχειρήσεις της Μπολσεβικικής στρατηγικής.
Κατά τη διάρκεια των απεργιών και των ταραχών που ακολούθησαν και εντατικοποιήθηκαν, ειδικά  στα 1923-4 , οι Κομμουνιστές (129) έλαβαν σπουδαία βοήθεια από τη Μόσχα.
Στη διάρκεια των 3 χρόνων  από τα 1920 στα 1923 οι κοινωνικοί αγώνες στάθηκαν  δραματικοί .Ανήσυχοι οι αστοί οργάνωσαν μία   αμυντικού τύπου πολιτοφυλακή   ανάλογη με εκείνες που  γεννιόντουσαν λίγο ή πολύ, παντού στην Ευρώπη.
Αυτή η οργάνωση προκάλεσε μια μεγάλη αντίδραση  ανάμεσα στα σοσιαλιστικά στοιχεία  που με τη σειρά τους δημιούργησαν  τις Κόκκινες φρουρές  για να υποστηρίξουν τη δράση των αkτιβιστικών κύκλων που υπήρχαν εδώ και εκεί. Πολλά άτομα στη Νορβηγία άρχισαν να φοβούνται το ξέσπασμα ενός εμφυλίου.

Στη πραγματικότητα το χάσμα ανάμεσα σε σοσιαλιστές και κομμουνιστές έλαβε χώρα στη Νορβηγία  στα 1923 όπως και στις άλλες χώρες της Ευρώπης , σα συνέπεια των σπαραγμών  της Γ Διεθνούς .Τα σοσιαλιστικά στοιχεία της Νορβηγίας που μέχρι τότε είχαν υπακούσει στις εντολές του Μπολσεβικικού Κόμματος, σχημάτισαν , αρχή κάνοντας από την ημερομηνία αυτή, τρεις διαφορετικές ομάδες: Το εργατικό κόμμα , το κομμουνιστικό κόμμα  και το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα .Θα δούμε στη συνέχεια ότι το Εργατικό κόμμα , εξελίχθηκε σε ένα κόμμα  ανάλογο με το δικό μας το σοσιαλιστικό κόμμα, ενώ το κομμουνιστικό κόμμα ,πιστό στη Μόσχα , παρέμεινε ένα κόμμα μειοψηφίας  με αριθμό ψήφων τόσο μικρό που δεν μπορούσε να στείλει βουλευτές στο Storting. Η ανάλυση που έκανε ο Quisling ,εντυπωσιασμένος  από τις αποκαλύψεις που ο ίδιος  είχε καταγράψει κατά τη διάρκεια  της διαμονής του στη Ρωσία ,δεν "έδενε" με τη πολιτική φυσιογνωμία  της νορβηγικής αριστεράς του 1930 και η απειλή του κινδύνου  που καταγγέλλει, ακριβής στις γενικές της γραμμές , δεν ήταν κατανοητή με βάση τη σύνθεση των πολιτικών δυνάμεων της χώρας.
Παρ΄ όλα αυτά ο νορβηγικός σοσιαλισμός εκείνη την εποχή ήταν περισσότερο  ριζοσπαστικός του σοσιαλισμού  που γνωρίσαμε στη Γαλλία μερικά χρόνια αργότερα[].
Στα 1928 μια σοσιαλιστική κυβέρνηση προεδρευομένη από το Hornsrud όφειλε να παραιτηθεί  επειδή στα πλαίσιο των  κυβερνητικών  δηλώσεων που  είχε κάνει, προχώρησε σε κατηγορηματικές διαβεβαιώσεις  για την υλοποίηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας στη Σουηδία (130) που συντάραξαν την κοινή γνώμη.
Ήταν αναγκαίο να περάσουν κάποια χρόνια  πριν το εργατικό κόμμα καταφέρει να αποκτήσει την εμπειρία εκείνη για να  αποφεύγει αυτά τα άκαιρα  προγράμματα που προορίζονταν  για μια πολιτική οπορτουνιστικής  βελτίωσης  των συνθηκών ζωής της εργατικής τάξης.
Η κατάσταση στην οποία βρισκόταν η Νορβηγία στα 1928 εξηγεί τους λόγους για τους οποίους οι αντιδράσεις σε σχέση με το Κομμουνισμό ήταν περισσότερο ζωηρές στη Νορβηγία  παρά στις άλλες χώρες της Ευρώπης και χαρακτηρίζονταν  από μια μεγαλύτερη σταθερότητα.
Στα 1930 ο Quisling κρίνοντας τα πολιτικά κόμματα   καταδικασμένα  σε παράλυση και  ανίκανα να δημιουργήσουν ένα αμυντικό μέτωπο  για τη διεξαγωγή του αντικομουνιστικού αγώνα  ίδρυσε μια οργάνωση το Nordisk Folkereising (Βόρεια Αφύπνηση ) 
Αλλά, λίγο καιρό αργότερα ύστερα από τη προτροπή του μικρού κόμματος των αγροτών που αποτελούσε μέρος του κυβερνητικού συνασπισμού κλήθηκε να αναλάβει τη θέση του Υπουργού Άμυνας. Ο Quisling δέχτηκε και παρέμεινε επικεφαλής του Υπουργείου για περισσότερο από ένα χρόνο.
Αυτή ακριβώς η ευκαιρία σημαδεύεται από ένα επεισόδιο κεφαλαιώδους σημασίας στη σταδιοδρομία του Quisling που πρόκειται να επηρεάσει αναμφίβολα τη παραπέρα συμπεριφορά του. Την εποχή που ήταν Υπουργός Άμυνας , σημειώθηκαν μια σειρά από εξεγέρσεις  στο Menstad ,στη περιφέρεια του Όσλο και μέσα σε διάστημα λίγων ημερών η κατάσταση έγινε έκρυθμη.
Οι απεργοί  και οι αγκιτάτορες είχαν υψώσει οδοφράγματα  και είχαν διαλύσει τις γραμμές της αστυνομίας.
Η απειλή ήταν ιδιαίτερα μεγάλη στο τομέα εκείνο γιατί στο Menstad υπήρχαν τα εργοστάσια  στην Υπηρεσία της Εθνικής άμυνας , αποθήκες και διάφορες άλλες στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
Απόρρητα ντοκουμέντα , που είχαν φτάσει στο Υπουργείο   της Άμυνας αποκάλυπταν ότι οι κομμουνιστές  κατ' εντολή της Μόσχας προετοίμαζαν πραξικόπημα  η πρώτη πράξη του οποίου προέβλεπε την  κατάσχεση του στρατιωτικού υλικού που βρισκόταν  στο Menstad καθώς  και των οπλοστασίων στα οποία ήδη είχαν σπεύσει ειδικοί και οπλισμένες ομάδες ύστερα από εντολές της  Ρωσίας . Στη περίπτωση αυτή ο Quisling αντέδρασε με ετοιμότητα 'έστειλε 4 πολεμικά (131) πλοία και μια ισχυρή δύναμη πεζικού που αποκατέστησαν τη τάξη δίχως να χυθεί αίμα.
Εξ αιτίας αυτής της  ενεργής καταστολής, ο Quisling παρουσιάστηκε σαν αντιδραστικό στοιχείο, σαν  απεργοσπάστης  και σαν εχθρός της εργατικής τάξης .
 Τα κόμματα της αριστεράς δημιούργησαν μέτωπο απαιτώντας τη παραίτησή του. Ο Quisling υπεραμύνθηκε των πράξεών του κατά τη διάρκεια μιας δραματικής συνεδρίασης στο Storting, όπου από το βήμα, παρουσίασε τα έγγραφα που είχε συγκεντρώσει στα 1918 και αφορούσαν μεθόδους και πρακτικές των μπολσεβίκων καθώς και εκείνα τα στοιχεία που σαν υπουργός Εθνικής Άμυνας είχε ήδη στη διάθεσή του.

Η συνεδρίαση αυτή, υπήρξε γι' αυτόν μια θεαματική επιτυχία την οποία οι εχθροί του τον ανάγκασαν να πληρώσει ακριβά.
Το Κοινοβούλιο αποφάσισε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία έπρεπε να εξεταστούν από μια επιτροπή ,η οποία μάλιστα στο τέλος αναγκάστηκε να επιβεβαιώσει την ακρίβεια των στοιχείων αυτών και να δικαιολογήσει τη στάση του Quisling. Όμως με τη ψήφο της η Βουλή απεφάσισε ότι δεν έπρεπε να δοθεί συνέχεια στην έρευνα και ότι τα στοιχεία δεν έπρεπε να χρησιμοποιηθούν ποτέ πια στο μέλλον.
Αρχή κάνοντας από την ημέρα εκείνη και παρά το γεγονός ότι εξακολουθούσε να παραμένει στο Υπουργείο του, στα μάτια του κόσμου παρουσιάζεται σαν δηλωμένος εχθρός όλων των μαρξιστικών τάσεων και σαν υπ αριθμόν ένα αντίπαλος της Αριστεράς.
Στα 1933 εγκατέλειψε το Storting επισημαίνοντας σε κάποια βαρυσήμαντη ομιλία του ότι η κοινοβουλευτική πρακτική είχε αποδείξει την ανικανότητά της να προστατεύσει τη Νορβηγία από το Κομμουνισμό και ότι ο ίδιος ετοιμαζόταν να δημιουργήσει ένα νέο κόμμα , το οποίο θα είχε σαν βασικό στόχο να βγάλει τη Νορβηγία από το Κοινοβουλευτικό μαρασμό.
Είναι φανερό ότι  οι επιτυχίες που σημείωσε το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα εκείνη την εποχή, επηρέασαν σημαντικά την απόφαση αυτή του  Quisling.
"Πιστός στο λόγο του , ο Quisling οργάνωσε ένα κόμμα το οποίο ονόμασε Εθνική Ένωση (Nasjonal Samling) και το οποίο επισημαίνεται με τα αρχικά N.S. O Quisling το παρουσίασε  τόσο σαν πολιτικό κόμμα όσο και σαν κίνημα. Το πολιτικό του πρόγραμμα ήταν φασιστικής έμπνευσης. Η ορολογία αναφέρεται (132) στο Εθνικό συντεχνιακό κράτος, το πρόγραμμα αποδέχεται την αρχή του Führerprinzip , επαγγέλλεται τη κατάργηση των πολιτικών κομμάτων και του κοινοβουλευτισμού,υιοθετεί έναν αυθεντικό σοσιαλισμό που χαρακτηρίζεται από υγιείς και ευπρεπείς συνθήκες ζωής για κάθε Νορβηγό, επιμένει στη κατάργηση των απεργιών, στη διάλυση του Κομμουνιστικού Κόμματος και την αποκήρυξη  του Μαρξισμού.
Ένα πολιτικό γραφείο τοποθετείται  στην υπηρεσία του Αρχηγού του Κράτους   για τη διακυβέρνηση της χώρας , οι αντιπρόσωποι της Εθνικής Συνέλευσης είναι έμπειρα στελέχη προερχόμενα από επαγγελματικούς και συνδικαλιστικούς χώρους. Η βασική αποστολή των μελών  του κόμματος είναι να εκτελούν τις διαταγές της Διευθυντικής Επιτροπής .
Η ομάδα που ίδρυσε ο Quisling με αυτή τη δομή και αυτό το πρόγραμμα νομιμοποιήθηκε  και έγινε ένα αναγνωρισμένο  πολιτικό κίνημα.
Το Ν.S ποτέ δεν κατάφερε να επιτύχει αξιόλογες εκλογικές επιτυχίες. Η ενσωμάτωση του στη πολιτική ζωή της χώρας  παρά τις προσπάθειες του αρχηγού του ,παρέμεινε άκρως περιθωριακή .

Στα 1936 το Ν.S  κερδίζει  μόλις 26.000 ψήφους την ώρα που το Εργατικό Κόμμα συγκεντρώνει 618.000. Επί πλέον το Κομμουνιστικό Κόμμα , ενάντια στο οποίο ο Quisling συγκέντρωνε τη πολεμική του , την εποχή εκείνη δεν αποτελούσε απειλή για τη Νορβηγία ,μια που στις εκλογές εκείνες είχε κερδίσει μόλις 4.000 ψήφους σε σχέση με τις 22.000 των προηγούμενων εκλογών. Ο Quisling έκανε έναν αγώνα δίχως νόημα.Το μεγαλύτερο μέρος των Νορβηγών Κομμουνιστών ήταν συγκεντρωμένο στο Εργατικό Κόμμα, που ήταν κόμμα κυβερνητικό και ο Πρόεδρος του θα ασκούσε την εξουσία μέχρι τα 1945.
Ποια ήταν στο σύνολό της η εκλογική βάση του Quisling; Να πως απαντά στο ερώτημα ο καθηγητής Lyder L. Unstad.
(133)" Από ένα πλήθος αδιάσειστων στοιχείων φαίνεται ότι το μεγαλύτερο μέρος της το αποτελούσαν οι  εύπορους αγρότες της νότιας και ανατολικής Νορβηγίας που στη διάρκεια της καλοκαιρινής περιόδου έδιναν εργασία στους κομμουνιστές ή σοσιαλιστές εργάτες. Ένα άλλο μέρος το αποτελούσαν βιομήχανοι και ειδικά εκείνοι που είχαν εμπορικές συναλλαγές με τη Γερμανία, ,το δεύτερο μεγάλο πελάτη της χώρας, ύστερα από τη Μ.Βρετανία και οι οποίοι προσέφεραν δουλεία σε ένα μεγάλο αριθμό αριστερών εργατών .
Ένα μικρότερο μέρος περιελάμβανε εκείνους που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν σαν Νορβηγοί ιμπεριαλιστές.
Οι ακτιβιστές αυτοί ,  μέρος των οποίων στήριζε το κίνημα που διεκδικούσε την ανατολική Γροιλανδία και  μεταξύ των άλλων αποτελούσαν μια ομάδα εμπνεόμενη από ένα ισχυρό εθνικισμό , σκεφτόταν όπως το κόμμα των Αρχαίων Εβραίων ότι ο θεός είχε παραχωρήσει τη Νορβηγία στους Νορβηγούς και ήσαν πνεύματα εμφορούμενα  από τη παραδοσιακή βόρεια κουλτούρα. Μεταξύ αυτών των τελευταίων βρίσκονταν πρωταρχικά αξιωματικοί καριέρας ,εκπαιδευτικοί,λειτουργοί , θεολόγοι , συγγραφείς και μικροαγρότες.
Ανάμεσα στα ονόματά τους περιλαμβάνονται εκείνα των αρχαιότερων οικογενειών της Νορβηγίας, και παρατηρώντας το κατάλογο αυτό ,σχηματίζει κανείς την εντύπωση,  ότι πιθανότατα βρισκόμαστε μπροστά σε μια πνευματική  ελίτ της χώρας.
Κατά της διάρκεια της γερμανικής κατοχής το N.S αύξησε σε κάποιο βαθμό τα στελέχη του τα οποία  από τις 30.000  στα 1938 ανήλθαν σε  50.000 ' στη δύναμη αυτή  πρέπει να προστεθούν σχεδόν 250.000 φιλικά προσκείμενοι, που  αντιπροσώπευαν το 10% του πληθυσμού.
Κάποιοι δημοσιογράφοι μετά το τέλος του πολέμου, ισχυρίστηκαν ότι το κόμμα του Κουίσλινγκ το  αποτελούσαν  στη πλειοψηφία τους,  νεαροί σιδηροδρομικοί, άτομα διαβρωμένα ,φυσικά και ηθικά.
Αυτές είναι προπαγανδιστικού τύπου διαπιστώσεις   αλλά ακόμα και σήμερα η παγκόσμια κοινή γνώμη είναι  επηρεασμένη από αυτές.
Στη πραγματικότητα οι οπαδοί που καθόριζαν τη φυσιογνωμία του κινήματος  ήσαν πολίτες  συνειδητοί και εξαίρετοι πατριώτες , ένα μεγάλο μέρος των οποίων προέρχονταν από εθνικιστικούς συνδέσμους που οργανώθηκαν  γύρω στα 1920-1930 από το Nansen και το Michelsen[8] και ήσαν λίγο ή πολύ το αντίστοιχο των φλεγομένων σταυρών[9] στη Γαλλία ή των χαλυβδόκρανων [10] στην Αυστρία και χαρακτηρίζονταν από μια παραδοσιακή εθνικιστική κουλτούρα. 
Πάνω από όλα ήσαν εντυπωσιασμένοι  με τις επιτυχίες των αριστεριστών, με το πρόγραμμά τους, που αντιπροσώπευε  στα μάτια τους, μια κουλτούρα ξένη, μια προσπάθεια υπονόμευσης του παραδοσιακού Βορείου πνεύματος και που προμήνυε  την απειλή του μπολσεβικισμού και τη κατάσχεση των περιουσιών.
Στα χρόνια που προηγήθηκαν του πολέμου, η ομάδα του Κουίσλινγκ θεμελίωσε την προπαγάνδα της τόσο προς τη κατεύθυνση του  επανεξοπλισμού  της χώρας  όσο  και προς τη φύση των μέτρων που όφειλαν να διασφαλίσουν , σε περίπτωση πολέμου , τη σταθερή και πραγματική ουδετερότητα. Το εργατικό κόμμα που βρισκόταν στην εξουσία υπό το Nygaarsvold , ήταν αντίθετα ο υπερασπιστής του ολοκληρωτικού αφοπλισμού  και  δεν έκρυβε τη συμπάθειά του για τις μεγάλες δημοκρατίες. Στα  1938  αυξήθηκε  έστω και κατά λίγο ο προϋπολογισμός   του Υπουργείου Άμυνας αλλά ένα χρόνο αργότερα, στα 1939, τα ψηφισμένα κονδύλια  δεν είχαν ακόμα απορροφηθεί .
Η σύγχυση υπήρξε πλήρης  στις 8 Απριλίου 1949, όταν έλαβε χώρα η "προληπτική" απόβαση των Άγγλων και Γάλλων .Το μόνο για το οποίο νοιαζόταν η Κυβέρνηση ήταν να μη πάρει καμία βιαστική απόφαση που θα την έβαζε στη λάθος μεριά, παρά το γεγονός ότι η Γαλλία και η Αγγλία ήσαν ξεκάθαρα οι εισβολείς. Όταν σαράντα οκτώ ώρες μετά , αποβιβάστηκαν τα γερμανικά στρατεύματα η βασική έγνοια της Κυβέρνησης ήταν να εγκαταλείψει τη Πρωτεύουσα  δίχως να προνοήσει για τη καταστροφή των ραδιοφωνικών σταθμών   και των αεροδρομίων  που προοριζόταν για τους Άγγλους και που στο τέλος χρησιμοποιήθηκαν από τους Γερμανούς.
Ύστερα από παραμονή  δύο μηνών στις ορεινές και απομονωμένες περιοχές του Βορρά η Νορβηγική Κυβέρνηση συνοδευόμενη από το Βασιλιά επιβιβάστηκαν στο Devonshire και κατέφυγαν στο Λονδίνο όπου  προστέθηκε στις εκεί κυβερνήσεις φαντάσματα. Ο διάδοχος,σήμερα Βασιλιάς Olaf V [11],επιθυμούσε να μοιραστεί τα δεινά του λαού  του στη διάρκεια της κατοχής, αλλά η κυβέρνηση δεν του  επέτρεψε να υλοποιήσει  την απόφαση αυτή.
Στις 10 Ιουνίου  του 1940 , η εισβολή στη Νορβηγία έκλεισε  με την άνευ όρων συνθηκολόγηση του στρατού που υπογράφηκε στο Trondheim  από το στρατηγό Roscher-Nielsen ύστερα από εντολή της Νορβηγικής κυβέρνησης και το στρατηγό Ruge και επικυρώθηκε στο Λονδίνο από το Πρόεδρο της Κυβέρνησης Nygaarsvold και άλλους δύο υπουργούς , το Καθηγητή Koht και τον υπουργό Άμυνας Ljungberg.
Αυτή η συνθηκολόγηση στη συνέχεια αποσιωπήθηκε εντελώς από τη Νορβηγική Κυβέρνηση-φάντασμα ,η οποία μάλιστα ,στα 1945 αρνήθηκε ότι υπήρξε ποτέ παρόμοιο κείμενο. 

Στη διάρκεια του 1939 ο Quisling προσπάθησε δίχως επιτυχία να παίξει ένα μεσολαβητικό ρόλο ανάμεσα στο Χίτλερ και τους συμμάχους για την επίτευξη μιας ειρηνόφιλης πολιτικής. Στη διάρκεια των προσπαθειών του αυτών είχε, τον Δεκέμβριο του 1939 δύο συναντήσεις με το Χίτλερ . Ο Quisling κατανοούσε πολύ δύσκολα τα γερμανικά και τα μιλούσε χειρότερα. Κατάφερε όμως να πείσει το Χίτλερ για τους κινδύνους που τον απειλούσαν από τη πλευρά της Νορβηγίας, καθώς και για τη διάθεση της Νορβηγικής Κυβέρνησης να κρατήσει μια ευνοϊκή ουδετερότητα απέναντι στις συμμαχικές χώρες.
Γνωρίζουμε σήμερα από γερμανικά ντοκουμέντα, ότι η γερμανική στρατηγική απέναντι στη Νορβηγία άρχισε να εξετάζεται μετά το επεισόδιο του Altmark τον Φεβρουάριο του 1940 , και ύστερα από το περιστατικό αυτό είναι γνωστό ότι ο Χίτλερ αποφάσισε να διακόψει κάθε επικοινωνία με το Quisling τόσο για να μη το φέρει πολιτικά σε δύσκολη θέση, όσο και από το φόβο των διαρροών .
Τα έγγραφα αυτά που οι σύμμαχοι ανακάλυψαν στα αρχεία του Ράιχ διαψεύδουν με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο όλες τις καταθέσεις που δόθηκαν στη δίκη του Quisling σύμφωνα με τις οποίες ο ίδιος γνώριζε και διευκόλυνε τα στρατηγικά σχέδια του γερμανικού στρατού.
Στις 10 π.μ της 9 Απριλίου αερομεταφερόμενα στρατεύματα
του  εχθρού αποβιβάζονται στο Όσλο . Η στρατιωτική
μπάντα που προηγείται, δίνει στην εισβολή
 την εντύπωση στρατιωτικής
παρέλασης. 
Της στιγμή της κατάληψης της Νορβηγίας από τους Γερμανούς ο Quisling έκανε  ένα χαρακτηριστικό λάθος που υπογραμμίζει πολύ καλά αυτό το αξιοπερίεργο που επισημαίνεται στη συμπεριφορά αυτού του πραγματικά έξυπνου ανθρώπου. Δεν έλαβε καθόλου υπ΄όψη του την οργή  με την οποία  αναπόφευκτα θα βρισκόταν αντιμέτωπη  κάθε νορβηγική κυβέρνηση που θα έμοιαζε να έχει τις "ευλογίες" των στρατευμάτων του εισβολέα. Είδε μόνο την ευκαιρία μιας ηθικής ανύψωσης της Νορβηγίας που θα της επέτρεπε να εξαλείψει τους κινδύνους που απειλούσαν στο μέλλον,  την ακεραιότητα και τη δύναμη της Πατρίδας του και ταυτόχρονα , θέλησε να αναστήσει  τα ιδανικά και το πνεύμα του αρχαίου βόρειου πολιτισμού που από μόνα τους ,πάντα κατά την άποψή του, θα είχαν την απαραίτητη  δύναμη να διασφαλίσουν  τη σωτηρία του Έθνους.

Από την επομένη της γερμανικής κατοχής ο Quisling έκανε με τους οπαδούς του ένα πραξικόπημα για να καταλάβει την εξουσία. Με διαπιστωμένο το κενό της εξουσίας ύστερα από την αναχώρηση του Βασιλιά και του Storting  ο ίδιος, ανέλαβε αρχηγός της Εθνικής Κυβέρνησης που συστάθηκε για τις κατεχόμενες περιοχές και ακύρωσε αμέσως τις συνέπειες  του διατάγματος της επιστράτευσης που μόλις είχε εκδώσει η προηγούμενη Κυβέρνηση .
Ενεργώντας με τον τρόπο αυτό ο Quisling παρέμενε  πιστός στις οδηγίες  που είχε δώσει η Στρατιωτική Ακαδημία με βάση την εμπειρία των κρίσεων του 1886 και του 1905 και με τις οποίες είχε εγκαθιδρυθεί η  πολιτική της νορβηγικής ουδετερότητας.

Παρόλα αυτά η κατάπληκτη κοινή γνώμη διαμόρφωσε αμέσως την εντύπωση, πως ο Quisling ήταν ένας πράκτορας της Γερμανίας και ότι είχε αναλάβει παρόμοια πρωτοβουλία υπακούοντας στις διαταγές της Χιτλερικής Κυβέρνησης . Αυτό είναι το επιχείρημα που ανασύρθηκε την εποχή της δίκης στα 1945 και που το μεγαλύτερο μέρος των Νορβηγών ακόμη και σήμερα εξακολουθεί να πιστεύει .Στη πραγματικότητα τα γερμανικά ντοκουμέντα που βρέθηκαν από τους συμμάχους φανερώνουν ότι τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν διαφορετικά  και οι Γερμανοί σχεδόν εξεμάνησαν από τη πρωτοβουλία Quisling , αφού η πρόθεσή τους ήταν , να διαπραγματευτούν με με τη νόμιμη κυβέρνηση της Νορβηγίας και όχι με τον Quisling.
Αυτή ακριβώς η έγνοια υπαγόρευσε τη συμπεριφορά του Γερμανικού γενικού Επιτελείου.
Λίγες ημέρες αργότερα , στις 15 Απριλίου , οι γερμανικές αρχές πρότειναν τη δημιουργία μιας "λέσχης" αποτελούμενη "από πρόσωπα σημαντικά" με αποστολή να αντιπροσωπεύουν το πληθυσμό μπροστά στις γερμανικές αρχές . Κάτι τέτοιο έδωσε ζωή στο Διαχειριστικό Συμβούλιο που λειτούργησε από τις 15 Απριλίου , και μάλιστα μια λύση ανάλογη οι Γερμανοί θα αναζητήσουν λίγο αργότερα στο Βέλγιο με τους Γενικούς Γραμματείς .Η εξόριστη Κυβέρνηση σε μια προσπάθεια να νομιμοποιήσει τη κατάσταση διέδωσε αργότερα το μύθο ότι εκείνο το Διαχειριστικό Συμβούλιο είχε εξουσιοδοτηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, στο όνομα της Κυβέρνησης του Λονδίνου. Στη πραγματικότητα τα πράγματα εξελίχθηκαν τελείως διαφορετικά μια που η λύση για την αντιμετώπιση της κατάστασης είχε επιβληθεί de facto . Η κατάσταση αυτή κράτησε μικρό χρονικό διάστημα .Το Διαχειριστικό συμβούλιο διακρίθηκε για το "αντιστασιακό του"  
πνεύμα σε σημείο που ο Γενικός Επίτροπος του Ράιχ Terboven αναγκάσθηκε να το διαλύσει στα τέλη του 1940 και να επιστρέψει στη λύση της απ ευθείας διαχείρισης   με τους Γενικούς Γραμματείς . Αρκετοί από αυτούς τους Γενικούς Γραμματείς εξελέγησαν από το κόμμα του Quisling που ήταν και το μοναδικό διαθέσιμο να εφαρμόσει μια πολιτική καλής γειτονίας με τα στρατεύματα κατοχής. Η επιρροή τότε του Quisling μεγάλωσε και αυτός πιστός στην αυταπάτη του και καθοδηγούμενος από την αναλλοίωτη πίστη του για τα πλεονεκτήματα που η εφαρμογή του προγράμματός του και η επιστροφή της Βόρειας έμπνευσης θα επέφεραν οπωσδήποτε , κατέληξε να δεχθεί το αξίωμα του Προέδρου του Υπουργικού συμβουλίου , αξίωμα που άσκησε από το Φεβρουάριο 1942 , δίχως να λείπουν κάποιες συγκρούσεις με τον Επίτροπο του Ράιχ Terboven.
Έτσι αντίθετα με τα όσα συνέβησαν στη Γαλλία,  ο Quisling "συνεργάστηκε " με τους Γερμανούς όχι κάτω από τη πίεση περιστάσεων ή με την ιδιότητα του εκπρόσωπου της χώρας που είναι αναγκασμένος να διαπραγματευτεί με τους Γερμανούς , αλλά εθελοντικά, από ιδεαλισμό , για να θέσει σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα που του φαινόταν σωτήριο , λίγο πολύ στο πνεύμα του Doriot [ ] και του Déat [ ]  στη Γαλλία.(138
Το μεγαλύτερο μέρος των Νορβηγών φυσικά δεν έδειξε καμία αναγνώριση για την απεγνωσμένη προσπάθεια σωτηρίας που επεδίωξε ο ιδεαλισμός του Quisling και επιπλέον, η οργάνωση της αντίστασης , μετά την είσοδο στο πόλεμο της Ρωσίας και τα γερμανικά αντίποινα που αναπόφευκτα ακολούθησαν , καλλιεργούσε το γνωστό μίσος εναντίον όλων εκείνων που βρέθηκαν με τη μεριά των Γερμανών. 
Ο Quisling όχι μόνο δεν κατάφερε να δώσει στο νόημα του φασισμού την αναγκαία εκείνη ώθηση που θα του επέτρεπε μια επιστροφή στις παραδόσεις και στις πηγές της Βόρειας έμπνευσης , αλλά αντίθετα έβαλε σε κίνδυνο την υλοποίηση και το προσανατολισμό του προγράμματος του, που τώρα ήταν υποχρεωμένος να το εφαρμόσει μέσα από τις δυσκολίες της κατοχής , δίνοντας επιπλέον την εντύπωση ότι εφαρμόζει όχι τις προσωπικές πεποιθήσεις του, αλλά τις οδηγίες της Χιτλερικής Κυβέρνησης.

Αυτό το ατυχές σημείο εκκίνησης κινητοποίησε εναντίον του το σύνολο της κοινής γνώμης της Νορβηγίας .Είναι περιττό να προσθέσουμε ότι το λάθος αυτό διευκόλυνε πάρα πολύ την εξόριστη Νορβηγική Κυβέρνηση που καθαγίασε τα τέσσερα χρόνια δράσης της, όχι τόσο συνεργαζόμενη με τους συμμάχους , με τις πραγματικά αστείες δυνάμεις που είχε στη διάθεσή της, όσο προετοιμάζοντας διακριτικά , τη παράνομη νομοθεσία για την υλοποίηση της εκδίκησής της. 
Δεν υπάρχει αμφιβολία παρ΄όλα αυτά πως όταν η Νορβηγική Κυβέρνηση του Λονδίνου επέστρεψε στη χώρα ακολουθώντας τα αγγλικά στρατεύματα , η κοινή γνώμη βιάστηκε να αποδεχθεί όλες τις κατηγορίες και όλες τις δίκες που οργανώθηκαν ενάντια στους οπαδούς του Quisling. 
Η εκκαθαρίσεις αυτές στηριζόταν σε μια αμφιλεγόμενη εν λευκώ εξουσιοδότηση που το Storting  υποτίθεται πως είχε δώσει στην εξόριστη Κυβέρνηση στη διάρκεια της τελευταίας δημόσιας συνεδρίασης του πάνω σε νορβηγικό έδαφος . Στη πραγματικότητα αποδείχτηκε και αργότερα αναγνωρίστηκε ότι αυτή η υποτιθέμενη εν λευκώ εξουσιοδότηση προετοιμάστηκε και συντάχθηκε γύρω από ένα τραπέζι από τρία ή τέσσερα μέλη της κυβέρνησης φάντασμα του Λονδίνου , στο ξενοδοχείο του Λονδίνου που είχε τεθεί στη διάθεσή τους. Και εξαιτίας  αυτής λοιπόν της εν λευκώ εξουσιοδότησης, η κυβέρνηση του Λονδίνου ξόδεψε 4 χρόνια  για να συντάξει μια νομοθεσία που παραβίαζε σε αρκετά σημεία το παλαιό φιλελεύθερο σύνταγμα της Νορβηγίας , επαναφέροντας τη ποινή του θανάτου που είχε καταργηθεί στη χώρα εκείνη, περιλαμβάνοντας στις ποινές τη κατάσχεση της περιουσίας που και αυτή απαγορευόταν από το σύνταγμα , κατασκευάζοντας μια νομοθεσία με αναδρομική ισχύ και μια καινούρια ερμηνεία της έννοιας της προδοσίας , παντελώς παράνομα. Η νομοθεσία ήταν  παράνομη από τη στιγμή που το ίδιο το Storting στα 1940   είχε χάσει ,κάθε  νομική υπόσταση. (Τα  μέλη του Storting, που είχαν εκλεγεί στα 1936 για 3 χρόνια και είχαν  στα 1939  παρατείνει τη ζωή του οργάνου αυτού  κατά ένα ακόμα χρόνο,   στα 1940 με τη λήξη της παράτασης , είχαν χάσει κάθε νομιμοποίηση.)

Προέκυπτε ακόμα , σύμφωνα πάντα με το Νορβηγικό Σύνταγμα ότι κι αυτή ακόμα η Κυβέρνηση, από τη στιγμή που δεν ελεγχόταν στην άσκησή των καθηκόντων της από το Storting , όπως συνέβη μετά το  1940, δεν διέθετε πλέον καμία νομική υπόσταση , και από την ημερομηνία αυτή κι αυτός ακόμη ο Βασιλιάς, που δεν είχε δικαίωμα  να βασιλεύσει δίχως νόμιμη κυβέρνηση πέρα των τριών εβδομάδων , μπορούσε να  θεωρηθεί  έκπτωτος λόγω αναστολής της  νομιμότητας . 
Παρά τις όποιες αιτίες για ακυρότητα, το βέβαιο είναι ότι ο ιδεαλισμός του Quisling και η αφέλειά του είχαν δημιουργήσει τέτοιες προϋποθέσεις που η κοινή γνώμη ήταν πρόθυμη να δεχθεί από την εξόριστη Κυβέρνηση οποιαδήποτε μέτρα. Η άδικη δίκη βασισμένη σε μια τεκμηρίωση το ίδιο ανέντιμη και αποσπασματική μπροστά σε ένα δικαστήριο αποτελούμενο αποκλειστικά από πολιτικούς εδώ και δεκαπέντε χρόνια αντιπάλους του Quisling, έγινε δεκτή από τη κοινή γνώμη.

H δραματική ιστορία του Quisling φανερώνει τη φύση του κινδύνου που απειλεί πάντα ένα φασιστικό σχηματισμό , όταν αυτός οικειοποιείται καταχρηστικά τις συγκυρίες , αντί να οδηγείται στην εξουσία από μια περίοδο κρίσης και με τη θέληση ή την γενική ανοχή της Χώρας . Πρέπει να αναγνωρίσουμε (140) ότι υπήρχε κάτι το τεχνητό στη πολιτική δόμηση του , γιατί στη Νορβηγία δεν υπήρχαν ούτε η αναγκαιότητα να εξευρεθεί ένας συνομιλητής με τις δυνάμεις κατοχής ούτε η γενική απαξίωση της χώρας και η σχεδόν κοινοβουλευτική ομοφωνία που στα 1940 διεκδίκησε στη Γαλλία ένα καινούριο καθεστώς. Οι συγκυρίες αυτές υπογραμμίζουν το ¨δημοκρατικό" χαρακτήρα του κάθε φασισμού. Αντίθετα με ότι πιστεύεται γενικά , ο φασισμός δεν είναι ένα καθεστώς που επιβάλλεται αλλά μια αλλαγή που η κοινή γνώμη απαιτεί.Και αυτή είναι μια βασική παράμετρος της γέννησής του που ο Quisling πνεύμα καθόλου θεωρητικό, έχασε από τον οπτικό του ορίζοντα.
                                                                            
[1]Bardeche  M: I Fascismi sconosciuti. (Οι άγνωστοι Φασισμοί.) Σελ 123-140
[2] Η πρώτη αναφορά γίνεται από τους "The Times" του Λονδίνου της 19 Απριλίου σε άρθρο με τίτλο  "Quislings everywhere"- Quislings παντού- 
[3] Η τελευταία καταδίκη σε θάνατο  έλαβε χώρα στα 1870. Η εξόριστη Κυβέρνηση του Λονδίνου ψήφισε διάταγμα για την επαναφορά της θανατικής ποινής  .
[4] Υπήρξε ο γιος του Νορβηγού πάστορα  Jon Lauritz Quisling (1844–1930) και της  Anna Caroline Bang (1860–1941). Κατά μια εκδοχή το οικογενειακό όνομα προερχόταν από τη λατινοποιημένη ονομασία (Quislinus) ενός χωριού της Γιουτλάνδης το  Kvislemark .
[5]Fridtjof Nansen (1861 - 1930)  Νορβηγός επιστήμονας,εξερευνητής διπλωμάτης .Στα  1921 διορίστηκε  Ύπατος Αρμοστής της Κοινωνίας των Εθνών για τους Πρόσφυγες.
[6]
[7]
[8] Peter Christian Hersleb Kjerschow Michelsen (1857 -  1925) Ήταν ο πρώτος πρωθυπουργός της ανεξάρτητης Νορβηγίας (1905 - 1907). Το 1925 , ο ίδιος, μαζί με το πολικό εξερευνητή Fridtjof Nansen και τον βιομήχανο Joakim Lehmkuhl , ίδρυσαν τον Πατριωτικό Σύνδεσμο.
[11]

Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2011

ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ: ΕΝΤΟΛΗ


Κίνημα το 35 ετοίμαζαν όχι μόνο οι βενιζελικοί μα και οι κοτσαμπάσηδες του αντιβενιζελισμού με υποψήφιους δικτάτορες τους Κονδύληδες-Μεταξάδες .Την εξομοίωση των δύο κινδύνων , κάτω από την νταμπέλα "φασιστικά" , δεν την παραδέχομαι ούτε και τώρα . Ωστόσο , όπως μου εξήγησε  ο φίλος μου  ο αξιωματικός του Ναυτικού , υπήρχε βάσιμη ελπίδα πως με την αποκάλυψη θα ματαιώνονταν και οι δυο εκτροπές. Πάντως το Βενιζέλο - Πλαστηρικό κίνημα, όπως έλεγε, ήταν μια κακοστημένη παγίδα, μια πεπονόφλουδα των Εγγλέζων που θα έδινε το πρό­σχημα στην αντεπανάσταση ν' αποκεφαλίσει τη δημοκρατία και να πετάξει έξω απ' το στρατό κάθε προοδευτικό και δημοκρατικό στοιχείο, ανοίγοντας έτσι το δρόμο στην παλινόρθωση του πράκτο­ρα της Αγγλίας Γεώργιου. Όπως και έγινε».
«Και γιατί δε λες το όνομα του αντιφασίστα αξιωματικού του Ναυτικού, είπε η Λέλα, που την ενθουσίαζαν οι εντυπωσιακές "α­ποκαλύψεις". "Αν σωστά μαντεύουμε ποιος είναι, δεν κινδυνεύει πια...».
«Ναι... Πρόλαβαν και κάναν πυροτέχνημα το κορμί του τα γερμανικά υποβρύχια».
«Ώστε ο αντιφασίστας αξιωματικός του "Ριζοσπάστη" ήταν ο Κώστας Παπάζογλου; έκανε ο Νικήτας. Ο νους μου πήγαινε σε άλλους».
«Ο Κώστας ήταν. Κάποτε πρέπει να μάθει η ελληνική νεολαία αυτό το έντιμο όνομα. Λυπούμαι πού δεν είχατε προλάβει να τον γνωρίσετε. Στη δίκη του στάθηκε τολμηρός, σήκωσε και των άλλων τις ευθύνες. Ο Κώστας δεν ήταν η κεφαλή στην εξέγερση. Ήταν κυβερνήτης του αντιτορπιλλικού "Νίκη". Όμως μετά την αποτυχία το Ναυτοδικείο αυτόν καταδίκασε σε θάνατο και τον κε­λευστή Τριγυράκη απ' τους παρόντες. Ανώτεροι τους σε βαθμό και σε ηλικία πήραν μικρές, ελάχιστες ποινές γιατί έδειχναν "μεταμελημένοι".
»Πήγαινα συχνά με τη γυναίκα του Κώστα στο Ναύσταθμο. Κρατούσαν τους υπόδικους αξιωματικούς μέσα σ' ένα παροπλισμένο θωρηκτό. Ό Παπάζογλου ούτε και κείνες τις στιγμές που ζητού­σαν το κεφάλι του δεν έδειχνε να χει χάσει το κέφι και την α­συγκράτητη ζωντάνια του. Πείραζε τους άλλους αξιωματικούς που δείχναν πτοημένοι. Γελούσε, έκανε "μεταθανάτια" όνειρα και μοί­ραζε τα ανύπαρκτα υπάρχοντα του. Κρατούσε τρυφερά στην αγκα­λιά του, τη νεαρή όμορφη γυναίκα του και της αράδιαζε γελώντας τα "ηθικά και οικονομικά οφέλη" που θα της έφερνε ο θάνατος του. Χήρα περίβλεπτος... σύζυγος βενιζελικού "ήρωα" που έπεσε από τις σφαίρες του εκτελεστικού...".
»Γύρισε και σε μένα και με πικρό  χαμόγελο, δίχως ν' αλλάξει τον εύθυμο τόνο του, μου πε: Ελπίζω τουλάχιστον εσύ, Κατερίνα, να μ' αποκαταστήσεις κάποτε ηθικά και να μη μ' αφήσεις με τη "ρετσινιά" του βενιζελικού κινηματία! Αν ποτέ μου κάνεις κανένα επικήδειο μην ξεχάσεις να πεις για ποιους πρόσφερα τη ζωή μου".
V

Γλίτωσε τότε από του Χάρου τα δόντια. Ήταν έτοιμοι να τον στήσουν στο εκτελεστικό όπως έστησαν στη Θεσσαλονίκη τον ηρωι­κό επίλαρχο Βολάνη που έπεσε ζητωκραυγάζοντας για τη νίκη της Δημοκρατίας. Κείνο πού έσωσε τον Παπάζογλου και κάμποσους έν­τιμους αξιωματικούς ήταν η πίεση που άσκησε η παγκόσμια κοινή γνώμη, ιδιαίτερα στην Αμερική και στην Αγγλία, να σταματή­σουν οι εκτελέσεις και οι εξευτελισμοί των δημοκρατικών αξιωμα­τικών. Η ίδια η κυβέρνηση του Παναγή Τσαλδάρη είχε στοιχεία μέσα της που ζητούσαν "μετριοπάθεια". Η ξενόδουλη δεξιά είχε και τότε εκτραχειλιστεί τόσο που γύρευε ν' αφανήσει τους υπόλοιπους Έλληνες. Σωρηδόν οι καταδίκες σε θάνατο αξιωματικών όπως του στρατηγού Καμμένου, του Βεντήρη, Μπακιρτζή, Βλοχοϊτόπουλου, Παπασταματιάδη. Εκδικητικές εκτελέσεις αντιβασιλικών, του γέρο Παπούλα και του Κοιμήση που δεν είχαν καμιά ανάμιξη στο κίνημα, απλώς ανήκαν στην "Δημοκρατική Άμυνα". Δημόσια κα­θαίρεση και διαπόμπευση μικρών και μεγάλων αξιωματικών, όπως του Τσιγάντε και του Σαράφη.
Και δίκες ατέλειωτες ανώτερων στρατιωτικών (Σκανδάλη, Νεοκ. Γρηγοριάδη, Κατσώτα, Βούρου κλπ.). Δίκες πολιτικών (του Καφαντάρη, Παπαναστάση, Σοφούλη, Γόνατα, Μυλωνά). Άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων και της ισοβιότητος των δικαστικών. Άγριο κυνήγι των αριστερών. Κλείσιμο των εντύπων τους. Τρομοκρατία,, τραμπουκισμοί. Επικράτησε το ανθρωποφάγο πνεύμα των «εκδορέων» που γύρευαν να κρεμνούν στα τσιγκέλια τους κάθε δημοκρατικό! Αυτή τη συμφορά θέλησε να προλάβει ο Κώ­στας Παπάζογλου όταν ζήτησε τη βοήθεια μιας έντιμης παράταξης που αληθινά μισούσε το φασισμό. Γι' αυτό αποκάλυψε το κίνημα στο ΚΚΕ.
Με τον Κώστα μιλούσαμε συχνά για το ρόλο του στρατού. Του λεγα πόσο σπουδαίο θα ταν να μπορέσει κάποτε να συναδελφωθεί λαός και στρατός. Αυτό ήταν το μόνο που θα εμπόδιζε να γίνει ο τόπος μας «γεωγραφική θέση» όπου θα κονταροχτυπιούνται οι ξένοι για τα συμφέροντα τους και μεις σιγά - σίγα θα εξαφανιζόμαστε σαν τους Απάτσι.
Ο Κώστας ήταν αισιόδοξος από παράφορη ζωντάνια. Ήταν ό­μως και στοχαστής κι αυτό τον προσγείωνε. Κάποτε στο Ναύστα­θμο, όταν ήταν ακόμα υπόδικος, μου πε. «Αν ζήσω θα μείνω στρα­τιωτικός να δουλέψω για τη "συναδέλφωση", θα χρειάζονται κό­τσια. Γιατί όσο θα ξυπνούνε οι λαοί, τόσο θ΄ αλλάζουν περιεχόμενο οι στρατοί. Το μεγάλο κεφάλαιο διεθνοποιημένο θα προσπαθήσει να τους μεταβάλει σε Πραιτωριανούς. Θα βλέπεις μέρα τη μέρα μια κάστα να μεγαλώνει να γίνεται κάτι σαν "υπερφυσική" δύνα­μη που κανείς δε θα τολμά να τη θίξει. Ακόμα σήμερα βρίσκεις αξιωματικούς που πονούν το λαό, κι ας γεμίζουν τα κεφάλια των νεαρών Ευελπίδων και Δοκίμων με κίβδηλες έννοιες, και μίσος τα­ξικό, σα να είναι γιοί ευγενών και όχι παιδιά του λαού».
Σαν αμνηστεύτηκαν οι κινηματίες αξιωματικοί, τον Κώστα τον εξόρισαν στη Χαλκίδα. Μ' αυτός τολμηρός καθώς ήταν το σκά­ζε όλη ώρα και ερχόταν στην Αθήνα. Του άρεσε η ανήσυχη και «συζητητική» παρέα μας που φιλοδοξούσε να λύνει και να κρίνει τα ελληνικά και τα παγκόσμια προβλήματα.
Θυμάμαι μια απόκρια βγήκαμε και τριγυρνούσαμε στους δρό­μους. Για καμουφλάρισμα ο Κώστας είχε φορέσει γυαλιά και ψεύ­τικες μουστάκες που σκέπαζαν τ αράπικα χείλη του. (Ήταν αδρά όλα τα χαρακτηριστικά του, δείχναν θέληση και αισθησιασμό) . Μας ήρθε η «φαεινή» ιδέα κείνο το βράδι να σταματούμε στο δρόμο άγνωστους ανθρώπους και κουτουρατζίδικα να τους βάζουμε ερωτήματα κοινωνικά, πολιτικά, ακόμα και ερωτικά για να βγάζουμε συμπεράσματα για το βαθμό της «λαϊκής ωριμότητας». Φυσικά τ' αποτέλεσμα του επικίνδυνου εκείνου «γκάλλοπ» δέν ήταν τόσο εν­θαρρυντικά όσο τα θέλαμε. Κάναμε πολλές τέτοιες άσκοπες «μπραβούρες». Ακόμα και τη Διεθνή τραγουδούσαμε στο δρόμο, δήθεν πως τελούμε εν ευθυμία...
Επί Μεταξά απόταξαν τον Κώστα από το Ναυτικό, θα μπο­ρούσε να μείνει στην Ελλάδα και ν' αγωνιστεί μαζί μας καθώς αρχίζαμε τους αντιδικτατορικούς αγώνες μας. Προτίμησε να φύγει να πάει να χτυπηθεί με το φασισμό στην Ισπανία. Εκεί  πολέμη­σε έως την ύστατη στιγμή, σαν διοικητής μοίρας υποβρυχίων.
«Προτίμησα την Ισπανία γιατί εδώ είμαι πιο χρήσιμος σαν αξιωματικός — μου γράψε απ' τη Μαδρίτη. Η μάχη της Ισπανίας θ' αποφασίσει για μας και για το παγκόσμιο πρόβλημα "ειρήνη - πόλεμος". Αναρωτιέμαι γιατί βγήκε στη μέση αυτό το κέ­ρατο της "μη επέμβασης". Δεν ξέρω αν είναι μόνο λαθεμένη πο­λιτική ή υπολογισμένο έγκλημα πού θα πληρωθεί με βαρύ τίμημα».
Τα γράμματα από την Ισπανία τα στέλνε μέσω Γαλλίας. Σ' ένα από τα τελευταία που έλαβα, έγραφε. «Ο πόλεμος ζυγώνει. Άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Μέσα στα πολλά δεινά, θα φέρει και κάτι καλό, θα ταρακουνήσει τα βαλτονέρια. Τότε θα δούμε δια­φοροποιήσεις και άλματα και μέσα στο στρατό που δε θα πιστεύου­με στα μάτια μας. Σε τέτοια κρίσιμη στιγμή θέλω να βρίσκομαι στο ελληνικό ναυτικό έστω και σκέτος ναύτης...».
Σε κάποια βάση στην Ισπανία κινδύνεψε από τον βομβαρδι­σμό των Στούκας. «Οι αλήτες και οι μαχαιροβγάλτες δήμιοι της ειρήνης, Γερμανοί και Ιταλοί φασίστες, ασύδοτοι ρίχνουν τόνους πολεμικό υλικό πάνω στην έντιμη δημοκρατική Ισπανία, μου γρά­φε. Οι λεπτεπίλεπτοι Δημοκρατικοί Ευρωπαίοι την σκοτώνουν με το γάντι της μη επέμβασης... Όσο για μένα, βλέπω συχνά το τέ­λος μου να ζυγώνει. Καμιά φορά σκέπτομαι πόσο ηρωικό είναι να σαι δειλός. Ναι δεν είναι παραδοξολογία. Σκέψου το και θα βρεις γιατί. Όταν καταφέρεις να διώξεις από μέσα σου το φόβο και να μη σκέπτεσαι το θάνατο, όλα γίνονται τόσο αντιηρωικά και απλά, που δε χρειάζεται να σαι παλικάρι. Μεγάλο κέρδος να μη λιποψυχάς. Αν το καταλάβαιναν οι κουτοί οι άνθρωποι θα περιόριζαν τη δυστυχία τους. Πάντως, Κατερίνα, αν ποτέ μάθεις πως σκοτώθηκα σε μάχη — σε κρεβάτι δεν το χω κατά νου να πεθάνω — να σαι σίγουρη πως κείνη την ύστατη στιγμή κάτι εύθυμο και αισιόδοξο θα βρω να σκεφτώ, μπορεί και να γελάω».
Η μόνη στιγμή που είδα τον Κώστα να δειλιάζει ήταν όταν έμαθε πως η γυναίκα του αγάπησε άλλον άντρα. Ήταν λίγο πριν φύγει για την Ισπανία και πιστεύω πως έπαιξε κι αυτό μεγάλο ρόλο στην απόφαση του να εγκαταλείψει την Ελλάδα. Η γυναίκα του που είχε μόλις τελειώσει το Πολυτεχνείο δεν είχε σε καμιά υ­πόληψη την αστική ηθική, μα ούτε και την προλεταριακή που συγκινούσε τον άντρα της. Ήταν ανήσυχος τύπος, έψαχνε να βρει το δικό της δρόμο. Το πάθος του Κώστα δεν την ικανοποιούσε. Ίσως δεν υποπτευόταν το μεγαλείο του ατρόμητου αυτού παλικαριού. Κι όσο πιο ψυχρή ήταν εκείνη, τόσο περισσότερο φούντωνε ο δικός του έρωτας. Μπορούσε να σου αναπτύξει τη θεωρία πως είναι πολύ φυ­σιολογικό να περπατάει ο άνθρωπος με το κεφάλι κάτω και τα πό­δια απάνω, φτάνει να το είχε κάνει η γυναίκα του και να πρεπε αυτός να τη δικαιώσει με το κύρος του. Κι όταν χώρισαν συνέχισε να την αγαπά με πάθος. «Δε θα μ' άρεσε να βλέπεις τον έρωτα μου αυτόν σαν "αδυναμία" μου γράφε κάποτε απ' το Παρίσι. Η ζωή είναι ένας αγώνας κι ο έρωτας το ίδιο και μέσα κει κλείνεται το νόημα της ζωής».
Μετά την Ισπανία ο Παπάζογλου πήγε καπετάνιος σε μεγά­λα φορτηγά καράβια. Ο ενθουσιασμός του ήταν πολύς άμα του γραψα πως οι «προβλέψεις» του για τις διαφοροποιήσεις που θα φέ­ρει ο πόλεμος άρχισαν ήδη να παίρνουνε σάρκα και οστά στο Αλ­βανικό μέτωπο. Του φερα για παράδειγμα διάφορους γνωστούς του αξιωματικούς. «Η παλιά συμπαθητική καραβάνα, ο φίλος μας ο συνταγματάρχης Παπασταματιάδης, άκου πως υποδέχτηκε στο Αλβανικό μέτωπο την είδηση πως πέθανε ο Μεταξάς: Τον κάλε­σαν επειγόντως στο τηλέφωνο να του αναγγείλουν το "θλιβερό συμ­βάν". Όπου πατάει κάτι χάχανα ο καλός σου! "Μπρέ, τί μυξοκλαίτε; Ακόμα τον φοβάστε; Έφυγε η ταφόπετρα από πάνω μας κι έκλεισε τον τύραννο εκεί που του πρεπε. Ώστε πέθανε. Μπρά­βο, ωραία είδηση!"».
Η αλληλογραφία μου με τον Κώστα σταμάτησε. Πλάκωσαν οι Γερμανοί. Μετά την απελευθέρωση έμαθα για το θάνατο του. Το βαπόρι που πήγαινε τον Κώστα Παπάζογλου στη Μέση Ανατολή για να καταταχτεί στο Πολεμικό Ναυτικό «έστω και σκέτος ναύ­της», τινάχτηκε από γερμανικό υποβρύχιο.

Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2011

ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΑΓΡΟΚΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΕΩΣ ΤΩΝ


Από της επομένης της προσαρτήσεως της Θεσσαλίας εις την Ελλάδα, ανέκυψε το πρόβλημα της απαλλοτριώ­σεως των μεγάλων «τσιφλικιών» της θεσσαλικής πεδιάδος.[1]
Οι πρώτοι Θεσσαλοί βουλευταί δεν παρέλειψαν να με­ταφέρουν την φωνήν των εκλογέων των εις την Βουλήν των Ελλήνων και να τονίσουν χαρακτηριστικώς ότι αναμένουν από την ελευθέραν πατρίδα την oλοκλήρωσιν της απελευθε­ρώσεως των.
Το ζήτημα όμως ήτο εντελώς πολύπλοκον διότι εκτός των άλλων εμποδίων υπήρχε και διεθνές συμβατικόν τοιού­τον. Κατά την παραχώρησιν της Θεσσαλίας εις την Ελλά­δα, η Υψηλή Πύλη εφρόντισε να κατοχύρωση τα δικαιώμα­τα των  Οθωμανών «μπέηδων» επί των «τσιφλικιών» των· Πλείστοι όσοι εξ αυτών είχον ήδη μεταπωλήσει ταύτα εις Έλληνας μεγαλοκτηματίας, οι όποιοι και δια παντοίων μέσων, απέτρεπον πάσαν προσπάθειαν επιλύσεως του προβλήματος τούτου.
Ο Δεληγιάννης είχε παρουσιάσει προ ετών εις την Βου­λήν 3 νομοσχέδια αφορώντα την αποκατάστασιν των Θεσσαλών αγροτών:
— Περί παραχωρήσεως γαιών εις γεωργικάς οικο­γενείας.
— Περί συστάσεως Γεωργικών Ταμείων.
— Περί κανονισμού των μεταξύ ιδιοκτητών και καλλι­εργητών σχέσεων.
Αλλά τελικώς προ της αντιδράσεως των πληττομένων μεγαλοκτηματιών και των δυσχερειών του εγχειρήματος η Κυβέρνησις εκείνη δεν επέμενε εις την επιψήφισιν των νομο­θετημάτων, αποσύρασα τελικώς ταύτα.
Μία πρώτη αρχή αποκαταστάσεως των Θεσσαλλών κολλήγων έγινεν επί Κυβερνήσεως Θεοτόκη δια της διανομής των «Στεφανοβικείων κτημάτων», αγορασθέντων υπό του Κράτους εις χαμηλήν τιμήν— 26 κτήματα εν όλω—εις τα οποία εγκατεστάθησαν πρόσφυγες εξ Ανατολικής Ρωμυλίας και «εγκάτοικοι» αυτών.
Η επανάστασις όμως του 1909 και αι επαγγελίαι αυ­τής συνετέλεσαν, ώστε οξύτερον να ανακύψη και πάλιν, το χρονίζον εκείνο ζήτημα·

Συνεδρίασις 5ης Φεβρουαρίου
Κατά την συνεδρίασιν της 5ης Φεβρουαρίου και ευθύς αμέ­σως μετά τας πρωθυπουργικάς δηλώσεις ο βουλευτής Τερτίπης [2] ανεκίνησε δια μίαν εισέτι φοράν το διαρκώς επίκαιρον τούτο θέμα.
Δ.ΤΕΡΤΙΠΗΣ: Εάν η Βουλή δεν έχη να προχωρήση εις νομοθετικήν τινα εργασίαν, να μοι επιτρέψη να κάμω σοβα­ρών ανακοίνωσιν επί τη ευκαιρία ταύτη.
ΣΤ.Ν.ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ:(Πρωθυπουργός): Αλλά προ τούτου θα ζητήσω την άδειαν της Βουλής ν' αναθεωρήσω την Ημερησίαν Διάταξιν, όπως δυνηθώμεν να εμφανίσωμεν τα νομοσχέδια κατά τάξιν επιτρέπουσαν να συζητήσωμεν ταύτα.
Δ.ΤΕΡΤΙΠΗΣ: Είναι γνωστή, κύριοι Βουλευται, εις υμάς ως και εις την Κυβέρνησιν η ελεεινή και απελπιστική κατάστασις των επιμόρφων καλλιεργητών εν Θεσσαλία και ιδίως εν τη επαρχία Καρδίτσης. Το πράγμα ευθύς εξ αρχής σας φαί­νεται ότι είναι απλούν δι' αυτό εγώ ετόνισα και τονίζω ακό­μη ότι είναι πολύ σοβαρόν. Πάσαι αι κατά καιρούς Κυβερ­νήσεις, είτε ολίγον είτε πολύ, εμερίμνησαν υπέρ της υποθέσεως ταύτης, αλλά δεν εφθάσαμεν μέχρι τούδε εις κανέν πρακτικόν αποτέλεσμα.
Είναι γνωστά εις την Κυβέρνησιν και ίδια εις τον  Υπουργόν των Εσωτερικών τα συλλαλητήρια τα γενόμενα εν Θεσσαλία ανά πάσας τας επαρχίας αυτής. Την προσεχή Κυριακήν δέ μέλλει να γίνη πανθεσσαλική συγκέντρωσις, της οποίας τ' αποτελέσματα δεν γνωρίζω που δύνανται να φθάσωσιν.
Οι κάτοικοι, δηλαδή οι επίμορτοι [3] καλλιεργηταί, ζητούσι παρά της Κυβερνήσεως και της Βουλής να εξευρεθή μέ­σον διά του οποίου ν' απαλλοτριωθώσι τα κτήματα λόγω δη­μοσίας ανάγκης και να τ' αγοράσωσι συμφώνως προς τους ισχύοντας μέχρι τούδε νόμους τη εγγυήσει της Κυβερνήσεως, και αφού μάλιστα καταβάλωσιν, αν ή και τούτο δυνατόν, και το τρίτον του τιμήματος.
Η κατάστασις των επιμόρτων καλλιεργητών, κύριοι Βου­λευταί, εχειροτέρευσεν όχι τόσον από τους πραγματικούς ιδιό­κτητας, διότι τινές εξ αυτών —οφείλομεν να ομολογήσωμεν— φέρονται οπωσδήποτε ανθρωπίνως, αλλ' ιδίως διότι τα χωρία κα­τά το πλείστον ενωκιάσθησαν εις ενοικιαστάς τοιούτους οι οποίοι  φέρονται όχι αυστηρότερον, αλλά δεν δύναμαι να πε­ριγράψω τον τρόπον μεθ' ου φέρονται προς τούς κολλήγας· εί­ναι απηλπισμένοι οι άνθρωποι και δεν γνωρίζω εις ποίον σημείον θα φθάσωσι.
Σπεύδω λοιπόν να τα καταστήσω γνωστά και εις την Βουλήν και ιδία εις την Κυβέρνησιν, διότι θα ευρεθή προ ζητή­ματος το οποίον δεν γνωρίζω αν θα λύση αυστηρώς, θα παρακαλέσω δε την Κυβέρνησιν να δηλώση τι σκέπτεται — διότι εκτός τούτων έχομεν και τους δημαγωγούς [4]— σκέπτεται να προβή εις  κανέν μέτρον τοιούτον, ήτοι πραγματοποιούσα δάνειον να επαρκέση προς εξαγοράν των κτημάτων. Έχομεν το δικαίωμα ν'  απαλλοτριώσωμεν τα κτηματα   λόγω δημοσίας ανάγκης ή ου; Πρέπει να γίνη δήλωσίς τις, διά να μάθη ο λαός διότι είναι πολύ εξηρεθισμένος. Διαμαρτύρομαι και παρακαλώ  την Κυβέρνησιν και ιδία τον κ . Πρόεδρον αυτής να κάμη επίσημον  περί τούτου δήλωσιν.  
Γ. ΡΑΛΛΗΣ: Θα μελετήση. . .
ΣΤ.Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ:   (Πρωθυπουργός):   Είναι  ευνόητον ότι η Κυβέρνησις  δεν είχε μέχρι ταύτης της στιγμής καιρόν ν σκεφθή περί ζητήματος όπερ ταύτην την εβδομάδα ανεφύη εν Θεσσαλία  μετά χαρακτήρος διαδηλώσεων παρεσκευασμένων .Του Θεσσαλικού λαού το νομοταγές εγγυάται, ως ελπίζω ότι θα υπακούσωσιν οι επίμορτοι εις τας συμβουλάς και τας οδηγίας  των κατά τόπους Αρχών, όπως μη προβώσιν εις παρεκτροπάς εις ας τυχόν υπάρχουσιν    οι ωθούντες αυτούς· αλλ'  είναι  αδύνατος οιοσδήποτε λόγος περί λύσεως του ζητήματος ,όπερ κατά τοιούτον  τρόπον σήμερον εν Θεσσαλία εγείρεται , εν ώρα  καθ' ην ουδέ σκέψις καν είναι δυνατή περί ευρέσεως χρημάτων, επαρκών εις εξαγοράν πάντων των κτημάτων της Θεσσαλίας ' ουδέ είναι δυνατόν να ελπίση τις ότι θέλει ευρεθή η Τράπεζα πρόθυμος επί τη εγγυήσει της Κυβερνήσεως, με τας άλλας παραχωρήσεις αίτινες εγένοντο, να συναινέση να καταβάλη  εκατομμύρια επί εκατομμυρίοις, όπως ενεργηθή η εξαγορά των κτημάτων υπό των επιμόρτων και καλλιεργητών , των μη εχόντων   δύναμιν   όπως   καταβάλωσι μηδέ λεπτόν.
Το ζήτημα είναι σπουδαίον, η δε τύχη    των επιμόρτων καλλιεργητών αξία πάσης συμπαθείας· αλλά πρέπει να έννοήσωμεν ότι απαιτείται υπομονή και ότι ού μόνον εις τους νόμους του Κράτους, τους επιβάλλοντας σεβασμόν    προς τα δίκαια των κυρίων των  κτημάτων, αλλά και εις σύμβασιν μετά της ομόρου Επικρατείας[5]  αντίκεινται αι αξιώσεις, όπως διατυπούνται υπό των υποκινούντων, εάν αληθώς υποκινώνται  οι  χωρικοί.
Έχουσα τοιούτον καθήκον η Κυβέρνησις είναι αδύνατον  να επιτρέψη οιανδήποτε παρεκτροπήν σκοπούσαν εις την κατάληψιν  ξένης ιδιοκτησίας. Και βεβαίως θέλει έχει την δύναμιν να επιβληθή.
Αλλ' υπόσχεται η  Κυβέρνησις ότι εξακολουθούσα τας μελέτας των προκατόχων αυτής θέλει προσπαθήσει να εύρη τρόπον βαθμιαίας λύσεως, ήτις θέλει επιτρέψει την εις τους επιμόρτους  καλιεργητάς, τους αληθώς πενέστας, συν τω χρόνω μεταβίβασιν αναλόγου μέρους των κτημάτων.
Η πολιτεία της Ελληνικής Κυβερνήσεως μετά την προσάρτησιν  της Θεσσαλίας εις την Ελλάδα [6]υπήρξε    τοιαύτη, ώστε σήμερον τα εν Θεσσαλία μετεβλήθησαν κατά τοσούτον, ώστε  σχεδόν τα δύο τρίτα των τσιφλικιών εγένοντο ήδη κεφαλοχώρια.  Ούτω του πράγματος κατορθωθέντος εις διάστημα βραχύτερον μιας γενεάς υπάρχει πιθανότης, εάν έχωμεν υπομονήν  να ίδωμεν την υπόλοιπον γην της Θεσσαλίας ανήκουσαν το προσήκον μέρος εις τους επιμόρτους καλλιεργητάς
ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ: Δεν πιστεύω να ευρεθή εις την ανάγκην η  Κυβέρνησις να επιβάλη την ισχύν του νόμου εν Θεσσαλία   διότι οι Θεσσαλοί, οίτινες πάντοτε υπήρξαν νομοταγείς, την περίστασιν ταύτην δεν θα παρίδωσι τας υποχρεώσεις, τας οποίας έχουσιν απέναντι του Κράτους.
Ο αξιότιμος συνάδελφος εκ Καρδίτσης θα μοι επιτρέψη να είπω προς αυτόν ότι κακώς παρέστησε την κατάστασιν την εφισταμένην σήμερον εν Θεσσαλία[7].
Είναι αληθές ότι πρόκειται κατ' αυτάς έν Θεσσαλία να συνέλθη η  γεωργική τάξις, αλλά θα συνέλθη απλώς, όχι δια να εξεγερθή, αλλά δια να υποβάλη εις την Κυβέρνησιν ευχήν τινά,ευχή η οποία κατά την εμήν γνώμην και κατά την γνώμην  των Θεσσαλών είναι δυνατόν να εκπληρωθή. Πρόκειται να συνέλθη ο  Θεσσαλικός λαός, δια να εκφράση προς την Κυβέρνησιν την ευχήν περί  ταχείας συστάσεως Γεωργικής Τραπέζης εν Θεσσαλία.
Πρέπει, κύριοι Βουλευταί , να βεβαιωθήτε ότι η επαρχία ημών είναι η  μόνη καθ' όλον το Κράτος η οποία πάσχει εκ της στερήσεως κεφαλαίων από της προσαρτήσεως μέχρι σήμερον. Ευρέθησαν  κατά την προσάρτησιν τσιφλικούχοι υπό τους Οθωμανούς δεν έσχε δε την ευτυχίαν να ίδη κεφάλαια η Θεσσαλία  δια την ανάπτυξίν της διότι οι Οθωμανοί  απέβλεπον εις τον κολλήγαν ως προς εχθρόν αυτών. Ο κολλήγας αφ' ετέρου ουδέποτε  ηδύνατο να θεωρήση ως συνεταίρον, ως φίλον, τον ιδιοκτήτην , τον  οποίον εξ ιστορικών λόγων εθεώρει «ως άρπαγα της γης, η οποία ανήκεν εις αυτόν». Εκτός τούτου εκείνοι, οι οποίοι μετά την προσάρτησιν της Θεσσαλίας  εγένοντο  μικροϊδιοκτήται ηαγκάσθησαν  κατά την αγοραν των κτημάτων  να καταφύγωσιν εις δάνεια τοκογλυφικά, των οποίων ο τόκος ανήρχετο εις 24%.
Υπό την κατάστασιν αυτήν ήτο αδύνατον να βελτιωθή η Θεσσαλία και να προαχθή εν αύτη η καλλιέργεια, διότι ούτε οι ιδιόκτηται ηδύναντο να διαθέσωσι κεφάλαια διά την καλλιέργειαν ούτε ο κολλήγας να προαγάγη την γην και ν' αγαπήση αυτήν ούτε ο μικροϊδιοκτήτης να κάμη άλλο τι παρά να εργάζηται, διά να επαρκέση εις τον τόκον των 24 και πολλά­κις των 30 επί  τοις εκατόν. Δια να ευρεθή δε το χρήμα δια την -αγοράν των κτημάτων πολλάκις επώλουν και αυτό το ποίμνιόν των [8].
Ερωτώ, Κύριοι· δύναται η κατάστασις αύτη να εξακο­λούθηση επί  πολύ εν Θεσσαλία; Εάν έχωμεν την αντίληψιν ότι η Ελλάς — η μικρή αυτή και ορεινή χώρα — το μόνον μέρος το οποίον έχει προς γεωργίαν είναι η Θεσσαλία, έχουσα έκτασιν 7.000.000 στρεμμάτων διαρρεομένην υπό αφθόνων υδάτων, χωρίς ουδείς λόφος να υπάρχη εν τω μεταξύ ερωτώ υμάς· είναι εις θέσιν η Ελλάς να ευημερήση, όταν δεν θέτωμεν εις εκμετάλλευσιν το μέρος τούτο από το οποίον πρέπει να περιμένωμεν την γην πλουτοπαραγωγικήν, και είναι δυνατόν να θεωρήσωμεν ότι εν Θεσσαλία δύναται να υπάρξη εργασία είτε από κολλήγαν είτε από μέγαν ή μικρόν ιδιοκτήτην, όταν ο ιδιοκτή­της βλέπη ότι, εάν δώση τα χρήματα του δια την καλλιέργειαν της Θεσσαλίας, θα τα ρίψη εις την θάλασσαν, και όταν ο  μικροϊδιοκτήτης τα χρηματικά του κεφάλαια καταβάλλη μό­νον και μόνον διά να πληρώνη τον επαχθή τόκον 24%; 
Προ της καταστάσεως ταύτης εις πάντας επιβάλλεται σύντονος μέ­ριμνα. Η μέριμνα αύτη είναι να ευρεθή τρόπος ώστε ο τσιφλικιούχος ν' απαλλάξη τον κολλήγαν, ο κολλήγας ν' αγοράση μικρόν μέρος γης, διά να το καλλιεργήση καλώς, και ο μικρο­ϊδιοκτήτης να εύρη τα κεφάλαια, ίν' απαλλάξη την γην από τα χρέη και έχη τα μέσα να ποοαγάγη την εργασίαν αυτού την καλλιεργητικήν. Αλλά πώς θα γίνη τούτο; Είναι αναμφισβήτητον ότι πρέπει να ευρεθή μικρά λωρίς εν τη οποία να  εγκατασταθώσι σήμερον οι κολλήγαι της Θεσσαλίας. Πάσαι αι οίκογένειαι σήμερον ανέρχονται εις δικακισχιλίας, εάν δ' εγκατασταθώσι, θ' απαιτηθώσι, δίδομένων 50 στρεμμάτων εις εκάστην οικογένειαν, περί τας 500.000 στρεμμάτων, θ' απομείνη δε εις την αυτοκαλλιέργειαν μεγάλων καλλιεργητών έκτασις 3.000.000 στρεμμάτων. Διότι εκ των 7.000.000 πεδινών στρεμμάτων καλλιεργούνται μόνον 1 .500.000, έχομεν δ' έκτασιν 4.500.000 στρεμμάτων την οποίαν αφίνομεν ακαλλιέργητον. Δυνάμεθα σήμερον να καλλιεργήσωμεν τον καπνόν. Μας ζητούσι προς αγοράν διπλάσιον ποσόν του σημερινού και δεν έχο­μεν. Δύναται να καλλιεργηθή ο βάμβαξ, ως λίαν επιτυχώς καλλιεργείται εν τοις κτήμασι του κ. Γ. Χρ. Ζωγράφου.
Ο βάμβαξ δε και αι καπνοφυτείαι είναι τοιαύτα προϊόντα εις τον τόπον τα όποια δε θ'  απαιτήσωσί τι καινοφανές δια να καλλιεργηθώσιν εις μεγάλην κλίμακα. Πεντακοσίων χιλιάδων στρεμμάτων έχομεν σήμερον ανάγκην. Έχομεν τα Ζάππεια κτή­ματα. Θα εξακολουθήσωμεν λοιπόν και σήμερον με την στενήν αντίληψιν την οικονομολογικήν να μη δώσωμεν τα κτήματα ταύ­τα εις καλλιέργειαν; Δεν σκεπτόμεθα ότι ο άνθρωπος αυτός, ο οποίος έζησε μεταξύ των γεωργών, ουδέποτε ηθέλησε να θέση ρήτραν τινά και δι' αυτό βλέπομεν τα κτήματα αυτώ εις χείρας του Δημοσίου, το οποίον Δημόσιον τα δίδει εις τους ενοικιαστάς, τον δε λαόν των Θεσσαλών ταλαιπωρούμενον; Δεν είναι ανάγκη να τα θέσωμεν εις απαλλοτρίωσιν, ως είπεν ο αξιότιμος εκ Καρδίτσης συνάδελφος. Δεν πρόκειται σήμερον να θέσωμεν εις εφαρμογήν μέτρα- έχομεν σήμερον κτήματα εν Θεσσαλία τα οποία προσφέρονται διά να πωληθώσι. Τί λείπει λοιπόν αφ' ημών; Λείπει το χρήμα. Ο αξιότιμος κ. πρωθυπουργός είπε προ ολίγου ότι ως έχει σήμερον η κατάστασις είναι δύσκολον αι Τράπεζαι να μας χορηγήσωσι χρήματα.
Εάν, ως αντελήφθην καλώς των συζητήσεων των γενομένων προ ολίγου χρόνου εν τη αιθούση ταύτη, το κράτος πρόκειται να προβή εις την σύναψιν μεγάλου δανείου εξ 150.000.000 δραχμών  δεν φρονεί ο κ. πρωθυπουργός ότι δυνάμεθα εκ του δανείου  αυτού  να διαθέσωμεν 15.000.000 τουλάχιστον διά την σύστασιν Γεωργικής Τραπέζης εν Θεσσαλία;  

Υπάρχει άλλος με­γαλύτερος σκοπός εκείνου τον οποίον θα εξυπηρετήση η Γεωρ­γική Τράπεζα εν Θεσσαλία,· Δεν γνωρίζω τίνες είναι αι σκέψεις της κυβερνήσεως και αν εις το συναφθησόμενον δάνειον θα συμπεριληφθή και η σύστασις της Γεωργικής Τραπέζης. Νομίζω ότι τούτο δεν θ' αρνηθή η κυβέρνησις και μάλιστα όταν δώσωμεν  εγγυήσεις ασφαλείς. Νομίζω ότι θα είναι εύκολον εις την κυ­βέρνησιν να εξεύρη το χρήμα τούτο, διότι αι Τράπεζαι ουδέν άλλον  ζητούσιν  ή εγγυήσεις ασφαλείς, διά να εναποθέσωσι το χρήμα των.
Δ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ: Διά του συναφθησομένου δανείου πρόκει­ται να συμπεριληφθή και η κατασκευή των σιδηροδρόμων των οποίων τας συμβάσεις εψηφίσαμεν προ ολίγου χρόνου.
ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ: Νομίζω ότι μεταξύ των έργων τούτων δύναται να συμπεριληφθή και η σύστασις Γεωργικής Τρα­πέζης εν Θεσσαλία. Δεν γνωρίζω αν η κυβέρνησις έχη εναντίαν γνώμην εκείνης την οποίαν υποδεικνύω.
Ο αξιότιμος πρώην υπουργός επί των Οικονομικών κ. Αθ. Ευταξίας εχάρισεν εις την Θεσσαλίαν τον φόρον των αροτριώντων κτηνών. Από της ημέρας εκείνης πρέπει να ομολογήση τις ότι η δωρεά αύτη είναι δικαίωμα, αποφασίζοντες δε να επαναδώσωμεν την δωρεάν ταύτην εις το κράτος πράττομέν τι το οποίον δεν πρέπει να πράξωμεν διά το ίδιον ημών συμφέρον.Η Θεσσαλία ουδέποτε ηθέλησε διά τας θεσσαλικάς εργα­σίας αι οποίαι έχουσι γενικώτερον εθνικόν σκοπόν, να μη συμ­βάλη διά του οικονομικού αυτής μέρους. Είναι γνωστόν ότι δια τα υδραυλικά έργα της Θεσσαλίας σήμερον καταβάλλονται κατ' έτος 65.000 δραχμών, τοιαύτα δ' έργα δεν είδον μέχρι σήμερον οι Θεσσαλοί, καίτοι πληρώνουσι τας 65.000 δραχμών κατ' έτος. Σήμερον ερχόμεθα και λέγομεν προς την κυβέρνησιν ότι δεχόμεθα και αύθις ν' αυξηθή ο φόρος αυτός, ο οποίος πληρώνεται από την Θεσσαλίαν, εις 950.000 μέχρι 1.000.000 δραχμών, αλλ' ο φόρος αυτός ν' αποτελέση βάσιν δανείου Θεσσαλι­κού, επί τη βάσει του οποίου θα συναφθή το δάνειον, να ιδρυθή ταμείον και να εκδοθώσιν ομολογίαι ή κατά το σύστημα το Βαυαρικόν ή κατά το σύστημα το Ρωμανικόν.
΄Οταν έχητε τοιαύτην ασφάλειαν φόρου, ο οποίος πρόκει­ται βεβαίως ν' αυξηθή κατά το μέλλον, έχετε ασφάλειαν ηγγυημένην, την οποίαν θα δώσητε εις την Τράπεζαν, η οποία θα σας παράσχη δάνειον.
Και όταν έχητε μίαν ασφάλειαν 1.000.000 δύνασθε επί τη βάσει αυτού να εύρητε δάνειον 15.000.000. Όταν εύρητε το δάνειον τούτο, θα είναι εξησψαλισμένον, πρώτον, διά των ήδη υφισταμένων κτημάτων του Θεσσαλικού Ταμείου, δεύτερον, διά των αγορασθησομένων κτημάτων, τρίτον, διά των Ζαππείων κτημάτων και τέταρτον, διά της εγγυήσεως του κράτους. Επί  τη βάσει δε των τοιούτων εγγυήσεων δύνασθε να εκδώσητε κτη­ματικάς ομολογίας προς πληρωμήν ποσού 300.000.000, το οποίον θά διαθέσητε διά τους μικροϊδιοκτήτας, όπως απαλλαγώσιν ούτοι των μικρών δανείων και προαγάγωσι την καλλιέργειαν της Θεσσαλικής γης. Το σύστημα τούτο δεν είναι έμπνευσις ιδική μου, δεν είναι σύστημα το οποίον εφευρίσκω εγώ, αλλ' είναι σύστημα το οποίον εφευρέθη εν Ευρώπη και ετέθη εις εφαρμογήν εν Βαυαρία και Ρωμανία. Υποθέτω ότι είναι εγγύησις αρκετή προς έκδοσιν τοιούτων κτηματικών ομολογιών και, όταν έχωμεν τοιούτο μέσον, δυνάμεθα να θέσωμεν εις ενέργειαν σύστημα οικονομολογικόν εξυπηρετούν τον τόπον. Διότι, αν νομίζητε ότι υπάρχει έστω κα! μία οικονομολογική οδός εις  την Ελλάδα, αύτη είναι η οδός προς τόνωσιν της παραγωγής. Και αυτήν ακριβώς ζητούμεν. Εάν έχητε άλλο οικονομολογικόν σύστημα, να μας το  είπητε.
Επαναλαμβάνω να  σας είπω ότι το ζήτημα είναι υψίστης σπουδαιότητος · αμφιβάλλω αν συμβαίνη αλλαχού το συμβαίνον εν Ελλάδι, ν' αφίνωμεν ακαλλιέργητα 4.000.000 στρεμμάτων, τα οποία δύνονται να μας δώσωσι, με την ελαχίστην απόδοσιν την οποίαν δύνανται να δώσωσι, τα θεσσαλικά στρέμματα των 10 δρ. κατά στρέμμα, 40.000 000 κατ' έτος, εκ των οποίων χά­νει το Δημόσιον  4.000.000, τα οποία θα ελάμβανεν ως πρόσοδον[9]. Δεν λαμβάνω υπ' όψιν ότι η πρόσοδος αύτη δύναται να φθάση όσον έφθασεν  εν Ευρώπη ούτε λαμβάνω υπ' όψιν τα προ­ϊόντα του σίτου, του βάμβακος, του καπνού, εξ  ών ανέρχεται η κατά στρέμμα πρόσοδός προς δρχ. 5. οπότε χάνει η παραγωγή 200.000 000 αλλά λαμβάνω το ευτελέστερον ποσόν. Ερωτώ' εί­ναι οικονομολογική πολιτική του τόπου αυτού ν' αφίνωμεν 50. 000.000 κατ' έτος; Και επιτρέπεται να μη σπεύσωμεν πάραυτα να εξεύρωμεν το δάνειον, ίνα συστήσωμεν Τράπεζας εξυπηρετού­σας τοιούτους σκοπούς. Σας δίδομεν ημείς το 1.000 000 εκ του φόρου των αροτρώντων. Υποθέτω ότι η εγγύησις αύτη είναι αρκετή, ίνα καταρτίσητε το δάνειον, διότι θα είναι ασφαλείς αι Τρά­πεζαι. Εγώ βεβαίως δεν είμαι υπέρ του φόρου αροτριώντων κτη­νών, αλλά νομίζω ότι διαρρυθμιζόμενος ούτος θά γίνη φόρος ανεκτός και θα επιτρέψη εις το Κράτος να δανεισθή προς τον σκοπόν περί του οποίου είπον· Όταν  έχωμεν τοιούτον ποσόν, έχομεν έρεισμα επί του οποίου θα δυνάμεθα να προαγάγωμεν τα συμφέροντα του τόπου προάγοντες το θεσσαλικόν ζήτημα, διότι το θεσσαλικόν ζήτημα ουδέποτε εθεώρησα ως τοπικόν ζήτημα ούτε ως φιλανθρωπικόν, αλλ' ως ζήτημα εθνικόν, υψηλόν όσον εί­ναι η ευημερία του τόπου και ευρύ όσον η έρευνα του οικονομι­κού συστήματος της Ελλάδος. Όταν έχωμεν τοιούτον ζήτημα προ ημών, ούδ' επί στιγμήν επιτρέπεται σήμερον προ παντός, οπότε έχομεν νέαν οικονομολογικήν πορείαν, να διστάζωμεν και να μη προβαίνωμεν εις ενέργειαν εις την οποίαν προ πολλού  έπρεπε να είχομεν προβή.
Βεβαίως, εάν εξακολουθώμεν να μη λαμβάνωμεν μέριμνα τινα περί του θεσσαλικού ζητήματος, αν αφίνωμεν τους πληθυ­σμούς εκείνους να σήπωνται, ως σήπονται, επόμενον είναι να έχωμεν το αποτέλεσμα το οποίον από τούδε έκρουσεν ο κ. συνά­δελφος εκ Καρδίτσης, την θύελλαν. Αλλά μη φοβείσθε· οι Θεσσαλοί δεν είναι εκείνοι οι οποίοι θα κάμωσι να εκσπάση η θύελλα εν Ελλάδι, διότι αναμένουσιν από την Κυβέρνησιν της χώρας να λάβη τα κατάλληλα μέτρα τα οποία οφείλει να λάβη. Δεν αρ­νούμαι ότι η μη σύστασις της Γεωργικής Τραπέζης και η έλλειψις των κεφαλαίων είναι τα φέροντα την δυσπραγίαν της Θεσ­σαλίας- Είναι και η έλλειψις δημοσίας ασφαλείας και η έλλειψις υδραυλικών έργων. Αλλ' όταν υπάρχωσι τα χρήματα, ο ιδιοκτή­της θα καταναλώση μέρος δι' υδραυλικά έργα' όταν υπάρχωσι τα χρήματα, δεν θα υπάρξη ζωοκλοπή, διότι η βάσις αυτής είναι  ένδεια. Όταν υπάρχωσι λοιπόν τα τοιαύτα ζητήματα, υμείς οι οποίοι εδείξατε διά τα θεσσαλικά ζητήματα τοιαύτην στοργήν πρέπει να μη φανήτε κατώτεροι κατά την στοργήν και διά τα ζητήματα ταύτα.
  
Το θέμα δεν «έκλεισε» βεβαίως με τας ανωτέρω ομιλίας και εξηγήσεις. Εις την Βουλήν απεστέλλοντο συνεχώς τηλε­γραφικαί διαμαρτυρίαι και ψηφίσματα όχι μόνον εκ μέρους αγροτών, αλλά και εξ όλων των τάξεων της Θεσσαλίας (επαγ­γελματιών, εργατών, επιστημόνων, Δήμων και Κοινοτήτων). Η συζήτησις επανελήφθη και κατά την συνεδρίασιν της 9ης Φεβρουαρίου, εις ταύτην δε έλαβον μέρος όλοι σχεδόν οι βου­λευταί Θεσσαλίας.

                                                                

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1]……από την πρώτη μέρα που μπήκε ο ελληνικός στρατός στη Θεσσαλία, σε μερικά χωριά-τσιφλίκια οι κολλιγάδες παρουσιάστηκαν στις ελληνικές αρχές και ζήτησαν να γίνει απαλλοτρίωση(=μοίρασμα) των τσιφλικιών. Μα όχι μόνο δεν τους έδωσαν σημασία αλλά τους έδειραν.(Γ.Κορδάτου:Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας. ΧΙΙΙ Εκδόσεις 20ος αιώνας.)
[2] Πολιτευτής Καρδίτσης εκλεγείς επί σειράν εκλογών, χρηματίσας και υπουργός κατά το 1921.
[3]. Επίμορτος: ο επί  μορτή καλλιεργητής, νομικός όρος του «κολλήγου».
[4].Πλείστοι επιστήμονες και διανοούμενοι ελάμβανον το μέ­ρος των κολλήγων, διεκτραγωδούντες την φοβεράν κατάστασιν αυ­τών. Εις έξ αυτών υπήρξε και ο λογοτέχνης Καρκαβίτσας.
Άλλοι πάλιν, πέραν των λόγων και εκκλήσεων προς την κοινήν γνώμην κατηύθυνον τας συλλογικάς ενεργείας των αγροτών και πολ­λάκις εξώθουν αυτούς εις επαναστατικάς ενεργείας. Τοιούτος υπήρξεν ο εκ Κεφαλληνίας Μαρίνος Αντύπας όστις υπηρετών κατ' αρχάς ως επιστάτης εις το τσιφλίκι ενός συγγενούς του, μετεβλήθη εις δραστήριον οργανωτήν των κολλήγων. Ούτος εφονεύθη δολοφονηθείς καθ' ο λέγεται υπό  οργάνων των μεγαλοικτηματιών.
[5] Οι Οθωμανοί "μπέηδες" διετήρησαν πάντα τα δικαιώματα των κατά την προσάρτησιν της Θεσσαλίας  το 1821.
[6] Μετά από πίεση των Μεγάλων Δυνάμεων  οι Τούρκοι συμφώνησαν , σε μια διάσκεψη πρεσβευτών στην Κωνσταντινούπολη το 1881 ,να παραχωρήσουν την εύφορη επαρχία της Θεσσαλίας και την περιοχή της Άρτας στην Ελλάδα.(R.Clogg Σύντομη ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας. Αθήνα 1999.
[7] Τα γεγονότα διέψευσαν τον Αλεξανδρήν και εδικαίωσαν τον Τερτίπην. Την 6ην Μαρτίου 1910 εις το Κιλελέρ της Θεσσαλίας συνέβησαν τα γνωστά αιματηρά και πολύνεκρα επεισόδια τα οποία συνετάραξαν την χώραν.
[8] Πλειστάκις οι ίδιοι οι μεγαλογαιακτήμονες ήσαν και οι τοκισταί των κολλήγων των, ενίοτε δε είχον και ιδιωτικάς Τραπέζας ως π.χ η «Τράπεζα Γκίκα» εν Καρδίτση.
[9]"δεκάτη" φορολογία εις είδος  επί του αγροτικού προϊόντος.

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2011

ΜΟΥΑΜΑΡ ΑΛ ΚΑΝΤΑΦΙ:ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ ΒΙΒΛΙΟ

ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΑ : Τα κοινοβούλια είναι η σπονδυλική στήλη της παραδοσιακής δημοκρατίας ό­πως αυτή υπάρχει σήμερα.  Ένα κοινοβού­λιο είναι μια παραπλανητική περιγραφή του λαού και οι κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις είναι μια παραπλανητική λύση στο πρόβλη­μα της δημοκρατίας. Ένα κοινοβούλιο ιδρύεται αρχικά για να αντιπροσωπεύει το λαό, αλλά αυτό από μόνο του δεν είναι δη­μοκρατικό αφού δημοκρατία σημαίνει η εξουσία του λαού και όχι μια εξουσία που ενεργεί για λογαριασμό του. Η απλή ύπαρ­ξη ενός κοινοβουλίου σημαίνει την απου­σία του λαού, αλλά αληθινή δημοκρατία υπάρχει μόνο μέσα από τη συμμετοχή του λαού, όχι μέσα από τη δραστηριότητα των αντιπροσώπων του. Τα κοινοβούλια είναι ένας νομικός φραγμός ανάμεσα στους λαούς και την άσκηση της εξουσίας, αποκλείον­τας τις μάζες από την εξουσία ενώ σφετερί­ζονται την κυριαρχία τους. Στους λαούς αφήνεται μόνο η ψεύτικη εξωτερική εμφά­νιση της δημοκρατίας που εκφράζεται στις μεγάλες ουρές για να ρίξουν τις ψήφους τους στις κάλπες.

Για να αποκαλύψουμε το χαρακτήρα του κοινοβουλίου, πρέπει να δούμε την προέ­λευση ενός τέτοιου κοινοβουλίου. Το κοι­νοβούλιο είτε εκλέγεται από εκλογικές πε­ριφέρειες ή από κόμμα ή από συνασπισμό κομμάτων, ή σχηματίζεται με κάποια μέθοδο διορισμού. Αλλά όλες αυτές οι δια­δικασίες δεν είναι δημοκρατικές, γιατί χω­ρίζοντας τον πληθυσμό σε εκλογικές περι­φέρειες σημαίνει ότι ένα μέλος του κοινοβουλίου αντιπροσωπεύει χιλιάδες, εκατον­τάδες χιλιάδες ή εκατομμύρια λαού, α­νάλογα με το μέγεθος του πληθυσμού. Ση­μαίνει επίσης ότι το μέλος δεν διατη­ρεί λαϊκό οργανωτικό δεσμό με τους εκλο­γείς αφού αυτός, όπως και τα άλλα μέλη, θεωρείται σαν αντιπρόσωπος ολόκληρου του λαού. Αυτό απαιτεί η κυρίαρχη παρα­δοσιακή δημοκρατία. Οι μάζες, συνεπώς, είναι τελείως απομονωμένες από τον αντι­πρόσωπο και αυτός, με τη σειρά του, είναι τελείως χωρισμένος από αυτές.   Γιατί αμέ­σως αφού κερδίσει τις ψήφους τους αυτός ο ίδιος αρπάζει την κυριαρχία τους και ενερ­γεί αντί γι' αυτές. Η κυρίαρχη παραδοσια­κή δημοκρατία προικίζει το μέλος ενός κοι­νοβουλίου με μια ιερότητα και ασυλία που την αρνείται σε άλλα ξεχωριστά μέλη του λαού. Αυτό σημαίνει ότι τα κοινοβούλια έχουν γίνει ένα μέσο λεηλασίας και σφετε­ρισμού της εξουσίας του λαού. Από εδώ πηγάζει και το δικαίωμα του λαού να αγω­νιστεί, μέσα από τη λαϊκή επανάσταση για να καταστρέψει τα όργανα που σφετερίζονται τη δημοκρατία και την κυριαρχία και στερούν τις μάζες από αυτά. Έχει επί­σης το δικαίωμα να διατυπώσει τη νέα αρ­χή, ΟΧΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΗ ΣΤΗ ΘΕ­ΣΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ. Αν, ωστόσο, το κοινο­βούλιο προέρχεται από ένα κόμμα σαν απο­τέλεσμα νίκης στις εκλογές, τότε είναι κοι­νοβούλιο του κόμματος και όχι του λαού. Αντιπροσωπεύει το κόμμα και όχι το λαό, και η εκτελεστική εξουσία που εκχωρείται στο κοινοβούλιο είναι η εξουσία του κόμ­ματος που κέρδισε και όχι του λαού. Το ίδιο ισχύει και για το κοινοβούλιο στο οποίο κάθε κόμμα διαθέτει ένα αριθμό εδρών. Γιατί τα μέλη του κοινοβουλίου αντιπροσωπεύουν το κόμμα τους και όχι το λαό, και η εξουσία που εγκαθιδρύεται από ένα τέτοιο συνασπισμό είναι η εξουσία των συ­νασπισμένων κομμάτων και όχι του λαού. Με τέτοια συστήματα ο λαός είναι θύμα που τον εξαπατούν και τον εκμεταλλεύον­ται τα πολιτικά σώματα. Ο λαός στέκεται σιωπηλός σε μακριές ουρές για να ρίξει τις ψήφους του στις κάλπες με τον ίδιο τρό­πο που ρίχνει άλλα χαρτιά στο σκουπιδο­τενεκέ. Αυτή είναι η παραδοσιακή δημο­κρατία που επικρατεί σ' ολόκληρο τον κό­σμο, είτε το σύστημα είναι μονοκομματικό, δικομματικό, πολυκομματικό ή ακομματικό. Έτσι γίνεται φανερό ότι η ΑΝΤΙΠΡΟ­ΣΩΠΕΥΣΗ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΤΗ. Οι συνελεύσεις που διαμορφώνονται με μια μέθοδο διορι­σμού ή κληρονομικής διαδοχής δεν υπά­γονται σε καμιά μορφή δημοκρατίας. Επι­πλέον, αφού το σύστημα των εκλεγμένων κοινοβουλίων βασίζεται στην προπαγάνδα για να κερδηθούν ψήφοι, είναι ένα δημαγω­γικό σύστημα με την πραγματική σημασία της λέξης, και οι ψήφοι μπορούν να αγο­ραστούν και να παραποιηθούν. Οι φτωχοί δεν καταφέρνουν να συναγωνιστούν στην εκλογική εκστρατεία και είναι πάντα οι πλούσιοι — και μόνο οι πλούσιοι — που βγαίνουν νικητές.
Φιλόσοφοι, στοχαστές και συγγραφείς υποστήριξαν τη θεωρία της αντιπροσωπευ­τικής διακυβέρνησης σε μια εποχή όπου οι λαοί, χωρίς να το καταλαβαίνουν, οδηγούνταν σαν πρόβατα από βασιλιάδες, σουλτά­νους και κατακτητές. Η μεγαλύτερη φιλο­δοξία των ανθρώπων εκείνου του καιρού ήταν να έχουν κάποιον να τους αντιπροσω­πεύει μπροστά σ' αυτούς τους κυβερνήτες. Ακόμη κι αυτή η φιλοδοξία απορριπτόταν. Οι λαοί πέρασαν από μακρείς και σκληρούς αγώνες για να πετύχουν αυτό που προσδο­κούσαν. Μετά την επιτυχημένη εγκαθίδρυ­ση της εποχής των δημοκρατιών και την απαρχή της εποχής των μαζών, είναι πα­ράλογο ότι η δημοκρατία πρέπει να σημαί­νει την εκλογή λίγων μόνο αντιπροσώπων για να ενεργούν για λογαριασμό των μεγά­λων μαζών. Αυτή είναι μια απαρχαιωμένη θεωρία και μια ξεπερασμένη εμπειρία. Ο­λόκληρη η εξουσία πρέπει να είναι του λαού.
Οι πιο τυραννικές δικτατορίες που γνώ­ρισε ο κόσμος υπήρξαν κάτω από τη σκιά των κοινοβουλίων.
ΤΟ ΚΟΜΜΑ:Το κόμμα είναι η σύγχρονη δικτατορία. Είναι το σύγχρονο δικτατορικό όργανο διακυβέρνησης. Το κόμμα είναι η εξουσία ενός τμήματος πάνω στο σύνολο. Είναι το πιο πρόσφατο δικτατορικό όργανο. Καθώς το κόμμα δεν είναι ατομικό, ασκεί μια πλαστή δημοκρατία μέσω της εγκατάστασης κοινοβουλίων και επιτροπών και μέσω της προπαγάνδας των μελών του. Το κόμμα δεν είναι καθόλου δημοκρατικό, όργανο γιατί αποτελείται από ανθρώπους που έχουν κοινά συμφέροντα, μια κοινή άποψη ή ένα κοινό πολιτισμό- ή που ανήκουν στην ίδια περιοχή ή έχουν την ίδια πίστη. Σχηματίζουν ένα κόμμα για να πετύχουν τους σκοπούς τους, να επιβάλλουν την άποψή τους ή να επεκτείνουν την επιρροή της πίστης τους στην κοινωνία συνολικά. Ο σκοπός ενός κόμματος είναι να κατακτήσει την εξουσία με την πρόφαση της εφαρμογής του προγράμματος του. Και επιπλέον, από δημοκρατική άποψη, κανένα από τα κόμματα αυτά δεν πρέπει να κυβερνά όλο το λαό εξαιτίας της ποικιλίας των συμφερόντων, των ιδεών, της ιδιοσυγκρασίας, των περιοχών και των πίστεων, πού αποτελούν την ταυτότητα του λαού. Το κόμμα είναι ένα δικτατορικό όργανο διακυβέρνησης που επιτρέπει σ' αυτούς που έχουν μία άποψη και ένα κοινό συμφέρον να κυβερνούν το λαό σα σύνολο. Σε σύγκριση με το λαό, το κόμμα είναι μια μειοψηφία.Ο σκοπός του σχηματισμού ενός κόμματος είναι η δημιουργία ενός οργάνου για να κυβερνά το λαό' ουσιαστικά για να κυβερνά τα μη μέλη του κόμματος. Γιατί το κόμμα βασίζεται, θεμελιακά, σε μια αυθαίρετη αυταρχική θεωρία ... δηλ. την κυριαρχία των μελών του κόμματος πάνω στα υπόλοιπα μέλη του λαού. Το κόμμα προϋποθέτει ότι η άνοδος του στην εξουσία είναι ο τρόπος για να πετύχει τους σκοπούς του, θεωρώντας ότι οι σκοποί του είναι οι σκοποί του λαού. Αυτή είναι η θεωρία της δικαιολόγησης της δικτατορίας του κόμματος, που είναι η βάση κάθε δικτατορίας.
Ανεξάρτητα από το πόσα κόμματα υπάρχουν, η θεωρία παραμένει η ίδια. Αλλά η ύπαρξη πολλών κομμάτων κλιμακώνει τον αγώνα για την εξουσία και αυτό καταλήγει στην καταστροφή κάθε επιτεύγματος του λαού και κάθε κοινωνικά ωφέλιμου σχεδίου. Μια τέτοια καταστροφή αρπάζεται από το αντίθετο κόμμα σαν δικαιολογία για να υπονομεύσει τη θέση του κόμματος που κυβερνά έτσι ώστε να μπορεί να το διαδεχθεί. Τα κόμματα καταφεύγουν στον αγώνα τους, αν όχι στα όπλα, πράγμα που συμβαίνει σπάνια, αλλά στην καταγγελία και τη γελοιοποίηση των πράξεων τους. Αυτή είναι μια μάχη που διεξάγεται αναπόφευκτα σε βάρος των πιο υψηλών και ζωτικών συμφερόντων της κοινωνίας. Μερικά, αν όχι όλα,από αυτά τα υψηλά συμφέροντα θα θυσιαστούν στον αγώνα για την εξουσία των οργάνων διακυβέρνησης. Γιατί η καταστροφή αυτών των συμφερόντων υποστηρίζει το κόμμα ή τα κόμματα της αντιπολίτευσης στην επιχειρηματολογία τους ενάντια στο κόμμα πού κυβερνά. Το κόμμα της αντιπολίτευσης, σαν όργανο διακυβέρνησης, πρέπει να διώξει το σώμα που κυβερνά για να αποκτήσει πρόσβαση στην εξουσία. Για να αποδείξει την ακαταλληλότητα του οργάνου διακυβέρνησης, το κόμμα της αντιπολίτευσης πρέπει να καταστρέψει τα επιτεύγματα του και να ρίξει αμφιβολίες για τα σχέδια του, ακόμη κι αν αυτά τα σχέδια είναι ωφέλιμα για την κοινωνία. Κατά συνέπεια τα συμφέροντα και τα προγράμματα της κοινωνίας θυσιάζονται στον αγώνα των κομμάτων για την εξουσία. Ο αγώνας αυτός είναι, λοιπόν, πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά καταστροφικός για την κοινωνία, παρά το γεγονός ότι δημιουργεί πολιτική δραστηριότητα. Εκτός από αυτά, ο αγώνας καταλήγει στη νίκη ενός άλλου οργάνου διακυβέρνησης, δηλ. στην πτώση του ενός κόμματος και την άνοδο ενός άλλου. Αλλά είναι μια ήττα για το λαό, μια ήττα για τη δημοκρατία. Επιπλέον, τα κόμματα μπορούν να εξαγοραστούν ή να δωροδοκηθούν είτε από το εσωτερικό ή το εξωτερικό.
Αρχικά, το κόμμα σχηματίζεται για να αντιπροσωπεύει το λαό. Μετά η ηγετική ομάδα του κόμματος αντιπροσωπεύει τα μέλη του και ο ανώτατος ηγέτης του κόμματος αντιπροσωπεύει την ηγετική ομάδα. Γίνεται φανερό ότι το κομματικό παιχνίδι είναι μια απατηλή φάρσα που βασίζεται σε μια πλαστή μορφή δημοκρατίας που έχει ένα εγωιστικό περιεχόμενο στηριγμένο σε ελιγμούς, τεχνάσματα και πολιτικά παιχνίδια. Όλα αυτά δίνουν έμφαση στο γεγονός ότι το κομματικό σύστημα είναι ένα δικτατορικό, και μάλιστα σύγχρονο, όργανο. Το κομματικό σύστημα είναι μια ανοιχτή, όχι καλυμμένη δικτατορία. Ο κόσμος δέν την έχει ξεπεράσει ακόμη και σωστά ονομάζεται «η δικτατορία της σύγχρονης εποχής».
Το κοινοβούλιο του κόμματος που έχει νικήσει είναι πράγματι ένα κοινοβούλιο του κόμματος, καθώς η εκτελεστική εξουσία που έχει εκχωρηθεί απ' αυτό το κοινοβούλιο είναι η εξουσία του κόμματος πάνω στο λαό. Η εξουσία του κόμματος, η οποία υποτίθεται ότι είναι για το καλό ολόκληρου τοϋ λαού, είναι στην πραγματικότητα δριμύτατος εχθρός ενός τμήματος του λαού, δηλ. του κόμματος ή των κομμάτων της αντιπολίτευσης και των υποστηρικτών τους. Έτσι η αντιπολίτευση δεν είναι ένας λαϊκός έλεγχος στο κόμμα που κυβερνά, αλλά αναζητεί η ίδια μια ευκαιρία για να αντικαταστήσει το κόμμα που κυβερνά. Σύμφωνα με τη σύγχρονη δημοκρατία, ο νόμιμος έλεγχος στο κόμμα που κυβερνά είναι το κοινοβούλιο, η πλειοψηφία του οποίου προέρχεται από αυτό το κόμμα που κυβερνά. Πράγμα που σημαίνει, ότι ο έλεγχος βρίσκεται στα χέρια του κόμματος που κυβερνά και η κυβέρνηση είναι στα χέρια του κόμματος που ελέγχει. Έτσι γίνεται φανερή η απατηλότητα, η αβασιμότητα και η ακυρότητα των πολιτικών θεωριών που κυριαρχούν σήμερα στον κόσμο, οπό τις οποίες πηγάζει η σύγχρονη παραδοσιακή δημοκρατία.
Το κόμμα είναι μόνο ένα τμήμα του λαού, αλλά η κυριαρχία του λαού είναι αδιαίρετη.
Το κόμμα κυβερνά στο όνομα του λαού, αλλά η αρχή είναι ΟΧΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΗ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ.
Το κομματικό σύστημα είναι το σύγχρονο σύστημα φυλών και αιρέσεων. Η κοινωνία που κυβερνιέται από ένα κόμμα είναι ακριβώς σαν την κοινωνία που κυβερνιέται από μια φυλή ή μια αίρεση. Το κόμμα, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, αντιπροσωπεύει την άποψη μιας ορισμένης ομάδας του λαού, ή τα συμφέροντα μιας ομάδας τής κοινωνίας, ή μια πίστη ή μια περιοχή. Ένα τέτοιο κόμμα πρέπει να είναι μια μειοψηφία σε σύγκριση με το σύνολο του λαού όπως ακριβώς είναι η φυλή και η αίρεση. Η μειοψηφία έχει κοινά συμφέροντα ή μια αιρετική πίστη. Από αυτά τα συμφέροντα ή την πίστη, σχηματίζεται η κοινή άποψη. Μόνο η σχέση αίματος διακρίνει μια φυλή από ένα κόμμα αλλά ακόμη και στην ίδρυση ενός κόμματος μπορεί να υπάρχει σχέση αίματος. Δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στους κομματικούς αγώνες και τούς φυλετικούς ή αιρετικούς αγώνες για την εξουσία. Και αν η εξουσία της φυλής και της αίρεσης απορρίπτεται πολιτικά και αποκηρύσσεται, τότε το κομματικό σύστημα πρέπει εξίσου να απορρίπτεται και να αποκηρύσσεται. Και τα δύο ακολουθούν το ίδιο μονοπάτι και οδηγούν στον ίδιο σκοπό. Η αρνητική και καταστροφική επίδραση πάνω στην κοινωνία των φυλετικών και αιρετικών αγώνων είναι ταυτόσημη με την αρνητική και καταστροφική επίδραση του κομματικού αγώνα.
ΤΑΞΗ: Το ταξικό πολιτικό σύστημα είναι το ίδιο με το κομματικό, το φυλετικό ή το αιρετικό σύστημα, δηλ. μια τάξη κυριαρχεί στην κοινωνία με τον ίδιο τρόπο που κυριαρ­χεί ένα κόμμα, μια φυλή ή μια αίρεση. Η τάξη, όπως το κόμμα, η αίρεση και η φυλή, είναι μια ομάδα ανθρώπων από την κοινω­νία, που έχουν κοινά συμφέροντα Τα κοινά συμφέροντα πηγάζουν από την ύπαρξη μιας ομάδας ανθρώπων που συνδέονται μεταξύ τους από σχέση αίματος, πίστη, πολιτισμό, περιοχή ή επίπεδο ζωής. Επίσης η τάξη, το κόμμα, η αίρεση και η φυλή προκύπτουν από παρόμοιους παράγοντες που οδηγούν σε παρόμοια αποτελέσματα, δηλ. προκύ­πτουν γιατί η σχέση αίματος, η πίστη, το επίπεδο ζωής, ο πολιτισμός και η περιοχή δημιουργούν μια κοινή άποψη για την επί­τευξη ενός κοινού σκοπού. Έτσι εμφανί­ζεται η κοινωνική δομή με τις μορφές της τάξης, του κόμματος, της φυλής ή της αίρεσης που τελικά γίνεται μια πολιτική σύλ­ληψη που κατευθύνεται προς την πραγμα­τοποίηση της άποψης και των σκοπών αυ­τής της ομάδας. Σε όλες τις περιπτώσεις ο λαός δεν είναι ούτε η τάξη, το κόμμα, η φυλή ούτε η αίρεση· αυτά δεν είναι τίποτε παραπάνω από ένα τμήμα του λαού και απο­τελούν μια μειοψηφία. Αν μια τάξη, ένα κόμμα, μια φυλή ή αίρεση κυριαρχεί σε μια κοινωνία, ολόκληρο το σύστημα γίνε­ται μια δικτατορία. Ωστόσο, ένας ταξικός ή φυλετικός συνασπισμός είναι καλύτερος από ένα κομματικό συνασπισμό γιατί ο λαός αποτελείται αρχικά από μια ομάδα φυλών. Σπάνια βρίσκει κανείς ανθρώπους που δεν ανήκουν σε μια φυλή, και όλοι οι άνθρωποι ανήκουν σε μια ορισμένη τάξη. Αλλά κα­νένα κόμμα ή κόμματα δεν αγκαλιάζει ό­λους τους ανθρώπους και κατά συνέπεια το κόμμα ή ο συνασπισμός κομμάτων αντι­προσωπεύει μια μειονότητα σε σύγκριση με τις μάζες που είναι έξω από αυτό. Με τη γνήσια δημοκρατία δεν δικαιολογείται μια τάξη να συντρίβει άλλες τάξεις για δικό της όφελος, δεν δικαιολογείται ένα κόμμα να συντρίβει άλλα κόμματα για δικό του συμφέρον, δεν δικαιολογείται μια φυλή να συντρίβει άλλες φυλές για δικό της όφελος και δεν δικαιολογείται μια αίρεση να συν­τρίβει άλλες αιρέσεις για δικό της συμφέ­ρον. Το να επιτρέπονται τέτοιες πράξεις σημαίνει να εγκαταλείπεται η λογική της δημοκρατίας και να γίνεται προσφυγή στη λογική της βίας. Μια τέτοια πράξη είναι δι­κτατορική, γιατί δεν είναι προς όφελος ολό­κληρης της κοινωνίας, η οποία δεν αποτε­λείται από μια μόνο τάξη ή φυλή ή αίρεση ή από τα μέλη ενός κόμματος. Δεν υπάρχει δικαιολογία για μια τέτοια πράξη. Η δι­κτατορική δικαιολόγηση είναι ότι η κοινωνία αποτελείται στην πραγματικότητα από διά­φορα μέρη, και ένα από τα μέρη αναλαμ­βάνει να διαλύσει τα άλλα μέρη για να μεί­νει μόνο του στην εξουσία. Αυτή η πράξη δεν είναι όμως προς το συμφέρον ολόκλη­ρης της κοινωνίας, αλλά προς το συμφέρον μιας ορισμένης τάξης, φυλής, αίρεσης ή κόμματος, δηλ. είναι προς το συμφέρον αυτών που αντικαθιστούν την κοινωνία. Η πράξη της διάλυσης κατευθύνεται αρχικά ενάντια στα μέλη της κοινωνίας που δεν ανήκουν στο κόμμα, την τάξη, τη φυλή ή την αίρεση που αναλαμβάνει τη διάλυση.
Η διασπασμένη κοινωνία από τους κομ­ματικούς αγώνες είναι παρόμοια με μια κοι­νωνία διασπασμένη από φυλετικούς και αιρετικούς αγώνες.
Το κόμμα που σχηματίζεται στο όνομα μιας τάξης γίνεται αυτόματα ένα υποκατά­στατο για την τάξη αυτή και συνεχίζει μέ­χρις ότου αντικαταστήσει την εχθρική προς αυτό τάξη.
Κάθε τάξη που γίνεται κληρονόμος μιας κοινωνίας, κληρονομεί, ταυτόχρονα, τα χαρακτηριστικά της. Πράγμα που σημαίνει ότι αν η εργατική τάξη, για παράδειγμα, συντρίψει όλες τις άλλες τάξεις, γίνεται κληρονόμος της κοινωνίας, που σημαίνει, ότι γίνεται η υλική και κοινωνική βάση της κοινωνίας. Ο κληρονόμος φέρει τα χαρα­κτηριστικά αυτού που κληρονομεί, αν και μπορεί να μην είναι φανερά αμέσως. Κα­θώς ο καιρός περνά, τα γνωρίσματα των άλ­λων τάξεων που έχουν εξαλειφθεί εμφανίζον­ται στους ίδιους τους κόλπους της εργατικής τάξης. Και οι κάτοχοι αυτών των χαρακτηριστικών υιοθετούν τις στάσεις και τις από­ψεις που αντιστοιχούν στα χαρακτηριστικά τους. Έτσι η εργατική τάξη γίνεται μια ξεχωριστή κοινωνία, δείχνοντας τις ίδιες αν­τιφάσεις όπως η παλιά κοινωνία. Τα υλικά και ηθικά κριτήρια των μελών της κοινωνίας είναι διαφορετικά στην αρχή αλλά μετά δημιουργούνται οι φατρίες που αυτόματα εξελίσσονται σε τάξεις, όπως είχαν διαλυ­θεί. Έτσι ο αγώνας για κυριαρχία της κοι­νωνίας αρχίζει πάλι. Κάθε ομάδα ανθρώ­πων, ύστερα κάθε φατρία και τέλος κάθε νέα τάξη, προσπαθεί να γίνει το όργανο διακυβέρνησης.

Η υλική βάση της κοινωνίας δεν είναι σταθερή γιατί έχει μια κοινωνική άποψη. Το Όργανο διακυβέρνησης μόνο της υλικής βάσης της κοινωνίας θα είναι, ίσως, σταθερό για ορισμένο διάστημα, αλλά ξε­περνιέται καθώς νέα υλικά και κοινωνικά κριτήρια δημιουργούνται από την ίδια υλική βάση. Κάθε κοινωνία με ταξική σύγ­κρουση ήταν στο παρελθόν μονοταξική κοινωνία αλλά, χάρη στην αναπόφευκτη εξέλιξη, η συγκρουόμενη τάξη αναδύθηκε απ' αυτή την ίδια τάξη.
Η τάξη που ιδιοποιείται τις περιουσίες των άλλων για να διατηρήσει το όργανο διακυβέρνησης για δικό της συμφέρον, θα διαπιστώσει ότι οι υλικές περιουσίες έφε­ραν μέσα σ' αυτή την τάξη ότι φέρνουν συνήθως οι υλικές περιουσίες μέσα στην κοινωνία συνολικά.
Με λίγα λόγια, οι προσπάθειες να ενω­θεί η υλική βάση της κοινωνίας για να λυ­θεί το πρόβλημα της διακυβέρνησης ή για να τεθεί ένα τέλος στον αγώνα προς όφελος του κόμματος, της τάξης, της αίρεσης ή της φυλής, απέτυχαν όπως και οι προσπάθειες να ικανοποιηθούν οι μάζες μέσω της εκλο­γής αντιπροσώπων ή με την οργάνωση δημοψηφισμάτων για να ανακαλυφθούν οι απόψεις τους. Το να συνεχίσουμε με αυτές τις προσπάθειες έγινε χάσιμο χρόνου και εμπαιγμός του λαού.